1996    2008
    
Έλληνες ποιητές και συγγραφείς στο διαΔίκτυο

  • Οδοιπορικό
    στο Καρδαρίτσι

  • τα Δημοτικά

  • ο Κολοκοτρώνης
    και το '21

  • Τραγούδια
    για την ξενιτιά

  • Τραγούδια
    στη γυναίκα μου

  • Συνομιλώντας -τότε- με
    τον 20χρονο εαυτό μου

  • τα Τραγούδια μου

  • στο Πρώτο ψίθυρο
    της εφηβείας

  • Γράμμα στον 'Ελληνα
    της Διασποράς


  • Επόμενη Ενότητα..
    Ακολουθείτε το τόξο για την επόμενη ενότητα
    Προηγούμενη Ενότητα..
    Στο πρώτο Ψίθυρο της εφηβείας
    Προηγούμενη  σελίδα Κεντρική σελ. της Ενότητας Επόμενη  σελίδα
    ηλεκτρονικό περιοδικό
    Λογοτεχνίας και πολιτισμού
    λα να δεις...
    ΠρώτηΣελίδα

    Φίλες και φίλοι, Τα ποιήματα που παραθέτω εδώ, στις πρώτες δύο μικρές ενότητες, γράφτηκαν, στα χρόνια του στρατιωτικού '63 / '65 και συνεχίστηκαν στα Πετράλωνα, μέχρι πριν φύγω για τον Καναδά τον Οκτώβριο του '67... Στα ποιήματα αυτά περιγράφεται νομίζω, η νεανική αβεβαιότητα της εποχής εκείνης, όπως την ζούσα. καθώς που τον περισσότερο χρόνο του στρατιωτικού τον περάσαμε στα εμπροσθοφύλακα του Έβρου, σε σκηνές και τούνελ.. Μακριά από την έδρα μας που ήταν η Καβάλα. Τα τύμπανα του ..αναμενόμενου πολέμου, λόγο του Κυπριακού με την Τουρκία, που φυσικά δεν έγινε.. ωστόσο τότε, ήταν σε καθημερινή βάση προετοιμασίας και ..διαίσθησης... Να είστε καλά! κωστας/δουρίδας Ιούνιος 2005




    Αντί για Πρόλογο

    Θανατηφόρα επιδρομή
    στο ξέφραγο τοπίο
    ήταν η μέρα που μας πέρασε.
    Και εμείς συλλέκτες της εύκολης λείας...
    Πορθήσαμε το κάστρο της συνείδησης
    με τα ναυαγημένα ξάρτια λουλουδιών,
    πάνω στην λήκυθο όπου ποτέ
    δεν εξεχείλισε τον καλπασμό
    στον πρώτο ψίθυρο της εφηβείας...
    κ/δ

    Μors-code test

    Και πάλι τελευταίος ήρθα.
    Ω τι μαρτύριο τούτο..
    Τούτο κοπάδι των ανθρώπων,
    Σίφουνας χάνεται μπροστά μου.

    Κουτσοί, τυφλοί, όλοι αλαργεύουν,
    και μόνο εγώ μένω αποπίσω..

    κ/δ
    Το Μοιρολόι

    Σαν πέφτουνε τα φύλλα της σιγής,
    και τα γκρινιάρικα μωρά υπνώνουν,
    τότε και εμένα σαλαγώνουν
    μέσα μου οι καημοί.

    Και αρχίζω τότε ν' αργοκλαίω.
    Εμπρος μου το φέρετρο μέσα η γης.
    Το άπειρο ξεψύχησε και μοιρολόι λέω,
    το μοιρολόι της ζωής.

    κ/δ
    Ενα παιδί με λένε οι φίλοι

    Ενα παιδί με λένε οι φίλοι,
    που θέλει να λεπτολογεί τις υποψίες.

    Θρηνεί στον οίκτο η αδελφή,
    για το μικρό το παιδικό μου κλάμα.
    Και η μάνα με σφιχταγκαλιάζει -αγάπη και στοργή-
    σαν μάνα που τον γιο της βλέπει
    όπως τον θέλει και μπορεί.

    Μα ποιος ποτέ του ένιωσε την αρετή
    που γέννησαν οι τύψεις;

    κ/δ

    Επιτύμβιο

    Νεροποντή
    κι άδειο ποτήρι.
    Γλεντοπηγή
    το κοιμητήρι.

    Κι ο θάνατος,
    ο Μέγας Βάκχος
    των ψυχών.
    κ/δ
    Αγριμικό

    Ο έξω κόσμος χάθηκε απ'τα μάτια μας.
    και μέσα ο πόνος στοίχειωσε !
    στα βαλτονέρια της ψυχής.
    Aγριμικό! Σπέρνει τον άνεμο,
    λυώνει τον θάνατο στο κάθε μας κύτταρο.
    στήνει σταυρούς στην κάθε μας ίνα.
    Απέραντο νεκροταφείο οι τύψεις μας.
    Κι' ο απέξω κόσμος χάθηκε. Βαθιά σιγή.
    Bαθιά πληγή το χάσμα του απείρου.
    κ/δ
    Οι κάργες

    Περνούν σ' ατέλειωτη γραμμή πάνω απ' τα κεφάλια μας οι κάργες. Και είναι το πέρασμά τους, επίκληση οδύνης στην οδύνη μας.. Και είναι η κραυγή τους, αντίλαλος της ψυχικής υπόστασης του πάθους μας. Και είναι το πάθος μας, ο ίδιος ο θάνατος. Περνούν οι κάργες. Αδέσποτη φάλαγγα. Σκίασε ότι ήταν δυνατόν να ζει. Σκότωσε ότι ήταν δυνατόν να ζει. ο θάνατος κραδαίνει την τσιμπίδα . Και όλα ήταν μία ήττα, Και όλα ήταν μία ριπή, ενας θάνατος..
    κ/δ
    Θεία η μικρή στιγμή

    Θρήνος το σμήνος των ονείρων μου, στον ύστατο εκστασιασμό μου. Η θύμηση στην πολιτεία, έφερε το παραλογισμό της ύφεσης, κι'ανεπυργώθει ο χαλασμός κι' ανεπτερώθει η τύψης. Φτωχέ μικρέ τραγουδιστή, τι ανασκαλεύεις στην πληγή να βρεις; Τι κλαις μπροστά στους σκοτωμένους να σου πουν; Κείνοι "τους πήρε μαύρο σύννεφο" κι' η χλαλοή του μίσους! Τους πήρε ο φθόνος της ντροπής, δεν έχουν να σου δώσουν οίκτο. Γύρνα . Γύρνα στην σχόλη που σε καρτερεί, στην πλανημένη αυγή που σε προσμένει. Θέλει ποθεί την ξαστεριά, στιγμή, στιγμή, δάκρυ το δάκρυ, με τους επτά αναλογικούς χρησμούς να σ' αναθρέψει.. Γύρνα παιδί της άνοιξης, στα σκορπισμένα σου μαλλιά, τρίπτυχο τ' αγιοκλώναρο να στο φορέσει ο Απρίλης. Γύρνα αϊτέ της αστραπής στον ουρανό ποιος ξέρει, τ' αστέρια δίνουνε γιορτή τ' αστέρια φέρνουνε γιορτή. Πού λες; Ποιος ξέρει γιε μου...
    κ/δ
    Σπύρος Δαρσινός
    Κριτική ματιά πάνω στο ποίημα
    "Θεία η μικρή στιγμή" του Κ. Δουρίδα

    Αισιόδοξο, μέσα στην τραγική του πραγματικότητα. Δυναμικό στην ώθηση μιας άλλης κίνησης που δεν ξεχνάει αλλά ούτε αφήνεται να νικηθεί. Μιας κίνησης -έστω- στο τετριμμένο που μέσα από την δραστικότητά του ξεπετάγεται το δικό σου εκεί που σε χρειάζεται ο κοχλασμός των γεγονότων. Εκεί που υποχρεούσαι να αναδείξεις, έστω χωρίς να αναδειχτείς, την δική σου, μικρή, απογείωση. Η αφηρημένη έκσταση μπροστά στο δράμα και στο θάνατο είναι ένας νεκρός χρόνος ανάμεσα στην ομοβροντία και την τραγικότητα. Όσο γρηγορότερα κάνεις το επόμενο βήμα σου τόσο λιγότερο σε εξουσιάζει το δράμα. Τόσο πιο πολύ υπηρετείς τη ζωή, τόσο πιο πολύ απογοητεύεις τους σκηνοθέτες του σκότους. Η δύναμη της ψυχής έχει μεγαλύτερη απήχηση και αξία σε στιγμές αδυναμίας. Γιατί η άρνηση δεν αρκείται μόνο στην νίκη της αλλά προχωράει και στην τελική πτώση σου. Αγαπητέ Κώστα Δουρίδα, με εξέπληξες με τα ποιήματά σου "τσίμπησα" ένα εν τάχη, σαν τον πεινασμένο που πριν φάει την τούρτα τσιμπάει ένα από τα γλυκύτατα κερασάκια της. Μακάρι να είμαστε πάντα πεινασμένοι όταν προστρέχουμε στα συμπόσια του πνεύματος. Μακάρι να υπάρχουν πάντα Δουρίδες που θα αναπιάνουν με την πνευματική μαγιά τους το προζύμι στο σκαφίδι των κοινωνιών. Σε συγχαίρω.

    Σπύρος Δαρσινός


    Ερωτικός Λόγος

    Μαντρότοιχος, μεσωροφή
    χρωστήρας πέρα η δύση.
    Δυο περιστέρια μια πυγμή
    ένα τραγούδι, μια φωνή.
    Λόγος η πρώτη λέξη.

    Ποιος το 'λπιζε την αρετή
    την αρετή την αστραπή,
    την αστραπή τον ήλιο
    με την καρδιά να ζέψει;

    Φτεροκοπούν οι πυρανθοί
    πυρσοκροτούν οι πόθοι.
    Δυο μάτια κλαίνε και μεθούν
    δυο μάτια πίνουν και διψούν,
    την αρετή την αστραπή,
    την αστραπή τον ήλιο.
    Δυο μάτια κλαίνε και μεθούν,
    την νιότη αναστατώνουν!

    κ/δ


    Καπνόν Αποθρώσκοντα
    Γράμμα στον Έλληνα της Διασποράς



    Μια φωτογραφία
    και ένας τόπος

    .. Happy .....  ... Easter ...... :o)

    .. Happy .....  ... Easter ...... :o)


    Η χαμένη μας Hiroshima


    Η χαμένη μας Hiroshima

    Αφημένη στην ημπώρεια της θύμησης
    η ψυχή μας ατενίζει τα σεληνόφωτα περβάζια
    όπου το βάπτισμα πυρός γευτήκαμε,
    κ' ύστερα ήρθαμε εδώ να θεμελιώσουμε τον άμβωνα
    της χαμένης μας Hiroshimas.

    Γιατί όταν η δίψα συνοδοιπόρος γίνει στον καημό σου,
    Κι όταν ο πόνος σου κατασταλάξει σίδηρο.
    Περνάει ψηλά, πέρα από την Hiroshima ο πόνος σου
    και γίνεται όνειρο, και γίνεται πραγματικότητα.
    κ/δ



    Δεν γίνεται αλλιώς

    Δεν γίνεται αλλιώς, και η αγάπη μας διακλαδώνεται
    στο πρώτο αστέρι μικρής αναβάσεως.

    Χειροκροτείτε παρακαλώ,
    και μην αφήνετε τους ανθρώπους μόνους!

    Εγώ σας σκέπτομαι,
    εσείς αγαπάτε τα λουλούδια;

    κ/δ
    Η έβδομη παράσταση

    Ναι, πότε θα 'ρθει
    την άδεια μας ψυχή, ν' αφήσουμε
    στης μέθεξης το γλυκερό λουλούδι,
    και να ρουφήξει Απριλομάγιασμα,
    και ρόδινο νερό,
    και ν' αϊτωθεί στην έβδομη παράσταση,
    που χλιμιτράν τ' αλόγατα
    και το εικοσιάχρονο κορίτσι,
    λάγνο που ψέλνει τον ανθό στον κόρφο του..

    Πότε θα 'ρθει
    να πάρει πύρσωμα η ανέμη μας,
    και να βιγλίσει στον περίγυρο
    την υπαρξή μας.

    Ν' αλαφρωθούν τ' ανάριχα τις παραισθήσεις,
    και να βυζάξουνε χειροπιαστά την σμίλη τους,
    και να χορτάσουν 'λιόγιορτο κι ανθέμι την ψυχή τους..

    Πότε, πότε θα 'ρθει
    να κάνουμε το διάγραμμα στροφής
    στην έβδομη παράσταση;

    κ/δ

    Γλυκόπιοτο τρελό

    Γλυκόπιοτο τρελό, της νιότης το λαγήνι, μας κάλεσε πρωτόγνωρα να δώσουμε, σταλάζει του μενεξεδιού κι ανεμοπύρωμα της νίκης.

    Να δέσουμε ανθέμι δάφνινο στου ήλιου τον λαιμό, και στ' ουρανού μας τ' όνειρο πραγματωσύνη τον παιάνα .

    Ήρθε ο καιρός που ο αϊτός θα μπήξει την εκδίκηση στο πέτρινο κλουβί του.

    Στης γης το δακτυλίδι, θα στροβιλίσει ο έρωτας λεβεντοτσάμικο χορό, κι ο Πάνας ο ανοικτοπόδαρος την βλάστρινη κορομηλιά θα βάλει στο κανίσκι του, μετρώντας τους σφυγμούς ανάλογα με την παράσταση.

    Αυτή την νύκτα αργοψένεται ο πρώτος και ο τέταρτος αναπαμός. Αύριο περιμένουμε να δούμε την πανσέληνο. Αύριο περιμένουμε την νίκη.

    κ/δ
          
          



    Πικρία η λέξης θύμηση

    Πικρία η λέξης θύμηση.
    Η απαντοχή ξεκλήρισε
    τ' αθώο λουλούδι,
    στην πρώτη μέρα,
    πάνω στον χρόνο.
    Στον πρώτο Απρίλη,
    πάνω στον ήλιο.

    Στο απάνωχείλι
    της μικρής πνοής,
    μαράθηκε το πρώτο όνειρο.
    Στο απανωχείλι
    της μικρής αγάπης,
    στεριώθηκε ο χαμός της νιότης.
    κ/δ
    Ηρθε ο καιρός

    Ήρθε ο καιρός, να παρατήσουμε την χίμαιρα . Στον κόσμο τον πλατύ, σ' ωμή πραγματικότητα μπροστά να βγούμε, και να δώσουμε την απολογία μας . Ήρθε ο καιρός, σ' εν' άδειο ασκί, να βάλουμε την πίκρα μας. Και πέρα στην ακρογιαλιά να πάμε ν' αλμυρίνουμε τον πόθο μας. Ήρθε ο καιρός να ξεσελώσουμε πάνω απ' τα φύλλα της ναρκίσσου. Να πάρει η σκέψη μας φτερά, και να πυρσώσει τ' όνειρο στην κόχη τ' ουρανού, να 'ρθεί ο ήλιος καυτερός να δώσουμε μονομαχία Να βγει ακέραια η νίκη μας, να λάμψει η γη τη νίκη μας, να βρούμε αναπαμό.
    κ/δ


    Στιγμή και πάθος
    Φούσκωσε της αυγής το κλάμα, καταντικρύ στη ματωμένη τρίλια Λάγνο της κόρης το κορμί, λούζεται απ' τους μαστούς της άνοιξης. Παίρνει φτερά, δίνει φιλί χάνεται, σβήνει τρέχει! Ξανάβει.. κράζει τον Πάνα , ματώνει το χείλι. Απόμακρα γνέφει, θυμούς αφροσύνη. Καμώνεται.. θέλει, μα πάλι ολολύζει.. Ξαμώνει, περιμένει.. ψυχή πώχει δώσει..
    κ/δ

    Με θέλγει κύριε !
    Με θέλγει κύριε, η θεία ενατένιση μικρών αγγέλων, στη λεπτεπίλεπτη αιθρία των δεκατέσσερων Μαΐων. Ετσι καθώς η σύμπτυξη της αρετής με το θλιμμένο γιασεμί, με την σεπτή ανάρρωση της τεθλασμένης προσμονής. Με το γλυκύτατο χαμόγελο των πέντε αισθήσεων. Με τον ανώδυνο βασιλικό ψαλμό, πάνω στο πέτρινο σκαλί, που η ροδαριά, ξεφύλλισε δεκάξι ως είκοσι παλμούς, άθραυστης οίησης, ίση προς λήκυθο. Με θέλγει κύριε η αγάπη των μικρών πουλιών. Τ' αλόγατα καθώς φρισομανούν σ' ενάλκιμη πορεία, κι από καθέδρας τώρα αναγυμνάζουν την τρελή κατεύθυνση, προς μείζονα αναπαμό της ανοιξής μου. Με θέλγει κύριε η συμπληγάδα έφεσης, ζευγαρωμένων πυρετών στην πλέρια ώρα της απόφασης. Το απεγνωσμένο κλάμα της βροχής στον ασημένιο κήπο των μαλλιών μου. Η θεία απέλαση των πυρωμένων μου καημών πάνω στην λεία επιφάνεια μικρής ελπίδας. Ένα δωμάτιο κύριε κρεμασμένο στον κατακόρυφο καιάδα ορυμαγδού και τύψης, νηφάλιο προχωρεί σ' εσένα κύριε. Είναι το κρανίο μου κύριε! Με θέλγει κύριε!!. κ/δ



    Τούτο το χρόνο

    Η μαύρη τρύπα στον τοίχο
    ήταν πριν από το πόλεμο,
    ένα φεγγάρι.

    Τα μικρά παιδιά που βγήκαν
    την προηγούμενη μέρα,
    για τα παιγνίδια των
    στους δρόμους,
    δεν ξαναγύρισαν ποτέ
    σ' αυτό το σπίτι.

    Ετσι γράφτηκε η Ιστορία,
    κι έτσι πέρασε
    η άνοιξη τούτο το χρόνο.

    κ/δ

    Κρατούμενος των φυλακών

    Ποιος ήταν ο κρατούμενος των φυλακών χθες βράδυ αγαπημένη, όταν στο θρως της σύμπτυξης με τις θλιμμένες βελονιές κάτω απ' τα στήθη, πάνω στο μέτωπο στην αφή των βλεφάρων μας η στίλπνουσα αρχή, μηνούσε απόδραση των κίτρινων πουλιών. Έτσι καθώς που είχαν θερίσει, το φως του ήλιου πριν απ' την βλάστηση;

    Ποιος ήταν ο κρατούμενος των φυλακών χθες βράδυ αγαπημένη, έτσι καθώς τα μάτια σου, τα χείλη σου, η σιωπή σου. -Καμπύλη αλαζονική πάνω απ' τα σκόρπια μου μαλλιά, στον αναπέραντο καιρό -χώμα στο χώμα.

    Λίγη φωτιά κι ύστερα πάλι ο θάνατος. Λίγη φωτιά κι ύστερα πάλι η τύψη, Λίγος καπνός κι ύστερα πάλι ο θάνατος μας για Ιθάκη.

    κ/δ


    Λεηλασίες

    Μαραμένο το χείλι μου στο στεγνό απομεσήμερο, ζητά απεγνωσμένα,
    και την μικρότερη ελπίδα λυτρωμού,
    την καταλύτρια, πιωμένη στης αρνησιάς
    το φρύγανο, μου γνέφει τώρα
    πίσω από το φύλλο το ξερό της νιότης μου.

    Το διψασμένο θηλυκό, στύβει μ' ανείπωτο καημό, την γύρη μου, να πιει χυμό.
    Μ' αλίμονο ξεράθηκε και το στερνό
    το χνούδι στην πνοή μου.

    Το μεστωμένο μου κορμί, βροντά
    σαν πέτρα στο κενό την ύπαρξή του.
    Κι ανέγνωρη η ψυχή, χάνεται, σβηέται, κάτω από την κατανυκτική λεηλασία.

    κ/δ













    Οι καταρράκτες του όρθρου
    λένε, να μ'ανοίξουνε να φύγω.
    Γυμνός! καθώς με φέρανε τα σύννεφα.
    Αθώος! καθώς με φέραν τα πουλιά.

    κ/δ
      
    Θεία η μνήμη

    Σε εσένα κύριε, το δάκρυ των μικρών ψυχών, και η λεπτή σταγόνα των μυρίων μου λυγμών. -θεία η μνήμη, εις χρόνων θαλασσών και ωκεανών.

    Εις χρόνων εσαεί. των επτυγμένων μου κυττάρων, υπό πρασίνην τέφραν, γυμνού, τετράπτυχου κισσού. Θα εναγκαλίζομαι την υπαρξή σου κύριε.

    Πάνω από ήλιο ξέγυμνο στην αστραπή, πάνω από Απρίλη ξέφραγο στην αρετή. Πάνω από θεία ενόραση στο πνεύμα.

    Ο χρόνος κύριε ανέστητε στα ηλιοθρεμένα πέλματα της γενεσή σου!

    κ/δ

    Παρένθεση και χάος

    Στη δέηση το πρώτο δακτυλίδι διαγράφεται στο μίσχο της χαμένης μας χίμαιρας. Καθώς οι πένθιμοι αχοί της επιτύμβιου δίεσης, κάνουν τον ίσκιο μας πρωταρχικό, μ' ένα πυρόξανθο ανέμισμα εκεί που το εμβαδόν της ισοτίμου γύρης μας, έχει υψωθεί εις το τετράγωνο.

    Κανείς, μα το ποτήρι τ,άδειο, μπόρεσε νά 'μπει στύλωστρο σε κείνο, που είναι ο κατεμαχισμός του πόνου μας.

    Το υπερηχητικό ναυαγοσωστικό μας ανάκλιντρο, μας βρήκε πέρα από την ύφεση.

    Οι νικηταί μας δεν είχαν μάτια να μας δουν στο ..περίωπο λυκαυγές της υπαρξής μας, και να μας ..σώσουν.

    κ/δ
    Ανθρώπινη πορεία

    Πυργωμένο λιόγερμα, ματωμένη γιρλάντα, πληγωμένο χαμόγελο ρημαγμένη τύψη. Θάνατος!

    Ο θάνατος μ' ατίμωσε προτού με δει η ζωή. Ο θάνατος δεν είναι αυτός, που φέρνει λυτρωμό. Είναι η ζωή που φέρνει θάνατο. Είναι η αγάπη που ανοίγει τον όλεθρο και η αμαρτία, το πρώτο ίσως.

    Τόπος ανώνυμος, σπόρος ασημένιος, πικρό ανάθεμα το ριζικό μου -το τέταρτο φτερό της χίμαιρας.

    Είμαι ο χαμένος αναβάτης, στην ανάχετη ώρα. Πυργωμένο λιόγερμα, ματωμένη γιρλάντα, είναι η αγάπη μου καρφωμένη στα σύνορα της προδοσίας.

    Μ' ατίμωσε το πρώτο σύννεφο. Τ' αστροπελέκι φόρτωσε στον ώμο μου το νιφοκρέβατο γυμνό με μια πλεκτάνη αναπαμό και μ' έναν ξύλινο σταυρό γιεμάτο τρόμο.

    Στο περιθώριο γράφτηκε το μέλλον μου, και στο παρών ο θανατός μου.

    κ/δ












                      

    "ΚΑΛΗΜΕΡΑ"
    ΑΠΟ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΔΕ.ΣΤΑ.ΠΑ.:
    4η ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ - Κώστας Δουρίδας


    4η ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ - Κώστας Δουρίδας (αποσπάσματα)

    The LAND of GODS Since October 1996
    Oakville Ontario Canada
    Go to Home Page