σήμερα είναι:
Since 1996
    
Το περιοδιοκό μας "Έλα να δεις":

  • Mια Φωτογραφία και ένας τόπος

  • ποιήματα τ' αγαπημένα

  • Ελληνική Πεζογραφία

    ο στίχος της ημέρας

  • Ανθολογίες της ΕΕΛΣΠΗ

  • Λογοτέχνες και λογοτεχνήματα

  • Δ Ε Λ Τ Ι Α Τ Υ Π Ο Υ

  • Θωμάς Πετρολιάγκης

  • Ελένη Κατσουλάκη

  • Το περιοδικό "Εποχές"

  • Τα απομνημονεύματα τού Δία

  • Δημήτρης Καραλής

  • Στέφανος Ταμβάκης

  • Όμηρος Μαυρίδης

  • Διον. Moύσουρα-Τσουκαλά

  • Χρ. Μαστοροδήμου

  • 'Aννα Δεληγιάννη - Τσιουλπά

  • «Της νήσου Κύπρου κωπηλάται»

  • Αγγελική Δήμου

  • Ευ. - Αγγελική Πεχλιβανίδου

  • Μαρία Φιλίπποβα-Χαντζή

  • Χριστιάνα Αβραμίδου

  • Γιώτα Στρατή

  • Μαρία Θανοπούλου

  • Αικατερίνη Σιδέρη

  • Διονύσης Δουζένης

  • Κώστας Καλύβας

  • ΤΟ ΚΑΡΔΑΡΙΤΣΙ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ

  • 'Aσπα Παπακωνσταντίνου

  • Παναγιώτης Τρανούλης

  • Ευρετήριο Λογοτεχνών..

  • Ιάκωβος Γαριβάλδης

  • 'Aντρια Γαριβάλδη

  • Φώτης Κόντογλου

  • Σπύρος Δαρσινός

  • Γιώργης Παυλόπουλος

  • Νάνος Βαλαωρίτης

  • CRABBY OLD MAN

  • Μ. Καραγάτσης

  • ΟΙ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΟΙ

  • Δέκα μύθοι..

  • ΕΛΕΝΗ ΤΖΗΚΑ

  • Χριστίνα Τσαρδίκος

  • Αλκυόνη Παπαδάκη

  • Μάρω Σιδέρη

  • 'Αιντε λοιπόν Έλληνα μου

  • Φωτογραφία και περιήγηση

  • Βασίλης Παπαθεοδώρου

  • Πατέρα κάθε φορά

  • Χαιρετισμούς και Αφιερώματα

  • Ημέρα μνήμης Πολυτεχνείου

  • Ένας όρκος και μια Ιστορία

  • Γενοκτονία των Ποντείων

  • Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων

  • «H Πόλις εάλω!»

  • Αυτοί είμαστε οι 'Ελληνες!!!

  • 'Aξιον εστί το τίμημα

  • Τα μάρμαρα του Παρθενώνα

  • ο Ξενοφών Ζολώτας

  • η Γλώσσα μου η Ελληνική

  • Γιώργος Μπαμπινιώτης

  • ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛ. ΓΛΩΣΣΑ

  • Δρ Θωμάς Σαββίδης

  • Prof. Minas Savvas

  • Κριτικές Αναλύσεις

  • Γαβριήλ Παναγιωσούλης

  • Γιάννης Ανδρεόπουλος

  • Λάκης Φουρουκλάς

  • 'Ατυπη Λέσχη

  • η Ανθολογία «ΞΕΝΙΤΕΙΑ»

  • Οδυσσέας Πλατύρραχος

  • Στέλιος Καζαντζίδης

  • Η Νάνσυ Μπίσκα

  • Διονύσης Κονταρίνης

  • Γκαμπριέλ Μάρκες

  • Λάρρυ Κουλ

  • Δημήτρης Ζαχαρόπoυλος

  • Ρ. Ιωαννίδου - Σταύρου

  • Χρήστος Νιάρος

  • Στράτος Δουκάκης :

  • Βάϊος Φασούλας

  • Ελευθερία Μπέλμπα

  • Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη

  • Γιώργος Δουατζής

  • Διδώ Σωτηρίου

  • Εθνική Αντίσταση και Λογοτεχνία

  • O ΛΟΓΟΣ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗ ΣΤΗ ΛΑΜΙΑ

  • Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο

  • Κώστας Γεωργουσόπουλος

  • ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΜΟΥ

  • η ΜΑΝΗ

  • η Ολυμπιακή Φλόγα του Μετανάστη

  • Όμορφη και παράξενη πατρίδα

  • Γνωρίστε το Oakville και τα πέριξ

  • Ο Νίκος Δημόπουλος

  • Γράμμα από το Γκύτερσλο

  • Τρισαγαπημένη ΑΡΚΑΔΙΑ

  • Δημήτρης Λιαντίνης

  • ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΙΔΡΥΜΑ

  • Hellenic American N. Council

  • Ο Λόγος μέσα από τη Διασπορά

  • Αχ Ελλάδα..

  • Νίκος Καζαντζάκης και το Νόμπελ

  • Προηγούμενη Ενότητα..Προηγούμενη  σελίδα Κεντρική σελ. της ΕνότηταςΕπόμενη  σελίδα

    "...Οι πιο αγράμματοι ανακατώνουνε στην κουβέντα τους κάποια εγγλέζικα και εκεί που δεν χρειάζονται. Όσο για τους γραμματισμένους, όλη η γραμματοσύνη τους είναι να μιλάνε εγγλέζικα και σε λίγο καιρό δεν θα υπάρχει Έλληνας να μιλά ελληνικά. Ας καταργηθεί λοιπόν η ελληνική γλώσσα ολότελα, να μην κουράζονται τα παιδιά μας στην άσκοπη εκμάθευσή της. Κοιτάχτε τα παιδιά μας. Παρατηρείστε τις φυσιογνωμίες τους, το βλέμμα τους, τις κουβέντες τους, τα αστεία τους, τα παιχνίδια τους. Όλα μυρίζουνε ... Ελλάδα, να μην αβασκαθούμε! Το μόνο που απόμεινε ελληνικό είναι το "ρε". Το μασκάρεμα γίνεται γοργά και στο κορμί και στην ψυχή. Οι λιγοστοί που αντιστέκονται ακόμη σε αυτόν τον κατακλυσμό, πως να μπορέσουνε να βαστάξουνε; Γύρω τους βογγά η μεθυσμένη ανθρωποθάλασσα. Έρχεται καινούργιος κόσμος! Το κολοσσαίο με τα ουρλιάσματα του σκεπάζει τις ψαλμωδίες που λένε οι μάρτυρες, περιμένοντας τα θηρία να τους φάνε..." Διάβασε παρακάτω "Ασάλευτο θεμέλιο".

    ΠρώτηΣελίδα
    Ανθολογία: Έλληνες ποιητές και συγγραφείς στο διαΔίκτυο
    Κώστας Βάρναλης| Νικηφόρος Βρεττάκος| Οδυσσέας Ελύτης| Γιώργος Σεφέρης| Κωστής Παλαμάς | Γιάννης Ψυχάρης| 'Aγγελος Τερζάκης | Νίκος Καζαντζάκης| Μ. Καραγάτσης| Κώστας Καρυωτάκης| Κώστας Κρυστάλλης| Μήτσος Λυγίζος| Κώστας Ουράνης| Κική Δημουλά | Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο| ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ : Φοβάμαι... | Φώτης Κόντογλου| Αλκυόνη Παπαδάκη | ΝΙΚΟΣ ΣΠΑΝΙΑΣ | Μήτσος Παπανικολάου | Γιάννης Σκαρίμπας | Τάσος Λειβαδίτης | Θωμάς Γκόρπας | Ανδρέας Καρκαβίτσας | Καραντώνης Ανδρέας| Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης |
    Φώτης Κόντογλου Βιογραφικό

    Στοχασμοί από το dyosmaraki για τον ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ:

    Τις προάλλες ξεφύλλιζα κάποια βιβλία της βιβλιοθήκης μου και έπεσε το μάτι μου σε ένα παραπεταμένο βιβλιαράκι που είχα καιρό ξεχασμένο σε μια γωνίτσα. Εκεί αντίκρυσα τις εικόνες ενός από τους πιο αδικημένους και λιγότερο μελετημένους καλλιτέχνες : του Φώτη Κόντογλου. Κατά ένα περίεργο τρόπο ενώ για άλλους καλλιτέχνες έχει χυθεί άπλετο μελάνι για δημοσιεύματα, για τον Κόντογλου είναι αποσπασματικές οι δημοσιεύσεις και τα έργα του δεν έχουν καταγραφεί πλήρως.

    Ηθελα να σταθώ σε μερικά από τα βιογραφικά του στοιχεία που σκιαγραφούν το ανήσυχο πνεύμα του καλλιτέχνη, καθώς και την συμβολή του στην νεότερη τέχνη, στοιχεία τα οποία με ώθησαν να κάνω αυτό το μικρό αφιέρωμα.

    Ο Κόντογλου γεννήθηκε στο Αϊβαλί της Μ. Ασίας το 1896 και πέθανε στην Αθήνα το 1965. Γιός του Νικολάου Αποστολέλλη και της Δέσποινας, το γένος Κόντογλου, νήπιο ακόμη έχασε τον πατέρα του και ανατράφηκε από τον θείο του ιερομόναχο Στέφανο, ηγούμενο στη μονή της Αγίας Παρασκευής, που ήταν χτισμένη σε ιδιόκτητη περιοχή της ευκατάστατης οικογένειας Κόντογλου. Από ευγνωμοσύνη ο Φώτης πήρε το μητρικό επώνυμο. Οταν έπρεπε να επιλέξει τον δρόμο που θα ακολουθούσε ταλαντεύτηκε ανάμεσα στο επάγγελμα του ναυτικού και του καλλιτέχνη αλλά τελικά τον τράβηξε το δεύτερο. Ετσι αποφάσισε να πάει στην Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα για να σπουδάσει. Οι δάσκαλοί του όμως φορείς του ακαδημαϊσμού της Σχολής του Μονάχου, δεν μπόρεσαν να τον επηρεάσουν αφού ο ίδιος ήταν διαποτισμένος από τον μικρασιατικό λαϊκό πολιτισμό τον οποίο κουβαλούσε στην ψυχή του. Συμφοιτητής των Παρθένη,Μαλέα,Παπαλουκά , στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο αναγκάστηκε να εργαστεί σε ένα φωτογραφείο καθαρά για βιοποριστικούς λόγους. Ομως ο Κόντογλου δεν ήταν προορισμένος να ασχοληθεί με την φωτογραφία. Ετσι υπό το βάρος ενός ανεξάρτητου χαρακτήρα που δεν μπορούσε να συμβιβαστεί, λόγω των δύσκολων συνθηκών που επικρατούσαν εκείνη την εποχή, αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του (1915) και να φύγει σαν εργάτης στην Γαλλία. Οταν τέλειωσε ο πόλεμος επέστρεψε στο Αϊβαλί (1919). Με την καταστροφή της Σμύρνης το 1922 συνωστίσθηκε και αυτός μαζί με τους άλλους στην παραλία και τελικά πέρασε μαζί με τους δικούς του στην Μυτιλήνη ως πρόσφυγας πλέον, γεγονός που σημάδεψε την μετέπειτα πορεία του. Το λογοτεχνικό του έργο "Πέδρο Καζάς" τον έκανε γνωστό στον καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό κόσμο ο οποίος τον ώθησε να αναζητήσει την τύχη του στην Αθήνα. Μάλιστα φρόντισαν ώστε να τον βολέψουν σε κάποιο Υπουργείο. Ομως ο ίδιος που όπως είπαμε δεν ανεχόταν τους συμβιβασμούς, δεν άντεξε το δημοσιοϋπαλληλίκι , και εγκαταλείποντας την σίγουρη δουλειά στο Υπουργείο ακολούθησε τελικά το ένστικτό του άναχωρώντας για το Αγιο Ορος . Κατόπιν από εκεί επέστρεψε με αντίγραφα έργων του Κατελλάνου και του Θεοφάνη, έργα με τα οποία διοργάνωσε την πρώτη του έκθεση. Το 1926 παντρεύτηκε την Μαρία Χατζηκαμπούρη με την οποία απέκτησε την μοναχοκόρη του Δέσπω. Κόντογλου Φώτη, "Δέσπω"

    Σε αυτή τη δημιουργική περίοδο της ζωής του εικονογραφεί βιβλία άλλων αλλά και δικά του, εργάζεται ως συντηρητής στο Βυζαντινό Μουσείο, χτίζει το σπίτι του στην συνοικία του Κυπριάδη, όπου με τη βοήθεια των μαθητών του Τσαρούχη και Εγγονόπουλο στολίζει με υπέροχες τοιχογραφίες το μπροστινό δωμάτιο. Το 1933 ταξίδεψε στο Κάϊρο για να οργανώσει το Κοπτικό Μουσείο και κατόπιν το 1935 ανέλαβε τα καθήκοντα του συντηρητή στο Μουσείο της Κέρκυρας. Αργότερα συντήρησε τις τοιχογραφίες στον Μυστρά ενώ το 1938-1938 δημιούργησε υπέροχες τοιχογραφίες που στόλισαν το Δημαρχείο Αθηνών.

    Δεν πρόλαβε όμως να χαρεί γιατί ξέσπασε ο πόλεμος. Κάτω από την πίεση της πείνας αναγκάστηκε να πουλήσει το σπίτι του (με τις υπέροχες τοιχογραφίες) ως αντάλλαγμα για λίγο λάδι. Στις τοιχογραφίες ήταν ζωγραφισμένοι μεγάλοι ζωγράφοι, λήσταρχοι και άγιοι όλοι μονιασμένοι , ενώ πάνω από μια πόρτα είχε φιλοτεχνήσει τον εαυτό του, την κυρά Μαρία (την γυναίκα του) και την μοναχοκόρη της Δέσπω (βλ. παρακάτω φωτό). Για πρώτη φορά μετά από την έλευση των Βαυαρών στην Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε και πάλι η αρχέγονη τεχνική της νωπογραφίας (fresco), η οποία είχε λησμονηθεί, όταν επιβλήθηκε από τους Βαυαρούς η τεχνική της λαδομπογιάς.

    Εκτός από τις κακουχίες της ζωής θλιβερά γεγονότα συνέβησαν στην οικογένειά του, όπως ο θάνατος της αδελφής του αλλά και η ασθένεια της αγαπημένης του γυναίκας, γεγονότα τα οποία ίσως να αποτέλεσαν την αφορμή να εγκαταλείψει την κοσμική ζωγραφική και να στραφεί προς την θρησκεία. Στις 13 Ιουλίου του 1965 άφησε την τελευταία του πνοή δοκιμασμένος ψυχικά και σωματικά......

    Το κύριο χαρακτηριστικό του καλλιτέχνη, είναι πως επέμενε στον ιδιόρρυθμο καλλιτεχνικό δρόμο που χάραξε ο ίδιος. Αυτή η εμμονή του στην "Ελληνικότητα" αποτέλεσε το κόκκινο πανί για εκείνους που ακολούθησαν τον "Ευρωπαϊκό" δρόμο και στάθηκε η αφορμή για την απομόνωσή του από την επίσημη καλλιτεχνική κοινότητα της εποχής. Μάλιστα πολλές φορές η εμμονή στις παγιωμένες θέσεις του, τον έφερνε σε δύσκολη θέση όπως για παράδειγμα όταν έγινε η ιδρυτική συνέλευση του Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου όπου θα αποφασίζανε ποιούς ζωγράφους θα γράφανε για μέλη. Σε αυτή τη συνέλευση ειπώθηκε πως ο Κόντογλου δεν θάπρεπε να μπεί στο Επιμελητήριο αφού δεν τον θεωρούσαν ζωγράφο. Τελικά μετά δυσκολίας τον εγγράψανε ως δόκιμο μέλος....

    Ομως εκείνος δεν έδειχνε να τον απασχολούν ιδιαίτερα τέτοιου είδους συμβάντα αποδεικνύοντας την αποφασιστικότητά του να ακολουθήσει τον "δικό" του δρόμο. Οπως λέει ο ίδιος χαρακτηριστικά για την τέχνη του (μιλά σε τρίτο πρόσωπο) :

    " Ο,τι έκανε ο Σολωμός απ' το δημοτικό τραγούδι θέλει να κάνει και ο Κόντογλου από τη λαϊκή και βυζαντινή τέχνη.Ο κάθε λαός βρίσκει τα μέσα για να εκφραστεί σύμφωνα με τον τρόπο που βλέπει και αισθάνεται. Ο Κινέζος έχει την πέννα και το μεταξωτό χαρτί, ο αρχαίος Ελληνας το μάρμαρο και τη λάσπη, ο Πέρσης τις κλωστές (ταπέτο), ο Γότθος του Μεσαίωνα την πέτρα, ο Ολλανδέζος την λαδομπογιά, ο Αιγύπτιος τη νερομπογιά, ο Βαβυλώνιος το βράχο, ο Βυζαντινός την τέμπερα, το ψηφί, το φρέσκο, το ξύλο και το μάλαμα. Ετσι το μέσο δείχνεται στον τεχνίτη απ' το αίτημά του και πάλε τούτο (το μέσο) δίνει το ρυθμό που εκφράζει την ψυχή του τόπου. Ο Κόντογλου παίρνει τα μέσα απ' τους Ελληνες που ζωγραφίσανε πριν απ' αυτόν, για να κάνει σημερινή τέχνη, γιατί τα μέσα είναι μόνιμα για κάθε λαό...."

    Ηταν υπέρμαχος του απλού λαού ενώ άντιπαθούσε οποιονδήποτε λογιοτατισμό :"Τα ωραιότερα βιβλία που διάβασα", έγραφε στον Πέδρο Καζάς, "είναι γραμμένα από ανθρώπους που δεν έχουν ιδέα πως συγγράφουν". Δεν τον πολυενδιέφερε η καθιερωμένη λογοτεχνία. Κορόϊδευε τους έντεχνους ποιητές αλλά και όσους προσπαθούσαν να μιμηθούν τα δυτικότροπα Ευρωπαϊκά ρεύματα που κυριαρχούσαν εκείνη την εποχή μέσα στα πλαίσια του κινήματος του Μοντερνισμού.

    "Πηγαίνετε ψευτοέλληνες" φώναζε "να φωτιστείτε απ΄το ηλιοβασίλεμα. Να δείτε πως βγαίνει ο ήλιος από τη Δύση. Εσείς που ντρέπεστε να σας λένε ανατολίτες. Ω πεισματάρηδες αρνηταί του πνευματικού...."

    Οι καλλιτεχνικές του αναζητήσεις εστιάστηκαν στην βυζαντινή και λαϊκή ζωγραφική, όμως μελέτησε και τις δημιουργίες παλαιοτέρων περιόδων όπως τα πορτραίτα του Φαγιούμ. Τελικά πιστεύω πως οι καλλιτεχνικές αναζητήσεις του Κόντογλου συνέβαλλαν στην αναζήτηση της αυθεντικότητας της ελληνικής έκφρασης και παράλληλα έθεσαν τις βάσεις για την διαμόρφωση της νεότερης εκκλησιαστικής ζωγραφικής.




    Χριστούγεννα στη σπηλιά

    Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα και χιονιάς πάντα πάνε μαζί. Μα εκείνη τη χρονιά οι καιροί ήτανε φουρτουνιασμένοι παρά φύση. Χιόνι δέν έρριχνε. Μοναχά που η ατμόσφαιρα ήτανε θυμωμένη, και φυσούσανε σκληροί βοριάδες με χιονόνερο και μ' αστραπές. Καμμιά βδομάδα ο καιρός καλωσύνεψε και φυσούσε μια τραμουντάνα που αρμενιζότανε. Μα την παραμονή τα κατσούφιασε. Την παραμονή από το πρωΐ ο ουρανός ήτανε μαύρος σαν μολύβι, κ' έπιασε κ' έρριχνε βελονιαστό χιονόνερο. Σε μια τοποθεσία που τη λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ένα μαντρί με γιδοπρόδατα, απάνω σε μια πλαγιά του βουνού που κοίταζε κατά το πέλαγο. το μέρος αυτό ήτανε άγριο κ' έρημο, γεμάτο αγριόπρινα, σκίνους και κουμαριές, που ήτανε κατακόκκινες από τα κούμαρα. το μαντρί ήτανε τριγυρισμένο με ξεροτρόχαλο [=ξερολιθιά].

    Οι τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σε μια σπηλιά που βρισκότανε παραμέσα και πιο ψηλά από τη μάντρα και που κοίταζε κατά τη νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, με τρία - τέσσερα χωρίσματα, κι αψηλή ως τρία μπόγια. Τα ζωντανά σταλιάζανε κάτω από τις χαμηλές σάγιες, που έσκυβες για να μπεις μέσα. Σωροί από κοπριά στεκόντανε εδώ κ' εκεί, και βγάζανε μια σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, το χώμα ήτανε σκουπισμένο και καθαρό, γιατί οι τσομπάνηδες ήτανε μερακλήδες, και βάζανε τα παιδιά και σκουπίζανε ταχτικά με κάτι σκούπες κανωμένες από αστοιβιές.

    Αρχιτσέλιγκας ήτανε ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, ένας άνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ανάμεσα στα γίδια και στα πρόβατα. Ήτανε μαύρος, μαλλιαρός, με γένεια μαύρα κόρακας, σγουρά και σφιχτά σαν του κριαριού. Φορούσε σαλβάρια κοντά ως το γόνατο, σελάχι στη μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριά τζεσμέδια στα ποδάρια του. το κεφάλι του το είχε τυλιγμένο μ' ένα μεγάλο μαντίλι σαν σαρίκι, κ' οι μαρχαμάδες [= τα κρόσια] κρεμόντανε στο πρόσωπό του. Αρχαίος άνθρωπος!

    Είχε δυο παραγυιούς, τον Αλέξη και τον Δυσσέα, δυο παλληκαρόπουλα ως είκοσι χρονών. Είχε και τρία παιδιά, που τους βοηθούσανε στ' άρμεγμα και κοιτάζανε το μαντρί νά 'ναι καθαρό. Αυτές οι έξι ψυχές εζούσανε σε κείνο το μέρος, κρυφά από τον Θεό. Ανάρια βλέπανε άνθρωπο.

    Η σπηλιά ήτανε καπνισμένη κι ο βράχος είχε μαυρίσει ως απάνω από την καπνιά που έβγαινε από το στόμα της σπηλιάς. Εκεί μέσα είχανε τα γιατάκια τους, σαν μεντέρια, στρωμένα με προβιές. Στους τοίχους της σπηλιάς είχανε μπήξει παλούκια μέσα στις σκισμάδες του βράχου, και κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια και μαχαίρια, λες κ' ήτανε λημέρι των ληστών. Απ' έξω φυλάγανε οι σκύλοι, όλοι άγριοι σαν λύκοι.

    Η ακροθαλασσιά βρισκότανε ως ένα τσιγάρο απόσταση από τη μάντρα. Ήτανε έρημη, κι άλλο δεν ακουγότανε εκεί πέρα παρά μοναχά ο αγκομαχητός του πελάγου, μέρα - νύχτα. Με τον βοριά απάγκιαζε, και καμμιά φορά πόδιζε κανένα καΐκι. Αλλιώς δεν έβλεπες βάρκα πουθενά. Από το μαντρί αγνάντευε κανένας το πέλαγο ανάμεσα στα δέντρα, και το μάτι ξεχώριζε καθαρά τα βουνά της Μυτιλήνης.

    Την παραμονή τα Χριστούγεννα, είπαμε πως ο καιρός χάλασε, κι άρχισε να πέφτει χιονόνερο. Οι τσομπάνηδες είχανε μαζευτεί στη σπηλιά κι ανάψανε μια μεγάλη φωτιά και κουβεντιάζανε. Τα παιδιά είχανε σφάξει δυο αρνιά και τα γδέρνανε. Ο Αλέξης έβαλε απάνω σ' ένα ράφι μυτζήθρες και τυρί ανάλατο μέσα στα τυροβόλια, αγίζι και γιαούρτι. Ο Δυσσέας είχε μια παλιά Σύνοψη, κ' επειδή γνώριζε λίγο από ψαλτικά κ' ήξερε και πέντε γράμματα, διάβαζε τις Κυριακάδες κι όποτε ήτανε γιορτή κανένα τροπάρι και λιγοστά από τον Εξάψαλμο. Εκείνη την ώρα φυλλομετρούσε τη Σύνοψη, για να δει τι γράμματα ήτανε να πει.

    Θά 'τανε ώρα σπερινού. Κείνη την ώρα ακούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πως θά 'τανε τίποτα κυνηγοί. το ένα παιδί, που είχε πάγει να φέρει ξύλα με τον γάϊδαρο, είπε πως το πρωΐ είχε ακούσει τουφεκιές κατά την από μέσα θάλασσα, κατά την Άγια-Παρασκευή. Οι σκύλοι πιάσανε και γαβγίζανε όλοι μαζί και πεταχτήκανε όξω από τη μάντρα.

    Σε λίγο φανερωθήκανε από πάνω από τη σπηλιά δυό άνθρωποι με τουφέκια, και φωνάζανε τους τσομπάνηδες να μαζέψουνε τα σκυλιά, που χυμήξανε απάνω τους. Ο Σκούρης άφησε τους ανθρώπους κι άρπαξε ένα από τα ζαγάρια πού 'χανε οι κυνηγοί και το ξετίναζε να το πνίξει. Ο κυνηγός έρριξε απάνου του, και τα σκάγια τον πόνεσανε και γύρισε πίσω, μαζί με τ' άλλα μαντρόσκυλα, που πηγαίνανε πισώδρομα όσο κατεβαίνανε οι κυνηγοί. Τέλος πάντων, εβγήκε ο Μπαρμπάκος με τους άλλους και πιάσανε τον Σκούρη και τον δέσανε, διώξανε και τ' άλλα σκυλιά. "Ώρα καλή, βρε παιδιά!" φώναξε ο Παναγής ο Καρδαμίτσας, ζωσμένος με τα φυσεγκλίκια, με το ταγάρι γεμάτο πουλιά. Ο άλλος, που ήτανε μαζί του, ήτανε ο γυιός του ο Δημητρός. "Πολλά τα έτη!" αποκριθήκανε ο Μπαρμπάκος κ' η συντροφιά του. "Καλώς ορίσατε!" Τους πήγανε στη σπηλιά. "Μωρέ, τ' είν' εδώ; Παλάτι! Παλάτι με βασιλοπούλες!" είπε ο μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντας τις μυτζήθρες που αχνίζανε. Τους βάλανε να καθήσουνε, τους κάνανε καφέ. Οι κυνηγοί είχανε κονιάκι. Κεραστήκανε. "Βρε αδερφέ", έλεγε ο μπάρμπα-Παναγής, "ποιος να τό 'λεγε, χρονιάρα μέρα, πως θα κάνουμε Χριστούγεννα στο σπήλαιο που εγεννήθη ο Χριστός! Εχτές περάσαμε στην Άγια - Παρασκευή, να κυνηγήσουμε λίγο. Ε, δικός μας είναι ο ηγούμενος, κοιμηθήκαμε στο μοναστήρι, και σήμερα την αυγή βγήκαμε στο κυνήγι. Βλέποντας πως φουρτούνιασε ο καιρός, είπαμε πως δε θα μπορέσουμε να περάσουμε το μπουγάζι με τη σαπιόβαρκα του μπάρμπα-Μανώλη του Βασιλέ. Κ' επειδή ξέραμε απ' άλλη φορά το μαντρί, και με το κυνήγι πέσαμε σε τούτα τα σύνορα, είπαμε νά 'ρθουμε στ' αρχοντικό σας... Μωρέ, τι σκύλο έχετε; Αυτό είναι θηρίο, ασλάνι και καπλάνι! Μπρε, μπρε, μπρε! το ζαγάρι το πετσόκοψε! Για κοίταξε τι χάλια το 'κανε!" Και γύρισε σε μια γωνιά της σπηλιάς, που κλαμούριζε το σκυλί κ' έτρεμε σαν θερμιασμένο. "Έλα δω, Φλοξ! Φλοξ!" Μα η Φλοξ από την τρομάρα της τρύπωνε πιό βαθιά. Άμα ήπιανε δυό-τρία κονιάκια, ο μπάρμπα-Παναγής άρχισε να μασά τα μουστάκια του, και στο τέλος έπιασε να τραγουδά: Καλήν εσπέραν, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας, Χριστού την θείαν γέννησιν να πω στ' αρχοντικό σας. Ύστερα ο Δυσσέας έψαλε το "Χριστός γεννάται, δοξάσατε".

    Εκείνη την ώρα ακούσανε πάλι τα σκυλιά να γαβγίζουνε. Στείλανε τα παιδιά να δούνε τι είναι. Ο αγέρας είχε μπουρινιάσει κ' έρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!

    Σε λίγο πάψανε τα σκυλιά, και γυρίσανε πίσω τα παιδιά. Από πίσω τους μπήκανε στη σπηλιά τρεις άντρες, που φαινόντανε πως ήτανε θαλασσινοί, και δυό καλόγεροι, βρεμένοι όλοι και ξυλιασμένοι απ' το κρύο. Τους καλωσορίσανε, τους βάλανε και καθήσανε.

    Μόλις πήγε κοντά στη φωτιά ο πρώτος, ο καπετάνιος, τον γνώρισε ο Μπαρμπάκος κ' έβγαλε μια χαρούμενη φωνή. Ήτανε ο καπετάν-Κωσταντής ο Μπιλικτσής, που ταξίδευε στην Πόλη. Είχε περάσει κι άλλη φορά από τη Σκρόφα, κ' είχανε δέσει φιλία με τον Μπαρμπάκο, που δεν ήξερε τι περιποίηση να τους κάνει. οι άλλοι δυό ήτανε γεμιτζήδες κι αυτοί, άνθρωποι του καϊκιού του.

    Ο ένας από τους καλόγερους, ένας σωματώδης με μαύρα γένεια, ομορφάνθρωπος, ήτανε ο πάτερ-Σιλβέστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ο άλλος ήτανε λιγνός, με λίγες ανάριες τρίχες στο πηγούνι, σαν τον Άγιο Γιάννη τον Καλυβίτη. Τον λέγανε Αρσένιο Σγουρή.

    Ο καπετάν-Κωσταντής ερχότανε από την Πόλη και πήρε στο καΐκι τον πάτερ-Σίλβεστρο, που είχε πάγει στην Πόλη από τ' Άγιον Όρος για ελέη, κ' ήθελε να κάνει Χριστούγεννα στην πατρίδα του. Ο πάτερ-Αρσένιος είχε ταξιδέψει μαζί του από τη Μονή του Παντοκράτορας στο Όρος, κ' ήτανε από τη Θεσσαλία.

    Ταξιδέψανε καλά. Μα σαν καβατζάρανε τον Κάβο-Μπαμπά, ο αγέρας μπουρίνιασε, κι όλη τη μέρα αρμενίζανε με μουδαρισμένα πανιά και με τον στάντζο, ως που φτάξανε κατά το βράδυ απ' έξω από το Ταλιάνι. Ο καιρός σκύλιαξε κι ο καπετάνιος δεν μπόρεσε να 'μπει στο μπουγάζι, να κάνουνε Χριστούγεννα στην πατρίδα.

    Αποφάσισε λοιπόν να ποδίσει, και πήγε και φουντάρισε στ' απάγκειο, πίσω από έναν μικρόν κάβο, από κάτω από το μαντρί. Κ' επειδή θυμήθηκε τον φίλο του τον Μπαρμπάκο, πήρε τους γέροντες και τους δυο άλλους νοματέους και τραβήξανε για το αγίλι [=μαντρί]. Στο τσερνίκι είχανε αφήσει τον μπαρμπ' - Απόστολο με τον μούτσο.

    Σάν είδανε πως στη σπηλιά βρισκότανε κι ο κυρ-Παναγής με τον κυρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρά και φασαρία.

    "Μωρέ να δεις", έλεγε ο κυρ-Παναγής, "τώρα ψέλναμε το τροπάρι, κι απάνω που λέγαμε "εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες υπό αστέρος εδιδάσκοντο...", φτάξατε κ' εσείς οι μάγοι με τα δώρα! Γιατί βλέπω μια νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, "σμύρναν, χρυσόν και λίβανον"!

    Χα! Χα! Χα!" - γελούσε δυνατά ο κυρ-Παναγής, μισομεθυσμένος και ψευδίζοντας, και χάϊδευε την κοιλιά του, γιατί ήτανε καλοφαγάς.

    Στο μεταξύ ο πάτερ - Αρσένιος ο Σγουρής ζωντάνεψε ο καϊμένος, κ' είπε σιγανά χαμογελώντας και τρίδοντας τα χέρια του: "Δόξα σοι ο θεός, Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, που μας ελύτρωσες εκ του κλύδωνος!" κ' έκανε τον σταυρό του. Ο πάτερ - Σίλβεστρος είπε να σηκωθούνε όρθιοι, κ' είπε λίγες ευχές, το "Χριστός γεννάται", κ' ύστερα με τη βροντερή φωνή του έψαλε: "Μεγάλυνον, ψυχή μου, την τιμιωτέραν και ενδοξοτέραν των άνω στρατευμάτων.

    Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον. Ουρανόν το σπήλαιον, θρόνον χερουβικόν την Παρθένον, την φάτνην χωρίον, εν ω ανεκλίθη ο αχώρητος Χριστός ο Θεός, ον ανυμνούντες μεγαλύνομεν."

    Ύστερα καθήσανε στο τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο και χαρούμενο δεν έγινε σε κανένα παλάτι. Τρώγανε και ψέλνανε. Και του πουλιού το γάλα είχε απάνω, από τα μοσκοβολημένα τ' αρνιά, τα τυριά, τα μανούρια, τις μυτζήθρες, τις μπεκάτσες και τ' άλλα πουλιά του κυνηγιού, ως τη λακέρδα και τ' άλλα τα πολίτικα που φέρανε οι θαλασσινοί, καθώς και κρασί μπρούσικο.

    Όξω φυσομανούσε ο χιονιάς, και βογγούσανε τα δέντρα κ' η θάλασσα από μακριά. Ανάμεσα στα βουΐσματα ακουγόντανε και τα κουδούνια από τα ζωντανά που αναχαράζανε. Μέσα από τη σπηλιά έβγαινε η κόκκινη αντιφεγγιά της φωτιάς μαζί με τις ψαλμωδίες και με τις χαρούμενες φωνές. Κι ο κυρ-Παναγής έκλεβε κάπου-κάπου λίγον ύπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ' ύστερα ξυπνούσε κ' έψελνε μαζί με τη συνοδεία.

    Αληθινά, από τη Γέννηση του Χριστού δεν έλειπε τίποτα. Όλα υπήρχανε: το σπήλαιο, οι ποιμένες, οι μάγοι με τα δώρα, κι ο ίδιος ο Χριστός ήτανε παρών με τους δύο μαθητές του, που ευλογούσανε "την βρώσιν και την πόσιν".




    Ο ιδιότυπος Φώτης Κόντογλου του Νικηφόρου Βρετάκου

    Η πρώτη μου γνωριμία με το είδος γραφής του Φώτη Κόντογλου, έγινε στα μαθητικά μου χρόνια. Τότε διάβασα το βιβλίο του "Πέδρο Καζάς" (εκδόσεις Χ. Γανιάρη, 1922) και εντυπωσιάστηκα από την ιδιοτυπία του: Γλώσσα, τρόπος αφήγησης, πειστική περιπέτεια. Κι όπως τα καλά βιβλία που μπορούσαν να φτάσουν ως την επαρχία μου ήταν ελάχιστα, το διάβασα και το ξαναδιάβασα. Έτυχε μάλιστα να το διαβάσω κοντά - κοντά με το "Ντε προφούντις" του Όσκαρ Ουάιλντ, ένα βιβλίο που με είχε συνεπάρει με τον κεντημένο του λόγο, τη λεπταισθησία και την πραγματικά εκ βαθέων ανθρώπινη θλίψη του. Αυτά και άλλα, που παράλληλα διάβασα την ίδια εποχή, δεν είχαν καμμία σχέση το ένα με το άλλο. Αποτελούσαν διαφορετικούς κόσμους άσχετους μεταξύ τους. Μπορούσα να διακρίνω έτσι τους κόσμους αυτών των δημιουργών, που ο καθένας τους είχε τη δική του ατμόσφαιρα, το δικό του χρώμα, τη δική του ιδεατή αυτοτέλεια. Το κοινό τους γνώρισμα ήταν το ότι είχαν τη δύναμη να επιβάλλουν την αποδοχή τους και να εντυπώνουν στο μυαλό μου το όνομα του συγγραφέα τους.

    Από τότε τοποθέτησα το όνομα του Φώτη Κόντογλου στα ιδιαίτερά μου. Δεν μπορούσα να αποστώ του πειρασμού. Αναζητούσα κάθε νέο βιβλίο ή ανάτυπο, φυλλάδιο, ή επιφυλλίδα που είχε το όνομά του. Ακόμη και το "πεποιημένο" ύφος του στις πολύμορφες αφηγήσεις των τελευταίων χρόνων του δεν ήταν στερημένο από την ιδιότυπη γοητεία του εύστροφου και πληθωρικού Ανατολίτη Κόντογλου. Ο συγκερασμός του εξωτικού, του μυστικιστικού, ιστορικού ή απλώς παραδοσιακού στοιχείου στον σχεδόν λαϊκό λόγο, δε σε άφηνε αδιάφορο. Ο Κόντογλου ήταν ένας καθαρόαιμος Ρωμιός και μαγνήτιζε με τα κείμενά του τον λίγο ή πολύ Ρωμιό που όλοι μας έχουμε μέσα μας.

    Ο συγγραφέας του "Πέδρο Καζάς" αποτελεί μιαν ιδιοτυπία για τα Γράμματά μας, για τη ζωγραφική, ακόμη και τις δοκιμιακές επιδόσεις του ("Η τέχνη του Αθω" 1923, "Για να πάρουμε μια ιδέα για τη ζωγραφική" 1929, "Έκφρασις" 1960). Κι αν η ιδιοτυπία είναι αυτό που ξεχωρίζει τις προσωπικότητες μεταξύ τους, η δική του ιδιοτυπία αποτελεί μια μοναδικότητα. Οι δημιουργοί καλύπτουν την ιστορία της ζωής και η απουσία της δικής του ιδιοτυπίας θα άφηνε μια μακριά περίοδο δρώμενων της φυλής μας ανιστόρητη. Το γένος, η πίστη, η ορθοδοξία, η αποκοτιά, η περιπέτεια, το εξαγιασμένο από το αίμα πατρικό χώμα, πράγματα "φημισμένα" που πάνε να λησμονηθούν, ο Έλληνας. Κυρίως ο Έλληνας, που εξαιτίας της πίστης του και των βασάνων του, απόχτησε μια θειότητα σ' αυτόν τον κόσμο. Ο Έλληνας για τον Κόντογλου, έχει μιαν αγιότητα μέσα του κι είτε γίνεται πειρατής, είτε κουρσάρος, είτε και φονιάς ακόμη, ο Θεός όλα του τα συγχωρεί.

    Το πνεύμα αυτού του Έλληνα και αυτής της εποχής, αποτελεί τη συνισταμένη της ψυχής και του πνεύματός του. Είναι ο ίδιος καμωμένος από τη δόξα των ηρώων του. Κι αν δεν ήταν συγγραφέας, ζωγράφος, εικονογράφος βιβλίων, δάσκαλος, θα μπορούσε να είναι θαλασσοπόρος και πειρατής και κουρσάρος. Ο κόσμος του δε δέχεται καμμία επιρροή από τον έξω κόσμο. Εκφράζεται με τη δική του σκέψη, τη δική του γλώσσα, το δικό του ύφος. Γράφει όπως ένας ασπούδαχτος. Πρότυπά του ο λαϊκός λόγος, γραμμένος ή προφορικός. Φιλοδοξεί να γίνει ο απολογητής των παθών του Έλληνα, που πιστεύει και πολεμάει αδιάκοπα με κάθε τρόπο.

    Ήταν γύρω στο 1946 όταν στο βιβλιοπωλείο "Αετός" μισογυρμένος, όπως το συνήθιζε, με ακουμπισμένο με το ένα του πλευρό σ' έναν πάγκο από βιβλία, μου μίλησε μ' ένα πάθος σχεδόν μανιακό γι' αυτά τα ξένα ρεύματα που έρχονται να ανατρέψουν την ιστορική συνέχεια αυτού του Έλληνα. Μου έλεγε: "Αυτοί που τα δέχονται, είναι πολέμιοι του γένους μας. Εμείς δεν πρέπει να χάνουμε το θεό από τα μάτια μας κ' εκείνους που με τα βάσανά τους μας οδήγησαν ως εδώ που είμαστε. Έτσι που πάμε, θ' αφανιστούμε". Αποτελεί κι αυτό μια πλευρά της μοναδικής ιδιοτυπίας του Κόντογλου, που δεν ήταν απαλλαγμένος κι από ένα είδος δονκιχωτισμού για τις μέρες εκείνες και, φυσικά, και για τις μέρες μας. θεωρούσε προδοσία την απομάκρυνση από το πνεύμα των αδάμαστων ψυχών". Αυτό που ο ίδιος έλεγε "τιμιότατον" για το έργο του ήταν η παθολογική του αγάπη, η συνοστέωσή του θα έλεγα μ' αυτό τον τόπο, τις παραδόσεις του και τη θρησκεία του. Η μονομανία του μεταβαλλόταν κάποτε σε σκέτη χολή. "Τι ψυχολογίες, τι υποσυνείδητα, τι ιψενικά τρίγωνα, τι πασχαλινά τετράγωνα, τι σοφίες που τρέμει ο κόσμος, τι θεωρίες, φοβερά πράγματα(...) Τι είπε ο Προυστ, τι έκανε ο Μπωντλαίρ(...) γιόμισε ο κόσμος από λογής - λογής ξεράσματα και κλεφτοφάναρα".

    Ωστόσο, αν δεν ήταν ο τόσο πεισματικά ασυμβίβαστος, ο κολλημένος όπως το όστρακο πάνω στη δική του πέτρα, δεν θα ήταν ο Φώτης Κόντογλου, ο κάποτε ηρωικο-κουτσαβάκης, αλλά κάτι άλλο. Είναι ένας έντιμος και δίκαιος που προσωποποιεί τον Έλληνα ανάμεσα στο Βυζάντιο και τη Μικρασιατική καταστροφή. Ο Κόντογλου δεν απέτυχε σ' αυτή την προσωποποίηση, ούτε ως συγγραφέας, ούτε ως ζωγράφος, ούτε ως αγιογράφος, ούτε ως εικονογράφος βιβλίων. Με την αντίληψη ότι "ο ποιητής είναι ανάγκη, δίχως άλλο, νάχει χαρίσματα ζωγράφου" και, φυσικά, κι ο ζωγράφος χαρίσματα ποιητή, κατόρθωσε να ενοποιήσει την πολύμορφη δραστηριότητά του και να επιβάλει τη δική του ιδιότυπη προσωπικότητα, δίνοντας τα πράγματα και τα συμβάντα των ημερών που ιστόρησε με κάποια φυσικά και κάποτε ηθελημένη απλότητα, με φαντασία, αλλά χωρίς φανταχτερά χρώματα, όπως έδωσε και τους Αγίους του. Γήινα πράγματα, επιβεβαίωση της θεότητας.Νικηφόρος Βρεττάκος




    Νίκος Ζίας Ο Φώτης Κόντογλου και η Νεοελληνική Ζωγραφική
    Από το βιβλίο Μνήμη Κόντογλου, εκδοτικός οίκος Αστήρ, Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, Αθήναι 1975

    Η νεοελληνική τέχνη, χώρος μέχρι πριν δύο τρία χρόνια σχεδόν άγνωστος, αρχίζει σιγά-σιγά να γίνεται αντικείμενο μελέτης και σπουδής και ίσως δεν είναι μακρυά η ημέρα που θα έχουμε μια γενική εικόνα της και θα γνωρίζουμε το έργο και τη συμβολή του κάθε καλλιτέχνη στην πορεία της. Τότε μόνον θα δυνηθούμε να εκτιμήσουμε με ακρίβεια την προσφορά και το ρόλο του Φώτη Κόντογλου στη Νεοελληνική Ζωγραφική. Γι'αυτό και οι παρακάτω σκέψεις, που βασίζονται σε περιωρισμένη γνώση του υλικού, έχουν ίσως χαρακτήρα προσωρινό. Κι έτσι ας τις δη ο φίλος αναγνώστης.

    Η πολυσήμαντη προσφορά του Φώτη Κόντογλου στη Νεοελληνική Ζωγραφική θα μπορούσε να συνοψιστή σε τρεις εκφάνσεις. Στο δημιουργικό ζωγραφικό του έργο, που βασιζότανε στη βυζαντινή τεχνική· στο αγιογραφικό του έργο, που ξαναέφερνε την ορθόδοξη ζωγραφική στις εκκλησίες μας· στο διδακτικό, τέλος, έργο του είτε άμεσο, είτε κυρίως έμμεσο, που υπήρξε από τους ισχυρότερους μοχλούς της στροφής της πορείας της Νεοελληνικής Ζωγραφικής στην ανακάλυψη των ζωγραφικών, αλλά και ουσιαστικώτερων πνευματικών αξιών της ελληνικής παράδοσης.

    Όταν ο Φώτης Κόντογλου έκαμε με το συγγραφικό κυρίως και το ζωγραφικό έργο του τη θυελλώδη είσοδό του στην καλλιτεχνική ζωή της Ελλάδος, η κατάσταση της Νεοελληνικής Ζωγραφικής είχεν αλλάξει. Η Σχολή του Μονάχου υποχωρούσε χωρίς να έχη τελείως εκλείψει. Οι μοντέρνες ζωγραφικές αντιλήψεις έκαμαν την εμφάνισή τους με τον Παρθένη, το Μαλέα κ.ά., που άνοιγαν καινούργιους δρόμους, οδηγημένοι από την επαναστατική λάμψη του Παρισιού, όπου τώρα έστρεφαν τα βλέμματά τους για να σπουδάσουν οι νεώτεροι καλλιτέχνες.

    Έτσι ουσιαστικά το κίνητρο της αλλαγής πορείας της Νεοελληνικής Ζωγραφικής ήταν πάλι εξωτερικό και όχι εσωτερικό. Μόνο που τώρα η εξωτερική αυτή πηγή της τέχνης μας δεν ήταν η συντηρητική, ξεπερασμένη Σχολή, της ασήμαντης καλλιτεχνικά την εποχή αυτή, Βαυαρίας, αλλά η μήτρα της επαναστατικής μοντέρνας τέχνης. Η στροφή από το Μόναχο στο Παρίσι, παρά τα πολλά πλεονεκτήματα, όχι μόνο του συγχρονισμού, αλλά κυρίως το ότι έδινε στους νέους καλλιτέχνες δυνατότητα μελέτης των αληθινών προβλημάτων της ζωγραφικής και τους λευτέρωνε από τον απονευρωμένο ακαδημαϊσμό και την ξώπετση ανεκδοτολογική θεματολογία, είχε και τα μειονεκτήματα που παρουσίαζε και η πρώτη φάση της Νεοελληνικής Ζωγραφικής: τη μίμηση, την απρόσωπη ένταξη, που μέσα της ελλοχεύει ο κίνδυνος της απώλειας της προσωπικότητας.

    Ο Φώτης Κόντογλου με το έργο του αγνόησε και τις δύο αυτές ξενοκίνητες τάσεις και στράφηκε προς την ξεχασμένη, για περισσότερο από ένα αιώνα, ζωγραφική παράδοση του τόπου. Αν και είχε ξεκινήσει, κατά τη μαρτυρία του Στρατή Δούκα (Αιολικά Γράμματα, τεύχος 61, 1971, σελ. 491), από τα εργαστήρια των δασκάλων της σχολής του Μονάχου (Ιακωβίδη, Γερανιώτη, Βικάτου, Ροϊλού) και έπειτα από την απότομη διακοπή των σπουδών του έφυγε για το Παρίσι, όπου έμεινε για αρκετά χρόνια, αγνόησε και τις δύο δεσπόζουσες αυτές τάσεις, για να βαδίση τον δικό του δρόμο. Στον δρόμο αυτόν οδηγείται αρχικά ίσως από ένα ευρωπαϊκό κίνημα επιστροφής στις αξίες του εθνικού παρελθόντος, με το οποίον όμως συνταιριάζεται απόλυτα και αβίαστα η ατόφια ρωμέϊκη ιδιοσυγκρασία του καθώς και η ανατολική καταγωγή του, όπου ελληνική Παράδοση και ορθόδοξη πίστη είχαν ζυμωθή σε μια αδιάσπαστη ένωση, χρωματισμένη από την έντονη αντίθεση προς τη Δύση, την αλλόδοξη Δύση, την εχθρική με φιλική επικάλυψη Δύση.

    Η τραγωδία της Ελληνικής Μικρασίας λειτουργεί συγκλονιστικά εντός του, διαφορίζοντάς τον ριζικά αφ'ενός από τη Δύση, αφ'ετέρου δίνοντάς του το αίσθημα της ευθύνης για τη συνέχιση, έστω σε άλλον χώρο μιας μακραίωνης παράδοσης, που ενώ άντεξε την κατάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και επιβίωσε για τέσσερες αιώνες, κινδύνευε τώρα οριστικά να χαθή, καθώς ξεριζωνότανε από τον τόπο της, ενώ παράλληλα στον λεύτερο ελλαδικό χώρο είχε εξοβελιστή από τη λαχανιαστή εισβολή της Δυτικής αντίληψης για την τέχνη, τη ζωή κι ακόμα και γι'αυτήν την θρησκεία.

    Μετά την καταστροφή πηγαίνει στο Άγιον Όρος (προσκυνητής; μελετητής; αναχωρητής;) Είχε προηγηθή ο Στρατής Δούκας στο προσκύνημα αυτό και γυρίζοντας είχε φέρει μαζί του το μύθο του, "που έμελλε να επηρεάσει τον Φ. Κόντογλου, τον Παπαλουκά, τον Βέλμο και πολλούς άλλους" όπως σημειώνει ο ίδιος ο αγαπημένος του Κόντογλου συγγραφέας. Πάντως το ταξίδι αυτό του άνοιξε και του ξεκαθάρισε το δρόμο προς τη Βυζαντινή Ζωγραφική. Πρέπει όμως, η γη που έπεφτε ο σπόρος, νάταν αγαθή και ετοιμασμένη. Γιατί και από ιδιοσυγκρασία και από ένα είδος ρωμαντικού εξωτισμού, αλλά και από ένα ισχυρό ζωγραφικό ένστικτο οδηγημένος είχεν ήδη αρχίσει να αναζητά την ζωγραφική του έκφραση στη παραδοσιακή τέχνη του Βυζαντίου.

    Στο ταξίδι του όμως αυτό έρχεται σε αμεσώτερη και ουσιαστικώτερη επαφή με την εκκλησιαστική μας Ζωγραφική και κυρίως με τη μεταβυζαντινή τέχνη της Κρητικής Σχολής.

    Στο Άγιον Όρος μελετάει και αντιγράφει φορητές εικόνες και τοιχογραφίες κυρίως του 16ου αι., του Θεοφάνη και του Φράγκου Κατελάνου. Τα αντίγραφά του αυτά εκθέτει στη Μυτιλήνη μαζί με το Μαλέα.

    Είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε από πού διδάχθηκε τη "βυζαντινή" τέχνη ο Κόντογλου, γιατί αυτό ερμηνεύει νομίζω και την κατοπινή πορεία της αγιογραφικής τέχνης του και γενικώτερα τη στάση απέναντι στη Βυζαντινή Ζωγραφική. Σπούδασε ουσιαστικά, λοιπόν, στην Κρητική Σχολή και κατά κάποιον τρόπο αυτήν θεώρησε ως την αρτιώτερη ή τουλάχιστον χρονολογικά προσιτότερη παράδοση ν'ακολουθήση. Άλλωστε στην εποχή εκείνη τα μεγάλα έργα της Μακεδονικής Σχολής, όπως οι τοιχογραφίες του Πανσέληνου στο Πρωτάτο, ήταν σε κακή κατάσταση και τα άλλα άγνωστα. Κι είναι χαρακτηριστικό, ότι όταν αργότερα δούλεψε σαν συντηρητής σε τοιχογραφίες της κυρίας βυζαντινής εποχής, πάλι έτυχε να εργαστή στην Περίβλεπτο του Μυστρά, το προδρομικό αυτό έργο της Κρητικής Σχολής. Ο μεγάλος του πάντως δάσκαλος ήταν ο Θεοφάνης της Λαύρας κι από κοντά ο Κατελάνος κι οι άλλοι Κρητικοί κι ακόμη αργότερα, από θεωρητικές θέσεις κινούμενος, θα θεωρήση σαν τα "πιο γνήσια έργα της Χριστιανικής Αγιογραφίας" τις αγιογραφίες των τελευταίων αιώνων της Τουρκοκρατίας, όταν οι τεχνίτες δούλευαν "με την πίστη μονάχα, δίχως να ανακατευθή καθόλου το μυαλό". Μ'αυτόν τον θεωρητικό οπλισμό κι όταν θα γνωρίση την Μακεδονική Ζωγραφική, θα μείνει κλειστός και επιφυλακτικός αν όχι προκατειλημένος.

    Στα χρόνια που ακολουθούν πλουταίνει τη γνώση του καθώς εργάζεται σαν συντηρητής σε διάφορες βυζαντινές εκκλησίες και Μουσεία (Βυζαντινό Μουσείο 1931-32, Μουσείο Καΐρου 1935, Μουσείο Κερκύρας).

    Γνώστης πια της παραδοσιακής μας Ζωγραφικής, όταν έρχεται το πλήρωμα του χρόνου (1939 και μετά) δίνει το σημαντικότερο έργο του σε κοσμική ζωγραφική: τις τοιχογραφίες στο Δημαρχιακό Μέγαρο των Αθηνών. (Δυστυχώς είναι και το μόνο μεγάλο έργο του που έχει μέχρι σήμερα σωθή. Γιατί οι τοιχογραφίες που είχε ζωγραφίσει στο σπίτι του απεικονίζοντας την οικογένειά του καταστράφησαν, σώζονται όμως μερικοί πίνακες με αρχαία θέματα όπως ο Λαοκόων της Δημοτικής Πινακοθήκης Αθηνών, ο Βρούτος κ.ά.).

    Στο Δημαρχείο ζωγράφισε τέσσερις συνθέσεις στις δύο αίθουσες του ισογείου, ζωφόρους, μέσα στην λευκή ορθομαρμάρωση, με θέματα κυρίως από την ιστορία της Αθήνας και ιστόρησε τους τέσσερις τοίχους του Γραφείου του Προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου. Τους τοίχους αυτούς χώρισε σε ζώνες, που στην ανώτερη ζωγράφισε ολόσωμους, μετωπικούς τους κυριώτερους ήρωες του Ελληνισμού από τους μυθικούς χρόνους μέχρι την Επανάσταση του 1821. Ανάμεσα σ'αυτές περιλαμβάνονται και μορφές αρχαίων ηρώων και ημιθέων αλλά και αγίων σαν τον Ιωάννη, το Χρυσόστομο ή ποιητών σαν το Σολωμό. Στη χαμηλότερη ζώνη έχουν ιστορηθή σκηνές, μάχες κ.λπ. από διάφορες περιόδους της Ελληνικής Ιστορίας.

    Στις τοιχογραφίες αυτές είχε πολλά προβλήματα να αντιμετωπίση. Προηγούμενοί του ζωγράφοι μυθολογικών σκηνών και ιστορικών γεγονότων της κλασικής εποχής είχαν δημιουργήσει για τα θέματα, με τα οποία θα δούλευε, μια εικονογραφία καθώς και μια ζωγραφική τεχνοτροπία βασισμένη κυρίως στο ρεαλισμό και κλασικισμό, που κατά τη γνώμη τους βρισκόντανε πλησιέστερα στο κλίμα και τη μορφή των εικονιζομένων γεγονότων.

    Ο Κόντογλου αγνόησε και την εικονογραφία, αλλά κυρίως εκείνο που τόλμησε ήταν ν'αγνοήση την "κλασική" τεχνοτροπία. Διάλεξε τη γλώσσα της Βυζαντινής Ζωγραφικής, που την πλούτισε σε ωρισμένες περιπτώσεις με τη γνώση της ανατομίας, και την πλαστική απόδοση των μορφών. Η τεχνοτροπία του βασιζότανε στην Βυζαντινή Παράδοση, όπως μάλιστα την αισθανότανε ο ζωγράφος, με τις στενές κυρίως φόρμες, τη μικρή κλίμακα, το αυστηρό περίγραμμα, τα σεμνά και μουντά χρώματα, από τα οποία λείπει κάθε φωναχτός τόνος ή συμπληρωματική χρήση των χρωμάτων, με προτίμηση στα γεώδη, τα καστανά, τα σκοτωμένα μπλέ, σε μια θαυμαστή όμως ενότητα. Μοιάζει ουσιαστικά σαν να βλέπεις συνθέσεις που κυριαρχεί ένα χρώμα με τις παραλλαγές του. Την χρωματική ενότητα συμπληρώνει η μετρημένη και ισόρροπη σύνθεση.

    Στην εικονογραφία ξεκινά από την αρχή (κάποια εικονογραφικά στοιχεία βυζαντινών χειρογράφων, που ιστορούν κοσμικές σκηνές και περιορισμένης κλίμακος είναι και αμφίβολο φαίνεται να τα ήξερε ο Φ. Κόντογλου) και βάζει όλη την πλούσια αφηγηματική φαντασία του να συλλάβη και πραγματώση τόσο μεγάλο έργο. Μελέτη των τοιχογραφιών αυτών θα εύρισκε ίσως πηγές εικονογραφικές και τεχνοτροπικές ακόμη, γιατί πολλές φορές παρουσιάζεται από σύνθεση σε σύνθεση διαφοροποίηση στην τεχνοτροπία. Στην ζωφόρο π.χ. της Νοτίας αίθουσας του ισογείου, όπου εικονίζεται η πάλη του Ερεχθέα με τον Εύμολπο, καθώς και οι προσωποποιήσεις του Υμηττού και της Πεντέλης, ο ζωγράφος χρησιμοποιεί μεν την τεχνική της βυζαντινής Παράδοσης, για να αποδώση όμως τους μυθικούς ήρωες με ομορφοπλασμένα γυμνά κορμιά άψογης ανατομίας και ροδαλής επιδερμίδας που θυμίζουν Πομπηϊνά πρότυπα. Στην απέναντι, μέσα στην ίδια αίθουσα, σύνθεση με τις προσωποποιήσεις των πόλεων, κυριαρχεί η ηρεμία και η επιπεδική παράσταση των σεμνόχρωμων γυναικείων μορφών.

    Άλλο χαρακτήρα, κοντυνότερο στη δισδιάστατη Βυζαντινή Ζωγραφική, παρουσιάζουν οι τοιχογραφίες με τις μεγάλες μάχες των Μακεδόνων βασιλέων στο Γραφείο του Προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου. Γιατί διάλεξε όμως την εκκλησιαστική τεχνοτροπία ο Κόντογλου για να ιστορήση κοσμικά, παγανιστικά θέματα; Μήπως τούτο ήταν ιεροσυλία; Μήπως είχε παρασυρθή από ένα βυζαντινίζον κλίμα της εποχής του, που ήθελε την Βυζαντινή Τέχνη, εκλεκτή των κύκλων των διανοουμένων; Μήπως από εκζήτηση και αναζήτηση πρωτοτυπίας; Νομίζω πως για κανένα απ'αυτούς τους λόγους. Ο Φ. Κόντογλου πίστευε στην παράδοση. Όχι θεωρητικά, διανοουμενίστικα. Αλλά στην παράδοση σαν συνέχεια ζωής. Και αυτήν τη συνέχεια ήθελε να διαιωνίσει με την τέχνη. Να ιστορήσει, τον απόμακρο κόσμο του ελληνικού μύθου και της Ιστορίας, με τον πλησιέστερο όμως ντόπιο εκφραστικό τρόπο· τη ζωγραφική γλώσσα του μεσαιωνικού Ελληνισμού. Έτσι ένωνε την αρχαία παράδοση με το Βυζάντιο, αυτός ο σημερινός Μικρασιάτης, πετυχαίνοντας τη συνέχεια που ζητούσε. Έφερνε τους απόμακρους ήρωες από τα σκονισμένα βιβλία των λογίων στον οικείο χώρο και τη μορφή των αγίων της Εκκλησίας, με τους οποίους ήταν μαθημένος να συζή ο απλός, ο ανόθευτος από τη δυτική επίπλαστη παιδεία, λαός. Και δεν ήταν ιεροσυλία αυτό που έκαμε. Γιατί οι παλαιότεροί του αγιογράφοι είχαν τολμήσει να ζωγραφίσουν, μέσα μάλιστα στους νάρθηκες των μοναστηριακών εκκλησιών, τους αρχαίους Έλληνες Φιλοσόφους, τον Μεγαλέξανδρο και τους άλλους ήρωες (Μονή Φιλανθρωπινών, Μ. Γόλας, εκκλησίες Καστοριάς κ.λπ.

    Οι τοιχογραφίες του Δημαρχείου ίσως είναι το πιο προσωπικό του και το πιο ολοκληρωμένο έργο της ζωγραφικής του και η σημαντικώτερη προσφορά στην Ιστορία της Νεοελληνικής Ζωγραφικής. Δεν έχει ακόμη ιδιαίτερα μελετηθή (εκτός από το μέγάλο άρθρο του Αγγ. Προκοπίου στην Αγγλοελληνική Επιθεώρηση του 1947), ώστε να προσδιοριστή ακριβέστερα ο ρόλος του στην πορεία της Νεοελληνικής Ζωγραφικής. Κι ακόμη αξίζει να παρουσιαστή ξανά στο ευρύτερο ελληνικό κοινό που κοντεύει να το ξεχάσει.

    ***

    Η συμβολή όμως του Φώτη Κόντογλου στη Νεοελληνική Ζωγραφική δεν τελειώνει με το έργο του αυτό, που καλύπτει την δημιουργικότητά του στη δεκαετία πριν από τον πόλεμο. Το ζωγραφιικό κήρυγμα για την επιστροφή στη ζωγραφική παράδοση του τόπου και την απαλλαγή από την κηδεμονία και άμεση εξάρτηση της τέχνης από τα καλλιτεχνικά ρεύματα της Δύσης, έδωσε αγλαότατους καρπούς.

    Αυτός ο Ανατολίτης που έζησε στο Παρίσι για αρκετό καιρό, που γνώρισε προσωπικά μάλιστα τον Ροντέν, όπως αναφέρει σε κάποιο γραφτό του, ούτε ξιπάστηκε από τη λαμπερή επιφάνεια της μοντέρνας παριζιάνικης ζωής, ούτε θαμπώθηκε από την εκεί επανάσταση της τέχνης. Ίσως μόνο μια έμμεση επίδραση να δέχθηκε, δηλαδή τη στροφή προς το μεσαιωνικό παρελθόν. Πιστότατος στη μορφοπλαστική παράδοση της τέχνης της Ελλάδος, ζήτησε να βρή την άμεση ανανέωση στην τέχνη του τόπου του κι όχι στον τόπο της φιλοξενίας του.

    Σιγά-σιγά άλλωστε αυτή η ανάγκη γινότανε συνείδηση ολοένα και σε περισσότερους ευαίσθητους δέκτες. Ζωγράφοι, αισθητικοί, και ιστορικοί της τέχνης άρχιζαν να στρέφονται προς τις πηγές και τις ρίζες της παράδοσης σαν άμεσης όμως συνέχειας. Το φαινόμενο φυσικά αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό, αλλά γενικώτερο ευρωπαϊκό κίνημα, από το οποίο αρδεύεται και το ελληνικό. Ουσιαστικά πρόκειται για τη βαθύτερη έννοια του ρωμαντισμού. Οι προσπάθειες όμως στην αρχή είναι μεμονωμένες και συχνά καιρικές στη ζωή και στο έργο των ζωγράφων.

    Ο Φ.Κόντογλου αντίθετα γίνεται ο διαπρύσιος κήρυκας αυτής της επιστροφής με την απολυτότητα και το πάθος του οδηγητή και πρωτοπόρου. Έχει άλλωστε και το τάλαντο του γραφτού λόγου, που τον βοηθά σ'αυτήν την αποστολή. Στο κήρυγμα και στο εργαστήρι του φοιτούν άμεσα μερικοί νέοι τότε ζωγράφοι, σαν τον Γιάννη Τσαρούχη και το Νίκο εγγονόπουλο, που αργότερα θα ακολουθήσουν διάφορους δρόμους και από τον δάσκαλο και ανάμεσά τους, αλλά τα βασικά διδάγματά του θα επηρεάσουν σύμφωνα με την προσωπικότητα του καθενός το έργο τους. Εκτός όμως απ' αυτούς άμεσα θα ακούσουν το μάθημά του μια ολόκληρη γενιά ζωγράφων, μια γενιά που προσδίδει στη Νεοελληνική Τέχνη την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της, η λεγομένη γενιά του '30. Παρ'όλο το εύρος των ζωγραφικών επιτευγμάτων τους και την ιδιοτυπία των δημιουργών της, οφείλει πολλά το ξεκίνημά της στην παρουσία και το έργο του Φ. Κόντογλου.

    Βέβαια το κήρυγμα του Κόντογλου ήταν επιστροφή στη Βυζαντινή Ζωγραφική, όπως άλλωστε το εφάρμοσε ο ίδιος στις τοιχογραφίες του Δημαρχείου. Και στον τομέα αυτόν τον ακολούθησαν μερικοί ζωγράφοι της γενιας του '30 σύμφωνα πάντα με την καλλιτεχνική προσωπικότητά του ο καθένας, για ορισμένη φάση του έργου τους τουλάχιστον, ενώ και στη μεταπολεμική γενιά υπάρχουν ζωγράφοι σαν το Π.Κοψίδη, το Μ.Βατζιά κ.ά. που εκφράζουν τους παλμούς της εποχής (π.χ. τα γεγονότα του Πολυτεχνείου από τον Βατζιά), με μακρινή βάση τη βυζαντινή τεχνική, έστω κι αν και το υλικό ακόμη έχει αλλάξει καθώς την αυγοτέμπερα ή το φρέσκο αντικατέστησαν τα πλαστικά χρώματα.

    Το μάθημα όμως του Κόντογλου το πλατύτερο, που καλούσε στη διερεύνηση των αυτόχθονων ζωγραφικών στοιχείων είτε στη Βυζαντινή τέχνη όπως πίστευε ο ίδιος, είτε στη λαϊκή, όπως πίστευαν άλλοι, είτε και στην αρχαία ζωγραφική, όπως εύρισκαν μερικοί, είχε μεγάλη απήχηση σε σημαντικό αριθμό ζωγράφων που πάσχιζαν να βρουν και να εκφράσουν στην τέχνη τους το αληθινό πρόσωπο του τόπου μας, όχι μόνο θεματογραφικά, αλλά κυρίως μορφολογικά, καθώς πιστεύανε ότι η συνένωση της μορφής και του περιεχομένου είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της ελληνικής ιδιομορφίας. Η αναζήτηση αυτή της "Ελληνικότητας", που έγινε το κύριο αίτημα της γενιάς του '30, χρωστάει το βλάστημά της και στο σπόρο που αδιάκοπα και με αλύγιστο ζήλο έρριχνε ο Φ. Κόντογλου.

    ***

    Ο Κοντογλου όμως υπήρξε πρώτα απ'όλα αγιογράφος. Ζωγράφος της λειτουργικής τέχνης της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ζωγράφος που είχε συνείδηση του θεολογικού χαρακτήρα της Ζωγραφικής μέσα στο σχέδιο της σωτηρίας του ανθρώπου. Και σ'αυτό το σημείο, νομίζω, θα πρέπει να προσδιοριστή κυρίως η προσφορά του Κόντογλου στην εκκλησιαστική τέχνη: στην επίγνωση της μεγάλης διακονίας της ζωγραφικής στη λατρευτική και λειτουργική σύναξη του λαού του Θεού, του Σώματος του Χριστού, την Εκκλησία.

    Ο Φ.Κόντογλου πίστευε πως η αγιογραφία δεν είναι πάρεργο ή έστω μια κάποια παρενθετική απασχόληση, αλλά υψηλή αποστολή, ιερουργία. Και πίστευε απόλυτα ότι η Βυζαντινή Ζωγραφική είναι η μοναδική έκφραση που αρμόζει στον υψηλό αυτόν στόχο. Αυτή ακριβώς η επίγνωση είναι που τον έκανε ικανό και άξιο να αλλάξη τον ξεστρατισμένο δρόμο της νεοελληνικής αγιογραφίας και να τον στρέψη προς τις ζωηφόρες πηγές της Παράδοσης. Χωρίς ίσως να είναι ο πρώτος ή ο μόνος που αγιογραφεί σε βυζαντινή τεχνοτροπία, είναι ο πρώτος που απόλυτα πιστεύει στην αξία της διά βίου, όχι κάποια στιγμή ή περίοδο επηρεασμένος από εξωτερικούς παράγοντες και μόδες.

    Και εδώ υπάρχει ένα παράδοξο. Για πολλά χρόνια αυτός ο κήρυκας της επιστροφής στη Βυζαντινή τέχνη δεν έχει εικονογραφήσει μια ολόκληρη εκκλησία στην Αθήνα, όπως άλλοι που ανήκουν στην κατηγορία των αγιοφράφων που προαναφέραμε. Παρ'όλα όμως αυτά είναι ο κύριος αφυπνιστής των ορθοδόξων συνειδήσεων για να απαλλαγή ο χώρος της Εκκλησίας από ανούσια ζωγραφικά και αθεολόγητα τοιχογραφήματα. Γνωρίζοντας την σημασία που δίνει η Ορθόδοξη Εκκλησία στη Ζωγραφική, μπορούμε να καταλάβουμε και τη σημασία που έχει η ορθή, η γνήσια Ορθόδοξη ζωγραφική μέσα στην Εκκλησία. Και τη συνείδηση αυτής της σημασίας αγωνίζεται ο Κόντογλου να ξυπνήση.

    Ο Φ. Κόντογλου ζωγράφησε και φορητές εικόνες και τοιχογραφίες. Παλαιότερες νομίζω ότι είναι οι φορητές εικόνες. Είναι όμως πολύ επικίνδυνο να εκφράση κανείς συμπεράσματα γι'αυτόν τον τομέα της τέχνης του· μιας και οι εικόνες του είναι διάσπαρτες σε διάφορα μέρη της Ελλάδος και έτσι δεν είναι εύκολο νάχη κανείς πλήρη εποπτεία και κατά συνέπεια σωστή κρίση. Οι εικόνες όμως που έχουμε συναντήσει, φαίνεται να ακολουθούν τα διδάγματα της Κρητικής Σχολής, σε γενικές γραμμές, με έντονο όμως το προσωπικό στοιχείο. Σχέδιο σίγουρο και καθαρό, φόρμες κατά κανόνα κλειστές. Σκούρος καστανόχρωμος προπλασμός για τα πρόσωπα και τα χέρια. Και στα ενδύματα προτιμά, τουλάχιστο στα παλαιότερα έργα του, τους ήσυχους τόνους, που δένουν με το πρόσωπο και τα γυμνά μέρη (π.χ. οι εικόνες του Τέμπλου του Αγ. Νικολάου Πατησίων του 1947, εικόνα Τριών Ιεραρχών στην Καπνικαρέα του 1934 κ.ά.)

    Και για τις τοιχογραφίες στις εκκλησίες δεν είναι πολύ εύκολη η αποτίμηση και η μελέτη για διαφορετικό όμως λόγο. Ο Φ. Κόντογλου δούλευε μαζί με τους μαθητές του και πολλές φορές είναι δύσκολη η διάκριση στο κυρίως προσωπικό του έργο και στην εργασία των μαθητών. Από τις παλαιότερες τοιχογραφίες είναι η εκκλησία ή ακριβέστερα μέρος των τοιχογραφιών της εκκλησίας της Ζωοδόχου Πηγής στο Λιόπεσι, που ιστορήθηκε από το Φ. Κόντογλου και το μαθητή του Τερζή στα 1946. Οι στρατιωτικοί Άγιοι στα μέτωπα των ανατολικών πεσσών του τρούλλου (Άγ. Θεόδωρος, Γεώργιος, Δημήτριος, Μερκούρης κ.ά.) είναι από τα καλύτερα δείγματα της αγιογραφίας του Φ. Κόντογλου. Μορφές ρωμαλέες, πλασμένες με τη βυζαντινή τεχνική, αλλά και με έντονη την προσωπική τεχνική του Φ. Κόντογλου, ποτισμένη από τη λαϊκή παράδοση. Οι Άγιοι εικονίζονται αληθινά σαν παλληκάρια και πρωταθλητές της πίστεως. Στα έργα αυτά βρίσκουμε το πιο προσωπικό -μέσα πάντα στα εκκλησιολογικά πλαίσια της Ορθόδοξης Παράδοσης- αγιογραφικό έργο του Κόντογλου. Βάση του είναι η Κρητική Σχολή, αλλά το χρώμα του και το σχέδιο τρέφονται από χυμούς μιας ζωντανής και δημιουργικής, όχι αντιγραφικής μιμητικής ζωγραφικής. Όπως άλλωστε γινότανε σε κάθε δημιουργική εποχή της μακραίωνης βυζαντινής τέχνης, οι τεχνίτες, έμεναν πιστοί στην παραδοσιακή τεχνική και κυρίως στον εσώτατο πυρήνα της, που εξέφραζε την ανάλλαχτη αλήθεια της αποκαλυμένης πίστης. Επειδή όμως οι ίδιοι ήσαν εκφραστές και συνεχιστές αυτής της πίστης, μπορούσαν να εκφράζουν ταπεινά και ειλικρινά τον εαυτό τους και τον καιρό τους και γινότανε αυτή η σύζευξη του αιωνίου με το καιρικό χωρίς σύγχυση και χωρίς το ένα να κυριαρχή σε βάρος του άλλου. Αυτό προσπάθησε ο Κόντογλου στις τοιχογραφίες της εκκλησίας στο Λιόπεσι. Αργότερα όμως μοιάζει να περιώρισε αυτή την αρχική φιλοδοξία. Λεπτομερέστερη μελέτη θα μπορούσε να δείξη αν αυτή η υπόθεση είναι σωστή, καθώς και τις αιτίες που την δημιούργησαν. Στις τοιχογραφίες της δεκαετίας του 1950 και μετά (Καπνικαρέα, Άγ. Γεώργιος Κυψέλης, Άγ. Νικόλαος Πατησίων), τα αξιολογώτερα τμήματα είναι εκείνα όπου ο ζωγράφος ακολουθεί τα κρητικά πρότυπα. Χαρακτηριστικό δείγμα, οι τοιχογραφημένες δεσποτικές εικόνες του κτιστού τέμπλου του Αγ. Χαραλάμπους Πολυγώνου, ζωγραφισμένες στα 1955. Δουλεμένες σε κρητική τεχνοτροπία με σοβαρούς γενικά χρωματικούς τόνους, μαύρο χρώμα για φόντο και καστανόχρωμο προπλασμό, πάνω στο οποίο αναπτύσσονται σε ανοιχτότερο τόνο τα φώτα ή γράφονται με λευκές πινελιές, δείχνουν με το σφιχτό σχέδιο, την κλειστή, στιβαρή φόρμα, την χρωματική ενότητα και το εσωτερικό ήθος, στον άξιο τεχνίτη στο κλίμα του.

    Σημειώσαμε πιο πάνω για τη συμβολή του Κόντογλου σαν δασκάλου. Περισσότερο ίσως με την έννοια του καθοδηγητή και εμπνευστή παρά του ακαδημαϊκού καθηγητή. Αν τούτος όμως ο τίτλος του αξίζει για την κοσμική νεοελληνική ζωγραφική, για την αγιογραφία ο ρόλος του υπήρξε απτός, άμεσος και ιδιαίτερα παραγωγικός. Βέβαια πριν απ'αυτόν ή παράλληλα εργάζονται αγιογράφοι όπως ο Δ. Πελεκάσης, ο Αγ. Αστεριάδης, ο Σπ. Βασιλείου στη βυζαντινή τεχνοτροπία. Όμως δάσκαλος φλογερός που γύρω του μαζεύονται όσοι θέλουν να σπουδάσουν την ιερή τέχνη, είναι μόνον ο Φ. Κόντογλου. Σε μια εποχή μάλιστα που η βυζαντινή αγιογραφία δεν διδάσκεται επίσημα καθόλου στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, (μέχρι σήμερα άλλωστε δεν υπάρχει ειδική έδρα, αλλά η αγιογραφία και το φρέσκο διδάσκονται από επιμελητή), οι ζηλωτές νέοι τεχνήτες φοιτούν στο εργαστήρι και στη σκαλωσιά του Κόντογλου. Οι μαθητές του Ράλλης Κοψίδης, Πέτρος Βαμπούλης, Γεωργακόπουλος, Παπανικολάου, Τερζής Ιωάννης, ακολουθούν διάφορο δρόμο ο καθένας. Άλλοι στρέφονται προς τη λαϊκή έκφραση, με την οποία ενώνουν τη Βυζαντινή Παράδοση, άλλος προς τη Μακεδονική Σχολή, ανάλογα ο καθένας με την προσωπικότητά του. Έτσι, ενώ δεν δημιούργησε με την στενή έννοια σχολή, έφτιαξε αυτή την ομάδα που ιστορεί όλους τους τοίχους των εκκλησιών με τη Βυζαντινή τεχνοτροπία.

    Στο διδακτικό έργο του θα πρέπη να περιληφθή και η συγγραφή του βιβλίου του "Έκφρασις" ήτοι "Ιστότησις της παντίμου ορθοδόξου αγιογραφίας, της και λειτουργικής καλουμένης, περιέχουσα την τεχνολογίαν και εικονογραφίαν της ειρηνοχύτου ταύτης τέχνης, ήτοι την ερμηνείαν των τεχνικών τρόπων και τους ιερούς τύπους των εικόνων, καθώς και εξήγηση περί της λεπτότητος και του πνευματικού κάλλους και της τιμής αυτής". Βασισμένος στην προγενέστερη συγγραφική παράδοση της "Ερμηνείας της ζωγραφικής", του Διονυσίου του εκ Φουρνά, καθώς και στη δική του γνώση, καταγράφει την πείρα του ολάκερη, ώστε να είναι χρήσιμη γι'αυτούς, που θα θελήσουν να συνεχίσουν την "Ειρηνόχυτον" λειτουργική τέχνη της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η συνέχιση άλλωστε της Παράδοσης ήταν και το μεγάλο μεράκι του χαρισματούχου αυτού ανθρώπου. Σ'αυτήν πρόσφερε όλη τη δύναμη και όλα τα τάλαντα, που πλούσια βέβαια του είχε εμπιστευθή ο Κύριος και στη δόξα του Οποίου τελικά τα αφιέρωσε. http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/zias_kontoglou.html




    Συνοπτικό χρονολόγιο του Φώτη Κόντογλου
    1895 8 Νοεμβρίου. Γέννηση του Φωτίου Αποστολέλη, τέταρτο παιδί του Νικολάου Αποστολέλη και της Δέσποινας Κόντογλου, στο Αϊβαλί (Κυδωνίες) της Μικράς Ασίας.

    1896 Θάνατος του πατέρα του. Την ανατροφή του αναλαμβάνει η μητέρα του με τον αδελφό της Στέφανο Κόντογλου ηγούμενο της μονής τους.

    1912 Αποφοίτηση από το Γυμνάσιο των Κυδωνιών. (Αϊβαλί).

    1913 Εγγραφή στην Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα.

    1914-15 Διακόπτει τις σπουδές λόγω της κήρυξης του πολέμου και ταξιδεύει στην Ευρώπη, Βέλγιο, Ισπανία, στη Γαλλία (Περιγκέ, Λιμόζ, Μασσαλία) και τέλος εγκαθίσταται στο Παρίσι. Αρχίζει και χρησιμοποιεί από αγάπη στη μητέρα του και σεβασμό στο θείο του το επώνυμο Κόντογλου πράγμα που θα το κρατήσει στην υπόλοιπη ζωή του. Εργάζεται σαν σχεδιαστής στην Ιλλουστρασιόν όπου και βραβεύεται για την εικονογράφηση της "Πείνας" του Χάμπσουν.

    1918 Γράφει τον "Πέδρο Καζάς" και τον εικονογραφεί.

    1919 Επιστροφή στο Αϊβαλί. Διδάσκει Γαλλικά και Τεχνικά στο Παρθεναγωγείο.

    1921 Επιστρατεύεται στη διάρκεια της Μικρασιατικής εκστρατείας.

    1922 Με τη Μικρ. Καταστροφή φθάνει στη Λέσβο με μόνες αποσκευές την Ιερά εικόνα της Αγίας Παρασκευής και το Ευαγγέλιο του Μοναστηριού του.

    1925 Παντρεύεται την Αϊβαλιώτισσα Μαρία Χατηκαμπούρη.

    1927 Γέννηση του μόνου παιδιού του, της Δέσπως.

    1930 Τεχνικός επόπτης του Βυζαντ. Μουσείου. Ο Τσαρούχης μαθητής του.

    1932 Κτίζει το σπίτι του στα Πατήσια και το ζωγραφίζει με τους μαθητές του Γιάννη Τσαρούχη και Νίκο Εγγονόπουλο. (Τεχνική νωπογραφίας).

    1933 Προσκαλείται από την Αιγυπτιακή Κυβέρνηση για το Κόπτικο Μουσείο.

    1936 Καθαρίζει τις τοιχογραφίες στο Μιστρά με το Γ. Στέρη.

    1937 Αναλαμβάνει τη μνημειακή εικονογράφηση του Δημαρχείου Αθηνών. Το έργο περατώνεται το 1930-40 χωρίς να τον εξοφλήσουν.

    1940-41 Πουλάει το σπίτι του για ένα σακί αλεύρι. Αρχίζουν οι διάφορες μετακομίσεις όπου χάνονται πολλά από τα πρώτα του έργα.

    1946-65 Πολλές εκδόσεις βιβλίων, αγιογραφήσεις εκκλησιών, εικόνων κ.ά.

    1952 Αγοράζει ξανά το σπίτι του στα Πατήσια όπου όμως οι τοιχογραφίες έχουν σκεπαστεί από τον κατοχικό αγοραστή με λαδομπογιές.

    1960 Του απονέμεται ο Ταξιάρχης του Φοίνικος. Εκδίδεται η δίτομη "Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας", που θα βραβευθεί από την Ακαδημία Αθηνών.

    1963 Βραβεύεται με το Βραβείο Πουρφίνα για το βιβλίο του "Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου".

    1963 13 Σεπτεμβρίου τραυματίζεται βαρειά με τη γυναίκα του σε τροχαίο.

    1965 24 Μαρτίου. Η Ακαδημία Αθηνών του απονέμει το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών.

    1965 13 Ιουλίου. Κοίμησις του Φωτίου Κόντογλου Κυδωνιέως.

    Το 1977 αποτοιχίζονται οι τοιχογραφίες του σπιτιού του και τοποθετούνται στην Εθνική Πινακοθήκη Αθηνών. Λεπτομερές χρονολόγιο δημοσιεύεται στο βιβλίο των Εκδόσεων Ακρίτα "Φώτης Κόντογλου, εν εικόνι διαπορευόμενος".




    Γιάννης ο ευλογημένος

    O Aγιος Βασίλης, σαν περάσανε τα Χριστούγεννα, πήρε το ραβδί του και γύρισε σ' όλα τα χωριά, να δει ποιός θα τονε γιορτάσει με καθαρή καρδιά. Πέρασε από λογιών-λογιών πολιτείες κι από κεφαλοχώρια, μα σ' όποια πόρτα κι αν χτύπησε δεν τ' ανοίξανε, επειδή τον πήρανε για διακονιάρη. Κ' έφευγε πικραμένος, γιατί ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από τους ανθρώπους, μα ένοιωθε το πόσο θα πονούσε η καρδιά κανενός φτωχού από την απονιά που του δείξανε κείνοι οι άνθρωποι.

    Μια μέρα έφευγε από ένα τέτοιο άσπλαχνο χωριό, και πέρασε από το νεκροταφείο, κ' είδε τα κιβούρια πώς ήτανε ρημαγμένα, οι ταφόπετρες σπασμένες κι άναποδογυρισμένες,και τα νιόσκαφτα μνήματα είτανε σκαλισμένα από τα τσακάλια. Σαν άγιος που είτανε άκουσε πως μιλούσανε οι πεθαμένοι και λέγανε: "Τον καιρό που είμαστε στον απάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι αφήσαμε πίσω μας παιδιά κ' εγγόνια να μάς ανάβουνε κανένα κερί, να μας καίγουνε λίγο λιβάνι μα δεν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπά στο κεφάλι μας να μας διαβάσει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρά σαν να μην αφήσαμε πίσω μας κανέναν". Κι ο άγιος Βασίλης πάλι στενοχωρήθηκε κ' είπε: "Τούτοι οι χωριάτες ούτε σε ζωντανό δε δίνουνε βοήθεια, ούτε σε πεθαμένον", και βγήκε από το νεκροταφείο, και περπατούσε ολομόναχος μέσα στα παγωμένα χιόνια.

    Παραμονή της πρωτοχρονιάς έφταξε σε κάτι χωριά που είτανε τα πιο φτωχά ανάμεσα στα φτωχοχώρια, στα μέρη της Ελλάδας. Ο παγωμένος αγέρας βογκούσε ανάμεσα στα χαμόδεντρα και στα βράχια, ψυχή ζωντανή δεν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Είδε μπροστά του μια ραχούλα, κι από κάτω της είτανε μια στρούγκα τρυπωμένη. Ο άγιος Βασίλης μπήκε στη στάνη και χτύπησε με το ραβδί του την πόρτα της καλύβας και φώναξε: "Ελεήστε με, τον φτωχό, για την ψυχή των αποθαμένων σας κι ο Χριστός μας διακόνεψε σε τούτον τον κόσμο! ". τα σκυλιά ξυπνήσανε και χυθήκανε απάνω του, μα σαν πήγανε κοντά του και τον μυριστήκανε, πιάσανε και κουνούσανε τις ουρές τους και πλαγιάζανε στα ποδάρια του και γρούζανε παρακαλεστικά και χαρούμενα. Απάνω σ' αυτά, άνοιξε η πόρτα και βγήκε ένας τσοπάνης, ως εικοσιπέντε χρονών παλληκάρι, με μαύρα στριφτά γένεια, ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, άνθρωπος αθώος κι απελέκητος, προβατάνθρωπος, και πριν να καλοϊδεί ποιός χτύπησε, είπε: "Έλα, έλα μέσα. Καλή μέρα, καλή χρονιά!".

    Μέσα στο καλύβι έφεγγε ένα λυχνάρι, κρεμασμένο από πάνω από μια κούνια, που είτανε δεμένη σε δύο παλούκια. Δίπλα στο τζάκι είτανε τα στρωσίδια τους και κοιμότανε η γυναίκα του Γιάννη. αυτός, σαν εμπήκε μέσα ο άγιος Βασίλης, κ' είδε πώς είτανε γέρος σεβάσμιος, πήρε το χέρι του και τ' ανεσπάσθηκε κ' είπε: "Νά 'χω την ευχή σου, γέροντα", και το'λέγε σαν να τον γνώριζε κι από πρωτύτερα, σα να 'νατανε πατέρας του. Και κείνος του είπε: "Βλογημένος νά 'σαι, εσύ κι όλο το σπιτικό σου, και τα πρόβατά σου η ειρήνη του Θεού νά 'ναι απάνω σας!". Σηκώθηκε κ' η γυναίκα και πήγε και προσκύνησε και κείνη τον γέροντα και φίλησε το χέρι του και τη βλόγησε. Κι ο άγιος Βασίλης είτανε σαν καλόγερος ζητιάνος, με μια σκούφια παλιά στο κεφάλι του, και τα ράσα του είτανε τριμμένα και μπαλωμένα και τα τσαρούχια του τρύπια, κ' είχε κ' ένα παλιοτάγαρο αδειανό.

    Ο Γιάννης ο Βλογημένος έβαλε ξύλα στο τζάκι. Και παρευθύς, φεγγοβόλησε το καλύβι και φάνηκε σαν παλάτι. Και φανήκανε τα δοκάρια, σα νά 'τανε μαλαμοκαπνισμένα, κ' οι πητιές πού είτανε κρεμασμένες φανήκανε Σαν καντήλια, κ' οι καρδάρες και τα τυροβόλια και τ' άλλα τα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, γινήκανε σαν ασημένια, και σαν πλουμισμένα με διαμαντόπετρες φανήκανε, και τ' άλλα, τα φτωχά τα πράγματα πού 'χε μέσα στο καλύβι του ο Γιάννης ο Βλογημένος. Και τα ξύλα που καιγόντανε στο τζάκι τρίζανε και λαλούσανε σαν τα πουλιά που λαλούνε στον παράδεισο, και βγάζανε κάποια εύωδία πάντερπνη. Τον άγιο Βασίλη τον βάλανε κ' έκατσε κοντά στη φωτιά κ' ή γυναίκα του 'θεσε μαξιλάρια νά ακουμπήσει. Κι ο γέροντας ξεπέρασε το ταγάρι του από το λαιμό του και το βαλε κοντά του, κ' έβγαλε και το παλιόρασό του κι απόμεινε με το ζωστικό του.

    Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε κι άρμεξε τα πρόβατα μαζί με τον παραγυιό του, κ' έβαλε μέσα στην κοφινέδα τα νιογέννητα τ' αρνιά, κι ύστερα χώρισε τις ετοιμόγεννες προβατίνες και τις κράτησε στο μαντρί, κι ο παραγυιός τα 'βγαλε τα' άλλα στη βοσκή. Λιγοστά είτανε τα ζωντανά του, φτωχός είτανε ο Γιάννης, μα είτανε Βλογημένος. Κ' είχε μια χαρά μεγάλη, σε κάθε ώρα, μέρα και νύχτα, γιατί είτανε καλός άνθρωπος κ' είχε και καλή γυναίκα, κι όποιος λάχαινε νά περάσει από την καλύβα τους, σαν νά 'τανε αδελφός τους, τον περιποιόντανε. για τούτο κι ο άγιος Βασίλης κόνεψε στο σπίτι τους, και κάθησε μέσα, σα νά 'τανε δικό του σπίτι, και βλογηθήκανε τα θεμέλιά του. Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της Οικουμένης, οι αρχόντοι, οι δεσποτάδες κ' οι επίσημοι ανθρώποι μα εκείνος δεν πήγε σε κανέναν, παρά πήγε και κόνεψε στο καλύβι του Γιάννη του Βλογημένου.

    Το λοιπόν, σαν σκαρίσανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στον άγιο: "Γέροντα, έχω χαρά μεγάλη. Θέλω να μας διαβάσεις τα γράμματα τ' Αη-Βασίλη. Εγώ είμαι άνθρωπος αγράμματος, μα αγαπώ τα γράμματα της θρησκείας μας. Έχω και μια φυλλάδα από έναν γούμενο αγιονορίτη, κι όποτε τύχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τον βάζω και μου διαβάζει από μέσα την φυλλάδα, γιατί δεν έχουμε κοντά μας εκκλησία".

    Έπιασε και θαμπόφεγγε κατά το μέρος της ανατολής. Ο άγιος Βασίλης σηκώθηκε και στάθηκε κατά την ανατολή κ' έκανε το σταυρό του, ύστερα έσκυψε και πήρε μια φυλλάδα από το ταγάρι του, κ' είπε: "Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε,νύν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων". Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε καί στάθηκε από πίσω του, κ' ή γυναίκα βύζαξε το μωρό και πήγε και κείνη καί στάθηκε κοντά του, με σταυρωμένα χέρια. Κι ο άγιος Βασίλης είπε το " Θεός Κύριος " και τ' απολυτίκιο της Περιτομής " Μορφήν άναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες ", δίχως να πει και το δικό του το απολυτίκιο πού λέγει " Εις πάσαν την γήν εξήλθεν ο φθόγγος σου ". Η φωνή του είτανε γλυκειά και ταπεινή, κι ο Γιάννης κ' η γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ας μην καταλαβαίνανε τα γράμματα. Κ' είπε ο άγιος Βασίλης όλον τον Όρθρο και τον Κανόνα της Εορτής: "Δεύτε λαοί άσωμεν άσμα Χριστώ τω Θεώ, χωρίς να πει το δικό του τον, Κανόνα, πού λέγει "Σου την φωνήν έδει παρείναι, Βασίλειε ". Κ' ύστερα είπε όλη τη λειτουργία κ' έκανε απόλυση και τους βλόγησε.

    Και σαν καθήσανε στο τραπέζι και φάγανε κι αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπητα και την έβαλε απάνω στο σοφρά. Κι ο άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπητα, κ' είπε: "Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος κ' έκοψε το πρώτο το κομμάτι κ' είπε "του Χριστού" κ' ύστερα είπε "της Παναγίας", κ' ύστερα είπε "του νοικοκύρη Γιάννη του Βλογημένου". Του λέγει ο Γιάννης: "Γέροντα, ξέχασες τον άη- Βασίλη!". Του λέγει ο άγιος: "Ναι, καλά ! κ' ύστερα λέγει: "Του δούλου του Θεού Βασιλείου". Κ' ύστερα λέγει πάλι: "Του νοικοκύρη, "της νοικοκυράς", "του παιδιού", "του παραγυιού", "των ζωντανών", "των φτωχών". Τότε λέγει στον άγιο ο Γιάννης ο Βλογημένος: "Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιωσύνη σου; Του λέγει ο άγιος: "Έκοψα, Βλογημένε!" μα, ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα, ο μακάριος. Κ' ύστερα, σηκώθηκε όρθιος ο άγιος Βασίλειος κ' είπε την ευχή του "Κύριε ο Θεός μου, οίδα ότι ουκ ειμί άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην είσέλθης του οίκου της ψυχής μου".

    Κ' είπε ο Γιάννης ο Βλογημένος: "Πές μου, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, σε ποιά παλάτια άραγες πήγε σαν άπόψε ο άγιος Βασίλης; οι αρχόντοι κ' οι βασιληάδες τι αμαρτίες νά ΄χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστε αμαρτωλοί, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε". Κι ο άγιος Βασίλης δάκρυσε κ' είπε πάλι την ευχή, άλλοιώτικα: "Κύριε, ο Θεός μου, οίδα ότι ο δούλος σου Ιωάννης ο απλούς εστίν άξιος και ικανός ίνα υπό την στέγην του είσέλθης. Οτι νήπιος ύπάρχει και τα μυστηριά Σου τοις νηπίοις αποκαλύπτεται". Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο μακάριος, ο Γιάννης ο Βλογημένος...




    Ασάλευτο θεμέλιο

    Σήμερα νομίζεται καλός σε όλα, όποιος είναι αδιάφορος, όποιος δεν νοιάζεται για τίποτα, όποιος δεν νιώθει καμιά ευθύνη. Αλλιώς τον λένε σωβινιστή, τοπικιστή, μισαλλόδοξο, φανατικό. Όποιος αγαπά την χώρα μας, τα ήθη και έθιμα μας, την παράδοση μας, την γλώσσα μας, θεωρείται οπισθοδρομικός. Οι αδιάφοροι παιρνούν για φιλελεύθεροι άνθρωποι, για άνθρωποι που ζούνε με το πνεύμα της εποχής μας, που έχουν για πιστεύω την καλοπέραση, το εύκολο κέρδος, τις ευκολίες, τις αναπαύσεις, κι ας μην απομείνει τίποτα που να θυμίζει σε ποιό μέρος βρισκόμαστε, από που κρατάμε, ποιοι ζήσανε πριν από μας στην χώρα μας. Η ξενομανία μας έγινε τώρα σωστή ξενοδουλεία, σήμερα περνά για αρετή, κι όποιος έχει τούτη την αρρώστεια πιο βαρειά παρμένη, λογαριάζεται για σπουδαίος άνθρωπος.

    Η Ελλάδα έγινε ένα παζάρι που πουλιούνται όλα, σε όποιον θέλει να το αγοράσει. Καταντήσαμε να μην έχουμε απάνω μας τίποτα ελληνικό, από το σώμα μας ίσαμε το πνεύμα μας. Το μασκάρεμα άρχισε πρώτα από το πνεύμα, και ύστερα έφθασε και στο σώμα. Περισσότερο αντιστάθηκε σε αυτή την παραμόρφωση ο λαός και βαστάξε καμπόσο, μα στο τέλος τον πήρε το ρεύμα και πάει και αυτός. Μάλιστα είναι χειρότερος από τους γραμματισμένους. Τώρα μαϊμουδίζει τα φερσίματα και τις κουβέντες που βλέπει στον κινηματογράφο, έγινε αφιλότιμος και αδιάντροπος. Ενώ πρώτα ξεχώριζε από άλλες φυλές, γιατί ήταν σεμνός, φιλότιμος, ντροπαλός, καλοδεκτικός, τώρα έγινε αγνώριστος. Τα όμορφα χαρακτηριστικά του σβήνουνε μέρα με την μέρα. Και οι λιγοστοί που διατηρούνε ακόμη λίγα σημάδια από την ομορφιά της ελληνικής ψυχής, παρασέρνονται σε αυτή την παραμόρφωση από τους πολλούς, που είναι οι έξυπνοι, οι συγχρονισμένοι, οι μοντέρνοι, αλλά που είναι στ' αληθινά οι αναίσθητοι και οι αποκτηνωμένοι. Οι καλοί ντρέπονται γιατί είναι καλοί, συμμαζεμένοι και με ανατροφή. Οι άλλοι τους λένε καθυστερημένους. Συμπαθητικός άνθρωπος δύσκολα βρίσκεται πια σήμερα στον τόπο μας. Η μόδα είναι να είναι κανείς αντιπαθητικός, κρύος, άνοστος και μάγκας. Μάλιστα όπως όλα φραγκέψανε, φράγκεψε και ο μάγκας.

    Οι πιο αγράμματοι ανακατώνουνε στην κουβέντα τους κάποια εγγλέζικα και εκεί που δεν χρειάζονται. Όσο για τους γραμματισμένους, όλη η γραμματοσύνη τους είναι να μιλάνε εγγλέζικα και σε λίγο καιρό δεν θα υπάρχει Έλληνας να μιλά ελληνικά. Ας καταργηθεί λοιπόν η ελληνική γλώσσα ολότελα, να μην κουράζονται τα παιδιά μας στην άσκοπη εκμάθευσή της. Κοιτάχτε τα παιδιά μας. Παρατηρείστε τις φυσιογνωμίες τους, το βλέμμα τους, τις κουβέντες τους, τα αστεία τους, τα παιχνίδια τους. Όλα μυρίζουνε ... Ελλάδα, να μην αβασκαθούμε! Το μόνο που απόμεινε ελληνικό είναι το "ρε". Το μασκάρεμα γίνεται γοργά και στο κορμί και στην ψυχή. Οι λιγοστοί που αντιστέκονται ακόμη σε αυτόν τον κατακλυσμό, πως να μπορέσουνε να βαστάξουνε; Γύρω τους βογγά η μεθυσμένη ανθρωποθάλασσα. Έρχεται καινούργιος κόσμος! Το κολοσσαίο με τα ουρλιάσματα του σκεπάζει τις ψαλμωδίες που λένε οι μάρτυρες, περιμένοντας τα θηρία να τους φάνε.

    Αλλά αν θα λείψουν οι Έλληνες από το πρόσωπο της γης, μήπως θα απομείνουν τα βουνά, οι ακροθαλασσιές, οι θάλασσες, τα νησιά και τα βράχια με τον ελληνικό χαρακτήρα τους; Καθόλου! Τα περισσότερα τα έχουνε αγοράσει άνθρωποι που ήρθανε από τον βόρειο Ωκεανό, απόγονοι των Βικίγκων. Εκείνα τα κακόμοιρα νησιά τι συμφορά έχουνε πάθει! Η φτώχεια τους στάθηκε η καταστροφή τους. Σήμερα τα ριμάξανε άλλοι κουρσάροι, πιο επικίνδυνοι που σφάζουνε με το μπαμπάκι. Σκλαβώσανε τα νησιά με ευγενικό τρόπο, με το χαμόγελο στα χείλη. Τα άσπρα σπιτάκια των νησιωτών, που ζούσανε σε αυτά απλοϊκοί και συμμαζεμένοι άνθρωποι, θαρρείς πως γίνανε δημόσια. Κυκλοφορούν χιλιάδες φωτογραφίες της Μυκόνου, της Πάρου, της Αίγινας, της Ύδρας, και αντί να βλέπει κανείς στους στενούς δρόμους τους κάποιους αραιούς νησιώτες ψαράδες, ψημένους στην θάλασσα και νησιώτισσες με τα σεμνά τους ρούχα, βλέπει να γυρίζουν κάποια πλάσματα μισόγυμνα ή ολόγυμνα, ξενόφερτα, αγκαλιασμένοι θεατρινίστικα και να κάνουνε κάποιες άνοστες επιδείξεις "ταμπλώ βιβάν", σα να παίζουν στον κινηματογράφο. Και ρωτάς, κουνώντας το κεφάλι σου: τι σχέση μπορεί να έχουν αυτά τα δίποδα, με εκείνα τα σπίτια και με τα στενοσόκκακα των νησιών; Ταιριάζουνε με αυτά, όσο ταιριάζουνε οι τουρίστες με τα σορτς με τον Παρθενώνα που μπροστά του φωτογραφίζονται. Όμως εκεί στέκονται όσο να φωτογραφηθούνε, και δεν έχουνε για σπίτι τους τον αρχαίο ναό, ενώ τούτοι στα νησιά, κατοικούνε μέσα σε εκείνα τα αταίριαστα σπίτια. Όλα υπηρετούνε τα γούστα αυτών των αφεντάδων. Μάλιστα τόσο πολύ αγαπούν αυτοί την Ελλάδα, που είναι ενθουσιασμένοι πως δεν θα αφήσουνε τίποτα ελληνικό όπου πατήσουνε.

    Καημένη Ελλάδα! Τι τέλος σε περίμενε! Μα δεν έχεις μήτε κάποιον να σε κλάψει, γιατί την κηδεία σου τη γιορτάζουνε σαν γάμο, με χαρές και με τραγούδια, που αυτά ευτυχώς δεν είναι ελληνικά. Ακούστε την εξής ιστορία: η χταπόδα βοσκά στον πάτο της θάλασσας, μαζί με το χταποδάκι. Άξαφνα το καμακίζουνε. Το χταποδάκι φωνάζει: με πιάσανε μάνα! Η μάνα του του λέγει: μην φοβάσαι παιδί μου! Ξαναφωνάζει το μικρό: με βγάζουν από την θάλασσα! Πάλι λέγει η μάνα: μην φοβάσαι παιδί μου. Και πάλι: με σγουρίζουνε μάνα! Μην φοβάσαι παιδί μου! Με κόβουνε με το μαχαίρι! Μην φοβάσαι παιδί μου! Με βράζουνε μάνα! Μην φοβάσαι παιδί μου! Με μασάνε μάνα! Μην φοβάσαι παιδί μου! Πίνουνε κρασί μάνα! Τότε εκείνη αναστέναξε και φώναξε: Αχ, σε έχασα παιδί μου! Γιατί το κρασί είναι ο αντίμαχος του χταποδιού, επειδή το λιώνει στο στομάχι. Δηλαδή η μάνα δεν φοβήθηκε μήτε το μαχαίρι, μήτε την φωτιά, μήτε τα δόντια, αλλά το κρασί, που είναι πιο ήρεμο και αθώο μπροστά στα μαχαίρια και τα δόντια. Η Ελλάδα σαν το χταποδάκι πέρασε από φωτιές, δόντια, μαχαίρια, αλλά πνεύμα ΔΕΝ παρέδινε. Ο Φράγκος δεν έρχεται με μαχαίρια, πιστόλια και φωτιές. Ήρθε με χάδια και γλυκόλογα. Ήρθε με δώρα, με λεφτά, να ανακουφίσει την φτώχεια μας, να διασκεδάσει μαζί μας, να χορέψει μαζί μας, να μας ευκολύνει την ζωή με τα μηχανήματά του. Όπως το χταποδάκι έλιωσε στο κρασί, έτσι και η Ελλάδα κοντεύει να χαθεί από το γλυκό κρασί που την μέθυσε και δεν ξέρει τι κάνει και ξεγυμνώθηκε και στρήνιασε και εκ του στρήνους αυτής επλούτισεν.





    The LAND of GODS
    Since October 1996 Oakville / Τοροντο Canada