«Η επιμονή μας / παρ' όλες τις ελλείψεις / η υπομονή μας / παρ' όλες τις αντίξοες συνθήκες / μαρτυρούσαν την αγάπη μας για τη γη / Όμως / η άνιση συναλλαγή / του πάρε δώσε μαζί της / έκανε την προσπάθειά μας μάταιη / για χρόνια / έως ότου γυρέψαμε / άλλους ουρανούς» (ΑΚΑΡΠΕΣ ΦΩΛΙΕΣ Σ. Δ.)
Σαν εισαγωγή θα έλεγα πως δεν θα 'ναι υπερβολή αν χαρακτηρίσει κανείς το χώρο της Ομογένειας σαν έναν γιγάντιο και αγέραστο «φούρνο». Μάλιστα! Έναν ακούραστο και αστείρευτο πνευματικό «φούρνο» που κατευθύνεται προς κάθε κατεύθυνση και προς τον καθέναν προσφέροντας «καρβέλια», φτιαγμένα με των μουσών μαγιά, επιδέξια και επίπονα σμιλεμένα με λέξεις πλούσιες και σπάνιες, που δεν ακούμε κάθε μέρα ή που μας είναι ακόμα και άγνωστες. Λέξεις που δίνουν το πνευματικό τους κάλλος, ακόμα και μελωδίες, που μέσα απ' τις σχισμές των «καρβελιών» ακούγονται σαν κουδουνίσματα γιδοπροβάτων που χαρούμενα τρέχουν για βοσκή. «Φούρνος», λοιπόν, η Ομογένεια που προσφέρει όλα τα «υλικά» και μάστορας ο φούρναρης που συντελεί επιτυχώς στο πλάσιμο των «καρβελιών» για να προσφέρουν, μαζί με την πνευματική τους γεύση, τη γοητεία και την ομορφιά, και το καταλάγιασμα τής άλλοτε ανήσυχης και κουρασμένης και άλλοτε ασυμβίβαστης και ανυπότακτης ψυχής.
Ένας ακούραστος και φλογερός «φούρναρης», λοιπόν, και ο Σπύρος Δαρσινός, που έντεχνα και αθόρυβα μεταβάλλεται σε «Δούρειο Ίππο» και σαν σύγχρονος και πολυπράγμων Οδυσσέας μεταφέρει τα πυρά του ασυμβίβαστου λόγου του στα μεγάλα αλώνια του κόσμου μας. Κι εκεί σαν «εισβολέας» εισβάλει στα ναρκωμένα απ' την ύλη ανθρώπινα πνεύματα και ταρακουνά τα κολλημένα και αλλοιωμένα απ' τη σήψη νερά προσπαθώντας να αλλάξει τον ρου των πραμάτων• τον ρου το κακών κειμένων.
'Aλλοτε σαν ταξιδιώτης κυνηγώντας το «μεγάλο» όνειρο στα πέρα και στα δώθε, άλλοτε σαν τροβαδούρος, έχοντας παραμάσκαλα τις «'Aρπες» του υμνεί την αγάπη, τη φύση και τον Ήλιο. Πότε σαν ρομαντικός και ονειροπόλος στα παλιά και τωρινά και πότε αρματωμένος με τα ξίφη του λόγου, να τον μεταφέρει «πικρό», «σκληρό», ασυμβίβαστο και «επιθετικό», να προειδοποιεί και να δικάζει, προσκαλώντας σε εγερτήριο θεούς και ανθρώπους να κοιτάξουν το μέλλον. Ένα μέλλον που μέσα από τους στίχους του διαγράφεται αμφίβολο, δυσοίωνο, εξωπραγματικό.
'Και όπως καταγράφει με λίγους στίχους στην πρώτη του ποιητική συλλογή, στο πρώτο του ποίημα, «ΑΚΑΡΠΕΣ ΦΩΛΙΕΣ», ο ποιητής αφήνει τη διορατικότητά του να οραματιστεί «άλλους ουρανούς» αφήνοντας τη δεδομένη πλέον και κατασυλημένη αγάπη για τη γη, να σφυρηλατείται στους άκμονες των αντίξοων συνθηκών, των ανάρμοστων συναλλαγών και στην ανθρώπινη δίνη. Η πρόταση-δύναμη για μια κοινωνική-φυσική «ανατροπή», κατά την άποψη του ποιητή και βάση δεδομένων, καθίσταται πλέον αδύναμη και «άκαρπη» εξού και η επιβολή του λόγου, που επέλεξε «άλλους ουρανούς», δίνοντας αλληγορικά μια άλλη προπαρασκευαστική «μηχανή», ικανή να φτιάξει έναν άλλο, ανθρώπινο κόσμο.
Πολλές οι παραστάσεις που μέσα από τα αχανή «καμίνια» της ζωής μάς δίνει με τις «Πέτρινες 'Aρπες» του ο ποιητής, που όμως κουδουνίζουν μελωδικούς λυρικούς ψαλμούς, επικεντρώνονται στον Πλανήτη Γη και στην έντονη και καταστροφική παρουσία διαφόρων μιασμάτων, όπως παραστατικά δίνει εικόνες μέσα από το: «Η ΜΟΙΡΑΙΑ ΕΛΠΙΔΑ»... «τραγοπόδαροι νάνοι με ματωμένες πατούσες / στη γη σουλατσάρουν χαχανίζουν κι ελπίζουν...», όπως άλλωστε αυτές, πληγές και «νάνοι», παρουσιάζονται πολυποίκιλα, ανάρμοστα και ατέρμονα στον κόσμο μας.
Δύσκολο να επιλέξει κανείς κάποιο ποίημα από τις ποιητικές συλλογές του Σ. Δ. Δύσκολο με την έννοια της αδικίας αν παραμελήσεις κάποιο από τα πολλά ποιήματα των δυο (2) συλλογών του, κάτι που ο ποιητής φρόντισε να μην προκύπτει. Όμως πιο να πάρεις και πιο να αφήσεις; Δύσκολη επίσης είναι η ερμηνεία που θα δώσεις αφού η ψυχή του ποιητή εξωτερικεύεται πλησιάζοντάς μας με ποικίλα πρόσωπα: Πότε γελαστή και πράα, πότε χαρούμενη και λυπημένη, άλλοτε τρυφερή σαν λουλούδι και απαλή σαν αύρα, κάποτε ερωτευμένη και τραυματισμένη, άλλοτε δείχνει σαν τα ουράνια τόξα, που μετά την καταιγίδα αφήνουν μια φωτεινή ανταύγεια χρωμάτων μέχρι που να επικρατήσει η ειρήνη! Εκεί θα δούμε και τον ποιητή «άγρυπνο», ανήσυχο και έτοιμο, εκεί που καταλάγιασαν και όλες οι άγριες φωνές των κτηνών που δημιούργησαν την καταιγίδα, εκεί λοιπόν βρίσκεται ο ποιητής, έτοιμος να εμποδίσει τη συνέχιση των ονάγρων να φτιάξουν πίσσα και σκότος μέχρι την απόλυτη και παντοτινή επικράτηση του χάους. Εκεί και ο Σπύρος Δαρσινός έρχεται να ανατρέψει και να διαλύσει ό,τι δυσκολεύει την ανθρώπινη ανάπνα και εκθέτει σε αμφισβήτηση και κίνδυνο την τροχιά της γης μας.
Το καθένα από τα ποιήματά του δίνει τη δική του ξέχωρη διάσταση, ομορφιά και γοητεία. Το καθένα αναδεικνύει το τωρινό και το περασμένο, πάλλεται με το ανθρώπινο και φυσικό περιβάλλον και με τα «καλοψημένα καρβέλια» του, αλλοιώνει την αιθαλομίχλη της σκούρας πραγματικότητας μετατρέποντάς την σε ελπίδα. Ελπίδα που βγαίνει μέσα από ένα σύμπλεγμα απαισιόδοξων καταγραφών - όπως συχνά φαίνεται μέσα από τους στίχους του- την οποία, απαισιοδοξία, έντεχνα τη μεταβάλει σε αισιοδοξία για συνέχεια καταπολέμησης του τόσου κακού και άσχημου «ως τώρα», σε καλό, όμορφο και αρμονικό αύριο.
Στις πότε εδώ και πότε εκεί διακυμάνσεις, που σαν κύματα εκρήγνυνται προς κάθε κατεύθυνση διαλύοντας βράχους και σύννεφα, οι στίχοι του πάντα δείχνουν έναν δρόμο, μια διέξοδο. Η επιλογή και η επιστράτευση φυσικών συμβόλων, μεταφορών και αλληγοριών, είναι χαρακτηριστικά που δεν πρέπει να περάσουν απαρατήρητα από τον αναγνώστη. Ο ποιητής «απαιτεί» από τον αναγνώστη, σε αυτό που του προσφέρει, να το αγκαλιάσει όπως ο αγαπητικός την αγαπητικιά για να μπορέσει να βρει και να γευτεί την απόλαυση της τέχνης ακόμα κι αν αυτό είναι ένα «ποτάμι»! Ένα «ποτάμι» παράδειγμα, που μπορεί να «παρασύρει» κι αυτόν που θέλοντας να το πλησιάσει για να αφουγκραστεί τα βουητά του και που, το ίδιο «ποτάμι», να εκπροσωπεί αυτό που δε φαίνεται.
Εκεί θα φανεί μια φυσική δύναμη αδιανόητων διαστάσεων όταν αυτό απελευθερωθεί και λειτουργήσει «φυσιολογικά» παρασύροντας τη συγκροτημένη αιώνων «βρωμιά» που του φράζει το δρόμο. Κι εδώ, όπως και αλλού, στο ποίημά του: «ΟΙ ΤΩΡΙΝΟΙ ΖΑΛΟΓΓΟΙ» ο ποιητής φωνάζει, προστάζει, εκλιπαρεί ζητώντας από το «ποτάμι» να πάρει την πραγματική του όψη:
«Ω ποτάμι / πονώ όταν βλέπω την ορμή σου να πετρώνει / μέσα σε κυκλώματα βουβά / σε υπογραφές παλιάτσων / μέσα σε χρυσοκέντητα κούτια / που υπαγορεύουν τη δόση του χαμού σου / Όπου να 'ναι η φωτιά των Ζαλόγγων / τα καλούπια θα λιώσουν / τα ποτάμια σε γάργαρη κοίτη θα ενώσουν / διαμπερές τη γης θε να σχίσει / κι ο άνθρωποι από τις καθαρές όχθες / τις στάχτες από των Ζαλόγγων τις φλόγες / θα πλένουν».
Η «φυγή»-μετανάστευση αποτέλεσε μια «διέξοδο» και για τον ποιητή προς άλλες χώρες, προς άλλους λαούς και πολιτισμούς που ναι μεν ανθούσαν, παράλληλα όμως λειτουργώντας σαν προπαρασκευαστικές από κάθε άποψη υλικές «μηχανές» εκκολάπτανε τον πνευματικό εξοστρακισμό και όχι μόνο τον ελληνικό. Γι αυτό στον ποιητικό λόγο του ποιητή θα βρούμε επεξεργασμένο πολιτικοκοινωνικό λόγο κι αυτό είναι το μέγα ατού του ποιητή που ούτε συντρίβεται ούτε χάνεται στη διαχρονικότητα. Πύρινη, ωμή όσο και ρεαλιστική η καταγραφή του συγγραφέα των δυο ποιητικών συλλογών: «ΠΕΤΡΙΝΕΣ ΑΡΠΕΣ» δε θα μπορούσε να μη σταθεί στο μετανάστη και στη μοίρα του, όταν ο ίδιος εδώ και πολλές δεκαετίες, παιδί ακόμα, «εγκατέλειπε» την πατρίδα του και τη γενέτειρά του, το Λεόντιο (Λιόντι) Κορινθίας, αναζητώντας άλλους «ουρανούς», άλλη πνοή, όπως γράφει στο ομώνυμο ποίημά του «ΠΝΟΗ». Στον νέο υλικό κόσμο της ευημερίας και της προόδου που βρέθηκε ο Σπύρος Δαρσινός δεν έμεινε αδιάφορος ή ξένος από τα καθημερινά προβλήματα των συμπατριωτών και συμπολιτών του και γενικότερα της διεθνούς κοινωνίας. Δε θα μπορούσε παρά να αδράξει τα «χειρουργικά νυστέρια» του, να μη συμβιβαστεί ή να παραιτηθεί απ' την κάστα των πνευματικών θησαυρών, των ιδανικών και ανθρωπίνων αξιώσεων που κληρονόμησε. «Συγκρουόμενος» πολλές φορές όχι μόνο με τα συνεχώς αναπτυσσόμενα αρνητικά δρώμενα, τα οποία διαμόρφωναν και διαμορφώνουν τους Πολίτες σε «μάζα»-«όχλο» και γίνονται κτήμα ή «πράγμα» της καθεστηκυίας τάξης, αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό του, τον οποίο ξεπέρασε.
Η αγωνία και ο φόβος έναντι της παράφορης πνευματικής δήωσης αποτέλεσαν τα κύρια χαρακτηριστικά και δυναμικά εφόδια να εναντιωθεί και να αντισταθεί και με τα δικά του «σπαθιά» να σκίζει τις κουρτίνες των τερατόμορφων συστημάτων που εσαεί υποβαθμίζουν την ανθρώπινη νοημοσύνη. Μέσα σ' αυτό το αφύσικο σύμπλεγμα της ύλης ζει και ο μετανάστης, ο οποίος «προβιβάστηκε» σε «Πολίτης του Κόσμου». Ένας «ηλεκτρονικός» Πολίτης που να μην έχει ιστορία, ρίζες, ιδανικά και αξίες, ένας Πολίτης με κομμένους τους διαύλους επικοινωνίας με το Αθάνατο Ελληνικό Πνεύμα... Ξεφυλλίζοντας το «ΠΕΤΡΙΝΕΣ ΑΡΠΕΣ» διαβάζοντας το: «Η ΠΝΟΗ» βλέπουμε μια σκηνή-αντιπαράθεση των μεταναστών που συνθέτουν το τοπίο, που μόλις προανέφερα. Παραθέτω δυο μικρά αποσπάσματα του ποιητή:
«Σε βρήκα / στην άμμο της άγονης κοιλάδας / κι ήσουν κακτάκι θρήνος φυντάνι κραυγή / κι αναρωτήθηκα / με τι νόμισμα πληρώνεις / την ύπαρξή σου / πάνω σε μια στείρα γη; / με μια ρυτίδα; με ένα δάκρυ; / με μια συμφωνία μυστική; / ή σου παίρνουν λίγο-λίγο την ψυχή;» ... «χωρίς να θέλω / το δάκρυ σου το είδα / και σε παρέσυρα στην όχθη της φθοράς / να μετράς τα φύλλα τα χλωμά / σου είπα / παίξε κι απ' την σοφία του / κόσμου κρατήσου“. «Κάποια χρυσαφένια δειλινά / τα δάκρυα μια μάνας / κάποια ποιήματα τρελά μείναν μετέωρα / γι' άλλων εποχών ταξίδια...».
Επιστέφοντας για λίγο στο: «Η ΜΟΙΡΑΙΑ ΕΛΠΙΔΑ» θα δούμε τον ποιητή να καταθέτει στην αναφορά του, τους «φόβους» του για το επερχόμενο «χτύπημα» του Πλανήτη και να προσδοκά από την ελπίδα να το αποτρέψει:
«Οι ασίγαστες ώρες οι μέρες οι πλάνες / αστάθμητες τάσεις σπαθιά σταυρωμένα / κρατώ και κρατάς το νήμα της ύπαρξης / ζωσμένο στις φασκιές μιας μοίρας που ξέρει / σπαρταράω τρυγάω γελώ μ' απορία / τιτιβίζω σε γλώσσες παίζω τραγούδια / αρμέγω βλαστούς που την άβυσσο σκάβουν / φανάρι κρατάω στη μοιραία πορεία...»
«Σ' αγάπησα / στα μέτρα μου ήσουν / σε μυριόνυχτες ώρες σ' έπλασα μόνος / με υλικό κι από των αρχαίων τα μύθη / μα έμεινα μόνος / στα άπειρα πλήθη / να γκρεμίζω το νόημα / των στημένων εικόνων / Χτυπώ τα κύμβαλα μα το δάσος κοιμάται / το νανουρίζει το αύριο με τους / μοντέρνους εχθρούς του / πάνω σε έλκηθρα κεραυνοί το τραβάνε / φουσκωμένοι από θάνατο στο χαμό το οδεύουν / και στα μουντά τα σεντόνια τους / ζωντανό το κηδεύουν...»
Θα μπορούσε να γραφεί κι ένα βιβλίο για ένα στίχο ή μια στροφή, αλλά ας κλείσει ο ίδιος ο ποιητής τούτη την αναφορά-ανάλυση, που όσο ταπεινά μπορούσα την έγραψα. Στο δυσοίωνο εκκρεμές κι ανάμεσα στην απαισιοδοξία και αισιοδοξία προσπαθώντας όχι να διαγράψει ή να παραβλέψει τα όσα γράφει, αλλά κλείνοντας τις κουρτίνες του παγκόσμιου θεάτρου αφήνει την ελπίδα να αποφασίσει. Στο «ΤΙ ΩΦΕΛΕΙ» το κλείνει:
«Μα πώς μπορώ να μην θυμάμαι τα παλιά; / Αφού μέσα τους η ζωή μου είναι βαλμένη / όμως θα στριμώξω στης ψυχής μου τη γωνιά / ό,τι η θύμηση πόνο μαζί της φέρνει».
(Ο Σπύρος Δαρσινός είναι μέλος του Δ.Σ. της ΕΕΛΣΠΗ και τομεάρχης Αμερικής Sdarsinos@aol.com )
Ε .Ε. Γερμανία 01 Μαΐου 2005
www.fasoulas.de /
Vaios@fasoulas.de
