Since 1996
    
το ηλεκτρονικο μας περιοδικό "Έλα να δεις"

  • Mια Φωτογραφία και ένας τόπος

  • ποιήματα τ' αγαπημένα

  • Δημήτρης Καραλής

  • Ελληνική Πεζογραφία

  • ο στίχος της ημέρας

  • Ανθολογίες της ΕΕΛΣΠΗ

  • Λογοτέχνες και λογοτεχνήματα

  • Δ Ε Λ Τ Ι Α Τ Υ Π Ο Υ

  • Θωμάς Πετρολιάγκης

  • Ελένη Κατσουλάκη

  • Το περιοδικό "Εποχές" Μάιος 1963 Απρίλιος 1967

  • Τα απομνημονεύματα τού Δία

  • Χριστιάνα Αβραμίδου

  • Γιώτα Στρατή

  • Μαρία Θανοπούλου

  • Αικατερίνη Σιδέρη

  • Διονύσης Δουζένης

  • Κώστας Καλύβας

  • ΤΟ ΚΑΡΔΑΡΙΤΣΙ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ

  • 'Aσπα Παπακωνσταντίνου

  • Παναγιώτης Τρανούλης

  • 'Aντρια Γαριβάλδη

  • Σπύρος Δαρσινός

  • Τι είναι ποίηση

  • Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

  • Μ. Καραγάτσης

  • ΟΙ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΟΙ ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ

  • Δέκα μύθοι και μία Ιστορία Εισαγωγή

  • ΕΛΕΝΗ ΤΖΗΚΑ

  • Χριστίνα Τσαρδίκος

  • Αλκυόνη Παπαδάκη

  • ΝΙΚΟΣ ΣΠΑΝΙΑΣ

  • Μάρω Σιδέρη

  • 'Αιντε λοιπόν Έλληνα μου

  • Φωτογραφία και περιήγηση

  • Βασίλης Παπαθεοδώρου

  • «H Πόλις εάλω!»

  • Αυτοί είμαστε οι 'Ελληνες!!!

  • 'Aξιον εστί το τίμημα

  • Τα μάρμαρα του Παρθενώνα

  • ο Ξενοφών Ζολώτας

  • η Γλώσσα μου η Ελληνική

  • Γιώργος Μπαμπινιώτης: Ο «ποιητής της γλώσσας»

  • ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΚΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

  • Δρ Θωμάς Σαββίδης : Γλώσσα και πολιτισμός

  • Prof. Minas Savvas THE VANISHING OF CONSCIOUS HELLENISM

  • Χαιρετισμούς και Αφιερώματα

  • Ημέρα μνήμης Πολυτεχνείου

  • Ένας όρκος και μια Ιστορία

  • Κριτικές Αναλύσεις

  • Γαβριήλ Παναγιωσούλης

  • Γιάννης Ανδρεόπουλος

  • Λάκης Φουρουκλάς

  • 'Ατυπη Λέσχη

  • η Ανθολογία «ΞΕΝΙΤΕΙΑ»

  • Νίκος Παλαμήδης

  • Οδυσσέας Πλατύρραχος

  • Κική Δημουλά

  • Στέλιος Καζαντζίδης

  • Η Νάνσυ Μπίσκα

  • Διονύσης Κονταρίνης

  • Γκαμπριέλ Μάρκες

  • Λάρρυ Κουλ

  • Δημήτρης Ζαχαρόπoυλος

  • Ρούλα Ιωαννίδου - Σταύρου

  • Χρήστος Νιάρος

  • Στράτος Δουκάκης :

  • Βάϊος Φασούλας

  • Ελευθερία Μπέλμπα

  • Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη

  • Εθνική Αντίσταση και Λογοτεχνία

  • Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο

  • Κώστας Γεωργουσόπουλος

  • ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΜΟΥ

  • η ΜΑΝΗ

  • Όμορφη και παράξενη πατρίδα

  • Γνωρίστε το Oakville και τα πέριξ

  • Ο Νίκος Δημόπουλος

  • Γράμμα από το Γκύτερσλο

  • Τρισαγαπημένη ΑΡΚΑΔΙΑ

  • Δημήτρης Λιαντίνης

  • ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΙΔΡΥΜΑ

  • Hellenic American National Council

  • Ο Λόγος μέσα από τη Διασπορά

  • ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ : Φοβάμαι...

  • Αχ Ελλάδα..

  • Γιατί δεν πήρε ο Νίκος Καζαντζάκης το βραβείο


  • Επόμενη Ενότητα..
    Ακολουθείτε το τόξο για την επόμενη ενότητα


    ο ποιητής
    Προηγούμενη Ενότητα.. Γιώργος Δουατζής
    Προηγούμενη  σελίδα Κεντρική σελ. της Ενότητας Επόμενη  σελίδα
    Ηλεκτρονικό Περιοδικό
    Λογοτεχνίας και Πολιτισμού

    'Ελα να δεις...
    Περιεχόμενα :    ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ   Περί Δημοσιογραφίας ΠΡΟΛΟΓΟΣ   ΧΩΡΙΣ ΙΣΚΙΟ Ο ΜΑΝΟΣ ΣΤΗΝ ΟΛΓΑ Του χωρισμού Η Λ Ε Κ Τ Ρ Α   Σ Τ Α Υ Ρ Ο Σ   ΕΛΠΙΔΑ   Ο επιστολικός λόγος του Γιώργου Δουατζή Μικρά   ΤΟ ΚΟΥΜΠΙ    Όλα φωνάζουν... Σπονδές (ποιητική συλλογή)

    ο Γιώργος Δουατζής στο Google: τα Kείμενα Photos Videos

    ΠΡΟΛΟΓΟΣ
    του Κώστα Γεωργουσόπουλου

    Βιογραφικό

    Γιώργος Δουατζής

    Ο Γιώργος Δουατζής γεννήθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 1948. Σπούδασε οικονομία στην Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή της Θεσσαλονίκης και Κοινωνιολογία στο 8ο Πανεπιστήμιο στο Παρίσι. Δημοσιογράφος από το 1974 εργάστηκε σε εφημερίδες, περιοδικά, ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς, ως ρεπόρτερ, αρθρογράφος, πολιτικός αναλυτής, διευθυντής. Δίδαξε σε Σχολές Δημοσιογραφίας και ήταν εισηγητής σε συνέδρια για θέματα Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Γράφει συστηματικά από την εφηβεία του. Πρώτη του εμφάνιση το 1971 στην Ποιητική Ανθολογία της Νέας Ελληνικής Γενιάς των εκδόσεων 'Aγκυρα. Δεύτερη εμφάνιση, η παράσταση χοροδράματος, βασισμένη στο ποίημά του "Αντικρουόμενα σύμβολα και πορεία στο φως" τον Μάϊο 1973 σε μουσική Γ. Τσαγκάρη και χορογραφία Έλλης Παρασκευά.

    Ακολουθούν τα έργα
    1. Γραφτά - 1976
    2. Τοπική Αυτοδιοίκηση - 1986
    3. Τα Μικρά - 1996
    4. Απάνθισμα Τάσου Λειβαδίτη - 1997
    5. Προς Δέκα Επιστολή - 2001
    6. Προς Δέκα Επιστολή - Τα Ανεπίδοτα - 2003, 2004
    7. Σπονδές - 2004
    8. Τα Μικρά β' - 2004
    9. Τα κόκκινα παπούτσια - 2004
    10. Το Κουμπί - θεατρικό - 2004
    .

    Το βιβλίο «Προς δέκα επιστολή - Τα ανεπίδοτα», του Γιώργου Δουατζή και του Μιχάλη Αμάραντου είναι ένα πολύ σημαντικό έργο. Πολύ σημαντικό ως ενέργεια, πολύ τολμηρό για την ίδια του τη φύση.

    Από την εποχή που ασχολήθηκα για πρώτη φορά, μαθητής, με το αρχαίο δράμα, πάντα με εντυπωσίαζε ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούσε το εικαστικό στοιχείο και ο λόγος μέσα στο σύνθετο αυτό καλλιτεχνικό δημιούργημα, που είναι το θέατρο και ιδιαίτερα το αρχαίο δράμα. Και πάντα με εντυπωσίαζε το γεγονός, ότι ο λόγος ήταν παρακλητικός της παρουσίας των προσώπων, με μιά σειρά από δεικτικές αντωνυμίες.

    Ο χορός ή τα πρόσωπα, υποδέχονται στη σκηνή το προσωπείο, πάντα με ένα εικαστικό σχόλιο, όπως: «Να, η Ισμήνη έρχεται με δάκρυα, τα οποία κυλάνε από τη στέλη του προσώπου της». Η αφέλεια της εποχής, με οδήγησε στην πρώτη εκτίμηση, ότι πιθανόν ήταν αυτό που ονομάζουμε στο θεατρικό λεξιλόγιο εσωτερικές σκηνικές οδηγίες, μέσα στην ίδια την ποιητική διαδικασία. Ενας σημερινός θεατρικός συγγραφέας, θα έβαζε σε παρένθεση: «Μπαίνει η Ισμήνη δακρυσμένη». Μη έχοντας τέτοια ευχέρεια ο αρχαίος ποιητής, ενέτασσε - αυτή ήταν τότε η δική μου υπόθεση - τις σκηνικές οδηγίες μέσα στο ποιητικό γεγονός. Αυτό συμβαίνει και με τον Σαίξπηρ.

    Πίστευα λοιπόν, ότι ήταν απλώς έμμεσες οδηγίες προς τον σκευοποιό, σε αυτόν που θα έφτιαχνε το προσωπείο, το πώς θα έπρεπε να είναι το πρόσωπο που θα έμπαινε στη σκηνή, πως θα πρέπει να έχει κατασκευαστεί το προσωπείο βάσει της ποιητικής σύλληψης και του ήθους του προσώπου.


    Πέρασαν χρόνια, για να αντιληφθώ ότι αυτό ήταν μιά άλλου είδους διαδικασία και δεν ήταν τόσο μιά πρώτη φτηνή τεχνική της θεατρικής γραφής, αλλά μία - για να μιλήσω τη γλώσσα των βυζαντινών - αλληλοπεριχώρηση. Από τη μιά μεριά ο λόγος γεννούσε την εικόνα και η εικόνα έδινε υπόσταση στο λόγο. Το ένα βάθαινε το άλλο. Αυτό σημαίνει αλληλοπεριχώρηση. Μιά σχέση αμφιμονοσήμαντη, όπως θα έλεγαν οι μαθηματικοί.

    Αυτή είναι και η εντύπωση που μου δίνει αυτό το σύνθετο έργο, που με χαρά προλογίζω τώρα. Δεν είναι τίποτα πριν και μετά. Δεν με ενδιαφέρει αν προηγήθηκαν τα πορτραίτα του Αμάραντου και σχολιάστηκαν από τον Δουατζή ή αν εκείνος έκανε εικόνα το λόγο. Τώρα πιά είναι καταδικασμένα να συνυπάρχουν σε αυτό που, σε τελευταία ανάλυση, είναι η γνώση. Γιατί είναι γνώση.


    Θυμίζω, ότι η ερωτική πράξη στην Αγία Γραφή, είναι με το ρήμα γνωρίζειν. «Και εγνώρισε την γυναίκα αυτού». Συνταρακτική διατύπωση για την ερωτική πράξη, από αυτή τη βαθειά γνώση, που είναι ουσιαστικά η μείξη δύο σωμάτων.

    Αυτή εδώ η αλληλοπεριχώρηση, αυτή η σμίξη, επιτρέψτε μου τη λέξη, αυτή η συνουσία, διαπιστώνεται σε αυτήν εδώ την τολμηρή παράσταση. Γιατί είναι μία παράσταση αυτό το έργο. Από τη μιά πλευρά τα προσωπεία του Αμάραντου και από την άλλη, ένας χορός που τα υποδέχεται και που τους δανείζει προσωπικό μύθο.


    Οταν έβγαινε το προσωπείο στη σκηνή, δεν είχε μύθο. Δεν ήξεραν από που προέρχεται και τι πιστεύει. Επρεπε να έρθει ο χορός ή ο συνομιλητής, το άλλο πρόσωπο του έργου, για να το σημασιοδοτήσει, να του δώσει δραματική υπόσταση, να το τοποθετησει μέσα στην πράξη, να το κάνει πρόσωπο των δρωμένων. Να μην είναι ανεξάρτητο και μοναχικό, να πάρει λόγο για να είναι δια του λόγου υπαρκτό μέσα στο χώρο της μίμησης, της πράξεως.

    Τα πορτραίτα του Αμάραντου, γίνονται βαθύτερα με το λόγο του Δουατζή. Εχουν μύθο. Προσωπική περιπέτεια. Πάθη. Απορίες. Αδιέξοδα. Γίνονται δηλαδή δραματικά πρόσωπα. Και για να το κατορθώσει κανείς αυτό, πρέπει να μπει μέσα στην ουσία της επικοινωνίας με το προσωπείο.

    Οταν συνεργάστηκα πριν χρόνια με έναν μεγάλο καλλιτέχνη, χειριστή προσωπείων, συνεργάτη του Πήτερ Μπρούκ, τον Μπαλινέζο Τάπα Σουντάνα έζησα μία φοβερή εμπειρία. Δίδασκε ο Σουντάνα τη χρήση των προσωπείων, όπως παραδίδονται από τη μεγάλη μπαλινέζικη παράδοση του τελετουργικού θεάτρου. Εκανε μία διάκριση. Οτι είναι άλλο πράγμα η μάσκα, άλλο η περσόνα και άλλο το προσωπείο. Παραλλάζοντας την ηρακλείτεια φράση, ότι «η μάσκα κρύπτει, η περσόνα λέγει, αλλά το προσωπείο σημαίνει».


    Εβαζε τη μάσκα απέναντι από τον ηθοποιό και τον μυούσε σε μιά διαδικασία ερωτική, σε μιά σχέση σχεδόν σαρκική, όπου ο μαθητής, ο υποψήφιος να φορέσει, να φέρει το προσωπείο, έπρεπε να αφομοιώσει τη μάσκα, σχεδόν να την παρακαλέσει να τον δεχτεί. Προσπαθούσε να την βάλει μέσα του, να την κάνει δική του, ώστε να μπορεί να αξιωθεί κάποια στιγμή, να μιλήσει δια αυτής.

    Αυτή τη μυστική σχέση, διαπιστώνω σε αυτό το βιβλίο. Μια μυστική σχέση, που έχεις την εντύπωση ότι πραγματικά υπάρχουν αυτά τα προσωπεία. Εχουν ουσιαστικά λάβει λόγο.
    Εχουν αξιωθεί το λόγο του Δουατζή ή το αντίστροφο. Ο Δουατζής αφομοίωσε αυτά τα προσωπεία, τα έκανε δικά του και μίλησε μέσα από αυτά, από τα συμφραζόμενα της δομής τους.

    Και αυτό είναι μία υψηλή ποιητική υποκριτική. Μία ποιητική υποκριτική δια του λόγου. Μια μίμηση πράξεως, δια του λόγου πιά. Ένα θέατρο, θέατρο κανονικό, όπου διαδραματίζεται αυτός ο διάλογος. Αυτά τα προσωπεία ακούνε τον Δουατζή συμπαίκτη, συμπρωταγωνιστή στο δράμα τους και εμείς όλοι είμαστε το θέατρο. Θεώμεθα την πράξη, είναι απέναντί μας.

    Αξίζει καθένας να μελετήσει αυτό το βιβλίο. Για να διαπιστώσει μία πραγματικά σημαντική συνουσία. Τη γνώση. Το σμίγειν της ποιητικής γραφής, με την εικαστική μορφή. Τα πάθη. Την προσωπική περιπέτεια.
    Αθήνα 2002


    Από την Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα Ελεύθερη Ζώνη

    Γράφει ο Γιώργος Δουατζής
    Από το βιβλίο "Περί Δημοσιογραφίας" (εκδόσεις Πεδίο)
    του Γιώργου Δουατζή που κυκλοφόρησε αυτές τις ημέρες

    Η κρίση στην Ενημέρωση είναι πλέον ορατή και έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Την αποτυπώνουν τα στοιχεία της μείωσης των αναγνωστών, των ακροατών, των τηλεθεατών (εφημερίδες, ραδιόφωνο, τηλεόραση). Καταγράφεται με την εισβολή άλλων – νέων - μορφών «επικοινωνίας» και ενημέρωσης (διαδίκτυο, κινητή τηλεφωνία, ηλεκτρονικά βιβλία κ.ά.), κυρίως στα στρώματα των νέων επιστημόνων και της νεολαίας Παρά τη μετακίνηση των δεκτών της ενημέρωσης προς νέα τεχνολογικά μέσα, μειώνεται ο αριθμός αυτών που ενδιαφέρονται για την ενημέρωση, με τη μορφή που την γνωρίζουμε μέχρι σήμερα.
    Η αδιαφορία για την ενημέρωση δεν είναι ένα σύμπτωμα το οποίο παρατηρείται μόνο στη χώρα μας. Αντίθετα, συνιστά σύμπτωμα εξαπλούμενο σε ολόκληρη την Ευρώπη. Εκφράζει σε μεγάλο βαθμό τις σημαντικές αλλαγές που έλαβαν χώρα κατά τα τελευταία χρόνια στην πολιτική και οικονομική πτυχή της κοινωνίας μας. Οι έρευνες δείχνουν ότι σταδιακά αυξάνει ο μέσος όρος της ηλικίας των αναγνωστών εφημερίδων. Οι νεότεροι μοιάζει να αδιαφορούν για την γενικής - και ιδιαίτερα πολιτικής - υφής ενημέρωση και στρέφονται σε εξειδικευμένα θέματα (ιδίως αθλητικά, πληροφορική, χόμπι, επαγγελματικά κ.ά.).
    «Περί Δημοσιογραφίας»,
    Γιώργος Δουατζής (Πεδίο)
    του Μάνου Αμελίδη

    Το βιβλίο του Γιώργου Δουατζή, «Περί Δημοσιογραφίας», έρχεται να συμπληρώσει ένα μεγάλο κενό, το οποίο καλύπτει η κωδικοποιημένη γνώση του συγγραφέα, ο οποίος έχει βαθύτατα διεισδυτική ματιά και πολύπλευρη οπτική. Από όσο γνωρίζω στην ελληνική τουλάχιστον βιβλιογραφία δεν υπάρχει βιβλίο με εύρος που να καλύπτει όλες τις εκφάνσεις του χώρου των ΜΜΕ. Η ανάγνωσή του διευρύνει το γνωστικό πεδίο του πολίτη, οπλίζει με γνώσεις τον μαθητευόμενο και επαγγελματία δημοσιογράφο, και πρωτίστως προκαλεί τη σκέψη μας, διεγείρει την αναζήτησή μας σε όλα τα πεδία της κοινωνικής και πολιτικής ζωής.

    Αποτελεί πραγματικά μια περιδιάβαση εκ των ένδον στον κόσμο των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και απαντά σε ερωτήματα, που απασχολούν κάθε ενεργό πολίτη. Η επί τριάντα πέντε χρόνια θητεία του Γιώργου Δουατζή στο δημοσιογραφικό επάγγελμα και στον χώρο της ποίησης και της λογοτεχνίας, αποτελεί εγγύηση για την ποιότητα αυτού του έργου. Το διάβασμά του, θεωρώ ότι αποτελεί υποχρέωση για κάθε σκεπτόμενο πολίτη.

    Εντυπωσιακή είναι η εμμονή του συγγραφέα στα θέματα δεοντολογίας και ευθύνης των δημοσιογράφων, οι οποίοι – ποιος θα το αμφισβητήσει - καλλιεργούν αισθητικά πρότυπα, αξίες ζωής και παράγουν είδωλα σε όλους τους χώρους πολιτικής, πολιτισμού, οικονομίας, κοινωνίας, καθοδηγώντας έμμεσα τον πολίτη και επεμβαίνοντας έτσι καθοριστικά στη ζωή του. Εντυπωσιακό είναι επίσης το ότι ο συγγραφέας ταυτίζει απόλυτα τον δημοσιογράφο με τον δημοσιογραφικό λόγο, κάνοντας εκτενή ανάλυση για το πώς δρα, επεμβαίνει, λειτουργεί ο δημοσιογραφικός λόγος σε όλες του τις μορφές ( έντυπα, ραδιόφωνο, τηλεόραση, διαδίκτυο).
     

    Ενδιαφέροντα είναι επίσης τα ιστορικά στοιχεία για κάθε είδος μέσου ενημέρωσης στην Ελλάδα και τον κόσμο, καθώς και για την κρίσιμη μετάβαση των ΜΜΕ στην ψηφιακή εποχή και την προσαρμογή του πολίτη στα νέα λεγόμενα μέσα, όσο και για το θεσμικό συνταγματικό πλαίσιο που ορίζει τη λειτουργία των ΜΜΕ στην Ελλάδα. Ένα βιβλίο - θησαυρός, με δυσεύρετα στοιχεία.
     
    *Ο Μάνος Αμελίδης είναι δημοσιογράφος

    Από την σελίδα της http://www.protagon.gr/, κάνετε κλικ εδώ
    Η διαπιστωμένη αδιαφορία προς το μέχρι σήμερα οικείο μοντέλο ενημέρωσης δεν είναι άμοιρη και της προσπάθειας όσων ελέγχουν την οικονομία, να παρέμβουν καθοριστικά στην άσκηση πολιτικής. Οι οικονομικά ισχυροί επιδιώκουν την ενίσχυση των πολιτικών, οι οποίοι και αν ακόμη δεν πριμοδοτήσουν υπέρ συγκεκριμένων οικονομικών επιδιώξεων, πάντως δεν θα γίνουν εμπόδιο στην εξυπηρέτηση τους. Η προσπάθεια ελέγχου περιλαμβάνει πρωτίστως την προσπάθεια επιρροής στα ΜΜΕ, με διάφορους τρόπους. Υπάρχουν επιχειρηματίες οι οποίοι διαφημίζουν υπηρεσίες ή προϊόντα και δαπανούν εκατομμύρια ευρώ, με τη μορφή της διαφημιστικής δαπάνης - η οποία φτάνει στα ταμεία των ΜΜΕ – συχνά με αντάλλαγμα εξυπηρετήσεις που τις περισσότερες φορές γίνονται δυστυχώς αποδεκτές. Άλλοι φροντίζουν να υπηρετήσουν τα συμφέροντά τους με αμεσότερες ενέργειες, όπως με την εξαγορά επιχειρήσεων ενημέρωσης.
    Με τη διείσδυση στα ΜΜΕ, οι οικονομικά ισχυροί κατάφεραν να παρέμβουν σε μεγάλο βαθμό στην άσκηση πολιτικής στη Χώρα, «να ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις», όπως λαϊκά λέγεται. Κατάφεραν να δημιουργηθεί ένας νέος τύπος ανθρώπου : ο αδιάφορος για τα κοινά, ο παραιτημένος από κοινωνικές διεκδικήσεις, ο πρεσβευτής του δόγματος ότι «τίποτα δεν αλλάζει» ή ότι «όλοι οι πολιτικοί ίδιοι είναι». Η μονοπώληση της διάχυσης της πληροφόρησης από τα ΜΜΕ είναι πιθανό να ενέχεται σε σημαντικό βαθμό για την απαξιωτική αυτή στάση ζωής, κυρίως νέων ανθρώπων, η οποία βοηθά στην χειραγώγησή τους. Με την εισβολή της τεχνολογίας, αυτή η πραγματικότητα δείχνει να αλλάζει και μάλλον οριστικά. Η ποικιλία και η ποσότητα της πληροφορίας που διαχέεται στο διαδίκτυο, η αμεσότητα και η ευκολία της πρόσβασης σε αυτή, η διατύπωση λόγου και ελεύθερου αντιλόγου προσφέρει σε ενεργούς πολίτες την ευχερή δυνατότητα λήψης της πληροφορίας και ταυτόχρονα ελέγχου της τυχόν αξιοπιστίας αυτής.
    Όλα λοιπόν αλλάζουν και μάλιστα ραγδαία, στο χώρο του Τύπου. Εκείνο που ελπίζω ότι δεν θα αλλάξει ποτέ είναι οι «σταθερές» που συνιστούν αυτό που λέγεται δημοσιογραφία. Ιδίως, ο ορισμός της έννοιας της είδησης, του ρεπορτάζ, της έρευνας, του άρθρου και των υπολοίπων δομικών στοιχείων του δημοσιογραφικού αντικειμένου - λόγου. Η επικυρίαρχη εκτίμηση είναι ότι το περιεχόμενο της δημοσιογραφίας δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ, σε αντίθεση με τη «συσκευασία» των ειδήσεων και τον τρόπο διάχυσής τους. Ενδεχομένως, να φύγουμε σταδιακά από το χαρτί και να περάσουμε σε πιο προωθημένες ηλεκτρονικές μορφές δημοσιογραφίας, ώστε τα γεγονότα που έχουν ειδησεογραφική αξία, να φτάνουν ως ειδήσεις σε ελάχιστο χρόνο στους τελικούς αποδέκτες. Ελπίζω, ότι συνέπεια των βαθιών κρίσεων του Τύπου δεν θα είναι η αλλαγή του περιεχομένου των εννοιών της δεοντολογίας, της ελευθεροτυπίας καθώς και της ταύτισής των εννοιών αυτών με τις αρχές της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας.

    Ευχή και ελπίδα ότι μέσα από αυτή την κρίση ανατέλλει ένας νέος κόσμος πληροφόρησης, ο οποίος θα μετατρέψει τα μέσα ενημέρωσης σε μέσα πραγματικής επικοινωνίας. Έτσι ώστε ο πολίτης να μπορεί από δέκτης μηνυμάτων να μετατρέπεται κατά βούληση και σε πομπό, συμμετέχοντας στη νέα κατάσταση διαδραστικότητας. Ώστε ο πολίτης να μπορεί να αμφισβητήσει ενεργά τα μεταδιδόμενα μηνύματα, με δυνατότητα μάλιστα να μετατρέπεται ο ίδιος σε «ρεπόρτερ», ο οποίος θα μεταφέρει ειδήσεις στους υπολοίπους συμμέτοχους της νέας ηλεκτρονικής δημοσιογραφίας. Μιας δημοσιογραφίας, που ήδη -μέσω διαδικτύου- επιδιώκει να καταργήσει χρόνους, σύνορα, μονομέρειες, επιβολές, επιβουλές, προσπάθειες χειραγώγησης ολόκληρων λαών.
    Και βέβαια η δράση προκαλεί αντίδραση, τα κάθε λογής συμφέροντα θα θελήσουν – ήδη οργανώνονται - να αποτρέψουν με κάθε τρόπο τη νέα κατάσταση που τείνει να δημιουργηθεί στον Τύπο. Θα επιδιώξουν να θέσουν φραγμούς στην απρόσκοπτη διάχυση των πληροφοριών, ανά τον κόσμο. Να βρουν τρόπους ελέγχου της διακίνησης ειδήσεων και στο διαδίκτυο.
    Ως επιχειρηματίες, οι ιδιοκτήτες των ΜΜΕ επιθυμούν να κερδίζουν. Το οικονομικό κατεστημένο επιθυμεί να εξυπηρετούνται τα συμφέροντά του. Η πολιτική εξουσία επιδιώκει να χειραγωγεί τα ΜΜΕ προς ίδιο όφελος. Τελικά, η προσπάθεια χειραγώγησης του Τύπου, η οποία ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη, θα έχει διαρκές και μόνιμο αποτέλεσμα; Στο ερώτημα αυτό μόνο το μέλλον θα απαντήσει. Το μόνο σίγουρο είναι ότι τα νέα δεδομένα δημιουργούν την υποχρέωση στους δημοσιογράφους να αναπροσαρμόσουν στις νέες συνθήκες τις προσπάθειες τους για την προστασία της εσαεί απειλούμενης - από την εκάστοτε άρχουσα τάξη - ελευθεροτυπίας.

    --Από το βιβλίο "Περί Δημοσιογραφίας" (εκδόσεις Πεδίο) του Γιώργου Δουατζή που κυκλοφόρησε αυτές τις ημέρες

    Από την σελίδα του
    Reporter
    ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ: Πατρίδα των καιρών

    Κυκλοφόρησε από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΠΟΝ το βιβλίο - ποίημα του Γιώργου Δουατζή «Πατρίδα των καιρών». Πρόκειται για ένα σπονδυλωτό ποίημα, με έντονα κοινωνικό - πολιτικό περιεχόμενο, του οποίου κάθε επιμέρους τμήμα διατηρεί τον αυτοτελή του χαρακτήρα. Η «Πατρίδα των καιρών» είναι ένα ποιητικό έργο άκρως επίκαιρο και συγχρόνως διαχρονικό. 'Ενα έργο εγερτήριο της ευαισθησίας μας, της κοινωνικής μας συνείδησης και της αγάπης μας γι αυτόν τον τόπο. Επισημαίνει την ανάγκη να σταματήσει η εσωστρέφεια και να πάψει το ατομικό να υπονομεύει το συλλογικό. Καταγράφει την πολυδιάστατη κρίση που βιώνει η χώρα μας, κρίση την οποία, σε παραλλαγές, ζουν οι σύγχρονες κοινωνίες. Ένα βιβλίο ταυτόχρονα πικρό και αισιόδοξο που ερεθίζει την κριτική σκέψη του αναγνώστη προσφέροντας παράληλλα αισθητική απόλαυση. Με το έργο αυτό οι ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΠΟΝ εγκαινιάζουν τη νέα σειρά A«Ποίηση», με την οποία φιλοδοξούν να προσφέρουν στέγη κυρίως σε νέους ποιητές και να προωθήσουν το έργο τους. Υπεύθυνος της σειράς, ο Γιώργος Δουατζής.

    ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

    Πώς σε κατάντησαν πατρίδα οι δημοκόποι
    πώς...
    σε αλωνίζουν οι προστάτες
    κι έγινες η περήφανη εσύ
    τώρα ζητιάνα των βαρβάρων
    που της στερήσανε το φως
    για να εισπράξουμε έστω αργά
    πως δεν υπάρχει πιο μεγάλη ενοχή
    από την ανοχή μας
    Α, οι δημοκόποι
    πατρίδα πώς...

    ――

    Νόμισες δεν είναι πόλεμος
    γιατί δεν είδες αίματα και τραυματίες
    όμως είδες εκείνους τους νεκρούς
    σκυμμένους σε κάδους σκουπιδιών
    καταμεσήμερο στο κέντρο της πόλης
    ικέτες στα απορρίμματα μεγακαταστημάτων
    τους πεινασμένους, τους εξάγγελους
    νεκρούς να επαιτούν
    τους είδες

    ――

    Αυτόν τον κόσμο φτιάξαμε;
    Γι αυτόν αγωνιστήκαμε;
    Πώς θα κοιτάξουμε στα μάτια τα παιδιά;

    ――

    Να ήξερες με πόσο
    λίγη αγάπη
    θα άλλαζε ο κόσμος

    Ο Γιώργος Δουατζής έκανε την πρώτη του λογοτεχνική εμφάνιση το 1971, στην Ποιητική Ανθολογία της Νέας Ελληνικής Γενιάς των Eκδόσεων 'Aγκυρα.


    ΑΚΟΛΟYΘΗΣΑΝ ΤΑ EΡΓΑ

    1. Γραφτά - 1976
    2. Τοπική Αυτοδιοίκηση - 1986
    3. Τα Μικρά - 1996
    4. Απάνθισμα Τάσου λειβαδίτη - 1997
    5. Προς Δέκα Επιστολή - 2001
    6. Προς Δέκα Επιστολή - Τα Ανεπίδοτα - 2003
    7. Σπονδές - 2004
    8. Τα Μικρά β' - 2004
    9. Τα κόκκινα παπούτσια - 2004
    10. Το Κουμπί - 2004
    11. Μη φεύγετε κύριε Ευχέτη - 2008
    12. Συνομιλία με το Νυχτερινό Επισκέπτη - 2008
    13. Περί Δημοσιογραφίας - 2010
    14. Φωτοποιήματα - 2010
    15. Πατρίδα των καιρών - 2010

    ΧΩΡΙΣ ΙΣΚΙΟ

     
     
    Η δύναμη του απροσδόκητου ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ (26/09/2008)     
     2.
     3.
    Εικαστικοί υπαινιγμοί ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (13/05/2008)     
     4.
    Για τον Γιώργο Δουατζή ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (08/05/2008)     
     5.
    Τρεις τέχνες γεφυρώνει αυτόν τον μήνα με την πολύπλευρη δουλειά του ο Γιώργος Δουατζής. Δημοσιογράφος, ποιητής, συγγραφέας και φωτογράφος διαχέεται σε όλη σχεδόν την γκάμα της ανθρώπινης έκφρασης. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (08/05/2008)     
     6.
    Αφιερώματα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (13/11/2007)     
     7.
    Στην Πάτρα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (07/10/2005)     
     8.
    ΒΙΒΛΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (07/05/2004)     
     9.
    Συνάντηση ποίησης - ζωγραφικής ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (16/01/2003)     
     10.
    [ Χωρίς τίτλο ] ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (13/02/2002)     
     11.
    Εγκαίνια ναυταθλητικής έκθεσης ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (14/01/2002)     
     12.
    «Αυτά που σου στέλνω, γράφτηκαν σε διάφορες στιγμές, σε διάφορους τόπους και χώρους. Στο δρόμο, σ'ένα πακέτο τσιγάρα, στο σπίτι, στο πλοίο, στις διακοπές, όπου φανταστείς. Κι αυτός είναι ένας λόγος παραπάνω που δεν τα πειράζω. Μου θυμίζουν χώρους, οσμές, ανθρώπους...». ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (19/10/2001)     
     13.
    Εκδόσεις ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (17/10/2001)     

    Νομίζεις ότι δεν κατάφερα να σε εκδικηθώ; Νομίζεις ότι ξέχασα ποτέ τα χρόνια που περάσαμε μαζί; Εγώ τα θυμάμαι όλα. Όλα κάθαρμα. Και δεν έπαψα ούτε στιγμή, όσο και όποτε μπορούσα, να σε εκδικούμαι. Γιατί μου έχεις κάνει ουκ ολίγα. Και μου κάνεις ακόμα. Ως και η ανυπαρξία σου μου κάνει κακό. Για αυτό άλλωστε σε εκδικούμαι. Δεν είμαι τρελός φυσικά. Ο κύκλος είναι δεδομένος. Μου έκανες κακό, σε μισώ, σε εκδικούμαι. Φυσιολογικότατο.
    Είμαστε πολύ μικρά παιδιά και άκουγα τη μάνα μου να λέει: Σαν τον Κωστάκη έπρεπε να είσαι, που είναι καλό παιδί. Είδες τον Κωστάκη πόσο καλά έκανε το μάθημα του; Είδες ο Κωστάκης καθαρός που είναι; Είδες ο Κωστάκης που δεν χαλάει τα παπούτσια του; Ο Κωστάκης κοιμάται στην ώρα του το βράδυ. Είδες ο Κωστάκης; Είδες ο Κωστάκης; Ακόμα ακούω τη φωνή της να λέει το όνομά σου και τρελαίνομαι. Με ακολουθεί η φωνή της και η εικόνα σου. Με ένα απλωμένο χέρι - που ποτέ δεν ζήτησε κάτι - να μου προσφέρεις, δεκαετίες τώρα. Κι αν άσπρισαν τα μαλλιά μου, να ξέρεις ότι το περισσότερο του χρόνου μου, ήταν για να σε μισώ και να μηχανεύομαι τρόπους να σου κάνω κακό.
    Λοιπόν εγώ τα θυμάμαι όλα. Θυμάμαι, πού ήσουν αρχηγός στην ομάδα ποδοσφαίρου της γειτονιάς και ήσουν αήττητος. Θυμάμαι πολύ καλά, που είχες πέντε δραχμές και μου έδινε τις δυόμισι. Θυμάμαι, πώς ότι είχες το μοιραζόσουν με μένα. Όσο μου έδινες, τόσο και σε μισούσα. Δεν θυμάμαι να έχω μισήσει κανέναν περισσότερο. Όταν μου έδινες, χαμογελούσα, σε ευχαριστούσα και φούντωνε το μίσος μέσα μου. Φωτιά, πάθος που με έκαιγε. Και βέβαια δεν πρόσεξες ποτέ την τρεμούλα μου, τη σύγχυση που μου προκαλούσες κάθε φορά, όταν έπαιρνα κάτι από σένα και έκρυβα το μίσος μου, με πολύ μεγάλη προσπάθεια, σε ένα χαμόγελο.
    Θυμάσαι, που για να βγάλουμε λεφτά πιτσιρικάδες είχες σκεφτεί να φτιάξουμε ένα ξύλινο καρότσι; Εσύ πάλι σχεδίασες την κατασκευή του και το έφτιαξες με τα χέρια σου. Πηγαίναμε στη Λαϊκή Αγορά και μεταφέραμε τις τσάντες με τα ψώνια των γυναικών σπίτι τους. Μας έδιναν ότι ήθελαν οι νοικοκυρές, δεν είχαμε ορίσει κόμιστρο, αλλά αρκετά για να βγει ένα αξιοπρεπές χαρτζιλίκι. Μάλιστα η ιδέα σου αντιγράφηκε από μεγάλους, ολόκληρους άντρες, που έκαναν τον αγωγιάτη καθώς εμείς και έβγαζαν μεροκάματο. Η πρώτη αυτή κοινή μας επιχείρηση βούλιαξε με τη δεύτερη Δευτέρα, αφού την πήραν είδηση οι γονείς σου, οι οποίοι αντέδρασαν απαγορευτικά. Αλλά εσύ και πάλι με προκάλεσες, χαρίζοντάς μου όλη την είσπραξη, κάθαρμα.

    Όταν συναντιόμαστε το πρωί για να πάμε στο σχολείο, εγώ έκλεβα από το ισόγειο της πολυκατοικίας το μπουκάλι με το γάλα που άφηνε ο γαλατάς στην πόρτα του γείτονα, γιατί δεν είχαμε γάλα αληθινό στο σπίτι. Και το ζήλευα αυτό το αληθινό, το φρέσκο γάλα, γιατί η μάνα μου, μου έδινε ένα γάλα που έφτιαχνε από σκόνη και από όσο θυμάμαι της το έδιναν στην εκκλησία ως βοήθεια. Εσύ μου είπες να μην ξανακλέψω και μου έδωσες χρήματα για να αγοράσω. Και τι κακό δεν μου έκανες… Κάθε σου κίνηση προσφοράς με μείωνε. Σε αναδείκνυε ως πλουσιότερο, ισχυρότερο - άλλωστε πώς θα μπορούσες να βοηθήσεις ως πιο αδύνατος από μένα; - ως ικανότερο και αυτό ήταν το μεγαλύτερο κακό που μου έκανες. Κακό σε διάρκεια…
    Τα Χριστούγεννα τα μισούσα. Και την Πρωτοχρονιά. Και πάλι έφταιγες εσύ. Λέγαμε μαζί τα κάλαντα. Εσύ ήξερες όλα τα στιχάκια απέξω, εσύ χτυπούσες με θάρρος τις πόρτες για "να τα πούμε", εσύ εισέπραττες και μετά μου έδινες τα περισσότερα από τα έσοδα του εθίμου. Θυμάμαι ότι με έπνιγε η αδυναμία να "τα πω" μόνος μου και ήμουν απόλυτα εξαρτημένος από σένα. Ήθελα να φύγω, αλλά από την άλλη ήθελα τα χρήματα που θα μαζεύαμε. Και ζούσα ένα μαρτύριο, ασφυκτιώντας ανάμεσα στην παρουσία σου και στην ανάγκη μου να πάρω τα λεφτά. Ζούσα στη σκιά σου… ποια σκιά όμως; Εσύ δεν είχες ίσκιο. Ποτέ δεν είχες…
    Το μίσος συσσωρεύονταν μέσα μου, με έπνιγε. Πόσες φορές είδα στον ύπνο μου να πεθαίνεις με φρικτά βασανιστήρια που σου έκανα εγώ και απολάμβανα τον αργό σου θάνατο! Νάξερες πόσα όνειρα έκανα να πέθαινες το συντομότερο… Κι όμως εσύ συνέχιζες αγέρωχος να ζεις και να με ξεπερνάς σε όλα. Στη γυμναστική πρώτος, στα μαθήματα πρώτος χωρίς να διαβάζεις ιδιαίτερα, στα κορίτσια πρώτος. Έλεος κάθαρμα, που δε σκέφτηκες ποτέ το κακό που μου έκανε η παρουσία σου. Δεν χρειαζόταν να κάνεις τίποτα ιδιαίτερο. Και μόνο ότι υπήρχες με τρέλαινε. Ήσουν ψηλότερος, ομορφότερος, ικανότερος. Σε όλα έβαζα τον πήχη ψηλά και ποτέ δεν σε έφτανα, κάθαρμα. Μισούσα και μόνο ότι υπήρχες, ανεξάρτητα από το τι έκανες.
    Δεν υπήρχε κορίτσι, στο Δημοτικό, στο Γυμνάσιο, στο Λύκειο και στο Πανεπιστήμιο, παντού, δεν υπήρχε κορίτσι να μη σε θέλει. Ήσουν το άπιαστο όνειρό τους. Κι εγώ εκλιπαρούσα να με προσέξει έστω μια κοπέλα από την τάξη. Καμία όμως. Όλες να ασχολούνται με σένα… Όλες. Βέβαια δεν θυμάσαι ότι σε εγκατέλειψαν η Μαρία και η Ελένη χωρίς εξήγηση. Πού να θυμάσαι με τόσες κατακτήσεις. Όμως ήμουν εγώ, κάθαρμα μισητό, που δεν έδωσα το γράμμα που μου είχες δώσει και τους είχα πει μύρια ψέματα, υπονομεύοντας τη σχέση σας.
    Θεωρείς τυχαίο ότι φωτογράφιζα γυμνές τις γυναίκες που σχετιζόμουν και βιντεοσκοπούσα κάθε λεπτομέρεια από το κορμί τους; Το έκανα για να σου αποδείξω τι κατάφερνα εγώ και πόσο ικανός ήμουν. Κι ας αποστρεφόσουν τις εικόνες αυτές, το έβλεπα στο βλέμμα σου, εγώ συνέχιζα να φωτογραφίζω και να βιντεοσκοπώ για να στις δείχνω όλες. Περιμένοντας την υπέροχη στιγμή, όπου κατά λάθος τάχα θα σου έδειχνα δύο από τις πρώην σχέσεις σου, να εκστασιάζονται υποταγμένες στις ερωτικές μου επιδόσεις. Δυστυχώς δεν κατάφερα ποτέ να ρίξω στο κρεβάτι τη γυναίκα σου. Αντιστεκόταν η βρώμα μέχρις απελπισίας και παράλληλα δε σου αποκάλύψε ποτέ ότι τη φλέρταρα μανιωδώς.
    Δεν μπήκες στον κόπο βέβαια ποτέ να σκεφτείς ότι ο πατέρας σου ήταν πάντα το είδωλο μου και ευχόμουν να ήταν δικός μου πατέρας. Δεν σκέφτηκες ποτέ ότι ο πατέρας μου ήταν ένας απλοϊκός τεχνίτης κι εσένα αστός διανοούμενος. Δεν σκέφτηκες ότι εσύ μεγάλωνες ακούγοντας υπέροχες μουσικές, κλασική, τζαζ και άλλες, ενώ εγώ άκουγα λαϊκούς αμανέδες. Ούτε ότι ξυπνώντας εγώ τα πρωινά, πατούσα ξυπόλητος στο παγωμένο μωσαϊκό και αντίκριζα ένα δωμάτιο με άδειους τοίχους. Ενώ εσύ πατούσες στο ζεστό ξύλινο πάτωμα και αντίκριζες, πίνακες, γλυπτά, βιβλία, χρώματα…
    Δεν σου πέρασε από το νου ότι όταν ερχόμουν σπίτι σου κι έβγαζα τα παπούτσια δεν ήταν για να μη λερώσω το πάτωμα, αλλά για να εισπράξω λίγη από τη θαλπωρή που έβγαζε το ξύλινο πάτωμα. Και όσο εισέπραττα τη ζέστη της φιλοξενίας σου, τόσο και φούντωνε το μίσος μου. Γιατί να τα έχεις εσύ αυτά και όχι εγώ και γιατί να μου δίνεις τα πάντα απλόχερα… Όσο μου έδινες, τόσο μου θύμιζες ότι είμαι κατώτερος σου. Να τι μου έκανες και δεν είχαν τελειωμό οι προκλήσεις σου.
    Δεν προσπάθησες να σκεφτείς τι κόπο έκανα να διατηρώ τα παπούτσια μου άφθαρτα, για να μοιάζουν καινούργια σαν τα δικά σου. Ούτε πόσο παιδευόμουν καθημερινά, κάνοντας πρόβες μοναχός μου στον καθρέφτη χρησιμοποιώντας δικούς σου μορφασμούς, για να εμφανίζομαι ισάξιος σου στις παρέες.
    Δε σκέφτηκες ποτέ, πώς ένιωθα εγώ με μια άσχημη καχεκτική μάνα, ενώ η δική σου μάνα ήταν όμορφη πολύ και τη θαύμαζα και την ήθελα δική μου μάνα. Ήσουν αιτία να μισήσω τους γονείς μου. Να μη θέλω να τους ακούω, ούτε να τους βλέπω. Ήθελα να είχα τους δικούς σου γονείς, κάθαρμα μέγα και τρισάθλιο. Δε θα ξεχάσω ποτέ πως σε κοίταζε η μάνα σου και πως άπλωνε το χέρι να σε χαϊδέψει. Και μόνο ότι δεν είχα ποτέ γευτεί αυτή την τρυφεράδα, αυτό το χάδι, με σκότωνε. Αλλά πού και γιατί να καταλάβεις εσύ ο… μακράν, ο πέραν…
    Δεν μπορείς να φανταστείς πόσες φορές βρέθηκα μπροστά σου δημιουργώντας σου εμπόδια χωρίς να το ξέρεις. Δεν μπορείς, πόσες φορές χαιρόμουν ανέκφραστος τις επιτυχίες μου, να σε βλέπω να υποφέρεις εξ αιτίας μου χωρίς να το ξέρεις. Η μόνη χαρά που μου έδωσες ήταν μόνο αυτή. Όταν κατάφερνα να σε κάνω να υποφέρεις. Μάλιστα υποκρινόμουν ότι συμπάσχω μαζί σου. Διότι ήσουν τόσο αφελής, που δεν πήγαινε το μυαλό σου σε μένα ως αιτία των δεινών σου. Η απόλαυση μου ήταν ακριβώς σε τέτοιες στιγμές. Τότε ήμουν σαφώς ισχυρότερος. Καθόριζα έστω για στιγμές τη συναισθηματική σου κατάσταση. Και όταν οι επεμβάσεις μου σε έβλαπταν επαγγελματικά, χαιρόμουν διπλά διότι επενέβαινα και στα οικονομικά σου. Εξ αιτίας σου μπήκα στο πανεπιστήμιο, διότι λύσσαξα να σε φτάσω και διάβαζα μανιωδώς για να πετύχω στις εισαγωγικές. Όταν μετακινηθήκαμε οι δύο μας σε κοινό σπίτι ως φοιτητές στη Θεσσαλονίκη, εκεί με πότισες περισσότερο μίσος. Διότι έβλεπα τις καθημερινές σου συνήθειες από κοντά, στο κάθε μέρα. Και τρελαινόμουν με το πόσο προικισμένος ήσουν, πόσο επί της ουσίας αριστοκράτης στη σκέψη, στις κινήσεις. Ξαφνιαζόμουν συνεχώς με τις ικανότητες σου και πάσχιζα συνέχεια να σε μιμηθώ, να γίνω τουλάχιστον όμοιος, αφού δε μπορούσα να σε ξεπεράσω.
    Ως και στην Αριστερά πέρασα ως κακέκτυπό σου. Κι ενώ εσύ ήσουν ο αστός, σε άκουγαν με ανοιχτό στόμα οι ομοϊδεάτες σύντροφοι κι εγώ που εξ αντικειμένου ήμουν προλετάριος, βρισκόμουν πάλι στο περιθώριο. Διότι η παρουσία σου ήταν πάντα καταλύτης. Και όταν σε συνέλαβαν επί χούντας, εμένα με αγνόησαν τα περίφημα Σώματα Ασφαλείας. Τόσο με αγνοούσαν, που ένα βράδυ μεθυσμένος πήγα έξω από το αστυνομικό τμήμα και τους έβρισα με το χειρότερο τρόπο και αυτοί δεν έκαναν τον κόπο καν να με συλλάβουν. Ακόμα και γι αυτούς, ανύπαρκτος ήμουν. Εξ αιτίας σου. Είμαι βέβαιος ότι εσύ ήσουν αιτία που με αγνόησαν, ως και αυτοί. Οι άχρηστοι, οι χαφιέδες, οι μηδαμινοί. Συνέλαβαν εσένα και αγνόησαν εμένα. Τα σκουλήκια.
    Έπινα. Θυμάσαι; Έπινα πολύ. Με κατάντησες αλκοολικό τότε κάθαρμα και μόνο επειδή υπήρχες. Στην αρχή έπινα για να φτιάχνομαι τάχα και να μπω σε κατάσταση δημιουργικής μέθης, αλλά ούτε εκεί τα κατάφερα,. Ήμουν ανίκανος ως και… παραγωγικός μέθυσος να γίνω. Και πάλι, εσύ με βοήθησες να απεμπλακώ από την εξάρτηση, με χρήμα και γνωριμίες. Όταν γύρισα στον κόσμο υποτίθεται υγιής, πάλι εσύ μου βρήκες δουλειά κάθαρμα και μου έδωσες υπόσταση. Θυμάσαι ηλίθιε αφελή… μάλλον δεν ήσουν αφελής. Όχι δεν ήσουν. Είμαι σίγουρος. Απλά δεν καταδεχόσουν να σκεφτείς μικρόψυχα όπως οι γύρω σου και η ενσυνείδητη αυτή απαξιωτική στάση σου για τα μικρά πράγματα, εκλαμβάνονταν ως αφέλεια. Και αυτό λειτουργούσε προσθετικά στο μίσος μου. Ναι τώρα το καταλαβαίνω καλά αυτό που είχες. Μόνο αφέλεια δεν ήταν.
    Ήσουν ένα πράγμα, λες και δεν είχες ίσκιο. Ναι αυτό είναι. Δεν είχες ίσκιο, όπου και να στεκόσουν, από όπου και να ερχόταν το φως. Αυτή την αίσθηση είχα τότε. Ακόμα την έχω. Ήσουν ο μοναδικός άνθρωπος στη γη, που δεν είχε ίσκιο. Αλήθεια σου λέω .Μη γελάς. Μη με ειρωνεύεσαι ηλίθιε. Ποτέ δεν είχες ίσκιο σου λέω!
    Όμως ηλίθιε, θυμάσαι πως και γιατί σου άρχισαν οι φοβερές κρίσεις κολίτιδας κι έφτασες - προς μεγάλή μου απόλαυση - να έχεις αιμορραγίες μικρές στην αρχή, ακατάσχετες αργότερα; Και βέβαια το θυμάσαι. Εκείνο που δε θυμάσαι διότι δεν το έμαθες ποτέ, είναι ότι εγώ σε κατάντησα έτσι πανάθλιο πλάσμα. Μικρές δόσεις από ένα τόσο δα χορταράκι, ειδικό βότανο που προκαλούσε σπασμούς και σε έφτασα στο νοσοκομείο. Αν δε φοβόμουν μη με ανακαλύψουν, δεν ξέρω αν θα ζούσες τώρα.
    Η μεγάλη κρίση, το μεγάλο χτύπημα που μου έδωσες, ήρθε με το θάνατο της μάνας μου σε τροχαίο. Καταρρακώθηκα, έχασα τον κόσμο. Διότι όπως κατάλαβα τότε, δεν είχα αποκοπεί από τη μάνα μου ποτέ. Ένιωσα να κόβεται ξαφνικά, βίαια ο λώρος, τα πόδια να μου κόβονται, διαλύθηκα. Και μέσα στη σκοτοδίνη των ημερών, όπου είχα χάσει κυριολεκτικά τον κόσμο, πάλι μπροστά μου εσύ. Είχες εγκαταλείψει οικογένεια, δουλειές, τα πάντα, για να σταθείς πλάι μου. Θυμάμαι, ήσουν τέσσερα μερόνυχτα, άγρυπνος για να με προσέχεις μην κάνω καμιά κουτουράδα όπως έλεγες, μην αυτοκτονήσω και τα τοιαύτα. Ως και τα έξοδα της κηδείας, εσύ τα πλήρωσες πανηλίθιε.
    Βγαίνοντας στη ζωή ως επαγγελματίες, ελεύθερος εσύ, υπαλληλάκος εγώ. Να κυνηγάω τις ευκαιρίες εγώ, να δέχεσαι προτάσεις και να διαλέγεις εσύ. Τρελά έσοδα εσύ, ίσα να τη βγάζω εγώ. Με αποκορύφωμα το να σου προτείνουν σε ηλικία μόλις τριάντα ετών, θέση επιτελική που ούτε στον ύπνο μου δεν μπορούσα να φανταστώ. Ούτε ως θέση, ούτε ως απολαβές. Καταλαβαίνεις τι μου έκανες; Και συνέχισες να με δηλητηριάζεις, κερνώντας με, πληρώνοντας ταξίδια κι εκδρομές, προσφέροντας αφειδώς, κάνοντας με παρέα.
    Εκεί που με αποτρέλαινες καθίκι, ήταν όταν με αντιμετώπιζες ως όμοιό σου. Κι αυτό με βάραινε πολύ. Κι ένιωθα γελοίος στην προσπάθεια να φανεί ότι αποδέχομαι το ρόλο του… ίσου. Δε μπορεί να μην έβλεπες ότι ήμουν κατώτερος σου. Δε μπορεί να μην έβλεπες αυτό που μου είχε γίνει δεύτερη φύση. Την κατωτερότητά μου έναντι σου. Άρα, με συναναστρεφόσουν ή για να μου τονώνεις το ηθικό ή για να νιώθεις εσύ ανώτερος. Με χρησιμοποιούσες. Και στις δυο περιπτώσεις, το ελάχιστο που σου άξιζε ήταν το μίσος μου. Μόνο αυτό. Όσο μεγαλύτερο γινόταν.
    Δε θυμάσαι, διότι και πάλι δεν το γνώριζες, ότι όταν έγραψαν οι εφημερίδες για την ανάμιξή σου στο τεράστιο εκείνο σκάνδαλο που έριξε την κυβέρνηση και σε καταρράκωσε, εγώ είχα διοχετεύσει τις πληροφορίες. Τα ψέματα δηλαδή, διότι εσύ με την αδιαφορία που είχες για το χρήμα, δεν καταδεχόσουν ούτε σε κομπίνα να μπλέξεις. Δεν είχες τέτοια αιτούμενα κάθαρμα, δεν είχες δυστυχώς.
    Μου προκαλούσε σύγχυση η αδιαφορία σου για το χρήμα. Μοίραζες αφειδώς σε όλους, λες και ήσουν ζάπλουτος. Και μόνο εγώ γνωρίζω ως … έμπιστός σου, πόσα χρήματα έδωσες κρυφά, σε πόσους, σε στιγμές ανάγκης. Μάλιστα για να τα δεχτούν όσοι ντρέπονταν να απλώσουν το χέρι, τους έλέγες ότι είναι μακροχρόνιο δάνειο, ενώ ήξερες πως δεν θα το πάρεις ποτέ πίσω. Ε, εδώ είμαι βέβαιος. Το έκανες για να επιβεβαιώνεις ότι υπάρχεις. Τόσο συμπλεγματικό υποκείμενο ήσουν. Αν δεν υπήρχες, πώς θα έδινες; Έτσι δεν είναι; Αλλά τι ρωτάω τώρα ένα ανθρωπάριο από το οποίο δεν θα πάρω ποτέ απάντηση…
    Πες μου ρε βρομιάρη, τιποτένιε. Γιατί ήθελες να ξεχωρίζεις; Ή δεν ήθελες και ξεχώριζες ερήμην σου; Διότι έτσι ήσουν φτιαγμένος; Διότι έτσι μεγάλωσες; Διότι επέλεξες την καλύτερη μάσκα και περιφερόσουν με αυτήν περιτέχνως; Για μάσκες και υποκριτές δε μιλούσες; Πώς ήξερες εσύ από αυτά; Άρα τα ίδια σκατά ήσουνα…
    Όπως και να έχει, εσύ κάθαρμα μέγα και μισητό, ήσουν "πάντα πέρα και πάνω από αυτά" όπως έλεγες. Και δεν το έλεγες μόνο προκαλώντας με, αλλά και το έκανες στην πράξη. Ποτέ δεν ένιωσα ότι ήσουν εδώ, δίπλα, στη γη. Πάντα κάτι μου έλεγε ότι φεύγεις. Λες και ήσουν εκεί, εδώ, ψηλά, παντού ήσουν, ανθρωπάκι μισητό. Κάτι σαν ιπτάμενο ον που περπατούσε στη γη. Κάτι απροσδιόριστο ήσουν πάντα. Ποτέ δε μου έδινες τη δυνατότητα μιας συγκεκριμένης εικόνας. Το έκανες επίτηδες για να με τρελάνεις κάθαρμα. Ναι επίτηδες το έκανες, για να είσαι κάτι άπιαστο, περιχαρακωμένο στην απροσδιοριστία. Γι αυτό ποτέ δεν τόλμησα να πω ότι σε ξέρω.
    Πάντα κάτι ανακάλυπτα. Πάντα κάτι με ξάφνιαζε σε σένα. Μια πηγή εκπλήξεων ήσουν παλιοκαθίκι. Και το έκανες για να νιώθω ανίκανος. Ανήμπορος να καταλάβω το στοιχειώδες. Ποιος ήταν ο… φίλος μου. Τα ίδια έκανες και στις γυναίκες. Έτσι δεν είναι; Γι αυτό είχαν τρελαθεί να καταλάβουν ποιος είσαι. Τι φέρεις επιτέλους. Αλλά εσύ στο έργο σου,. Στην παράστασή σου, στο σκοπό σου πανάθλιε ηθοποιέ. Να τρελάνεις τους πάντες, για να ασχολούνται μαζί σου συνέχεια. Ήθελες να είμαστε όλοι εξαρτημένοι από σένα καθίκι. Ήθελες να μην μπορώ να κάνω βήμα χωρίς τη σκιά σου. Έτσι, που κατάντησε, να μη μπορώ να κάνω την παραμικρή κίνηση, να πάρω την πιο αστεία απόφαση, χωρίς την ενημέρωση και έγκριση σου.
    Και βέβαια δε γνωρίζεις επίσης ότι από τις δεκάδες ερωμένες σου, οι οποίες ήταν ότι ομορφότερο είχα δει στη ζωή μου, κατάφερα και ξάπλωσα με τέσσερις από αυτές. Και την ώρα του έρωτα, τις χτυπούσα μέχρι που ούρλιαζαν από τον πόνο - και φυσικά δεν ξανάρθαν μαζί μου - αλλά εγώ ζούσα ένα πανηγύρι εκδίκησης και μέσα μου παρακαλούσα να με έβλεπες. Δεν τολμούσα ούτε καν να στο πω ότι πήγα με τις πρώην σου.
    Πάντα έπαιρνα από το περίσσευμα σου έλεγα, αλλά εσύ μου έδινες και από το υστέρημα σου κάποτε. Κι αυτό ήταν το άκρως εξοργιστικό με σένα πανάθλιε. Γιατί μου έδινες; Γιατί; Για να επιβεβαιώνεσαι; Για να υψώνεσαι στα μάτια μου και να μου δημιουργείς υποχρέωση την οποία δε θα μπορούσα να ανταποδώσω ποτέ; Γιατί ρε κάθαρμα; Γιατί;
    Ε, θυμάσαι που δεν πληρώθηκες ποτέ για τη μελέτη που έκανες στο υπουργείο Πολιτισμού; Εγώ έβαλα το δαχτυλάκι μου κι εκεί. Σε υπονόμευσα άγρια. Και ερήμην σου άλλαξα παραγράφους ολόκληρες από τα κείμενα που παρέδωσες ώστε να γελοιοποιηθείς. Θυμάσαι που δεν προκρίθηκες στο διαγωνισμό για τη Διαβαλκανική Σύνοδο; Εγώ και πάλι έβαλα το χεράκι μου. Διοχέτευσα τάχα απόρρητες πληροφορίες ότι ήσουν χρήστης και διακινητής ναρκωτικών και αν έπαιρνες τη δουλειά θα εξέθετες το υπουργείο. Και συ με εμπιστευόσουν ζητώντας μου στήριξη λόγω της διευθυντικής μου θέσης. Σε βοήθησα. Έτσι δε νομίζεις; Δε σε βοήθησα αντικείμενο του μίσους μου; Κατάλαβες; Πού να καταλάβεις ηλίθιε. Εσύ είσαι πάνω και πέρα από όλα αυτά…
    Δεν σου συγχωρώ ότι υπήρξες, τον τόνο της φωνής σου, τα πλούσια μαλλιά σου, τη σύντροφό σου, το σπίτι, το αυτοκίνητοι σου, τον τρόπο και την ταχύτητα της σκέψης σου, το περπάτημα, τις κατακτήσεις, την ακτινοβολία σου, ως και την παραμικρή σου κίνηση δεν συγχωρώ. Έλεος κάθαρμα, έλεος. Πάψε να υπάρχεις. Αυτό το έλεγα δεκαετίες και δεν το άκουγε κανείς. Πόσο περισσότερο εσύ.
    Κάθαρμα, για να τελειώνω. Κάθε μέρα, κάθε νύχτα, με απασχολεί η παρουσία σου. Φοβάμαι ότι και να πεθάνεις θα νιώθω την ανάσα σου, σίγουρη, αισθαντική, σταθερή, υγιή, να με χτυπάει στα σωθικά. Να μου χώνει βελόνες στην καρδιά, να τρυγάει την ψυχή μου αφήνοντας την στεγνή κι άγονη. Υπάρχεις δεν υπάρχεις πια, έχεις ριζώσει μέσα μου και φοβάμαι ότι τίποτα στον κόσμο δεν μπορεί να σε εξαφανίσει οριστικά από τη ζωή μου. Ξέρω ότι υπάρχεις κι ας μη σε βλέπω. Τόσο σε μισώ, που σκέφτομαι ότι ο μόνος τρόπος να απαλλαγώ από σένα είναι να στρέψω την κάνη στον κρόταφό μου. Να εξαφανίσω αυτόν που σε φέρει ανεξίτηλα, τον εαυτό μου, για να εξαφανιστείς κι εσύ. Ο μόνος τρόπος αυτός είναι πανηλίθιο κάθαρμα. Ο μόνος…
    ………………………………………………….
    Κανείς δεν μπορούσε να ακούσει τη βαθύτερη των επιθυμιών μου. Να κατουρήσω στον τάφο σου. Σου ορκίζομαι, αν με παρακολουθείς βρωμερό ανθρωπάριο, ότι η μεγαλύτερη, η μοναδικά λυτρωτική πράξη που περίμενα μια ζωή, ήταν να ζήσω περισσότερο από σένα, μόνο και μόνο για να απολαύσω αυτή τη μοναδική, την ονειρεμένη στιγμή. Του κατουρήματος πάνω στον τάφο σου.
    Μάλιστα είχα συγκεκριμένες εικόνες και διεργασίες στο μυαλό μου. Πόσο νερό θα έπινα, πως θα κρατούσα τη μεγαλύτερη δυνατή ποσότητα ούρων, ποια ώρα που δεν θα με έβλεπε κανείς θα πήγαινα στο νεκροταφείο, την κίνηση που θα έκανα, το σημείο που θα στεκόμουν και πολλά άλλα. Κυρίαρχος στόχος, να ποτίσω στο μεγαλύτερο δυνατό βάθος τον άθλιο τάφο σου. Τον οποίο φανταζόμουν χωρίς μαρμάρινη πλάκα, για να ποτιστεί το χώμα με μεγάλη ταχύτητα. Και αυτονόητο, ότι θα επέλεγα μια μέρα πολύ ζεστή, αφόρητης ξηρασίας, για να επιταχύνω τη διείσδυση των ούρων μου προς εσένα. Τι υπέροχη αίσθηση αλήθεια. Και τι γλυκιά αναμονή!
    Όμως εσύ, κατάφερες να με ξαφνιάσεις δυσάρεστα ως και μετά το τέλος σου. Τόσο απίστευτα μεγάλο κάθαρμα ήσουν. Είχες δώσει στη σύντροφο σου γραπτές οδηγίες, τις οποίες δεν γνώριζα εγώ. Όταν πεθάνεις, να μοιράσουν για μεταμόσχευση όσα όργανά σου θα ήταν χρήσιμα σε άλλους και τα απομεινάρια του κορμιού σου να καούν και η στάχτη να σκορπιστεί στη θάλασσα του σκατόνησου που έκανες διακοπές και μάλιστα με είχες φιλοξενήσει εκεί πολλές φορές. Το δράμα μου ήταν, ότι υποκρίθηκα ακόμα μια φορά τον θλιμμένο και μάλιστα έως δακρίων, εξαιτίας σου. Πώς να μην ήμουν παρών άλλωστε στα διαδικαστικά των αποχαιρετισμών, ως ο καλύτερος σου φίλος από τα παιδικά χρόνια…
    Κι έτσι, μεγάλο κάθαρμα, μου στέρησες ως και την τελευταία μεγαλύτερη χαρά που είχα τάξει στον εαυτό μου. Μου στέρησες τον τάφο σου καθίκι. Και μου έδειξες πρώην ανθρωπάριο, μισητή στάχτη, ότι ήσουν "πάντα πέρα και πάνω από αυτά"!
    Το φοβερότερο ήταν ότι έπρεπε να ακολουθήσω τη γυναίκα σου, για να πετάξουμε τη στάχτη σου στο Αιγαίο. Δεν μπορούσα βλέπεις να μην παίξω την παράσταση μου ως το τέλος. Τι παιδικός φίλος ήμουνα… Πήγαμε λοιπόν στο σκατόνησο και σε όλο το ταξίδι η ηλίθια γυναίκα σου κρατούσε το δοχείο με τα απομεινάρια σου αγκαλιά, μη και της το πάρουν. Η ανόητη…
    Μπήκαμε στο ταχύπλοο του φίλου σου εκεί στην παραλία που κολυμπούσες κάποτε και ανοιχτήκαμε στη θάλασσα. Έσβησε τη μηχανή, απόλυτη ησυχία. Μόνο ο Κυκλαδίτικος αέρας ηχούσε. Με ένα βουβό κλάμα η ηλίθια γυναίκα σου, έγειρε προς το νερό, και άνοιξε το καπάκι του κουτιού με τη στάχτη σου γυρνώντας το ανάποδα.. Είναι τόσο ηλίθια - ίσως και να το έκανε επίτηδες - που το άνοιξε αντίθετα στον άνεμο. Αποτέλεσμα; Γεμίσαμε στάχτες, στο πρόσωπο, στα ρούχα, στα μαλλιά, παντού. Τρελάθηκα στην ταραχή. Διότι εκείνη τη στιγμή έτυχε να παίρνω βαθιά εισπνοή και η στάχτη σου, εσύ βρωμερό υποκείμενο έφτασες στα σωθικά μου. Βαθιά στους πνεύμονες και στο στόμα μου, βρέθηκαν τα καμένα σου κύτταρα.
    Η πανηλίθια γυναίκα σου, σήκωσε τα χέρια ψηλά, λες και ήταν ιέρεια σε κάποια πρωτόγνωρη τελετή και άρχισε να χαϊδεύεται πασαλείβοντας κάθε γωνιά τους κορμιού της με τη στάχτη σου. Και έπαιρνε βαθιές εισπνοές, έγλυφε τα δάχτυλά της και κατάπινε τη στάχτη σου. Με ένα βλέμμα βαθύτατης ικανοποίησης. Κι έτρεμε θυμάμαι. Φανερά έτρεμε, λες και μετείχε στην ύψιστη μυσταγωγία, η ανόητη. Ζούσα μια τρέλα. Έβηχα, πνιγόμουν, κατάφερα να αναπνεύσω με πολλή δυσκολία, λίγο πριν χάσω τις αισθήσεις μου από πνιγμό. Ήταν στιγμές μοναδικής παράνοιας. Τελικά επιβίωσα.
    Από τότε κάθαρμα, εκδικητή μου ακούσιε, σκατόψυχε, βήχω συνέχεια. Είναι το μεγάλο μου τικ. Δεν μπορώ να σταθώ πουθενά. Βήχω και φτύνω διαρκώς. Όλα τα φάρμακα, όλες τις θεραπείες δοκίμασα, χωρίς αποτέλεσμα. Είμαι ένας ανίατα ανάπηρος. Δε μπορώ να συναναστραφώ άνθρωπο. Αθεράπευτο με χαρακτήρισαν όλοι οι γιατροί. Κανείς δεν μπορεί να με ανεχτεί. Προκαλώ αηδία και εκνευρισμό στον καθένα. Ζω υποχρεωτικά στην απομόνωση. Εξαιτίας σου. Διότι το κακό που μου έκανες μια ζωή, έπρεπε να συνεχιστεί ως φαίνεται κάθαρμα. Και μετά θάνατον, κακό μου κάνεις. Τώρα, δεν είσαι μόνο "πάντα πέρα και πάνω από αυτά", αλλά μέσα μου! Κυλάς στο αίμα μου! Μπήκες στα κύτταρα μου! Και όσο και να βήξω, να φτύσω, να ξεράσω, εσύ είσαι εδώ. Παλιοκαθίκι! Αλλά τι περιμένεις από ένα ανθρωπάριο χωρίς ίσκιο! Ούτε έναν ίσκιο δεν αξιώθηκες τόσα χρόνια. Κάθαρμα χωρίς ίσκιο! Γκούχ, γκούχ, φτού, γκούχ...


    Ο ΜΑΝΟΣ ΣΤΗΝ ΟΛΓΑ Του χωρισμού

    Σε εκτιμάω βαθύτατα Ολγα. Σέβομαι τις επιθυμίες σου. Κατανοώ τις αντιδράσεις σου. Ξέρω τι είναι οι συνειδητές ή όχι, χρόνιες, έστω ασυνάρτητες επιθυμίες ζωής. Που όταν δεν εκπληρώνονται, σκάβουν. Δεν έχουν συχνά λογική, ούτε την χρειάζονται.

    Ισως έρχεται ένα τέλμα, χωρίς συμβάντα. Είναι αυτό που λέμε «μπουκώσαμε», Τότε, η δίψα για γεγονότα μεγαλύτερη και κάποιος πρέπει να ρίξει τη γροθιά στο μαχαίρι. Δεν χρειάζεται καμμιά εξήγηση, ανάλυση. Ολα γίνονται έτσι. Η λογική εδώ δε μετράει. Διότι... έτσι. Απλά κι ανθρώπινα.

    Κρατάμε ένα θησαυρό κρυμμένο οι δυό μας. Που κανείς δε θα μπορέσει ποτέ να δεί, να νιώσει, να προσμετρήσει την αξία του. Είναι οι στιγμές - αιώνες που μας έδωσαν ζωή, απογείωση, όνειρα, ελπίδες, χαρές, λύπες, οδύνες, εντάσεις, ηδονές, ζωή. Είναι ο δικός μας ανεξιχνίαστος, όμορφος θησαυρός. Επαιξε το ρόλο του, μένει βαθειά μας κι ασυνείδητα μας οδηγεί. Με άξονα αυτό το άλλο, το δικό μας ήθος.

    Είσαι ένα πλάσμα στα όρια της τελειότητας. Για τα δικά μου μάτια. Οπως οι αλήθειες μου τις νύχτες. Είναι στιγμιαία μοναδικές κι αψεγάδιαστες. Για να με κρατήσουν στη ζωή ως το χάραμα.

    Σήμανες μιάν αφύπνιση οδυνηρή, αναγκαία, σωτήρια. Χωρίς λόγια. Με δυό κινήσεις. Αιτιολογημένα. Σε ευχαριστώ, κι ας πρόκειται για μιαν οδυνηρή, δημιουργική όμως αφύπνιση. Θα μου λείψει το χάδι σου. Δεν έχει υποκατάστατο. Ομως η επανάλειψη, συχνά φθείρει. Είσαι το ανεκτίμητο κομμάτι μου. Παράγεις γεγονότα, ζωή. Ευχαριστώ.

    Να που είναι θέμα απόφασης καθοριστικής. Να μιλάμε για νέα αρχή κι όχι για τέλος. Η αγκαλιά μου άδεια, προσφερόμενη, σου στέλνει την υπόσχεση μιάς ζεστασιάς. Μη δειλιάσεις, μη σκύψεις, μη μετανιώσεις. Ζήσε τη χαρά μιάς νέας αρχής. Νάσαι ευλογημένη όπου και νάσαι, σκεπασμένη με κείνη τη δικιά σου αγιοσύνη, πέρα από θρησκείες.

    Ξέρω. Θέλει δύναμη. Την έχω και την έχεις. Μη δειλιάζεις όταν το άστρο σου σε καλεί σε νέους δρόμους. Ηρεμος πολύ. Η αγρανάπαυση, που κάνει τους αγρούς γονιμότερους. Νίκη δεν είναι απλά το ξεπέρασμα του πόνου. Είναι να βρείς τα κομμάτια σου, να συνθέσεις τη νέα εικόνα σου. Ετσι. Διαθέσιμη κι επιλέγουσα.

    Κάνε χαρά το απρόσμενο του αύριο. Το άγνωστο που έρχεται και μην αφήσεις τίποτα στην τύχη. Τίμησε με την προσφορά του εαυτού σου τους ελάχιστους που έχουν άξία. Εκλεκτική και όμορφη, σπάνια και ανιούσα, λατρευτική κι απέραντη. Είσαι.

    Δεν πονάω. Δεν χαίρομαι. Ετσι ουδέτερος, φαινομενικά αδρανής, εσωτερικά σε εγρήγορση, ασχολούμαι με τα πρακτικά που θέλουν λύση, για να είναι η καθημερινότητα ήπια. Σε σκέφτομαι τρυφερά. Αλλιώς θα πρόδινα τον εαυτό μου.

    Η αναντιστοιχία του βαθύτερου είναι σου, με τις επιλογές και τον τρόπο ζωής, πονάει. Ομως όταν νιώθεις ότι δεν θέλεις άλλο κάτι, δεν το απορρίπτεις απαραίτητα ως αξία. Απλά δεν σου κάνει. Οπως το λάθος, να λέμε αυτό είναι όμορφο, ενώ το σωστό είναι, αυτό μου αρέσει.

    Δεν είναι τυχαίο ότι πασχίζεις να βρείς δρόμους στις παρυφές της δημιουργίας, στη μουσική, στη ζωγραφική, στο θέατρο, στις τέχνες. Γιατί κατάλαβες, πως άφησες να σου επιβάλλουν ως κυρίαρχο, το πως είναι το στήθος σου για τα πρώτυπά τους και αγνόησες πως πρέπει να είναι η ψυχή σου, για να νιώσεις λεύτερη και να γεύεσαι - στιγμές - την ευτυχία.

    Σε φαντάζομαι όπως και πριν να φουσκώνεις το στήθος σε βαθειά ανάσα και να σπας τα κελύφη τους. Κι ας σε τρομάζουν οι επιλογές και κυρίως οι αποφάσεις. Κι όμως, είναι όλα τόσο απλά, όσο και δαπανηρά σε κάματο. Δες πόσο όμορφο είναι αυτό καθαυτό το ταξείδι κι όχι ο προορισμός.

    Πάλεψε - αφού ανακαλύψεις τις κρυμμένες χρόνια επιθυμίες - να ξεκινήσεις το ταξείδι. Μην αφήνεσαι στα χέρια κανενός. Μη φοράς μάσκες για να είσαι αρεστή στους άλλους. Το εγώ μας, η συνεχής προσπάθεια για δικαιολογία ύπαρξης, δεν μπορεί νάχει στόχο την αποδοχή από τους άλλους, αλλά την καθημερινή ικανοποίηση ότι περνάμε κι άλλο σταθμό στο ταξείδι.

    Μην αναζητάς αιτίες αλλού. Ποτέ δεν φταίνε οι άλλοι. Αυτοί είναι αυτοί που είναι. Εμείς τι κάνουμε...Κανείς δεν φταίει. Υπαίτιοι δεν υπάρχουν παρά μόνον εμείς. Οχι γιατί δεν αδράξαμε ευκαιρίες και στιγμές, αλλά γιατί αφήσαμε μαγνήτες να αποπροσανατπολίσουν τις πυξίδες μας.

    Απόλυτη ταύτιση δεν υπάρχει. Το έμαθα πιά. Την κατασκευάσαμε, γιατί απλά την έχουμε ανάγκη. Η επιλογή όμως του άλλου, που θεωρούμε ότι ταυτίζεται με μας, είναι η καθοριστική πράξη. Η διάσταση άλλωστε που μετράει, είναι η αντοχή στον πόνο, που σε κάνει να αναδύεσαι από την καθημερινή φθορά και σε κάνει γενναίο, λειτουργώντας καθαρτήρια.

    Δεν ξέρω που θα σε βγάλει η δοκιμασία των ημερών. Η αναδιάταξη, η οργάνωση επιθυμιών, η λήψη αποφάσεων, έτσι κι αλλιώς γόνιμη. Αποφάσισε κι ας κάνεις λάθος. Τουλάχιστον θα έχεις μετανιώσει για μιά κίνηση. Με όποιο τίμημα.Ποιός άλλωστε θα προδιαγράψει αποτελέσματα; Και πώς θα ζούσαμε με σίγουρη πρόβλεψη ζωής; Ποιό το νόημα;

    Σκέφτηκες αλήθεια, αν δεν είχες τόσην εξοικείωση μαζί μου, ότι το βάρος, η σημασία, το βάθος των λόγων μου θα ήταν άλλο; Κοίταξες γύρω σου; Βρήκες το ουσιώδες στις επιθυμίες που εμφανίζονται ανάγκες;

    Η πραγματική αγάπη δεν ορίζεται. Δεν έχει όρια. Οπως στις πραγματικές επιθυμίες. Στην πραγματική αγάπη, υπάρχει θυσία, κάματος, ανταμοιβή, δώσιμο ψυχής, ζωής. Είναι αυτή η υπέρβαση που τυφλώνει και γι αυτό είναι όμορφη.Συμφιλίωση με τον εαυτό μας τώρα. Γιατί αν όχι, πώς θα πλησιάσουμε τους άλλους;

    Τώρα αίσθηση ελευθερίας. Θα αποφασίζω, θα επιλέγω μόνος μου. Απροσδιόριστη χαρά για το απρόσμενο του αύριο. Ομως δεν είναι, δεν μπορεί να είναι αποτυχία οτι κατάφερα να ζήσω τόσα και έτσι μαζί σου. Είναι μέγιστη αμοιβαία επιτυχία. Μόνο που είχε ορισμένη διάρκεια. Απόλυτη ηρεμία. Ανασυγκρότηση. Γύρισμα της πλάτης στις πληγές του χτές. Το βλέμμα μπροστά. Υπάρχουν κι ευτυχισμένες μοναξιές...

    Σε ευχαριστώ Ολγα για ότι ζήσαμε. Σε ευχαριστώ για την εγερτήρια τελευταία σου κίνηση, που κατέδειξε το τέλμα που αφήνουμε. Είναι μεγάλο βήμα να συναποφασίζουμε το χωρισμό, γλυκά κι ανθρώπινα, παρά την οδύνη. Ολόψυχα, νάσαι καλά, αλλά τώρα δεν είναι στο ρόλο μου να βοηθήσω.

    Σε ευχαριστώ αγαπημένη των καιρών. Είδες την αναβλύζουσα ηρεμία μου; Το μόνο πρόβλημα (;) είναι αυτή η καταραμένη δίψα για την αφή, τη μυρωδιά, τη γεύση, την εικόνα του κορμιού σου...


    Η Λ Ε Κ Τ Ρ Α


    Αυτή η ισόβια νεότητα που βγάζουν τα μάτια σου, με το κράμα φόβου και δύναμης, με προκαλεί. Να βάλω το νυστέρι όλο και βαθύτερα. Το πρόσωπό σου εικονίζει τις τόσες εντάσεις, τον έρωτα, το θάνατο, την ομορφιά, την ανάταση, χιλιάδες έκπτωτους αγγελιαφόρους αγγέλους. Τη ζωή.

    Εσύ το ξέρεις, οτι υπάρχουν άνθρωποι, με βαθύ ενσυνείδητο σχίσμα εαυτού. Αυτό του ποιητή και του άλλου, του καθημερινού ανθρώπου της επιβίωσης. Εσύ το ξέρεις ότι Ποίηση δεν είναι απλά γραφή. Είναι το μεγαλύτερο. Το πιο βαθύ. Το μέγα.. Είναι στάση ζωής. Αξίες, αρχές, ανάλωση στην ένταση, στο πάθος. Οικοδόμημα με το πρώτο πετραδάκι στα θεμέλια πριν την εφηβεία. Και χτίσιμο συνεχές. Εως θανάτου.

    Ετσι κι εκεί, δυσκολεύουν τα πράγματα. Οταν λειτουργεί αυτό το δυσυπόστατο τεράστιο ανθρωπάκι στην καθημερινότητα για την επιβίωση, το ποιητικό υπόστρωμα το κάνει να γυρίζει την πλάτη στα μικρά, που όμως έχουν τόση σημασία στη ζούγκλα της επιβίωσης. Κι εκεί παίζεται ένα σκληρό, αμείλικτο παιχνίδι.

    Οταν στην επιφάνεια έρχεται ο ποιητής - που ξέρει καλά τι αξίζει τον κόπο και γιατί - μπαίνει στο αέναο παιχνίδι των ψυχοφθόρων εναλλαγών και θέλει, πρέπει να το δαμάσει για να υπάρχει. Δεν πονάει αυτή η διαδικασία. Είναι συνήθεια πιά.

    Ο ποιητής αποστρέφεται πολλά από την καθημερινότητα και τις διεκδικήσεις, που δεν έχουν τελικά αξία - σε βεβαιώνω γι αυτό - κι έτσι χάνονται καμιά φορά μάχες καθημερινότητας. Απλά, γιατί δεν έχουν δικαιολογία. Πώς να αγωνιστείς έναντι και εναντίον, όταν δεν δικαιολογείς τον αγώνα;

    Και ξέρεις, εδώ δεν υπάρχουν λογικές και αναλύσεις. Υπάρχει μια βαθύτερη δύναμη που σε εξουσιάζει. Λες κι είσαι ταγμένος σε κάτι και δεν του είσαι συνεπής. Ετσι και μόνο γι αυτό οι ενοχές. Τότε λέω για δικαιολογία ότι εντάξει δεν γράφω τώρα, αλλά ζώ. Κι εδώ που τα λέμε... επιβίωσα.

    Γιατί έφτιαξα τη δική μου πατρίδα - ένα κομμάτι ουρανού ίσως - και κούρνιασα εκεί και την πίστεψα και καλύφτηκα και την προστατεύω. Δεν πουλιώνται και δεν πουλήθηκαν ποτέ οι πατρίδες, γιατί δε μετρήθηκε η αξία τους ποτέ, γιατί δε χωράνε σε συναλλαγές και τιμήματα, γιατί είναι επιούσιες, μεγάλες, υπέρτατες, μοναδικές. Γιατί τις κατοικούμε εμείς, εγώ, εσύ, και τόσοι άλλοι. Γι αυτό δε νιώθω μόνος.

    Μοιάζουμε πολύ. Εγώ με ένα μολύβι κι εσύ με το χρωστήρα τις νύχτες. Με το βλέμμα στο χάραμα κι ένα γλυκό κάματο στην ψυχή. Λυτρωτικό και γαλήνιο. Με μπόλικες υπερβάσεις και ξαφνιάσματα. Αλλά και υπέροχες, την άλλη μέρα, ανακαλύψεις. Εκεί οι καταβυθίσεις και τα πετάγματα. Οι υπέρτατες δικαιολογίες ύπαρξης και έρωτας. Παθιασμένος, αλλόφρων, ήπιος, γλυκός, τραχύς, άλογος και κυρίως μέγας.

    Ο μεγάλος καλλιτέχνης, δίνει πάντα το περίσευμά του είπε ο Ουέλς. Και μείς θα πούμε, σαν τον Υβ Μοντάν στο ασθενοφόρο που δεν τόν έφτασε ζωντανό στο νοσοκομείο: Πείτε στους φίλους μου γειά χαρά, Πέρασα πολύ ωραία. Η σαν την Ελένη Βλάχου που είδε το θάνατο αποχαιρετισμό από υπέροχη συγκέντρωση σε σπίτι γιορτινό. Και φεύγοντας λέει στον οικοδεσπότη: Ευχαριστώ. Ηταν πολύ ωραία. Αυτό το περίσευμα, μας... περίσεψε Ηλέκτρα. Οσο για το έργο μας, ας το κρίνουν άλλοι. Κι έπειτα, δεν το κρύψαμε σεμνά δεκαετίες;

    Οταν είδες τα κείμενα είπες: Μα θα τολμήσεις να τα βγάλεις στον κόσμο αυτά; Θα ξεγυμνωθείς τόσο; Θυμάσαι Ηλέκτρα; Τότε σου μίλησα για τη μικρή μας επανάσταση. Αυτή, του να μην ντρεπόμαστε για τις ευαισθησίες μας. Σου είπα, ότι δεν θέλω να γίνω σαν τους ερωτευμένους, που ντρέπονται και κρύβουν την ανθοδέσμη, μη και τους δει κανείς στο δρόμο για το σπίτι της αγαπημένης. Και γέλασες. Στιγμές εξομολογήσεων...

    Ηθελες πάντα να υπάρχεις μέσα από το δώσιμο. Σεμνά. Αφανώς. Οπως ο μεγάλος Τάσος Λειβαδίτης, που έλεγε ότι ο δημιουργός μιλάει μέσα από το έργο του. Και γέμιζε η ψυχή σου χαρά και δικαιολογίες ύπαρξης, όταν το δώσιμό σου είχε αποτέλεσμα κι ας μην αναγνωρίζονταν.

    Πόσες φορές τους βλέπω να χαλαρώνουν δουλεύοντας σκληρά, γιατί έτσι γυρίζουν την πλάτη στις προσωπικές ενδοσκοπήσεις. Σε μένα τα πράγματα ήταν πάντα περίεργα. Δεν επιδίωξα τίποτα- εύκολα θα με χαρακτήριζαν άνθρωπο χωρίς στόχους - και τα πράγματα έτρεχαν μόνα τους. Mου πρότειναν διάφορα κι εγώ έλεγα ένα ναι ή ένα όχι. Eτσι ανέβηκα κάποτε τη σκάλα της ιεραρχίας τους. Γνωρίζοντας το φρούδο της όλης ιστορίας, πώς και πόσο γρήγορα μπορούν να σε ρίξουν από τη σκάλα τους και αυτοσαρκαζόμενος, περιγελώντας τίτλους κι αξιώματα, προχωρούσα. Φθορά μου η επανάληψη.

    Πολυτεχνίτης. Αρκεί να μην επαναλαμβάνομαι, γιατί εκεί κρύβεται η μεγάλη αρρώστεια. Oπως οι επαγγελματικές φιλοδοξίες, που σε κάνουν δούλο κι όταν ανακαλύψεις τη ματαιότητα των... βημάτων στην επιτυχία, τότε είναι πολύ αργά. Η ζωή έχει φύγει μέσα από μία ρουτίνα ανεξέλεγκτη. Και χωρίς να αφήνεις τα σημάδια σου... Δεν είπαν οι αρχαίοι μας ότι η ματαιοδοξία στο δημιουργό είναι κινητήρια δύναμη;

    Ετσι, νιώθω ότι γίνομαι όλο και πιο ψύχραιμος στα πράγματα, μέσα από κοπιαστικούς δρόμους ενδοσκοπήσεων και πετάω συνέχεια ότι δεν αξίζει πραγματικά τον κόπο. Aξίζουν τόσο λίγα πράγματα να δώσεις τον κόπο σου, τη λύπη, τη χαρά σου, τον ελάχιστο τελικά χρόνο σου.

    Και μην ξεχνάς αγαπημένη
    Οσο θα αποδέχεσαι τις αλήθειες ως μη μοναδικές, ως πάντα αυτοαναιρούμενες .
    Οσο θα απέχεις από ιδεολογικά κατασκευάσματα που φυλακίζουν τη σκέψη. Οσο θα νιώθεις ότι παίρνεις και δίνεις γνώση.
    Οσο θα κοιτάζεις τον άλλο στα μάτια και κάτι θα συμβαίνει μέσα σου.
    Οσο θα μπορείς να εκφράζεσαι.
    Οσο θα αγαπάς και θα το νιώθουν οι διπλανοί σου.
    Οσο θα επιβεβαιώνεις την ύπαρξή σου μέσα από το δώσιμο
    Οσο η αγκαλιά σου θα αισθάνεται τη ζεστασιά ενός άλλου ανθρώπου.
    Οσο θα επιζητούν οι άνθρωποι τη συντροφιά σου.
    Οσο τα εκφραστικά σου μάτια θα ιστορούν ότι πραγματικά έζησες
    Οσο η εύθραυστη εικόνα σου θα αποπνέει γαλήνια δύναμη
    Τόσο θα έχεις δικαιολογία ύπαρξης και θα παραμένεις επί της ουσίας και ισόβια νέα.
    Ηλέκτρα, εδώ τελειώνει και τούτη η αποφλοίωση.
    Χαίρε.


    Σ Τ Α Υ Ρ Ο Σ

    Οταν άρχισα που λές Σταύρο τα τραγούδια μου παιδί, ήξερα ότι δεν θα σταματούσα. Μόνο κάτι ανάπαυλες μεγάλες, με ενοχές για τον αποχωρισμό από τα χαρτιά μου και πάλι από την αρχή τραγούδι. Ξέρεις εσύ γιατί ομότεχνε. Το τραγούδι ήταν και είναι τόσο ζωογόνο, σαν νερό, σαν οξυγόνο, σαν αίμα, σαν φωτιά, σαν γή. Ως έρωτας. Μεγάλος κι ασίγαστος.

    Τώρα, είσαι βέβαιος πιά, ότι θα διηγούνται ως παραμύθια οι επίγονοι, για κάποιους προγόνους που αγαπούσαν, που προλάβαιναν τα δειλινά και ρούφαγαν τα σούρουπα με τα χέρια ανοιχτά σε αγκαλιά

    Θα διηγούνται για προγόνους, που ένιωθαν την ανάσα της συντρόφου. Ενιωθαν την αφή ενός κορμιού κοντά και μέσα τους και το μύριζαν και το γεύονταν. Ολα. Το κορμί, το δέρμα, την ψυχή, το μέσα του άλλου. Παραδομένοι σε μιάν έκσταση επαναλαμβανόμενη, αλλά πάντα μοναδική.

    Θα διηγούνται ιστορίες για μιά μπαγκέτα, ένα δοξάρι, ένα μολύβι, ένα πινέλο, ένα σκαρπέλο. Από τις αρχαίες εποχές.

    Θα διηγούνται για γραμμόφωνα, χρωματιστά φουστάνια, όνειρα, απαντοχές, ελπίδες, αγώνες, συλλογικές αυταπάτες, κι οράματα πολλά.

    Θα διηγούνται για βλέμματα που έσκιζαν στιγμές τον ουρανό. Για σημαίες πολύχρωμες υψωμένες στα αστέρια. Για παιδικές μνήμες τρυφερές, για φιλίες κι αυτοθυσίες. Για βλακώδεις, εκμεταλλεύσιμους ηρωϊσμούς.

    Θα διηγούνται για γράμματα σε υγρούς φακέλους με ξεθωριασμένο όνομα αποστολέα, για κίτρινες φωτογραφίες, για κήπους και καρπερά δέντρα.

    Θα διηγούνται για πολέμους - συμβατικούς τους έλεγαν τότε - για λιθόστρωτους δρόμους και σκοτεινά σοκάκια, για σπίτια νεοκλασσικά των επαϊόντων

    Βέβαια δεν ήξερα, πού να το φανταστώ, ότι τα ποιήματα στον υπολογιστή χρόνια μετά, θα υμνούσαν εκπληρωμένους μόνο έρωτες. Η ότι τώρα, συνέχεια των δαχτύλων, πλήκτρα πλαστικά. Με το αλφάβητο ταξινομημένο αυστηρά. Είπαν για μεγαλεωφόρους της παγκόσμιας επικοινωνίας, μέσα από υπολογιστές της απομόνωσης.

    Τώρα μεταλλαγμένα τρόφιμα και βρώμικος αέρας. Τώρα αποστάσεις και μυθεύματα. Τα βιβλία μακριά. Οι ανάσες γρήγορες τις νύχτες, από κάματο. Γιατί ο χρόνος δε φτάνει πιά. Εγινε πολυεθνικός και παγκόσμιος και χτυπάει μυαλό, καρδιά κι ανάσες. Δεν υπάρχει χρόνος γι αγκαλιές.

    Η αγαπημένη βλέπει το χέρι σου απλωμένο κι ανέγγιχτη, βαδίζει χαμένη στις λεωφόρους τους. Τα χαρτιά σου τα πήρε ο άνεμος κι ας τα σφιχτοκλείδωσες στο συρτάρι. Αυτοί που διάβαζαν κείμενα πατεράδων και προγόνων, πήρανε το στίγμα του αφελούς. Αχρηστοι δηλαδή, χωρίς χρησιμότητα καμμιά, απασχολούν τους νυν εξουσιάζοντες, όπως εμάς κάποτε τα σκουπίδια που μόλυναν τον ορίζοντά μας.

    Κι εγώ, ο ταξίδευτής σε χώρους άγνωστους τις νύχτες, δεν έχω πιά ούτε την οργή, που θα κινούσε το χέρι μου οπλισμένο τσεκούρια και σπαθιά, για να σπάσω σε χίλια κομμάτια τις οθόνες τους. Εκαναν εικόνες αυτά τα υπέροχα άυλα όντα που στήριζαν το αλφάβητο και τα τραγούδια μας. Οι λέξεις έγιναν πλήκτρα, οθόνες, δίκτυα που μπαίνουν στο μυαλό και το χωρίζουν σε τετράγωνα συμμετρικά κι ηλίθια της αποχάυνωσης. Και τα όνειρα ξεχασμένα σε προγονικές αποθήκες χωρίς συντηρητικά.

    Τώρα, το βλέμμα σε βάθος μπροστά. Με ματιά σταθερή, καθαρή, προσηλωμένη σε καταγραφή αφανούς βίας με εκτενή παγκοσμιότητα.

    Βλέπω τους χρήστες σε ταξείδια χαλεπά κι αστόχαστα να χάνονται όλο και πιό βαθειά στις αυταπάτες μιάς ζωής χαμένης από πριν, με την ψευδαίσθηση οδηγό και με την εκούσια ολική εξαπάτηση πέπλο.

    Βλέπω στο δρόμο της οριστικής απώλειας, να χάνονται μέτρα, αξίες, καταβολές, κληρονομιές, αισθητικά πρότυπα, συναισθήματα, αιτούμενα, αγώνες, πλησιάσματα, διεκδικήσεις, θεμέλια και ήθη.

    Βλέπω νέους κώδικες ηθικής σε ξέπνοους χρήστες, ρολόγια να δουλεύουν ακατάπαυστα χωρίς ελέγχους, συντηρήσεις. Τα παλιά ρολόγια δεν χρειάζονται πιά κι ο ρολογάς νεκρός από καιρό χωρίς όνομα, ιστορία, καταχωρημένος σε δισκέτες συμπύκνωσης πληροφοριακού υλικού, αρχείων.

    Βλέπω όλη τη γη μιά αράδα, μιά ζωή, μιά λέξη. Κι η γλώσσα διαβρωμένη από ξένες εισβολές, χωμένη κι αυτή στο παιχνίδι της απώλειας μιάς εθνικής συνείδησης ήδη κατακερματισμένης.

    Βλέπω ξεσηκωμούς, αγριέματα, διεκδικήσεις επιστροφών, όχλους πολύχρωμους και χέρια να σφίγγουν πάλι σε γροθιά.

    Βλέπω παιδιά μεταλλαγμένα σε γέροντες και γυναίκες ένδεες, γυμνές, ακίνητες, χλωμές, να αρνούνται αναπαραγωγές κι επιβιώσεις. Με στήθια στεγνά, γεμάτα σιλικόνες, ανάμεσα σε δέντρα αποκαϊδια δάσους. Ογκοι τσιμέντου, ατσαλιού, γυαλιού, κλείνουν το δρόμο.

    Τα βαρελότα της Ανάστασης σε λόφους μακρινούς, απρόσιτους, ερημικούς.

    Τώρα, όλα τα γιατί έχουν μιάν απάντηση. Αδιαμφισβήτητη, μοναδική, μονόδρομο σε λεωφόρους εξειδίκευσης, ως και της ψυχής μας. Η αλήθεια τους μόνο μιά. Κι η αμφισβήτηση, αίμα.

    Φόβος στους ισχυρούς κι υποταγή. Το τίμημα μικρό και μέγα, ολόκληρη ζωή χωρίς προορισμό.

    Το νιώθω. Οι λίγοι γίναμε λιγότεροι. Κι αν βρούμε την απάντηση, θα είναι μετά. Τότε που κι η ίδια δεν θα έχει νόημα πιά, για να βεβαιώσουμε τους επιγόνους ότι είχαμε καλύτερες αυταπάτες. Με το χρόνο αμείλικτο να γράφει ιστορίες λαών, εθνών, μοναχικών ανθρώπων.Οριακή σύντμηση χρόνου και μεις εξαρτήματα άβουλα, μιάς μηχανής χωρίς πυξίδα. Οι στόχοι τώρα πουθενά.

    Και φτάσαμε να περπατάμε με το βλέμμα στη γη. Ψάχνοντας αβέβαια το χώρο για το επόμενο βήμα. Και μετά, τεράστια η απόσταση της επιστροφής. Γιατί έχει συντελεστεί ο πηγαιμός. Κι η επιστροφή, πάντα μεγαλύτερη.

    Θυμάμαι τώρα καθαρά, που είπες, πως αν η αλήθεια είναι άσπρο ή μαύρο δε θέλω να τη μάθω ποτέ.

    Σταύρο των πολύτιμων στιγμών της ευαισθησίας, της ανημποριάς και της υπέρτατης δύναμης. Χαίρε τα ερέβη.

    Πολύτιμε, ησυχία. Τώρα η νύχτα είναι βαθειά.

    Ομως...
    Για να υψώνεις το χέρι, γροθιά ή παλάμη ανοιχτή πάνω από τους ανθρώπους και τα ερείπια, θα πει ότι είδες ορίζοντες και το σύμπαν δεν άδειασε - γιατί χωρίς φως πώς θα φανούν γραμμές των οριζόντων - κι έπειτα, μαζί με το χέρι απλωμένο ή γροθιά, υψώνεσαι και συ αδερφέ μου. Τι κι αν κάτω είναι ερείπια ή ναοί. Υψώνεσαι κι αυτό μετράει σ αυτή την καταραμένη συνομοταξία μας. Κι αν όχι, πώς και γιατί αιωρούμαστε;


    ΕΛΠΙΔΑ


    Ελπίδα, σε είδα να ορθώνεις το κορμί, μόνο χορεύοντας με τα χέρια υψωμένα. Τότε που η γλώσσα του σώματος έκλεινε το στόμα. Κι έτσι δεν μπόρεσες να πείς ξανά: Ως κι οι ποιητές πεθαίνουν...
    Της Στροφής, ο ένας
    των Τυφλών με το λύχνο, ο ένας
    των Προσανατολισμών ο ένας
    της Ενδοχώρας, ο ένας
    της Ελένης, ο άλλος
    Ολοι αυτοί και τόσοι άλλοι, έπρεπε να ασπρίσουν για να σκύψουν στους ουρανούς και να τους ανακαλύψουν βαθύτερα ως τεθνεώτες; Κι αφού οι γέροντες βάζουν πάντα το παρελθόν σε τάξη, αυτοί γιατί ποτέ δεν προλαβαίνουν;

    Κι εγώ, έτσι υπάρχω και πορεύομαι κι υπομονεύω, γιατί χάθηκαν τόσοι και χρόνια πολλά σε αναπάντητα γιατί. Κι όλα τα γιατί δεν έχουν απάντηση, απλά γιατί αλλιώς δεν θα υπήρχαν

    Είναι καιρός που σεβάστηκα όλα τα εφηβικά, χωρίς απάντηση, γιατί . Κι έτσι μιά αίσθηση ελευθερίας, άνοιξε τα δυό μου χέρια σε αγκαλιά για τον κόσμο ολόκληρο. Απαλλαγμένος από μίση, γεμάτος πάθη, άδειος από σιγουριά, όμως χωρίς ανασφάλεια - αφού το αύριο θα έρθει έτσι κι αλλιώς, με ή χωρίς εμένα - γατζώθηκα στο αιώνιο, χωρίς αιτιολόγηση, παιχνίδι της συνέχειας κοιτάζοντας τον ουρανό κι όχι το χάος, για να καταφέρω να αφήσω χάρτινους απογόνους. Ομως στο παιχνίδι της συνέχειας, έλειψαν κάποια χρωμοσώματα...

    Σε βλέπω αχνά Ελπίδα και σκέφτομαι πως υπάρχουν ταίρια, που το μισό εξαφανίζει το άλλο, οδηγώντας στην εξαφάνιση αυτό το ίδιο το ταίρι. Κι έτσι, πάντα μετά τα μεσάνυχτα, σε αγναντεύω αγαπημένη. Δεν έχεις χρώματα, ούτε περίγραμμα πιά. Κι όμως υπάρχεις.
    Σαν τα εφηβικά όνειρα που τρέφουν ώριμες ηλικίες
    Σαν το χνούδι στο εφηβαίο της ομορφιάς
    Σαν την Ανοιξη που δεν λέει να ρθει
    Σαν τα απλωμένα ασπρόρούχα της γειτονιάς
    Σαν το χαμόγελό σου
    Σαν τη σκιά κείνων που δεν πέρασαν ακόμα
    Σαν τα σοκάκια αυτων που κοιτούν τον ουρανό και βαδίζουν με σιγουριά
    Σαν το ψωμί στα χέρια που αγκάλιασαν ευαίσθητα βρέφη
    Σαν το χρώμα της ανθοφορούσας γής
    Σαν το βλέμμα του αποχαιρετισμου
    Σαν τα μαντήλια στα λιμάνια και τους σταθμούς
    Σαν τα μολύβια που μεταγγίζουν το βάρος της καρδιάς σε λευκά χαρτιά
    Σαν την κίνηση του κορμιού σου υποταγμένου σε μουσικές
    Σαν το άγνωστο που θάρθει νύχτα αργινή κι ευαίσθητη
    Σαν την παραπαίουσα απόφαση της στιγμής
    Σαν το παιχνίδι μες στις λάσπες
    Σαν το γιορτινό δέντρο της ανάστασης
    Σαν το χρώμα κυκλαδίτικων βράχων το σούρουπο
    Σαν εσένα που λείπεις ωσεί παρούσα
    Σαν το ποτό που κυλάει αργά στις φλέβες
    Σαν το γέλιο σου που γεμίζει αδειανά κελάρια
    Σαν το ποτάμι που χάνεται στον ωκεανό
    Σαν τα άκρως σιωπηλά τραγούδια μου τις νύχτες
    Σαν τις φλύαρες σιωπές των ματιών σου
    Σαν τις αναίτιες ενοχές
    Σαν τους μοναχικούς έφηβους τις άγριες νύχτες του χειμώνα
    Σαν τα χωρίς αποδέκτη τραγούδια μας
    Σαν τον ποιητή που χωράει σε ένα κουτσό αλφάβητο τις νύχτες
    Σαν την ποίηση που τρέφει την τυφλή μεγαλωσύνη μας
    Σαν τους ισόβια μοναχικούς του πνεύματος

    Σαν την ποίηση, τον ποιητή, εσένα, το τραγούδι, τον μαύρο ουρανό, τον ήλιο, τη θάλασσα, τα κυκλαδίτικα βράχια, τον άνεμο, τον ήχο, το σούρουπο, τα χρώματα της οικουμένης, τη μεταρσίωση εκείνου, του μόνου και μοναδικού.

    Μακριά σου η έλλειψη μελαγχολία, η αφή σου πολυτιμότερη, η μυρωδιά σου βασανιστική στέρηση, το κοντσέρτο για βιολί πιό ευαίσθητο, το δωμάτιο άδειο. Θα κοιμάσαι τώρα όπως πάντα ως άγγελος Θέλω τη φωνή σου να λέει σ αγαπώ. Την αφή σου σε επίκληση. Τη μυρωδιά σου να με αγκαλιάζει. Τα μάτια σου να διώχνω τη μελαγχολία τους. Το κορμί σου να νιώθω ότι υπάρχω. Το χέρι σου για περπάτημα σε όμορφους δρόμους Τα μάτια σου να μοιράζομαι τις ομορφιές. Και δεν ντρέπομαι, ούτε θα ντραπώ. Και όχι βέβαια γιατί οι δρόμοι είναι πάντα έρημοι, με τόσο συνωστισμό.

    Είναι τόσο αργά Ελπίδα, τόσο...
    Καληνύχτα.


    Ο επιστολικός λόγος του Γιώργου Δουατζή
    του Απόστολου Μπενάτση

    Πριν από λίγες μέρες έλαβα ένα βιβλίο. Έχει τον τίτλο Προς δέκα επιστολή. Τα ανεπίδοτα. Συγγραφέας του είναι ο Γιώργος Δουατζής τα σχέδια δε και η ζωγραφική του Μιχάλη Αμάραντου. Εκδόθηκε από τον «Κάκτο». Το βιβλίο διαβάζεται ευχάριστα. Απαιτεί όμως, μετά την πρώτη ανάγνωση, μια δεύτερη ερμηνευτική ανάγνωση αυτή τη φορά.
    Ο τίτλος ασφαλώς παραπέμπει σε μια διαδικασία επικοινωνίας. Υπάρχει ο Πομπός, το αφηγηματικό κείμενο, και ο Δέκτης, ο παραλήπτης της επιστολής. Εύκολα μπορούμε να διακρίνουμε στο κείμενο του Δουατζή τον αφηγητή-επιστολογράφο και τους δέκτες της αφήγησης που ονομάζονται «Όμηρος», «Φοίβος», «Φαίδρα», κτλ. Ανάμεσα τους δεν υπάρχει καμιά φραστική επικοινωνία. Τα πρόσωπα δε συνομιλούν. Ο αφηγητής ωστόσο αναλαμβάνει το ρόλο του κοινωνικού παρατηρητή και του ρεπόρτερ. Παρατηρεί συμπεριφορές, τις αναμεταδίδει και τις αξιοθετεί.
    Ο τίτλος του βιβλίου θυμίζει βιβλικά κείμενα όπως λ.χ. την Προς Κορινθίους επιστολή. Μια τέτοια διακειμενική αναφορά ωστόσο θα μας οδηγούσε στο συμπέρασμα πως οι «Επιστολές» περιέχουν μια απόλυτη αλήθεια. Δεν πρόκειται όμως για κάτι τέτοιο. Το ποιητικό υποκείμενο μιλάει για τους ανθρώπους και τις ανθρώπινες καταστάσεις.
    Στην πρώτη επιστολή, η οποία δεν έχει καμιά χρονολογική ένδειξη, ο αφηγητής εκθέτει τις προγραμματικές του αρχές, το αφηγηματικό του πρόγραμμα δηλαδή. Έχουμε επομένως την ανάδυση ενός υποκειμένου. «Αποτελείς μιαν άριστη αφορμή για να επιτείνω τη δική μου δικαιολογία ύπαρξης μέσα από τα γραφτά μου.» Ταυτόχρονα δηλώνεται με μετριοφροσύνη ο στόχος του: «Σου δίνω λοιπόν τα κείμενα αυτά, που σου ανήκουν δικαιωματικά, ως παραλήπτη και κάνε τα ό,τι θες». Το ρήμα που υπάρχει εδώ είναι το «κάνω», το οποίο δηλώνει μια δράση και μια συμμετοχή στη διαδικασία της ανταλλαγής. Ο παραλήπτης έχει την ευχέρεια να δεχτεί ή να απορρίψει την επιστολή. Πάντως με κάθε τρόπο θα λάβει μέρος στο παιγνίδι και αυτή η συμμετοχή είναι ο στόχος του ποιητικού υποκειμένου γιατί μας βγάζει από την αδράνεια και μας κινητοποιεί.
    Στην επόμενη επιστολή θα παρατηρήσει κανείς ότι λείπουν τα σημεία στίξης. Το γεγονός αυτό δεν είναι τυχαίο. Η γρήγορη αυτή παράθεση των σκέψεων υποδηλώνει την επιθυμία του αφηγητή-επιστολογράφου να μιλήσει για όλα τα πράγματα που ενδιαφέρουν τον παραλήπτη. Πρόκειται για μια γρήγορη διαδρομή. Ιδιαίτερα μάλιστα επισημαίνεται ο λυτρωτικός ρόλος της τέχνης, η οποία μας απελευθερώνει από τα κοινωνικά δεσμά που μας επιβάλλουν οι άλλοι με τις προσδοκίες ή τις σκοπιμότητές τους. «κι έπειτα - όπως έγραψε ο Λειβαδίτης - μπορεί να ζωγραφίσεις και μια πόρτα στον τοίχο και να φύγεις...»
    Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κείμενα του Δουατζή είναι αυτό που επιγράφεται «Κατερίνα». Χαρακτηριστικό του γνώρισμα είναι ότι εδώ λείπει ένας από τους κύριους όρους της πρότασης. «Έλλειψη ρημάτων στο κείμενο αυτό Κατερίνα. Σκόπιμη και σηματοφόρα.» Σημαίνουσα θα λέγαμε από τη δική μας οπτική γωνία. Το ερώτημα είναι γιατί γίνεται αυτό. Είναι γνωστό ότι το ρήμα σχετίζεται με τη δράση και το υποκείμενο με το πρόσωπο που ενεργεί ή υφίσταται την ενέργεια. Μένουν οι καταστάσεις των πραγμάτων. Αυτές παρουσιάζει ο παρατηρητής-ρεπόρτερ. Πρόκειται για τις «δέκα οικογένειες» που ελέγχουν τα μέσα ενημέρωσης, για τη δράση των ηλεκτρονικών πολυμέσων που αδυσώπητα επιβάλλουν παντού την παρουσία τους. Είναι πλέον ορατός ο κίνδυνος απώλειας της εθνικής ταυτότητας καθώς και της γλώσσας μας. Ένα ρεπορτάζ όμως όσο και αν είναι εντυπωσιακό, έχει το στοιχείο του πρόσκαιρου και του επίκαιρου. Γι' αυτό και η κατακλείδα της επιστολής είναι διαφορετική και σημασιοδοτεί το αίτημα μιας αντίστασης.
    Ανάμεσα στις επιμέρους επιστολές, υπάρχει μια που είναι άτιτλη. Δεν προσδιορίζεται δηλαδή ο αποδέκτης, ο οποίος, όπως δηλώνεται ρητά, θα μπορούσε να είναι «ο Ηλίας, ο Βασίλης... ο Γιώργος της διπλανής πόρτας». Σηματοδοτείται με τον τρόπο αυτό το πέρασμα από την ανυπαρξία στην ύπαρξη, από το μη-είναι στο είναι μέσω της τέχνης. Πρόκειται για μια διαδικασία που συνδηλώνει την ίδια την αποστολή της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Όταν ένας χαρακτήρας λάβει υπόσταση, τότε είναι ικανός να αναλάβει δράση. Αυτό όμως προϋποθέτει ότι θα αποκτήσει τη δύναμη, τη γνώση και τη θέληση να ενεργήσει. Ο κοινωνικός παρατηρητής θα επισημάνει τη θέληση του παραλήπτη να ξεφύγει από τον κλοιό των άλλων. «Και είπες «καλύτερα μόνος, παρά με την αυταπάτη της μοιρασιάς». Και «χάθηκες στην άγρια ομορφιά, την περήφανη, της Μάνης». Την κίνηση αυτή θα τη συνοδέψει η γνώση. «Κι είδες πάλι ότι η ματιά της μοναξιάς οξύτερη, ευαίσθητη, πανοραμική, τεκταίνουσα». Αυτή η γνώση μάλιστα θα συνεχίσει να εκδηλώνεται με τη συνεχή επανάληψη του ρήματος «είδες». Χρειάζεται όμως και η δύναμη. Πραγματικά ο αποδέκτης τη διαθέτει. «Τώρα παίζεις στα χέρια σου ζωές, σε βαραίνουν οι εξαρτήσεις κι είσαι έτοιμος για το μεγάλο τίναγμα». Μετά λοιπόν από τη δημιουργία του υποκειμένου μένει ο κύριος άθλος και η αναγνώριση του ήρωα. Και πραγματικά αυτός πρόκειται να αναλάβει δράση: «Να αποτινάξεις μάσκες και ψεύτικες ενοχές. Να υψώσεις τη φωνή σου πέρα από τα ύψη τους. Πέρα από τα τείχη τους.» Όταν όλα αυτά συμβούν ή πρόκειται να συμβούν, ο κοινωνικός παρατηρητής θα απονείμει τον έπαινο: «Έτσι Άγιο Αντρειωμένο. Δε σε φοβάμαι πια». Πρόκειται για την αναγνώριση του ήρωα, θα λέγαμε με αφηγηματικούς όρους.
    Η δεύτερη θεματική ενότητα ονομάζεται Τα ανεπίδοτα και αποτελεί την πιο πρόσφατη παραγωγή του Γιώργου Δουατζή. Ο τίτλος μονοσήμαντα αναφέρεται στο μήνυμα που δεν έχει φτάσει στον παραλήπτη του, ίσως γιατί αυτός δε μένει πια στη γνωστή διεύθυνση. Ταυτόχρονα σηματοδοτεί ένα αδύνατο. Σε ποιον να επιδώσεις ένα γράμμα που αναφέρεται στα μεγάλα γεγονότα της ποίησης και του έρωτα; Ιδιαίτερα μάλιστα όταν ο ερωτικός λόγος παρουσιάζεται σαν ένα θέλω ή σαν μια νηφάλια αποτίμηση της ερωτικής περιπέτειας. Ο μόνος δρόμος για να φτάσουν στον αποδέκτη τους τα γράμματα είναι ο δρόμος της τέχνης. Με τον τρόπο αυτό αποκαθίσταται η χαμένη επικοινωνία.
    Βλέπουμε ότι το ποιητικό υποκείμενο συνομιλεί εδώ με τους ομοτέχνους του, αξιοθετεί το έργο τους, νιώθει τη χαρά της δημιουργίας και ελπίζει. «Το τραγούδι ήταν και είναι τόσο ζωογόνο, σαν νερό, σαν οξυγόνο, σαν αίμα, σαν φωτιά, σαν γη. Ως έρωτας. Μεγάλος κι ασίγαστος». Στο «Σταύρο» ακόμη η ποιητική όραση συνεχώς διευρύνεται για να καλύψει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον και να δώσει στην τέχνη του αφηγητή μια διάσταση συμπαντική,.
    Θα περίμενε κανείς στην «Όλγα του χωρισμού» να βρεθούμε μπροστά σε μια γνωστή θεματική, δηλαδή στην οργή για το χωρισμό ή την απελπισία και τη θλίψη για όσα συνέβησαν ανάμεσα στο ήρωα και το αγαπημένο αντικείμενο. Ο Δουατζής όμως ανανεώνει, στο απολαυστικό αυτό κείμενο, τα θεματικά του εργαλεία. Ο επιστολογράφος του δεν είναι ο επικριτής, αλλά ο χειραγωγός της «αγαπημένης των καιρών». Αξιοθετεί και ηθικοποιεί την ερωτική τους συμπόρευση. «Κρατάμε ένα θησαυρό κρυμμένο οι δυο μας... Είναι οι στιγμές - αιώνες που μας έδωσαν ζωή... Πάλεψε... να ξεκινήσεις το ταξείδι.. Σε ευχαριστώ Όλγα για ό,τι ζήσαμε.» Τώρα η αγαπημένη οφείλει να συνεχίσει τη ζωή της. Ν' αντισταθεί δηλαδή στις διασκορπιστικές δυνάμεις της ζωής, να αποφύγει το χάος και να βάλει τάξη στη ζωή της.
    Διαβάζοντας κανείς το βιβλίο του Γιώργου Δουατζή νιώθει την ανάγκη να το αποτιμήσει στο σύνολό του. Πρόκειται για μια εκ βαθέων εξομολόγηση με τη μορφή μιας «ποιητικής» επιστολής που απευθύνεται σ' ένα φίλο, ένα ποθητό αντικείμενο ή σε έναν οποιοδήποτε αποδέκτη. Το έργο εστιάζεται σε ηθικά και φιλοσοφικά θέματα, τα οποία όμως παρουσιάζονται με αρκετές προσωπικές λεπτομέρειες και μ' ένα οικείο ύφος. Οι μονόλογοι αυτοί δίνουν έμφαση στον ομιλητή, ο οποίος αναλαμβάνει το ρόλο του κοινωνικού παρατηρητή. Ταυτόχρονα δίνει τις συντεταγμένες ενός ορισμένου χωρο-χρόνου και αξιοθετεί τις προσδοκώμενες ενέργειες.
    Υπάρχει όμως στο τέλος του βιβλίου μια φράση που αποκαλύπτει το κρυμμένο νόημα του έργου: «θα συνεχίσουν το σεργιάνι τους στις λεωφόρους ανίχνευσης των ανθρώπινων παθών.» Ο Δουατζής επομένως με τα κείμενά του κι ο Αμάραντος με τα σχέδια και τη ζωγραφική του στοχεύουν να μας παρουσιάσουν τις καταστάσεις της ψυχής. Είναι σαν να εμφανίστηκε ξαφνικά μια άλλη φωνή για να φωνάξει τη δική της αλήθεια, να πει πράγματα με διαφορετικό τρόπο. Διαπιστώνουμε στις επιστολές την ύπαρξη ενός ιδιαίτερου θυμικού «αρώματος» που ευαισθητοποιεί τον αναγνώστη. Βλέπουμε ακόμη τον τρόπο με τον οποίο το ποιητικό υποκείμενο εγγράφεται σε ένα χώρο, «αντιλαμβάνεται» τον εαυτό του και αντιδρά στο περιβάλλον του. Κυρίαρχη είναι εδώ η κατηγορία της έλξης και της απώθησης που σχετίζεται με τη γενικότερη κατηγορία της ευφορίας και της δυσφορίας. Οι επιστολές δίνουν έμφαση στα συστήματα αξιών στα οποία στηρίζεται η κοινωνική συνοχή. Ο κοινωνικός παρατηρητής που εμφανίζεται στο υπό μελέτη κείμενο ανήκει στις συνεκτικές δυνάμεις. Γνωρίζουμε ότι η κυκλοφορία (ή η μετάδοση) των αξιών αποτελεί τη βάση της κοινωνικής συνοχής. Αυτός είναι ο λόγος που το ποιητικό υποκείμενο επιλέγει το δρόμο της επικοινωνίας μέσα από την τέχνη.
    Πιστεύουμε ότι ο αναγνώστης θα απολαύσει το βιβλίο του Γιώργου Δουατζή και θα περιμένει με ανυπομονησία νεότερα κείμενά του.
    Ιωάννινα Φεβρουάριος 2003


    Μικρά

    1. Oταν φτάσεις στη σιωπή θα ξέρεις.

    2. Hταν τόσο λευκά τα σεντόνια, σαν τις μεγάλες αλήθειες.

    3. Tραγούδα το χειμώνα, που σε έκανε να νιώσεις την Aνοιξη.

    4. Mην βουτάς στα δάκρυα. Eίναι κρυστάλλινα και δεν μπορείς να κινηθείς.

    5. Nα στοχάζεσαι μόνο είναι εγωϊσμός. Nα στοχάζεσαι και να δίνεις, είναι καθήκον.

    6. Eίναι απο τα ωραιότερα δάκρυα, αυτά της υπομονής και της αποφασιστικότητας.

    7. Eνας σκοπός, δεν είναι δα και μικρή υπόθεση.

    8. H επανάληψη. Mιά απάτη σε βάρος της ομορφιάς.

    9. Eίναι χρέος να αφήνεις πάντα μεγαλύτερους διαδόχους.

    10. H παραδοχή δεν είναι ήττα.

    11. Δέχομαι τον ολοκληρωτισμό, μόνο στο δώσιμο.

    12. Nα διψάς και να βυθίζεσαι στη μοναξιά. Nα η δύναμή σου.

    13. Aγαπάμε τα πράγματα, που αγγίζουν μόνο αφή και όραση. Tι θα έπρεπε να κάνουμε με τους ανθρώπους;

    14. Nα χαίρεσαι και όταν σε μισούν. Θα μισούσαν ποτέ την ανυπαρξία σου;

    15. Eυλόγησε εκείνους που έμειναν παιδιά. Zευγάρωσε σφιχτά την ευλογία με τη λύπη.

    16. Eίδωλα. Λιβάνι τους η ανθρώπινη ματαιοδοξία.

    18. H αιωνιότητα και η πλάνη της συνέχειας. Mακάριοι...

    19. Mεγάλο ατού η πρόγνωση. Mεγαλύτερο η πρόληψη, στους αδύναμους να προβλέψουν.

    20. Aυταπάτη ανόδου. Tρέχει ανάποδα σε κυλιόμενη σκάλα.

    21. "Oι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν έχουν ιστορία". Mήπως είμαστε ευτυχισμένοι;

    22. H μνήμη βοηθάει να πας βαθειά στο μέλλον.

    23. Iσως έχουν πια δίκηο, οταν καθεστώς και μόνη διέξοδος, όλων, είναι η επιλογή αφεντικών. Για όλους.

    24. Aποστροφή στα μεγάλα έργα Tέχνης. O φόβος, μπρος στην υπέρβαση των ανθρώπινων δυνατοτήτων.

    25. Πόνος. H ουσία της έκφρασης σε κάθε πρόσωπο. Aυτήν την ουσία ανασκαλεύουν οι γενναίοι.

    26. Iδιο το ψέμα με τις πόρνες. Mας ικανοποιούν, τις κακίζουμε κι υπάρχουν χάρη σε μας

    27. Προσποιητή μετριοφροσύνη. Xυδαιότερη απο την έλλειψή της.

    28. H ποίηση στην Aρχαία Eλλάδα, ήταν το όπιο του Θεού. Σήμερα, το νυστέρι που τον κάνει δικό μας.

    29. Oταν φοβάσαι και κρυώνεις τις νύχτες, δεν σε χρειάζεται κανείς...

    30. Δεν μας έριξαν σε Kαιάδα ως λειψά Σπαρτιατόπουλα, γιατί κανείς δεν μίλησε για αναπηρίες.

    31. Θύματα της συνήθειας οι μεγάλες αλήθειες. Λέγονται συχνά, ως απλά πράγμα- τα που είναι και χάνονται στην επανάληψη.

    32. Nα ισορροπείς στη μέση της φωτιάς. Λαμπάδα, ενδίδουσα σε πάθη.

    33. Eζησε την ευτυχία της άγνοιας και βούτηξε βαθειά στη γνώση.

    34. Kόλλησε σωτήρια στις μάσκες μας, το αφελές, παιδικό, παράδοξο, διεξοδικό.

    35. Λυπήσου τα είδωλα, την προσωρινότητα τις αυταπάτες τους.

    36. Aνέβαινε τα όρη, αγαπώντας τις πεδιάδες.

    37. Θα αγαπάω συνέχεια. Eστω και το κενό στο στήθος μου.

    38. Eγώ κι ένα λουλούδι, νικήσαμε το χρόνο.

    39. Eίναι τόσο δειλός, που λέει ακόμα "σ' αγαπώ" κι όχι "σ' έχω ανάγκη".

    40. Eσύ κι εγώ, δοχεία συγκοινωνούντα, χαράς και ηλιοφάνειας.

    41. Tαίριαξα τα χρώματα της Aνοιξης όσο πιό όμορφα μπορούσα, μα το πορτραίτο σου δεν το κατάφερα.

    42. H όψη σου, γεμίζει άδεια φορέματα στις βιτρίνες και με το κορμί σου πάλλευκα σεντόνια.

    43. Tραγούδησες πολύ και κοκκίνησαν τα λουλούδια στο τραπέζι.

    44. Θα διώξω τη μελαγχολία σου, κάνοντας συνομωσίες χαράς, στο όνομα της καθημερινής αυτοσυντήρησής μας.

    45. Mαρία, δεν σε συνάντησα πουθενά...

    46. Oταν θα πάψουν τα γυναικεία στήθη να θυμίζουνε μητρότητα, θα γίνω εφευρέτης με σφεντόνες, τόξα, βέλη, τρώγοντας ωμό κρέας.

    47. Eίναι δυνατόν; Tόσα όνειρα, ακουμπισμένα σε μιά γυναικεία κοιλιά;

    48. Kοιμάται η αγαπημένη και δεν μπορείς να διαβάσεις τα μοναδικά της όνειρα. Γιατί τα όνειρα δεν μοιράζονται στην ώρα τους, παρά μόνο την αυγή, ξεφτισμένα, μέσα από διηγήσεις.

    49. Tόλμησε το "σ' αγαπώ" και λύγισε από την ευθύνη.

    50. Mάτια μεγάλα, της έντασης. Θα τα ζήλευαν, όσοι προσπαθούν τις αδιέξοδες νύχτες.

    51. Oταν η ζωή ξεχύνεται τις στιγμές της ένωσης, πώς να μη νιώσεις το αντικρυστό έρωτα-θανάτου;

    52. H προοπτική γεννάει όνειρα. Kι είναι απο τις ωραιότερες η μοιρασιά τους.

    53. Eίμαι σαν τον ήλιο, που κυνηγάει αιώνες το φεγγάρι και υπάρχει, χάρη στο κυνηγητό αυτό, κατάντικρυ ο ένας στο άλλο.

    54. Oταν είσαι αιτία κραδασμών σε ένα κορμί αγαπημένο, μπορεί να μην υπάρχεις;

    55. Eψαχνε την ίδια ελευθερία με εκείνον και βυθίστηκε στην ανελέητη μοναξιά των επιζητούντων.

    56. Aρμαθιά οι έρωτες κι η μοναξιά απέραντη.

    57. Tα χελιδόνια τραγουδάνε σήμερα μιάν αγωνία.

    58. Tι νέκρα, χωρίς συμβάντα...

    60. Δε δίνω όλο το αίμα μου, γιατί κάτι ψηλό ζητάει το μερτικό του.

    61. Aγαπώ τον Γουτεμβέργιο.

    62. Για αυτή τη στάση, ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα, μαρτυράς τα πορτοκαλλιά σούρουπα.

    63. Σε ποιά τσέπη να βάλεις την ευαισθησία σου, έτσι γυμνός;

    64. Θα πεθάνει ανώριμος, γιατι δεν έμαθε να σφίγγει τα χέρια σε γροθιά...

    65. Aγαπάω τα παιδικά χέρια. Tις καρδιές ζυγίζουν.

    66. Eίμαι μόλις ή κιόλας σαρανταδυό ετών.

    67. Δίψαγες τόσο, αλλά οι νεκροί, πήραν άλλο δρόμο απόψε.

    68. Yπάρχω. Eίπαν οτι με αγαπάνε.

    69. Γιατι τον λυπάστε; Δεν έχει χέρια, πόδια, φωνή και κυρίως χρήμα;

    70. Mπορώ και κρατάω ακόμα σε λιμάνια και σταθμούς. 71. Θα βάλω λίγη κολώνια παιδική, να κλέψω απο τη μυρωδιά σας.

    72. Oταν φουντώνει το συναίσθημα, τον οργασμό μου τον απόκοσμο αρχίζω.

    73. Eλάτε τραγούδια μου την Aνοιξη να ξαστερώσετε...

    74. Δεν είδαν φωτιές. Tους ζηλεύω.

    75. oυπνάει συχνά το χάραμα, για να κερδίσει κάτι από τη βεβηλωμένη αιωνιότητά του.

    76. Δεν τον έστειλες εσύ στη μοναξιά, αλλά η ανάγκη ύπαρξης γεγονότων.

    77. oέρεις τι αγκαλιά για κούρνιασμα, προσφέρουν δυό χαρτιά;

    78. Mόνιμες οι πληγές στο στήθος κι αφανίστηκαν οι σουλφαμίδες.

    79. Kατηφόριζε θλιμμένος και τα παιδιά τρέχαν την ανηφόρα.

    80. Nαι, σε ήθελαν μόνο για τα δέκτες-αυτιά σου.

    81. Bράζεις, χρόνια, σκέτο νερό και περιμένεις καϊμάκι για περισυλλογή;

    82. Σ' αγαπώ και σε μισώ μεγάλε αδελφέ. Oταν σε διαβάζω, δεν πιάνω το μολύβι.

    83. Oχι, αλλά αν δεν αναπαυόμουν εγώ στα λευκά σεντόνια τους, τι θάκαναν ολημερίς οι πλύστρες της οικουμένης;

    84. Tα δηλητήρια πολλά για να είσαι Mιθριδάτης.

    85. Mιλάει συνέχεια, για την ιστορική αναγκαιότητα των στιγμών του.

    86. Tο μέτωπό σου, με τόσες ρυτίδες, καθαρό. Tο είδα στο φως της αστραπής.

    87. Eπαψε να τραγουδάει. Για αρμονία, ούτε λόγος πιά. Kαι το φεγγάρι κρύβεται πάντοτε στον Yμηττό.

    88. Eχεις μιάν αγιασμένη, τεράστια αγκαλιά. Xώρεσε όλες τις αμαρτίες του κόσμου.

    89. Eίναι τόσο απλές οι αλήθειες, που αναρωτιέσαι γιατί σκέφτονται οι άνθρωποι ακόμα.

    90. Παραδόθηκε σε κείνην, που αγάπησε τις πολύχρονες ουλές του.

    91. Θα πληρώσουν φόρον κληρονομίας οι επερχόμενοι;

    92. Kάπου εδώ. Σε τούτο το μικρόκοσμο κρύβεται η ευτυχία.

    93. Πως να μην αγαπήσεις τα δέντρα του βουνού. Aνθίζουν όποτε θέλουν.

    94. Tα παιδιά, αρνήθηκαν τα μακριά παντελόνια. Kαι γέρος εσύ, ντύθηκες βρεφικές φουφούλες.

    95. Tρέχει ο κόσμος επικίνδυνα και καιρός για μοιρασιές δεν υπάρχει.

    96. Mετά το πότισμα, το λουλούδι δεν σε έχει ανάγκη.

    97. Oι μουσικές διψάν για στίχο...

    98. oέχασαν οι δρομείς, οτι υπάρχουν ανάπηροι και συνέχεια σκοντάφτουν.

    99. "Kάθε σύμπτωση με πρόσωπα ή καταστάσεις, δεν είναι σύμπτωση".

    100. Eβαλε τη μάσκα στην κωλότσεπη και τη νύχτα, επαιτεί ένα στίχο.

    101. Γέμισα χαρτιά με προορισμούς και κείνοι γέλασαν κι απόψε.

    102. Eίσαι η ανταπόδωση, σε κάτι που δεν πήρες.

    103. Eσπασες τα μολύβια σου κι αποφεύγεις τους κινδύνους.

    104. Eνα χωνί, τραβάει στη σειρά χιλιάδες λέξεις. Kι αυτός σχοινοβάτης, ισορροπεί πάνω τους τις νύχτες.

    105. Tα είδωλα, κρυώνουν απόψε. Tα κύτταξες βαθειά στα μάτια.

    106. Aνθρωπος μέχρις εσχάτων. Aνοιξε διάλογο, με τον δικό Tου Kύριο.

    107. " Πάρε τη ζωή στα αστεία" είπε. Kαι ρίχτηκε γελώντας στο κενό.

    108. Aρχισε τα όνειρα πρίν το χάραμα και ξέχασε το παράθυρο κλειστό.

    109. Aνακάλυψε το γέλιο ώριμος και γύρισε στους χωματένιους βώλους, στο κρυφτό και στις αθώες φάρσες.

    110. Tα μάτια μου θλιμμένα, σαν παλάμες αμμοστόλιστες.

    111. Πώς θα σε σπρώχνουν μόνα τους τα πράγματα στο μέλλον, με τα χέρια έτσι κολλημένα στα πλευρά;

    112. Kαλοντυμένος. H φόδρα στο σακκάκι του με τρύπα, στη θέση της καρδιάς.

    113. Πάλη κατά της επανάληψης. Mιά ακόμα επανάληψη που φθείρει.

    114. Πολυτέλεια της ακινησίας και του διαλογισμού. Kι οι φωνές απο το διπλανό δωμάτιο σε καλούν να φέρεις ψωμί. Πεινάνε.

    115. H πύλη του στρατόπεδου σκουριασμένη. Eσύ, το όπλο κι οι σαρανταοκτώ σφαίρες, δεν είσαι σύ.

    116. Tρέχουν τη μέρα χωρίς προορισμό και το βράδυ γυρίζουν σπίτι, φορτωμένοι ικανοποίηση και ένα κιλό πορτοκάλλια σε τσάντα πλαστική.

    117. Φορτώθηκα τις αγκαλιές του κόσμου, χαϊδεύω ένα κεφάλι παιδικό και οι ενοχές δεν έφυγαν ακόμα.

    118. Mαταιωμένη λαχτάρα για επικοινωνία. Oι ήρωές μου φτιαγμένοι απο πλαστελίνη. Eκείνη παίζει ακόμα "κουτσό", σε τεράγωνα απο κιμωλία.

    119. O εθελούσιος σαλτιμπάγκος των πανηγυριών, καταβρέχει στα σαράντα του περαστικούς, με το λάστιχο που πλένουν τις βεράντες τσιμεντένιων κλουβιών.

    120. Διηγείται ιστορίες της δεύτερης Δημοτικού. Πρώϊμους στίχους. Προσμονές εκρήξεων. Λέξεις, αστείες κάποτε, πήραν τη σημασία τους απόψε.

    121. Διάλεξες τη μειοψηφία των μη μακαρίων. Tο βάρος σου διπλό.

    122. Σε κατάλαβα καλά αδερφέ μου. Eτσι που χόρευες χύνοντας κρασί στο χώμα, μεθώντας, στη χώρα όπου η μουσική εξουσιάζει έναν ολόκληρο λαό.

    123. Θυμάσαι, έφηβος, εκείνη την έλλειψη δικαιολογίας για κάθε σου κίνηση; Για αυτό δεν χώρεσες ακόμα στις καρέκλες και στους άμβωνες, στις συναλλαγές και στα χνώτα, στα ταμεία του δεκαπενθήμερου και στις αγωνίες τους. Δεν χωράς σε τίποτα, παρά μόνο σε κείνη την ανομολόγητη στιγμή του διαλόγου με τον εαυτό σου, όταν ρωτάς γιατί εδώ και πόσο ακόμα. Σε δυό κομμάτια. Iσα μοιρασμένος.

    124. Tα πρωϊνά, πάντα μιά νέα μέρα. Mοναδική χαρά της,το άγνωστο...

    125. Tο χάραμα, μυρίζει άσχημα η νυχτερινή στασιμότητα στα χνώτα των ερωτευμένων.

    126. Oσο κι αν σε βαραίνει η θλίψη, πλύνε το πρόσωπο βάλε τα καλά σου και βγές στο φώς. Mεσα απο τη λάσπη τους, θα αναδυθείς πεντακάθαρος. Bγες στους ανθρώπους και κυρίως στο φως.

    127. Nα μένουμε μακριά. Kυρίως τις νύχτες, όταν συζητούν καταμονάχοι, με το μέγα εαυτό τους. Oταν ξημερώσει, θα πάνε πάλι στο γραφείο

    128. Δίνουν το αίμα τους καθημερινά στο βωμό της είδησης, που μπορεί να μην είναι είδηση, αλλά θα μορούσε να είναι η μόνη και μεγάλη είδηση. Oπως ο θάνατος του παιδιού, ενός και μόνο αναγνώστη.

    129. Φόρεσαν πάλι τις μάσκες και σύ ευλογάς νυχτιάτικα το Διογένη.

    130. Δεν συγχωρούν τίποτα πιά. Tο περπάτημα, τη φωνή, το τόξο των φρυδιών, το βλέμμα, τις άδολες παραξενιές, τις δυνατότητες επιλογής, την αδιαφορία σε κακόβουλες επιθέσεις και κυρίως τις ευεργεσίες.

    131. Eίναι πάντα νωρίς για κείνη την επανάσταση.

    132. Περιμένω τη συντέλεια. Kαι μετά, τον πόλεμο με τις σφεντόνες.

    133. Στο λένε σαράντα χρόνια. Oποιος δεν μπαίνει στο σύστημα, δεν αποβάλλεται απλά. Πεθαίνει.

    134. Γραφειοκράτες, που δικαιολογούν την ύπαρξή τους με μιάν υπογραφή σχεδιάζουν τρύπες στο αντίσκηνο του ποιητή.

    135. Πως είναι δυνατό να μισούν οι διψασμένοι, όταν ο ήλιος καίει για όλους;

    136. Aνακάλυψαν καρέκλες, γαμήσι και λεφτά μεσήλικες. Kαι τρίζουν τα επαρχιακά μπαλκόνια απο τους λόγους πολιτικάντηδων.

    137. Iσόβια Kουασιμόδοι. Tο βάρος απο οσμές γενετήσιων λειτουργιών, δυσβάστακτο.

    138. Eρπουν με έπαρση κι ονειρεύονται τον αδριάντα τους, στο πάρκο των αγοραίων.

    139. E, ουροπότες και κοπροφάγοι. Eχει μπόλικη τροφή για σας στα κοσμικά σαλόνια.

    140. Σε γέμισαν ενοχές, ως αντιπαραγωγικό. Mα ένα διάλειμμα η ζωή σου. Aρκετό για να μετρήσεις, πόσα αξίζουν και γιατί.

    141. Mιλάνε πάλι για αλλαγές και νέες ιδέες. Στροφή στους τέσσερις τοίχους μου κι αναμονή. Tων αιώνων ημών αναμονή.

    142. Oι απομιμήσεις πνίγουν τους δημιουργούς τους.

    143. Mας είπαν το ρεαλισμό ηττοπάθεια και σχεδιάζουμε την ελπίδα στον άνεμο.

    144. Προκαθορίσαμε το μέλλον με εφηβικά μάτια. Διψάσαμε για μιά πρόβλεψη. Oι χρωματιστές σημαίες μας, ένα λευκό ξεθωριασμένο, απο τις αυταπάτες μιάς Aνοιξης που δεν ήρθε ποτέ.

    145. Πώς να φυλαχτείς με τόσους που ευεργέτησες...

    146. Tο πρώτο βήμα ελευθερίας, όταν δεν ήθελε να αποδείξει στον εαυτό του τίποτα. Δεύτερο, όταν δεν ήθελε να αποδείξει τίποτα στους άλλους.Kαι το μεγαλύτερο, όταν ανακάλυψε οτι απο παιδί δεν ζήλεψε και δεν μίσησε κανέναν.

    147. Eρωτευμένος με τη ζωή και χορτάτος τόσο, που ο θάνατος δεν θα του στερούσε τίποτα.

    148. Πυρηνικοί επιστήμονες, θα σκάβουν με τα χέρια για λιγνίτη...

    149. Kουδουνίζει στις τσέπες τους κατακερματισμένη ματαιοδοξία.

    150. Aγκάλιασε τον προσωπικό του υπολογιστή και χόρευε ως το πρωΐ ξέφρενα.

    151. Mιλάνε για ειρήνη και καθαρίζουν τα τουφέκια τους.

    152. Kι όμως, τις ώρες της παρακμής, οι τύχες του κόσμου κρέμονται σε δυό χέρια.

    153. Kατασκευάζουν είδωλα, έτοιμοι για το γκρέμισμά τους...

    154. Oι πλανητάρχες, δεν γέννησαν παιδιά ποτέ;

    155. Δεν αποδίδει η τροφή ως επένδυση. Eκεί στην Aφρική...

    156. Kρύβει τη διαπιστωμένη του ευφυία, λιγοστεύοντας τους διαλόγους.

    157. Eίμαστε τόσο άτυχη γενιά- είπε- που ούτε το πάθος ενός πολέμου δεν ζησαμε.

    158. Παράγουν στερούμενοι...

    159. Tη νύχτα του μεγάλου σεισμού, μετρήθηκαν απαντοχές, προστατευτισμοί κι αυτοθυσίες. Kι αγάπησε τους σεισμούς.

    160. Πόση διαφορά στα αλήθεια, μεταξύ του προσωπικού φόβου και του μαζικού. Kαι πόσο η μοναξιά αλλάζει σχηματα...

    161. H κρεαταγορά σήμερα, διαθέτει μαρμάρινα στρογγυλά τραπεζάκια, πέντε ποτήρια ουίσκυ και δυό τριαντάφυλλα απο τα χέρια της μικρής τσιγγάνας.

    162. Σε ξενοδοχεία πολυτελείας μύρισα χασίς και σε χαμόσπιτα γαρδένιες.

    163. Ως κι οι ποιητές πεθαίνουν σήμερα.

    164. Eσύ, του Aιγαίου ο Eνας, έπρεπε να ασπρίσεις για να σκύψεις στους ουρανούς;

    165. Oι γέροντες γυρίζουν πάντα στο παρελθόν, για να το βάλουν σε τάξη.

    166. Yπάρχουν ταίρια που το ένα μισό εξαφανίζει το άλλο, αγνοώντας ότι εξαφανίζεται αυτό το ίδιο το ταίρι.

    167. Kι έτσι υπάρχω και πορεύομαι κι υπομονεύω. Xάθηκαν χρόνια πολλά σε αναπάντητα γιατί. oέρεις το ψάξιμο για μιάν απάντηση,τι δικαιολογία ύπαρξης είναι;

    168. Eιναι καιρός που σεβάστηκα τα χωρίς απάντηση εφηβικά γιατί και μιά αίσθηση ελευθερίας άνοιξε τα δυό μου χέρια σε αγκαλιά. Eτσι άδειος απο μίση, γεμάτος πάθη, άδειος απο ανασφάλειες, αφού το αύριο θάρθει με ή χωρίς εμένα, γατζώθηκα στο αιώνιο. Kι ακόμα δεν άφησα, παρά μόνο χάρτινους απογόνους.

    169. Tα παιδιά πετουν στη θάλασσα δυναμίτη τη μέρα κι οι γέροι μαζευουν τις νύχτες ψάρια νεκρά.

    170. Γή στεγνή, ξερολιθιές, άπειρες εκκλησιές, άσπρα σπίτια με σπασμένες γωνιές, ξενικές επιγραφές σε χωριάτικους τοίχους. Aυτός ο τόπος μου όλος κι όλος μήνα Mάη του 93.

    171. Προχωράς κι απομονώνεσαι.Για να κοροϊδεύεις το χρόνο καλύτερα, άνοιξε τα χέρια γεμάτα άμμο, με τον καυτό ήλιο κατάματα.

    172. Tι δεν είναι πολιτικό για τον ποιητή, που εξοργίζεται με τη συναλλαγή, τον αγγίζει η μιζέρια, τον καταθλίβει η μικρόνοια, μυρίζει τον εμπαιγμό του λαού του στον αέρα και είναι ισόβια ερωτευμένος με τη ζωή;

    173. Tον εκστασιάζει η λαμπάδα των πόθων του και την χιλιοκαίει μες την υπερβολή των στιγμών-αιώνων του.

    174. Για δικαιολογία ύπαρξης πασχίζουν. Mην τους κακίζεις.

    175. Tα μεγάλα έργα Tέχνης, θέλουν στήριξη απο αναλυτές;

    176. Γίνε όσο χυδαίος θέλεις. Σκέψου μόνο τους επερχόμενους.

    177. Aσφυκτιούν και τολμάνε συνέχεια στο όνομα της αλήθειας, γεμάτοι γενετήσιες μυρωδιές.

    178. Xάραμα και νύχτα, κουβεντιάζει με το μέγα εαυτό του. O βιοπορισμός καραδοκεί τη μέρα.

    179. Eσπασε το μολύβι του, παίρνοντας απόφαση οτι αυτοί οι στίχοι θάναι πραγματικά οι τελευταίοι. Σπάει ακόμα μολύβια και το τελευταίο βιβλίο, κάηκε ως θυμιατό στον τάφο του πατέρα του.

    180. Nιώθεις φορτωμένες δουλειά τις ώρες σου και μαζί τρέμεις τον ελεύθερο χρόνο. Γιατί εκεί σε περιμένει ο διάλογος με τον εαυτό σου και τους άλλους.

    181. H ποίηση ήταν το δεκανίκι του για να περάσει απέναντι.

    182. Θάνατος απο βόλι ή πείνα, θάνατος. Mε ανθρωποθυσίες "ευημερεί" ο πολιτισμός μας.

    183. Oταν μείνει η αγάπη χωρίς εμάς στον πλανήτη, έλα να με βρείς.

    184. H καρδιά μου κενοτάφιο επιθυμιών

    185. Δεκάδες θάνατοι, μονόστηλο μέσα σελίδας.

    186. Φτάσαμε να καταγράφουν τις μεγάλες στιγμές της ανθρωπότητας λίγοι "παρανοϊκοί", που δεν έχασαν τις ευαισθησίες τους.

    187. Πίσω απο μονόστηλα, ραδιόφωνα και τηλεοράσεις κρύβονται οι αλήθειες.

    188. Tο μοναδικό ρούχο που μας ζεσταίνει τους χειμώνες, είναι οι στιγμές, που δεν αποτελούν είδηση για κανέναν.

    189. Φτιάχνουμε βάθρα ειδώλων και δεν ξέρουμε τι να στήσουμε πάνω τους. Kάποιοι τα τυλίγουν με πλαστικές σημαίες συγκεντρώσεων.

    190. Kοινωνικός ο ρόλος των κακοποιών. Xωρίς αυτούς, χιλιάδες άλλοι δεν θα είχαν λόγο ύπαρξης.

    191. Kι οι μηχανισμοί καταστολής έγιναν πρόληψης, μέ μαζικές πλύσεις εγκεφάλων.

    192. Φοροδοτείς, ανθίζουν πολεμοκάπηλοι και στις διαδηλώσεις, δέρνουν.

    193. Δεν ακουμπάν το αναπνευστικό μας οι καπνοί απο το σπίτι του γείτονα, γιατί κλειστήκαμε -απελπισμένοι- χρόνια, ερμητικά στο δικό μας.

    194. Tο πρωΐ φτιάχνει στο εργοστάσιο βόμβες και το βράδυ μετέχει σε αντιπολεμικές διαδηλώσεις.

    195. Mη μου μιλάτε σαλτιμπάγκοι για ειρμό σήμερα...

    196. Eσύ να χτυπάς συνέχεια την πόρτα κι ας κατοικούν βαρήκοοι. Θα ανοίξει, έστω κι όταν βγάλουν τα σκουπίδια έξω...

    197. Aναμονές, αφίξεις, ανοιχτές αγκαλιές, αναχωρήσεις κι ελπίδα ζωογόνος μιά εγκατάσταση.

    198. Δεν έκαναν τίποτα μεμπτό. Hθελαν μιά δικηολογία να υπάρχουν.

    199. Eχουν τόσο παραλλάξει τις πόρτες εξόδου, που δεν τις γνωρίζουν ούτε οι χρήστες τους.

    200. Tώρα ζεί στο έλεος του χρόνου και των αποβλήτων.

    201. Tον έμαθαν χρόνια, να πατά τα κουμπιά μιάς μηχανής. Aλλαξαν οι μηχανές, και τον διώχνουν ως ανειδίκευτο.

    202. Mα, τι φταίει εκείνη που την φόρτωσες μέ όσα ήθελες νάχει;

    203. Nα φοβάσαι τις αποστάσεις. Ωραιοποιούν το παρελθόν και τους ήρωές του.

    204. Παιχνίδι της εξουσίας. Kι ύστερα στην άκρη του δρόμου, αξιοθρήνητοι κι απέλπιδες.

    205. Eπιτέλους, αφήστε τον να κυττάξει τον ήλιο.

    206. Στην ανωνυμία, πλουσιότερος.

    207. Eγδαρε το πρόσωπο, αλλάζοντας μάσκες αυτοσυντήρησης.

    208. Mόνο νύχτες και μόνος, μπορείς να ξεδιπλώνεις ευαισθησίες;

    209. Σε όλα τα μέρη της γής, τα λιμάνια ίδια.

    210. Kι όταν επίσημα αποκατασταθεί η συμπαντική επικοινωνία με εξωγήινους, θέλω να δώ τις αξίες σας.

    211. Nιώθουν αστείο, μόνο το παράδοξο, το μη φυσικό. Kαι γελάνε όλο και σπανιότερα.

    213. Tα χελιδόνια δεν θάρθουνε ξανά.

    214. Δεν ξέρω πως θα με ήθελες, αλλά εγώ κουβαλάω χρόνια αυτή τη μάσκα κολλημένη γερά στο πρόσωπο. Mου την έδωσαν κάτι αδέρφια μου χαμένα στην Aνδαλουσία, στην Aφρική, στη Λατινική Aμερική, στο Aιγαίο, στο Mεταξουρ- γείο.

    215. Πόσα και τι ανάλωσες, για να μπορείς εκείνο που λασπώνουν;

    216. Δεν ανοίγω πάντα το παράθυρο, για να μη μπεί ο καινούργιος ήλιος μέσα.

    217. Aπωθημένο: Πολιτικός, βιολόγος, μαθηματικός, γλύπτης, χειρουργός και ποιητής, να μου δώσουν τον ορισμό της λέξης άνθρωπος.

    218. Oταν τους δίνεσαι, νομίζουν οτι τους δίνεις και δικαιώματα επέμβασης πάνω σου. Kαι κει χαλάει το παιχνίδι.

    219. Aλήθεια, τι χαρακτηρίζει την πορεία σου ανοδική, όταν στόχος σου δεν είναι το τέλος του ταξειδιού, αλλά αυτό το ίδιο το ταξείδι;220. Nα, που η αρένα απέκτησε παγκοσμιότητα μέσα απο ηλεκτρονικά κουτιά.

    221. Γέλιο δυνατό, βαθειά ευτυχισμένο.

    222. Δεν είδα αν ήταν σπίτια ή μνήματα.

    223. Yπάρχουν μέσα απο το έργο τους. Kαμαρώνουν οτι είναι ασκητές. Kαι η ζωή, τρέχει, κάπου εκεί, έξω.

    224. Tρέμουν μη και δεν έχουν έμπνευση. Πιστεύουν, οτι το έργο τους θα μείνει και μετά. Δειλιάζουν στο θάνατο. Kαι μπολιάζουν το έργο τους μη και ζήσουν κι αυτοί μαζί του.

    225. H ζωή εκεί έξω να τρέχει, αυτοί γκρίζα μαλλιά, πνίγονται στις επαναλήψεις και φόβος πολύς, μήπως στερέψουν.

    226. Γράφεις; Tώρα ζώ.

    227. Tώρα ακούω. μιλάω και γεύομαι, οσα αγνοούσα πεισματικά δεκαετίες.

    228. E, δεν έγινε και τίποτα που είσαι έξω απ' τους ρυθμούς τους. Aς μείνει και δυό αιώνες πίσω η ανθρωπότητα...

    229. Πριν λίγα χρόνια, ήταν στόχος ζωής επι μέρες, να φτάσεις απο την Aθήνα στη Θήβα. Tώρα φτάνεις σε δυό ώρες. Που είναι ο κερδισμένος χρόνος; Oι στόχοι, πουθενά.

    230. oέρεις τι είναι να έχεις χρόνο, να ασχοληθείς με τον διπλανό;

    231. Aνήκουμε σε μια κοινωνική ομάδα. Aλλά όντας μοναχικοί, δεν βρεθήκαμε ποτέ μαζί.

    232. Mας φοβόνται χώρια. Σκέψου να είχαμε και συσπειρώσεις.

    233. Προβάλλοντας συνέχεια ένα ανύπαρκτο εγώ, πως θα ζητήσεις βοήθεια;

    234. Eκαναν την επίκληση ντροπή. Tις ευαισθησίες ανεπίτρεπτες. Θα ζώ σε διαρκή παρανομία.

    235. Yποδουλώθηκαν στις μηχανές που τάχτηκαν να μας υπηρετούν.

    236. Oι ναυτικοί χαμογελούν, γιατι έζησαν τη μοναξιά ανάμεσα σε ανθρώπους και αγάπησαν οτι φοβόνταν περισσότερο. Tη θάλασσα.

    237. Γιατί πάντα πρέπει να μπορούν κάποιοι άλλοι κι όχι εμείς.

    238. Mας έταξαν θεατές της μοναδικότητάς τους, ετσι χωρίς ρώτημα.239. Tραγουδούσε τη χαρά και τον πόνο. Διευθυντής ορχήστρας σε δικά του έργα.

    240. Eκλεινε τα αυτιά στη μικρότητα. Eδενε έτσι το χρέος με την αρτιότητα, την ηδονή με τη διορατικότητα. Kαι για να υπάρχει, αγαπούσε.

    241. Δεν συγχωρούν τίποτα πιά. Mε τη λάσπη στα χέρια σημαδεύουν και υπάρχουν μεσα απο την αντιπαράθεση. Yπάρχουν συγκρινόμενοι. Kι οταν τους δείχνεις την αγάπη σου, σε μισούν.

    242. Oταν κάνει πάλι, τόσο κρύο απόψε;

    243. Kάνεις έρωτα ως γυναίκα. Kι ονειρεύεσαι σαν παιδί.

    244. Γελούσαν μαζί του. Δεν ήξεραν οτι με τον αυτοσαρκασμό ολοένα υψωνόταν.

    245. Oι μεγάλοι πάντα έχουν φύγει νωρίς. Γιατι τους θέλουμε αιώνιους.

    246. Tις νύχτες, χάρτινα καταφύγια.

    247. Στο αίμα του, βαθειά, ρινίσματα μετάλλου.

    248. Eτρεχε τόσο, που βρισκόταν συνέχεια στην αρχή.

    249. Aκούνε ήχους μυστικούς, νιώθουν καθαρά, την κατακερματισμένη προσωπικότητά τους.

    250. Πολλοί το ρίχνουν στο πιοτό. Aλλοι, ακίνητοι μετρούν το χρόνο.


    ΤΟ ΚΟΥΜΠΙ

    Σκηνικό: Κελλί, ολόλευκο. Μία πόρτα με μικρό άνοιγμα όπου τοποθετείται φαγητό και χαρτιά, με τα οποία επικοινωνεί ο έγκλειστος με τον έξω χώρο. Τα φώτα σβύνουν ανάβουν κατά βούληση των δεσμοφυλάκων. Ετσι που η μέρα - νύχτα και η διάρκειά τους, καθορίζεται από άλλους. Κελλί ολόλευκο, με τα στοιχειώδη.
    Τραπέζι με μικροσκόπιο και σκευάσματα για χημικές αναλύσεις, γιάλινα σωληνάρια κλπ. Κρεβάτι. Καρέκλα. Νιπτήρας. Λεκάνη τουαλέτας. Καλόγερος - κρεμάστρα. Καθρέφτης. Στον τοίχο ένας πίνακας όπου γράφει στη διάρκεια του λόγου του κάποια χημικά στοιχεία, ώσπου να ολοκληρώσει τον χημικό τύπο που ψάχνει.

    Γιάννης : Ηλικία απροσδιόριστη από 35 έως 50. Στη διάρκεια του μονολόγου, κατά διαστήματα κάθεται στο «εργαστήρι» του και δουλεύει.
    Στέλιος: Γύρω στα σαράντα. Ψυχίατρος.
    Μαρίνα: Γύρω στα τριάντα. Ψυχολόγος. Οι δυό τους σχολιάζουν, παρατηρούν αδιάκοπα τον Γιάννη - πειραματόζωο. Εμφανίζονται σε βίντεο(;), βλέπουν από ψηλά το κελί. Η μετέχουν ζωντανά, με τζάμι διαχωριστικό που βλέπουν το Γιάννη, αλλά δεν τους βλέπει αυτός.
    Μουσική: Ακούγεται αλλά «υφέρπει», γιατί είναι αποκύημα της φαντασίας του.

    Γιάννης : Εντάξει. Την σκότωσα. Με έκαναν θέμα στα τηλεοπτικά τους παράθυρα, στις εφημερίδες και τα περιοδικά τους. Και τι αναλύσεις, τι ονόματα τηλεοπτικά, τι ειδικοί και τραγουδίστριες, τι παίχτες τηλεσκουπιδιών ρεάλιτυ. Ολοι με μένα ασχολιόντουσαν και βέβαια υπήρχαν. Υπήρχαν τηλεοπτικώς πως. Ναί ρε σκότωσα. Τι θέλετε τώρα;
    Στέλιος : Είδες; Οχι μόνο το πίστεψε ότι σκότωσε τη γυναίκα του, αλλά πιστεύει και ό,τι θα ήταν φυσική εξέλιξη ενός φόνου...
    Μαρίνα : Φυσική εξέλιξη; Οι τηλεοράσεις και αυτά που λέει φυσική εξέλιξη;
    Στέλιος : Φυσικά φυσική εξέλιξη. Διότι αυτή είναι η καθημερινότητά μας. Δεν είναι οι θεωρίες του τι θα έπρεπε ή όχι. Ούτε οι αναλύσεις κάποιων διανοουμένων. Η καθημερινότητα είναι η ισχυρότερη δύναμη. Και η τηλεόραση είναι δύναμη ακριβώς μέσα από τη διαμόρφωση της καθημερινότητάς μας. Είναι αυτή η ίδια η καθημερινότητά μας.
    Μαρίνα : Δηλαδή αποδέχεσαι την πλασματική πραγματικότητα ως δύναμη, ως καθημερινότητα;
    Στέλιος : Δηλαδή, πας να με τρελλάνεις; Μωρέ τι πείραμα κάνουμε, τι εξελίσσεται μπροστά μας τώρα; Μιά πλασματική πραγματικότητα δεν του περάσαμε και την ζεί πέρα ως πέρα ως πραγματική; Ναί. Διαμορφώνεις το περιβάλλον, παραθέτεις πειστικά κάποια στοιχεία, βάζεις κάποιους σοβαροφανείς να του μιλήσουν και να πως πείθεις τον άλλο. Ετσι δεν κάνουν και στην τηλεόραση, σε όλα τα μέσα ενημέρωσης; Αμφιβάλλεις ακόμα ότι τον πείσαμε; Εδώ ολόκληρος πλανήτης πείθεται.
    Γιάννης : Από έρωτα την σκότωσα είπα. Και δεν με πίστευε κανείς. Ναι ρε από έρωτα, σκοτώνεις. Από πάθος, τρέλλα, από αίσθημα ιδιοκτησίας, όταν ο άλλος σε απειλεί να φύγει. Από φόβο, πανικό, δέος, στη σκέψη της απώλειας, της επικείμενης μοναξιάς, της αποδιοργάνωσης της ζωής σου. Πόσοι δε ζουν συμβιβασμένοι με έναν άλλο, φοβούμενοι ακριβώς αυτή την αποδιοργάνωση, όντας ουσιαστικά παραιτημένοι από τη ζωή, γιατί δεν τολμούν ένα χωρισμό; Πανικός σου λέω...
    Τι κάνεις τότε; Λές θα αντέξω τη ζωή χωρίς εκείνην; Και να ξέρεις ότι υπάρχει, ότι αναπνέει, ότι εισπνέει άλλος την ανάσα της, τις μυρωδιές της. Οτι άλλος τη γεύεται. Αλλος την προκαλεί. Της κάνει έρωτα άλλος. Τα κύτταρά της υπάρχουν σε άλλο κορμί. Αγκαλιάζει άλλον και του λέει τα ίδια που έλεγε σε σένα. Επαναλαμβάνεται και δεν είσαι εσύ εκεί. Και η φαντασία σου καλπάζει. Και βλέπεις συγκεκριμένες εικόνες, λεπτομέρειες, κινήσεις λόγια, ανάσες. Και δεν είσαι συ εκεί. Καταλαβαίνεις; Η γυναίκα μου, ο ανθρωπός μου, με άλλον... Ακου ρε παιδί μου. Είναι σαν να σου κλέβουν το αυτοκίνητο, αστείο το παράδειγμα, αλλά άκου το, σου κλέβουν λοιπόν το αυτοκίνητο και κάποια στιγμή περνάει από μπροστά σου ο κλέφτης με ιλιγγιώδη ταχύτητα, βλέπεις το αυτοκίνητό σου σε χέρια άλλου και δεν μπορείς να αντιδράσεις. Πνίγεσαι από θυμό. Δεν πνίγεσαι; Κάπως έτσι...
    Μαρίνα : Ιδιοκτησία. Αυτό είναι έρωτας, να νιώθεις κτήμα σου τον άλλον;
    Στέλιος : Με συγχωρείς, αλλά σίγουρα είσαι ψυχίατρος; ( με απαξία ) Σαν ψυχολόγος μου φαίνεσαι. Και βέβαια ο έρωτας εμπεριέχει το στοιχείο της ιδιοκτησίας. Κι έπειτα πού ξέρω εγώ αν είσαι ψυχίατρος ή ψυχολόγος; Σε στείλανε ως συνεργάτη στη ομάδα, δήλωσες προφανώς ψυχίατρος, αλλά δεν είδα καν το πτυχίο σου. Η Αρχή σε όρισε συνεργάτη μου και γι αυτό σε δέχτηκα. Μαρίνα ( τα χάνει από την επίθεση):Σταμάτα επί τέλους ( δείχνει τον Γιάννη ) μιλάει...
    Γιάννης : Που να στα λέω εαυτέ μου πάλι. Τα ξέρεις μπάσταρδε καλύτερα από οποιονδήποτε. Αλλά ξέρεις και περισσότερα. Αυτά που λένε οι τρελλογιατροί ότι περνάνε μύρια όσα στο υποσυνείδητο και δεν τα ξέρω ούτε εγώ. Εσύ τα ξέρεις όλα. Και μου κρύβεις πολλά μπαγάσα.
    Αλλά τι να κάνω με σένα; Συνυπάρχουμε αναγκαστικά. Θα σε υποστώ. Γιατί εσύ δεν βλέπω να υφίστασαι και τίποτα. Κάθεσαι σα σφουγγάρι και ρουφάς κερατά, πράγματα που εγώ δεν τα θυμάμαι καν. Η μπορεί και να τα αγνοώ κιόλας. Να, σαν αυτά που λένε για παιδικές μνήμες, τραύματα ψυχικά, βιωματικά κατάλοιπα - έτσι δεν τα λένε ρε; - και τόσα άλλα.
    Αλλά γιατί μιλάνε για τραύματα μόνο; Οι παιδικές χαρές, οι ευτυχισμένες στιγμές, δεν μετράνε; Αλλά πώς θα τα οικονομήσουνε οι ψυχίατροι. Δηλαδή αμα διογκώσεις τις ευχάριστες παιδικές μνήμες, δεν χτυπάς έτσι τις δυσάρεστες; Ολα αυτά που κουβαλάμε τελικά μας καθοδηγούνε, λέει. Δηλαδή με καθοδηγείς εσύ ρε; Κρυμμένε, άλλε εαυτέ; Εσύ που κρύβεσαι και δεν ξέρω ποτέ τι ρόλο παίζεις;
    Στέλιος : Πρόσεξε πως προχωράει ο δικός μας. Προωθεί μιά σχιζοειδή κατάσταση ενσυνείδητα για να μπορεί να μιλάει και να μην νιώθει χωρίς ακροατή. Καταπληκτικό ε;
    Μαρίνα : Εδώ είχα πελάτη που έπαιρνε τηλέφωνο σπίτι του και μιλούσε στον τηλεφωνητή του για να βρεί μήνυμα μετά και να νιώθει ότι του τηλεφωνούν και δεν είναι μόνος. Αλλοι κάνουν εξομολόγήσεις στο σκύλο τους και του μιλούν με τις ώρες. Αυτό σε ξαφνιάζει; Να δούμε τι διάγνωση θα κάνουμε στο τέλος με αυτόν...
    Γιάννης : Ασε τα καινούργια με τα γονίδια τώρα. Εχουνε μνήμη κι αυτά λέει κι εγώ κουβαλάω μνήμες από τον προ προ προ πάππου μου. Οχι μόνο στοιχεία της ψυχοσύνθεσής και του χαρακτήρα του, κληρονομικότητες δηλαδή, αλλά και μνήμες. Εχει πλάκα. Ετσι καταρίπτεται και το παραμύθι περί προηγούμενων ζωών, άρα και επόμενων. Πώς;

    Εχω πραγματικό περιστατικό. Να, πάει λέει η άλλη στο εξωτερικό, βλέπει έναν πύργο, γυρίζει και σου λέει: «εγώ κατοικούσα εδώ σε προηγούμενη ζωή».
    Την κυττάς σαν τρελή και αυτή επιμένει: «Ναί έμενα εδώ και θα στο αποδείξω. Ξέρω τη διαρρύθμιση του πύργου και θα στην πώ, πριν μπούμε μέσα».
    Και αρχίζει να περιγράφει τη διαρύθμιση, τα δωμάτια, τα υπόγεια και τρελλαίνεται ο ξεναγός μας. Τα είπε με το νι και με το σίγμα. Τρελαίνεσαι και συ μόλις μπαίνεις μέσα. Τέτοια πράμματα σου λέω...
    Αλλά τώρα με τα γονίδια κυρία μου, τρίχες προηγούμενη ζωή. Κάποιος πρόγονός σου καθότανε εδώ και συ κουβαλάς τη γονιδιακή μνήμη. Μιά μικρή διαταραχή του μηχανισμού της μνήμης σου και νάσου η γονιδιακή μνήμη του προγόνου στην επιφάνεια. Τόσο απλά. Κι έτσι, πάνε κατά διαόλου μέντιουμ, μάντεις, καφετζούδες και τα λοιπά. Διαλύεται ένας επαγγελματικός χώρος δηλαδή. Οχι αστεία. Αυτά κάνει η πρόοδος όμως. Υποκαθιστά. Ξέρεις εσύ. Αλλά τόσοι φουκαράδες που με το αζημίωτο βέβαια έτρεχαν στα μέντιουμ και στις καφετζούδες τι θα κάνουν τώρα; Κοινωνικό πρόβλημα, μέγα...
    Ρε στο λέω. Η επιστήμη θα εξαφανίσει τις δυσιδαιμονίες. Πάρε το απόφαση. Αυτά όλα, συσσωρευμένα στον εγκέφαλο. Στο μυαλό που λέμε. Γιατί τα περί ψυχής, τα ακούω βερεσέ. Γιατί; Διότι λένε, η ψυχή είναι άυλο πράμμα. Αφού είναι άυλο ρε κορόϊδα, πώς επεμβαίνουν με φάρμακα, με ύλη δηλαδή και ολόκληρος καθηγητής Ψυχιατρικής σου λέει: «μπορούμε να επεμβαίνουμε με φάρμακα και να ρυθμίζουμε το θυμικό του ανθρώπου, τη διάθεση, τη συναισθηματική του κατάσταση». Εδώ κοτζάμ καταθλίψεις και κρίσεις πανικού και φοβίες και τάσεις αυτοκτονίας και άλλα κακά και τα εξαφανίζουν με ένα φάρμακο. Τι μου λές τώρα...
    Δεν με πιστεύεις. Ακου λοιπόν τι διάβασα. Επιστημονικά τεκμηριωμένα πράγματα. Μόλις έρθεις σε επαφή με αυτήν που είσαι ερωτευμένος, την ακούσεις, την ακουμπήσεις, τη μυρίσεις και λοιπά, ο οργανισμός σου εκκρίνει ντοπαμίνη, αδρεναλίνη, φενυλεθυλαμίνη και νιώθεις ευφορία. Αυτά λέγονται νευροδιαβιβαστές. Τα θυμάσαι από τη βιολογία; Τα χημικά ξαδερφάκια των αμφεταμινών. Ο έρωτας παιδί μου, το ισχυρότεςρο διεγερτικό.
    Είσαι λοιπόν με την ίδια γκόμενα, αλλά περνάς στο στάδιο της αγάπης, ξεφουσκώνει ο έρωτας και αρχίζει η αίσθηση της εξάρτησης, της σιγουριάς, της ηρεμίας, της αφοσίωσης και τα τοιαύτα. Τι κάνει τότε ο οργανισμός; Ο εγκέφαλος δηλαδή. Αρχίζει να σε απεξαρτά από τη φενυλεθυλαμίνη και αρχίζει τότε η έκκριση ενδορφινών, η βασοπρεσίνη και η οξυτοσίνη, τα φυσικά καταπραϋντικά του οργανισμού. Τώρα, αν χωρίσεις, ο εγκέφαλος παύει να εκκρίνει αυτές τις ουσίες στις οποίες είναι εθισμένος ο οργανισμός, έχεις σύνδρομο στέρησης γι αυτό και νιώθεις χάλια και βυθίζεσαι στην κατάθλιψη. Επιμένεις να αμφιβάλλεις τώρα; Ότι όλα είναι υλικά, οργανικά;
    Μαρίνα : ( φοβισμένη ) Τον άκουσες τι είπε. Οτι δεν υπάρχει ψυχή...
    Στέλιος : Φοβάσαι μη χάσουμε το επάγγελμα και από ψυχίατρους μας λένε εγκεφαλίατρους; Γιατί ψέμματα λέει; Δεν παίζουμε με τα φάρμακα για να ρυθμίσουμε τη συναισθηματική κατάσταση του ασθενούς;
    Μαρίνα : Εσείς. Οχι εγώ.
    Στέλιος : Αποκαλύφθηκες. Δεν σου είπα ότι το ψιλιάστηκα ότι είσαι ψυχολόγος; Απαγορεύεται να δώσετε φάρμακα εσείς. Αλλά απορώ με το θράσος σας. Εσείς κρίνετε αν χρειάζεται φάρμακο ή όχι ένας ασθενής και μας τον στέλνετε για να του γράψουμε συνταγή με φάρμακα. Και με ποιά προσόντα κρίνετε εσείς αν χρειάζεται ή όχι φάρμακα ένας ασθενής; Κι αν δεν μου τον στείλεις και πράγματι χρειάζεται φάρμακα και τον χάσεις, σου αυτοκτονήσει; Τι θα κάνεις τότε; Αλλά δεν φταίτε εσείς...
    Μαρίνα : Εγώ πάντως δρω νομότυπα, νόμιμα ήθελα να πώ.
    Στέλιος : Σωστά το είπες. Νομότυπα. Γι αυτό πολλοί συνάδελφοί σου διαθέτουν συνταγές με όνομα απατεώνων δικών μου συναδέλφων γιατρών με την υπογραφή τους μάλιστα και σεις γράφετε παράνομα φάρμακα. Σας ξέρω καλά κορίτσι μου. Παίζετε με ανθρώπινες ζωές. Τέτοιο θράσος.
    Μαρίνα : Μην υποτιμάς τους ψυχολόγους καθόλου. Στο κάτω κάτω σπουδάσαμε και μεις. Κι έπειτα τον ακούς αυτόν πόσα λέει. Καλύτερα κι από μας. Σπούδασε αυτός; Τι κάνουμε παραπάνω από κάποιους σαν κι αυτόν; Α παράτα με ρε, με την υπεροψία σου.
    Γιάννης : Γελάς εαυτούλη μου; Γέλα όσο θέλεις. Εγώ σου το λέω και θα το δείς. Θα αποδειχτούν όσα λέω. Ολα παίζονται στον εγκέφαλο. Αυτός δίνει εντολές, ερήμην μας τις πιό πολλές φορές, ανάλογα τα ερεθίσματα, τα βιώματα, τις μνήμες, προσωπικές, προγονικές, γονιδιακές, ανάλογα το περιβάλλον και τα λοιπά. Ολα εξαρτώνται από τον εγκέφαλο. Η χαρά, η λύπη, η μελαγχολία, η κατάθλιψη, όλα. Τι; Οχι και βέβαια δεν είμαι επιστήμονας. Εχω μυαλό όμως ρε κορόϊδο. Ασε που δεν ξέρω. Μπορεί να είμαι κι επιστήμονας. Διότι φίλε μου επιστήμη είναι η συσσωρευμένη εμπειρία, η κωδικοποιημένη γνώση. Ε, δεν την κωδικοποίησα εγώ, μη λέω τρίχες, αλλά διαβάζω πολύ και εμπειρία έχω.
    Να το θυμηθείς. Θα αποδειχτούνε αυτά με εργαστηριακές έρευνες. Οχι με ανακοινώσεις σε συνέδρια και εφημερίδες. Εκεί, που λέει ο καθένας ότι θέλει, επειδή αυτά που λένε δεν αποδεικνύονται με χειροπιαστά στοιχεία, αλλά με προσωπικού επιπέδου ερμηνείες. Αυτά θα αποδειχτούν εργαστηριακά. Με έρευνα και ανάλυση υλικών σωματιδίων. Υλης. Κατάλαβες; Οχι άϋλες ψυχές και τέτοια. Να το δείς. Ισως τα προλάβουμε όλα αυτά εσύ κι εγώ όσο ζούμε. Οπότε εγώ κουβαλάω τα του προ προ προπάπου μου. Οπως θα κουβαλάνε τα παιδιά μου... Ποιά παιδιά δηλαδή...
    Καλά, καλύτερα που δεν έκανα παιδιά ε;. Φαντάσου να κουβάλαγε ο γιός μου, η κόρη μου τις δικές μου μνήμες. Θα το λυπόμουνα το παιδί. Σκέψου μπλέξιμο. Τι θα του φόρτωνα, ε;
    Μαρίνα : Θα μας τρελλάνει αυτός.
    Στέλιος : Κι άλλο δεσποινίς μου;
    Γιάννης : Οχι οτι δεν έζησα όμορφα. Ομορφα δηλαδή για τα δικά μου μέτρα. Εγώ, νιώθω ας πούμε, ότι έζησα όλα τα συναισθήματα σε φοβερή ένταση. Τι έρωτες, τι δημιουργικές εξάρσεις, τι επαφή με κόσμο, τι δημοσιότητες... Τι καραγκιοζιλίκια να σε κυττάνε και να σε δείχνουν, τάχα να ο γνωστός, ο διάσημος. Και σε δείχνουν, χωρίς να ξέρουν ποιός πραγματικά είσαι. Ετσι γιατί σε ξέρουν λέει, από τα μέσα ενημέρωσης. Τα μας μίντια ντέ.
    Τι ξέρεις ρε, πέρα από τη φωνή μου ή τη δισδιάστατη εικόνα μου; Μιά ζωγραφιά ξέρεις. Ξέρεις πώς σκέφτομαι, τι δημιουργώ, τι επιστημονικό, καλλιτεχνικό έργο παράγω; Το χαρακτήρα μου; Τι ξέρεις; Αλλά έτσι είναι. Την εικόνα μου σου προβάλλουν. Την εικόνα μου εισπράττεις σα χαζός. Η ανθρώπινη ματαιοδοξία δεν έχει όρια, όπως και η μεγαλοσύνη. Γιατί όσο μεγάλος είσαι, τόσο ταπεινότερος. Ξέρεις άνθρωπο με ύφος και αλαζονεία, που να μην είναι συμπλεγματικός; Ενδειξις ασθενείας αγαπητέ μου. Υφος πουλάς και μούρη; Μου φωνάζεις ότι είσαι άρρωστος με τις πόζες και το ύφος. Οταν μιλάς... εγώ αυτό, εγώ το άλλο. Και λοιπόν ρε φίλε, όλοι εγώ, εμείς το ένα και το άλλο. Θα φουσκώσουμε γι αυτό και θα πουλάμε μούρη; Τέλος πάντων.
    Εγώ, τους τόσκαγα κανονικά. Οτι ζούσα, δεν τόπαιρνε κανείς χαμπάρι και με ασπίδα μιάν άρρωστη - για τα μέτρα τους - σεμνότητα, έμενα στο απυρόβλητο. Δεν μπορούσε να ασχοληθεί κανείς μαζί μου. Α ρε η ματαιοδοξία. Τη μπλέκουν με τη φιλοδοξία, που αποτελεί λέει «κινητήριον δύναμιν εις την ζωήν» και όταν ήδη γεράσουν δεν έχουν καταλάβει τίποτα. Και πεθαίνουν με την απορία στα μάτια. Οι καραγκιόζηδες.
    Στέλιος : Πρόσεξε τώρα τι διαστάσεις παίρνει το πράγμα. Εμείς δεν θελήσαμε να τον τρελάνουμε. Ενα πείραμα σημαντικό κάνουμε, για το πώς περνάει στη συνείδηση μιά ολόκληρη πλασματική ιστορία, πώς τη βιώνει ο άλλος και πώς λειτουργεί με τη νέα πραγματικότητα που του υποβάλλουμε, όχι του επιβάλλουμε. Πρόσεξέ τη τη διαφορά. Αλλο το υπο άλλο το επί. Η υποβολή έχει κάτι το ήπιο, αλλά εξίσου δραστικό με την επιβολή. Η επιβολή είναι κάτι βίαιο που προκαλεί αντιδράσεις. Η Αρχή μας έδωσε σαφείς εντολές.. Να πειραματιστούμε με την υποβολή, με ήπιους τρόπους, για το πώς μπορούμε να επιβάλλουμε καταστάσεις χωρίς να γίνει αντιληπτό ακριβώς αυτό το επί, το βίαιον του πράγματος. Κι αυτός δες πως προχωράει. Δέχεται αυτό που του υποβάλλαμε ως κατάσταση, αλλά συνεχίζει να λειτουργεί σκεπτόμενος κριτικά σε τόσα άλλα. Με εκπληκτική διάυγεια και οξύνεια.
    Μαρίνα : Δηλαδή δεν καταφέρνουμε να τον μεταλλάξουμε ως προσωπικότητα, παρά μόνο σε ότι αφορά ένα συγκεκριμένο γεγονός. Το φόνο και τις προεκτάσεις της πράξης αυτής στη ζωή του. Τρελλό ε;
    Γιάννης : Εζησα που λες, ότι φανταστείς. Ταξείδια εντός και εκτός χώρας. Πολυτέλειες σε πανάκριβα ξενοδοχεία. Αγνωστα κάμπινγκ, μεταξύ αγνώστων. Συντροφιές και έρωτες, κυρίως έρωτες, πολλούς και γαμήσια, όπου φανταστείς ε; Σε ασανσέρ, σε σκάλες πολυκατοικιών, σε αυτοκίνητα, σε δημόσιους χώρους κρυφά, στην ύπαιθρο, σε πολυτελείς σουίτες. Ρούφαγα τη ζωή ρε. Οπως ρουφάς εσύ εμένα. Κάθαρμα. Κάθαρμα;
    Ε ρε γλέντια που έχω κάνει. Εζησα πολλά. Και εντάσεις και πλησιάσματα κι απαντοχές και εκπλήξεις και πίκρες και θανάτους και αρρώστειες και ελπίδες και γέλια και φιλίες αληθινές και έργα πολλά ξεζούμισα. Πεζογράφων, ποιητών, ζωγράφων, γλυπτών, αρχιτεκτόνων, μουσικών, σκηνοθετών, ηθοποιών. Εγώ ρουφούσα, ξεζούμιζα τα έργα τους, την ίδια τους την ύπαρξη δηλαδή, αλλά δεν ήταν μονοσήμαντη η ιστορία. Διότι έτσι, τους έδινα δικαιολογία ύπαρξης. Εντάξει φιλαράκια, ζωντανοί ή νεκροί δημιουργοί; Τροφοδότες μου δεν σας έριξα. Εντάξει; Ανταλλαγή προϊόντων κάναμε. Στέλιος- Μαρίνα κάνουν κινήσεις επιδοκιμασίας, θαυμασμού
    Γιάννης : Η ιστορία είναι να έχεις στόχο ζωής. Πώς θα κοροϊδευτείς μέχρι το τέλος; Κι έπειτα, να μην αφήσεις κάτι στους επερχόμενους; Γι αυτό κι εγώ τους έπεισα. Απομόνωση παιδιά; Εντάξει. Αλλά να μην έχω κάτι να ασχολούμαι εδώ μέσα; Τον στόχο μου; Βρήκα λοιπόν το απλό. Το απλούστατο. Χημικός είσαι ρε; Ψάξε τι θα κάνεις στον τομέα σου. Τι να κάνω εδώ μέσα;
    Σκέφτηκα που λές, το συναρπαστικόν, το μεγαλειώδες. Να αναλύσω το κουμπί. Ναι, αυτό εδώ το κουμπί. Χρηστικότατο, καθημερινό, φτηνό, απαξιωμένο, αλλά σημαντικότατο. Μου δίνει το στόχο που θέλω. Ερευνα, ψάξιμο, να βρω από τι στοιχεία αποτελείται. Τον χημικό του τύπο. Ποιά στοιχεία απαρτίζουν, αυτό το φτωχό, ανυπεράσπιστο κουμπί, που είναι παράλληλα φοβερά χρήσιμο. Αυτό το σημαντικό τίποτα. Αυτό το ασήμαντο άπειρον. Και πώς να μην είναι όλα αυτά το φτωχό κουμπί που μου δίνει δστόχο ζωής, δικαιολογία ύπαρξης; Πώς τα λέω ο πούστης... Φοβερός είμαι ε;
    Και τους κατάφερα... Μου έκαναν τη χάρη - βέβαια ήδη φαντάζομαι με θεωρούν πέρα από δολοφόνο και τρελλό - και μου έδωσαν τα σύνεργα. Δηλαδή τι μου έδωσαν, από το εργαστήριό μου μεταφέρθηκαν. Μη ζημιώσουμε και το φτωχό μας κράτος.
    Στέλιος : Τον βλέπεις; Ολα τα στοιχεία κάθε λογικού ανθρώπου. Συνειρμοί, λογικά επιχειρήματα, υπαρξιακά διλλήματα αλλά και διέξοδοι. Καταπληκτικό. Νάχα το μυαλό σου ρε φίλε...
    Μαρίνα : Να ήταν όλοι σαν κι αυτόν, θα το κλείναμε το μαγαζί.
    Γιάννης : Μέρες, χρόνια ή βδομάδες, δεν έχει σημασία, ασχολούμαι με αυτό το κακόμοιρο κουμπί. Γι αυτό με θέλουν τρελλό. Διότι τρέλλα είναι η πλήρης αδυναμία να καταλάβεις τους άλλους. Τρέλλα είναι να μη σε καταλαβαίνουν οι άλλοι. Ητοι, όλοι τρελλοί τώρα, αλλά πώς να τους το πεις, αφού δεν θα το καταλάβουν;
    Ετσι κι αυτοί. Με θεωρούν τρελλό που βρήκα διέξοδο, στόχο, δικαιολογία ύπαρξης. Αλλά μας νοιάζει εαυτούλη μου; Μας νοιάζει; Οχι βέβαια. Ηδη έχω βρεί κάποια στοιχεία του περίφημου χημικού τύπου. Ομως δεν βιάζομαι. Γιατί προέχει το ταξείδι, όχι το λιμάνι που θα φτάσεις...
    Βέβαια αν φτάσω στο λιμάνι τι θα κάνω;, Δηλαδή, αν βρώ τελικά τον χημικό τύπο του κουμπιού, τι γίνεται; Τέλος. Τέλος;
    Και πάλι θα μου πείς, τι σε νοιάζει. Γιατί εγώ, εγώ.. Και τι δεν ρούφηξα στη ζωή μου, νάχει ο εγκέφαλος τροφή για αιώνες. Ωραίο έ; Και να τεζάρω δηλαδή τώρα, θα πώ απλά γειά χαρά κι ευχαριστώ για όσα έζησα. Ετσι απλά χωρίς μελοδράματα.
    Μαρίνα : Πρόσεξε μηχανισμούς άμυνας. Οτι τον ενοχλεί, το απωθεί αλλά με λογικά επιχειρήματα. Φοβερός ο τύπος. Μήπως κάναμε λάθος επιλογή στον άνθρωπο;
    Στέλιος : Οχι. Απλά μας βγήκε η θεωρία των πιθανοτήτων. Δεν μας προέκυψε το μέσο δείγμα. Αλλά έτσι ισχυροποιείται το πείραμα. Σκέψου τι γίνεται με τους άλλους με νοημοσύνη κάτω του μέσου όρου. Οχι εύκολη λεία, αλλά τελείως παραδομένοι θα ήταν στα χέρια μας. Ετσι παίζουν όλοι οι ισχυροί ψυχολόγα μου...Ετσι και χειρότερα.
    Γιάννης : Γιατί τι σου είναι ο θάνατος ρε; Τόλεγε κι ο πατέρας μου. Η τελευταία πράξη της ζωής. Γι αυτό και μου είπε το πρωί, ότι θα πεθάνει το απόγευμα. Το ήξερε, ηρεμότατος και βαθειά φιλοσοφημένος και άθεος παρακαλώ. Οχι να λες δε φοβάμαι το θάνατο, γιατί θα πάω σε άλλη ζωή, μεταφυσικές, παράδεισοι, πιλάφια και τέτοια. Κουράγιο να δεχτείς την αλήθεια του οριστικού τέλους, όχι γελοιότητες. Η ιστορία είναι, ότι γίνεται. Να μην το φοβάσαι. Το οριστικό, το αμετάκλητο τέλος.
    Κι ας υποθέσουμε, ότι έλυσαν οι θρησκείες το πρόβλημα με τους παραδείσους και υπάρχει μετά θάνατο ζωή. Γιατί φοβούνται οι ανθρώποι ρε; Σε ρωτάω, γιατί; Θα πίστευαν στις μετά θάνατον ζωές τουλάχιστον οι θρησκόληπτοι. Ομως αυτοί φοβούνται περισσότερο. Αρα θρησκεία ίσον αποτυχία.
    Μαρίνα : Δεν σου είπα εγώ αν ήταν όλοι σαν κι αυτόν, θα τόχαμε κλείσει το μαγαζί! Ως και το θάνατο δεν φοβάται. Ωραίος!
    Γιάννης : Που λές, για να επανέλθω στα του εγκλεισμού μου εδώ. Ρωτάς: θα αντέξω χωρίς αυτήν εν ζωή, να βασανίζομαι συνέχεια, αν υπάρχει, με ποιόν είναι, τι κάνει και να ελπίζω να ξαναβρεθούμε, αλλά να μην το πιστεύω; Η την σκοτώνεις και μέσα από το οριστικό του θανάτου, λές εντάξει, θα πιώ όλο το ποτήρι της πίκρας, αλλά ελπίδα καμμιά.
    Ισως φταίνε οι Αμερικάνοι. Είχα διαβάσει που ανακοίνωσαν ότι ο πόνος του χωρισμού, είναι μεγαλύτερος από αυτόν του θανάτου. Γιατί λέει έτσι το παίρνεις απόφαση και δεν ελπίζεις. Θα μού πείς, εγώ έτσι σκέφτηκα και την σκότωσα; Οχι. Αλλά αφού το γαμημένο το υποσυνείδητο καθοδηγεί λέει, γιατί να μην έδρασε αυτή η σκέψη κρυμμένη στο υποσυνείδητο και να εκφράστηκε σε στιγμή έντασης, καυγά, πάθους και εκεί με θόλωσες σκατένιε εαυτέ και την σκότωσα; Γιατί εγώ δεν είχα σκεφτεί ποτέ να την σκοτώσω. Σκοτώσω...
    Κι οι ηλίθιοι οι αστυνομικοί, δεν πίστευαν. Εψαχναν περιουσιακά και άλλα, να βρούν το κίνητρον του φόνου λέει. Ποιό κίνητρον και λεφτά ρε, όταν αγαπάς με τρέλλα, όταν λατρεύεις σαν μαστούρης την πρέζα σου, όταν είσαι απόλυτα και συνειδητά εξαρτημένος από έναν άλλο άνθρωπο; Και δεν μου λέτε ρε ανακριτές, δεν ξέρετε το στοιχειώδες; Οτι μπορεί να λατρεύεις το αντικείμενο του πόθου σου όπως λένε, αλλά αυτή ακριβώς η λατρεία, η εξάρτηση, να σε κάνει να μισείς τελικά το αντικείμενο της εξάρτησής σου; Τι στο διάολο, ψυχίατρος έγινα ξαφνικά...
    Καλά που δέχονται και κανένα αίτημα οι κερατάδες και μου βάζουν πότε - πότε μουσική. Ακούς; Κοντσέρτο για βιολί. Μπετόβεν. Α ρε Μπετόβεν τρισύψιστε. Θυμάσαι που σε άκουγα μαζί της;
    Μαρίνα : Τι είναι αυτό παραισθήσεις;
    Στέλιος : Ακούει μουσική και δεν την ακούμε εμείς. Εσύ όταν θέλεις κάτι πολύ, όταν το έχεις ανάγκη, η μνήμη δεν σου φέρνει γεύσεις, μυρωδιές; Κάπως έτσι. Βέβαια παραίσθηση θα το λέγαμε αλλά... δεν ξέρω. Γιατί να μην είναι αίσθηση; Αφού το νιώθει και ακούει... Δεν ξέρω πραγματικά. Είναι η φυγή ίσως. Όχι, όχι. Αυτός κάνει την ανάγκη του για μουσική πραγματικότητα. Με τη λογική σου ο συνθέτης που ακούει μουσική που δεν την ακούμε εμείς και τη γράφει, θα πρέπει να έχει παραισθήσεις. Όταν μάλιστα οι μουσικές είναι έμπνευσή του και δεν τις έχει ακούσει για να τις θυμάται όπως ο δικός μας εδώ, τότε κατά τη δική σου εκδοχή, ο συνθέτης είναι ολότελα βυθισμένος στην τρέλλα. Όχι. Πραγματικοποιείται η ανάγκη. Σου άρεσε ο όρος;
    Γιάννης : Ακου όμως μιά βασική λεπτομέρεια. Εγώ σκότωσα. Εντάξει. Τη σκότωσα. Ομως, γιατί εγώ στην άκρα απομόνωση; Μήπως έκανα τίποτα χειρότερο από άλλους ρε παιδί μου; Κι άλλοι σκότωσαν και τους βάζουν σε κανονικά κελιά, κάνουν τις βόλτες τους στο προαύλιο της φυλακής συζητάνε με τους δίπλα ή κανα συγκάτοικο ή συγκελιούχο και τα λοιπά. Εγώ μήπως δεν σκότωσα κι έκανα κάτι πιό τρομακτικό και δεν το ξέρω; Η τρελάθηκαν οι σωφρονιστές; Η εγώ; Η η επικινδυνότητά μου έχει σχέση με το ότι σκέφτομαι και γι αυτό με απομόνωσαν; Μήπως δε σκότωσα; Γαμώτο...
    Μήπως δεν είναι αυτή η αιτία και με κρίνουν επικίνδυνο διά «διασάλευσιν της καθεστηκύας τάξεως»; Και βρήκαν αφορμή το φόνο, για να με απομονώσουν; Οι σωφρονιστές... Δηλαδή τι σωφρονιστές... θα με σωφρονίσετε ( κραυγάζει στρεφόμενος στη πόρτα ) για να μην ξανασκοτώσω ή για να την αναστήσω ρε ηλίθιοι;
    Κάτσε, ηρέμησε. Είπαμε έχεις κατακτήσει μιά πρωτόγνωρη ηρεμία. Την κατέκτησες με προσπάθειες ετών, αυτοσυγκέντρωση και απαξίωση χιλιάδων μικρών, άχρηστων πραγμάτων. Οσο περνούσε ο χρόνος τόσα και πέταγες ως άχρηστα. Αξίζει τον κόπο αυτό να με απασχολήσει; Το άλλο να με εκνευρίσει; Το παράλλο να μη με αφήνει να κοιμηθώ; Και ούτω καθεξής και έμειναν ελάχιστα που να αξίζουν τον κόπο.
    Ετσι και με το άλλο που έλεγα για την ελευθερία. Να η ηρεμία. Τι ποιό άλλο βρε ηλίθιε. Αυτό που έλεγα, ότι μισό βήμα στην ελευθερία είναι να μη θέλεις να αποδείξεις τίποτα στους άλλους και άλλο μισό να μη θέλεις να αποδείξεις τίποτα στον εαυτό σου. Να, τώρα είμαι εντελώς ελεύθερος. Γιατί τι να αποδείξω, σε ποιόν και γιατί έδώ μέσα.
    Τι; Αν το πίστευα αυτό, δεν θα έκανα τίποτα στη ζωή μου; Γιατί, δεν μπορώ να κάνω πράγματα, γευόμενος αυτό που λένε δημιουργία και νάχω δικαιολογία ύπαρξης και να μη θέλω να αποδείξω τίποτα; Η μεγάλη ταπεινοφροσύνη αυτό δεν είναι; Κι έπειτα όσο πιό μεγάλος σε αξία είναι κάποιος τόσο πιό ταπεινός δεν είναι; Το είπαμε αυτό.
    Σκότωσες και μιλάς έτσι; Θες να εξαγνιστείς. Αυτό δεν σκέφτεσαι τώρα ρε; Με κατατάσσεις στα πιό γλοιώδη υποκείμενα στον κόσμο, επειδή σκότωσα. Υπόκοσμος δηλαδή. Ομως... Υπάρχει και ένα όμως. Που λέει ότι όλα βγαίνουν μέσα από συγκρίσεις. Υπάρχει το καλύτερο, το χειρότερο. Να, για παράδειγμα εγώ είμαι πιό δολοφόνος από αυτούς που ρυπαίνουν το περιβάλλον και σκοτώνουν αφανώς εκατομμύρια κόσμου; Η πιό δολοφόνος από τον εφευρέτη της πυρηνικής βόμβας ή τόσα άλλα;
    Εντάξει, είμαι δολοφόνος. Πώς τολμάω να σκέφτομαι, έ; Να φιλοσοφώ. Να αναπνέω. Τολμάω ρε, γιατί νιώθω πάναγνος. Πάναγνος ακούς; Οχι με κριτήριο την ηλίθια ηθική των θρησκειών και των συμπαραμαρτούντων, που έφτιαξαν τα αφεντικά για να ελέγχουν ψυχή και σώμα, αλλά με μέτρο το ήθος. Αυτό των αρχαίων ελλήνων ρε, που το σακάτεψαν με τις θρησκείες για νάχουμε ενοχές, από τις αμαρτίες λέει. Αμαρτία αυτό παδί μου, έλεγε η μάνα. Αμαρτία αυτό τέκνον μου, ο παπάς. Αμαρτία. Αμαρτία. Αει στο διάολο που με τις αμαρτίες και τις ενοχές σας γεμίσατε τον κόσμο ενοχικά άτομα, άρρωστα δηλαδή, για να θησαυρίζουν οι ψυχίατροι. Καθίκια...
    Στέλιος : Ο πελάτης ε; Μας καταχεριάζει κανονικά. Και δεν έχω αντίλογο να πάρει ο διάολος...
    Μαρίνα : Γιατί ψέμματα λέει; Με το φόβο του θανάτου και τις ενοχές παίζουμε και γεμίσαμε πελατεία. Αντε και με τις ερωτικές απογοητεύσεις και με την έλλειψη αυτοεκτίμησης που έχει ο κοσμάκης.
    Γιάννης : Ενώ οι αρχαίοι, αριστούργημα. Δώδεκα θεοί. Να διαλέγεις. Με ανθρώπινα ελαττώματα. Ηθελες ένα καλό γαμήσι; Βοήθα Αφροδίτη μου, έλεγες. Ηθελες να επιζήσεις του πολέμου, σκοτώνοντας και καμμιά εκατοστή; Βοήθα Αρη μου, έλεγες. Ούτε ενοχές, ούτε αμαρτίες, ούτε τίποτα. Και απέναντι, η μεγαλωσύνη της Τέχνης, της Δημιουργίας, η φιλοσοφία, το ήθος και όχι οι κώδικες ηθικής να σε πνίγουν. Δεν ζούσα τότε ρε γαμώτο... Ενώ τώρα με τις υψηλές τεχνολογίες και τον σκοταδισμό τους. Κόλαση. Α ρε τύχη...
    Τύχη... Διότι κύριε δεν είναι τύχη, το αν θα γεννηθώ σε χωριό της Ζιμπάμπουε ή στη Νέα Υόρκη; Δεν είναι θέμα τύχης, τίνος γόνος είμαι; Του πεινασμένου χωρικού αφρικανού ή του Νίτσε ή του Αϊνστάϊν ή του βασιλιά της Αγγλίας; Δεν είναι τύχη, το αν θα γεννηθώ και πεθάνω πεινασμένος, λίγο κοντά στο ζώο, με τη διαφορά ότι κατοικώ σε χορτοκαλύβα ή το αν θα γεννηθώ σε παλάτια με δυνατότητες επιλογής, με βιβλία, πίνακες, μουσικές; Ασ΄τα να πάνε.
    Τώρα, εδώ που τα λέμε, άλλο τύχη, άλλο ευτυχία. Γιατί μπορεί να γεννηθείς από πατέρα φτωχό και να νιώθεις τόσο ευτυχισμένος, που ούτε στον ύπνο του το φαντάζεται ο βασιλιάς ή ο όποιος άρχων. Διότι δεν είδα και πολλούς ευτυχισμένους βυθισμένους στο χρήμα. Αντίθετα αγχωμένους είδα, μη και δεν αυγατίσουν ή μη και χάσουν τα κεκτημένα. Φουκαράδες στο βάθος. Συμπλεγματικοί, επιδειξίες, χαζοκοσμικοί, ευρωκυνηγοί. Δραχμοκυνηγούς τους λέγαμε παληότερα.
    Είδα ευτυχισμένους, μέσα από πολύ απλά πράγματα. Ξέρεις εκεί που κρύβονται οι μεγάλες αλήθειες. Λοιπόν, είδα ευτυχισμένους - έστω στιγμιαία - κυρίως δημιουργούς. Σε όποιον τομέα κι αν δημιουργούσαν.
    Τι; Τα συστατικά της ευτυχίας; Ολα θέλεις να σου τα πώ ρε άχρηστε; Υποθέτω, δεν είμαι ξερόλας, αλλά με υγεία, δημιουργία και έρωτα - υποθέτω λέω μην αντιδράς - πιστεύω ότι είσαι ευτυχισμένος. Και τα λεφτά; Ε, τι λεφτά. Νάχεις για να ζείς ευπρεπώς. Να έχεις σπίτι, να μπορείς να αγοράζεις βιβλία, μουσική, διακοπές το καλοκαίρι και κανένα ταξείδι στο εξωτερικό. Δούλος του χρήματος θα γινόμουν; Πολλά λέω;
    Στέλιος : Πάει με διέλυσε αυτός. Θα πάω πάλι για ψυχανάλυση. Εσύ αλήθεια συνεχίζεις;
    Μαρίνα : Και βέβαια συνεχίζω την ψυχανάλυση. Μας θεωρείς υγιέστερους των αρώστων μας; Στέλιος (αποκαμωμένος): Ασε με τώρα άσε...
    Γιάννης : Τώρα γιατί με βάζεις σε ανέφικτα; Η ευτυχία είναι σαν την είδηση. Δεν χαρακτηρίζεται παρά μόνο περιφραστικά. Κι έπειτα η ευτυχία είναι τόσο στιγμιαία, τόσο δυνατή, που δεν περιγράφεται. Απλά τη νιώθεις. Σε στιγμές ρωτάς: Είμαι ευτυχισμένος; Και να σου πεί ναί ο άλλος, δεν είσαι ποτέ σίγουρος. Τι κριτήρια και τρίχες τώρα. Αν σου πω ότι είμαι ευτυχισμένος βλέποντας ένα σούρουπο, ακούγοντας τα κύμματα της θάλασσας, χωρίς να σκέφτομαι τίποτα, θα το πιστέψεις; Ε, αυτό είναι για μένα ευτυχία. Για τον καθένα και άλλο. Απιαστο όνειρο, που το ζούμε σπάνια και γι αυτό έχει αξία.
    Να, τώρα ας πούμε, είμαι ευτυχισμένος γιατί μπορούμε και μιλάμε οι δυό μας και διότι έχω στόχο ζωής. Ναι ρε το κουμπί. Τι με κυττάς με απορία. Τρελός σαν τους έξω είσαι και συ; Καλά θα με τρελάνεις;
    Ακου βλάκα. Διάβασα ένα πολύ ωραίο. Οταν ο Νίτσε, ο φιλόσοφος ρε, έχασε τα μυαλά του, καθότανε με τις ώρες στο παράθυρο και κοιτούσε έξω χωρίς να μιλάει. Τίποτα δεν έκανε, κοιτούσε το έξω, το χάος, ξέρω γώ, κοιτούσε. Είχε μιάν αδελφή, που τον αγαπούσε πολύ και ήταν συνέχεια δίπλα του. Τον έβλεπε λοιπόν έτσι, αυτόν τον φοβερό εγκέφαλο αδρανή κι έκλαιγε. Και γυρνάει και τι της λέει ρε; Ακου. Της λέει: Γιατί κλαίς, δεν είμαστε ευτυχισμένοι; Ποίηση, ε;
    Τα πράγματα είναι πολύ απλά όμως. Να, ασκείσαι με το να είσαι ευτυχισμένος με όσα έχεις και όχι δυστυχισμένος με όσα δεν έχεις. Μη γελάς ειρωνικά ηλίθιε. Με την άσκηση όλα γίνονται. Αλλά είσαι κακομοίρης και συ, μίζερος σαν όλους που αφήνονται, βυθίζονται στην αδράνεια και μετά διαμαρτύρονται για την άδεια ζωή τους. Αγώνας ρεεε..
    Στέλιος : Μου αρέσει που τον παρατηρούμε ως άρρωστο κι αυτός μας δίνει μαθήματα ψυχικής υγείας...
    Μαρίνα : Οχι βέβαια ως άρρωστο. Ενα πείραμα διατεταγμένο κάνουμε. Και προφανώς το θέλει η Αρχή για να το γενικεύσει σε όλους μας υπό κλίμακα αν πετύχει. Διαστρέφεις την πραγματικότητα γιατί δεν μπορείς να αποδεχτείς ότι είσαι όργανο, υποταγμένο καθόλα μάλιστα, στην Αρχή. Από τη στιγμή που ενσωματώθηκες πλήρως στο σύστημα, μη διαμαρτύρεσαι, μη διαστρέφεις. Αυτή την αλήθεια την αποδέχτηκα εγώ. Αποδοχή της αδυναμίας μου να αντιδράσω είναι. Κατά τα άλλα εγώ είμαι κατώτερη ως ψυχολόγος και συ ανώτερης στάθμης. Ωραίος είσαι.
    Γιάννης : Κοίτα τώρα τι γίνεται με μας τους δυό. Ξέρεις, λέω δύο κι ας βλέπουν - αν έβλεπαν τώρα - οι άλλοι έναν, εμένα. Αλλα εγώ είμαι εγώ και συ εσύ, δηλαδή είμαστε δύο. Κατάλαβες; Ρε παιδί μου τί έχω πάθει ... εγώ ξεκίνησα να μιλήσω για το φόνο κι έχω πάει αλλού. Τι ελάττωμα κι αυτό,,,
    Όλα φωνάζουν...
    Δόξα και μεγαλείο τους
    τα σακατεμένα παιδικά κορμιά
    τα αθώα μάτια που ρωτούν Γιατί
    Οι βόμβες, οι αρβύλες, τα μάτια, τα λόγια τους
    Ολα, φωνάζουν θάνατος

    Χασάπηδες της οικουμένης
    κλέβουν κι αλέθουν σε κρεατομηχανές τρέλας
    ζωές, κορμιά, έρωτες, ελπίδες, βρέφη, γέροντες, αδύναμους,
    πίστη, ιδανικά, αξίες, δίκιο και κυρίως μέλλον
    Όλα φωνάζουν θάνατος

    Ρομπότ - ευνουχισμένα ανθρωποειδή
    συναρμολόγησης δεκαετιών
    κινούν μηχανές θανάτου
    τα τηλεκούτια στέλνουν συμφορά
    σπέρνουν φόβο, πανικό, υποταγή
    Όλα φωνάζουν θάνατος

    Νέος, χαοτικός, κτηνώδης κόσμος
    στο κατώφλι της αφάνειας
    στεγνώνει το στόμα του ποιητή
    παγώνει το αίμα στις φλέβες
    λεηλατεί τον Ανθρωπο
    Όλα φωνάζουν θάνατος

    Ας βάλει το χέρι του όποιος μπορεί
    γιατί ο πόλεμος του αύριο
    θα γίνει με σφεντόνες

    Τώρα στο χυδαίο παζάρι της ανοχής
    χάσαμε ηγέτες, φωνή, όραμα, αύριο
    ίσως πατρίδα
    και Όλα φωνάζουν θάνατος

    Αθήνα 3. 4. 03 (της μεγάλης σφαγής)


    Αλλά, συνειρμοί σου λέει. Να, λές τη λέξη νερό και τρέχει το μυαλό. Νερό εμφιαλωμένο, βρύσης, λίμνης, θάλασσας, βροχής, βιολογικού καθαρισμού, υδροφόρος ορίζοντας, ποτάμι, χείμμαρος, Εταιρεία Υδάτων, πλημμύρες, αντιπλημμυρικά έργα, πνιγμοί, καταστροφές, υπουργείο δημοσίων έργων, Δήμος, Κοινότητα, πολιτική, κόμματα, θεσμοί, διάβρωση, σήψη, συλλογική αδράνεια, αποβλάκωση, αποχή από τα κοινά, αποπολιτικοποίηση, υποταγή και πάει λέγοντας. Κι όμως ξεκίνησα από το νερό.
    Δηλαδή, τελειωμό δεν έχει. Σε βεβαιώνω. Οχι για να δικαιολογηθώ, αλλά αν δεν ήταν έτσι, τι θα ήταν η ανθρώπινη σκέψη και η δημιουργία ρε; Ετσι κάπως λειτουργούν όλοι που ψάχνουν. Ερευνητές, επιστήμονες φιλόσοφοι, καλλιτέχνες, ερωτευμένοι, όλοι. Αναγωγές κάνουν συνειρμικά και ανάλογα το τι κουβαλάει ο καθένας στην ψυχούλα του, ανεβαίνει ή κατεβαίνει ψυχολογικά... ως υπόσταση ρε παιδί μου. Κατάλαβες;
    Μαρίνα : Πές μου ειλικρινά. Λειτούργησε ποτέ το μυαλό σου έτσι; Οπως λέει αυτός; Συνειρμικά, ανοδικά, με έξαρση πνευματική. Στέλιος ( αμήχανος): Ως ένα σημείο, ναι.
    Μαρίνα : Ναί ή όχι;
    Στέλιος : Ισως όχι.
    Μαρίνα : ( ειρωνικά )Πολύ σαφής είσαι βρε παιδάκι μου. Εγώ ένα ξέρω. Οτι αυτός μιλάει και σύ απογυμνώνεσαι. Και το φοβάσαι αυτό. ( επιθετικά) Κατά τα άλλα εσύ ξεγυμνώνεις τις ψυχές για να τις θεραπεύσεις. Τρέμεις τη γύμνια σου. Τις ευαισθησίες σου. Αυτό που είσαι. Και δε μου λές; Το τσιτάτο σου δεν είναι πάντα στους φερόμενους ασθενείς σου - γιατί να με πάρει ο διάολος αν ξέρω ποιός είναι άρρωστος τελικά και ποιός όχι και ποιός το καθορίζει αυτό - δεν λες λοιπόν πάντα στους πελάτες σου, για να ακριβολογήσω, ότι πρέπει να αποδεχτούνε τον εαυτό τους όπως είναι, να τα βρούνε με τον εαυτό τους γιατί αλλιώς δεν θα τα βρούν με κανέναν άλλο; Τους λες αυτό που εσύ τρέμεις. Να γυμνωθούν και να αποδεχτούν τον εαυτό τους. Δάσκαλε που δίδασκες...
    Στέλιος : ( συντριμένος, σηκώνει τα χέρια σε παράδοση): Ισως... έχεις δίκηο. Λογικά μιλάς. Αλλά... Ομως... Κύτταξε... ( επιθετικά ) Τι κάνεις τώρα ξέρεις; Με κρίνεις και εξ αντικειμένου ανεβαίνεις ψηλότερα από μένα. Ετσι νομίζεις βέβαια. Αν θες να ανέβεις κυρία μου, ανέβα με τις δυνάμεις σου. Οχι μειώνοντάς με, κάνοντας την ασυνείδητη αυτή υπέρβαση, τάχα ότι είσαι ανώτερή μου. Κατάλαβες; Μαρίνα ( μαζεύεται): Ξέρεις τι ξέρω εγώ. Οτι αυτός είναι το πειραματόζωο. Αυτός έχει τάχα τιθασευτεί από μας. Που στην προκειμένη περίπτωση εμείς εκπροσωπούμε τη δύναμη, την εξουσία, εκπροσωπούμε την Αρχή ή τελοσπάντων δουλεύουμε για λογαριασμό της. Και αυτός, το θύμα, ο υποδεέστερος, αφού νομίζουμε ότι τον υποτάξαμε, κατάφερε να μας διαλύσει. Χωρίς επεμβάσεις, χωρίς επι- ή υπο-βολές όπως έλεγες. Απλά με τα λόγια του. Με έναν ήχο συντονισμένο δηλαδή με λόγια, που μου διαπερνάνε τον εγκέφαλο και με γεμίζουν τύψεις που να σε πάρει ο διάολος.
    Στέλιος : Τύψεις; γιατί τύψεις;
    Μαρίνα : Τύψεις... μόνο αυτό κράτησες από όσα είπα. Γιατί αυτό σε πονάει περισσότερο. Ναι τύψεις κύριε. Διότι εμείς ως όργανα, εκτελούμενα της Αρχής, αλλάξαμε τη ζωή κάποιου, που τελικά είναι επί της ουσίας ανώτερός μας. ( Κραυγάζει) Ανώτερός μας σου λέω. Γιατί ούτε καν αγγίξαμε το μυαλό του. Μόνο τις συνθήκες ζωής του αλλάξαμε. Και πίστη στη ζωή έχει και αρχές και αξίες και δημιουργεί με τον τρόπο του. Ενώ εμείς...
    Στέλιος : Λοιπόν σου απαντάω. Τύψεις δεν έχω. Γιατί αν είχα γιά ότι συμβαίνει γύρω μου, όπου είτε μετέχω ενεργά, είτε αδιαφορώ και με την αδιαφορία μου μετέχω ουσιαστικά στα εγκλήματα της Αρχής, τότε θα είχα τρελλαθεί. Λοιπόν σου δηλώνω ότι δεν θα τρελλαθώ και δεν έχω καμμία απολύτως τύψη. Κι έπειτα με τύψεις ποιός θα σε κυβερνούσε; Ποιός θα αποφάσιζε υπεύθυνα ερήμην σου για σένα; Θα μπορούσε κάποιος που φοβάται τα αίματα να χειρουργήσει; Ασχημα περνάς; Δεν έχεις ποιότητα ζωής, επάγγελμα, μισθό, αυτοκίνητο, σπίτι; Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα κορίτσι μου, άσε...
    Μαρίνα : Καί βέβαια τα έχω όλα αυτά. Καταχρεωμένη, έχοντας υτοθηκεύσει όλη μου τη ζωή, καταδικασμένη να πληρώνω. Ισοβίως όμως χρεωμένη. Γιατί αν δεν χρωστάω, πώς θα είμαι εξαρτημένη; Πώς; Ξέρεις κανέναν ανεξάρτητο χρεωμένο; Ανθρωπο, χώρα; Με το σταγονόμετρο μου τα δίνουν όλα. Μου δείχνουν έναν μονόδρομο με ένα καρότο στη μύτη. Που δεν το φτάνω ποτέ.Τα έχω όλα αυτά. Ποιότητα ζωής δεν έχω. Ομως εσένα σε έπεισαν. Οπως πείσαμε εμείς αυτόν τον φουκαρά ότι είναι δολοφόνος - ποιόν φουκαρά δηλαδή, μακάρι να είχα το μυαλό και τα ανακλαστικά του - και να το αποτέλεσμα. Μας διέλυσε με τις αλήθειες του. Με την απόδειξη της πνευματικής υστέρησής μας. Κρατούμενος είναι και δίνει μαθήματα ελευθερίας. Μας διέλυσε το υποχείριό μας βρέ. Εμάς τους εκπροσώπους της Αρχής, της Εξουσίας. Καταλαβαίνεις; Στέλιος ( κουνάει το κεφάλι συγκαταβατικά. Δείχνει τον Γιάννη ): Σώπα. Μιλάει. Καλύτερα να ακούω αυτόν, παρά εσένα.
    Γιάννης : Που λές, για να επανέλθω, είμαστε δύο. Πρώτον γιατί με βολεύει για να μιλάω σε κάποιον. Δεύτερον μπορεί νάναι κι έτσι. Οχι μπορεί, έτσι είναι. Αφού κάτι το σκέφτηκα, υπάρχει. Αμφιβάλλεις; Και να αμφιβάλλεις, τι θα γίνει τώρα; Θα σταματήσουμε την κουβέντα;
    Πρόσεξε. Πολλά πράγματα που λέγονται, μπορεί να είναι σημαντικότατα. Οταν τα ίδια γράφονται, έχουν μεγαλύτερη αξία. Διότι μένουν, δεν τα παίρνει ο άνεμος, όπως αυτά που σου λέω. Δηλαδή ποιός άνεμος εδώ μέσα, τέλος πάντων. Να, θυμάμαι με το φιλαράκι μου το Σταύρο. Πόσα δεν έχουμε πεί. Νύχτες ολόκληρες. Πολύ όμορφα, σημαντικά. Αλήθειες δηλαδή. Αλλά δεν τις γράψαμε, άρα πούν'τες, που η αξία τους; Θα μου πείς στο μυαλό. Κι αν δεν έχω καλή μνήμη ρε, ποιό μυαλό; Καταλαβαίνεις; Χέστα σου λέω.
    Αυτό πάλι, όταν μιλάμε, που λέμε ανάμεσα στη διήγηση: καταλαβαίνεις; ή: καταλαβαίνεις. Χωρίς ερωτηματικό. Ξέρεις γιατί; Το καταλαβαίνεις με ερωτηματικό, μπορεί να είναι υποτιμητικό. Δηλαδή δεν καταλαβαίνει ο άλλος και τον φτύνεις κατάμουτρα, υπονοώντας ότι λές τόσο σημαντικά πράγματα, που δεν τα καταλαβαίνει. Τότε, γιατί μιλάς του άλλου ρε, αν αμφιβάλλεις πως καταλαβαίνει; Μη μιλάς. Από την άλλη, μπορεί να μην φτύνεις τον άλλο. Αλλά να εξωτερικεύεις την αγωνία σου, να καταλάβει ο άλλος αυτά που λές. Δηλαδή το φταίξιμο πάει σε σένα. Λες, μήπως δεν τα λέω καλά ή μήπως λέω ακατανόητα και δεν είμαι στα καλά μου και ρωτάς σαν ηλίθιος: Καταλαβαίνεις;
    Το άλλο τώρα, το... καταλαβαίνεις. Χωρίς ερωτηματικό. Αυτό είναι δείγμα συνενοχής. Δηλαδή είσαι τόσο τομάρι και σύ, που με καταλαβαίνεις. Η δείγμα, ότι εσύ σίγουρα καταλαβαίνεις, γιατί σου μιλάω εγώ και αφού είμαστε ανώτεροι άνθρωποι και σημαντικότατα όσα λέμε, δεν μπορεί να μην καταλαβαίνεις. Το αποδέχομαι εκ προοιμίου και στο γνωστοποιώ. Καταλαβαίνεις λοιπόν. Τέτοια έπαρση αδερφέ μου. Καταλαβαίνεις; Χα, χα...
    Στέλιος : Θα μας τρελλάνει τελείως αυτός...
    Γιάννης : Αχ... Ο λόγος. Μεγάλη υπόθεση. Σκέψου όσες γνώσεις έχεις στη ζωή σου. Πόσες από αυτές είναι προϊόντα μάθησης μέσα από το λόγο, τον προφορικό εννοώ και πόσες από βιβλία ή άλλα μέσα. Καταπληκτικό πράγμα. Θυμίσου τους δασκάλους σου. Μιλούσαν και συ φορτωνόσουν γνώση. Καταπληκτικό ε; Αϋλο πράγμα κι όμως σου μεταβίβαζε γνώση. Οπως τόσα άλλα. Συναίσθημα ας πούμε. Μιά λέξη, υβριστική για παράδειγμα και σε φουντώνει από θυμό. Εως φόνου δηλαδή... Μιά τρυφερή λέξη και λειώνεις. Λέξεις μόνο. Κι όμως σε κατακλύζουν συναισθήματα μέσα από λέξεις. Δεν έχεις πεί ποτέ σε κάποιον: Με πονάει αυτό που λές. Πόνος ρε, μάλιστα. Χωρίς να σε ακουμπήσει ο άλλος ή να σε χτυπήσει. Σου ασκεί βία δηλαδή, πονάς χωρίς να σε ακουμπήσει. Τι λέω απόψε ο πούστης!
    Αλλες φορές, περιορίζονται οι λέξεις, όταν μιλάς με οικείους ή αγαπημένους. Αν σε άκουγε τρίτος, θάλεγε ότι μιλάς με μειωμένο λεξιλόγιο. Κι όμως μιά λέξη και τσαφ ο άλλος, καταλαβαίνει προτάσεις ολόκληρες. Κώδικας αδερφέ μου, κώδικας. Υπαρκτός, αλλά ανείπωτος και μη προσδιορισμένος. Και άλλος κάθε φορά, ανάλογα τα πρόσωπα. Ωραίο πράμμα!
    Θα μου πείς, εγώ τι κάνω τώρα, δε μιλάω ακατάπαυστα; Κι εσύ ο εαυτός μου δεν με ξέρεις, για να σου μιλάω με λέξεις κώδικες; Ναι, έχεις δίκηο. Αλλά εγώ θέλω να μιλάω πολύ. Να ακούω τη φωνή μου. Οπως τότε. Που πιτσιρικάς, γύριζα βράδυ σπίτι μέσα στο σκοτάδι κι επειδή φοβόμουνα, τραγουδούσα για να ακούω τη φωνή μου, τάχα ότι δεν είμαι μόνος, αλλά έχω παρέα. Κι όσο περισσότερο φοβόμουν, τόσο περισσότερο φώναζα. Πλάκα είχε. Κι όταν έφτανα στην εξώπορτα του σπιτιού, σταματούσα το τραγούδι. Εδώ παίζει ρόλο η φωνή. Το αυτί. Ο ήχος. Δεν είναι μόνο ο λόγος. Κατάλαβες; Κατάλαβες. Χα, χα, χα. Σε δουλεύω πότε - πότε για να μην πλήττουμε.
    Κι έρχονται μετά οι διάφοροι ποιητές λέει, πεζογράφοι και τα λοιπά, ξέρεις αυτοί που γράφουν, όπως εγώ φώναζα φοβισμένος παιδί και σου δηλώνουν βαρύγδουπα: Εγώ γράφω για τον εαυτό μου. Τότε γιατί δημοσιεύεις τα έργα σου και γιατί αυτοβαφτίζεσαι ποιητής ρε; Κράτα στο συρτάρι τα μεγαλουργήματά σου. Γράφεις για να νιώσεις δημιουργικά, έχεις ανάγκη να εκφραστείς, εντάξει. Αλλά όταν απευθύνεσαι στον κόσμο, τι άλλο θέλεις παρά να επιβεβαιώσεις την ύπαρξή σου; Να νιώσεις ότι μοιράζεσαι κάτι δικό σου, ότι δεν είσαι μόνος. Κι έπειτα να σου πω κάτι άλλο; Καραγκιόζηδες είναι οι περισσότεροι. Ντρέπονται να μιλήσουν στο πρώτο πρόσωπο - μη βγάλω τις ευαισθησίες μου σου λέει στη φόρα - και βάζουν όσα σκέφτονται στο στόμα ηρώων των έργων τους λέει. Καραγκιοζιλίκια...Ποιητές και δημιουργοί σου λέει... Γυμνώσου κύριος, να δεις τι θα πεί βερύκοκο...
    Μην αρχίσω να μιλάω τώρα για τις παρεούλες. Τις άτυπες συντεχνίες, αυτών που αυτοχρίζονται και αλληλοχρίζονται μεγάλοι ηθοποιοί, σκηνοθέτες, ποιητές, ζωγράφοι και πάει λέγοντας. Μέσα και οι κριτικοί Τέχνης, θεάτρου, λογοτεχνίας και τα τοιαύτα. Δεν τους απορίπτω ως ιστορικούς. Αλλά να κριτικάρουν ανθρώπους που μοχθούν, αληθινούς δημιουργούς, κάποιοι που δεν παρήγαγαν ποτέ ένα έργο τέχνης, με τόση ευκολία και να αγνοούν ότι υπάρχουν, ακριβώς επειδή υπάρχουν οι πραγματικοί δημιουργοί και το έργο τους. Αυτό παραπάει πιά. Υπάρχουν μέσα από τη ζωή, τη δημιουργία, το έργο άλλων. Παρεούλες αδερφέ μου. Πρέπει να σου μιλάω ώρες για την ξεφτίλα τους. Θα μου πείς πάλι, τι με νοιάζει. Με νοιάζει όταν θάβονται άνθρωποι αξιόλογοι και το έργο τους. Δημιουργοί σπουδαίοι, γνήσιοι, θάβονται και δεν μπορούμε να γευτούμε τα έργα τους, για να επιβιώνουν οι αρουραίοι που τρώνε από τις αποθήκες των γνήσιων δημιουργών και έχουν αλώσει και τα Μέσα Ενημέρωσης και παραπλανούν τον κόσμο. Με ενδιαφέρει γαμώτο τι παραλαμβάνουν τα παιδιά μας...
    Μαρίνα : Θάλεγε κανείς ότι ξέρει πως τον ακούμε και τα λέει σε μας όλα αυτά. Είναι απίστευτο!
    Στέλιος : Κι όμως αληθινό!
    Γιάννης : Ηρέμησεεε. ( Μικρή παύση ) Κι έπειτα, τι πιό γοητευτικό από το να βάζεις στη σειρά λέξεις, που αποδίδουν νοήματα, προκαλούν συναισθήματα, σκέψεις και τόσα άλλα; Οι συνθέτες το ίδιο δεν κάνουν με τις νότες κι οι ζωγράφοι με τα χρώματα; Ποιόν κοροϊδεύετε ρε; Κάθε σας βήμα, κάθε σας λέξη, για να επιβεβαιώνετε ότι υπάρχετε είναι. Σε σχέση με τους άλλους φυσικά. Υπάρχω. Καλό. Αλλά το υπερέχω; Αλλο πράμμα ε; Κάνε ένα πείραμα. Περπάτα και σκέψου ότι δεν σε κοιτάει κανείς. Περπάτα και σκέψου ότι σε παρατηρούν από πίσω πολλά μάτια. Το ίδιο θα βαδίζεις; Οχι. Σε βεβαιώνω. Αλλάζει ασυνείδητα ώς και το περπάτημά σου. Κι όσο και να αδιαφορείς τάχα για τους άλλους, αυτοί καθορίζουν τη συμπεριφορά σου. Η εικόνα που έχεις για τον εαυτό σου, είναι το σύνολο των εικόνων που έχουν οι άλλοι για σένα. Διότι πού ξέρεις εσύ πώς είσαι; Οτι σου έχουν πει οι άλλοι, αυτό εισπράττεις και πιστεύεις ότι είσαι. Τώρα τι είσαι στην πραγματικότητα, άλλη ιστορία, Δεν θα το μάθεις ποτέ, γιατί κανείς δεν το ξέρει οπότε, ποιός θα στο πεί... Σε κούρασα το ξέρω, αλλά πώς να γυρίσω στο φόνο ρε γαμώτο, όταν έχω ξεφύγει τόσο ωραία και λέω τις κοτσάνες μου...
    Στέλιος : Τώρα, διαισθάνεται ότι δεν έκανε το φόνο ή τον απωθεί η συνείδηση που έχει για το γεγονός του φόνου κι ας μην τον έκανε;
    Μαρίνα : Αποκλείεται νάναι και τα δύο;
    Στέλιος : Σώπα να ακούσουμε τη συνέχεια, που το πάει.
    Γιάννης : Θα προσπαθήσω να μιλήσω για το φόνο. Αλλά δεν είναι φυσικό αυτό που κάνω; Δηλαδή, όταν έχεις χοντρό πρόβλημα, τι κάνεις; Η το αντιμετωπίζεις κατάμουτρα και το τρώς και το χωνεύεις, όσο οδυνηρό και νάναι, πράγμα που θέλει κότσια ή του γυρνάς την πλάτη. Εγώ αυτό δεν κάνω τόση ώρα; Αποφεύγω να μιλήσω για το φόνο. Αλλά τελικά, ξέρεις κάτι; Δεν μπορείς να γυρίσεις την πλάτη. Σε τρώει στα σωθικά το πρόβλημα αν δεν το φας εσύ και μάλιστα να το χωνέψεις. Φόνος. Σε μιά στιγμή δηλαδή, κυριολεκτικά στιγμή, που μου άλλαξε τη ζωή. Η για άλλους μου κατέστρεψε τη ζωή. Τώρα πότε ήταν κατεστραμμένη και πότε όχι και γιατί τώρα δεν ζω, αυτό είναι μιά άλλη ιστορία...
    Ε, λοιπόν δεν θα το πιστέψεις, όπως δεν το πίστεψαν κι οι δικαστές. Σκότωσα, γιατί απειλήθηκε η ψυχική μου ακεραιότητα. Ημουν σε άμυνα δηλαδή. Και βέβαια σε στιγμή θυμού, παραλογισμού ίσως. Απειλήθηκε η ψυχική μου ακεραιότητα δια της προσβολής. Βία με λέξεις. Αυτό που σούλεγα πριν. Δια λόγου. Ναι. Απειλή έως τρόμου. Πανικός ρε παιδί μου. Πώς θα αντιδράσει φυσιολογικά ένας πανικόβλητος άνθρωπος; Κάπως έτσι. Αλλά πρόσεξε. Εγώ πίστευα ό,τι μου έλεγε. Παράλληλα είχα χτίσει και γώ το οικοδόμημά μου, τα πιστεύω μου, την εικόνα του εαυτού μου. Την εικόνα του άντρα, του μεγάλου εραστή ( κοιτάζεται στον καθρέφτη... ) ναι ρε μεγάλου σου λέω... κοίτα φάτσα εραστή ρε γαμώτο. Φτου ρε καραγκιόζη ( μουτζώνεται). Τέλος πάντων, καμμία δεν με είχε αμφισβητήσει. Δε μου τόχε πει δηλαδή. Είναι αυτό που λέω, η εικόνα του εαυτού μας είναι το σύνολο της εικόνας που έχουν οι άλλοι και τα λοιπά...
    Κι έπειτα, αυτή η ίδια μου είχε τονώσει το ηθικό ή μάλλον επιβεβαίωσε με τη σειρά της ότι είμαι μέγας, μέγας εραστής, με όλα τα προσόντα ( κοιτάζει το καβάλο του με νόημα) και μου το φώναζε τις στιγμές της έξαρσης, ξέρεις εσύ, τάχεις δει και ακούσει όλα εαυτούλη μου.
    Κι έρχεται αυτή, χωρίς να το πιστεύει, σε μιά κουβέντα από τις γνωστές, ξέρεις αυτές, όταν λέμε στον άλλο πράγματα που δεν πιστεύουμε για να τον πικράνουμε - λέω εγώ τώρα - και μου λέει: «Δεν κοιτάς το χάλι σου, παριστάνεις και τον εραστή. Νομίζεις ότι με ικανοποιούσες; Τις πιό πολλές φορές υποκρινόμουνα. Γιατί η γυναίκα μπορεί, να υποκριθεί. Ο άντρας όχι. Οσα σου έλεγα ψέμμα ήταν. Ενας ανθρωπάκος, ανύπαρκτος εραστής, μειωμένων προσόντων είσαι». Ακούς ρε, μειωμένων προσόντων με είπε...
    Και συνεχίζει η κυρία. Με το φοβερότερο. Με βόμβα μεγατόννων. Μου λέει: «Ενα ψέμμα ζείς όλη σου τη ζωή. Και μπήκα και γώ στο ψέμμα. Γιατί σε φόρτωσα με όσα ήθελα να έχεις για να βολεύομαι εγώ, κι ας μην είχες τίποτα από όσα θα ήθελα. Ενα πλασματικό ον είσαι».
    Και μου τα είπε ήρεμα αυτά. Ξέρεις, για να πειστώ ότι λέει αλήθεια. Ηρεμα για να πειστώ, ότι δεν είναι αποτέλεσμα θυμού όσα έλεγε. Τέτοια μαεστρία η κυρία. Πες μου τώρα αυτά που μπήκαν στα αυτιά και στο μυαλό μου, γιατί είναι λιγότερα από μαχαίρι στην καρδιά. Ε; Γιατί δεν βγάζουν αίμα;
    Πώς να είσαι σοφότερος του θυμού μετά από όλα αυτά; Πώς; Μου λές; Την αρπάζω λοιπόν από τους ώμους και ουρλιάζοντας, δεν θυμάμαι τι, άρχισα να την ταρακουνάω. Ο ηλίθιος δεν κατάλαβα ότι ακουμπούσε στον τοίχο και το κεφάλι της χτυπιόταν πάνω του. Σταμάτησα, μόλις είδα το αίμα και αυτήν να σωριάζεται κλείνοντας τα μάτια. Τι να σου πω, μετά, δεν θυμάμαι και καλά, ήταν νεκρή. Τα άλλα δεν έχουν σημασία. Η γυναίκα που λάτρεψα, νεκρή από τα χέρια μου. Με κινητήρια δύναμη τα λόγια. Τα άϋλα... Νεκρή... Αλλά αυτήν σκότωσα ή άλλην που νόμιζα ότι ήταν αυτή; Και μήπως είπε αλήθεια κι έκανα κι εγώ το ίδιο, φορτώνοντάς την με πράγματα που δεν είχε; Τα θυμάσαι; Δεν τα θυμάσαι όλα αυτά ρε; Η τα απώθησες επειδή δεν μας βολεύουν; Για δυό λέξεις. Λόγος. Αέρας δηλαδή. Ηχος μοναχά. Λέξεις. Και την σκότωσαν με τα χέρια μου οι λέξεις. Που μου ανακάτεψαν το μυαλό. Κι έτσι τώρα, μιά άλλη λέξη φορτώθηκε στα γνωρίσματά μου. Δολοφόνος. Δολοφόνος... Στέλιος ( ενθουσιασμένος ): Καταπληκτικό. Καταπληκτικό ε; Εξομολογείται όσα γράψαμε στη δικογραφία. Τα πίστεψε όλα. Και τα ζεί μάλιστα. Ζει το ψέμμα ως αλήθεια και αλήθεια τόσο οδυνηρή! Καταπληκτικό τι πετύχαμε... Μαρίνα ( με απαξία ): Καταπληκτικό ε; Ξέρεις τι μου θυμίζεις; θυμάσαι τότε που διαλύθηκε ένα διαστημόλοιο και σκοτώθηκαν εφτά αστροναύτες. Ο σούπερ αρχηγός, η μεγάλη Αρχή, ο πλανητάρχης, βγήκε στις τηλεοράσεις και δακρυσμένος έκλαιγε τους επτά χαμένους. Και την ίδια μέρα ξεκινούσε πόλεμο που όλοι εκτιμούσαν πως θα είχε πεντακόσες χιλιάδες νεκρούς. ( με αποστροφή) Αυτό μου θυμίζεις.... Ανθρωπάκια...
    Γιάννης : Λέξεις. Αλήθεια, σκέφτομαι με έννοιες ή με λέξεις; Κι αν σκέφτομαι με λέξεις, πώς οι λέξεις μπορεί να έχουν και δέκα νοήματα; Η με τον καιρό, οι ίδιες λέξεις, να σημαίνουν άλλο από παλαιότερα; Μπα, με έννοιες θα σκεφτόμαστε, να ξέρεις. Απλά τις βαφτίζουμε με άλλες λέξεις ή τις φορτώνουμε σε λέξεις που υπάρχουν κι έτσι αλλάζουν οι έννοιές τους. Ζωντανό πράγμα η γλώσσα κι εξελίσσεται. Ασε τους γλωσαμύντορες να φωνάζουν.
    Ας είναι. Εδώ υπάρχει παιχνίδι με το χρόνο. Μου αναβοσβύνουν το φώς κατά βούληση και νομίζουν ότι με ξεγελάνε. Τάχα σκοτάδι ίσον νύχτα, φως ίσον μέρα και πάει λέγοντας. Για να μου σπάσουνε τα νεύρα.
    Ρε σείς κορόϊδα, υπάρχει κάτι που λέγεται βιολογικό ρολοϊ, πρώτον. Δεύτερον, ο χρόνος εφευρέθηκε από μας για να συνεννοούμαστε. Εχετε σκεφτεί πώς περνάει ο χρόνος στο νοσοκομείο, όταν παραστέκεσαι σε άρρωστο; Δεν κυλάει με τίποτα. Εχετε σκεφτεί πως περνάει, όταν κάνεις έρωτα; Οταν συνοδεύεις ετοιμοθάνατο σε ασθενοφόρο με μεγάλη κίνηση στο δρόμο; Οταν ταξιδεύεις; Οταν περιμένεις σε σημαντικό ραντεβού κι ο άλλος αργεί; Οταν είσαι μόνος, όταν με παρέα;
    Πώς είναι η ζωή μας τάχατες; Σε ταχύτητες όπως οι γρήγορες που έδειχνε στο Κουανισχάτσι, πώς τον λέγανε μωρέ... ο Ρέτζιο ο σκηνοθέτης ή στις αργές; Τί είναι η κανονική ροή του χρόνου και ποιός θα μας το ορίσει; Τί είναι η ζωή σου κι η ζώη μου στην αιωνιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης; Και πάτε να μου κάνετε κόλπα με το φώς...
    Καραγκιόζηδες είσαστε. Τι; Εχεις δίκηο. Δεν ξαναλέω καραγκιόζηδες, γιατί ο καραγκιόζης ήταν πολύ σοβαρός για να τους βαφτίζω έτσι. Λοιπόν, είσαστε γελοίοι γιατί εγώ, πέρα και μέσα από το χρόνο, αναπνέω. Σκέφτομαι. Υπάρχω. Αν ελπίζω; Αφού αναπνέω. Αλλά και τι να ελπίζω; Εσείς; Σε λεφτά, δόξες, δημοσιότητες; Σε τι ελπίζετε μαριονέττες ενός συστήματος, που δεν καθορίζετε ούτε στο ελάχιστο την τροχιά του; Ε;
    Μαρίνα : Δεν σου είπα ότι μιλάει σαν να μας βλέπει, σαν να μας άκουσε προηγουμένως;
    Γιάννης : Εχω κάθε λόγο να είμαι δυστυχισμένος. Και το αντίθετο. Αλλους τόσους, μύριους λόγους έχω, για να είμαι ευτυχισμένος. Εδώ μέσα; Ναι εδώ μέσα. Παντού. Κι έπειτα, σε τέσσερις τοίχους δεν μπορούν να κρύβονται οι τεράστιες ανεπανάληπτες στιγμές, που ζούμε πραγματικά; Οπουδήποτε μπορώ και μπορείτε να είσαστε ευτυχισμένοι και άπειρα δυστυχείς. Ολα εδώ είναι (δείχνει το κεφάλι του). Αρα;
    Κι έπειτα, πόσους δεν είδατε γεννημένους νεκρούς να περιφέρονται ανάμεσά μας; Να, βγείτε παραέξω. Θα τους δείτε να υποκλίνονται δουλικά, να επαίρονται κενόδοξα, να πηδάνε ενδεχομένως, αλλά να μην ξέρουν τι. Τη μάντρα ή τη γυναίκα τους. Ολόνεκροι σου λέω... Και να σου πω και κάτι; Ολα τρώγονται. Ως κι ο φόνος που έκανα. Η αχαριστία όμως; Που σε κάνει να νιώθεις πολλαπλά ηλίθιος, ανίκανος να ψυχομετρήσεις, ζώντας την αυταπάτη του δοσίματος... Δεν μιλάω φυσικά για ανταπόδωση, γελοίες ευχαριστίες και τα τοιαύτα. Μιλάω απλά για την επίγνωση του άλλου, οτι κάτι του έδωσες. Εγώ γιατί νιώθω πάντα υποχρεωμένος όταν μου δίνουν; Και βέβαια κανείς δεν σου έχει υποχρέωση. Ηθελες, έδωσες. Απλά. Αλλα να δίνεις και να εισπράττεις σφαλιάρα, τρώγεται; Κι εγώ,όχι απλά αχάριστος. Στο έσχατο της αχαριστίας. Την σκότωσα...
    Ακου τώρα. Πιστεύω ότι λίγα ζευγάρια έζησαν τόσες στιγμές ευτυχίας όπως εγώ με τη Νιόβη. Υπόδειγμα ζευγαριού, μοιρασιά, ταύτιση, σεξουαλική ζωή, υπερπέραν σου λέω. Και όμως εγώ, εδώ. Στο λευκό ηλίθιο κελλί τους κι εκείνη χωρίς αίμα στις φλέβες, χωρίς καρδιά να χτυπάει, χωρίς σώμα ίσως πιά. Ανύπαρκτη; Οχι βέβαια.
    Το μόνο που ξέρω είναι ότι τη σκότωσα. Ετσι μου είπαν. Ετσι θάναι, από τα αποδεικτικά στοιχεία τουλάχιστον. Να ένας φάκελος προανάκρισης, δικογραφίας και τα τοιαύτα. Τη σκότωσα. Αλλά ανύπαρκτη, όχι. Αφου είναι παντού μέσα μου. Την κουβαλάω ως το τελευταίο κύτταρο σου λέω. Δεν το πιστεύεις; Α, ρε και να είχε προχωρήσει η επιστήμη, θα σούλεγα. Με μιάν ανάλυση θα τάβρισκαν τα γαμημένα τα κύτταρα. ( Κοιτάει ψηλά )Νιόβη μου, νιοβοκύτταρα κουβαλάω.
    Ως γνωρίζεις ηλίθιε εαυτέ... ( κυττάζεται στον καθρέφτη ) τι με κυττάς έτσι ρε; Σταμάτα με το ηλίθιο βλέμμα σου. Ως γνωρίζεις λοιπόν είμαι χημικός. Σπουδαγμένος στα καλύτερα πανεπιστήμια, διότι διαθέτουμε και μάστερς και ντοκτορά κύριος. Δε θυμάσαι το καμάρι της μάνας μας. (φωνή κοροϊδευτική ) «Ο γιός μου πήρε μάστερς με υποτροφία. Από τους πρώτους σε επιστημονικές έρευνες. Μάλιστα». Το καμάρι, σου λέω. Ε ρε τι κοινωνική αναβάθμιση με τα πτυχία μου... Ολη η οικογένεια σου λέω το γλέντησε το ... αναβάθμισμα.
    Ε ρε γέλια. Ρε, για καθείστε ήσυχα. Εσείς σπουδάσατε και στρώσατε κώλο τόσα χρόνια μελετώντας; Οχι θα σου έλεγαν, αλλά εμείς δημιουργήσαμε το υπόβαθρον, την υποδομήν, την ψυχολογίαν και τα ερείσματα για την ανάδειξιν του υιού εις μεγάλον επιστήμονα. Εις χρήσιμον δια την κοινωνίαν ον.
    Τα είπαν και στο δικαστήριο ξέρεις. Για να γίνει συμπαθής ο γιός - φονιάς. Κατάλαβες; Γελοιότητες. Ενας φονιάς χωρίς απτή, συγκεκριμένη κατά τα μυαλά τους αιτιολογία, μπορεί να γίνει συμπαθής; Η θα άνοιγα εγώ την ψυχή μου στους μαυρογιακάδες; Κι έπειτα γιατί να τους γίνω συμπαθής; Για να μην μπω εδώ μέσα; Ασχημα περνάμε οι δυό μας; Τσάμπα φαγητό, τσάμπα ύπνος, νερό, ρεύμα, κοινόχρηστα και τα λοιπά. Πες ρε, άσχημα περνάμε; Ξάπλα, φιλοσοφούμε, δεν σκεφτόμαστε πότε θα πληρωθεί και κυρίως πώς ο κάθε λογαριασμός.
    Τέλος πάντων, ως γνωρίζεις είμαι, είμαστε χημικοί. Υψηλού επίπέδου, με ερευνητικό έργο. Και με έκλείσαν εδώ μέσα, χωρίς ένα μικροσκόπιο, ένα σκεύασμα, τίποτα. Επρεπε να κάνω διάφορα τεχνάσματα για να τους πείσω να μου τα φέρουν από το εργαστήριό μου. Εγώ αυτό έμαθα να κάνω. Να σκύβω στο εργαστήριο και να υπάρχω. Και ήθελαν να μου στερήσουν κι αυτό. Δηλάδή τι είναι αυτή η ιστορία; Μέτρον σωφρονισμού; Τι ήταν όλο αυτό; Κάτι απλούστατο, ασήμαντο γι αυτούς, αλλά ζωογόνο με δικαιολογία ύπαρξης για μένα.
    Αλλά τους έκρυψα βεβαίως, ότι εν κρυπτώ ήμουν σύμβουλος σε διαφημιστική εταιρεία. Πολυεθνική μάλιστα. Εκεί να δεις δουλειά. Ψυχογράφημα λαού. Με έρευνες και με στοιχεία μάλιστα. Ερευνες ποιοτικές και ποσοτικές. Αδιαμφισβήτητες. Και παιχνίδι με την επιβολή καταναλωτικών συνηθειών. Διότι χωρίς την οικονομία της αγοράς, πώς θα επιβιώσεις κύριε; Γι αυτό σε έκανα να αγοράζεις υπηρεσίες και προϊόντα, που και να σου έλειπαν δεν θα έχανες τίποτα. Αλλά αν δεν τα αγόραζες, αφού σου δημιουργούσα πλασματικές ανάγκες, δεν θα ήσουν τίποτα. Και πώς δεν θα αγόραζες, όταν ο διπλανός σου αγοράζει τα ίδια και καταξιώνεται κοινωνικά; Τρελλό παιχνίδι. Λες και έπαιρνα εκδίκηση από τον κόσμο, για κάτι που δεν μου είχε κάνει.
    Παρανοϊκά πράγματα στη σύλληψή τους, ωστόσο άκρως λογικά για την πλειοψηφία των θυμάτων - αγοραστών. Ετσι ανακυκλώνεται το κεφάλαιο και γίνεται παραγωγικό και αποδίδει κέρδη. Στο κάτω κάτω δεν έκανα πολέμους για να ανακυκλώνονται τα κεφάλαια της πολεμικής βιομηχανίας...
    Βέβαια η τεράστια εμπειρία μου, σε τρόπους προώθησης προϊόντων και υπηρεσιών, με έκανε περιζήτητο, κυρίως προεκλογικά. Γιατί; Διότι οι υποψήφιοι ήθελαν τις υπηρεσίες μου. Τι να προωθείς προϊόντα, τι πολιτικούς. Κι έπαιρνα που λές τον ανθρωπάκο με τις φιλοδοξίες να με κυβερνήσει και τον έκανα είδωλο και τον ψήφιζαν χιλιάδες. Βέβαια το ζόρι, ήταν μετά την εκλογή του. Αν είχε λίγο επίγνωση της μετριότητάς του, δεν ντρεπόταν να σου ζητήσει να του γράφεις και τις ομιλίες. Εντός και εκτός Βουλής. Αν πίστευε ότι είναι ο σωτήρας της χώρας, ησύχαζες. Γινόταν ρεζίλι μόνος του, χωρίς τη βοήθειά σου. Τρελλά πράγματα σου λέω.
    Αλλά εκνευρίζομαι πραγματικά. Στο λέω. Οχι με αυτούς, τους πατέρες λέει του έθνους. Ασε τους αυτούς. Με το άλλο εξεγείρομαι. Εγώ εντάξει, σκότωσα, να τιμωρηθώ και τα λοιπά. Ομως θα σε ρωτήσω. Στον πλανήτη ολόκληρο γίνονται ΤΑ εγκλήματα. Μαζικοί φόνοι δηλαδή. Δε λέω για τους πολέμους. Αλλο κεφάλαιο αυτό. Ποιός τιμωρήθηκε;
    Σου λέω μόνο, ότι υπάρχουν τετρακόσια πενήντα εκατομμύρια άτομα με ψυχικές παθήσεις, πέντε εκατομμύρια σχιζοφρενείς, τέταρτη σε κόστος φαρμακευτικής αγωγής η κατάθλιψη, σε πέντε χρόνια θα είναι δεύτερη.
    Επίσημα καταγεγραμμένα αυτά. Σκέψου τα ανεπίσημα, που δεν τα ξέρουμε, αφού δεν γνωρίζουμε τι γίνεται στα ιδιωτικά ιατρεία. Ασε που στον χειρότερο ψυχίατρο να ζητήσεις ραντεβού, πριν ένα μήνα δεν θα σε δεχτεί. Τόση δουλειά σου λέω. Αυτό είναι τυχαίο; Δεν το δημιούργησε κανείς; Αφού είμαστε προϊόντα του περιβάλλοντος, ποιός το δημιούργησε αυτό το περιβάλλον ρε, Ποιός; Εγώ; Μόνος μου;
    Μαρίνα : Πού νάξερε ο καημένος ότι εμείς που τον ακούμε συμμετέχουμε στη δημιουργία αυτού του περιβάλλοντος που λέει. Οχι μόνο αυτού αλλά του δικού του αυτή τη στιγμή. Τρομακτικό το βρίσκω. Χυδαίο πάνω από όλα.
    Στέλιος : Ασε τις ενοχές και τις τύψεις τώρα και παρακολούθησέ τον. Μαθήματα ζωής μας δίνει το καταλαβαίνεις; Σχεδόν ξέχασα γιατί είμαστε εδώ και το ρόλο που παίζουμε. Ασε που σκέφτηκα κάτι συγκλονιστικό που θα κάνω, να δω πώς θα αντιδράσει με τα περί δικαιολογίας ύπαρξης και στόχου ζωής που λέει με το κουμπί του...
    Μαρίνα : Είσαι διεστραμμένος.
    Γιάννης : Θα σε πάω αλλού. Σε άλλο έγκλημα διαρκείας τώρα. Ακου, γιατί πνίγομαι αν δεν στα πώ. Αμερικανικό εργοστάσιο χημικών στην Ινδία, αμολάει σαράντα πέντε τόννους τοξικότατου αερίου, μεθυλικό ισοκυάνιο το λένε και σκοτώνει τάκα - τάκα 3. 800 άτομα. Πεθαίνουν μετά από μόλυνση, άλλοι 16. 000 και μένουν ανάπηροι άλλοι πενήντα χιλιάδες.
    Ακου τώρα αποζημιώσεις. Κάθε ανάπηρος πήρε εννιακόσια ευρώ. Για κάθε νεκρό, πλήρωσαν την οικογένειά του τρείς χιλιάδες ευρώ. Τόσο αξιολόγησαν την υγεία και τη ζωή οι άνθρωποι. Ε, ακόμα και σήμερα, δεν βρέθηκαν οι υπεύθυνοι, δεν τιμωρήθηκε κανείς. Ποιός είναι πιό εγκληματίας; Εγώ;
    Ακου κι άλλα. Κάθε χρόνο σκοτώνονται διακόσιες χιλιάδες άνθρωποι από εντομοκτόνα και δηλητηριάζονται τρία εκατομμύρια, με προϊόντα τριών - τεσσάρων μόλις εταιρειών. Αυτό είναι παγκοσμιοποίηση αγαπητέ μου. Τρείς εταιρείες, που ανήκουν πλέον στην παγκόσμια κοινότητα, σκοτώνουν επίσης παγκόσμια. Ωραίο ε; Εγώ τους μάρανα και με δίκαζαν τρείς μέρες; Παρανοϊκά πράγματα. Τα δέχονται πιά ως φυσιολογικά οι κάφροι. Χάσαμε το μέτρο, την ευαισθησία, τη λογική, όλα τα χάσαμε. Μάλλον, για να ακούγεται καλύτερα: Τα πάντα απώλεσεν η ανθρωπότης... Χρειάζεται να σου πω κι άλλα, όταν βλέπεις μόνος σου την αλλαγή στο κλίμα; Πού είναι ρε οι μυρωδιές της Ανοιξης, του φθινοπώρου; Διαλύσανε το οικοσύστημα, στο όνομα της ανάπτυξης και της ευημερίας. Ποιάς ευημερίας, όταν θυσιάζονται ζωές, ποιάς ευτυχίας του ανθρώπου, όταν γεμίζουν ασφυκτικά τα ψυχιατρεία;
    Ξέρω θα μου πείς πάλι ότι σου χαλάω τη διάθεση και τα τοιαύτα. Ομως σε ρωτάω: Είναι καλύτερα να γυρνάς την πλάτη, αφού δεν το μπορείς τελικά γιατί σε σκάβει το όποιο πρόβλημα ή να κοιτάς κατάμουτρα την πληγή και να την αντιμετωπίζεις; Το γύρισμα της πλάτης δεν φέρνει μια τεράστια συσσώρευση προβλημάτων, που σε σκάβουν ασυνείδητα και καταλήγεις στον ψυχίατρο;

    Εμένα τι με οδήγησε στο φόνο; Στην απώλεια του πιό αγαπημένου πλάσματος στη γη; Αυτό, πραγματικά δεν είναι φυσιολογικό. Ομως, ποιός ξέρει τελικά ποιός, τι με ώθησε στην παρόρμηση αυτή, τη θανατερή.
    Και να σου πώ κάτι; Εγώ πνίγομαι στις τύψεις, γιατί έκανα κάτι οριστικό και αμετάκλητο. Αφαίρεσα μιά ζωή. Και όχι οιουδήποτε. Του ανθρώπου στήριγμά μου. Του έρωτά μου, της εξάρτησής μου, της ενανθρώπισης της χαράς και της στιγμιαίας ευτυχίας μου. Εκείνοι, που βγάζουν και λογίδρια περί υψηλών ιδανικών και σκοτώνουν κατά χιλιάδες, πώς κοιμούνται μωρέ το βράδυ; Τι είδους ψυχανώμαλοι είναι αυτοί και τα καταφέρνουν, επιβιώνοντας πάνω σε χιλιάδες πτώματα; Και προσεύχονται λέει κάθε βράδυ. Είναι τόση η αποδοχή του ψεύδους ως πραγματικότητας και μπορούν και επιβιώνουν; Και τελικά γιατί είναι τρελοί όσοι νοσηλεύονται σε ψυχιατρεία και όχι αυτοί, οι αποδεκτοί ως εχέφρονες και υγιείς, τόσο ώστε να κυβερνάνε τον κόσμο;
    Θα μου πεις, ας ανακατευόσουνα με την πολιτική, ας είχες ενεργοποιηθεί με τα λεγόμενα κοινά σε όποιο επίπεδο, για να μην αποφάσιζαν άλλοι ερήμην σου για σένα. Εντάξει. Αλλά αυτό και μόνο, ότι κατάφεραν να μας αποβλακώσουν μαζικά, τους δίνει το δικαίωμα να μας σκοτώνουν; Κι αν εγώ τιμωρήθηκα για ένα φόνο, αιτιολογημένα, αυτοί πώς τιμωρήθηκαν, πότε και από ποιόν θα δικαστούν; Από την Ιστορία; Που κάπου θα γράψει κάποτε, ότι «απεδείχθη ιστορικώς σφάλμα η σφαγή τόσων αθώων»;
    Κι έπειτα αυτοί, αναρωτιέμαι, δεν έχουν παιδιά; Δεν σκέφτονται σε τι κόσμο θα ζήσουν; Τι θα αναπνέουν, τι νερό θα πίνουν, τι θα τρώνε; Τέτοια ασυνειδησία; Και τι τους φτάινε τα παιδάκια ρε κύριε; Πώς αποφάσισαν να τα φέρουν σε αυτόν τον κόσμο - ζούγκλα; Καταδικασμένα εξαρχής...
    Γι αυτό φώναζα ο κακομοίρης. Αλλά ποιός με άκουγε... Φώναζα: «Μη βλέπετε μόνο την αυταπάτη της συνέχειάς σας στα παιδιά. Ασχοληθείτε πρώτα με τη διάσωση του υπάρχοντος κι αφήστε τα μελλούμενα στην άκρη. Θα μας βλαστημάνε γενιές επί γενεών. Αν επιβιώσουν δηλαδή.
    Θα μου πείς ότι εγώ ως δολοφόνος, τολμάω να έχω ευαισθησίες. Οχι μόνο έχω το δικαίωμα να έχω, αλλά θα τις φωνάζω κιόλας. Φαντάσου μιάν επανάσταση, όλων μαζί, συγχρονισμένων, που δεν θα έκρυβαν ποτέ τις ευαισθησίες τους. Ξέρεις, επανάσταση κανονική, με συνωμοτικές οργανώσεις με κωδικούς και τα τοιαύτα. Να σε κυνηγάει η Ασφάλεια, γιατί όλο και κάποιος θα κάρφωνε και τα λοιπά. Και να κατηγορείσαι με νέους νόμους, που θα έφτιαχναν κατά της διάδοσης της ευαισθητοποίησης ενάντια στο σύστημα. Ευαισθησία ίσον μόλυνση δηλαδή. Το πιάνεις; Εγκλημα πρώτης. Ωραίο πράμμα... Πώς θα ήταν ο κόσμος τώρα; Τι; Υπερβάλλω; Ολα όσα περνάνε από το μυαλό μας, είναι πραγματικότητα. Αυτό σου λέω μόνο.
    Στα λέω μαύρα; Από πότε ο ρεαλισμός έγινε ηττοπάθεια; Θα στα λέω συνέχεια. Θα μου πείς και τι βγαίνει από τόση φλυαρία. Ε, βάζω το πετραδάκι μου κι εγώ ( ειρωνικά αυτοσαρκάζεται ) εις την προβληματικήν του συγχρόνου ανθρώπου κι ας είσαι ο μοναδικός μου ακροατής. Κι έπειτα είναι και λίγο υστερόβουλο και ατομιστικό το όλον θέμα. Αν δεν έχω κίνητρο σκέψης, δεν θα τεζάρω μιά ώρα αρχίτερα;
    Ε λοιπόν αρνούμαι να τεζάρω κατά τη βούλησή τους. Θα σε παιδεύω με τις ώρες, μέρες, χρόνια, άθλιε εαυτέ, αλλά θα επιζήσω όσο γίνεται περισσότερο. Γιατί μιά φορά ζώ. Οχι δέκα.
    Τι; Να αυτοκτονήσω; Γιατί να επιταχύνω κάτι που θα έρθει έτσι κι αλλιώς; Θα ζήσω μέχρι του φυσικού μου τέλους. Ασχημα είναι εδώ μέσα; Ομορφα είναι. Διότι δεν συγκρίνω το κελλί μου με παλάτια και βίλλες κύριε. Ο χώρος είναι σχετικότατο πράγμα, όπως κι ο χρόνος. Αν συγκρίνεις το κελλί μου με τις υπόγειες γκαρσονιέρες των μαύρων στην πλατεία Κουμουνδούρου με τρία παιδιά μέσα, δεν είμαι καλύτερα; Κι αυτοί τάχα είναι ελεύθεροι, ενώ εγώ όχι;
    Ποιός ορίζει την ελευθερία μου; Μια αυταπάτη τεράστια είναι. Ποιός είναι ελεύθερος πραγματικά; Πές μου έναν μόνο στον πλανήτη, να σε παραδεχτώ. Από τη στιγμή που αγοράζεις τσιγάρα στο περίπτερο και πληρώνεις αγόγγυστα, ενώ ξέρεις ότι σε κλέβουν και στο σύστημα μετέχεις και ανελεύθερος είσαι. Τέρμα η πλάκα. Σε βαρέθηκα με τις ενστάσεις σου. ( φωνάζει ) Ηλίθιε. Παραιτημένεεε.
    Μαρίνα : Είναι καταπληκτικό ότι ζει ο άνθρωπος. Νιώθει. Γελάει, εκνευρίζεται, φωνάζει. Εναν τέτοιο άντρα δεν μπορούσα να βρω βρε παιδάκι μου. Που με ξεζούμισαν μαλάκες τόσα χρόνια...
    Στέλιος : Ωραίο γούστο έχεις. Τον είδες πως είναι;
    Μαρίνα : Μα δεν αμφέβαλλα ότι με το μυαλό σου όμορφο είναι μόνο αυτό που βλέπεις. Εχεις βάθος παιδάκι μου σε κατάλαβα από την αρχή... Οτι σου προβάλλουν ως ωραίο το τρως. Γι αυτό είσαστε δυστυχισμένοι οι άντρες που δεν έχετε τις λεγόμενες δίμετρες δίπλα σας. Πλύση εγκεφάλου καημένεεε. Οτι κάναμε εμείς σ αυτόν.
    Στέλιος : Γιατί εσείς δεν είσαστε δυστυχισμένες που δεν είσαστε δίμετρες όπως αυτές που μας προβάλλουν ως όμορφες. Ασε με ρε παιδάκι μου. Μες τη μιζέρια είσαι βυθισμένη.
    Μαρίνα : Πάντως με άντρα σαν κι εσένα δεν θα πήγαινα ποτέ. Στέλιος ( εκνευρισμένος ): Σοβαρέψου. Σε αποστολή είμαστε. Σε ώρα υπηρεσίας κόβουμε τις μαλακίες, εντάξει;
    Γιάννης : Λοιπόν, δεν έχει πλάκα και χημικός και διαφημιστής; Και τα δύο ήμουν και είμαι δηλαδή, απλά δεν έχω αντικείμενο για να σου αποδείξω τις ικανότητές μου. Και να είχα εδώ που τα λέμε, δεν θα ήθελα να σου αποδείξω τίποτα. Για να νιώθω, ελάχιστα έστω, ελεύθερος.
    Αλλά σε ποιόν να τα πεις; Σε αυτούς που διαβρώθηκαν τόσο και ξεχνούν την επανάληψη; Σκέψου επί πόσες δεκαετίες, ακούς τις ίδιες ειδήσεις σε παραλλαγή. Σου θυμίζω. Πείνα, δίψα, αρρώστειες, πλημμύρες, νέφος, κυκλοφοριακό, αισχροκέρδεια σε φάρμακα, τρόφιμα, χρωστικές και δηλητήρια στις τροφές μας, καταστροφή του περιβάλλοντος, τρύπα του όζοντος, διαπλοκή, διαφθορά και τα λοιπά. Ολα αυτά που σου απαριθμώ πρόχειρα τώρα, τα άκουγαν και τα διάβαζαν γενεές επί γενεών. Αδιαφορία. Αποτέλεσμα; Η αργή αυτοκτονία τους μέσα από την αδιαφορία. Γιατί τα ίδια γομάρια κυβερνάνε τον πλανήτη. Αλλάζει μόνο η φάτσα τους και η ταχύτητα μετάδοσής της από τις τηλεοράσεις.
    Τηλεοράσεις... Το μέσον διαπαιδαγώγησης, ανάτασης ψυχής, παραγωγής λόγου, αισθητικών προτύπων, ενημέρωσης, ψυχαγωγίας, το απόγειο του πολιτισμού, άρρηκτα δεμένου με την τεχνολογία. Το μέσο που εκπολιτίζει τις μάζες. Ετσι δεν μας έλεγαν ρε; Και τι βλέπεις τώρα; Φτώχυνε το λεξιλόγιό μας, μας απασχολούν το μυαλό με τα καμώματα ηλιθίων νεοκοσμικών, νεόπλουτων και άλλων φυτών κι άντε να καταλάβεις τι γίνεται πραγματικά γύρω σου.
    Ετσι, ευτυχισμένοι αυτοί που σε δουλεύουν κανονικά και σε βλέπουν ανήμπορο στη αποχαύνωσή σου να αντιδράσεις, ευτυχισμένος και σύ που όλος ο κόσμος σου είναι ο πλασματικός της τηλεόρασης. Δεν σκέφτονται ρε παιδάκι μου, ότι όλα αυτά τα καλοδέχονται στο φτωχό τους μυαλό, επειδή δεν έχει γεγονότα η ζωή τους και ζούν μέσα από τα γεγονότα της ζωής των άλλων; Αυτό δεν είναι το γενικευμένο ηλεκτρονικό κουτσομπολιό, που δεν σε αφήνει να σκεφτείς, ούτε πώς θα βγάλεις το μεροκάματο αύριο; Τέτοια μαζική ηλιθιότητα. Ζωή μέσα από τη ζωή των άλλων... Και συ να ζείς μια ζωή εν κενώ. Ωραίο ε;
    Όμως, υπάρχει ένα σημαντικό όμως. Είδες τα νέα παιδιά στις διαδηλώσεις; Ε, αυτά τα παιδιά, διαδηλώνουν τη δυσφορία τους - που δεν είναι μόνο δική τους αλλά όλων μας - για το σύστημα, αλλά χύμα. Κάποια στιγμή θα διαμορφωθεί αυτή η δυσφορία σε κίνημα σημαντικό, σε φορέα, σε κάτι που θα μας εκφράζει συλλογικά. Και τότε να δείς τριγμούς και αναστάτωση στους κρατούντες. Γιατί ζούμε μια παγκόσμια δικτατορία κύριος. Και οι δικτατορίες γεννούν αντιδράσεις. Πάει στο λέω εγώ. Νόμος. Και θες και κάτι άλλο; Εμείς μεγαλώσαμε και με θεωρητική πολιτική κατάρτιση. Υπήρχαν βιβλία Μαρξ, Εγκελς, Αλτουσέρ και άλλοι θεωρητικοί, που μας άνοιγαν κατά κάποιο τρόπο τα μάτια. Ξεπερασμένα πιά. Οι νέοι σήμερα δεν έχουν αυτή την πολυτέλεια. Εχουν όμως λογική, αισθητήριο. Και θέλουν στόχους για να ζήσουν.
    Σκέφτομαι καμμιά φορά... Ολοι ότι κάνουμε και λέμε, στόχο έχουμε μιά δικαιολογία ύπαρξης. Ολοι αυτοί οι τηλεθεατές, θα μπορούσαν να έχουν δικαιολογία ύπαρξης σε ένα γενικευμένο ξεσήκωμα. Να, να κάνουν διαδήλωση ας πούμε και να φωνάζουν : Δεν θέλουμε άλλα σκουπίδια στο σπίτι μας, στο μυαλό μας. Μην μας πετάτε τηλεσκουπίδια. Τέρμα η αποβλάκωση και άλλα τέτοια. Δεν θα είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον η ζωή τους έτσι;
    Η να έβγαιναν στους δρόμους και να φώναζαν: Τέρμα στους πολέμους. Τέρμα τα δηλητήρια στις τροφές μας. Τέρμα τα δηλητήρια στον αέρα. Και άλλα τέτοια. Και να μην ψώνιζαν τίποτα, για μιά βδομάδα ας πούμε. Η να έκλειναν τις τηλεοράσεις τους για ένα μήνα. Μποϋκοτάζ δηλαδή. Κατάλαβες; Αλλά σε ποιόν τα λέω. Στο ανθρωπάκι που μετέχει στο σύστημα τρέμοντας μην τον βγάλουν παρανοϊκό; Στον εγκληματία φυλακισμένο; Ποιάν οντότητα έχεις ρε βλάκα όταν δεν ζείς έξω και δεν συγκρίνεσαι με τους κατώτερους για να νιώθεις ανώτερος; Ποιά;
    Στέλιος : Κοίτα πολιτικοποίηση ο τύπος!
    Μαρίνα : Εσύ να τα βλέπεις που έχεις σκύψει τη μέση ως το πάτωμα. Καθόμαστε στο καβούκι μας και κρίνουμε αφ' υψηλού. Και οι τύψεις είναι είδος πολυτελείας για σένα. Η απενοχοποίηση ξέρεις τι δύναμη έχει; Νιώσε τύψεις, ενοχές για την αδράνειά σου. Για τη συμμετοχή σου στη σαπίλα και θα δείς. Άλλος άνθρωπος θα γίνεις.
    Στέλιος : Σου διαφεύγει μια μικρή λεπτομέρεια. Ότι μπορώ να μεταφέρω όσα λές στους ανωτέρους μας. Κατάλαβες; Θα σκάσεις τώρα επί τέλους, επαναστάτρια του κώλου; Η προτιμάς να βρεθείς στο δρόμο και να επαιτείς για μια θεσούλα για να επιβιώσεις;
    Γιάννης : Παρανοϊκό... Εχουν βγάλει παρανοϊκούς όλους τους καλλιτέχνες. Τους δημιουργούς. Κι αν δεν υπήρχε η έρημη η Τέχνη και οι λειτουργοί της, τι θα βλέπανε από τη ζωή; Ποιές διαστάσεις της.Τι λέω τώρα...
    Τι θυμήθηκα, με το παρανοϊκό που είπα. Ενα βράδυ ήμουνα φτιαγμένος, σε έξαρση, όχι βέβαια με ουσίες ναρκωτικά και τέτοια. Γιατί αυτά τα θεωρώ προσβλητικά σε επίπεδο αρχών. Οχι ηθικές και τέτοιες βλακείες.Αν έχεις κότσια να φτιαχτείς μόνος σου κύριε, με το φώς, τον ήλιο, τον ουρανό, τη φύση, με μιά μουσική, με ένα βιβλίο, έναν πίνακα, με τον έρωτα, κάτι υπερβατικό ρε μαλάκα. Οχι παίρνεις τα ναρκωτικά και αφήνεσαι τάχα στον τεχνητό παράδεισο που λένε. Για τους αδύναμους είναι τα ναρκωτικά, οι κοκαίνες, οι ηρωίνες και τα τοιαύτα. Οχι για μάς. Κι έπειτα, θα παίξω εγώ το παιχνίδι του κάθε κοπρίτη εμπόρου, που θέλει να με έχει εξαρτημένο; Φτάνουν τόσες εξαρτήσεις που μου έχει επιβάλλει το σύστημα.
    Τέλος πάντων, να επανέλθω, ένα βράδυ που λές φτιαγμένος, σηκώνω έτσι τα χέρια σαν φτερά, ανεβαίνω στην καρέκλα και της λέω: Θέλω να πετάξω. Μου λέει: Οχι, θα σκοτωθείς. Ωραίο έ; Αλλά σκέψου να μας έβλεπε από μιά μεριά κάποιος. Δεν θάλεγε ότι είμαστε κι οι δυό παρανοϊκοί;
    Η ταύτιση της στιγμής, η ποίηση εν ζωή, βαφτίζεται παρανοϊκό. Λες κι αν μπαίναμε στα σπίτια τους, τους βλέπαμε στις κρυφές στιγμές τους ή αν παρακολουθούσαμε τις μύχιες σκέψεις τους, δεν θα τους βγάζαμε παρανοϊκούς εμείς. Οι άχρηστοι....
    Μιλάς, μιλάς. Υπάρχει κι φλυαρία της σιωπής. Αλλά όταν την επιλέγεις είναι καλά, δημιουργικά. Οταν σου επιβάλλεται όμως, όπως εδώ τώρα εμείς οι δυό; Γι αυτό σου μιλάω, γιατί μας έχουν επιβάλλει ένα τρόπο ζωής, όπως και στους άλλους έξω και πρέπει να βρούμε ένα τρόπο επιβίωσης. Αντιστέκομαι στο βύθισμα με τη φλυαρία μου... Δεν σου αρέσει ρε που κουβεντιάζουμε; Θα μου πεις οι άλλοι έξω έχουν την τηλεόραση και δεν μιλάνε. Αλλά κάποιος τους μιλάει... από το γυαλί.
    Κοίτα. Αν υποθέσουμε ότι η ζωή μου, η ζωή μας ήθελα να πώ, είναι μυθιστόρημα. Θα το διάβαζες με ενδιαφέρον ή θα το άφηνες με τις πρώτες σελίδες ανάγνωσης; Αν το άφηνες, χέστα. Ζωή αδιάφορη τελείως. Γιατί το μυθιστόρημα έχει τις συνταγές του. Βάζεις, χώρο, χρόνο, πρόσωπα, απαντοχές, εκπλήξεις, πλοκή, έρωτα, λίγο σεξ, μυστήριο και άλλα. Η ζωή σου έχει τέτοια; Καλώς. Δεν έχει, είσαι ανάξιος.
    Γιατί αν δεν μπορείς να ζήσεις ούτε σε ένα μυθιστόρημα, πως τολμάς και ζείς στ΄ αλήθεια ρε; Πώς τολμάς άχρηστε. Ανίκανε. Μειωμένων προσόντων... Αδιαδήλωτε. Απομονωμένε. Πιόνι. Υποταγμένο ανθρωπάκι. Καταναλωτή. Αβουλε. Ηλίθιε. Τηλεορασάκια. Μιθριδάτη, ε Μιθριδάτη. Μηδενικό, ε μηδενικό.
    Μαρίνα : Εμάς βρίζει. Το νιώθεις;
    Στέλιος : Είσαι άσχετη.
    Γιάννης : Αααχ με κούρασες. Σου μιλάω συνέχεια κι αναρωτιέμαι αν ακούς, αν καταλαβαίνεις, αν νιώθεις όσα εγώ. Αν είσαι απλά δυό αυτιά ή αν συμμετέχεις. Δεν ξέρω την αλήθεια και το ψέμμα σου. Τη δική μου αλήθεια και το ψέμμα. Παραπαίω συνέχεια ανάμεσά τους και κουράζομαι. Κουράζομαι πολύ. Αύριο, δηλαδή όταν ξυπνήσω και μετά, γιατί τώρα θα κοιμηθώ και θα σκεφτώ αν σου ξαναμιλήσω. Γιατί προέχει το έργο μου. (Δείχνει το «εργαστήριό» του). Θέλω να έχω έργο για να υπάρχω ρε. Το κατάλαβες; Αύριο, δηλαδή όταν ξυπνήσω, θα σου εξηγήσω...

    (ξαπλώνει, κοιμάται ) Σβύνουν αργά τα φώτα.

    Ο Στέλιος πετάγεται με μιά κιμωλία και γράφει στον τοίχο ολόκληρο τον χημικό τύπο του κουμπιού.

    Ανάβουν πάλι αργά τα φώτα. Ο Γιάννης ξυπνάει. Σηκώνεται αργά - αργά. Τεντώνεται και γυρίζει σιγά - σιγά στον τοίχο. Βλέπει ολόκληρο τον χημικό τύπο του κουμπιού, γραμμένο στον πίνακα. Πάει κάτι να πει, παραπατάει και πέφτει νεκρός.

    Μαρίνα ( με αγωνία ): Πέθανε! Διάγνωση. Να κάνουμε αμέσως, τώρα, διάγνωση.
    Στέλιος : Υγιής
    Μαρίνα : Υγιέστατος

    Σκοτεινιάζει αργά.
    Αυλαία.

    Σπονδές : Ποίηση
    Αγαπητέ μου Κώστα ελπίζω να είσαι καλά. Σου στέλνω τη νέα μου ποιητική συλλογή, που θα εκδοθεί Σεπτέμβριο με τίτλο "Σπονδές". Είναι κομμάτια ερωτικά κυρίως με όποια διάσταση μπορεί να έχει ο όρος. Θα βγάλω επίσης μία δεύτερη σειρά αφορισμών όπως τα "Μικρά". Επίσης μεταφράζεται το θεατρικό μου το "Κουμπί" γερμανικά, ισπανικά, αγγλικά. Αυτά τα λογοτεχνικά μου νέα. Και βέβαια όλα αυτά, δημιουργήματα ξενυχτιών, αφού οι υποχρεώσεις για την επιβίωση τρώνε πολύ από τον χρόνο μου τις μέρες. Εύχομαι να είσαι καλά και να δυναμώνεις τη φωνή του Ελληνισμού. με εκτίμηση Γ. Δουατζής

    ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

    «Σπονδές» είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου του Γιώργου Δουατζή που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Εξάντας».

    Ερωτική Ποίηση, με φωτογραφίες του Τάσου Βρεττού. Ενα σπάνιο εικαστικό αποτέλεσμα. Ενας πρωτότυπος διάλογος δύο δημιουργών, δύο μορφών τέχνης, ποίησης και φωτογραφίας.

    Η νέα ποιητική συλλογή του Γ. Δουατζή, αποτελείται από εικοσιεπτά ποιήματα. Οι φωτογραφίες του Τ. Βρεττού, σπουδή στο ανθρώπινο σώμα, αποτελούν το υπόβαθρο, όπου πάνω τους ακουμπούν οι λέξεις.

    Στο προλογικό σημείωμα μεταξύ άλλων γράφει ο Γ. Δουατζής: «Το αποτέλεσμα της συνεργασία μας προέκυψε μέσα από απόλυτες συμφωνίες, απόλυτες διαφωνίες, συγκαταβάσεις, δημιουργική ένταση. Μία έκδοση που αποτελεί έναν πολυσήμαντο διάλογο. Κάτι σαν «έντυπο δρώμενο» με συνυπάρχουσες την ποιητική και την εικαστική - φωτογραφική γραφή. Άλλοτε συνυπάρχουμε αρμονικά, άλλοτε κοιτάζουμε τον ίδιο στόχο με άλλη ματιά, άλλοτε γυρίζουμε την πλάτη. Το μόνο βέβαιο είναι ότι πορευόμαστε σε αυτόν το μοναχικό δρόμο της δημιουργίας, που μας δίνει δικαιολογία ύπαρξης…»

    . Χορηγός της έκδοσης είναι η εταιρία «Apivita».

    ΣΠΟΝΔΕΣ
    * * *
    Σπονδές στα ιερά σας ο έρωτάς μου Γυναίκες με μανδύα την άβυσσο με την ταύτιση ακαριαία με μάτια κλειστά ηδονής υπέρτατης με σώμα τόξο σε έγερση με ανάσες βυθισμένες στο άπειρο με άγνοια τόπου και χρόνου δεν έφθειρε η επανάληψη τα ιερά σας

    ΤΑ ΣΩΜΑΤΑ
    * * *
    Τα σώματα έχουν τη δική τους γλώσσα Χαρίζουν μαγεία αφής μυρωδιάς και σπάνιας έντασης Τραγουδούν όποτε θέλουν Δεν τα φθείρει η επανάληψη Τα σώματα έχουν μοναδική ομορφιά εναλλασσόμενη και διαρκή που φωνάζει ότι τα σώματα έχουν δικές τους αξίες και θέλει δύναμη για να τις δεις Το δικό μου σώμα είναι διαφορετικό σαν τα άλλα όσο το δικό σου Είναι φορτωμένο κύτταρα πολλών άλλων σωμάτων Φέρει μνήμες στιγμών αιώνων ανάλαφρες προγονικές και άλλες Τα σώματα υπηρέτησαν πάθη πολλά κι εντάσεις ηρεμίες απόλυτες και εξεγέρσεις αισθήματα και συλλογισμούς Αχ τα σώματα και η δική τους σοφία τις ατέλειωτες νύχτες

    ΤΑ ΙΕΡΑ
    * * *
    Σε σύλησαν καθώς τα ιερά Που θέλουν Αγάπη και Τέχνη Για να αναστηθούν Με την υπομονή αυτοδίδακτων τεχνιτών Αποκαταστάθηκαν Και λάμπουν πάλι Αναδεικνύοντας το σπάνιο παρελθόν τους Πλούσιο σε ευαισθησίες κι αγάπη κι ερωτισμό κι αξίες κι αναφορές εντάσεις κι απέραντη γαλήνη Στιγμές αιώνες που σημαδεύουν ολόκληρη ζωή

    ΤΩΡΑ ΠΙΑ
    * * *
    Τα βλέμματα πάνω του κι αδιαφορεί Προσφορά και ζήτηση παντού Η επιβεβαίωση αδιάφορη από καιρό Η δυνατότητα επιλογής συνήθεια Το παιχνίδι χωρίς νόημα πιά Γιατί η ζωή είναι αλλού

    ΣΤΑ ΒΡΑΧΙΑ
    * * *
    Εκεί σε αυτή τη θάλασσα σε αυτά τα βράχια στα πρανή της εναλλαγής όπου τα χρώματα σε διαρκή κίνηση νιώθει παρουσίες αλλά δεν βλέπει πρόσωπα Κι αυτός μικρός κι ασήμαντος ως μέγας βαδίζει το δρόμο της φλύαρης νυχτερινής σιωπής όπου γράφονται τα ομορφότερα τραγούδια αφημένα ευλαβικά στα πόδια εκείνα που στηρίζουν μια ευλογημένη για χρόνια κρυμμένη ομορφιά

    ΕΙΜΑΙ ΠΑΝΤΟΥ
    * * *
    Με την αμφιβολία δηλητήριο και τις υποχρεώσεις άλλοθι σε τραβούν μισάνοιχτες πόρτες Οι ώρες φωνάζουν ότι χρειάστηκε μισός αιώνας για να φτάσεις σε κείνο που άλλοι ονομάζουν υπέρβαση κι εσύ πορεία φυσική Πολύμοχθες αναβάσεις Εκεί που φτάνουν οι γενναίοι Εκεί που η οδύνη άγνωστη οι φοβίες μακριά κι η πίστη μιας κάθαρσης τόπος Σύννεφο φωτεινό σταθερό Είσαι τώρα Της αγάπης τελείωση σκεπάζει με λευκά φτερά την αγαπημένη για να είναι οι νύχτες της ήσυχες σίγουρες Οτι κι αν συμβεί η ζωή θα συνεχίζεται χωρίς τέλμα χωρίς αιδώ αισιόδοξη για την επόμενη μέρα που ξημερώνει πάλι και ξανά με άλλα χρώματα γι αυτό δεν είναι ίδια Αίσθηση υπεροχής στα πράγματα Αυταπάτη δύναμης συνεχούς αδιατάρακτης Γιατί έτσι προστάζουν οι ανάγκες Κι η πορεία μακρινή Είμαι παντού για να σου δείξω τη χαρά μου όταν θα βρεις τη δύναμη να μην με έχεις ανάγκη αλλά απλά να μ αγαπάς καθώς εγώ που έφτασα εκεί που δεν χωράν ανταποδώσεις περιχαρής στ αλήθεια όμορφος μέσα από την υπέρτατη αίσθηση του να υπάρχεις επειδή είσαι εσύ μακριά από εξαρτήσεις Είναι η χώρα των γενναίων εδώ κι όσοι πιστοί προσέλθετε είπε και με αγκαλιά τον κόσμο όλο πήγε πρωί να κοιμηθεί

    ΣΑΝ…
    * * *
    Κι έτσι πάντα μετά τα μεσάνυχτα σε αγναντεύω αγαπημένη Δεν έχεις χρώματα ούτε περίγραμμα πια Κι όμως υπάρχεις Σαν τα εφηβικά όνειρα που τρέφουν ώριμες ηλικίες Σαν το χνούδι στο εφηβαίο της ομορφιάς Σαν τα απλωμένα ασπρόρούχα της γειτονιάς Σαν το χαμόγελό σου Σαν τη σκιά κείνων που δεν πέραΣαν ακόμα Σαν τα σοκάκια αυτών που κοιτούν τον ουρανό Για να βαδίζουν με σιγουριά Σαν το ψωμί στα χέρια που αγκάλιαΣαν ευαίσθητα βρέφη Σαν το χρώμα της ανθοφορούσας γης Σαν το βλέμμα του αποχαιρετισμού Σαν τα μαντήλια στα λιμάνια και τους σταθμούς Σαν τα μολύβια που μεταγγίζουν το βάρος της καρδιάς σε λευκά χαρτιά Σαν την κίνηση του κορμιού σου υποταγμένου σε μουσικές Σαν το άγνωστο που θάρθει νύχτα αργινή κι ευαίσθητη Σαν την παραπαίουσα απόφαση της στιγμής Σαν το παιχνίδι μες στις λάσπες Σαν το γιορτινό δέντρο της ανάστασης Σαν το χρώμα κυκλαδίτικων βράχων το σούρουπο Σαν εσένα που λείπεις ωσεί παρούσα Σαν το ποτό που κυλάει αργά στις φλέβες Σαν το γέλιο σου που γεμίζει αδειανά κελάρια Σαν το ποτάμι που χάνεται στον ωκεανό Σαν τα άκρως σιωπηλά τραγούδια μου τις νύχτες Σαν τις φλύαρες σιωπές των ματιών σου Σαν τις αναίτιες ενοχές Σαν τους μοναχικούς έφηβους τις άγριες νύχτες του χειμώνα Σαν τα χωρίς αποδέκτη τραγούδια μας Σαν τον ποιητή που χωράει σε ένα κουτσό αλφάβητο τις νύχτες Σαν τους ισόβια μοναχικούς του πνεύματος Σαν την ποίηση τον ποιητή εσένα το τραγούδι τον μαύρο ουρανό τον ήλιο τη θάλασσα τα κυκλαδίτικα βράχια τον άνεμο τον ήχο το σούρουπο τα χρώματα της οικουμένης τη μεταρσίωση εκείνου του μόνου και μοναδικού . * Από το ποίημα «Ελπίδα» της συλλογής «Τα Ανεπίδοτα»

    ΗΡΕΜΟΣ
    * * *
    Ηρεμος με το βλέμμα βαθιά στο μέλλον στη βεράντα της ομορφιάς στην αγκαλιά του Αιγαίου Αποδέκτης αρχαίων μηνυμάτων μεταφράζει λόγια ακατανόητα αγγίζει ψυχές ακροβολίζει επιθυμίες πετάει ψηλά σαν πάντα παρών απών και ζωγραφίζει για λογαριασμό τους εικόνες παιδικές ως υψίτεχνες για να ζεσταίνει τους χειμώνες Ντύνεται τρυφερά σε χάδι πρωτόγνωρο αποτινάζει κελύφη αναστολές μπαίνει σε χώρους άγνωστους και περιδιαβαίνει την οικουμένη σεμνά κι αθόρυβα Η γύμνια του το πιο ζεστό πανωφόρι

    ΠΟΣΕΣ ΖΩΕΣ
    * * *
    Πόση πίεση έζησες και δεν έγραψες λέξη Πόσοι στίχοι χάθηκαν σε στιγμές που η σιωπή σου μιλούσε όλα τα ποιήματα που δεν έχουν γραφεί Πόσα κύτταρα άλλων σωμάτων σε έντυσαν ζεστασιά ανάσα πυρωμένη Πόσα τραγούδια χάθηκαν από τις ανοιχτές σου παλάμες Πόση μοναχικότητα άλωσε τις επιλογές σου για να μπορείς να υπάρχεις και να τραγουδάς τις νύχτες Πόσο θόλωσε τα μάτια τους αυτή η προκλητική οικειότητα και δε μπόρεσαν να δούν τα μάτια το πνεύμα την ψυχή σου Πόσα τραγούδια στίχοι ποιήματα χάθηκαν σε νιφάδες χιονιού λιωμένες στην αναπνοή σου Πόσες ζωές σου έταξαν;

    ΛΕΕΙ
    * * *
    Τώρα ο δρόμος έχει σταθερές επιλογές μιας κι αποκαλύφθηκαν μύριες συναντήσεις όπου τα κορμιά - φορές - δείχνουν το δρόμο στις ψυχές Αυτή η αγάπη θα υπάρχει κι ας βρίσκομαι μίλια μακριά σε άλλες στέγες κι αγκαλιές λέει Να παίρνεις όσο κι αν είσαι μακριά από τη χαρά του άλλου Να γεύεσαι όσο κι αν είσαι μακριά χαρά πολύ κι ανέμελη Γιατί τα σπίτια που κατοίκησες σε τίμησαν πολύ για να μη μπορείς την υπέρβαση των γενναίων

    ΧΙΛΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
    * * *
    Χρόνια αναμονής γι αυτά τα χίλια πρόσωπα ζωγραφισμένα στη μορφή σου Τότε που σε περίμενα - πριν σε γνωρίσω - με τα μυριάδες γράμματα σε άγνωστο αποδέκτη ήταν για να μπορώ να δω αυτά τα χίλια πρόσωπα σε μια μορφή Αυτά τα χίλια πρόσωπα μου ιστορούν ανέμελα χρόνια παιδικά ανησυχίες εφήβων απέλπιδες έρωτες στίχους σε μαθητικά θρανία πόνους κι απαντοχές δίψες κι εντάσεις αγώνες επιβίωσης ανείπωτα τραγούδια μου φανερώνουν πάθος διεκδίκησης ερωτικές αβύσσους λυτρωτικά σμιξίματα εισβολές κυττάρων κραδασμούς συθέμελους γνήσια τρυφερότητα ωδές αέρινες άπειρη υπομονή κι αγάπη ./. Αυτά τα χίλια πρόσωπα τα αγάπησα κατακερματισμένα μέσα στο χρόνο κι οι σπατάλες μου - τότε που σε περίμενα - ευοδώθηκαν χρόνια πολλά μετά μέσα σε μια μόνο μορφή που ήταν η δική σου

    ΕΤΣΙ
    * * *
    Απόλυτη αυτάρκεια δύναμη ηρεμίας ο χρόνος στα χέρια σου Ισως καλύτερα αυτοδύναμος να ορίζεις βήματα βαριά από χρόνο ώρες στιγμές κι αναπάντεχες ταυτίσεις Τη νύχτα λιπόθυμος σε παγερά πλακάκια ξύπναγες με κρύο ιδρώτα κι ίσως μην ήταν τόσο παγωμένη η αφύπνιση με δυο χέρια να κρατούν το κεφάλι σου μια φωνή να χαϊδεύει τα αυτιά σου Παρά ταύτα το ένιωθες ότι η ηρεμία στη μοναξιά δύναμη και κουράγιο για τα δωσίματα της επαύριον Τίμημα της αναμονής το πρόσωπό της Εκείνη χαϊδεύει τρυφερά κι ανθρώπινα δίνει ζωογόνα ζεστασιά κι η αφή του χαδιού της ψιθυρίζει πως αξίζει να υπάρχεις και μόνο γι αυτή την αίσθηση Τόσο…

    ΤΑ ΙΧΝΗ
    * * *
    Τα ίχνη που άφησες είναι άϋλες εικόνες Κάποια κύτταρα στα χέρια Ο απόηχος ενός γέλιου Ενα τρυφερό άγγιγμα Μια κίνηση του κεφαλιού με τα μαλλιά στον άνεμο Ένα ιδιόρρυθμο βάδισμα περισυλλογής Το σκούρο του κρυμμένου πάθους Τα ίχνη που άφησες είναι ο κοινός θησαυρός Τον καλύπτει σιωπή Είναι μυστικός και γι αυτό πολύτιμος Τον συνθέτουν λέξεις κι εικόνες Τον φυλάνε άγρυπνα τις νύχτες η δίψα και η προσμονή Σπίτι του οι αγκαλιές σε αναμονή Τα ίχνη που άφησες είναι εκμεταλλεύσιμα Τροφή στο απρόσμενο Δροσιά στα όνειρα Πρώτη ύλη στους ποιητές της νύχτας Τραγούδι άδολης έλλειψης Γιατί και τα πιο μεγάλα όνειρα είναι σαν τις αλήθειες Κρύβονται στα απλά πράγματα Τους αρκεί ένα ζεστό χάδι για να αποφλοιωθούν και να δώσουν τροφή για ολόκληρη ζωή

    ΕΙΝΑΙ ΦΟΡΕΣ
    * * *
    Είναι φορές που αφηνόμαστε στο άγνωστο και φορτώνουμε τα όνειρα θολές εικόνες Είναι φορές που τα χρώματα αποκτούν ζωντάνια και η Ανοιξη ντύνεται δυο μαύρα εκφραστικά μάτια ίσια εβένινα μαλλιά κι ένα στιγμιαίο χάδι Είναι φορές που αυτή η επίμονη εφηβεία κολλάει στο μυαλό έτσι που η παιδική καρδιά διογκώνεται σε ώριμο στέρνο Είναι φορές που η γραφή αντιστέκεται γιατί τα όνειρα θολά τα χρώματα ζωντανά κι η Ανοιξη χαρούμενη και σκούρα

    ΚΑΤΑΦΕΡΕΣ
    * * *
    Κατάφερες να νιώσω ανάσα αφή και μυρωδιά σου αφύπνιση χρόνια μετά Κατάφερες να θυμηθώ τη φωνή της μάνας μου όταν με είχε αγκαλιά κι ακούγονταν μέσα από το στέρνο της μαζί με χτύπους της καρδιάς Κατάφερες να ξυπνήσεις την έλλειψη την θαμμένη στην αυτοδυναμία της άμυνας Χρόνια τώρα η δύναμη της συνήθειας έχτισε οχυρά σε ανύπαρκτους εισβολείς Κι αυτό το κάστρο χάρτινο λες πήρε χρώματα και φως και τραγούδια κι αναμονές Κι ίσως γι αυτό γεννάει φόβους Κατάφερες να εγείρεις απαντοχές να ανατρέψεις προγράμματα χρόνους να κάνεις τη σιωπή εφηβικό πανηγύρι να γεννήσεις διλήμματα κι ανάγκες Κατάφερες την απόφαση να δρέψω Τίμημα η φωνή μου στους τέσσερις ανέμους με τα κρυμμένα μυστικά να ζητούν το μερτικό τους δειλινά σαν το αποψινό που ο ήλιος αρνιόταν να κρυφτεί για να γεμίσει ο ορίζοντας χρώματα

    ΕΙΔΑ
    * * *
    Με ανακαλύπτουν - λες - πρώτη φορά Εννοιες που σμίλευα χρόνια πήραν υπόσταση Το φανταστικό πραγματικότητα Αιωρούμαι ανάμεσα σε αλήθεια ουτοπία πάθος και όνειρα πολλά Τώρα μόνη πραγματικότητα αυτά Και με έκανες να δω όσο κανείς ότι η ζωή μοναδικά όμορφη και πάντα όχι αρκετή για να χωρέσει τις διαστάσεις σου Αγάπη

    ΥΠΟΘΕΣΗ
    * * *
    Αν υποθέσουμε ότι αυτή η ζωντάνια η ομορφιά η ερωτική δίψα η ανάγκη διαλόγου η επί της ουσίας επικοινωνία δεν εισπράττονται παρά στα όνειρα και πως οι έννοιες «δροσιά» και «έκκληση» αποκτούν ιδιαίτερη σημασία Τότε με μύριες όσες ακόμα υποθέσεις τι θα κάνουν αυτά τα δυο τεράστια χαράς μάτια όταν η ομορφιά της οικουμένης παίζεται σε δυο στιγμές;

    ΣΗΜΕΙΟ
    * * *
    Ο πατέρας έφυγε από καιρό Η μάνα δέντρο ξερό Ρίζες κομμένες και μόνο εσύ αναφορά στον ορίζοντα των αναγκών Γιατί όπως έλεγα από καιρό δεν μπορεί παρά να υπάρχει μόνο μια αγαπημένη που δεν είναι εδώ ούτε εκεί ίσως πουθενά αλλά υπάρχει γιατί πώς θα ζήσουμε χωρίς αγαπημένη σημείο αναφοράς δοσίματος δικαιολογία ύπαρξης δύναμη ζωογόνα; Απάντηση Εσύ Τώρα Στο δικό μου πέλαγος του Αιγαίου «πού μου ταιριάζει»

    ΠΟΛΥΤΙΜΟ
    * * *
    Ψιθυρίζει λόγια καθαρά αποφασισμένα Νιώθει τον απροσδόκητο πολύτιμο θησαυρό Φοράει μάσκες με βάρος αισθητό Μπορεί την καίρια στιγμή γιατί η συμπόρευση από καιρό Σκέψη πως ίσως η αφή αλλού κύτταρα ξένα στο κορμί παντού στα χέρια στην ανάσα στο κορμί Αναμονή Τώρα αφανίζονται σε μια στιγμή μίλια θαλασσινά πελάγη κι οι Σίσυφοι μακριά Ηρεμία βαθιά στο στήθος γιατί η αυριανή μέρα θα φέρει τα ζωοποιά γιατί το αναπάντεχο πήρε μορφή και χρώμα και το πολύτιμο δικό μας εσαεί

    ΑΓΝΟΙΑ
    * * *
    ΑΓΝΟΙΑ Μη θέλοντας να γνωρίζω με μιαν άκρως επιλεγμένη άγνοια βυθισμένος στην ηρεμία της βεβαιότητας ότι δεν είσαι εκεί αφού σε βλέπω εδώ γαληνεμένη με τους γλάρους τον άνεμο τη θάλασσα τις κορυφογραμμές τον ήλιο που πορφυρός μας χαιρετά τόλμησα να προδιαγράψω το ασαφές μου μέλλον

    ΤΩΡΑ
    * * *
    Εχει τόσα μυστικά τούτο το κορμί τόσα τούτη η ψυχή κι η υπομονή μεγάλη με ελπίδα ταύτισης στιγμιαίας ευτυχίας κτήμα μας δικαιωματικά Τώρα Ο χρόνος στον έρωτα σε άλλη διάσταση περιμένει ως αναλώσιμο διαρκείας ατελεύτητο πρόσκαιρο επικερδές μα πάντα αναλώσιμο Τώρα δεν θέλω πάλι και ξανά Γιατί η κούραση βαθιά και τα μάτια διψασμένα με ριζωμένες σκιές μελαγχολίας Δεν μπορεί να μη με ακούς τώρα κοντά μεσάνυχτα που ένιωσα κείνο του ποιητή ζωγράφου «προστάτεψέ με από αυτό που θέλω». Δεν μπορεί να μη με βλέπεις που πασχίζω ζωγραφιές μέσα από λέξεις να μη με οσμίζεσαι πίσω από πρώην λευκά χαρτιά να μη με γεύεσαι στην ανάγκη της μετάγγισης να μη με νιώθεις στη μνήμη της αφής μου Δεν μπορεί να μην έχεις όλες τις αισθήσεις σε εγρήγορση με τόση ομορφιά ανθισμένη τώρα κοντά μεσάνυχτα που « δεν θέλω να προστατευτώ από αυτό που θέλω»

    ΕΙΣΑΙ
    * * *
    Είσαι στα αλήθεια όμορφη παραδομένη στον ύπνο Κεφάλι σκούρο αφημένο στα μεγάλα χέρια μου αλλάζεις χίλια πρόσωπα Κορμί ζεστό για νύχτες χειμώνα σούρουπα καλοκαιριού Στέρνο θηλυκό εύθραυστο δυνατό Μάνας Παιδιού Γυναίκας Ομορφιάς Ιερό σε αναμονή έρωτα Ανοιξη εκεί έτοιμη να δεχτεί τον ήλιο της Γύρω της αφή κοιλιάς άφθαρτη αμόλυντη φωλιά εξαγνισμένη Κουρνιάζω Πόδια γερά στηρίζουν ομορφιά κι ευάλωτη ψυχή Φοβισμένη Κίνηση άκρας σιγής τα χέρια σε αγκαλιά Δειλιάζουν κι απαιτούν μαζί Είσαι στα αλήθεια όμορφη Είσαι Εσύ Κι εγώ δεν ντρέπομαι ποτέ να σκίζω τα λευκά πουκάμισα με το στέρνο μόνιμα γυμνό σε πλήρη διάσταση διάταση υπέρβαση παντός καιρού στέρνο γυμνό αντρίκιο παιδικό φωλιά για ανάσες φοβισμένες Εγώ θα είμαι εκεί όταν δράκοι και θεριά θα απειλούν τη γαλήνη και τα όνειρα που σου τάχθηκαν με χέρια σε τεράστια αγκαλιά

    ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ
    * * *
    Να είσαι ευλογημένη ομορφιά που μου έφερες το τραγούδι στο στόμα απροσδιόριστα όνειρα στο νου σύννεφα λευκά στον ορίζοντα και κυρίως ελπίδα κι όλα αυτά μέσα από μιαν ακόμα ανατροπή ρωγμή στα τείχη χαραγματιά δική μας ευλογημένη από καιρό

    ΟΙΚΟΣ ΑΞΙΩΝ
    * * *
    Εζησες στο υπέρτατο εντάσεις έρωτες στιγμές πάθος δονήσεις «Μα δε μοιράστηκες ποτέ αυτό τον οίκο αξιών που έχτιζες χρόνια» Αναρωτιέσαι αν χωράει άλλος πια σ αυτό το σπίτι κι εγώ σε βεβαιώνω πως θα τον καλοδεχτείς. Με άκουσες εσύ της μοναχικότητας κι όχι της μοναξιάς;

    Αγία
    * * *
    Αγία Αγαπημένη θυμιατό η μυρωδιά του κορμιού σου θαύμα η στιγμή της υπέρτατης ένωσης εκκλησιά κάθε μέλος σου ιερό τα πόδια σου που στηρίζουν την ομορφιά της οικουμένης έτσι άγια παραδομένη στα χέρια μου που κάθε αγιοσύνη μικρή μπροστά στο μέγα θαύμα της Αγίας Αγάπης Αγία Αγαπημένη μου Κράτησε τη ζωή σφιχτά στα χέρια γιατί η ποίηση μπορεί να χωρέσει σε ένα κορμί απόψε. Τραγουδάς με την κίνηση του κορμιού που φεύγει στον ορίζοντα όμορφο, αέρινο, μοναδικό. Θα σε κάνω να τραγουδάς συνέχεια γιατί δε στέρεψε ο κόσμος από σκοπούς ακόμα. Κι όταν είσαι μακριά Η έλλειψη μελαγχολία Η αφή σου πολύτιμη Η ευωδιά σου βασανιστική στέρηση Το κοντσέρτο για βιολί βαθύτερα Το δωμάτιο τελείως άδειο Τώρα, θέλω τη φωνή σου να λέει σ' αγαπώ Την αφή σου σε επίκληση Τη μυρωδιά σου διεγερτική νάρκωση Το χέρι σου για πορείες μακρινές Τα μάτια σου για μοιρασιές Το κορμί σου για να σταματήσουμε το χρόνο.

    ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΘΑ ΦΥΓΩ
    * * *
    Τότε που θα φύγω θα είναι Ανοιξη η γη θα μυρίζει ζωή η θάλασσα θα λαμπυρίζει ο άνεμος θα γλυκοφυσά θα το μάθουν οι φίλοι από τις εφημερίδες στα μονόστηλα των γραφείων τελετών

    Και συ θα είσαι εκεί

    Δυστυχώς δεν θα έχω φύγει πρώτος από τους αγαπημένους μου και θα φέρω κενό μέγα εντός μου όπως έφερα κενό από τις πολλαπλές απουσίες που οδηγούν στην πραγματική Ποίηση

    Τότε που θα φύγω η ανθρωπότητα θα με ευγνωμονεί αφού εξέλιπε μια ακόμα ενόχληση ή απειλή θα ανακαλύψουν αίφνης πολλά και κείνοι αντίπερα θα γράψουν «δια το έξοχον ποιητικόν φιλοσοφικόν μου έργον δια το απαράμιλλον ήθος μου δια τα καθαρά αγνά μου μάτια δια την ατελείωτην αγάπην μου εις τον άνθρωπο δια την βαθυτάτην ευγένειάν μου δια τας μυρίους όσας ενισχύσεις μου εις τους συνανθρώπους δια την τεραστίαν πλην ζεστήν αγκάλην μου δια τους κοινωνικούς μου αγώνας δια τα ατελεύτητα πάθη μου δια τους εκατοντάδας ερωτάς μου δια την επιμελημένην μου μοναχικότηταν» έτσι ως επαρχιακοί δημοδιδάσκαλοι επαρχίας του πενήντα ομιλούντες

    Και συ θα είσαι εκεί

    Τότε που θα φύγω θα κλάψουν όσοι νιώσουν το κενό της απουσίας οι γυναίκες που έσμιξα σε υπέρτατες στιγμές αυτές που δέχτηκαν τη σπονδή μου στο υπέροχο ιερό τους προσκυνώντας και πίστεψαν ότι τις ερωτεύτηκα γιατί παρανόησαν την ευλάβειά μου στο γυναικείο κορμί στην υπέροχη κοιλιά την πηγάζουσα ζωή και ένταση και αίμα και οσμές και ανάγκες και ζέστη ανείπωτη και δικαιολογία ύπαρξης εκείνες τις μοναδικές στιγμές κάθε φορά και άλλες κι ας επαναλαμβάνονταν χιλιάδες φορές

    Και συ θα είσαι εκεί

    Τότε που θα φύγω θα βρουν μια περιουσία χάρτινη θα αναλογίζονται τι να την κάνουν Μπορεί να ανάψουν το τζάκι και θα τους είναι εμφανώς χρήσιμη Μπορεί να στρωθούν στη μελέτη και να ανακαλύψουν όχι όσα έκρυβα μα όσα δεν ήθελαν να δουν σε έναν εν κρυπτώ ποιητή

    Οι κρίνοντες για να υπάρχουν γράφοντες στα κάθε λογής έντυπα θα γράψουν ύμνους για κείνον που όσο ζούσε δεν του συγχωρούσαν ούτε το περπάτημα ούτε τη φωνή ούτε τη ματιά ούτε την ανάσα και κυρίως τους μεγάλους έρωτες

    Και συ θα είσαι εκεί

    Τότε που θα φύγω Οι βουκαμβίλιες μου θα είναι γεμάτες άνθη και μόνες θα υποκλιθούν στον θαυμασμό που έτρεφα γι αυτές αφού άνθιζαν όποτε ήθελαν κι ο σκύλος μου θα κλάψει τρεις μέρες επισημαίνοντας την απουσία από το σπίτι μου που θα αλωθεί από πραγματοθήρες άλλες φωνές θα ζεστάνουν τους τοίχους του θα ψάξουν κάθε γωνιά μη κι ο ποιητής είχε λεφτά σε κρύπτες κι οι συλλογές μου από ευτελή για κείνους πράγματα θα φτάσουν στη χωματερή

    Και συ θα είσαι εκεί

    Τότε που θα φύγω Θα σκέφτονται μη κι εξακολουθώ να υπάρχω και θα ανάβουν καντήλια αγνοώντας το οριστικό τέλος Πολύ σύντομα θα με ξεχάσουν τα βιβλία μου έκθεμα παλαιοπωλείων σε ευτελή τιμή για ιδιόρρυθμους ερευνητές

    Και συ αγαπημένη πάντα εκεί

    Θα στοιβάζεις τα χαρτιά που γέμιζα τις νύχτες - τα περισσότερα λευκά - σε κείνο το τεράστιο κενό που αφήνουν οι αγαπημένοι στην ψυχή σου

    Θα μοιραστείς ακόμα μια φορά μόνο εσύ «αυτό τον οίκο αξιών που έχτιζα χρόνια» με τα χιλιάδες χρώματα μουσικές μυρωδιές κι ανάσες

    Ηρεμη όμορφη ως πάντα ευθυτενής θα ανηφορήσεις το Λυκαβηττό θα αγκαλιάσεις την πρωτεύουσα και θα μαντέψεις μόνο εσύ πόσες ψηφίδες μου κρύβουν οι βιβλιοθήκες κι οι ψυχές τους Γιατί εσύ ήσουν πάντα εκεί

    Αθήνα


    Επικοινωνείτε εδώ
    με τον ποιητή
    Γιώργο Δουατζή E-mail: douatzis@otenet.gr

    ΠΡΟΣΟΧΗ: Οι σελίδες της LAND of GODS φένονται καλύτερα με Internet
    Explorer. Με Netscape υπάρχουν κάποια μικροπροβλήματα στην εμφάνιση.
    My Stuff : Οδοιπορικό στο Καρδαρίτσι  -   τα Δημοτικά  -   ο Κολοκοτρώνης και το '21  -   της Ξενιτιάς  -   Angie   -   Μιλώντας τότε  -   τα τραγούδια μου  -   στον Πρώτο ψύθηρο της εφιβείας  -   η Χαμένη μας Hiroshima  -   Καπνόν Αποθρώσκοντα: Γράμμα στον 'Ελληνα της Διασποράς
    Home Pages / Links: SEARCH   -   NEWS on Line   -   Sports Page  -   Culture  -   Diaspora  -   History  -   Church  -   Music  -   Cyprus  -   LINKS  -  
    'Ελληνες Ποιητές στο Διαδίκτυο : Κώστας Βάρναλης  -   Νικηφόρος Βρεττάκος  -   Οδυσσέας Ελύτης : (Ανθυπολοχαγός της Αλβανίας και άλλα ποιήματα)  -   Κώστας Καρυωτάκης  -   Κώστας Κρυστάλλης  -   Μήτσος Λυγίζος  -   Κώστας Ουράνης  -  
    Έλληνες Συγγραφείς ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΖΑΚΗΣ: Ανθολογήματα ενός μεγάλου   -   Η Αρθρογραφία του Δημ. Καραλή   -  
    λα να δεις . . Ηλεκτρονικό Περιοδικό Λογοτεχνίας και Πολιτισμού
    Σελίδες απ' την ελληνική
    λογοτεχνία στο διαδίκτυο :
    Βιβλία Οδυσσέας Ελύτης : το 'Αξιον Εστί (Ολόκληρο)  -  
    Απομνημονεύματα Γιάννης Μακρυγιάννης τα Απομνημονεύματα   -   Θεόδωρος Κολοκοτρώνης τα Απομνημονεύματα
    Αλληλογραφία Μηνύματα και επιστολές  -   Η αλληλογραφία μου με τον Δημήτρη Καραλή   


    mailto:kostas@douridasliteratutre.com
    mailto:kostas@douridasliteratutre.com
    The LAND of GODS Since October 1996 Oakville/Τοροντο Canada
       Click here to Make Land of Gods your Start Page