Since 1996

Προηγούμενη  σελίδα Κεντρική σελ. της ΕνότηταςΕπόμενη  σελίδα
Ηλεκτρονικό Περιοδικό
Λογοτεχνίας και Πολιτισμού

'Ελα να δεις...
Κριτικές : ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΛΕΒΑΝΤΗΣ    ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΑΝΩΦΟΡΟΠΟΥΛΟΥ    ΒΑΙΟΣ ΦΑΣΟΥΛΑΣ    Ποιήματα : ΤΙ ΘΕΛΩ    ΦΕΥΓΑΤΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ    Ο ΠΟΘΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ    ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ    ΣΤΗΝ ΚΡΟΥΣΤΑΛΛΕΝΙΑ ΒΡΥΣΗ    ΦΩΤΟΔΟΤΑ ΗΛΙΕ    Η ΦΑΤΝΗ ΣΟΥ ΕΣΚΟΡΠΙΣΕ    ΑΝΑΣΤΗΜΕΝΕ ΜΟΥ ΙΗΣΟΥ    ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ    ΕΧΘΕΣ ΠΟΥ ΣΕ ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑ    ΣΤΗΝ ΞΕΝΙΤΙΑ    ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΠΕΡΑΣΑΜΕ    ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ    ΦΕΥΓΑΤΑ ΔΕΙΛΙΝΑ    ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΙ ΤΟΥ ΜΥΑΛΟΥ    ΞΕΝΗΤΕΜΕΝΕ ΠΟΙΗΤΗ    ΚΡΙΤΙΚΕΣ :
Μια συναρπαστική ποιητική αφήγηση της 'Aσπας Παπακωνσταντίνου μας βουτά στην ένταση της περιήγησης, στο πατρικό της σπίτι, στο χωριό των γονιών της, στους αξέχαστους γονείς της που στερήθηκε, με ένταση και πόνο Περιγράφει αυτή την ένταση μεθοδικά και απλά μας σπρώχνει σε κόσμους ζωντανούς, με ελευθερία εντυπωσιακά ζωντανή διαφορετική από αυτή που γνωρίζουμε.
Βιογραφικά

Η Ασπασία Παπακωνσταντίνου γεννήθηκε στην Αθήνα
από γονείς που κατάγονται από την Λίμνη Πλαστήρα της Θεσσαλίας. Τις εγκύκλιες σπουδές της έκανε στην Νέα Σμύρνη και στη συνέχεια στην Αμερική όπου σπούδασε στο Κολέγιο του Southern Vermont στο Bennington . Στην Ελλάδα από τις ΗΠΑ επέστρεψε μετά από 10 χρόνια όπου εργάσθηκε στην Αμερικάνικη Βάση της Νέας Μάκρης και στο Athens Laboratory of Business Administration (ALBA) στην Βουλιαγμένη μέχρι σήμερα http://www.alba.edu.gr Ποίηση άρχισε να γράφει το 1995 η συλλογή της "Ήλιε της Καρδιάς μου" είναι η πρώτη της ποιητική δημιουργία ενώ πολλά άλλα ποιήματά της που έχουν ήδη γραφεί θα τα εκδώσει προσεχώς. Ποιήματά της έχουν βραβευθεί στην Αμερική. Μπορείτε να επισκεφθείτε την σελίδα της με ποιήματά της στα αγγλικά http://www.poets2000.com/poetry56

Ο ουρανός, τα' αστέρια, το φεγγάρι, ο ήλιος, τα πουλιά, το δάσος , με τα άγρια και ήμερα θηρία νεκρή φύση Η Προσευχή ο Θεός είναι και έχουν γίνει βιώματά της στο λιτό, μα και πλούσιο αυτό πρώτο έργο της Ελπίζουμε και ευχόμαστε την ανοδική πορεία της στο χώρο της λογοτεχνικής δημιουργίας. Συγχαρητήρια γι? αυτή της την αρχή ευχόμενη ταχεία πνευματική ανέλιξη Ηλέκτρα Σκριβάνου, Λογοτέχνης Επ. Μέλος του Διοικ. Συμβουλίου της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και Ακαδημαϊκό της Α.Α.Κ.Ε Θερμές ευχαριστίες για την ευγενή προσφορά του έργου σας "Ήλιε της Καρδιάς μου" Μαζί με τα ειλικρινή μου συγχαρητήρια εκφράζω την ευχή να συνεχίσετε τις λογοτεχνικές επιδόσεις σας και από το απλό, λιτό, απέριττο, αλλά και γλαφυρό σας κάλαμο να προέλθουν και δουν το φως της δημοσιότητας και άλλες ακόμη εργασίες σας . Με τις καλύτερες σκέψεις μου για κάθε ανοδική σας πορεία
Αλέξανδρος Λεβαντής


ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙΑΡΙΚΟ ΠΟΥΛΙ, ανήσυχο και προβληματισμένο ομοιάζει η 'Aσπα Παπακωνσταντίνου, σαν αυτά που τραγουδούν τα ποιήματά της. Γιατί πράγματι η ποίησή της όλη είναι καθάρια, αγνά τραγούδια της ολόπλου της ευαίσθητης καρδιάς της. Ώστε με χίλιους μύριους τρόπους, με φωνή επίμονη και με γλώσσα πηγαία, με στίχους εύλαλους και καταληπτούς από τη συνανθρώπινη παρουσία, να αγκαλιάζονται τα ποιήματά της τούτα από όλους μας με συγκίνηση και εύπαλμη συμμετοχή στην ομορφιά της απλότητας και της αλήθειας τους.

Και όπως πουλί ξενιτεμένο και στην πραγματικότητα έχει υπάρξει, μας μνημονεύει υμνώντας πρώτα και περισσότερο την αγάπη της, και γενικά την Αγάπη, στην πατρίδα πρωτογή, όπου το φως και την ομορφιά τής πλάσης αντικρίζει ο άνθρωπος. Και μας θρηνεί για τα όσα μνημονικά της ζουν και υπάρχουν ακόμα στη θύμησή της, και όχι μόνο για τη χωριάτική της πανώρια γειτονιά. Αλλά και με λατρεία ευγνωμονούσα τη μάνα-γεννήτρα της και τον σεβάσμιο πατέρα της και όχι μόνο μία φορά. Θρηνεί για το χαμό τους και την απουσία τους από τη ζωή. Πόθος της να ξαναήσαν σιμά της, κλαίει βουβά για την απώλεια της φίλης, νοσταλγεί το φίλο τον ειλικρινή.
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Από τον Εκδοτικό οίκο
"Β. ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ"

Κ Υ Κ Λ Ο Φ Ο Ρ Ι Σ Ε το νέο βιβλίο της ποιήτριας

'Aσπας Παπακωνσταντίνου

...ενός κόσμου αλλοτινού

ΠΟΙΗΣΗ

Φωτογραφίες Εξωφύλλου: Δημήτρης Μανιάτης.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

σελ. 112 τιμή: 10,45 Ευρώ

ΘΑ ΤΟ ΒΡΕΙΤΕ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΑ

ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΕΣ:
Εκδοτικός οίκος "Β. ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ"

Σόλωνος 96 - 5ος όροφος - 106 80 Αθήνα
τηλ. 210-3607725 / 210-3609126 fax: 210-3609126 www.bkyriakidis.gr / e-mail: bkyriakid@otenet.gr

Τραγουδάει και υμνολογεί την πανώρια Φύση, που μέσα της ναό λατρείας έχει στήσει. Ποιητικά μας ζωγραφίζει τα ρυάκια της, τα πλουσιόφυτα δάση της, τα ολόρθα βουνά της. Και πιότερο μας ομολογεί για το πλούσιο, το ανέσπερο φως του ήλιου και των φεγγαριών, των αστεριών ακόμα. Αλλά και για το αέναο εκείνο φως μας υμνεί, όπου φωλιάζει μέσα μας και μας συνδράμει να υψωνόμαστε σε σημαντικούς δημιουργούς και μεγαλοβουλίας διαλαλητές! Και βέβαια την υψηλότερη, την πρώτη πρώτη θέση στην κλίμακα της ποιητικής της υμνοδεσίας αποτελεί η Θεϊκή Παρουσία και υπόσταση, καθώς ακριβώς λατρεύεται αγνά και με οσιότητα από τον απλό, όμως θρησκευόμενο άνθρωπο.

Έτσι, για όλα τούτα και όσα άλλα, και διάφορα και πολλά, τα οποία διακρίνουν την καθάρια, την απέριττη, όμως βαθιά και αληθινή ποίηση τής ’σπας Παπακωνσταντίνου, τα ποιητικά της συνθέματα όχι μόνο διαβάζονται σαν να είναι γνώριμα και οικεία, αλλά και αγαπιούνται, καθώς να είναι δικά μας προσωπικά. Εφόσον, αν και εμείς θα δυνόμασταν, για τα όμοια προσιτά στην καρδιά και στο νου μας θέματα θα συνθέταμε ποιήματα, για να τραγουδήσουμε της καρδιάς τους πόθους και τους στοχασμούς του νου, του απλού μας, του άδολου, του ευσυγκίνητου όμως Νου του Πανανθρώπου!

Και οφείλουμε να κάνουμε δύο δοξαστικές παρατηρήσεις: Η πρώτη αφορά στην ευλύγιστη και κυριολεκτούσα εκάστοτε με τα θέματά της Ελληνική μας Γλώσσα, παρά την πολύχρονη απουσία της ποιήτριας από την Πάτρια Ελληνική της γη. Και η δεύτερη αφορά στον ιδιόμορφο, να ομολογήσουμε, ρυθμό της, μετρικό ρυθμό των ποιημάτων της. Συχνά οι στίχοι της διατηρούν την παραδοσιακή μορφή. Όταν όμως πιέζονται από εκφραστική της διαφορετική ανάγκη, η παραδοσιακή μορφή των στίχων της διαθλάται. Όμως χωρίς να χάνεται η συνοχή και δετή συγκρότηση των όσων επιμένει και ζητάει να μας διακηρύξει και να μας εισάγει στην ομορφιά και στη μύησή τους. Ώστε και ανενόχλητοι ποτιζόμαστε από τα αρωματικά ροφήματα των αγνών της, όμως ακνάτων συναισθηματικά, των απλών της και αυθόρμητών της στίχων. Και της συγχωρούμε, όπου και ό,τι επαναλαμβάνει να υμνεί, επειδή την πιέζει η ποικίλης πνοής και επίμονη συχνά έμπνευσή της, ώστε λήγει σε εκφραστική της ποιητική επανάληψη.

Τούτη η συλλογή ποιημάτων τής δημιουργού είναι η δεύτερη κατά σειρά έκδοσης. Πάρα πολύ βαθύτερη σε αίσθημα και πλουσιότερη σε δωρεά εσώψυχων προς εμάς εμπειριών της και βιωμάτων. Ευχόμεθα από την καρδιά μας να ακολουθήσουν και άλλες της. Επειδή ένας αμετανόητος ποιητικός ποταμός, καθώς συμβαίνει να υπάρχει η ποιήτρια 'Aσπα Παπακωνσταντίνου, δε δυνάμεθα με κανένα τρόπο να την αναγυρίσουμε από την ευλογημένη ροή της. Ώστε και πλούσια και άλλα με βέβαιη την ελπίδα και πεπεισμένη την προσμονή αναμένουμε.

Αγγελική Πανωφοροπούλου
Αθήνα, Μάρτιος 2005

ΒΑΙΟΣ ΦΑΣΟΥΛΑΣ Σχολιάζοντας το «Ήλιε της καρδιάς μου» Είναι γοητευτικό, όμορφο και ωραίο να ακούς το κελάηδημα ενός πουλιού, ενός πουλιού που πέταξε στα βουνά και στους κάμπους, που δροσίστηκε απ' τα κρουσταλλένια νερά των Αγράφων, που τραγούδησε τραγούδια των μουσών και της φύσης το κάλος, που γεύτηκε τον καημό και τη νοσταλγία, που έζησε τον πόνο και τη θλίψη, που ταξίδεψε πάνω από ωκεανούς και βρέθηκε σε μακρινές πολιτείες, μέχρι που κάποια μέρα γύρισε στην πατρίδα.

Έχοντας διπλό το νόστο στα φτερά του, την αειθαλή δίψα του τραγουδιού και τα πολλά ακούσματα απ' την ξένη, κάπου στη μεγάλη από μπετόν πόλη, Αθήνα, φώλιασε κι από κει συνεχίζει το αέναο τραγούδι του, αγνό και άφτιαχτο, όπως το χάρισε η μητέρα φύση. Πνεύμα ανήσυχο και ερευνητικό γυρνά τόπους και λιβάδια, αφουγκράζεται να βρει και άλλες φωνές να βάλει και τη δική του και μαζί με τ' άλλα πουλιά να τραγουδήσουν την άνοιξη.

Και τη βρήκε, η Ασπασία Παπακωνσταντίνου, την άνοιξη, να ανθεί σ' ένα περβόλι με χιλιάδες πουλιά, με μύρια άνθη να μοσχοβολούν και να μεθούν τα κελαηδήματά τους κι εκεί έστησε τη δική της φωλιά και συνεχίζει το τραγούδι...

Πώς αλλιώς θα μπορούσα να περιγράψω τη συγγραφέα της ποιητικής συλλογής: «Ήλιε της καρδιάς μου», όταν μέσα απ' τα ποιήματά της οι αναφορές της, πλασμένες με τρυφερό και απαλό λόγο, σε συγκινούν και σε γοητεύουν, σε ταξιδεύουν μπροστά και σε γυρίζουν πίσω, σε φέρνουν στο παρόν και ατενίζουν το μέλλον. Το χτες της νοερής ανάμνησης και της νοσταλγίας και το ζοφερό σήμερα, η Ασπασία προσπαθεί να τα μεταφέρει στο αύριο, με την ελπίδα πως μέσα και από τα δικά της τραγούδια, θα αλλάξει το Εγώ σε Εμείς.

Για όσους δε γνωρίζουν το έργο της επέλεξα ένα δυο αποσπάσματα, τα οποία δείχνουν μέρος του χαρακτήρα και του ποιητικού της πάθος καθώς και την αγάπη,- έντονο χαρακτηριστικό της- την οποία θα τη βρούμε στους στίχους της παντού και διάχυτη. Σε ένα από τα ποιήματά της: «Έφυγε ο χειμώνας» γράφει: «’νοιξή μου όμορφη στα χίλια χρώματά σου / παράδεισος είναι η γη μ' αυτή την ομορφιά σου.»

Σε κάποιο άλλο «Αηδόνι μου γλυκόλαλο» ποιώντας το αηδόνι γράφει: «Αηδόνι μου γλυκό θέλω κι εγώ να 'ρθω / στο δάσος να σ' ακούσω / δίπλα με τ' άλλα τα πουλιά εσένα να θαυμάσω / αηδόνι μου σαν φτάσω...»

Σε οικογενειακή ενότητα λεπτά και μεστά δίνει τις διαστάσεις της μητέρας, όπως στο: «Μάνα». «Κι έμεινα να καρτερώ / Το βλέμμα το θλιμμένο / και το γλυκό σου γέλιο Αχ! μάνα μου, φως, της ζωής αγαπημένο...». Και στο: «Σε πεθύμησα» στο ίδιο μέτρο γράφει: «Η ορφάνια είναι δύσκολη Και γιατρειά δεν έχει / Μάνα στον κόσμο δεν μπορεί / κανείς να ξαναέχει...»

Αν και δεν είμαι ειδικός να κρίνω το έργο της αγαπητής φίλης, Ασπασίας Παπακωνσταντίνου, ωστόσο με ενδιαφέρον μελέτησα τα πρωτόλεια ποιήματά της, της πρώτης συλλογή της, και επίσης με ενδιαφέρον παρακολουθώ την εξέλιξή της και τέλος, αφού συγχαρώ την αξιέπαινη προσφορά της στο απέραντο λιβάδι της ποίησης, είμαι βέβαιος πως στην επόμενη ποιητική της συλλογή θα δώσει ό,τι καλλίτερο από τα κελαηδήματά της.

Γερμανία, Φλεβάρης του 2005
Φασούλας Βάιος


ΤΙ ΘΕΛΩ

Τι θέλω στον κόσμο τούτον δω;
Τι θέλω σ' αυτή την πλάση;
Mόνο φτερά για να πετώ
πάνω από βουνά και δάση.

Ποθώ να βλέπω πιο κοντά
το ψήλωμα του ήλιου,
που ταξιδεύει απ' το πρωί
στα βαλτοχώρια πέρα.

Με τα φτερά μου να πετώ,
το 'λιοβασίλεμα να ζω,
με το φεγγάρι να μιλάω,
τα χρυσαστέρια να μετράω.


ΦΕΥΓΑΤΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

Μόνο εικόνες φευγαλέες
η μνήμη τώρα μαρτυρά,
και η ενάργεια του νού μου
στα πιο πρίν γυρνά.

Θυμάμαι το παλιό μας σπίτι,
που είχε κήπο στην αυλή,
στο φεγγίτι ερχόταν το σπουργίτι
λες είχε κάτι να μου πει.
Τριαντάφυλλα ήσαν φυτεμένα
κι αγριαγκάθια στη γωνιά,
μια μουριά τρανή στην άκρη
και τρελή κληματαριά.

Δές οι παιδικές μου αναμνήσεις
κρυμμένες μες στο σπιτικό,
ζωγραφιές ξεθωριασμένες
του έξω κόσμου μυστικό.

Και τώρα ένα κούφιο βήμα
ξένο μέσα μου αντηχεί,
σαν σβηστό απ� τα χρόνια εκείνα
του σπιτιού που'χει χαθεί.





Ο ΠΟΘΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Στη γης ετούτη και ζήση
ο πόθος του ποιητή γυρνά,
όταν ο ήλιος λέει να ροδίσει
τότε το πνεύμα ακολουθά.

Κι' είν' η ώρα άγια εκείνη
τ� όραμα θείο ν� αρχινά,
μες την ψυχή αχνοφωτίζει
καντήλι που λαμποκοπά.

Το ουράνιο αηδόνι τιτιβίζει
ένα κελαϊδισμό παθητικό,
μες την ψυχή του όπου αρχίζέι
και κάνει το όνειρο μελωδικό.
Η έμπνευσή σου να και λήγει
σε λίγα μαγικά λεπτά,
μα φθάνει όμως για να ζήσει
η πυρκαγιά της στην καρδιά.





ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΗς ΣΙΩΠΗΣ

Θυμάμαι το δωμάτιο της σιωπής
που ήταν του πατέρα,
στο ταρατσάκι πάνω το μικρό
που ανέβαινε την κάθε μέρα.

Όλες οι σκέψεις του μέσα εκεί
με τα κιτρινισμένα του βιβλία,
που είχαν φθαρεί με τον καιρό
ένα τραπέζι, μια καρέκλα στη γωνία.

Καθότανε εκεί καθημερνά
με χαρτί και πέννα μες το χέρι,
του φερναν αυτά πολύ χαρά
ο νους του πέταγε σαν περιστέρι.

Ώρες ατέλειωτες στη σιωπή
το πνεύμα του γυρνούσε,
ξύπναγε πριν ο ήλιος βγει
και μέσα του μονολογούσε.

Ένα κασετόφωνο παλιό
με μια κασέτα κάθε μέρα,
του θύμιζε το μακρινό χωριό
ακούγοντας τον πετεινό
και του βοσκού φλογέρα.

Αυτή ήταν όλη του η ζωή
δυο κάδρα κρεμασμένα πα΄ στον τοίχο,
του έφερναν όλα τόση χαρά
σαν έγραφε και άκουγε τον κάθε ήχο.

Ο ήλιος μπαίνει απ' το πρωί
το παραθύρι του φωτίζει,
λάμπει η γλυκιά του η μορφή
κειμήλιο η γωνιά του μου θυμίζει.





ΣΤΗΝ ΚΡΟΥΣΤΑΛΛΕΝΙΑ ΒΡΥΣΗ

Στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση
πήγα και εγώ να πιω νερό,
και η θύμηση τα χρόνια που 'χαν σβήσει
μ΄έφερε πίσω στο μικρό κείνο χωριό.

Πήρα τη στάμνα να γεμίσω,
σαν τότε που 'μουνα μικρό παιδί,
από την κρουσταλλένια βρύση
και να καθίσω δίπλα στην πηγή.

Και ήσαν όλα τόσο ωραία,
όπως πριν σαν τα παλιά,
και είχε ανθίσει μια ορχιδέα
στης καρδιάς μου μέσα τη γωνιά.

Στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση
πήγα και εγώ να πιω νερό,
και η θύμηση τα χρόνια που �χαν σβήσει,
μ΄έφερε πίσω στο μικρό κείνο χωριό.






ΦΩΤΟΔΟΤΑ ΗΛΙΕ

Ω! φωτοδότη ήλιε μου,
την πύρινη ζήλεψα
ανταύγεια σου της χαραυγής,
και ένα πρωί περπάτησα
στο μονοπάτι μιας βουνοκορφής.

Και από εκεί ατένισα
του χωριού μου τα άγρια δάση,
τον κάμπο κάτω κοίταξα
και νόμισα ότι ήμουνα
σε άλλου κόσμου πλάση.

Η πλανεύτρα ανταύγεια σου
με πήρε μακριά,
νόμισα πως πέταξα
πέρα από την στεριά.

Τον κόσμο της ψυχής αντίκρισα
στο βλέμμα αυτό της φαντασιάς,
πίστευα πως έκοβα
φύλλα μικρής βελανιδιάς.

Και στοκαθάριο πνεύμα μου,
στ' αδράχτια της ψυχής,
στο ψήλωμα του ήλιου γροίκησα
ψαλμούς ουράνιας προσευχής.






Η ΦΑΤΝΗ ΣΟΥ ΕΣΚΟΡΠΙΣΕ

Χριστέ μου εσύ γεννήθηκες
μια νύχτα του χειμώνα,
το στάβλο μέσα άγιασες
στο βράχο άνθισε ανεμώνα.

Και την καρδιά μου πότισες
στο πνεύμα της ειρήνης,
τους στεναγμούς έδιωξες μακριά
την πίκρα κάθε οδύνης.

Και γέμισαν οι ουρανοί
από λευκούς Αγγέλους
που έψαλαν Ωσαννά
στη λάμψη του δικούς Σου φέγγους.

Γίναν χειμώνες όμορφοι
τα καλοκαίρια ανθίσαν,
πουλιά ψαλμούς εδέσανε
και όλοι Σε προσκυνήσαν!

Η φάτνη σου ανέτειλε
το αιώνιο φως στη γή,
και τα σκοτάδια απέδιωξε
σωτήρια μια χαραυγή.






ΑΝΑΣΤΗΜΕΝΕ ΜΟΥ ΙΗΣΟΥ

Αναστημένε μου Ιησού
φωτοδότη ήλιε της καρδιάς μου,
μες στην εβδομάδα των παθών
γεμίζεις τα όνειρά μου.

Τίποτε δεν μπορώ να σκεφθώ
μόνο εσένα που πονάς,
και τ' ακάνθινο στεφάνι
στο κεφάλι που φοράς.

Το μαρτύριο του πόνου
και το αίμα που κυλά,
απ' τις φλέβες σου ματώνουν
και μου σχίζουν την καρδιά.

Και όμως όλα τα μαρτύρια
τα περνάς με υπομονή,
και κηρύττεις την αγάπη
και τη θεϊκή στοργή.

Κάποια μέρα θε να 'ρθούμε
σε ουράνια γαληνά,
αλλά τότε θα κριθούμε
αν θα σ' έχουμε κοντά.

Σε ευχαριστώ, Χριστέ μου!
κι ένα ποίημα θα σου πω,
που γλυκά θα ζωγραφίσω
πως αλήθεια σ' αγαπώ!






ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ

Στο δάσος εκείνη την Κυριακή
δεν κελαιδούσαν τα πουλιά.
Σιωπηλή ήταν μια μέρα,
τα δένδρα στόλιζαν τη γη.

Του ήλιου η πλανεμένη αχτίδα,
έλεγε κάποια στιγμή να φύγει.
Και, η ματιά χωρίς καμιάν ελπίδα
σε γκρίζο σύννεφο είδε να σμίγει.

Στο δάσος εκείνη την Κυριακή
σ' εκείνο το μικρό το μονοπάτι,
δεν άκουγες καμιά φωνή
και μήτε βήμα από διαβάτη.

Στο δάσος εκείνη την Κυριακή
ήταν η φύση ταπεινή,
ανάλαφρη ευλογία του Θεού
στιγμή ενός κόσμου αλλοτινού!






ΕΧΘΕΣ ΠΟΥ ΣΕ ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑ

Η ζωή ήταν τόσο όμορφη,
Μητέρα όταν ζούσες,
ζεστή ήταν η αγκάλη σου
τριαντάφυλλα ολόγυρα σκορπούσες.

Μύρο από σμύρνα μοσχοβολούσες,
καντήλι άναβα στην Παναγιά,
με έγνοια όπως με κοιτούσες.

Με ένα φιλί και μία λέξη
ήσουν πάντα κοντά μου
και πριν ο ήλιος φέξη.

Μα αηδόνια δεν κελάδησαν,
σαν έφυγες μακριά,
και ζείς με ουράνια λούλουδα,
σ� απανεμιάς λιμάνι στη μοναξιά.

Και εχθές που σε ονειρεύτηκα
έζησα στη δική σου τη γαλήνη,
και μες τη γλάστρα, όπως παλιά,
λευκοί ανθίσαν κρίνοι.






ΣΤΗΝ ΞΕΝΙΤΙΑ
Από τη συλλογή Ηλιε της Καρδιάς μου
Στην ξενιτιά αν βρεθείς
δεν θα' βρεις μαργαρίτες
μήτε τον ήλιο να γελά
μόνο κάκτους μηδέ σπουργίτες.

Δεν θα' βρεις Μάνα
να σε σφιχταγκαλιάσει,
ούτε αδερφό να σου μιλεί,
η νύχτα σα θα φθάσει.

Θα' σαι μονάχος κι ορφανός,
χωρίς τις χάρες της πατρίδας,
δεν θα' χει αστέρια ο ουρανός
μήτε το φως μιας ηλιαχτίδας.






ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΠΕΡΑΣΑΜΕ

Τα χρόνια που περάσαμε μαζί
θα τα θυμάμαι πάντα,
και η ανάμνηση μες την καρδια θα ζεί
σα μια ολάνθιστη λεβάντα.

Τα χρόνια που περάσαμε μαζί
ήταν της νιότης μας τα πρώτα,
το πόσο τα πεθύμησα
έλα και την καρδιά μου ρώτα.

Τα χρόνια που περάσαμε μαζί
βαθιά θα μείνουν ριζωμένα,
αλλά με πίκρα στην καρδιά
γιατί όλα πήγανε χαμένα.

Τα χρόνια που περάσαμε μαζί
ήταν τα τριαντάφυλλα που μαραθήκαν,
δεν ξανανθίσανε ποτέ
και σε βροχές και ανέμους σκορπιστήκαν.

Και τα πουλιά δεν μου κελάιδισαν ξανά
κι αυτά βουβά στα δένδρα μείναν,
και στα ηλιοβασιλέματα με εμέ
τις ματωμένες δύσεις είδαν.






ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ
(Τιμητική συμμετοχή στους Δελφικούς Ποιητικούς Αγώνες της Πανελλήνιας Ενωσης Λογοτεχνών του 2004)

Πατρίδα μου, είσαι η μόνη
του γαλάζιου ουρανού,
όσα χρόνια σαν ήμουν μακριά σου
παρηγοριά είχα εσένα στο νού.

Πλατάνια δεν είχαν τα δάση
μήτε πουλιά να κελαιδούν, όπως εσύ,
και ήμουν ξένη μέσα στους ξένους,
παρηγοριά μου εσύ χρυσή.

Από χρόνια ποθούσα
σ' ένα καλύβι να μένω φτωχό,
και ένα δρομάκι σε σένα
να μπαίνω στενό.

Και ήρθε ο καιρός το χρυσό φεγγάρι
ολιόγομο είδα στον δικό σου ουρανό, και τον ήλιο διαμάντι να λάμπει
στης μέρας το κάθε πρωινό.

Ξάφνου άνθισαν όλα μπροστά μου
που σε είδα πατρίδα ξανά
σαν άνοιξη να λάμπεις σιμά μου,
κι αν άνθη φοράς ταπεινά.






ΦΕΥΓΑΤΑ ΔΕΙΛΙΝΑ
["Ποίημα της Ημέρας" στην Αμερική]
Στο χωριό πάνω 'κει πέρα
δίπλα στη ράχη του βουνού,
ακούς βοσκού γλυκιά φλογέρα
σε όμορφη ώρα δειλινού.

Τα σύννεφα αλλάζουν χρώμα,
ρόδινο βάφουνε τον ουρανό,
κι εγώ σαν το πουλάκι ακόμα
με τα φτερά πετώ και τραγουδώ.

Κι έτσι αναρίθμητες οι μέρες
χάνονται ως να 'χουνε φτερά,
μα το χωριό μένει το ίδιο
μόνο φευγάτα είν' τα δειλινά.






ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΙ ΤΟΥ ΜΥΑΛΟΥ

Της δύσης κόκκινο ήτανε το χρώμα
σαν τότε πού �μουνα παιδί,
ακόμα θυμάμαι εκείνη την εικόνα
γεμάτο λούλουδα εκείνο το στρατί.

Σαν όνειρο ήταν τότε
εκείνη μου η ζωή,
και τώρα κάθομαι και γράφω
σκυμένη στο χλωμό χαρτί.

Διαμάντια οι αναμνήσεις
σαν σύννεφα π' αργοκυλούν,
τα πέλαγα τα χρυσωμένα
για όνειρα περαστικά μιλούν.

Ημουν στη γειτονιά εκείνη
με ανθισμένες τις αυλές,
τώρα με χαρακώνει η δύνη
για κείνες τις παλιές στιγμές.

Σαν φαντάσματα στριφογυρίζουν
του παλιού καιρού όλα εκείνα,
και την καρδιά μου αγγίζουν
της γλάστρας που άνθιζαν τα κρίνα.

Αγριος βοριάς τώρα με δέρνει
μπρός στο παραθύρι, στο μυαλό,
πίσω πρόσωπα μου φέρνει
που άλλο δεν ζούν στο κόσμο αυτό.






ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΕ ΠΟΙΗΤΗ

Ω! ξενιτεμένε ποιητή,
με την πίκρα σου στα χείλη
μακριά σε άλλη γή,
μενεξεδένιο τ' ουρανού το δείλι;

Πλάθεις όνειρα και κάλλη
για τα αγαπημένα σου βουνά,
στου μυαλού σου την αγκάλη
που τα σβήνει η ξενιτιά;

Θέλεις να ακούσεις το αηδόνι,
στο χωριό, τον κούκο τον αλήτη,
να ιδείς το καταπράσινο βουνό,
στης πατρίδας σου να πας το σπίτι;

Την άνοιξη να έβλεπες
το βασιλικό και τα ζουμπούλια,
πoυ ανθίσουνε το δειλινό
τ΄ουρανού χρυσή την Πούλια;

Mα όλα αυτά τα πήρες βερεσέ
και ξενητεύθηκες σ' άλλον μπαξέ;
Αχ! τώρα κλαις, πικρά πονάς,
μα στην πατρίδα δεν γυρνάς…







mailto:kostas@douridasliterature.com
mailto:kostas@douridasliterature.com
The LAND of GODS Since October 1996 Oakville/Τοροντο Canada
   Click here to Make Land of Gods
your star1t Page
 
  
σήμερα: