τα ΜΙΚΡΑ ενθυμήματα..
    
Αφιέρωμα στον Πάτερ Δημήτριο Τζανετέα
της εκκλησίας της Παναγίας στο Hamilton On.
Click to download the main image download main image Click to download the main image
Αυτό το βιβλίο είναι αφιερωμένο στην αδερφή μου Βάσω Κ. Ηλιάδη.
ΑΜΑΛΙΑ Κ. ΗΛΙΑΔΗ
Φιλόλογος-Ιστορικός
Μαρτυρολόγια και Συναξάρια απ' τα πρωτοχριστιανικά χρόνια έως τον 6ο αι. μ.Χ.: Η Πρώϊμη Βυζαντινή περίοδος μέσα απ' τους βίους των αγίων. Τα αγιολογικά κείμενα της πρώϊμης βυζαντινής περιόδου ως ιστορικές πηγές. Επισημάνσεις και παρατηρήσεις.

Περιεχόμενα :

BIOΓΡΑΦΙΚΟ της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη

Πρόλογος   Εισαγωγή
  Κεφ. 1ο: Θρύλοι για Αγίους και Μάρτυρες
α) Η ανακάλυψη της «Απάτης».
β) Οι «Αληθινοί» Διωγμοί (Διωγμοί Χριστιανών στην Περσία απ’ τους αιρετικούς, απ’ τον Ιουλιανό τον Αποστάτη).
γ) Η «κατασκευή» των Μαρτύρων.
Κεφ. 2ο Η λατρεία των Αγίων και των Λειψάνων τους
Κεφ.3ο: Αναλυτική παρουσίαση Μαρτυρολογίων-Συναξαρίων-Βίων Αγίων (3ος-6ος αι. μ.Χ.)-Προβλήματα που θέτουν. Επί μέρους Παρατηρήσεις-Επισημάνσεις.
Κεφ.4ο: Διαπλοκή προφορικότητας (λαϊκών αφηγήσεων και Μύθων-Παραμυθιών) με τα γραπτά Αγιολογικά Κείμενα (Μαρτυρολόγια, Συναξάρια, Βίους Αγίων) της Πρώϊμης Βυζαντινής Περιόδου. Η Σχέση τους με το μαγικό παραμύθι.
Κεφ.5ο: Συνοπτική επισκόπηση της Ιστορίας του Πρώϊμου Βυζαντινού Κράτους (3ος-6ος αι. μ.Χ.). Εξέταση των βασικών της πτυχών-παραμέτρων [π.χ. όρια, Κων/πολη:η νέα πρωτεύουσα, κοινωνική κινητικότητα, οι κάτοικοι, τα κοινωνικά φύλα και οι ρόλοι τους, δημόσιοι ρόλοι, ιδιωτικοί ρόλοι: η οικογένεια, απ’ τον Καίσαρα στο Θεό, Χριστιανισμός και Εκκλησία, Σύνοδος Νίκαιας (325 μ.Χ.), κοινωνική διαστρωμάτωση: humiliores κ.τ.λ., ο στρατός, ο Καιρός του Ιουστινιανού κ.ά.].
-Παράρτημα: Ο πρωτομάρτυρας άγιος των 'Aγγλων St.Alban ('Aγιος Αλβανός).
-Βιβλιογραφία Α΄(για το Βυζάντιο)- Συμπληρωματική βιβλιογραφία για τους Βίους των Αγίων.
-Βιβλιογραφία Β΄(γενική, για το παραμύθι).
-Βιβλιογραφία Γ΄(για τη θεωρία της προφορικότητας στη Λογοτεχνία).



     Πρόλογος

  Το βιβλίο αυτό, απόρροια της μακρόχρονης ενασχόλησής μου με τα Συναξάρια, τα Μαρτυρολόγια και εν γένει τα Αγιολογικά κείμενα της Πρώϊμης Βυζαντινής περιόδου (3ος αι.-6ος αι.μ.Χ.), αποτελεί τον Γ΄ τόμο της Αγιολογικής μου Τριλογίας, η οποία αναφέρεται στη Μελέτη των Κειμένων των Βίων των Αγίων ως Ιστορικών πηγών. Τα Συναξάρια, τα Μαρτυρολόγια κι οι Βίοι της Πρώϊμης Βυζαντινής περιόδου, μελετούμενοι ως ιστορικές πηγές, μας αποκαλύπτουν έναν εξαιρετικά μεγάλο πλούτο παντοειδών πληροφοριών ως προς τα ιστορικά γεγονότα (πολιτικά, στρατιωτικά, κοινωνικά), ως προς τις αντιλήψεις, στάσεις, αξίες της κοινωνίας της υπό μελέτης περιόδου (Πρωτοβυζαντινής), ως προς την κουλτούρα (πνευματική καλλιέργεια) των συγγραφέων τους και του αναγνωστικού τους κοινού και, βέβαια, ως προς την, εν γένει, κοινωνική και οικονομική κατάσταση του βυζαντινού κράτους κατά την πρώϊμη περίοδο της ζωής του(3ος-6ος αι. μ.Χ.).

   Κυρίως όμως αποκαλύπτουν, με ενάργεια και αμεσότητα, τη διαπλοκή των κειμένων αυτών με στοιχεία λογοτεχνικής προφορικότητας και προφορικών «μυθικών» παραδόσεων, οι περισσότερες απ’ τις οποίες ανάγονται στην ελληνική αρχαιότητα. Το γεγονός αυτό αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα πολιτιστική πρωτοτυπία η οποία ενοποιεί, συνδέοντάς τες με εσωτερικά λεπτά νήματα, τις δυο ομόρριζες συνιστώσες της λογοτεχνικής δημιουργίας: την προφορική λογοτεχνική παράδοση και την αντίστοιχη γραπτή. Ακόμη ενοποιεί και συνδέει με άρρηκτους δεσμούς την αρχαία ελληνική λαϊκή και λόγια σκέψη και φιλοσοφία με την αντίστοιχη βυζαντινή.

   Η εργασία και η συγγραφέας οφείλουν τα μέγιστα στην Βάσω Ηλιάδη, χωρίς την ηθική και πρακτική συμπαράσταση της οποίας, δεν θα ήταν δυνατόν να φτάσει ποτέ η μελέτη αυτή στην ολοκλήρωσή της. Για μια ακόμη φορά της εκφράζω την πιο βαθιά μου ευγνωμοσύνη.

                                                                   Αμαλία Κ. Ηλιάδη

                                                                 Τρίκαλα, Ιούνιος 2003.



     Εισαγωγή

   Μελετώντας τα αγιολογικά κείμενα των πρώτων χριστιανικών χρόνων(1ος-3ος αι. μ.Χ.) και της πρώϊμης βυζαντινής περιόδου(3ος-6ος αι. μ.Χ.), αποδελτίωσα σωρεία πληροφοριών οι οποίες φωτίζουν, από πολλές απόψεις, το πολύπτυχο μιας πολύπλοκης, αντιφατικής και μεταβατικής κοινωνίας όπως η κοινωνία της πρωτοβυζαντινής περιόδου. Οι ίδιες οι πληροφορίες με την ιδιόμορφη φύση τους κατευθύνουν το μελετητή στον εντοπισμό βασικών θεματικών περιοχών προς ανάλυση και μελέτη.

   Παρακάτω αναφέρω τις βασικές αυτές θεματικές περιοχές με σκοπό τη σφαιρική κατόπτευση της φύσης του υλικού μου(αγιολογικών κειμένων πρωτοβυζαντινής περιόδου).

   Βασικά θέματα προς μελέτη

1. Η Ελληνική αρχαιότητα (τέχνη, θρύλοι, μύθοι, παραδόσεις, συγκροτημένη μυθολογία, ναοί κ.ά. πολιτισμικά στοιχεία) όπως συναντάται στα αγιολογικά κείμενα. Η στάση των κειμένων αυτών απέναντί της: α) πάντα αρνητική επιφανειακά  β) όμως πέρα από την επιφάνεια, στο βάθος των πραγμάτων, η αρχαία ελληνική σκέψη, ο πολιτισμός, η μυθολογία και η παράδοση διεμβολίζουν τα αγιολογικά κείμενα και επιβιώνουν μέσω αυτών: πολλά στοιχεία της ελληνικής αρχαιότητας ιχνηλατούνται στα Μαρτυρολόγια και στα Συναξάρια απ’ τον 2ο-3ο αι. ως τον 6ο  μ.Χ. αι.

2. Έμφαση στους αρχαίους θρύλους και μύθους που «περνούνε» στα αγιολογικά κείμενα, είτε αυτούσιοι είτε σε παραλλαγές.(ελαφρώς  παραλλαγμένοι).

3. Βασανιστήρια μαρτύρων: τρόποι, «μηχανές», φρικτές επινοήσεις βασανισμού.

4. Πλούσιοι και φτωχοί μάρτυρες και άγιοι κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Κοινωνικά στρώματα και θρησκεία, σχέση άλλοτε ανάλογη και άλλοτε αντίστροφη.

5. Φανατισμός και μισαλλοδοξία: διατάραξη οικογενειακών δεσμών και σχέσεων. Ιδεολογίες, θρησκευτικές ιδεολογίες ιδίως, και θρησκείες αποδεικνύονται, σε πολλές περιπτώσεις αυτής της  κρίσιμης μεταβατικής περιόδου των πρώτων χριστιανικών αιώνων (χρόνων), ισχυρότερες απ’ τη συγγένεια του αίματος: γονείς προδίδουν τα παιδιά τους και το αντίστροφο πράγμα που οδηγεί σε χαλάρωση του κοινωνικού ιστού και της οικογενειακής αλληλεγγύης.(βία, φόβος, καχυποψία).

6. Υπερβολές στους αριθμούς των προσηλυτισθέντων στο Χριστιανισμό.

7. Θαύματα: αντανάκλαση των ατομικών και κοινωνικών αναγκών(π.χ. θεραπείες μεταδοτικών ασθενειών όπως η λέπρα κ.τ.λ.).

8. Πρώτα σημάδια ανόδου του Χριστιανισμού-αγιότητα και εξουσία. Μεταστροφή ηγεμόνων στο Χριστιανισμό: αρχή αυτοκρατορικής προστασίας προς την καινούρια, προηγουμένως διωκόμενη απηνώς, θρησκεία και βαθμιαία καθιέρωσή της ως μοναδικής επίσημης θρησκείας του κράτους.

9. Ιστορικές και γεωγραφικές πληροφορίες για τόπους, ταξίδια (δρομολόγια), ναούς, μοναστήρια, αυτοκράτορες, ηγεμόνες και εν γένει πρόσωπα και πράγματα της πρώιμης βυζαντινής περιόδου, λιγότερο γνωστά από άλλες πηγές.

10. Αντιλήψεις, ιδέες, στάσεις για τα δύο φύλα (άνδρα-γυναίκα) σε σχέση με την αγιότητα.

11. Επαγγέλματα (επαγγελματικές κατηγορίες: στρατός, κατώτερα επαγγέλματα: σκηνοποιοί κ.τ.λ., ευγενείς, πλούσιοι γαιοκτήμονες με μεγάλη μόρφωση (θύραθεν παιδεία), δούλοι κ.τ.λ.

12. Αιρέσεις και καταπολέμησή τους (Οικουμενικές Σύνοδοι).

13. Προφορικότητα-προφορικός πολιτισμός και διαπλοκή τους με τα αγιολογικά κείμενα της πρώιμης βυζαντινής περιόδου. Πολλές προφορικές λαϊκές διηγήσεις και παραμύθια, στα βασικά τους στοιχεία δομής και περιεχομένου, ιχνηλατούνται στα αγιολογικά κείμενα ως πλέγμα, ιστός και καμβάς του ξετυλίγματος της υπόθεσης-ιστορίας του βίου ενός αγίου. Αυτή η διάσταση προκύπτει απ’ τη μελέτη των αγιολογικών κειμένων της πρώιμης βυζαντινής περιόδου σε σχέση με την ελληνική αρχαιότητα και κυρίως σε σχέση με τους αρχαίους ελληνικούς μύθους. Αυτού του είδους η οπτική γωνία καθορίζει και το κύριο θέμα της μελέτης μου: ο κεντρικός άξονας γύρω απ’ τον οποίο επικεντρώνω την ανάλυσή μου είναι ακριβώς η προφορικότητα, λαϊκότητα και παραμυθιακότητα των αγιολογικών κειμένων που, είτε γράφτηκαν είτε αναφέρονται στην  πρωτοχριστιανική και πρωτοβυζαντινή περίοδο (2ος-6ος αι. μ. Χ.), παρουσιάζουν κοινά σημεία αναφοράς με πανάρχαιους κι αρχαίους μύθους.

   Άλλωστε, το μεγαλείο της κλασσικής ηθικής, κατά τον Έρασμο είναι, ήταν και θα εξακολουθεί να είναι τεράστιο: «Ασφαλώς κανείς δεν μπορεί να ονομάσει κοσμικό κάτι που τρέφει την ευσέβεια και οδηγεί στην τελειοποίηση της ψυχής. Γι’ αυτή τη βελτίωση η πρώτη θέση ανήκει δικαιωματικά στην Αγία Γραφή. Κι όμως πολλές φορές μου συμβαίνει να ανακαλύπτω λόγους αρχαίων συγγραφέων...των οποίων η καθαρότητα, η αγιότητα και, θα μπορούσα να πω, η θεία προέλευση, μου δημιουργούν τέτοια εντύπωση, ώστε δεν μπορώ να μην πιστέψω ότι το χέρι τους είχε σαν οδηγό το Θεό. Άλλωστε το πνεύμα του Χριστού βρίσκεται στα αρχαία κείμενα περισσότερο απ’ ό,τι μπορούμε να φανταστούμε». (Εράσμου-Συνομιλίες).



     Κεφ.1 Θρύλοι για Αγίους και Μάρτυρες

α) Η ανακάλυψη της «απάτης».

     Ήρθε μια εποχή στην εξέλιξη του αρχαίου κόσμου που οι παλιές πεποιθήσεις παρήκμασαν και καινούριες θρησκείες και ηθικές ξεπήδησαν, σε κάθε περιοχή, απ’ τα ερειπωμένα κατάλοιπα των παλιών θρησκειών. Η Ασία είχε περάσει από μια παρόμοια φάση εκατοντάδες χρόνια νωρίτερα κατά την οποία ο Βούδας και ο Κομφούκιος κατέδειξαν την αληθινή, κατά τη γνώμη τους ηθική: την απόρριψη όλων των θρησκειών. Υπήρχαν φιλόσοφοι στην Ευρώπη οι οποίοι κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα, αφού η Αρχαία Ελλάδα είχε, ήδη, παράξει αρκετές σχολές σκεπτικών φιλοσόφων. Όμως ο Ελληνορωμαϊκός κόσμος ήταν τόσο γεμάτος με «προκαταλήψεις» και ριζωμένες παραδοσιακές αντιλήψεις ώστε η «πρόοδος», γενικά, πήρε τη μορφή μιας καινούργιας θρησκείας. Εκατοντάδες θρησκείες πρόσφεραν τους μύθους τους και επεδείκνυαν τα τελετουργικά τους στις κοσμοπολίτικες πόλεις της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Εκατοντάδες μεταρρυθμιστές, απ’ την Περσία ως την Ισπανία, δυσανασχετούσαν και βρυχώνταν κατά της αμαρτίας και της προκατάληψης, σχηματίζοντας μικρές «σέκτες» σ’ αυτή την εποχή της πορφύρας και του χρυσού, για να καλλιεργήσουν στα όριά τους τη σκληραγωγία και την αυστηρή αρετή της εγκράτειας.

   Ο Ιησούς ήταν ένας απ’ αυτούς. Και μάλιστα ένας απ’ τους πιο αινιγματικούς και «σκοτεινούς» μεταρρυθμιστές. Καμιά αυθεντική φιλολογική μαρτυρία δεν τον αναφέρει παρά μόνο εκατό χρόνια μετά το θάνατό του. Μόλις και μετά βίας μπορούμε να σκιαγραφήσουμε την προσωπικότητά του απ’ τις μοναδικές φιλολογικές μαρτυρίες που μπορούμε να εμπιστευτούμε. Ξέρουμε πως το άτεγκτο πλαίσιο του Ιουδαϊσμού είχε, όπως άλλωστε κι όλων των άλλων θρησκειών, υποχωρήσει στις «λύσεις» της νέας σκέψης: υπήρχαν ακόμη Φαρισαίοι ή Φονταμενταλιστές. Αλλά υπήρχαν επίσης Σαδδουκαίοι, φιλελεύθεροι και ανθρωπιστές Ραββίνοι, όπως ο Χιλλέλ, εκλεκτικοί φιλόσοφοι όπως ο Φίλων και ασκητικοί επαναστάτες και «Καθαροί» όπως οι Εσσαίοι και οι «Θεραπευτές». Απ’ την τελευταία κατηγορία ξεπηδά, πολύ αινιγματικά, η μορφή του προφήτη της Ναζαρέτ που διδάσκει και μεταδίδει ένα και μόνο διακριτό μήνυμα: την έλευση του τέλους του κόσμου, το οποίο οι οπαδοί του είναι πρόθυμοι να διαδώσουν όταν πλέον πληρώνει το τίμημα της επανάστασής του(σταυρικός θάνατος).

   Ο Ιησούς με το θάνατό του βυθίστηκε στην αφάνεια και τη σκοτεινιά του ταπεινού λαού της Γαλιλαίας. Οι πιο ένθερμοι οπαδοί του, σύμφωνα και με τα Ευαγγέλια, επέστρεψαν στις εστίες τους. Δέκα χρόνια αργότερα μικρές ομάδες ασήμων ανδρών και γυναικών τελούσαν δείπνο στ’ όνομά του σ’ έναν αριθμό ελληνικών και ρωμαϊκών πόλεων. Η καινούργια «αίρεση» που αναφαίνεται είναι απ’ τις λιγότερο επιτυχείς, τις λιγότερο αξιοσέβαστες σ’ αυτό το διασπασμένο θρησκευτικά κόσμο. Βέβαια, αργότερα τα πράγματα άλλαξαν για τους χριστιανούς. Γιατί ο χριστιανισμός, όπως και ο Ιησούς, γεννήθηκε σε στάβλο αλλά μέσα σε λίγους αιώνες άρχισε να «ζει» στα παλάτια των αυτοκρατόρων της Ρωμαϊκής Πολιτείας. Ο Χριστιανισμός, αρχικά, αρνήθηκε να συγχρονιστεί και να συγχωνευτεί με την πιο ισχυρή αυτοκρατορία του τότε γνωστού κόσμου όμως μέσα σε τρεις, τέσσερις αιώνες «κυρίευσε» αυτή την αυτοκρατορία και ύψωσε στους βωμούς της τον ταπεινό λαό-δούλους, γυναίκες, νεαρά εκλεπτυσμένα κορίτσια και αγόρια- ο οποίος αψήφησε τα βασανιστήρια των διωγμών και «αρωμάτισε» τον παρηκμασμένο κόσμο της αρχαιότητας με την ευωδία της εκούσιας θυσίας.

    Αυτό το θρίαμβο του Χριστιανισμού μέσω των πρώτων Μαρτύρων και Αγίων του θα προσπαθήσω να προσεγγίσω με ανοιχτό μυαλό, εξετάζοντας το «σώμα»-corpus των αγιολογικών κειμένων, τα οποία προσέδωσαν μοναδική δόξα και ακατανίκητη δύναμη στην Αρχαία Εκκλησία.

   Από τον δεύτερο ή απ’ το τέλος του πρώτου αιώνα μ.Χ. και μετά, η νέα θρησκεία άρχισε ομολογουμένως να θρέφεται με αμφίβολης ποιότητας και αμφίβολης συνοχής φιλολογικά κατασκευάσματα(απόκρυφα ευαγγέλια, θρύλους για την παιδική και εφηβική ηλικία του Ιησού κ.τ.λ.). Στην αρχή των διωγμών άνοιξε έτσι στους «παραχαράκτες» ένα καινούργιο και μεγαλειώδες πεδίο: αυτό της κατασκευής και συγγραφής θρυλικών, ελκυστικών ιστοριών. Πολύ σωστά και φυσικά οι πρώτοι χριστιανοί αποθησαύρισαν τη μνήμη και τα κατάλοιπα των λίγων ιερέων τους και των απλών παρθένων και ματρώνων που προτίμησαν να πεθάνουν παρά να προδώσουν τη χριστιανική τους πίστη. Με τον τρόπο αυτό, οι κατά τόπους Εκκλησίες, όπως ήταν φυσικό, απόκτησαν περηφάνια για τον αριθμό των μαρτύρων τους, για την ομορφιά της θεάρεστης ζωής τους, για τα θαύματά τους, ακόμη και για την ευγενή τους καταγωγή ή την υψηλή κοινωνική τους θέση.

   Αυτή η φιλολογία που υπήρχε, ήδη, τον 4ο αιώνα μ.Χ. είναι ασήμαντη, ως προς τον όγκο της, σε σχέση με την αγιολογική παραγωγή του Πρώιμου Μεσαίωνα. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ο Πάπας Δαμάσιος σε τοπική Σύνοδο που συγκάλεσε στη Ρώμη ανάμεσα στο 370 και στο 380 μ.Χ. περιλαμβάνει στον πρώτο κατάλογο απαγορευμένων βιβλίων που εξέδωσε η Ρώμη, την περίφημη πλαστή επιστολή του βασιλιά Αύγαρου προς τον Ιησού και την αντίστοιχη απαντητική του Ιησού προς τον Αύγαρο της Έδεσσας στη Συρία. Οι επιστολές αυτές όπως κι άλλα παρόμοια γραπτά κείμενα καταδικάστηκαν ως ψευδείς, ως πλαστογραφίες. Όμως, φυσικά, οι πιστοί συνέχισαν να τις διαβάζουν εφόσον δεν θεσπίστηκαν τιμωρίες για την απαγόρευση της ανάγνωσής τους.

   Μεγάλο μέρος αυτής της φιλολογικής παραγωγής ήταν τόσο γκροτέσκο(χονδροειδές και υπερβολικό) όσο οι μύθοι και οι θρύλοι που κυκλοφορούσαν στον ελληνορωμαϊκό κόσμο.

   Μια σειρά από καθολικούς λογίους και ταυτόχρονα εκκλησιαστικούς αξιωματούχους, η οποία αρχίζει το 17ο αιώνα και φτάνει ως τις μέρες μας, έχει να επιδείξει σταθερή ενασχόληση με το πρόβλημα της «εκκαθάρισης» των Μαρτυρολογίων και των Βίων από ψεύδη, ιστορικές παραχαράξεις και υπερβολές. Απ’ αυτούς τους λόγιους που με κριτικό πνεύμα προσέγγισαν τα Αγιολογικά κείμενα της Αρχαίας Εκκλησίας, αναφέρω ενδεικτικά τους παρακάτω:

   1. Καρδινάλιος Baronius, Βιβλιοθηκάριος της Βιβλιοθήκης του Βατικανού, που το 1600 εξέδωσε την Εκκλησιαστική του Ιστορία με τίτλο «Annales Ecclesiastici».

   2. Πατήρ Pagi, μορφωμένος Φραγκισκανός Μοναχός που αναθεώρησε την Εκκλησιαστική Ιστορία του Baronius.

   3. Μ.Le Nain de Tillemont, Γάλλος ιερέας του β΄ μισού του 17ου αιώνα, ο οποίος έγραψε το μνημειώδες έργο «Αναμνήσεις για την ανασύνθεση και υποστήριξη της Εκκλησιαστικής Ιστορίας των έξι πρώτων αιώνων». Το έργο αυτό εμφανίστηκε μετά τον θάνατό του το 1698 και φτάνει μόλις στην εποχή των Μαρτύρων (τόμος V), πράγμα που σημαίνει ότι το φιλόδοξο έργο του M.Le Nain de Tillemont  έμεινε ανολοκλήρωτο.

   4. Ορθολογιστές κριτικοί όπως οι : Robertson, Drews, Smith, Couchoud κ.ά.

   5. Ο λόγιος Πάπας Βενέδικτος XIV κατά κόσμον  Prosper Lambertini, φίλος του Βολταίρου, που αναθεώρησε και αναμόρφωσε το Μαρτυρολόγιο.

   6. Ο Ιησουΐτης και Βολλανδιστής πατέρας  Hippolyte Delehaye. Οι Βολλανδιστές γενικά είναι οι Ιησουΐτες «σύντροφοι» και διάδοχοι του Bollandus ο οποίος το 17ο αιώνα συνέστησε μια πολύτομη συλλογή των «Πράξεων των Αγίων».



     β) Οι «Αληθινοί» Διωγμοί (Διωγμοί Χριστιανών στην Περσία
απ’ τους αιρετικούς, απ’ τον Ιουλιανό τον Αποστάτη).

   Ο Λακτάντιος, ο χριστιανός ιστορικός του 4ου αιώνα μνημονεύει το μεγάλο διωγμό του Νέρωνα τριάντα χρόνια μετά το θάνατο του Χριστού και είκοσι χρόνια μετά το Διωγμό του Δομιτιανού. Αρκετά αργότερα, για την ακρίβεια τριάντα χρόνια μετά, ο Τραϊανός ανανέωσε την αιματηρή προσπάθεια της εξόντωσης του χριστιανισμού.

   Πάντως για να’ μαστε συνεπείς με την ιστορική αλήθεια δεν μπορούμε να παραδεχτούμε ότι έγιναν περισσότεροι από τρεις Γενικοί, Μεγάλοι Διωγμοί. Αυτό το συμπέρασμα βγάζει ο καθηγητής Gwatkin, ιστορικός της Εκκλησιαστικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Cambridge στο γνωστό του βιβλίο «Dictionary of Religion and Ethics». Ο Δέκιος και ο Διοκλητιανός τον 3ο και 4ο αιώνα ανακήρυξαν Γενικούς Διωγμούς. Ο Βαλεριανός τον 3ο αιώνα πιθανώς έκανε το ίδιο με ηπιότερο τρόπο. Οι υπόλοιποι διωγμοί υπήρξαν περιφερειακές, τοπικής εμβέλειας κινήσεις κατά των αντιπαθών χριστιανών.

   Γιατί όμως η Ρώμη, μια απ’ τις πιο ανεκτικές δυνάμεις, πραγματοποίησε Διωγμούς κατά των χριστιανών; Κάθε αυτοκράτορας είχε τους δικούς του λόγους να υποστηρίζει ή να ενδυναμώνει ένα νόμο. Ο παλιότερος ρωμαϊκός νόμος, ο νόμος των Δώδεκα Τραπεζών, απαγόρευε σ’ οποιονδήποτε να εξασκεί κάποια θρησκεία που δεν είχε επίσημα αναγνωριστεί απ’ το κράτος. Αλλά απ’ την άλλη μεριά το κράτος ήταν αξιοσημείωτα φιλόξενο και αναγνώριζε όλα τα είδη των θρησκειών. Ο χριστιανισμός, όμως, ήταν μισητός κυρίως για τρεις λόγους: πρώτα και απ’ την αρχή εξαιτίας του ότι οι συγκεντρώσεις του ήταν μυστικές και γενικά νυχτερινές. Γι’ αυτό το λόγο συχνά θεωρούνταν όργια αν όχι συνομωσίες. Δεύτερον οι χριστιανοί μιλούσαν με απύθμενη περιφρόνηση για τις αντιλήψεις των παγανιστών-ειδωλολατρών γειτόνων τους, που λάτρευαν τις επίσημες θεότητες της Ρώμης. Τρίτον και καθώς ο καιρός περνούσε, όσο οι δυσκολίες της αυτοκρατορίας αυξάνονταν σε αναλογία με παλιότερες εποχές, οι Χριστιανοί γίνονταν, αντίστοιχα, περισσότερο απειθείς, αρνούμενοι τη στρατιωτική υπηρεσία και σχεδόν λιποτακτούσαν απ’ το στρατό.

   Στον Ρωμαίο ιστορικό Τάκιτο υπάρχει η περιγραφή του Διωγμού του Νέρωνα μισόν αιώνα αργότερα, για την οποία ορισμένοι λόγιοι υποπτεύθηκαν ότι δεν είναι απολύτως γνήσια και ήγειραν την υπόνοια «χριστιανικής» επέμβασης στο κείμενο του Τάκιτου. Τα χωρία της περιγραφής δεν αναφέρουν μόνο ότι ο Ιησούς σταυρώθηκε επί Ποντίου Πιλάτου αλλά και το μαρτύριο αμέτρητης πληθώρας χριστιανών στη Ρώμη ενώ κάτι παρόμοιο συνέβη δύο αιώνες αργότερα. Έτσι η συγκεκριμένη φράση του Τάκιτου παραμένει εξαιρετικά αμφίβολη. Ωστόσο ο τρόπος γραφής του μακρόσυρτου και πυκνογραμμένου κειμένου, το μίσος κατά του παρανοϊκού Νέρωνα που εξαπλώθηκε σ’ όλη τη χριστιανική εκκλησία, η κόκκινη λάμψη κάποιων διωγμών στην Αποκάλυψη, ο ισχυρισμός ότι ο Παύλος οδηγούνταν σιδηροδέσμιος στη Ρώμη, όλα αυτά συνέτειναν στην άποψη για έναν πολύ αυστηρό διωγμό. Ο Νέρωνας, που ήταν βέβαια ανισόρροπο και διαταραγμένο μυαλό, υπήρχε υπόνοια πως έβαλε φωτιά στη Ρώμη, για να έχει τη δόξα να την ξαναχτίσει. Στη συνέχεια κατηγόρησε για την πυρκαγιά τους χριστιανούς και τους τιμώρησε ανελέητα. Όμως δεν έχουμε λόγο να πιστέψουμε ότι τους εξετέλεσε έξω από τη Ρώμη.

   Ο πρώτος μάρτυρας του διωγμού του Νέρωνα είναι ο Άγιος Παυλίνος στου οποίου τον βίο υπάρχει μια αναφορά στον κυβερνήτη της Τοσκάνης. Όμως, κατά την έρευνα του Tillemont, τέτοιος κυβερνήτης Τοσκάνης δεν υπήρξε στην εποχή του Νέρωνα. Και ο ίδιος ερευνητής καταλήγει στο συμπέρασμα πως η ζωή του Παυλίνου δεν μπορεί να χρονολογηθεί με ακρίβεια και εγκυρότητα. Ο Tillemont εξετάζει μια σειρά από βίους εκτός του Αγίου Παυλίνου, όπως του Αγίου Τορπέτου, του Βιταλίου, του Ουρσικίνου, και για όλους διαπιστώνει ασύστολη πολυλογία, που συσκοτίζει ονόματα και γεγονότα, και τρομερή σύγχυση ιστορικών περιστατικών και χρονολογιών.

   Στους βίους του Αγίου Γερβασίου και Προτασίου μνημονεύεται ένα πραγματικά ενδιαφέρον περιστατικό: τον 4ο αιώνα ο Άγιος Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων, ήλθε σε σκληρή σύγκρουση με την αυτοκράτειρα, που ήταν μεν χριστιανή αλλά αρειανή. Για να «αναφλέξει» και να διατηρήσει το ζήλο των Ορθοδόξων πιστών ο Άγιος Αμβρόσιος, όπως παραδίδει η ιστορία, κατευθύνθηκε από μια σειρά οραμάτων να σκάψει στη γη για να ανακαλύψει τα σώματα των παραπάνω πρώιμων μαρτύρων. Έτσι ήρθαν στο φως τα πολύτιμα σώματα του Γερβασίου και του Προτασίου. Τα σώματα ήταν πολύ μεγάλα σε μέγεθος και ο Tillemont παραθέτει την εξήγηση του Αμβροσίου γι’ αυτό, σύμφωνα με την οποία το μεγάλο μέγεθος αποδεικνύει την αρχαιότητα καθώς οι άνθρωποι στα παλιά, καλά χρόνια  υπήρξαν πιο μεγάλοι σε μέγεθος και σπουδαιότητα. Ο άγιος Αυγουστίνος που κατά σύμπτωση βρισκόταν τότε στο Μιλάνο μας δίνει την πληροφορία πως τα σώματα παρέμειναν με θαυματουργικό τρόπο αδιάφθορα, ενώ ο Αμβρόσιος μας αποκαλύπτει πως εν τέλει βρήκε μόνο κόκαλα. Τελικά ο Tillemont αποδεικνύει πως η παράξενη ιστορία του Γερβασίου και Προτασίου στηρίχτηκε σε κατεσπαρμένα και αμφίβολης ποιότητας έργα του Αμβροσίου Μεδιολάνων.

 Η αλήθεια είναι πως κανείς σήμερα δεν μπορεί να γνωρίζει ακριβώς πόσοι χριστιανοί θανατώθηκαν απ’ τις ρωμαϊκές αρχές κατά τη διάρκεια των διωγμών. Τον αριθμό των μαρτύρων που υπολογίζει ο Tillemont, o Bολλανδιστής  Delehaye τον μειώνει κατά μια εκατοντάδα και άλλοι ανεξάρτητοι κριτικοί ακόμη περισσότερο.

  Οι αυτοκράτορες Δέκιος(249-251μ.Χ.), Βαλεριανός(257μ.Χ.) και Διοκλητιανός(303μ.Χ.) εξαπέλυσαν γενικούς και συστηματικούς διωγμούς κατά των Χριστιανών. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία στο μυαλό οποιουδήποτε ιστορικού πως στην προσπάθειά τους να καταπιέσουν, να εξοντώσουν ή να ελέγξουν το χριστιανισμό-αρχικά και σε κάθε περίπτωση με τις ελαφρότερες ποινές-επεδίωκαν παράλληλα να διατηρήσουν τον πλούτο του κράτους που την εποχή εκείνη βρισκόταν σε παρακμή. Ο καθηγητής Gwatkin παρατηρεί πως πολλοί χριστιανοί ήταν απρόθυμοι να υπερασπίσουν την αυτοκρατορία και απ’ την άλλη μεριά έτειναν στο να καλωσορίσουν τους Γότθους και τους Πέρσες ως ελευθερωτές. Τα διατάγματα του Διοκλητιανού σχίστηκαν  από χριστιανούς στο ίδιο του το παλάτι που προστάτευε τα γυναικόπαιδά του. Πριν το Διοκλητιανό η Εκκλησία είχε διανύσει σαράντα χρόνια ειρηνικής ζωής και είχε αναπτυχθεί επαρκώς, ώστε να καταστήσει τη διδασκαλία της γεγονός μεγάλης σημασίας. Παρόλα αυτά, σε κανένα από τα τρία διατάγματα του Διοκλητιανού δεν επιβάλλεται η θανατική  ποινή ως τιμωρία.

 

  Διωγμοί Χριστιανών στην Περσία.

Καθώς το Ευαγγέλιο εξαπλωνόταν στην Περσία, οι ειδωλολάτρες ιερείς που λάτρευαν τον ήλιο, θορυβήθηκαν και φοβήθηκαν για την απώλεια της επιρροής τους πάνω στα μυαλά των ανθρώπων και στις περιουσίες τους. Ο αυτοκράτωρ Σαπώρ που έτρεφε μια φυσική αντιπάθεια προς το Χριστιανισμό, εύκολα πίστευε σ’ ό,τι λεγόταν κατά των Χριστιανών και γι’ αυτό έδωσε διαταγές να τους εκτελούν σ’ όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας του. Έτσι, πολλοί επιφανείς εκπρόσωποι της εκκλησίας και του κράτους μαρτύρησαν επί της βασιλείας του.

 Ο Μέγας Κωνσταντίνος, μιλώντας για τις νίκες του απέναντι σε αντίπαλους αυτοκράτορες της εποχής του, είπε τα παρακάτω: «Όλους αυτούς τους υπέταξα  μόνο με την πίστη στο Χριστό. Γιατί ο Θεός ήταν ο βοηθός μου που μου έδωσε τη νίκη στη μάχη και μ’έκανε θριαμβευτή στους εχθρούς μου. Γι’ αυτό μου χάρισε ένα τόσο τεράστιο βασίλειο το οποίο εκτείνεται από τον δυτικό ωκεανό σχεδόν μέχρι τα έσχατα μέρη της ανατολής. Για την απόκτηση αυτής της επικράτειας (αυτοκρατορίας) δεν προσέφερα θυσίες σε αρχαίες θεότητες ούτε έκανα χρήση της γοητείας ή θεοποίηση, παρά μόνο προσέφερα-έκανα προσευχές στον Παντοδύναμο Θεό και ακολούθησα τον σταυρό του Χριστού. Αγαλλίαση θα νιώσω αν ο θρόνος της Περσίας γνωρίσει, επίσης, δόξα με το να αγαλλιάσει τους Χριστιανούς. Έτσι, κι εσείς με εμένα και αυτοί με εσάς, είθε να χαρούν όλοι μαζί την ευτυχία.

   Ως αποτέλεσμα αυτής της έκκλησης, ο διωγμός, προς στιγμήν, σταμάτησε, αλλά αναζωπυρώθηκε στα κατοπινά, όταν ένας άλλος βασιλιάς κατόρθωσε να ανεβεί στο θρόνο της Περσίας.

 

   Διωγμοί από Αρειανούς  αιρετικούς.

   Ο ιδρυτής της Αρειανής αίρεσης ήταν ο Άρειος, ένας αυτόχθονας της Λιβύης και ιερέας στην Αλεξάνδρεια, ο οποίος κατά το 318 μ.Χ., άρχισε να δημοσιεύει τις διαφωνίες του. Αφορίστηκε από μια σύνοδο που αποτελούνταν από Λίβυους και Αιγύπτιους επισκόπους και αυτή η καταδίκη επιβεβαιώθηκε από την οικουμενική σύνοδο της Νίκαιας, το 325 μ.Χ. Μετά το θάνατο του Μεγάλου Κωνσταντίνου, οι Αρειανοί βρήκαν τρόπους να αποσπάσουν για τους εαυτούς τους τη χάρη του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, γιού του και διαδόχου του στην Ανατολή. Και άρχισε ένας διωγμός εναντίον των ορθοδόξων Επισκόπων και του κλήρου. Ο ένδοξος Αθανάσιος και άλλοι επίσκοποι καθαιρέθηκαν και οι θέσεις τους γέμισαν από Αρειανούς.

   Στην  Αίγυπτο και στη Λιβύη, τριάντα επίσκοποι μαρτύρησαν και πολύ άλλοι χριστιανοί βασανίστηκαν άγρια. Και το 386 μ.Χ. ο Γεώργιος, ο Αρειανός επίσκοπος της Αλεξάνδρειας με την εγγύηση του αυτοκράτορα, άρχισε ένα διωγμό σε αυτή την πόλη και στα προάστειά της και τον συνέχισε με την πιο στυγνή αυστηρότητα. Βοηθήθηκε σε αυτή τη διαβολική πράξη από τον Κατωφόνιο, κυβερνήτη της Αιγύπτου, τον Σεβάστιο, στρατηγό των αιγυπτιακών δυνάμεων, τον θησαυροφύλακα, και τον Ηράκλειο, έναν Ρωμαίο αξιωματούχο.

   Οι διώξεις τώρα μαίνονταν με τέτοιο τρόπο ώστε ο κλήρος διώχτηκε απ’ την Αλεξάνδρεια, οι εκκλησίες σφραγίστηκαν, και τα σοβαρά παραπτώματα που διαπράχθησαν από τους Αρειανούς αιρετικούς ήταν τόσο φοβερά όσο εκείνα που είχαν διαπραχθεί από τους παγανιστές ειδωλολάτρες. Αν ένας άνθρωπος που κατηγορούνταν πως ήταν χριστιανός, δραπέτευε, έπειτα όλη του η οικογένεια εξολοθρεύονταν και οι απόγονοί της φυλακίζονταν.

 

 

 

   Διωγμός υπό τον Ιουλιανό τον Αποστάτη.

    Αυτός ο αυτοκράτορας ήταν γιός του Ιούλιου Κωνστάντιου και ανιψιός του Κωνσταντίνου του Μεγάλου. Σπούδασε τις αρχές της Γραμματικής υπό την καθοδήγηση του Μαρδόνιου, ενός ευνούχου και ένθερμου υποστηρικτή της Κωνσταντινούπολης. Ο πατέρας του τον έστειλε, μετά από λίγο καιρό, στην Νικομήδεια, για να μυηθεί στην χριστιανική θρησκεία από τον επίσκοπο Ευσεβίου, τον υποτελή του, αλλά οι αρχές του διαφθάρθηκαν από τις «κακές» διδαχές του Εκεβολίου του ρήτορα και του Μάξιμου του μάγου.

    Ο Κωνστάντιος πέθανε το έτος 361 και ο Ιουλιανός τον διαδέχτηκε. Δεν πρόλαβε καλά-καλά να πάρει την εξουσία και αποκήρυξε τον Χριστιανισμό ενώ ενστερνίστηκε τον παγανισμό, ο οποίος για κάποια χρόνια είχε περιπέσει σε μεγάλη δυσμένεια. Αν και επανέφερε-αποκατάστησε την ειδωλολατρική λατρεία δεν έβγαλε δημόσια διατάγματα εναντίον του Χριστιανισμού. Ανακάλεσε όλους τους εξόριστους παγανιστές, επέτρεψε την ελεύθερη εξάσκηση της θρησκείας κάθε είδους, αλλά αποστέρησε, όλους τους χριστιανούς, από θέσεις στο δικαστήριο, στη διοίκηση ή στο στρατό. Ήτανε αγνός, ψύχραιμος, σε εγρήγορση, εργατικός και ευσεβής. Επίσης απαγόρευσε στον κάθε χριστιανό να έχει σχολή ή δημόσιο σεμινάριο εκμάθησης και αποστέρησε όλους τους χριστιανούς από τα προνόμια που τους είχε παραχωρήσει ο Κωνσταντίνος ο Μεγάλος.

   Ο Επίσκοπος Βασίλειος έκανε, αρχικά, γνωστό τον εαυτό του από την εναντίωσή του στον Αρειανισμό, η οποία τον έφερε αντιμέτωπο με την οργή του Αρειανού επισκόπου της Κωνσταντινούπολης. Εναντιώθηκε εξίσου στον παγανισμό.



     γ) Η «κατασκευή» των Μαρτύρων.

    Η σπουδή των βίων των μαρτύρων και των αγίων και η εξιχνίαση της διαδικασίας κατασκευής τους αποκαλείται σήμερα Επιστήμη της Αγιογραφίας ή Αγιολογίας. Εμπεριέχει τις εργασίες εκατοντάδων σημαντικών λογίων των τελευταίων εκατό χρόνων, εκ των οποίων μόνο μια μικρή μειοψηφία υπήρξαν ρασιοναλιστές. Κορυφαίοι Καθολικοί λόγιοι όπως ο Μgr. Duchesne, σπουδαίοι προτεστάντες λόγιοι, όπως ο Harnack και πολλοί άλλοι, λιγότερο γνωστοί αλλά όχι λιγότερο αφοσιωμένοι ερευνητές, συνεργάστηκαν στην έρευνα των μαρτυρίων και των βίων των αγίων των παλαιοχριστιανικών χρόνων.

   Το αποτέλεσμα είναι φανερό στο έργο του Dr. Albert Ehrhard: “Die altchristliche Literature”. O Ehrhard είναι καθολικός, όμως συνοψίζει, συμπυκνώνει και τελικά επικυρώνει το έργο των προηγούμενων κριτικών. Μας παραδίδει τους συγγραφείς και τους τίτλους περισσότερων των χιλίων βιβλίων και δοκιμίων που πραγματεύονται κριτικά το ζήτημα της εγκυρότητας των μαρτυρολογίων. Ο Neumann, για παράδειγμα, μας πληροφορεί πως έχει κάνει μια ειδική μελέτη όλων των θρύλων και των μύθων των μαρτύρων επί Κομμόδου αυτοκράτορος και διαπίστωσε ότι σχεδόν όλοι τους, εκτός από δύο ή τρεις, είναι φαλκιδευμένοι. Περαιτέρω, μελέτησε εξονυχιστικά την ιστορία της Αγίας Felicitas  και των επτά υιών της και κατέδειξε ότι, στην περίπτωση αυτή, δύο τελείως διαφορετικές εκδοχές του θρύλου έχουν συγχωνευτεί, έτσι ώστε η Αγία να αποκτά πραγματικά τους επτά υιούς της κατά την περίοδο του Μεσαίωνα. Ο Delehaye, ένας Ιησουΐτης μελετητής προέβη σε μια ειδική μελέτη των μαρτύρων της Ρωμαϊκής Εκκλησίας και διαπίστωσε ότι όλες οι  «Πράξεις» τους – συμπεριλαμβανομένων και των πολύτιμων αφηγήσεων για την Αγία Αγνή και την Αγία Καικιλία- είναι μεταγενέστερα συμπιλήματα τα οποία δεν μαρτυρούν αναφορές σε προγενέστερες πηγές.

   Ο Duchesne μελέτησε ιδιαίτερα τα Μαρτυρολόγια που αναφέρονται σε γαλλικής καταγωγής αγίους. Ο Εhrhard  μελέτησε τους Έλληνες μάρτυρες και ο καθηγητής von Gebhardt ξόδεψε σχεδόν μια ζωή στη μελέτη των «Πράξεων του Παύλου και της Θέκλας» και όπως παρατηρεί ο πατέρας Delehaye, «το αποτέλεσμα μας δείχνει τη μοιραία πορεία μέσα στο χρόνο των αγιογραφικών κειμένων, τα οποία παλιότερα είχαν υπερτιμηθεί ως θρησκευτικές και ιστορικές πηγές. Ο καθηγητής Usener και άλλοι λόγιοι κατέδειξαν ότι παγανιστικές θεότητες μεταμορφώθηκαν, μετασχηματιζόμενες στα βασικά τους στοιχεία σε χριστιανούς μάρτυρες. Άλλοι μελετητές ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με την κατηγορία των αγιοποιημένων ηθοποιών που, ως ειδωλολάτρες, αρνήθηκαν να παρωδήσουν τους χριστιανούς στη σκηνή, εξαγοράζοντας έτσι την προηγούμενη άτακτη και αμαρτωλή ζωή τους με το μαρτύριο. Σ’ αυτή την κατηγορία, η τυπολογία της οποίας αποδείχτηκε ιδιαίτερα δημοφιλής, αποτελώντας τη βάση για πολλούς βίους μαρτύρων, εντάσσονται τα μαρτύρια των Αγίων: Γενεσίου, Γελασίνου, Αρδαλίωνος, Πορφυρίου, Φιλήμωνος και άλλων.

  Πρέπει ν’ αναφερθεί πως στο χώρο των Ιησουϊτών λογίων ο μορφωμένος ταυτίζεται με το Βολλανδιστή. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είναι μέλος της μόνιμης επιτροπής ή της Εταιρείας-Κοινωνίας των Βολλανδιστών μελετητών, που απ’ το 17ο αιώνα, υπό την εποπτεία, επιστασία και καθοδήγηση του πατρός Βοlland, συγκέντρωσε αγιολογικά κείμενα, δημιουργώντας την πιο μνημειώδη συλλογή Μαρτυρολογίων και βίων Αγίων που υπήρξε ποτέ. Έως την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης οι Βολλανδιστές είχαν εκδόσει 53 τεράστιους τόμους που περιείχαν τους βίους 25.000 Αγίων και μαρτύρων. Για τον τρόπο κατασκευής  και δημιουργίας των πρώιμων αγιολογικών κειμένων οι Ιησουΐτες μελετητές διαπίστωσαν πως ισχύουν οι συνήθεις διαδικασίες, οι οποίες, στο πέρασμα του χρόνου, καταλήγουν στη σύνθετη παραγωγή τέτοιων κειμένων. Η αρχική συγγραφική εκδοχή ενός βίου-αγιολογικού κειμένου τροποποιείται μέσα στους αιώνες γιατί οι αντιγραφείς του είναι συνήθως απρόσεκτοι ή καταγράφουν τις παρατηρήσεις τους στο περιθώριο του κειμένου ή αντίθετα αισθάνονται ότι αυτό είναι ένα έργο τέτοιας ευσέβειας και ιερότητας που είναι αδύνατον ν’ αγγίξουν, έστω και λίγο, τροποποιώντας την, την αρχική του αφήγηση. Μ’ αυτό τον τρόπο τα κείμενα των βίων σώζονται σε αρκετά διαφορετικές εκδοχές σ’ Ανατολή και Δύση και οι μεγάλοι συγγραφείς βίων και μαρτυρολογίων του 5ου, 6ου και 7ου αιώνα προσπάθησαν να συγχωνεύσουν αυτές τις διαφορετικές εκδοχές και να εισαγάγουν στο τελικό τους κείμενο και την παραμικρή λεπτομέρεια που τυχόν έβρισκαν ν’ αναφέρεται στις πηγές τους.

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

1. Thomas Head, The Cult of the Saints and their Relics. Hunter College and the Graduate Center CUNY.http://orb.rhodes.edu/encyclop/religion/hagiography/cult.htm (7/3/2000).

2. Joseph Mc Cabe, The Story of Religious Controversy. http://www.infidels.org/library/historic...be/religious_controversy/chapter_15html (17/5/2000).

3.Beck, Hans-Georg, Kirche und Theologische Literatur im Byzantinischen Reich (Munich, 1959).

4. Leroy Julien, Le cursus canonique chez S. Thιodore Studite, EphL 68, 1954, 5-19.

5. Rezac Giovanni, Le diverse forme di unione fra i monasteri orientali, OCA 153, 1958, 99-135.



     Κεφ.2 H λατρεία των λειψάνων των αγίων στο Πρώιμο Βυζάντιο.

  Οι  Άγιοι ήταν κατά τη διάρκεια της ζωής τους και μετά το θάνατό τους  μέλη-κλειδιά όχι μόνο για τη χριστιανική κοινότητα αλλά και για ολόκληρη τη μεσαιωνική βυζαντινή κοινωνία. Ως φίλοι του Θεού ή στρατιώτες  του Χριστού οι Άγιοι κατείχαν τεράστια δύναμη. Θεωρητικά όλοι όσοι  είχαν μετοικήσει στην αυλή του Θεού ήταν άγιοι, αλλά πρακτικά οι χριστιανικές εκκλησίες παρείχαν σε σχετικά μικρό αριθμό ανθρώπων τον τίτλο του αγίου και το προνόμιο της δημόσιας  προσκύνησης. Η προσκύνηση και η λατρεία των ανθρώπων που θεωρήθηκαν άγιοι βρίσκεται στην καρδιά των τελετουργικών πρακτικών της ύστερης αρχαιότητας και της μεσαιωνικής, χριστιανικής κοινωνίας σε Ανατολή και Δύση. Μέσω της λατρείας των λειψάνων οι ζώντες χριστιανοί μπορούσαν ν’ αναζητήσουν την προστασία και βοήθεια του εξαγνισμένου, εξαγιασμένου νεκρού προσώπου που τώρα βρισκόταν στον παράδεισο. Εκτός απ’ τα λείψανα, η προσκύνηση των εικόνων των Αγίων, υπήρξε εξίσου σημαντική στις βυζαντινές περιοχές.

   Οι χριστιανοί δια μέσου των Αγίων γίνονται κατά κανόνα ικανοί να πραγματοποιούν θαύματα με τη θεϊκή επικουρία. Μπορούσαν να θεραπεύσουν την ασθένεια, να αντιμετωπίσουν την πείνα, να σβήσουν καταστροφικές πυρκαγιές, να νικήσουν τους εχθρούς. Οι υπερφυσικές δυνάμεις των Αγίων, πάντα εντυπωσιακές και χρήσιμες, μπορούσαν να απευθύνουν αιτήσεις των θνητών στο Θεό με σκοπό αυτός να ευνοήσει τους προστατευόμενούς τους. Αφού ο χριστιανισμός διακήρυσσε την παγκοσμιότητα της αμαρτίας και τη συνακόλουθη θεϊκή κρίση και τιμωρία της, αν οι άνθρωποι επιθυμούσαν να απαλλαγούν απ’ τις συνέπειες των αμαρτιών τους, έπρεπε ν’ αναζητήσουν τη βοήθεια ενός αγίου. Οι ζωντανοί προσδοκούσαν θαύματα, όταν τα ζητούσαν απ’ τους Αγίους. Η υπερφυσική δύναμη που κατείχαν οι Άγιοι προέκυπτε ως άμεσο αποτέλεσμα του τρόπου ζωής τους ενόσω ζούσαν. Είναι σημαντικό, ωστόσο, να θυμόμαστε ότι αυτή η δύναμη πιστευόταν ότι προέρχεται κατευθείαν απ’ το Θεό και ότι η τιμή που αποδιδόταν στους Αγίους θεωρούνταν ένα μέσο λατρείας του Θεού. Ο Αυγουστίνος της Ιππώνος παρατηρεί σχετικά (d. 430) : «Οι προσφορές μας στα ιερά είναι προσφορές προς το Θεό. Οι μάρτυρες έχουν το δικό τους χώρο τιμής αλλά δεν λατρεύονται σε αντικατάσταση του Χριστού».

   Το φύλο και ο μισογυνισμός επηρέασαν και δόμησαν τη θεωρία και την πράξη της προσκύνησης των λειψάνων στη μεσαιωνική χριστιανική κοινωνία με πολλούς τρόπους. Οι γυναίκες πάντοτε αποτελούσαν μειοψηφία ως τιμώμενες και εορταζόμενες αγίες απ’ τις χριστιανικές κοινότητες και ακόμη μικρότερη πλειοψηφία ανάμεσα σ’ εκείνους τους αγίους που τα λείψανά τους προσκυνούνταν ευρέως. Οι ζώσες γυναίκες αποκλείονταν σε μεγάλο βαθμό από εκείνες τις θέσεις της θρησκευτικής και πολιτικής ιεραρχίας που είχε αρμοδιότητα σε ζητήματα λατρείας αγίων. Ακόμη οι γυναίκες κατά καιρούς αποκλείονταν απ’ την πρόσβαση σε λείψανα αγίων. Ταυτόχρονα οι κληρικοί θεωρούσαν τις γυναίκες πιο επιρρεπείς απ’ τους άνδρες σε επικίνδυνες προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες, γεγονός που μπορούσε να τις οδηγήσει σε απαγορευμένες ατραπούς ως προς τη χρήση των αγίων λειψάνων. Οι μάρτυρες ήταν εκείνοι που πρωτοαναγνωρίστηκαν ως  άγιοι απ’ τις χριστιανικές προσκυνώντας και λατρεύοντας τα λείψανά τους. Η πρωϊμότερη αφήγηση της χριστιανικής αγιογραφίας, το μαρτύριο του αγίου Πολυκάρπου (περίπου 167 μ.Χ.), καταγράφει και τη διατήρηση του σώματος του μάρτυρος ως ιερού κειμηλίου και τον εορτασμό της μέρας του θανάτου του ως θρησκευτικής πανηγύρεως. Έτσι είναι φανερό ότι και η λατρεία των αγίων λειψάνων και η εκκλησιαστική-λειτουργική λατρεία των αγίων, ανάγουν την καταγωγή τους στις πρώιμες χριστιανικές κοινότητες.

   Οι χριστιανοί γιόρταζαν τη μνήμη των μαρτύρων με γιορτές που λάμβαναν χώρα κοντά στους τάφους τους σε υπαίθρια κοιμητήρια. Μικροί ιεροί χώροι ανηγέρθησαν επίσης πάνω από τάφους μαρτύρων όπως για παράδειγμα του Πέτρου στο Βατικανό λόφο της Ρώμης. Όμως μόνο με την έκδοση του διατάγματος των Μεδιολάνων (313) και άλλων επισήμων αναγνωρίσεων του χριστιανισμού η δημόσια λατρεία μαρτύρων και αγίων απέκτησε καθολική αποδοχή και άρχισε ν’ αναπτύσσεται πραγματικά. Μια Σύνοδος Επισκόπων στη Γάγγρα το 340 μ.Χ. έφτασε στο σημείο να εκδώσει διάταγμα αφορισμού για κάθε χριστιανό που τολμούσε ν’ αμφισβητήσει την ιερότητα των λειψάνων. Στη διάρκεια του 4ου αιώνα κτίστηκαν μεγαλοπρεπείς εκκλησίες στα ιερά- μαρτύρια πολλών μαρτύρων. Και εδώ όπως και σ’ άλλες πτυχές της οργάνωσης της χριστιανικής εκκλησίας ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος έχει την πρωτοκαθεδρία κτίζοντας μια επιβλητική εκκλησία πάνω στον τάφο του αποστόλου Πέτρου. Αυτά τα ιερά, συνήθως απομακρυσμένα απ’ τα τείχη των πόλεων αποτέλεσαν ένα στοιχείο-κλειδί στην αστική τοπογραφία της ύστερης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Μερικά απ’ αυτά τα πρώιμα μαρτύρια ήταν αφιερωμένα σε γυναίκες όπως το ιερό της Ευλαλίας στη Μερίντα της Ισπανίας, της Κρισπίνας στη Θήβεσσα της Τυνησίας και της Θέκλας στη Σελεύκεια της Μ.Ασίας. Ίσως το πιο σπουδαίο απ’ αυτά να ήταν το ιερό της Αγίας Ευφημίας στη Χαλκηδόνα κοντά στην Κων/πολη, ένα μαζικό συγκρότημα που αποτελούνταν από τρεις χωριστές εκκλησίες. Σύμφωνα με τον Ευάγριο τον Ποντικό (+ 399), μέσω μιας μηχανικής κατασκευής, οι πιστοί της Αγίας Ευφημίας εισήγαγαν σφουγγάρια στον τάφο της τα οποία καλύπτονταν με το θαυματουργό αίμα της απορροφώντας το, γινόμενα μ’ αυτό τον τρόπο τα ίδια ιερά λείψανα τα οποία οι προσκυνητές μπορούσαν να πάρουν μαζί τους φεύγοντας.

   Με την επίσημη αποδοχή του χριστιανισμού ασκητές και αργότερα Επίσκοποι, διδάσκαλοι και άλλοι, θεωρήθηκαν άγιοι υπό τον τίτλο του ομολογητού και του ιατρού των ψυχών, εφόσον κήρυτταν και δίδασκαν την ορθή πίστη. Κανείς δεν μπορούσε να γίνει άγιος σε πλήρη απομόνωση απ’ τη χριστιανική κοινότητα: έπρεπε πρώτα να γίνει αποδεκτός ως ενσάρκωση της αγιότητας απ’ την κοινότητα και αργότερα ν’ αναγνωριστεί επίσημα απ’ τις εκκλησιαστικές αρχές.

   Όσον αφορά τη γυναικεία αγιότητα στους πρώιμους χριστιανικούς χρόνους, πρέπει να τονιστεί πως έπαιξε μεγάλο ρόλο στην καθιέρωση και στην εδραίωση της λατρείας των αγίων λειψάνων. Οι γυναίκες ως πιστές χριστιανές και ταυτόχρονα ως φορείς της αρχαίας μεσογειακής κοινωνικής παράδοσης αναλάμβαναν σημαντικές υπευθυνότητες κατά την ταφή και την κηδεία του νεκρού. Οι χριστιανές γυναίκες της ρωμαϊκής αριστοκρατίας ενεπλάκησαν απ’ την αρχή στενά στη διαδικασία της εξεύρεσης και της κατασκευής ιερών για τα λείψανα των μαρτύρων. Και ενώ αυτή τους η δραστηριότητα μειωνόταν απ’ τον αυξημένο επισκοπικό έλεγχο στη λατρεία των λειψάνων, οι γυναίκες των αυτοκρατορικών και αργότερα κι άλλων αριστοκρατικών οικογενειών θα συνέχιζαν επί μακρόν να εξασκούν σημαντική επιρροή στη σύσταση και ίδρυση καινούργιων χριστιανικών προσκυνημάτων. Πραγματικά δύο απ’ τις σπουδαιότερες ανακαλύψεις αγίων λειψάνων στον ύστερο ρωμαϊκό κόσμο αποδίδονται σε γυναίκες, αφού ως τα χρόνια του Αμβροσίου Μεδιολάνων (+397 μ.Χ.), η μητέρα του Κων/νου Αγία Ελένη (+330 μ.Χ.) ανακάλυψε τα απομεινάρια του Τιμίου σταυρού στο Γολγοθά, ενώ η αυτοκράτειρα Πουλχερία επέβλεψε την ανακάλυψη των λειψάνων των Σαράντα Μαρτύρων της Σεβάστειας το 451. Οι γυναίκες επίσης συγκαταλέγονται στους πιο αφοσιωμένους πανηγυριστές των ιερών χριστιανικών γιορτών που συρρέουν μαζικά στα ιερά των αγίων.

  Η λατρεία των σημαντικών μαρτύρων και αγίων, είτε πανχριστιανική είτε τοπική, έλαβε με το χρόνο καθορισμένη μορφή περιλαμβάνοντας ανάγνωση αποσπασμάτων από το βίο του μάρτυρα-αγίου και μεγαλοπρεπείς τελετουργίες και πομπές περιφοράς των αγίων λειψάνων τους. Ιδιαίτερα οι μοναστικές κοινότητες είχαν υιοθετήσει μια σειρά εορτών μνημόνευσης των αγίων και προσευχής για τη μεσολάβησή τους στο Θεό. Λειτουργικά ημερολόγια και Μηναία συνδεόμενα με περιφέρειες, μοναστήρια και μοναχικά τάγματα διασώζονται αρκετά σε μεσαιωνικά λειτουργικά χειρόγραφα, ιδιαίτερα σε μαρτυρολόγια και συλλογές αγιογραφικών αναγνωσμάτων.

   Για να κατανοήσουμε καλύτερα τις θρησκευτικές πρακτικές με τις οποίες συνδέονται τα λείψανα στο μεσαιωνικό χριστιανισμό είναι ζωτικής σημασίας να τις θεωρήσουμε υπό το πρίσμα μιας εσχατολογικής προοπτικής. Ένας άγιος ήταν πάνω απ’ όλα μια ψυχή που κατοικούσε στον παράδεισο. Την ημέρα της κρίσης κάθε ανθρώπινο σώμα θα επανασυντεθεί στα εξ’ ων συνετέθη, σύμφωνα με τις πεποιθήσεις της χριστιανικής θεολογίας. Έτσι τα λείψανα των αγίων ήταν μια ζωντανή απόδειξη της αέναης σωματικής τους υπόστασης στον κόσμο του εδώ και στον κόσμο του επέκεινα. Ιδωμένος μέσα σ’ αυτή την προοπτική ένας τάφος αγίου ή μια λειψανοθήκη αποτελούσε έναν ζωντανό διάμεσο-διαμεσολαβητή του ανθρώπου προς το Θεό. Επομένως τα ιερά λείψανα δεν ήταν απλώς σύμβολα των αγίων αλλά η συνεχιζόμενη φυσική τους παρουσία στον κόσμο. Όπως αναφέρει μια επιγραφή του 5ου αιώνα στον τάφο του αγίου Μαρτίνου της Tours (397 μ.Χ.): «Εδώ κείτεται ο ιεράς μνήμης Επίσκοπος Μαρτίνος, του οποίου η ψυχή βρίσκεται στα χέρια του Θεού, αλλά ο οποίος βρίσκεται συνέχεια ανάμεσά μας αποδεικνύοντας με τη δύναμη των θαυμάτων του τη χάρη και την ευλογία του». Και σύμφωνα με τον σύγχρονο μελετητή Peter Brown «τα λείψανα υπήρξαν τα συνδετικά στοιχεία γης και ουρανού».

   Ορισμένα λείψανα αγίων τοποθετούνταν σε βωμούς εκκλησιών ως μέρος της διαδικασίας της καθιέρωσής τους ή τοποθετούνταν σε περίτεχνα διακοσμημένες λειψανοθήκες. Αυτές είτε βρισκόντουσαν σε εκκλησίες για δημόσια προσκύνηση, είτε σε ιδιωτικές οικίες πλουσίων ανθρώπων για ιδιωτική λατρεία. Οι κανονικές διατάξεις πάντως επέβαλαν να διατηρούνται τα λείψανα των αγίων και να φυλάσσονται στους βωμούς των εκκλησιών ως συστατικό στοιχείο της θεμελίωσής τους. Τα λείψανα σύμφωνα με τις πεποιθήσεις των πρώτων χριστιανικών χρόνων, δεν ωφελούσαν τους χριστιανούς μόνο στη διάρκεια της επίγειας ζωής τους, αλλά και κατά το θάνατό τους: οι ταφές κοντά στα ιερά αγίων που φυλάσσονταν λείψανα (ad. Sanctus) εκτιμώνταν και επιδιώκονταν ιδιαίτερα, αφού κατά την ημέρα της κρίσης η υπερφυσική δύναμη του λειψάνου θα μπορούσε να συμπαρασύρει το γειτνιάζοντα νεκρό στην αιώνια δόξα.

   Η παλαιότερη καταγραφή συλλογής λειψάνων μαρτύρων εντοπίζεται στο Μαρτύριο του Αγίου Πολυκάρπου (156 μ.Χ.). Πολυάριθμες, παρόμοιες αναφορές επιβιώνουν απ’ την περίοδο των διωγμών, εκ των οποίων περίπου οι μισές προέρχονται από τους βίους γυναικών μαρτύρων. Η δημόσια προσκύνηση των λειψάνων αυξήθηκε σε σημασία και γεωγραφική διασπορά κατά τη διάρκεια του 4ου και ως τις πρώτες δεκαετίες του 5ου αιώνα μ.Χ., ιδιαίτερα υπό την σθεναρή επιρροή και προτροπή του Αμβροσίου Μεδιολάνων(397). Απ’ αυτή, τουλάχιστον, την εποχή η εκκλησιαστική ιεραρχία άρχισε να εξασκεί εξουσία και να καταβάλλει έντονες προσπάθειες στο να ελέγξει την προσκύνηση και λατρεία των λειψάνων απ’ τους λαϊκούς των χριστιανικών κοινοτήτων(ποίμνιο). Απασχολήθηκε και με την αυθεντικότητα των ίδιων των λειψάνων και με την ορθοδοξία των πρακτικών λατρείας και προσκύνησής τους.



     Κεφ.3 Αναλυτική παρουσίαση Μαρτυρολογίων-Συναξαρίων-Βίων Αγίων (3ος-6ος αι. μ.Χ.)-Προβλήματα που θέτουν. Επί μέρους Παρατηρήσεις-Επισημάνσεις.

   Η λέξη Συναξάριον παράγεται από τη λέξη σύναξη. Στη γλώσσα της Εκκλησίας η λέξη σύναξη σημαίνει τη συνάθροιση των πιστών στο ναό προς τιμήν κάποιου αγίου. Στις συνάξεις αυτές οι Χριστιανοί από πολύ παλιά διάβαζαν κείμενα που μιλούσαν για τη ζωή των αγίων. Τα κείμενα αυτά πήραν σιγά-σιγά την ονομασία Συναξάρια. Βέβαια, οι συγκεντρώσεις των πιστών στους ναούς γίνονται και για να τιμηθούν δι άφορα γεγονότα από τη ζωή του Χριστού και της Παναγίας. Γίνονται επίσης για να τιμηθούν οι άγγελοι, οι ευρέσεις και οι επανευρέσεις ιερών λειψάνων, διάφορα γεγονότα και υποθέσεις από την εκκλησιαστική ιστορία και γενικά το σχέδιο της θείας «οικονομίας». Στο παρελθόν σε κάθε τέτοια περίσταση το Συναξάριο διαβαζόταν ανάμεσα στις ωδές των κανόνων. Στα βιβλία της Εκκλησίας μετά το Κοντάκιο, τον Οίκο και το Μηνολόγιο με τους στίχους ακολουθεί συνήθως ένα υπόμνημα σε πεζό λόγο που μιλάει για την υπόθεση της εορτής. Το υπόμνημα αυτό είναι το Συναξάριο. Δεν πρόκειται για πλήρη βιογραφία του αγίου ή λεπτομερή έκθεση της υποθέσεως της εορτής. Είναι σχεδόν μια περιληπτική αναφορά όλων αυτών. Ακόμη και όταν είναι κάπως εκτεταμένο, το Συναξάριο δεν εξαντλεί πλήρως την εορταζομένη υπόθεση.

   Τα Συναξάρια περιέχουν πολλές αλήθειες της πίστεως. Δεν είναι όμως δογματικά κείμενα με την αυστηρή σημασία του όρου και, φυσικά, δεν αρκούν μόνο αυτά για την πνευματική ωφέλεια των πιστών. Χρειάζονται και συμπλήρωμα. Η δική μας μελέτη, λοιπόν, θα πρέπει να είναι συνεχής και να εκτείνεται σε όλο το πλάτος των θεμάτων της πίστεως.

   Η μετάφραση που κάναμε είναι περισσότερο νοηματική και όχι κατά λέξη. Είναι ελεύθερη απόδοση. Φυσικά αποφύγαμε να κάνουμε πολλές δικές μας προσθήκες, γιατί υπήρχε ο κίνδυνος να απομακρυνθούμε πολύ από το πρωτότυπο κείμενο. Σκοπός μας ήταν το νόημα και όχι το γράμμα του κειμένου.

   Όπως είναι γνωστό, πολλές φορές η μετάφραση δε μπορεί να αποδώσει τέλεια το νόημα του πρωτοτύπου κειμένου. Δυστυχώς κάθε μετάφραση υπολείπεται του πρωτοτύπου. Για όσους, λοιπόν, έχουν κάποια απορία ή διαφωνία ως προς την απόδοση του κειμένου, σίγουρα ο καλύτερος δρόμος γι’ αυτούς είναι η μελέτη του πρωτοτύπου, γι’ αυτό και ζητούμε εκ των προτέρων τη συγγνώμη και την επιείκειά τους.

   Στη μετάφραση αυτή συμβουλευτήκαμε πολλές φορές τον αντίστοιχο Συναξαριστή του Μοναχού Βίκτωρος Ματθαίου και του επισκόπου Οινόης Ματθαίου Λαγγή, καθώς και τα Συναξάρια του Τριωδίου και του Πεντηκοσταρίου (παράφραση) του Αγίου Αθανασίου του Παρίου.

   Στη συνέχεια ακολουθούν δύο λόγια για τον συγγραφέα των συναξαρίων, τον βυζαντινό λόγιο Νικηφόρο Κάλλιστο Ξανθόπουλο.

   Για το βυζαντινό λόγιο Νικηφόρο Κάλλιστο Ξανθόπουλο οι πληροφορίες μας σχετικά με τη ζωή του είναι ελάχιστες. Για τα πρώτα χρόνια του δε γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα. Οι σύγχρονες μ’ αυτόν φιλολογικές ή άλλες πηγές σιωπούν. Κάποιες πληροφορίες για τη ζωή του συνάγονται μόνο από τα έργα του.

   Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα γνωστά στοιχεία έζησε μετά το 1250 και μέχρι το 1330 μ. Χ. Έμεινε για πολύ καιρό στην Κωνσταντινούπολη. Βρισκόταν συχνά στο ναό της Αγίας Σοφίας και στη βιβλιοθήκη που υπήρχε εκεί. Στην Εκκλησιαστική Ιστορία του (Migne P.G. τ. 145,609) διαφαίνεται η πληροφορία ότι διαβιούσε στις εγκαταστάσεις του ναού της Αγίας Σοφίας και ότι εκεί εργάσθηκε για τη συγγραφή των έργων του. Από τον κώδικα 79 της Βοδλιανής βιβλιοθήκης της Οξφόρδης αντλούμε την πληροφορία ότι χρημάτισε και πρεσβύτερος του ναού της Αγίας Σοφίας. Ο Βατικανός κώδικας 182, φ. 1 μας δίνει την πληροφορία ότι ο Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος έγινε και μοναχός, και πήρε το μοναχικό όνομα Νείλος. Αυτό όμως δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένο. Πάντως, αν έγινε αυτό, θα πρέπει να συνέβη περί τα τέλη του βίου του.

   Το συγγραφικό του έργο είναι τεράστιο σε έκταση. Διακρίθηκε ως ιστορικός, ως εξηγητής των Γραφών, των Πατέρων και των υμνογράφων, ως ποιητής εκκλησιαστικών ύμνων και επιγραμμάτων, ως αγιολόγος και λειτουργιολόγος. Η πολυμέρεια του είναι εκπληκτική. Βέβαια, σε ένα έργο με τέτοια έκταση δεν είναι εύκολο να συναντήσουμε εξαντλητική έρευνα και συστηματική εργασία. Όμως παρά τις οποιεσδήποτε ελλείψεις του ο Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος είναι ένας από τους πιο αξιόλογους συγγραφείς των αρχών του 14ου αιώνος.

   Τα έργα του διαιρούνται από τους ειδικούς μελετητές σε:                                       Α.Ιστορικά

Β. Ποιητικά (ιστορικά, αγιολογικά, συνόψεις εκκλησιαστικών βιβλίων, θύραθεν)

Γ. Αγιολογικά-Λειτουργιολογικά

Δ. Εξηγητικά

Ε. Διάφορα

   Μεγάλο μέρος του έργου του παραμένει ακόμη ανέκδοτο. Από τα εκδομένα πολλά έχουν εκδοθεί στην Patrologia Graeca του J.P.Migne τ. 145-147, αλλά βρίσκονται και σε άλλες εκδόσεις συλλογικά ή μεμονωμένα.

  

Πρόλογος Συναξαρίων

   Σύντομος πρόλογος των Συναξαρίων του Ξανθοπούλου εις τα Συναξάρια του Τριωδίου.(Σήμερα έχουμε σαν ξεχωριστά βιβλία το Τριώδιο και το Πεντηκοστάριο. Παλαιότερα ήταν ένα βιβλίο και χωριζόταν σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος λεγόταν Τριώδιον Κατανυκτικόν και το δεύτερο Τριώδιον  των Ρόδων ή Πεντηκοστάριον).

   «Συναξάρια γραμμένα από το Νικηφόρο Κάλλιστο Ξανθόπουλο για τις επίσημες εορτές του Τριωδίου και του Πεντηκοσταρίου. Αναφέρονται σε κάθε μια από αυτές, για το πώς ξεκίνησαν, γιατί είναι έτσι σήμερα και για ποιο λόγο θέσπισαν αυτές τις εορτές οι θεοφόροι Πατέρες μας, μαζί με κάποιες σχετικές παρατηρήσεις.

    Αρχίζουν από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου και καταλήγουν στην Κυριακή των Αγίων Πάντων. Στην ακολουθία του Όρθρου πρέπει πρώτα να διαβάζεται το Συναξάριο του Μηναίου και έπειτα το αρμόδιο από τα παρόντα».

  

    Ο Συναξαριστής που αποτελεί έργο του Διακόνου της Μεγάλης Εκκλησίας Μαυρικίου, κυκλοφορούσε σε χειρόγραφες συλλογές και ήταν γραμμένες σε γλώσσα αρχαΐζουσα, γι’ αυτό και δύσκολη για τους χριστιανούς της τουρκοκρατίας. Γι’ αυτό το λόγο ανέλαβε την μετάφρασή του «εκ του Ελληνικού εις την καθ’ ημάς κοινοτέραν διάλεκτον ο σοφός ανήρ, Μάξιμος ο Μαργούνιος Επίσκοπος Κυθήρων».

    Βέβαια δεν περιορίσθηκε ο Άγιος, μόνο, στη μετάφραση, αλλά εργάσθηκε και κριτικά επάνω στα κείμενα, τα οποία αποκατέστησε, διόρθωσε, πλάτυνε, αναπλήρωσε τις ελλείψεις τους, σαφήνισε τα δυσνόητα και ομόρφυνε με διάφορες υποσημειώσεις, τις οποίες άντλησε απ’ τις ανεξάντλητες γνώσεις του. Αλλά, το σημαντικότερο, αποκάθαρε τον Συναξαριστή από όσα περιείχε «εναντία τη θεία γραφή και απίθανα παρά τω ορθώ λόγω και τοις κριτικοίς...», γιατί δεν υπήρχε άλλο βιβλίο της Εκκλησίας «τόσον άτακτον και ανεπιμέλητον, ωσάν ο Συναξαριστής».

   Η έκδοση περατώθηκε το 1819 και φυσικά σε λίγο διάστημα εξαντλήθηκε. Μια Τρίτη έκδοση σε δύο τόμους έγινε το 1868 από το τυπογραφείο του Χ.Νικολαϊδου Φιλαδελφέως, ο οποίος προσάρμοσε κάπως το λεκτικό ιδίωμα «προς τα εν κοινή χρήσει κατά τους καθ’ ημάς χρόνους». Επίσης τον Συναξαριστή του 1868 επανεξέδωσε ο εκδότης κ. Σπανός σε φωτοτυπία.

   Ο Μέγας Βασίλειος γράφει για τους βίους των Αγίων σε επιστολή του (επιστολή α΄): «οι βίοι των μακαρίων ανδρών ανάγραπτοι παραδεδομένοι, οίον εικόνες τινές έμψυχοι της κατά Θεόν πολιτείας, τω μιμήματι των αγαθών έργων  πρόκεινται. Και τοίνυν, περί όπερ αν έκαστος ενδεώς έχοντος εαυτού αισθάνεται, εκείνω προσδιατρίβων, οίον από τινος κοινού ιατρείου, το πρόσφορον ευρίσκει τω αρρωστήματι φάρμακον».

  Ο Συναξαριστής του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου βασίστηκε στους χειρόγραφους Συναξαριστές των σημαντικότερων Μονών του Αγίου Όρους: του Παντοκράτορα, του Πρωτάτου, των Μονών Διονυσίου και Κουτλουμουσίου. Και όπως γράφει ο ίδιος ο Νικόδημος ο Αγιορείτης «ου μόνον δε ταύτα, αλλ’ επιμελήθημεν να προσθέσωμεν εν τη μεταφράσει ημών ταύτη, και τας χρονολογίας εις κάθε αγίου Συναξάριον, όσας δηλαδή εδυνήθημεν να εύρωμεν. Ομοίως και τας ονομασίας των τόπων και πόλεων, καθώς δηλαδή τώρα ονομάζονται οι εν τοις Συναξαρίοις αναφερόμενοι τόποι και πόλεις, προς σαφήνειαν και κατάληψιν περισσοτέραν των αναγινωσκόντων. Ουχί δε πάσας τας ονομασίας επροσθέσαμεν, αλλ’ όσας ηδυνήθημεν να εύρωμεν».

   Επίσης συνεχίζει: «επειδή δε πολλοί από τους εν τοις Συναξαρίοις περιεχομένους αγίους, έχουσι και βίους κατά πλάτος, μεταφρασμένους εις το απλούν και περιεχομένους εις τον Δαμασκηνόν, εις το Εκλόγιον, εις το νέον Εκλόγιον, εις τον  Παράδεισον, εις τον νέον Παράδεισον, εις άλλα βιβλία. Δια τούτο επιμελήθημεν και εσημειώσαμεν εις το τέλος κάθε Συναξαρίου των τοιούτων αγίων, εις ποίον βιβλίον εκ των ανωτέρω ευρίσκεται ο κατά πλάτος βίος αυτών. Αλλά και τους Ελληνικούς βίους των ανωτέρω αγίων, και τους συγγραφείς αυτών, και μάλιστα Συμεών τον Μεταφραστήν, εσπουδάσαμεν να σημειώσωμεν, και εν ποίοις ιεροίς μοναστηρίοις του αγίου Όρους ευρίσκονται, προς είδησιν των φιλολόγων, καλώς ειδότες, ότι ουκ άχαρίς εστι παρ’ αυτοίς μία τοιαύτη είδησις».

  Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει στις επιστολές του αξιομνημόνευτες απόψεις για τους βίους των αγίων: «Ώσπερ οι ζωγράφοι, όταν από εικόνων εικόνα γράφωσι, πυκνά προς το παράδειγμα βλέποντες, τον εκείθεν χαρακτήρα προς το εαυτών σπουδάζουσι μεταθείναι φιλοτέχνημα. Ούτω δη τον εσπουδακότα  εαυτόν πάσι τοις μέρεσι της αρετής απεργάσασθαι τέλειον, οιονεί προς αγάλματα κινούμενα και έμπρακτα, τους βίους των αγίων αποβλέπειν, και το εκείνων αγαθόν, οικείον ποιείσθαι δια μιμήσεως».

  Κατά το Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου και τους επιμέρους βίους των αγίων του Συμεών του Μεταφραστή, ολόκληρη η κοινωνική κλίμακα αγιοποιείται εκπροσωπούμενη από εξαιρετικές περιπτώσεις ανθρώπων-αγίων: Πατριάρχες, αρχιερείς, ιερείς, διάκονοι, μοναχοί, παρθένοι μοναχοί, βασιλείς, αυτοκράτειρες, βασιλομήτορες, αρχόντισσες, φτωχοί άνθρωποι του λαού, όλοι, ανεξάρτητα απ’ την κοινωνική τους θέση έχουν τη δυνατότητα να αγιοποιηθούν, ανάλογα με το ύψος της αρετής στο οποίο έχουν φτάσει. Επίσης την ίδια δυνατότητα αγιοποίησης, σε σχέση με τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα έχουν, άνδρες και γυναίκες, των κατωτέρων λαϊκών τάξεων: γαιοκτήμονες, γεωργοί, τσαγκάρηδες, σκυτοτόμοι, όλοι, παντρεμένοι και ανύμφευτοι, σύμφωνα με τον ιερό Χρυσόστομο, μπορούν να μετέχουν της αγιότητας: «Δυνατόν και σφόδρα δυνατόν, και γυναίκας έχοντας την αρετήν μετιέναι, εάν θέλωμεν. Πώς; Εάν έχοντες γυναίκα ως μη έχοντες ώμεν. Εάν μη χαίρωμεν επί κτήσεσιν. εάν τω κόσμω χρώμεθα, ως μη καταχρώμενοι. Οι δε τινες ενεποδίσθησαν από γάμου ιδέτωσαν, ότι ουχ ο γάμος εμπόδιον, αλλ’ η προαίρεσις η κακώς χρησαμένη τω γάμω. Επεί ουδέ ο οίνος ποιεί την μέθην, αλλ’ η κακή προαίρεσις, και το πέραν του μέτρου χρήσθαι. Μετά συμμετρίας τω γαμώ χρώ, και πρώτος εν τη βασιλεία έση, και πάντων απολαύσεις των αγαθών».

 

1        Βίος του Συμεών του Στυλίτη

Αυτός ο Μέγας, κατά το Συναξαριστή, Συμεών καταγόταν από χωριό που ονομαζόταν Σισάν, το οποίο βρισκόταν ανάμεσα στην επαρχία των Σύρων και των Κιλικίων, κατά τα χρόνια του Λέοντα  του μεγάλου, του επονομαζόμενου Μακέλλη, και του Μαρτυρίου, Πατριάρχη Αντιοχείας, το έτος υνζ΄ (457). Στη μέση του είχε δεμένο ένα σχοινί τραχύτατο, κατασκευασμένο από φοίνικες, ώστε όλη του η μέση πληγώθηκε τριγύρω και έβγαζε αίματα. Αγωνιζόταν απλά με μια πρωτοφανή και υπεράνθρωπη άσκηση. Επίσης κατασκεύασε ψηλό στύλο, που απείχε από τη γη τριανταέξι πήχες. Εκεί, εξαιτίας της φήμης του, τον επισκέπτονταν πλήθη και έθνη ανθρώπων από διάφορα μέρη της γης και βαπτίζονταν από τα χέρια του μακαρίου Θεοδώρητου, ο οποίος τίμησε το θρόνο της εκκλησίας της Κύπρου και αυτός πρώτος έγραψε τα σχετικά με τον όσιο Συμεών.

  Προφήτευσε, δίχως να ψεύδεται, σύμφωνα με το βίο του, πολλά πράγματα τα οποία επρόκειτο να συμβούν: ξηρασία, πείνα, πανούκλα, επιδρομή ακριδών, τα οποία πραγματοποιήθηκαν με ακρίβεια. Και φερόταν έως και στους ζητιάνους και αγροίκους ανθρώπους σα να ήταν υπηρέτης. Μόνο εναντίον των αιρέσεων καταφερόταν με κάποιο θυμό ή μάλλον με ζήλο.

 

2        Σύμφωνα με το θρύλο και την παράδοση, τις σάλπιγγες με τον ήχο των οποίων οι ιερείς των Εβραίων γκρέμισαν τα τείχη της Ιεριχούς, επί Ιησού του Ναυή, τις μετέφερε ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός στην Κων/πολη και τις τοποθέτησε στο ναό της Αγίας Σοφίας (βλ. Δωδεκάβιβλος, σελ. 1152).

 

3        Ο αρχάγγελος Μιχαήλ, σύμφωνα με την πρώϊμη βυζαντινή παράδοση στην τέχνη και στους βίους των Αγίων, παριστάνεται ως αρχιστράτηγος με άρματα και σπαθί. Γι’ αυτό πολλές φορές συμβολίζει τον πόλεμο με νικηφόρα έκβαση υπέρ των βυζαντινών όπλων.

 

 

4        Στο συναξάρι των Σαράντα Παρθένων το οποίο αναφέρεται στην εποχή του Λικινίου εν έτει 303 μ.Χ., έχουμε μνεία παρθεναγωγείου, ιδιότυπου βέβαια, καθώς οι Σαράντα Παρθένες-ασκήτριες που κατάγονταν απ’ την Αδριανούπολη ασπάστηκαν το χριστιανισμό έχοντας  συλλογικό δάσκαλο και καθοδηγητή τον Διάκονο Αμμούν. Μάλιστα ο Αμμούν, εμφορούμενος από θεία δύναμη, άρπαξε και κρέμασε στον αέρα τον ιερέα των ειδώλων για πολλές ώρες, σύμφωνα με το βίο των Σαράντα Παρθένων. Οι θαυματουργίες αυτού του είδους είναι κοινός τόπος στα Μαρτυρολόγια των πρώτων Χριστιανικών αιώνων και της πρώιμης βυζαντινής περιόδου γενικότερα.

 

5        Στο βίο του Αγίου Μάμαντος (260 μ.Χ.) παρατηρούμε τα πρώτα ίχνη οικογενειακής λατρείας η οποία αργότερα επεκτάθηκε και συντέλεσε τα μέγιστα στην επίσημη αγιοποίηση του Μάμα. Ο Άγιος Μάμας καταγόταν απ’ την πόλη Γάγγρα της Παφλαγονίας και ήταν γόνος Χριστιανών οι οποίοι φυλακίστηκαν απ’ τους ειδωλολάτρες κατά την περίοδο που η μητέρα του τον κυοφορούσε (260 μ.Χ.). Έτσι ο Μάμας γεννήθηκε στη φυλακή κι όταν έμεινε ορφανός από τους μάρτυρες γονείς του (πέθαναν στη φυλακή απ’ τα βασανιστήρια) τον παρέλαβε και τον ανέθρεψε μια πλούσια χριστιανή ονόματι Αμμία. Και επειδή συνεχώς το μικρό ορφανό αποκαλούσε τη θετή του μητέρα μαμά, ονομάστηκε Μάμας. Σύμφωνα με την παράδοση ο Άγιος μετά τη γέννησή του παρέμεινε άφωνος επί πέντε χρόνια. Την πρώτη φορά που μίλησε, όντας πέντε ετών, πρόφερε στα λατινικά τη λέξη Μάμα, γι’ αυτό και ονομάστηκε Μάμας. Στα δεκαπέντε του σώζεται θαυματουργικά από πνιγμό στη θάλασσα και στη συνέχεια κρύβεται σ’ ένα σπήλαιο για το φόβο των ειδωλολατρών όπου τρέφεται με το γάλα ελαφιών. Η φρικιαστική σκηνή του μαρτυρίου του κατά την οποία ο Άγιος Μάμας βγαίνει απ’ το αμφιθέατρο κρατώντας με τα χέρια τα εντόσθιά του, γιατί επρόκειτο να χυθούν έξω και σ’ αυτή την κατάσταση φτάνει σε απόσταση ενός σταδίου έξω απ’ την Καισάρεια όπου και πεθαίνει, είναι πραγματικά μυθιστορηματική. Εκεί αργότερα η θετή του μητέρα Αμμία έκτισε ένα πολυτελή ναό στο όνομα του Αγίου Μάμα, εγκαινιάζοντας έτσι μιαν αρχικά οικογενειακή λατρεία. Αργότερα στον ίδιο ναό γιόρταζαν κάθε χρόνο οι Καισαρείς τη μνήμη του κατά την εποχή της άνοιξης.

  Πάντως, ο τρόπος που ο Άγιος Μάμας επιβίωσε, θηλάζοντας γάλα ελαφίνων, οι οποίες συναγωνίζονταν η μια με την άλλη για το ποια θα προσφέρει το μαστό της στο μάρτυρα, θυμίζει το μύθο του Ρώμου και του Ρωμύλου, οι οποίοι-αντίστοιχα-επιβίωσαν θηλάζοντας γάλα λύκαινας. Αυτή η διείσδυση αρχαίων μύθων απ’ τη Ρώμη και την Ελλάδα στη χριστιανική παράδοση αποδεικνύει την ενσωμάτωσή τους στους βίους των Αγίων και τη συνέχεια του πολιτισμικού σύμπαντος απ’ την αρχαιότητα στο Βυζάντιο.

 

1        Ο άγιος Ιωάννης, αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ο Νηστευτής, έζησε στα χρόνια του Ιουστίνου, του Τιβερίου και του Μαυρικίου(580μ.Χ.) στην Κων/πολη. Όταν έφτασε στην κατάλληλη ηλικία έγινε χαράκτης(τεχνίτης της χαρακτικής). Στον καιρό της πατριαρχείας του ξέσπασε στην Πόλη μεγάλο θανατικό. Για το λόγο αυτό ο άγιος έδωσε στον υπηρέτη του δυο κοφίνια, το ένα άδειο και το άλλο γεμάτο από μικρές πέτρες, δίνοντάς του παράλληλα την εξής οδηγία: να σταθεί στη λεωφόρο του βοός και να μετρήσει τους νεκρούς που κείτονταν εκεί. Κατόπιν να ρίξει τόσες πέτρες στο άδειο καλάθι όσοι και οι νεκροί που μέτρησε. Ο υπηρέτης ακολούθησε τις οδηγίες του με ακρίβεια: επί μια ολόκληρη ημέρα στήθηκε στη λεωφόρο του βοός κι όταν το βράδυ μέτρησε τις πέτρες διαπίστωσε ότι οι νεκροί εκείνη την ημέρα είχαν φτάσει τους τριακόσιους εικοσιτρείς. Την επόμενη μέρα έκανε το ίδιο και διαπίστωσε ότι οι νεκροί ήταν λιγότεροι. Κάνοντας το ίδιο για επτά συνεχείς ημέρες διαπίστωσε στο τέλος ότι το θανατικό σταμάτησε χάρη στην εκτενή προσευχή του Αγίου, όπως μας πληροφορεί ο βίος. Το παραπάνω περιστατικό μας φέρνει στο νου τον αρχαίο ελληνικό μύθο του Δευκαλίωνα και της Πύρρας καθώς και το νεότερο παραμύθι του Κοντορεβιθούλη, αφηγήσεις στις οποίες η αντιστοιχία ανθρώπου-πέτρας συμβολίζει το στερέωμα της ζωής και την αύξηση ή ελάττωση των ανθρώπων στον πλανήτη ή στις πόλεις και τις κώμες.

Κάποια Παρασκευή γνωστοποιήθηκε στον Άγιο η είδηση ότι πρόκειται να διεξαχθούν ιπποδρομίες και θεατρικές παραστάσεις. Το θέαμα θα λάμβανε χώρα Σάββατο Πεντηκοστής, γι’ αυτό ο Άγιος Ιωάννης ο Νηστευτής παρακαλούσε το Θεό να φανερώσει σημείο θαυμαστό για να φοβηθούν οι άνθρωποι και να εμποδιστούν από ένα τέτοιο αμαρτωλό «παιχνίδι». Η απέχθεια του Αγίου προς τα κατάλοιπα της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας στο χώρο της ψυχαγωγίας τον 6ο αιώνα μ.Χ., φανερώνει εν γένει την εχθρική στάση της καθεστηκυίας τάξης προς τον ειδωλολατρικό κόσμο που έπνεε τα λοίσθια. Πραγματικά, σύμφωνα με το βίο του Ιωάννη του Νηστευτή το δειλινό εκείνου του Σαββάτου και ενώ ο ουρανός ήταν ανέφελος ξέσπασαν φοβεροί ανεμοστρόβιλοι και δυνατοί άνεμοι και έπεσε τέτοια καταρρακτώδης βροχή ώστε αμέσως έφυγε όλο το συγκεντρωμένο πλήθος απ’ τον ιππόδρομο, νομίζοντας πως είχε φτάσει η συντέλεια του κόσμου.

   Μετά το θάνατο του Αγίου κι όταν το λείψανό του τέθηκε σε δημόσιο ασπασμό και λαϊκό προσκύνημα, προσήλθε ο έπαρχος Νείλος και καθώς φίλησε το λείψανο, αυτό σηκώθηκε και τον φίλησε με τη σειρά του σα να ήταν ζωντανό. Το γεγονός αυτό της παροδικής νεκρανάστασης του Αγίου Ιωάννη του Νηστευτή είναι απ’ τα πιο πρωτότυπα στην Αγιολογία της πρώιμης Βυζαντινής περιόδου και συνδέεται βέβαια με τ’ αντίστοιχα θαύματα του Χριστού (Ανάσταση του Λαζάρου, της κόρης του Ιαείρου, του γιού της χήρας της Ναϊν κ.ά.) και  παράλληλα συμβολίζει το χριστοφόρο χαρακτήρα των Αγίων. («Ζει εν εμοί Χριστός»).

   Η πιο συνηθισμένη ερώτηση, που υποβάλλουν οι ειδωλολάτρες ηγεμόνες στους χριστιανούς προς εξέταση και ανάκριση, αναφέρεται στο γένος, το επάγγελμά τους και τη χώρα καταγωγής τους. Και τα τρία αποτελούν καίρια και καθοριστικά σημεία της ταυτότητας του Ρωμαίου πολίτη και λίγο αργότερα του πρωτοβυζαντινού ανθρώπου.

 

2        Στο βίο της Αγίας Βασίλισσας διαβάζουμε πως αφού η Αγία κήδεψε και ενταφίασε το λείψανο του μάρτυρα ηγεμόνα μαζί με τον επίσκοπο, βγήκε έξω απ’ την πόλη της Νικομήδειας και φτάνοντας σ’ ένα τόπο που απείχε τρία σημεία απ’ το τείχος της πόλης κατόρθωσε με την προσευχή της να προκαλέσει ανάβλυση νερού από πέτρα. Το παραπάνω θαύμα του νερού αρκετά συνηθισμένο στους βίους της πρώιμης βυζαντινής περιόδου, τα γεγονότα των οποίων διαδραματίζονται σε άνυδρες και ξηρές περιοχές (έρημος, βραχώδη τοπία).

 

 

3        Στο βίο του Αγίου ιερομάρτυρα Βαβύλα συναντούμε ενδιαφέρουσες πληροφορίες και παραστατικές περιγραφές εικόνων και γεγονότων τα οποία συνδέονται με τον αυτοκράτορα Ιουλιανό τον Παραβάτη και την πόλη της Αντιόχειας, όπου ο Βαβύλας διετέλεσε επίσκοπος. Στα χρόνια του αυτοκράτορα Νουμεριανού (284 μ.Χ.) ο Βαβύλας χειροτονήθηκε επίσκοπος Αντιόχειας διαδεχόμενος τον Ζεβίνο, σύμφωνα με τον Ευσέβιο Καισαρείας (βιβλ.ς΄, κεφ. κθ΄). Όταν λοιπόν έμαθε ότι ο αυτοκράτωρ Νουμεριανός έσφαξε απάνθρωπα το γιό του Πέρση βασιλιά, τον οποίο είχε λάβει ως ενέχυρο (όμηρο) για να τηρηθεί και να διασφαλισθεί η συνθήκη ειρήνης που είχε υπογραφεί με τους Πέρσες και ότι πρόσφερε θυσίες στα είδωλα καθώς επίσης και ότι επιχειρούσε να μολύνει την εκκλησία των Χριστιανών ζητώντας να εισέλθει σ’ αυτή ενώ ήταν φονιάς και ειδωλολάτρης, για όλους αυτούς λοιπόν τους λόγους ο Βαβύλας στάθηκε με τόλμη στις θύρες της εκκλησίας και διασχίζοντας το «τείχος» των σωματοφυλάκων και δορυφόρων του αυτοκράτορα άπλωσε το δεξί του χέρι στο στήθος του μιαρού ηγεμόνα και επιτιμώντας τον ικανώς τον εξέβαλλε απ’ την εκκλησία. Ο αυτοκράτωρ καταρχάς εσιώπησε και δεν έκανε καμιά κίνηση, φοβούμενος μήπως ξεσπάσει επανάσταση προερχόμενη απ’ το συγκεντρωμένο πλήθος των χριστιανών, όμως πικρώς και βαρέως έφερε την ύβρη και την ατιμία που υπέστη. Για το λόγο αυτό ο Άγιος Βαβύλας αλυσοδεμένος ατιμωτικά και περνώντας από το μέσα της πόλης κατευθύνθηκε στη φυλακή.

   Η παραπάνω αφήγηση του γεγονότος της σύγκρουσης κοσμικής εξουσίας και χριστιανικής εκκλησίας στα πρώτα της βήματα θυμίζει το ανάλογο περιστατικό ανάμεσα στον επίσκοπο Αμβρόσιο των Μεδιολάνων και τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο. Αυτή η κοινότητα του γενναίου και σταθερού φρονήματος ανάμεσα στους δύο ιεράρχες των πρωτοχριστιανικών χρόνων φανερώνει την αγνότητα, την απολυτότητα, την αυστηρότητα μα και το δυναμισμό της αρχαίας εκκλησίας.

 Τον άγιο Βαβύλα ακολουθούσαν και τρία μικρά παιδιά, αδέλφια, που παρά τη μικρή τους ηλικία ήταν γνωστικά και συνετά σαν γέροντες. Η περιγραφή της ωραίας αυτής εικόνας μας παραπέμπει στο στερεότυπο του παιδαριογέροντα, που συναντάται πολύ συχνά στους βίους των Αγίων. Όταν πλησίαζε το τέλος του ο Βαβύλας τοποθέτησε μπροστά του τα τρία  άκακα μικρά παιδιά κι όταν εκείνα αποκεφαλίστηκαν γινόμενα μάρτυρες, ο Βαβύλας αναφώνησε: «Ιδού εγώ και τα παιδία, ά μοι έδωκεν ο Θεός». Στη συνέχεια αποκεφαλίστηκε και ο Βαβύλας το έτος 283 και τάφηκε απ’ τους Χριστιανούς με τις αλυσίδες στο λαιμό και στα πόδια, όπως ακριβώς τους είχε παραγγείλει ο άγιος όντας ακόμη εν ζωή. Η ταφή του αγίου με τις αλυσίδες μπορεί εύλογα να παραλληλισθεί με την αρχαιοελληνική συνήθεια της ταφής των ηρώων με τα όπλα τους. Εξάλλου, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος επιβεβαιώνει αυτόν τον παραλληλισμό στο δεύτερο λόγο του στον Ιερομάρτυρα Βαβύλα, λέγοντας: «μέλλων τοίνυν ο μακάριος αποσφάττεσθαι Βαβύλας, μέτα του σιδήρου το σώμα ταφήναι επέσκηψε, δεικνύς, ότι τα δοκούντα επονείδιστα είναι, ταύτα όταν δια τον Χριστόν γίνεται, σεμνά τε εστί και λαμπρά, και ου μόνον ουκ εγκαλύπτεσθαι, αλλά και σεμνύνεσθαι επ’ αυτοίς χρη τον πάσχοντα. Καν τούτω τον μακάριον Παύλον μιμούμενος, ός άνω και κάτω τά στίγματα, τά δεσμά , την άλυσιν έστρεφε, καυχώμενος και μεγαλοφρονών, εφ’ οίς ησχύνοντο έτεροι».

   Όπως ακριβώς λοιπόν οι νικητές των πολέμων ήταν συνήθεια να θάπτονται με τα όπλα τους με τα οποία νίκησαν τους εχθρούς, έτσι ακριβώς και ο Βαβύλας θέλησε να ενταφιασθεί με τις αλυσίδες ως νοητά όπλα της πίστης. Γι’ αυτό γράφει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος στον λόγο του προς τον μάρτυρα Βαρλαάμ: «έτι γάρ και νυν παράκειται ταύτα τά όπλα τοίς του Χριστού στρατιώταις. Και καθάπερ τους αριστέας μετά των όπλων θάπτουσιν οι βασιλείς, ούτω και ο χριστός εποίησε και μετά των όπλων αυτούς έθαψεν. Ίνα και πρό της αναστάσεως δείξη πάσαν την δόξαν και την δύναμιν των αγίων».

    Ενδιαφέρουσα είναι η παράδοση που μας διασώζει ο Θεοδώρητος στο γ΄ βιβλ., κεφ. θ΄ της εκκλησιαστικής του ιστορίας για τη «συνάντηση» του Ιουλιανού με τον μάρτυρα Βαβύλα: Ο Ιουλιανός ο Παραβάτης ή Αποστάτης πριν την εκστρατεία του στην Περσία ζήτησε απ’ τον Απόλλωνα στη Δάφνη να του προβλέψει το μέλλον. Και ο Απόλλωνας του είπε ότι εμποδίζεται απ’ τους γειτονεύοντες νεκρούς εννοώντας το λείψανο του Αγίου Βαβύλα και των μικρών παιδιών που μαρτύρησαν μαζί του. Εξαιτίας αυτής της πρόβλεψης-χρησμού ο Ιουλιανός φοβούμενος τη δύναμη των μαρτύρων πρόσταξε τους χριστιανούς να μεταφέρουν τα λείψανα του Αγίου Βαβύλα σ’ άλλο τόπο. Έτσι οι χριστιανοί χορεύοντας και τραγουδώντας τη μελωδία «αισχυνθήτωσαν πάντες οι προσκυνούντες τοίς γλυπτοίς» προχώρησαν στη μετάθεση των λειψάνων του μάρτυρος, θεωρώντας την ήττα των δαιμόνων.

 

1        Ο άλλος Άγιος Βαβύλας που ήταν δάσκαλος στην Αντιόχεια και μαρτύρησε μαζί με τους ογδοντατέσσερις μαθητές του προβάλλεται ως πρότυπο δασκάλου-κατηχητή ως προς τη σχέση του με τους μαθητές του. Όταν ο Μαξιμιανός βρισκόταν στη Νικομήδεια ενώ ήδη είχε κηρύξει διωγμό κατά των Χριστιανών (298 μ.Χ.) οι χριστιανοί της περιοχής κρύβονταν από φόβο. Κατά το βίο του Βαβύλα ένας ειδωλολάτρης αποκάλυψε στο Μαξιμιανό το κρησφύγετο του  Αγίου το οποίο βρισκόταν κάτω από μια κρυφή καμάρα: εκεί ο γέροντας Βαβύλας μυούσε στο χριστιανισμό τα μικρά παιδιά των χριστιανών, ωθώντας τα παράλληλα να αποστρέφονται την ειδωλολατρία.

   Κατά τη στιγμή του μαρτυρίου και του θανάτου τους ο Βαβύλας έψαλλε ήσυχα: «Ιδού εγώ και τα παιδία, ά μοι έδωκεν ο Θεός». Μετά το θάνατό τους μερικοί χριστιανοί ερχόμενοι κρυφά τη νύχτα τοποθέτησαν τα λείψανά τους σ’ ένα μικρό πλοίο το οποίο τα μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη, συνοδεία των χριστιανών αυτών. Έπειτα τα τοποθέτησαν, σύμφωνα με την παράδοση, σε τρεις λάρνακες και έτσι τα έθαψαν έξω απ’ τα τείχη της πόλης κατά το βορρά όπου βρίσκεται και η Μονή της Χώρας.

 

1        Ένα απ’ τα ιερά κειμήλια-λείψανα της αρχαίας ιστορίας του χριστιανισμού υπήρξε η ράβδος του προφήτη Μωϋσή. Κατά το Γεώργιο Κωδηνό η θαυματουργή αυτή  ράβδος μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη επί Μεγάλου Κωνσταντίνου και ο αυτοκράτωρ βγήκε και την προϋπάντησε πεζός για να τιμήσει το γεγονός. Και αφού έχτισε ναό προς τιμήν της Θεοτόκου τοποθέτησε εκεί τη ράβδο. Αργότερα όμως τη μετέφερε στο Μέγα Παλάτιο.

   Τα συναξάρια και οι βίοι των Αγίων της Πρωτοβυζαντινής περιόδου αναφέρουν με μεγάλη συχνότητα παραδόσεις που αφορούν τα ιερά κειμήλια της χριστιανοσύνης. Αυτές εντάσσονται στην προσπάθεια κράτους και εκκλησίας να εδραιώσουν θρησκευτικούς θεσμούς και τελετές, ενισχύοντας παράλληλα τη λαϊκή ευσέβεια.

 

1        Στο συναξάρι της Αγίας Ερμιόνης, κόρης του Αποστόλου Φιλίππου συναντούμε την περίπτωση μιας γυναίκας γιατρού στην οποία συρρέει πλήθος ανθρώπων με σκοπό να γιατρευτούν απ’ τις παθήσεις τους. Αργότερα η Αγία Ερμιόνη βρισκόμενη στη γεροντική της ήδη ηλικία ανοίγει στην Ασία ένα ιερό Πανδοχείο όπου δέχεται τους ξένους που έχουν ανάγκη από ψυχική και σωματική παρηγορία. Αν και γριά, υπομένει άκαμπτη τα περόνια στα πόδια της κι άλλα φρικτά μαρτύρια στα οποία την υποβάλλουν και μάλιστα το κουράγιο και η οξύνοιά της την ωθούν να εφεύρει το ακόλουθο τέχνασμα εξαπάτησης του αυτοκράτορα Αδριανού: η Αγία διηγείται στον Αδριανό το δήθεν όνειρό της που της έστειλε ο Θεός μέσα στο πυρωμένο τηγάνι. Σύμφωνα μ’ αυτό η Αγία έβλεπε τον εαυτό της να προσκυνά το μεγάλο Θεό Ηρακλή. Ο αυτοκράτορας ακούγοντάς το χαίρεται και προστάζει την Αγία να μπει στον ελληνικό ναό, να προσκυνήσει τα είδωλα, όντας βέβαιος πως σκοπεύει να εκπληρώσει το όνειρό της. Προς έκπληξη και απογοήτευση, όμως, του αυτοκράτορα η Αγία προσεύχεται στον αληθινό της Θεό, την προσευχή της συνοδεύουν βροντές και αστραπές και τα λατρευτικά αγάλματα του ναού (είδωλα για τους χριστιανούς) πέφτουν απ’ τα βάθρα τους, σπάζουν και γίνονται σκόνη. Τότε η Αγία Ερμιόνη βγαίνοντας απ’ το ναό απευθύνεται ειρωνικά προς τον Αδριανό και του λέει: τρέξε βασιλιά στο ναό και βοήθησε τους Θεούς σου γιατί έπεσαν και δεν μπορούν να σηκωθούν. Μετά απ’ αυτή την έσχατη ειρωνεία ο αυτοκράτωρ διατάζει να την αποκεφαλίσουν έξω απ’ την πόλη αλλά τελικά η Αγία πεθαίνει από φυσικό  θάνατο, γιατί τα χέρια των Δημίων της ξεράθηκαν μετά από θερμή προσευχή της. Το λείψανό της το ενταφίασαν κάποιοι ευλαβείς χριστιανοί σε κάποια τοποθεσία της Εφέσου.

   Τα συναξάρια και οι βίοι της πρώιμης βυζαντινής περιόδου (πρώτοι χριστιανικοί αιώνες-6ος αι. μ.Χ.), ως προς τη δομή, τη σύλληψή τους και τους κοινούς τόπους που περιέχουν, αποτέλεσαν τα πρότυπα της μεγάλης αγιολογικής παραγωγής του Βυζαντίου σ’ όλους τους μετέπειτα αιώνες (7ος-15ος αιώνας).

   Πολλές φορές οι αριθμοί των μαρτύρων που μας παραδίδουν τα συναξάρια είναι απίστευτα υπερβολικοί, γι’ αυτό ο μελετητής υποθέτει πως ενδέχεται να είναι πλασματικοί και εκ των υστέρων κατασκευασμένοι. Σ’ αυτή την περίπτωση εντάσσονται και οι 3.628 μάρτυρες που θανατώθηκαν επί Μαξιμιανού το έτος 290 γιατί ήταν χριστιανοί που κρύβονταν απ’ το φόβο του διωγμού στα βουνά και τα σπήλαια της Νικομήδειας.

 

1        Ο Αβδαίος ο επίσκοπος υπήρξε ένας απ’ τους πολλούς μάρτυρες του διωγμού που εξαπέλυσε κατά των χριστιανών ο βασιλιάς των Περσών Ισδιγέρδης το έτος 412 ενόσω αυτοκράτωρ του βυζαντίου ήταν ο Θεοδόσιος ο μικρός. Ο Αβδαίος πιάστηκε απ’ τον αρχιμάγο και αναγκάστηκε να προσκυνήσει τον ήλιο και τη φωτιά, αλλά επειδή κατά κανένα τρόπο δεν πειθόταν, μαστιγώθηκε έως θανάτου σ’ όλο του το σώμα με κλαδιά ροδιάς γεμάτα από αγκάθια.

 

1        Στο Συναξάρι των Αγίων Ευδοξίου, Ρωμύλου, Ζήνωνος και Μακαρίου είναι ενδιαφέρον γιατί αντιμετωπίζει με τρόπο συμπιληματικό και πυκνωτικό τους αλλεπάλληλους διωγμούς των Ρωμαίων αυτοκρατόρων κατά των χριστιανών (το Συναξάρι περιέχει αναφορές στο διωγμό του Τραϊανού το 98 μ.Χ. και στο διωγμό του Διοκλητιανού το 290 μ.Χ.). Ο Ρωμύλος έζησε επί της εποχής του Τραϊανού και είχε το αξίωμα του πραιποζίτου. Ο Τραϊανός σύμφωνα με το συναξάρι ήλεγξε τον αυτοκράτορα επειδή εξόρισε και θανάτωσε 11.000 χριστιανούς στρατιώτες, αριθμό υπερβολικά μεγάλο γι’ αυτό και δύσκολα πιστευτό απ’ τον ερευνητή. Προφανώς πρόκειται για εκ των υστέρων κατασκευασμένη ιστορία με σκοπό την ηθική εξύψωση και εδραίωση της νέας θρησκείας (Χριστιανισμού).

   Ο Ευδόξιος ήταν κόμης κατά το αξίωμα στο οποίο υποβιβάστηκε από το ανώτερο του Πριμμικηρίου εξαιτίας της χριστιανικής του ιδιότητας. Διαβλήθηκε λοιπόν στον ηγεμόνα της Μελιτινής που ήταν μητρόπολη της Μικρής Αρμενίας κοντά στον  Ευφράτη ποταμό. Ο Ευδόξιος μαθαίνοντας ότι έρχονται άνθρωποι του ηγεμόνα για να τον συλλάβουν, φόρεσε πολύ φτωχικότερα ενδύματα απ’ αυτά που φορούσε συνήθως για να μην τον γνωρίσουν και να παραμείνει απαρατήρητος. Όταν μάλιστα τον συνάντησαν οι απεσταλμένοι και τον ρώτησαν που βρίσκεται ο κόμης Ευδόξιος, ο Άγιος τους υποσχέθηκε να τους δείξει τον καταζητούμενο αν προηγουμένως επισκέπτονταν τον οίκο του για να τους περιποιηθεί και να τους ξεκουράσει απ’ τον κόπο της οδοιπορίας. Το τελευταίο τέχνασμα του Άγίου, δηλαδή η εκβιαστική πρόσκληση που τους απευθύνει για να αποδειχθεί η αγιότητά του, έρχεται σε αντίθεση με την αρχική του μεταμφίεση στην οποία υποθέτει κανείς πως καταφεύγει για να ξεφύγει απ’ τις αρνητικές συνέπειες του διωγμού: Ο άγιος υποδέχεται τους διώκτες του και τους περιποιείται φιλοφρόνως, ενώ λίγο αργότερα  ομολογεί πως αυτός είναι ο ζητούμενος Ευδόξιος. Οι στρατιώτες λυπήθηκαν πολύ στο άκουσμα της αποκάλυψής του γι’ αυτό και του προσφέρουν ως αντάλλαγμα της φιλοξενίας του την άδεια να αναχωρήσει προς άγνωστη κατεύθυνση, δηλαδή να ξεφύγει. Ουσιαστικά μ’ αυτό τον τρόπο παραβαίνουν τις εντολές του άρχοντά τους, όμως ο άγιος τους αιφνιδιάζει με την απόφασή του να τους ακολουθήσει. Προτού αναχωρήσει, κάλεσε τη γυναίκα του Βασίλισσα και της ανέθεσε τη φροντίδα  όλων  των πραγμάτων του οίκου του. Έπειτα της έδωσε εντολή να μην κλάψει καθόλου για το θάνατό του, αλλά να τιμήσει την ημέρα του θανάτου του με κάθε φαιδρότητα και χαρά, κατασκευάζοντας παράλληλα στο χωριό του έναν ευτελή τάφο χωρίς επιγραφή.

 Ο Ευδόξιος προτού το μαρτύριό του λύνει ευθαρσώς τη στρατιωτική του ζώνη η οποία ήταν σύμβολο του αξιώματός του μαζί με άλλους 1.104 χριστιανούς στρατιώτες ως ένδειξη άρνησης να θυσιάσουν στα είδωλα. Επτά μέρες μετά το θάνατό του ο Ευδόξιος εμφανίζεται στο όνειρο της γυναίκας του και την προστάζει να πει στο φίλο του Μακάριο να μεταβεί στον οίκο του ηγεμόνα προκειμένου να λάβει κι αυτός τον ποθητό για τους χριστιανούς μαρτυρικό θάνατο. Έτσι και συμβαίνει. Η εμφάνιση αγίου σε όνειρο(κατ’ όναρ) αποτελεί συχνό φαινόμενο στους βίους και στα Συναξάρια της πρώιμης Βυζαντινής περιόδου και παραπέμπει σε παραδόσεις της αρχαίας ελληνικής θρησκείας που φαίνεται ότι επιβίωσαν ανά τους αιώνες(«ενύπνια» στα αρχαία Ασκληπιεία).

 

2        Στο Συναξάρι του Αγίου Σώζοντος ο οποίος καταγόταν απ’ τη Λυκαονία (περιοχή της Καππαδοκίας που συνορεύει στο νότο με την Κιλικία) υπάρχουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες που αναφέρονται στην εποχή του: τέλος 3ου αιώνα-αρχές 4ου αι. μ.Χ. Κατά την νεότητά του ο Άγιος Σώζων ήταν ταυτόχρονα ποιμένας προβάτων και ποιμένας λογικών ανθρώπων (ιερέας). Στην Πομπηούπολη της Κιλικίας, δηλαδή στην επαρχία του Αγίου, συνέβη το παρακάτω αξιομνημόνευτο περιστατικό, σύμφωνα με το βιογράφο του: ο Άγιος μπήκε κρυφά στο ναό των ειδώλων και έκοψε το δεξιό χέρι ενός χρυσού ειδωλολατρικού αγάλματος. Ύστερα το πούλησε και με τα χρήματα που αποκόμισε βοήθησε πολλούς φτωχούς. Όμως, επειδή εξαιτίας της κλοπής του πολλοί άνθρωποι συκοφαντούνταν και βασανίζονταν άδικα ως ύποπτοι διάπραξης του αδικήματος, ο Σώζων από ευσπλαχνία προς αυτούς και από παρρησία προς την ευσέβεια φανέρωσε τον εαυτό του στους υπηρέτες του ναού ομολογώντας την πράξη του.

   Μετά το θάνατό του οι δήμιοί του άναψαν μεγάλη φωτιά για να κάψουν τα μέλη του που απόμειναν αλλά τότε μια φοβερή βροντή ακολουθούμενη από ραγδαία βροχή και χαλάζι σβήνουν τη φωτιά, διασκορπίζουν τους δήμιους και γενικά προκαλούν πανικό. Μέσα σ’ αυτό το πανδαιμόνιο βρήκαν την ευκαιρία μερικοί χριστιανοί να συμμαζέψουν τα μαρτυρικά λείψανα τα οποία έλαμπαν μέσα στη νύχτα με ένα παράδοξο φως προτού τον ενταφιασμό τους. Το τελευταίο αυτό γεγονός φυσικά αποτελεί κοινό τόπο στους βίους και τα Συναξάρια της πρώιμης βυζαντινής περιόδου, καθώς πιστοποιεί την αγιότητα ενός μάρτυρος.

 

3        Ο μάρτυρας Σεβηριανός κατοικούσε στη Σεβάστεια κατά την εποχή του άρχοντος Λικινίου του δουκός το έτος 315 και ήταν περιβόητος για την χριστιανική του πίστη και αφοσίωση. Ανήκε στην ανώτερη τάξη των συγκλητικών (Senatores) και διαβλήθηκε στο Λυσία ο οποίος θανάτωσε και τους σαράντα μάρτυρες, ότι μεταστρέφει πολλούς ειδωλολάτρες στο χριστιανισμό και ότι, επειδή ήταν πλούσιος, είχε την ευχέρεια και την δυνατότητα να περιποιείται τους φυλακισμένους χριστιανούς προσφέροντάς τους πλούσιες δεξιώσεις και να τους ενθαρρύνει, προτρέποντάς τους να είναι απειθείς στις βασιλικές διαταγές. Μάλιστα κατά τον κοινό τόπο των περισσοτέρων Συναξαρίων και βίων οι σοφές απαντήσεις του Αγίου κατά την ανάκριση αποστομώνουν και θυμώνουν περισσότερο τον ειδωλολάτρη ηγεμόνα, ο οποίος στο τέλος θανατώνει με σκληρό τρόπο τον Άγιο.

   Όταν το λείψανο του Αγίου Σεβηριανού μεταφέρθηκε στη Σεβάστεια κι όλοι οι χριστιανοί της πόλης βγήκαν με προθυμία να το υποδεχτούνε, έτυχε να πεθάνει ένας δούλος του Αγίου. Η γυναίκα του πεθαμένου δούλου επειδή δεν μπορούσε κι αυτή να βγει για να προϋπαντήσει το άγιο λείψανο όπως οι συντοπίτες της, έκλαιγε και οδυρόταν πικρά για το νεκρό άνδρα της αφενός, αφετέρου δεν είχε κανέναν να την συλλυπηθεί και να την παρηγορήσει, εφόσον είχε απομείνει μόνη της στον κόσμο. Μέσα στην τρομερή της απόγνωση απευθύνθηκε στο νεκρό άνδρα της και του είπε: «σήκω άνδρα μου να βγούμε για να υποδεχθούμε τον αγαπητό μας αφέντη ο οποίος  έρχεται μέσω του λειψάνου του». Πρόσθετε, δε, κι άλλα τέτοια παρακινητικά λόγια, συνομιλώντας με τον άνδρα της σα να ήταν ζωντανός. Και τότε συνέβη το παράδοξο θαύμα της νεκρανάστασης του δούλου: με τα πολλά παρακάλια της γυναίκας του ο νεκρός σηκώθηκε και παραμερίζοντας τα σάβανα και τα νεκροσέντονα από πάνω του έζωσε τη μέση του και αμέσως έτρεξε να προϋπαντήσει το λείψανο του μάρτυρα και αφέντη του, προκαλώντας σ’ όσους τον είδαν απορία, έκπληξη και θαυμασμό. Ο αναστημένος νεκρός δούλος του Αγίου Σεβηριανού έζησε ακόμη δεκαπέντε χρόνια, μετά την παρέλευση των οποίων πέθανε για δεύτερη φορά.

   Το λείψανο του Αγίου Σεβηριανού ενταφιάσθηκε σε μια τοποθεσία της Σεβάστειας, η οποία φανερώθηκε αργότερα, μετά από θεοσημία: κατά θαυματουργικό τρόπο εμφανίστηκε στην τοποθεσία ένας αετός ο οποίος κρατούσε ένα ωραιότατο στεφάνι πλεγμένο από ευωδιαστά άνθη. Στη συνέχεια έριξε το στεφάνι στο επίμαχο σημείο στο οποίο ήταν ενταφιασμένο το λείψανο του μάρτυρα. Απ’ το σημείο αυτό οδηγούμενοι οι χριστιανοί, έσκαψαν και βρήκαν το λείψανο για να το λατρέψουν με αφοσίωση.

  

4        Το μαρτύριο του Θεοφάνους του Ομολογητού που ασκήτεψε και ομολόγησε λίγο πριν την εποχή του Διοκλητιανού, επί των αυτοκρατόρων Κάρου και Καρίνου (283 μ.Χ.), αποτελεί ενδιαφέρουσα διήγηση που απηχεί βίους ασκητών της Μέσης Βυζαντινής περιόδου. Ο Όσιος Θεοφάνης γεννήθηκε από ειδωλολάτρες γονείς και πίστεψε στο Χριστό με τρόπο παράδοξο, όταν ήταν ακόμη πολύ νέος στην ηλικία: βλέποντας δηλαδή μια μέρα ένα παιδί που κινδύνευε να πεθάνει απ’ το ψύχος το λυπήθηκε και έβγαλε τα ιμάτιά του να το ντύσει. Επειδή όμως ο πατέρας του τον ρώτησε που βρίσκονται τα ρούχα του ο Άγιος απάντησε με σοφία πως ενέδυσε μ’ αυτά το Χριστό. Τότε ο ειδωλολάτρης πατέρας του τον ρώτησε ποιός είναι αυτός ο Χριστός δηλώνοντας έγνοια και περιφρόνηση προς τη νέα θρησκεία, αφού σε αντίθεση με τους χριστιανούς σέβονταν τον Ερμή, τον Απόλλωνα και τους άλλους Θεούς. Εξαιτίας της τάσης του πατέρα του, ο Άγιος Θεοφάνης τον αρνήθηκε ως ασεβή και ειδωλολάτρη. Στη συνέχεια εμφανίζεται άγγελος Κυρίου, παίρνει τον Άγιο και τον ανεβάζει στο όρος Διαβηνό, όπου τον παραδίδει σ’ έναν ασκητή, ο οποίος ασκούνταν στο όρος αυστηρά επί 75 χρόνια. Ο ασκητής αυτός δίδαξε στο Θεοφάνη την ασκητική πολιτεία και τα ιερά γράμματα και οι δυο, δάσκαλος και μαθητής τρέφονταν από άγγελο Κυρίου με τρόπο θαυματουργικό, πράγμα που αποτελεί κοινό τόπο στη χριστιανική παράδοση και πρωτοσυναντάται στην Παλαιά Διαθήκη. Μετά από πέντε χρόνια πέθανε ο γέρος ασκητής και ο Θεοφάνης συνέχισε μόνος την ασκητική του βιωτή για 58 ακόμη χρόνια. Έπειτα οδηγούμενος από άγγελο βρήκε απ’ το σπήλαιό του καθήμενος πάνω σ’ ένα λιοντάρι και προχωρώντας με αυτό σε απόσταση εξήντα σταδίων, δηλαδή οκτώμισι μιλίων, κήρυττε παντού το Χριστιανισμό. Για το λόγο αυτό οι αυτοκράτορες Κάρος και Καρίνος τον συνέλαβαν και του έδωσαν εκατό ραπίσματα στο πρόσωπο. Έπειτα, αφού τον βασάνισαν με διάφορους τρόπους, παρατηρώντας ταυτόχρονα ότι με τα θαύματα που έκανε ελκύονταν πλήθη ειδωλολατρών στο χριστιανισμό, ντράπηκαν κατά τον Συναξαριστή και άφησαν τον Άγιο να πολιτεύεται όπως ήθελε. Βέβαια η πληροφορία αυτή περί ντροπής των ηγεμόνων και περί της συνακόλουθης απελευθέρωσης του Άγίου πρέπει να χαρακτηριστεί υπερβολική και εν πολλοίς κατασκευασμένη εκ των υστέρων προκειμένου να καταδειχθεί η ανυπέρβλητη σοφία των χριστιανών, το θαυμαστό τους ήθος και η ακατάβλητη ψυχική τους δύναμη, στοιχεία που κατατροπώνουν τους ειδωλολάτρες αλλά και που ταυτόχρονα αποτελούν αντικείμενα θαυμασμού απ’ αυτούς.

   Μετά την απελευθέρωσή του ο όσιος Θεοφάνης ανέβηκε πάλι στο σπήλαιο, όπου ασκήτευε και μετά την παρέλευση 17 χρόνων απήλθε προς Κύριον. Έζησε συνολικά 75 χρόνια.

 

5        Στο μαρτυρολόγιο της Μηνοδώρας, Μητροδώρας και Νυμφοδώρας που αναφέρεται σε γεγονότα των χρόνων του Μαξιμιανού (περίπου 304 μ.Χ.) υπάρχει ο «κοινός τόπος» του τέλους του μαρτυρίου τους, ο οποίος συναντάται σε πάμπολλους άλλους βίους μαρτύρων της πρωτοχριστιανικής περιόδου. Σύμφωνα μ’ αυτόν, ο ειδωλολάτρης δικαστής των παραπάνω Αγίων γυναικών άναψε δυνατό καμίνι μέσα στο οποίο έριξε τα μαρτυρικά λείψανα των Αγίων αλλά αμέσως τότε ακούστηκαν απ’ τον ουρανό βροντές και αστραπές οι οποίες απ’ τη μια μεριά έκαψαν δίκαια τον άδικο δικαστή, ενώ απ’ την άλλη διαφύλαξαν αβλαβή τα Άγια λείψανα επειδή έπιασε ξαφνικά ραγδαία βροχή και σβήστηκε η φωτιά της καμίνου. Από εκεί τα πήραν κάποιοι χριστιανοί και τα ενταφίασαν με μεγαλοπρέπεια στον ίδιο τον τόπο του μαρτυρίου τους. Τις πληροφορίες αυτές μας μεταφέρει ο Συμεών ο Μεταφραστής ο οποίος και έγραψε το μαρτύριο αυτό στα ελληνικά.

6        Στους βίους του μάρτυρα Βαρυψαβά και της αυτοκράτειρας Πουλχερίας που ανακηρύχθηκε αγία (αδελφή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του μικρού και σύζυγος του αυτοκράτορα μαρκιανού περ. 450 μ.Χ.) συναντούμε τους μεσαιωνικούς θρύλους, πασίγνωστους στην ανατολική και δυτική χριστιανοσύνη, για το αίμα του Ιησού που περισυνελέγη στο ιερό ποτήριο το επονομαζόμενο  Graal. Ανάλογο μεσαιωνικό θρύλο-κοινό τόπο για την αποτύπωση των στιγμάτων του Χριστού σε ανθρώπινη σάρκα συναντούμε στο βίο του αποστόλου Κλήμεντος.

 

7        Οι περιπέτειες των πρώτων Χριστιανών και οι αναγκαστικές αλλαγές του τόπου της διαμονής τους εξαιτίας των διωγμών αποτυπώνονται με παραστατικότητα στο μαρτυρολόγιο του Αγίου Αυτονόμου που έζησε επί αυτοκράτορος Διοκλητιανού (298 μ.Χ.). Διαγράφονται  επίσης με ενάργεια και ζωντάνια ο θρησκευτικός φανατισμός και οι αιματηρές συμπλοκές εθνικών (ειδωλολατρών) και χριστιανών σ’ αυτή τη σκληρή και μεταβατική εποχή.

 

8        Στο μαρτυρολόγιο του Κορνηλίου του εκατοντάρχου γίνεται αναφορά στα δυο άκρα αντίθετα της φιλοσοφίας και ιδεολογίας της ανατολικής μεσογείου κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους. Απ’ τη μια αντιπαρατίθενται οι Έλληνες-Εθνικοί στους Ιουδαιόφρονες και απ’ την άλλη οι ελληνίζοντες Ιουδαίοι λειτουργούν ως ενδιάμεσοι εκπροσωπώντας τη χρυσή μεσότητα. Επιπλέον στο μαρτυρολόγιο του Αγίου Κορνηλίου γίνεται νύξη στην άποψη των πατέρων για τη σημασία του κλήρου-λαχνού στην επιλογή των Αποστόλων που επρόκειτο να κηρύξουν το Θείο λόγο στα έθνη.

 

9        Στο μαρτυρολόγιο της Αγίας Αριάδνης για την οποία ράγισε πέτρα και την υποδέχτηκε στο εσωτερικό της, σύμφωνα με την παράδοση, προκειμένου να γλιτώσει απ’ τους δήμιούς της, υπάρχουν εικόνες αποκάλυψης καθώς οι διώκτες της αφανίζονται από φοβερούς αγγέλους, οι οποίοι καλπάζουν με τ’ άλογά τους κρατώντας κοντάρια στα χέρια τους και χτυπώντας μ’ αυτά τους διώκτες της Αγίας. Η Αγία Αριάδνη έζησε κατά τους χρόνους των αυτοκρατόρων Αδριανού και Αντωνίου(117 μ.Χ.) έως το έτος 139 και ήταν δούλοι του άρχοντα Τερτύλου, πρώτου της πόλεως των Προμισέων που βρισκόταν στο θέμα της Φρυγίας Σαλουταρίας.

 

10    Απ’ τους βίους με πλοκή και στοιχεία παραμυθιού, οι οποίοι πραγματικά είναι πολλοί, ξεχωρίζει και γι΄αυτό πρέπει να επισημανθεί ο βίος του μάρτυρα Ευσταθίου και της συνοδείας του, δηλ. της συζύγου του Θεοπίστης και των υιών του  Αγαπίου και Θεοπίστου. Στην αφήγηση αυτού του αξιόλογου μαρτυρολογίου υπάρχουν περιπέτειες, χωρισμοί, αναγνωρίσεις και επανασυνδέσεις του Αγίου και των μελών της οικογενείας του όπως ακριβώς συναντώνται αντίστοιχα μοτίβα και φαινόμενα στα λαϊκά παραμύθια και τις λαϊκές αφηγήσεις.

11    Πολλά παραμυθιακά στοιχεία υπάρχουν επίσης στο βίο του προστάτη αγίου των θαλασσινών, του Φωκά που τελείωσε μαρτυρικά τη ζωή του καιόμενος σε ειδωλολατρικό λουτρό. Το μαρτυρικό του τέλος αποκαλύφθηκε στον άγιο με σημείο παράδοξο: ένα περιστέρι  ήρθε και τοποθέτησε το κεφάλι του στεφάνι(σύμβολο-προάγγελο του κατοπινού του μαρτυρίου), στη συνέχεια  στάθηκε στο κεφάλι του  και μίλησε μ’ ανθρώπινη φωνή, λέγοντας: «ποτήριον εκεράσθη εις σε και πρέπει να το πίης». Και πραγματικά, εκπληρώνοντας την προφητεία του πουλιού «μ’ ανθρωπινή λαλίτσα» των παραλογών, των λαϊκών παραμυθιών μα και των δημοτικών μας τραγουδιών, ο άγιος Φωκάς μαρτύρησε επί αυτοκράτορος Τραϊανού, το έτος 101 μ.Χ.

 

12    Στο συναξάρι της πρωτομάρτυρος και ισαποστόλου Θέκλης, τα μοτίβα του τάφου που ισοδυναμεί με κρυψώνα, της πέτρας που σχίζεται, δηλαδή που ανοίγει για να δεχτεί την Αγία και να την αναπαύσει, ψυχικά και σωματικά, απ’ τις έγνοιες της παρούσης ζωής, και τέλος της ερωτικής απόρριψης του άρχοντα Αλέξανδρου, απ’ την Αντιόχεια, εκ μέρους της Αγίας Θέκλης, θυμίζουν ανάλογα μοτίβα αρχαιότατων θρύλων και παραμυθιών, ενώ παράλληλα παίζουν καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη της υπόθεσης του μύθου και στον τρόπο που αυτός κλείνει τον κύκλο του.

 

13    Η διήγηση για τη μετάσταση του αποστόλου και ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου, εμπεριέχει αναφορές στη δουλεία καθώς επίσης και έμμεσες και άμεσες νύξεις στο μύθο του Μινώταυρου και στις ανθρωποθυσίες στα θεμέλια κτίσματος που διασώζουν αρχαιότατοι μύθοι και παραλογές. Αυτά ιχνηλατούνται στα σημεία εκείνα της διήγησης που περιγράφεται ένα ειδωλολατρικό λουτρό μέσα στο οποίο σύμφωνα με την παράδοση κατοικούσε ένας άγριος δαίμονας ο οποίος τρεις φορές το χρόνο συνήθιζε να πνίγει ένα νέο ή μια νέα. Μάλιστα, όταν θεμελιωνόταν το λουτρό ο μιαρός αυτός δαίμονας έπεισε τους χτίστες να χτίσουν στα θεμέλιά του ζωντανούς ένα νέο και μία νέα με σκοπό ν’ αντηχεί μεγαλόπρεπα το λουτρό.

   Στην ίδια διήγηση παρατηρείται απόδοση ανάλογων με τις χριστιανικές αντιλήψεις απόψεων στους εθνικούς-ειδωλολάτρες. Μάλιστα ένας ειδωλολάτρης ιερέας και μάγος του ιερού του Απόλλωνα στην Πάτμο, ο επονομαζόμενος Κύνωψ, παρουσιάζει πολλά κοινά σημεία με τους χριστιανούς ασκητές στην ασκητική του πολιτεία και ερημία. Επίσης φαινόμενα όπως η  ταχυδακτυλουργία και η αυτοκτονία λόγω έσχατης φτώχιας παραπέμπουν σε λαϊκές διηγήσεις και παραμύθια, παράλληλη όμως δημιουργούν μια ιδιότυπη γοητευτική ατμόσφαιρα θίγοντας κοινωνικά καλώς και κακώς κείμενα μίας ορισμένης χρονικής περιόδου(μεταβατική περίοδος απ’ την αρχαιότητα στο πρώιμο Βυζάντιο).

 

14    Στο συναξάρι του Αγίου Καλλιστράτου και των σαρανταεννέα μαρτύρων περιγράφεται η κατάσταση στην Καρχηδόνα και τη Βόρεια Αφρική στα τέλη του 3ου αιώνα μ.Χ. Απ’ αυτή την περιγραφή συμπεραίνει κανείς πως η χριστιανική λατρεία δεν είχε ακόμη επεκταθεί στις τάξεις των στρατιωτών καθώς λίγοι χριστιανοί στρατιώτες υπηρετούσαν στα ρωμαϊκά όπλα της Βόρειας Αφρικής την εποχή αυτή.

 

15    Ένα πολύ ενδιαφέρον συναξάρι, που πληρεί σχεδόν στο έπακρο τους όρους της λαϊκής αφήγησης καθώς κλείνει με το σχήμα του κύκλου και το μοτίβο της αντεκδίκησης, είναι το συναξάρι του μάρτυρα Γοβδελαά, γιού του βασιλιά των Περσών Σαβωρίου, και των συν αυτώ αθλησάντων Δάδα, Κασδόου και Κασδόας, της κόρης του Σαβωρίου.

  Στη διήγηση αυτή οι οικογενειακοί δεσμοί υποχωρούν μπροστά στο θρησκευτικό μένος και τη δίψα για εξουσία, ενώ ο αδελφικός δεσμός των Αγίων παιδιών του Σαβωρίου ενδυναμώνεται χάρη στην κοινή χριστιανική τους πίστη. Το μοτίβο του μάγου που βρίσκεται στη φυλακή για τα πολλά κακά που διέπραξε (του επονομαζόμενου Γάργαλου), η καταγραφή βασανιστηρίων και μαρτυρίων των χριστιανών εν τω γίγνεσθαι και στο πρωτότυπο κατά κάποιο τρόπο από χριστιανούς ιερείς, η διαπόμπευση του νεκρού σώματος του Αγίου απ’ τους διώκτες του που περιγραφόμενη θυμίζει τη γνωστή σκηνή απ’ την Ιλιάδα της διαπόμπευσης του νεκρού Έκτορα καθώς και η αναφορά του συμβολικού αριθμού «τρία» ως παραπομπή στην Αγία Τριάδα, όλα αυτά συνενώνουν και συγχωνεύουν την αρχαιοελληνική παράδοση με το χριστιανικό πνεύμα.

 

16    Στο βίο του Αγίου Γρηγορίου, Επισκόπου της μεγάλης Αρμενίας, ο οποίος  έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού(περίπου 290μ.Χ.), τα όνειρα λειτουργούν ως μοχλός της αιφνίδιας μεταβολής της τύχης(χαρακτηριστικό στοιχείο των παραμυθιών και των λαϊκών αφηγήσεων). Επίσης η μεταμόρφωση ανθρώπου σε χοίρο που περιγράφεται σ’ αυτό το συναξάρι μας παραπέμπει άμεσα στα μυθολογικά στοιχεία της Οδύσσειας(μεταμόρφωση των συντρόφων του Οδυσσέα απ’ τη μάγισσα Κίρκη). Μ’ αυτούς τους διηγηματικούς τρόπους και τα παραμυθιακά τεχνάσματα, το ιστορικό γεγονός του εκχριστιανισμού των Αρμενίων επενδύεται με μαγικό χαρακτήρα και αγγίζει τα σύνορα του θρύλου.

 

17    Οι περιπέτειες ως συστατικό στοιχείο του παραμυθιού συναντώνται με μεγάλη συχνότητα στο μαρτυρολόγιο των αγίων-μαρτύρων Ριψιμίας, Γαιανής και των τριανταδύο παρθένων-μαρτύρων που έζησαν στα χρόνια του Διοκλητιανού(292μ.Χ.).

 

18    Στο συναξάρι των μαρτύρων Κυπριανού και Ιουστίνης της παρθένου, οι οποίοι έζησαν στα χρόνια του αυτοκράτορα Δεκίου(250μ.Χ.) αναφέρονται μαγικά βιβλία και μαγικά ερωτικά φίλτρα τα οποία χρησιμοποίησε ο έμπειρος  κατά τη μαγική τέχνη Κυπριανός προς χάριν του εθνικού Αγλαίδα για να προσελκύσει στον έρωτά του την παρθένα και χριστιανή Ιουστίνα.

  Είναι χαρακτηριστικό επίσης το γεγονός πως στην καθιέρωση της λατρείας των λειψάνων του αγίου Κυπριανού έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο γυναίκες, φιλόθεες και φιλομάρτυρες, όπως τις αποκαλεί ο βίος του, μια εκ των οποίων, η Ματρώνα ή Ρουφίνα, καταγόταν απ’ το γένος του αυτοκράτορα Κλαυδίου. Μάλιστα, τα λείψανα του αγίου Κυπριανού φημίζονταν για τη θαυματουργική τους χάρη όχι μόνο ανάμεσα στους χριστιανούς αλλά και στους κύκλους των ειδωλολατρών.

 

1        Στο συναξάρι του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου υπάρχει αυτούσιος ο μύθος του ακέφαλου ανθρώπου, καθώς ο άγιος, αφού αποκεφαλίστηκε, πήρε το κεφάλι του στα χέρια του και διήνυσε απόσταση δύο μιλίων κρατώντας το έως ότου συνάντησε στο δρόμο του μια γυναίκα ονόματι Κατούλα στην οποία, κατά θεία πρόνοια, χάρισε το κεφάλι του ως θησαυρό αποθέτοντάς το στις παλάμες της. Στο ίδιο συναξάρι, επίσης, οι συνέπειες της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας και του φανατισμού με τις καταστροφικές τους προεκτάσεις ωθούν τον άγιο Διονύσιο στο χριστιανικό του κήρυγμα κατά αυτής της μισαλλοδοξίας και υπέρ της αγάπης προς όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους.

 

2        Το συναξάρι του μάρτυρα Αυδάκτου και της κόρης του Καλλισθένης, οι οποίοι έζησαν γύρω στο 235μ.Χ. παρουσιάζει αρκετά στοιχεία λαϊκών αφηγήσεων ή παραμυθιών: γυρίσματα της τύχης και ανατροπές (μεταβάσεις απ’ την κακή τροπή στη θετική τροπή) στη μοίρα των ηρώων-αγίων, τεχνάσματα και μεταμφιέσεις για εικονική αλλαγή φύλου-πράγμα προσφιλές στη βυζαντινή αγιολογία όλων των εποχών-, αγιοποίηση συγγενικού προσώπου(στην προκειμένη περίπτωση του πατέρα απ’ την κόρη).

 

3        Στη διήγηση για τον Απόστολο Θωμά υπάρχουν συγκεκριμένα χωρία φρικιαστικών περιγραφών που θυμίζουν παραλογές και λαϊκά παραμύθια: Καταξεσχισμένα μέλη ανθρώπων που τα περιφέρει ένας σκύλος στο στόμα του, στη διάρκεια ενός γαμήλιου γλεντιού, θαυματουργικές κατασκευές μεγαλοπρεπών παλατιών. Βέβαια, παράλληλα σ’ αυτά, αναφέρονται και οικονομικοί όροι καθώς σε κάποια σημεία χρησιμοποιείται ορολογία εμπορικών συναλλαγών.

 

4        Στο συναξάρι του Ιουλιανού του πρεσβυτέρου και Καισαρίου του διακόνου υπάρχει το σύμπλεγμα του  Λαοκόοντα και των γιών του: «καθώς περπατούσε ο Λοξώριος στο γιαλό συνάντησε μεγάλο και φοβερό φίδι που μπλέχτηκε στα πόδια του και αφού χτύπησε δυνατά με την ουρά του όλα τα μέλη του Λοξωρίου τον άφησε άπνοο και νεκρό». Εδώ παρατηρούμε ότι ο Θεός των χριστιανών τιμωρεί τον ειδωλολάτρη διώχτη των Αγίων Λοξώριο με τρόπο παρόμοιο μ’ αυτόν που ο Θεός των εθνικών τιμωρεί τον Λαοκόοντα.

 

1        Στην περίπτωση της Αγίας Πελαγίας της παρθένου η αυτοκτονία της προκειμένου να μην πέσει στα χέρια των διωκτών της, οδηγεί στην αγιοποίησή της. Εδώ επαληθεύεται έτσι το ρητό «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».

 

1        Στο συναξάρι των μαρτύρων Κάρπου, Παπύλου, Αγαθοδώρου και Αγαθονίκης βρίσκουμε την πληροφορία πως οι γιατροί είχαν δούλους για να εξασκούν αποτελεσματικότερα την τέχνη τους. Στην παραπάνω διήγηση τα ζώα δείχνονται σπλαχνικότερα απ’ τους ανθρώπους, καθώς ένα λιοντάρι μιλά με ανθρώπινη φωνή (εξωλογικό στοιχείο) στους διώκτες των Αγίων και τους εμποδίζει στο να εκδηλώνουν περισσή ωμότητα εναντίων τους.

 

1        Όπως στο συναξάρι του μάρτυρα Λογγίνου του εκατόνταρχου, έτσι και σ’ άλλους βίους Αγίων παρατηρείται ο ακόλουθος κοινός τόπος: οι Άγιοι ετοιμάζουν πολύ πριν το θάνατό τους τον τάφο τους και τα απαραίτητα για την κηδεία τους, καθώς οι ατυχίες της ζωής και η τραγική ειρωνεία της μοίρας τους αφήνουν αδιάφορους, γιατί αυτοί βιώνουν τη βεβαιότητα του θανάτου και της ανάστασης στην καθημερινότητά τους. Άλλωστε η μοναστική φιλοσοφία και στάση ζωής είναι διαποτισμένη απ’ το διαρκές χαροποιό πένθος που επιφέρει η χαρμολύπη.

 

1        Στο συναξάρι της Αγίας Σεβαστιανής συναντούμε ξανά το παραμυθιακό στοιχείο του ανθρωπομορφισμού των ζώων, καθώς ένα μεγαλόσωμο λιοντάρι πλησιάζει την Αγία και την επαινεί παράδοξα με ανθρώπινη φωνή. Ανθρωπομορφισμός των ζώων εξάλλου υπάρχει και στη βυζαντινή αγιογραφία, η οποία βασίζεται σε πατερικά κείμενα, βίους Αγίων και μαρτυρολόγια-συναξάρια.

 

1        Στο συναξάρι των Αγίων Νικάνδρου επισκόπου Μύρων και Ερμαίου του πρεσβυτέρου, που χειροτονήθηκαν απ’ τον Απόστολο Τίτο, υπάρχει η αναφορά του εγκλεισμού τους σε τάφο, ενώ ήταν ακόμη ζωντανοί, πράγμα που μας φέρνει στο νου το αντίστοιχο περιστατικό απ’ την τραγωδία Αντιγόνη του Σοφοκλή: και εκεί ο απάνθρωπος τύραννος Κρέων, όπως και εδώ ο απάνθρωπος ειδωλολάτρης άρχοντας, προστάζουν το βασανισμό και εξευτελισμό των ηθικά ανώτερων ανθρώπων.

 

1        Στη διήγηση για το θρήνο του προφήτη Ιερεμία εξαιτίας της άλωσης της Ιερουσαλήμ και για την έκσταση του Αβιμέλεχ, υπάρχουν πολλά στοιχεία παραμυθιών της Ανατολής (π.χ. το λυχνάρι του Αλαντίν, χίλιες και μία νύχτες κ.τ.λ.) καθώς τα κοινότυπα μοτίβα της ωραίας κοιμωμένης και του σταματήματος-παγώματος του χρόνου, προσδίδουν στη βυζαντινή αυτή διήγηση ανατολίτικο χρώμα και γοητεία.

 

1        Στο συναξάρι των μαρτύρων Αύκτου, Ταυρίωνος και Θεσσαλονίκης, οι οποίοι μαρτύρησαν στην Αμφίπολη της Μακεδονίας, η πίστη στο Χριστό αποδεικνύεται ισχυρότερη απ’ τους δεσμούς του αίματος και τις οικογενειακές σχέσεις γιατί προέχει η πνευματική συγγένεια που αποκτάται μέσω της κοινής συμμετοχής στη χριστιανική ιδιότητα. Αυτό το φαινόμενο συναντάται με ιδιαίτερη συχνότητα στα συναξάρια και στους βίους της παλαιοχριστιανικής εποχής και της πρώιμης βυζαντινής περιόδου.

 

1        Στο συναξάρι του μάρτυρα Μίλου, επισκόπου και θαυματουργού και των δύο μαθητών του, περιγράφονται οι  πολλές μετακινήσεις του Αγίου από τόπο σε τόπο και οι περιπέτειες του σ’ όλη την επικράτεια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μέσα σε μια ατμόσφαιρα αναταραχής στο πλαίσιο της πρώτης-αρχαίας εκκλησίας, όπου η αοριστία των αδιαμόρφωτων ακόμη δογμάτων, το τυχαίο αστάθμητων παραγόντων, οι προσωπικοί ανταγωνισμοί των εκκλησιαστικών ταγών, η εμφάνιση των αιρέσεων και ο φόβος του εκκλησιαστικού πληρώματος, εξαγνίζονται μέσα από την εκδίκηση και την προφητική ικανότητα-μαγική πρόβλεψη-πρόρρηση του Αγίου Μίλου. Με τον τρόπο αυτό η αντίθεση μεταξύ απίστων ειδωλολατρών και πιστών χριστιανών λήγει προς όφελος των δευτέρων.

 

1        Στο βίο του μεγαλομάρτυρος Μηνά απ’ το Κοτυάειον της  Φρυγίας Σαλουταρίας, ο οποίος έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Μαξιμιανού (περίπου 296 μ.Χ.), ως κεντρικοί άξονες της αφήγησης, τονίζονται η αξία των χρημάτων και η ιδιότητα του Αγίου ν’ αποδίδει δικαιοσύνη στους ανθρώπους και να κρατά μ’ αυτόν τον τρόπο τις κοινωνικές ισορροπίες.

 

1        Η αλυσίδα των μαρτύρων απλώνεται σ’ όλη την έκταση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και συνενώνει τις περιοχές της Δύσης με τις περιοχές της Ανατολής μέσα απ’ το ύψιστο ιδανικό τους που ήταν η «μίμηση Χριστού». Έτσι στο συναξάρι του Αγίου Μαρτίνου του θαυματουργού επισκόπου Φραγκίας, που έζησε επί αυτοκράτορος Τραϊανού (98 μ.Χ.), παρουσιάζεται ο ακόλουθος κοινός τόπος σε συναξάρια Δύσης και Ανατολής: ο Άγιος Μαρτίνος μεταβάλλει σε χρυσό ένα ζωντανό περιστέρι για να βοηθήσει έναν φτωχό άνθρωπο στις ανάγκες της σκληρής ζωής του και στη συνέχεια αποκατέστησε το περιστέρι.

 

1        Στο συναξάρι-διήγηση για τον Απόστολο και Ευαγγελιστή Ματθαίο υπάρχει «προτύπωση» του ασκητικού ιδανικού, ως προς τον τρόπο της ζωής του (μονοχίτων και χωρίς στέγη) καθώς και απηχήσεις παλιών μύθων και αρχαίων παραδόσεων: «Αφ’ ου δε επέρασε καιρός εφάνη εις αυτόν ως παιδίον ο Θεός εκείνος όστις διέπλασεν από το χώμα τον άνθρωπον και εξαπλώσας την δεξιάν του δίδει εις τον απόστολον μίαν ράβδον και λέγει αυτώ. λάβε ταύτην και καταβάς από το βουνόν και πορευθείς εις την πόλιν Μυρμήνην φύτευσον την ράβδον ταύτην εις το κατώφλιον του εκείσε αγίου οίκου. Η οποία ριζωθείσα και υψωθείσα από την δεξιάν μου χείρα θέλει γενή δένδρον πολύκαρπον. Και από μεν τα άκρα των κλάδων του θέλει καταβή γλυκασμός μέλιτος, από δε τας ρίζας του θέλει αναβλύσει πηγή ύδατος, από την οποίαν λουόμενοι οι θηριογνώμονες άνδρες της πόλεως και από τον γλυκασμόν του δένδρου μεταλαμβάνοντες θέλουν γλυκανθή κατά τας αισθήσεις και θέλουν παύσει από του να πράττωσι παρανομίας».

 

1        Στο βίο του αγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας του θαυματουργού, που έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Αυρηλιανού (περ. 275 μ.Χ.), αντιπαραβάλλεται το όραμα προς το όνειρο («ενύπνιον»), αναφέρονται αρδευτικά έργα και αποξηράνσεις (μιας λίμνης) ερμηνευόμενα ως θαυματουργικές επεμβάσεις του αγίου, καθώς επίσης απηχούνται μύθοι του Αισώπου (π.χ. του Ψευτολαζάρου με το λύκο και τα πρόβατα δηλ. του μύθου με τον ψεύτη βοσκό), αποκαλύπτονται και εκδηλώνονται αρνητικά αισθήματα (ρατσισμός) κατά των Εβραίων και τέλος τονίζονται τα στοιχεία της φύσης.

 

1        Στο συναξάρι του μάρτυρα Ρωμανού που έζησε στα χρόνια του Μαξιμιανού (303 μ.Χ.), η βία που ασκείται εκ μέρους του αγίου προς τον ειδωλολάτρη έπαρχο Ασκληπιάδη και το ναό των ειδώλων και ο παραλληλισμός του νερού προς το άφθαρτο νερό της μακαριότητας αποτελούν κοινούς τόπους στα συναξάρια της πρώιμης βυζαντινής περιόδου. Με τον ίδιο τρόπο, στο συναξάρι του Άζη του θαυματουργού που άκμασε επί Διοκλητιανού (289 μ.Χ.) και καταγόταν απ’ τη χώρα των Ισαύρων, παραλληλίζεται η πειθαρχία που απαιτεί το στρατιωτικό επάγγελμα με τον ασκητισμό της ερημητικής ζωής των αγίων, πράγμα που αποτελεί έναν ακόμη κοινό τόπο.

 

1        Στο συναξάρι του μάρτυρα Δάσιου, ο οποίος έζησε στα χρόνια του Μαξιμιανού (περ. 298 μ.Χ.) στην πόλη Δορύστολο ή Δορόστολο κοντά στο Δούναβη, αναφέρεται ανθρωποθυσία την οποία είχαν συνήθεια να επιτελούν οι ειδωλολάτρες κάθε χρόνο στη γιορτή του Κρόνου: «Προ τριάκοντα δε ημερών της μιαράς εορτής ταύτης διέλεγον ένα στρατιώτην νέον και ωραίον  κατά την όψιν και ητοίμαζον αυτόν εις θυσίαν. Ενδύοντες δε αυτόν φορέματα βασιλικά, τον παρεκίνουν να κάμνη πρώτον πάσαν επιθυμίαν και έπειτα τον έσφαζον επάνω εις τον βωμόν του Κρόνου».

  Απ’ το παραπάνω χωρίο του συναξαριστή διαπιστώνουμε πως κατά τα τέλη του 3ου αιώνα μ.Χ. τα πανάρχαια, αποτρόπαια και φρικτά έθιμα των ανθρωποθυσιών τελούνταν κατ’ εξαίρεση σε περιοχές της βόρειας Βαλκανικής.

 

1        Στο συναξάρι των μαρτύρων Βαλλεριανού και Τιβουρτίου που μαρτύρησαν στη Ρώμη την εποχή του Διοκλητιανού(288μ.Χ.), συναντούμε το εύρημα του αρραβώνα ανάμεσα σε δυο μελλοντικούς Αγίους, ο οποίος γίνεται το όχημα και το μέσο για να καταλήξουν αυτοί στον εν Χριστώ αρραβώνα και στον εν Χριστώ έρωτα(στην προκειμένη περίπτωση αρραβωνιάστηκαν οι άγιοι Βαλλεριανός και Κικιλία). Το μοτίβο του αρραβώνα, με την παραπάνω έννοια και κατάληξη, αποτελεί κοινό τόπο σε αρκετούς απ’ τους βίους της πρώιμης βυζαντινής περιόδου.(είτε γράφτηκαν σ’ αυτή, είτε αναφέρονται σ’ αυτή).

 

1        Στο βίο του αγίου Κλήμεντος, επισκόπου Ρώμης, αναφέρεται ένα πρωτότυπο θαύμα του, που ανακαλεί συνειρμούς απ’ τις ιστορίες της Παλιάς Διαθήκης και συγκεκριμένα απ’ τη διήγηση για την Ερυθρά Θάλασσα: «έκτοτε δηλαδή κατ’ έτος εις την μνήμην του αγίου τούτου Κλήμεντος αποσύρεται η θάλασσα μέσα τρία μίλια και ο τόπος της θαλάσσης γίνεται γη ξηρά, εις την οποίαν κάθηνται οι εκεί συναθροιζόμενοι Χριστιανοί έως ημέρας επτά, και ούτω γίνεται εις αυτούς μεγάλη χαρά και ευφροσύνη δια το τοιούτον θαυμάσιον».

 

1        Στο  συναξάρι του Ιερομάρτυρα Πέτρου Αλεξανδρείας, που άκμασε στα χρόνια του Μαξιμιανού(περ.296μ.Χ.), φανερώνεται απόλυτη αδιαλλαξία των Ορθοδόξων κατά των αιρετικών (συγκεκριμένα κατά του Αρείου και των οπαδών του). Μάλιστα με μιαν αλληγορία-μεταφορά που παρατίθεται στη διήγηση, εκείνη του σχισμένου υποκαμίσου του Παιδίου-Χριστού, αποδίδεται εύγλωττα η καταστροφική «σημασία» των αιρέσεων για το σώμα της νεοσύστατης Χριστιανικής Εκκλησίας.

 

2        Στο βίο του μάρτυρα Παραμόνου και των 370 μαρτύρων γίνεται αναφορά σε ιαματικό λουτρό το οποίο βρισκόταν σε μια περιοχή της Βαλσατίας (ή Μπάστρας), κοντά στο στόμιο (εκβολές) του ποταμού Τίγρη. Το λουτρό αυτό ονομαζόταν ιερό εξαιτίας των θερμών πηγών του με ιαματικές, θεραπευτικές ιδιότητες διαφόρων ασθενειών.

 

3        Ένας ενδιαφέρων και «αρχαιόπρεπος» βίος, για τις ομοιότητες που παρουσιάζουν στοιχεία του περιεχομένου του με ορισμένα σημεία του μύθου της Αντιγόνης, της ομώνυμης Αρχαίας Τραγωδίας, είναι ο βίος της μάρτυρος Μυρόπης, που έζησε επί αυτοκράτορος Δεκίου (250 μ.Χ.). Εν συνόλω, θυμίζει βίους της Μέσης βυζαντινής περιόδου, κυρίως ως προς τη δομή της αφήγησης και τις υπερβολές που παρουσιάζει. Η μάρτυς Μυρόπη, σαν άλλη Αντιγόνη, αψηφά τις διαταγές του ειδωλολάτρη άρχοντα Νουμερίου και ενταφιάζει το λείψανο του μάρτυρα Ισιδώρου: ο νόμος του κράτους και οι κοσμικές επιταγές, εφόσον έρχονται σε αντίθεση με το θρησκευτικό καθήκον και την ηθική συνείδηση, παραμερίζονται και παραβαίνονται. Ο σιωπηρός αυτός παραλληλισμός ανάμεσα στην Αντιγόνη (αρχαία ηρωίδα) και στη χριστιανή μάρτυρα Μυρόπη που διατρέχει ολόκληρη τη διήγηση, κορυφώνεται στο τέλος, στη σκηνή κατά την οποία ο χορός των αγγέλων, σαν άλλος χορός αρχαίας τραγωδίας, περιβάλλει τη φυλακή της αγίας και ψάλλει τον τρισάγιο ύμνο.

 

4        Στο Συναξάρι των 300 μαρτύρων, που θανατώθηκαν από ξίφος στην Αφρική, εξαίρεται ο ρόλος των γυναικών στην δυναμική πάταξη του Αρειανισμού σε σχέση με τον υποτονικό και, εν πολλοίς, προδοτικό ρόλο των ανδρών στην ίδια υπόθεση. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο παράθεμα: «Επειδή όμως δεν εδυνήθη να την καταπείση, επρόσταξε να βαπτισθή και χωρίς να θέλη από τον επίσκοπον των Μεδιολάνων, Αρειανόν και αυτόν όντα. Η δε ορθόδοξος γυνή εξελθούσα από την κολυμβήθραν εζήτησε δύο οβολούς από την δούλην της και τους έδωκεν εις τον επίσκοπον λέγουσα. Λάβε την πληρωμήν δια το κοινόν λουτρόν όπου με έλουσες, εξευτελίζουσα δηλαδή με τον λόγον τούτον το Αρειανικόν βάπτισμα. Τούτο δε μαθούσα η Σουνίλδη παρευθύς επρόσταξε και κατέκαυσαν την μακαρίαν. Όθεν ο ανήρ αυτής φοβηθείς την βάσανον του πυρός υπήγεν αυτόκλητος και εβαπτίσθη εκ δευτέρου εις το βάπτισμα του Αρείου. Ύστερον δε, ενώ απήρχετο έφιππος εις ένα ευκτήριον οίκον ευρισκόμενον έμπροσθεν της πόλεως, κατεκάη ο άθλιος υπό κεραυνού πεσόντος εξ ουρανού. Και ούτως εκ πείρας έμαθεν ότι η του Θεού οργή και καταδίκη έγινεν εις αυτόν δυνατωτέρα από το πυρ το πρόσκαιρον, με το οποίον η γυνή του εκάη».

 

5        Στην ωφέλιμη διήγηση για το μάρτυρα Μείρακα η αναφορά στη ζωή του, ως στοιχείου δυνάμεως και κύρους παραπέμπει στις μαγικές ιδιότητες που συνήθως διαθέτουν οι ζώνες των λαϊκών παραμυθιών. Βέβαια, επί ρωμαϊκής αυτοκρατορίας η ζώνη υπήρξε ταυτόχρονα και σύμβολο στρατιωτικού αξιώματος.

 

6        Το Συναξάρι που αναφέρεται στη μνήμη των μαρτύρων Ευστρατίου Αυξεντίου, Ευγενίου, Μαρδαρίου και Ορέστου, οι οποίοι  έζησαν στα χρόνια του Διοκλητιανού και του Μαξιμιανού (296 μ.Χ.), είναι αρκετά πρωτότυπο, σε σχέση με τα περισσότερα, καθώς αποκαλύπτει το φόβο και την αμφιβολία που ταλανίζει τους μελλοντικούς αγίους σχετικά με το άδηλο της έκβασης της εις Χριστόν ομολογία τους. Έτσι η αδύναμη ανθρώπινη φύση τους καταφεύγει σε τεχνάσματα μαντικά τα οποία, μέσω «σημείων» θα τους γνωστοποιήσουν το μέλλον τους. Και στα λαϊκά παραμύθια, πολλές φορές και σε δύσκολες περιστάσεις, οι ήρωες καταφεύγουν σε μάντεις, μάγους ή γητευτές, ικανούς να προδιαγράφουν θετικές εξελίξεις για το μέλλον τους, ή απλούστερα, να προβλέπουν τη μελλοντική εξέλιξη των γεγονότων της ζωής τους. Γιατί πάντα οι απότομες αλλαγές των καταστάσεων φοβίζουν τους ανθρώπους.

 

7        Και στο συναξάρι των μαρτύρων Φιλήμονος και Απολλωνίου (290 μ.Χ.) υπάρχει το τέχνασμα της μεταμφίεσης που παίζει σπουδαίο ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής της διήγησης αλλά ταυτόχρονα διασώζεται και η αρχαία ελληνική μυθολογική παράδοση του Αρίωνα και του δελφινιού. Επομένως διαπιστώνεται πως οι αρχαίες παραδόσεις εισχωρώντας στους βίους των Αγίων κατόρθωσαν να διατηρηθούν επί αιώνες μετά Χριστόν, χωρίς να εξαλειφθεί η βαθύτερή τους ουσία. Για του λόγου το αληθές παραθέτω το σχετικό χωρίο από το αντίστοιχο συναξάρι: «Είτα μόλις ελθών εις εαυτόν και μαγείαν ο ανόητος την θαυματουργίαν νομίσας έρριψεν αυτόν εις την θάλασσαν ομού με τους πιστεύσαντας τέσσαρας Προτικτόρους, τους οποίους όλους έβαλεν εντός πέντε σάκκων ομού με άμμον. Παρευθύς δε εις δελφίν μεγαλώτατος ανασύρας και τους πέντε σάκκους και λαβών αυτούς επάνω εις τους ώμους του τους εξέβαλεν εις την παραθαλασσίαν της Αλεξανδρείας. Οι δε δούλοι του αγίου Αρριανού προσμένοντες κατά την προσταγήν εκείνου εις τον αιγιαλόν και ιδόντες τα λείψανα των αγίων φερόμενα επί του δελφίνος εθαύμασαν, ως ήτον εύλογον να θαυμάσωσιν».

 

8        Στο βίο της οσιομάρτυρος Σωσάννης (300 μ.Χ.) που μεταμφιέστηκε σε  άνδρα και μετονομάστηκε Ιωάννης για να εισαχθεί σε ανδρικό κοινόβιο-μοναστήρι, υπάρχει μυθιστορηματική πλοκή καθώς και η πληροφορία ότι κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο στην περιοχή της Παλαιστίνης και συγκεκριμένα στην πόλη της Ιερουσαλήμ υπήρχαν μεικτά κοινόβια-μοναστήρια όπου συμμόναζαν άνδρες και γυναίκες.

 

9        Στο συναξάρι του Αγίου Μοδέστου (298 μ.Χ.) αναβιώνουν οι μύθοι και οι ιστορίες, αφού κυρίως υποφώσκει ο παραλληλισμός των περιπετειών του Αγίου με τις περιπέτειες του Ιωσήφ λόγω της κακίας και της ζήλιας των αδελφών του. Επομένως για άλλη μια φορά «η ιστορία επαναλαμβάνεται» και τα «σημεία και τέρατα» που εμφανίζονται στη βάπτιση του Αγίου ανακαλούν επίσης τα αντίστοιχα παράδοξα φαινόμενα που παρουσιάσθηκαν στη βάπτιση του Χριστού: «Ότε δε εβαπτίζετο ο άγιος, συνέβη θαύμα παράδοξον. Εφάνη δηλαδή στύλος πυρός από τους ουρανούς καταβαίνων, ο οποίος επεστηρίζετο επάνω εις την κεφαλήν του βαπτιζομένου.

 

10    Στο συναξάρι του μάρτυρα Βονιφατίου που έζησε στην εποχή του Διοκλητιανού και προερχόταν από κατώτερο κοινωνικό στρώμα (συγκεκριμένα ήταν δούλος κάποιας συγκλητικής ονόματι Αγλαίδος) υπάρχει πρωτότυπη πραγματικά πληροφορία πως ακόμη και οι ειδωλολάτρες αναζητούσαν λείψανα χριστιανών Αγίων γιατί είχαν πεποίθηση στη θαυματουργική τους βοήθεια και προστασία. Βέβαια στην περίπτωση του Βονιφατίου, εξαιτίας της στενής τους σχέσης με την κυρία του και της εκτίμησής της προς το πρόσωπό του, η αγιοποίησή του προβάλλει εξαιρετικά μεγαλοπρεπής και φανερή στην εποχή του Διοκλητιανού, εποχή διωγμών και κατατρεγμών για τους χριστιανούς. Είναι χαρακτηριστικό το παρακάτω απόσπασμα του συναξαρίου: «Η δε Αγλαίς μετά χαράς  προϋπαντήσασα το άγιον λείψανον και πολυτελώς τούτο τιμήσασα ενεταφίασεν αυτό τέσσαρα μίλια σχεδόν έξω της πόλεως Ρώμης. Ύστερον δε ωκοδόμησε και ναόν εις το όνομά του εν τω μέσω της πόλεως κατά το κάλλος και κατά την ύλην λαμπρότατον, όπου καθ’ εκάστην πηγάς ιαμάτων προχέει».

 

11    Στο συναξάρι των 10 μαρτύρων που αγίασαν στην Κρήτη επί Δεκίου (250 μ.Χ.), παρακολουθούμε τη διαπόμπευση των μαρτύρων απ’ τον όχλο των εθνικών: «Εις διάστημα λοιπόν τριάκοντα ολοκλήρων ημερών εδιώκοντο οι του Χριστού αθληταί από τους ατάκτους έλληνας και ενεπαίζοντο και εδέροντο και ελιθοβολούντο και εκολαφίζοντο (ήγουν με βαθουλήν την παλάμην εκτυπώντο όπισθεν εις τον λαιμόν, ώστε εκ του κτυπήματος εγίνετο κρότος προς εμπαιγμόν) και εμπτύοντο εις το πρόσωπον και εσύροντο κατά γης επάνω εις τας κοπρίας».

 

12    Στη διήγηση για τη φυγή της Θεοτόκου στην Αίγυπτο παρουσιάζεται σ’ όλο του το μεγαλείο ο χαρακτηριστικός τρόπος σκέψης των βυζαντινών, δηλ. η εκ των υστέρων λογική ερμηνεία των ιερών γεγονότων: «Διότι αν δεν έφευγεν ο Κύριος, αλλά συνελαμβάνετο από τον Ηρώδην, ει μεν και εφονεύετο από εκείνον, βέβαια ήθελεν εμποδισθή η σωτηρία των ανθρώπων, ει δε και δεν εφονεύετο, δια να τελειώση την οικονομίαν βεβαίως ήθελε φανή εις τους πολλούς ότι δεν εφόρεσε την ανθρωπίνην φύσιν πραγματικώς και κατά αλήθειαν, αλλά μόνον κατά δόκησιν και φαντασίαν. Επειδή, αν εφόρει σάρκα αληθή, βεβαίως ήθελε κοπή από την σπάθην. Αν λοιπόν οι  άθλοι αιρετικοί ετόλμησαν να είπωσι τούτο, ότι δηλαδή κατά φαντασίαν ο Κύριος εγεννήθη, ως ο θεομάχος Μάνης και οι τούτου οπαδοί Μανιχαίοι, αν και δεν έλαβον εις τούτο καμμίαν αιτίαν και αφορμήν, πόσω μάλλον ήθελον ειπεί τούτο εάν εύρισκον και αιτίαν; Δια τούτο λοιπόν φεύγει ο Κύριος εις την Αίγυπτον δια τας ρηθείσας δύο αιτίας. Και προς τούτοις ίνα συντρίψη  και τα εν Αιγύπτω ευρισκομένα είδωλα».

 

13    Στο Συναξάρι της αγίας Δόμνας που έζησε κατά τους χρόνους του Μαξιμιανού και καταγόταν απ’ τη Νικομήδεια «ιέρισσα υπάρχουσα του εν τω παλατίω ναού», είναι φανερός, από διάφορα περιστατικά, ο θρησκευτικός συγκρητισμός των πρωτοχριστιανικών χρόνων.

 

14    Στο βίο του μάρτυρα Φιλεταίρου που έζησε επί Διοκλητιανού (286 μ.Χ.) εξαίρεται η ομορφιά ως αξία, κληροδοτημένη απ’ την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα: η εξωτερική εμφάνιση του αγίου περιγράφεται με λεπτομέρειες κολακευτικές (μεγαλόσωμος, ωραίος κ.τ.λ.). Βέβαια, ο αγιογράφος τονίζει τον παράγοντα θαύμα ως τον αποφασιστικότερο στη μεταστροφή του ειδωλολάτρη ηγεμόνα απέναντι στον άγιο, όμως σπεύδει να συμπληρώσει πως και το κάλλος και το λαμπρό γένος του συνέβαλαν, με τον τρόπο τους, στο να αφήσει ελεύθερο τον άγιο. Στο ίδιο επίσης συναξάρι γίνεται αναφορά στις απαρχές του μοναχισμού στο όρος της Σιγριανής.

 

15    Στο βίο του μάρτυρα Καρτερίου (298 μ.Χ., επί Διοκλητιανού) διαπιστώνουμε από πολύ συγκεκριμένες αναφορές πως η ζωή του αγίου με το μαρτυρικό του θάνατο αποτελεί επανάληψη της ζωής του Χριστού (μίμησις Χριστού): «Εβραίος τις εκεί παριστάμενος εθυμώθη πολλά και λαβών ο αλιτήριος εν ακόντιον εκτύπησε με αυτό και διεπέρασε την πλευράν του αγίου. Και πρώτον μεν εξήλθεν ύδωρ από την πλευράν του τόσον πολύ, ώστε έσβεσε το πυρ της καμίνου, ύστερον δε εξήλθε και αίμα και ούτω παρέδωκεν ο γενναίος αγωνιστής την ψυχήν του...».

 

16    Στο βίο του οσίου Παύλου του Θηβαίου, που έζησε κατά τους χρόνους του Δεκίου και του Ουαλλεριανού(255μ.Χ.), μέσα στη βαριά ατμόσφαιρα των διωγμών, συναντούμε  την ξεχωριστή, πραγματικά εξαιρετική περίπτωση της επιβράβευσης της δειλίας του αγίου, ο οποίος  καταφεύγει στα βουνά για ν’ αποφύγει τα μαρτύρια του διωγμού κατά των Χριστιανών. Στη συνέχεια, όμως, επανορθώνει την πρότερή του δειλία-φόβο με τον οσιακό του βίο.

 

17    Ο μάρτυς  Πάνσοφος που έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Δεκίου(250μ.Χ.) αντιμετωπίζει και «ελέγχει» τις πλάνες των Ελλήνων-εθνικών(ειδωλολατρών) με τα ίδια τους τα όπλα: «από τους ιδίους μύθους τους οποίους είχον». Το γεγονός αυτό πιστοποιεί τη δύναμη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας(φιλοσοφίας, ρητορικής κ.τ.λ.) καθώς και το ότι οι χριστιανοί λόγιοι εκμεταλλεύτηκαν τον πλούτο της για να θεμελιώσουν τα δόγματα και τη φιλοσοφία της καινούριας θρησκείας.

 

18    Στο συναξάρι της μάρτυρος Ευφρασίας που έζησε στα χρόνια του Μαξιμιανού(290μ.Χ.) ο θάνατος προβάλλεται  προτιμότερος της ατίμωσης για την αγία, η οποία  χρησιμοποιεί το ακόλουθο τέχνασμα για να τον πετύχει: «παρεδόθη εις ένα βάρβαρον εκείνον ότι, αν δεν την πειράξη, θα τω δώση εν ιατρικόν, δια του οποίου θα διαφυλάττεται απλήγωτος από τας μαχαίρας και από τα ακόντια των εχθρών του. Ταύτα δε λέγουσα επρόσθεσε και τούτο, ότι, εάν θέλης να πληροφορηθής ότι τούτο το οποίον σοι λέγω είναι αληθινόν, δοκίμασον εις τον λαιμόν μου, και ευθύς εξέτεινε τον λαιμόν της. Ο δε βάρβαρος νομίσας ότι λέγει λόγια αληθινά εκτύπησε δυνατώτερα εις τον λαιμόν της με την σπάθην και απέκοψε την αγίαν αυτής κεφαλήν».

        Παρατηρεί κανείς πως το μαγικό γιατρικό που χαρίζει άτρωτο σώμα απέναντι στα φονικά όπλα συναντάται με μεγάλη συχνότητα και στα λαϊκά παραμύθια  και αποτελεί στοιχείο παράδοξο και υπερφυσικό που συνδέεται με τη μαγεία.

 

1        Το συναξάρι του μάρτυρα Νεοφύτου που γεννήθηκε στη Νίκαια της Βιθυνίας και έζησε στα χρόνια του Δεκίου και του Διοκλητιανού(290μ.Χ.) αποτελεί, ουσιαστικά, μια παραπομπή-παλινδρόμηση στους βίους της Μέσης Βυζαντινής Περιόδου και, κατά πάσα πιθανότητα, το γεγονός αυτό συνδέεται οπωσδήποτε με τη χειρόγραφη παράδοση του συγκεκριμένου βίου και των βίων της Πρωτοβυζαντινής περιόδου γενικότερα.

Στο βίο του αγίου Νεοφύτου συναντάται το υπερφυσικό-μαγικό στοιχείο του περιστεριού που μιλά με ανθρώπινη φωνή, πράγμα που ανακαλεί στο νου μας τα προσωποποιημένα πουλάκια του δημοτικού μας τραγουδιού.

 

2        Το συναξάρι του Αποστόλου Τιμοθέου περιγράφει με υπερβολή και χριστιανικό ζήλο μια παραδοσιακή γιορτή των εθνικών κατοίκων της Εφέσου ονόματι «Καταγώγιον», η οποία προκαλεί τα φιλοπερίεργα αισθήματα του αναγνώστη: «Μίαν δε φοράν βλέπων τους Έλληνας ότι εις μίαν πάτριον εορτήν Καταγώγιον ονομαζομένην έκαμνον αταξίας, είδωλα βαστάζοντες εις τας χείρας, προσωπίδας βάλλοντες εις τα πρόσωπα, τραγωδούντες, ορμώντες ληστρικώς επάνω εις άνδρας και γυναίκας και φονεύοντες ο εις τον άλλον, ταύτα, λέγω, βλέπων εθερμάνθη από το πυρ του θεϊκού ζήλου και δεν υπέφερε τα τοιαύτα άτοπα, αλλ’ εδίδασκεν αυτούς και παρεκίνει να παύσωσι τας αταξίας ταύτας».

 

3        Στο βίο του Μαϋσιμά του Σύρου που συνέγραψε ο Θεοδώρητος Κύρου στο 14ο κεφάλαιο της Φιλοθέου ιστορίας υπάρχουν πολλές αναφορές στη γεωργική ζωή της πρώιμης βυζαντινής περιόδου: αναφέρεται έμμεσα η κοινότητα χωρίου και οι βαρύτατοι φόροι τους οποίους όφειλαν να αποδώσουν οι χωρικοί στο κράτος μέσω του αυθέντη του χωρίου Λητώϊου, η επίθεση των χωρικών στον φοροεισπράκτορα για να εκδικηθούν την καταπίεση που τους ασκούσαν και η οποία συμπεραίνεται έμμεσα απ’ την αλληλουχία των γεγονότων του βίου.

 

4        Ο όσιος Ζωσιμάς στις διδασκαλίες του (διδαχές) περί θυμού, τις οποίες διασώζει ο Ευεργετηνός στη σελίδα 499, εκφράζει την άποψη, που επιβεβαιώνει με τη μαρτυρία του συγκεκριμένου περιστατικού που παραθέτει, πως υφίστατο ρατσισμός εν μέσω των ασκητών της ερήμου. Ο ρατσισμός των ασκητών στρεφόταν κατά ενός μαύρου ασκητή, Αιθίοπα στην καταγωγή, του  Αββά  Μωϋσή: «Καθώς και ο Αββάς Μωϋσής, ότε μεν το πρώτον εξουδενώθη από τους πατέρας, ειπόντας. «Τι και ο Αιθίοις ούτος έρχεται εν μέσω ημών;», τότε εταράχθη μεν, αλλά δεν ελάλησεν, ως μόνος έλεγεν. Ότε δε δεύτερον υβρίσθη από τους κληρικούς και εδιώχθη από το ιερατείον, τότε όχι μόνον δεν εταράχθη, αλλά και τον εαυτόν του επέπληξεν ειπών: «Σποδόδερμε, μελανέ καλώς σοι εποίησαν. Μη  ών γαρ άνθρωπος, τι έρχη εν μέσω ανθρώπων;».

 

5        Στο βίο του οσίου Συμεών του επιλεγομένου παλαιού υπάρχει το παραμυθιακό στοιχείο των τριών μήλων που ενέχει και το συμβολισμό της αγίας τριάδος.

 

6        Στη διήγηση για την ανακομιδή των λειψάνων του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου που μαρτύρησε επί Τραϊανού (110 μ.Χ.) λέγεται ότι τα λιοντάρια που κατασπάραξαν τον άγιο άφησαν άθικτη την καρδιά του, πληροφορία που ανακαλεί στο νου μας διάφορους μύθους και θρύλους για τη μαγική δύναμη της καρδιάς.

 

7        Οι άγιοι-μάρτυρες Σιλουανός επίσκοπος, Λουκάς διάκονος και Μώκιος ο αναγνώστης που μαρτύρησαν επί Νουμεριανού (284 μ.Χ.) αποτελούν εξαίρεση για τον τρόπο του θανάτου τους: πρώτα θηριομάχησαν με σθένος και στη συνέχεια παρέδωσαν το πνεύμα τους, ενώ τα θηρία ευλαβήθηκαν τα λείψανά τους και έφυγαν απ’ την αρένα χωρίς καν να τα αγγίξουν.

 

8        Στη φιλόθεο ιστορία του Θεοδωρήτου Κύρου σώζεται το συναξάρι του οσίου Ζήνωνος ο οποίος καταγόταν απ’ την Καισάρεια της Καππαδοκίας, ήταν γόνος πλουσίας και περηφανούς οικογενείας και υπήρξε διακομιστής των γραμμάτων του αυτοκράτορος Ουάλεντος (365 μ.Χ.) αυτός λοιπόν ο γραμματισμένος και μορφωμένος ασκητής, για να καλύψει τις πνευματικές του ανάγκες προσέφευγε στο δανεισμό βιβλίων: «Είχε δε συνήθειαν πάσαν Κυριακήν να έρχεται εις την εκκλησίαν και να μεταλαμβάνη τα θεία μυστήρια και πάλιν εγύριζεν εις το κελλίον του. Ελάμβανε δε από τους φίλους έν βιβλίον και το ανεγίνωσκεν όλον, και ούτως έδιδεν εκείνο και άλλο ελάμβανε».

 

9        Στο συναξάρι του οσίου Αγαπητού, επισκόπου Σινάου, που έζησε επί Διοκλητιανού στη Μ.Ασία, υπάρχουν αναφορές στην τροφή των ασκητών (φλοιοί λουπιναρίων και στάχτη), στην υποχρεωτική στράτευση, στο φαινόμενο της αποποίησης της εξουσίας από τον επίσκοπο τη στιγμή της χειροτονίας του και σε αρδευτικά έργα που προβάλλονται, βέβαια, ως θαύματα του Αγίου Αγαπητού: «Δαμιανού δε του θεοφιλεστάτου επισκόπου Σιλανδέων (έστι δε η Σίλανδος πόλις ευρισκομένη εν Λυδία) τα χωράφια ο παραρρέων ποταμός, όστις έτρεχε τον χειμώνα, τα ηφάνιζεν. Ο δε άγιος Αγαπητός δια προσευχής του εγύρισε τον ποταμόν από άλλον τόπον και ούτως έμειναν αβλαβή τα του επισκόπου χωράφια». Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η περιουσία της εκκλησίας και παράλληλα τιθασεύονται οι φυσικές δυνάμεις απ’ τη θαυματοποιό δραστηριότητα του Αγίου, η οποία και πιστοποιεί την εγκυρότητα της Αγιότητάς του.

 

10    Στο βίο της Αγίας Φωτεινής της Σαμαρείτιδος, των πέντε της αδελφών, των δύο της γιών και του δούκα Σεβαστιανού, οι οποίοι μαρτύρησαν επί Νέρωνος (66 μ.Χ.), τα πλήθη των ειδωλολατρών προσηλυτίζονται στο χριστιανισμό από δέος και φόβο για τα παράδοξα θαύματα των Αγίων και οι γυναίκες τους (των εθνικών) παρουσιάζονται επιρρεπείς στα πλούτη, στη χλιδή, στην πολυτέλεια. Εξάλλου η γνώμη του αγιογράφου για τις γυναίκες εν γένει είναι αρνητική (εξαίρεση αποτελούν σ’ αυτό τον κανόνα οι Άγιες γυναίκες των οποίων τους βίους περιγράφει) και αυτό επιβεβαιώνεται απ’ το επόμενο χωρίο του συναξαριστή: «Ήρχισε λοιπόν ο βασιλεύς να απορή και να διαλογίζεται με ποίους τρόπους και τέχνας να νικήση τους αγίους. Και τους μεν άνδρας επρόσταξε να βάλωσιν εις μίαν σκοτεινοτάτην φυλακήν, την δε αγίαν και τας αδελφάς της να τας φέρωσιν εις το χρυσόν αυτού κουβούκλιον και εκεί να στρώσωσιν επτά κλίνας χρυσάς και επτά χρυσούς θρόνους και τράπεζαν και να βάλωσιν έμπροσθέν των χρήματα πολλά και στολίδια χρυσά και φορέματα και ζώνας χρυσάς». Οι περισσότεροι βίοι της πρωτοβυζαντινής και, βέβαια, της παλαιοχριστιανικής εποχής πολύ περισσότερο, διακρίνονται από χρονολογικές ανακρίβειες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα γι’ αυτό αποτελεί ο βίος της οσιομάρτυρος Ευδοκίας της από Σαμαρειτών, που έζησε επί αυτοκράτορος Τραϊανού.

 

11    Η οσία Δομνίνη η νέα, το βίο της οποίας έγραψε ο Θεοδώρητος Κύρου στο 30ο κεφάλαιο της Φιλοθέου Ιστορίας του, επεδείκνυε εξαιρετική αλληλεγγύη προς τους ασκητές. Για του λόγου το αληθές παραθέτω το παρακάτω απόσπασμα: «Με τούτους τους ιερούς αγώνας διήρχετο όλην την ημέραν και νύκτα η τρισολβία και προς τούτοις υπηρέτει και ανέπαυε με όλας της τας δυνάμεις τους τότε οσίους και ασκητάς. Αλλά και εκείνους όσοι ήρχοντο προς αυτήν τους έστελλε μεν να καταλύσωσιν εις την οικίαν του αρχιερέως (του Θεοδωρήτου δηλαδή), τα δε χρειαζόμενα όλα αυτά τα έπεμπεν εις αυτούς, διότι εσυγχωρείτο να λαμβάνη από τα υπάρχοντα της μητρός και των αδελφών της και να τα εξοδεύη εις ελεημοσύνην, ίνα εκ της ελεημοσύνης ευλογηθώσι και αυξηθώσι περισσότερον».

 

12    Στο βίο της αγίας Ευθαλίας, μάρτυρος και παρθένου, που καταγόταν απ’ τη Σικελία, διαπιστώνουμε πως ο θρησκευτικός φανατισμός χωρίζει οικογένειες, πράγμα  που αποτελεί διαχρονικό φαινόμενο.

 

13    Στο συναξάρι του Πιονίου του πρεσβυτέρου που έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορος Δεκίου(περ.251μ.Χ.), έχουμε έμμεσες νύξεις στα γεωλογικά φαινόμενα των σεισμών και των ηφαιστείων με τις παρακάτω φράσεις: «πύρινη βροχή» και «φυσικόν πυρ, το οποίον αναβλύζει εκ της γης σε πολλά μέρη του κόσμου».

 

14    Ο μάρτυρας Πάπας που κρεμάστηκε σε δέντρο άκαρπο και άγονο προκάλεσε σ’ αυτό, με τρόπο θαυματουργικό, ανθοφορία: το δέντρο βλάστησε φύλλα, άνθη και καρπούς ταυτόχρονα, πράγμα που απηχεί αρχέγονους μύθους με το μαγικό αριθμό τρία και ωθεί σε πολλές αναγωγές σε λαϊκές παραδόσεις.

 

15    Στο βίο του μάρτυρα Παγχαρίου, που έζησε επί Διοκλητιανού και Μαξιμιανού(286-305μ.Χ.), ακολουθείται η αντίστροφη, απ’ ότι συνήθως, πορεία: ο Παγχάριος δεν υπήρξε ειδωλολάτρης που μεταστράφηκε στο Χριστιανισμό αλλά χριστιανός που αρχικά προσηλυτίζεται στη θρησκεία των εθνικών και αλλαξοπιστεί, όμως στο τέλος επανακάμπτει πανηγυρικά στο Χριστιανισμό και μάλιστα  ακολουθεί το δρόμο του μαρτυρίου. Ο Παγχάριος «κατήγετο  μεν από την χώραν των Ουσάνων, εκ της πόλεως της καλουμένης Βιλλαπάτης, ήτο δε υιός γονέων Χριστιανών, άνθρωπος υψηλός εις το μέγεθος και ωραίος. Ελθών δε εις την Ρώμην εφιλιώθη με τον Διοκλητιανόν, όθεν έγινε και πρώτος των αρχόντων της Συγκλήτου και υπερβολικώς ηγαπάτο από τον βασιλέα. Δια την υπερβολικήν δε ταύτην αγάπην ηρνήθη, φευ!την εις Χριστόν πίστιν και έγινεν ομόφρων με τον βασιλέα, ο δε βασιλεύς διώρισε να λαμβάνη ο Παγχάριος κατ’ έτος διάφορα σιτηρέσια από την βασιλείαν, άλλα μεν με έγγραφον διατύπωσιν, άλλα δε και με βασιλικήν προσταγήν, ίνα δια τούτων έχη πάσαν απόλαυσιν και ανάπαυσιν».

 

16    Ο βίος της αγίας Δροσίδος, θυγατέρας του αυτοκράτορα Τραϊανού(99μ.Χ.) και των πέντε Κανονικών που μαρτύρησαν μαζί της παρουσιάζει μοτίβα και αφηγηματικούς τρόπους που συναντώνται σε λαϊκά παραμύθια των αγροτικών-παραδοσιακών κοινωνιών.(Ο κακός αρραβωνιαστικός, ο ρόλος του δημοσίου λουτρού, ο φούρνος και το καμίνι ως σημεία αναφοράς μαρτυρίων και βασανισμού.).

 

17    Στο βίο του αγίου Αρτέμονος, πρεσβυτέρου Λαοδίκειας, που έζησε επί αυτοκρατορίας Διοκλητιανού, συναντούμε μια θαυματουργική- μαγική-μυθική σκηνή κατά την οποία δυο άγγελοι κατεβαίνουν απ’ τον ουρανό με σχήμα αετών για να τιμωρήσουν τον ασεβή-ειδωλολάτρη άρχοντα Κόμη: τον αρπάζουν από το άλογό του και τον πετούν στο λέβητα να καεί. Εξάλλου, ο αετός ως σύμβολο δύναμης, αρχοντιάς και μεγαλοπρέπειας συναντάται συχνά και σε λαϊκά  παραμύθια(προφορική παράδοση) μα και σε λόγιες διηγήσεις.(Ιστορία-γραπτή παράδοση).

 

18    Ο βίος των αγίων αυταδέλφων Αμφιανού και Αιδεσίου που μαρτύρησαν επί Μαξιμιανού(295μ.Χ.) και καταγόντουσαν απ’ τη Λυδία της Μ.Ασίας μνημονεύει καταναγκαστικά έργα τα οποία ήταν υποχρεωμένοι να φέρουν εις πέρας οι Χριστιανοί στην Αίγυπτο: «Ο δε αδελφός του Αιδέσιμος κατεδικάσθη να ταλαιπωρήται εις τα μέταλλα του χαλκώματος τα εις την Αίγυπτον ευρισκόμενα. Βλέπων δε τον άρχοντα  Ιεροκλέα να τιμωρή τους Χριστιανούς κατεφρόνησον την ζωήν του και εκτύπησεν αυτόν με την ιδίαν του χείρα, όθεν ετιμωρήθη με διάφορα βάσανα».

 

19    Οι μεταμορφώσεις, οι εξαπατήσεις, τα θεατρικά τεχνάσματα και μοτίβα(σημαντικός ρόλος πορνοστασίου, ανδρική αμφίεση παρθένου γυναίκας, εφεύρεση μηχανών και δόλων) καθιστούν το βίο των μαρτύρων Θεοδώρας και Διδύμου(295μ.Χ.) ελκυστική λαϊκή αφήγηση με μυθιστορηματική, πραγματικά, πλοκή.

 

20    Στο συναξάρι του μάρτυρος Καλλιοπίου, που μαρτύρησε επί Μαξιμιανού(294μ.Χ.), έχουμε στην κυριολεξία μίμηση Χριστού ως προς τον τρόπο θανάτωσης του αγίου, γιατί: «Η δε μήτηρ αυτού παρεκάλεσε τους διώκτας να μη θανατώσωσι με άλλον θάνατον τον υιόν της, παρά με σταυρόν, και δια τούτο και μόνον έδωκεν εις αυτούς πέντε χρυσά νομίσματα. Εσταυρώθη λοιπόν ο άγιος κατακέφαλα και, ότε ήλθεν η Τρίτη ώρα της μεγάλης Παρασκευής, τότε ο του Χριστού ποθεινότατος μάρτυς παρέδωκε το πνεύμα. Αφ’ ου δε κατέβασαν το σώμα του μάρτυρος από τον σταυρόν, εχύθη  η φιλόπαις μήτηρ και ενηγκαλίσθη τον αγαπητόν της υιόν, έχουσα δε αυτόν εις τας αγκάλας της ελιποθύμησε».

 

21    Στο συναξάρι του μάρτυρα Αντίπα, επισκόπου Περγάμου, που μαρτύρησε επί Διοκλητιανού(83 μ.Χ.) διατυπώνεται η ιδέα  πως η παλαιότητα μιας θρησκείας πιστοποιεί και την αξία της: «Εφέρθη λοιπόν εις τον ηγεμόνα ο άγιος. Ο δε ηγεμών εσπούδαζε να πείση αυτόν ότι τα παλαιότερα αυτά είναι και τιμιώτερα, και ότι επομένως η μεν των Ελλήνων θρησκεία ως παλαιά και αυξηθείσα με πολλούς χρόνους είναι τιμιωτέρα, η δε των Χριστιανών πίστις, επειδή ήρχισεν εις τους υστέρους χρόνους και εδέχθη από ολίγους ανθρώπους, δια τούτο είναι και ατιμωτέρα».

 

22    Στο συναξάρι της Μεγάλης Τρίτης εκφράζεται η αρχαιοελληνική, κατά βάση, αντίληψη ότι: «ύπνος ο θάνατος λέγεται» αφού «ενύσταξαν όλαι αι παρθένοι και εκάθευδον, ήγουν απέθανον».

 

23    Επίσης, στο συναξάρι του Μεγάλου Σαββάτου η ακόλουθη σκηνή θυμίζει, σε βασικά σημεία, ανάλογη διήγηση-σκηνή της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας; «Αλλ’ ο Άδης από του νυν κάτω συστρέφεται και ιλιγγιά αισθανόμενος πως πάσχει από δύναμιν κραταιοτάτην και αήττητον. Το λοιπόν, ύστερον από ολίγον έχει να ξεράση δια της του Χριστού αδίκου καταπόσεως, του στερροτάτου και ακρογωνιαίου λίθου, και όλους εκείνους, οπού εξ’ αρχής εκατάφαγε και την παμφάγον του γαστέρα εγέμισε», όπως περίπου κι ο Κρόνος έτρωγε ζωντανά τα παιδιά του, καταπίνοντάς τα ολόσωμα.

 

24    Στο βίο του μάρτυρα Κοδράτου και των συντρόφων του (253 μ.Χ.) συναντούμε την έννοια του πνευματικού αθλητισμού, η οποία αποτελεί κοινό τόπο για τους περισσότερους βίους της πρωτοχριστιανικής και πρώιμης βυζαντινής περιόδου. Είναι χαρακτηριστικό το παρακάτω απόσπασμα: «Επειδή ο άρχων έβλεπε τον αθλητήν, ότι δεν μαλακώνεται ούτε με απειλάς, ούτε με υποσχέσεις δωρεών, αλλά με την δύναμιν των λόγων του επάλαιεν αυτόν και τα είδωλα ήλεγχε...».

 

25    Στο βίο του αγίου Χριστοφόρου, που μαρτύρησε επί Δεκίου (250 μ.Χ.) η αντίθεση ανάμεσα στους αγγέλους του φωτός και τους αγγέλους του σκότους, ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, στο λευκό και στο μαύρο, γίνεται συμβολική, παραπέμποντας σ’ αρχέγονους μύθους και πολιτισμικές, αντιλήψεις, βαθιά ριζωμένες στην κοινωνία μας: Το σχετικό όραμα του αγίου Χριστοφόρου είναι χαρακτηριστικό: «Έλεγε δηλαδή ο μακάριος ότι έβλεπεν ένα άνδρα υψηλόν μεν κατά το μέγεθος του σώματος, ωραίον δε κατά το πρόσωπον, ο οποίος εφόρει λευκά, και με τας ακτίνας, αι οποίαι ήστραπτον από το πρόσωπόν του, ενίκα και εσκέπαζε τον λαμπρότατον ήλιον. Επί δε της κεφαλής του υπήρχε λαμπρός στέφανος και τριγύρω του ίσταντο στρατιώται πυρίμορφοι, προς τους οποίους πολεμήσαντες τινές άλλοι μαύροι και άσχημοι εφάνησαν ότι ενικήθηκαν. Ύστερον δε στραφείς ο φοβερός εκείνος άρχων με θυμόν ετάραξε και κατεπάτησεν όλους εκείνους τους πολεμίους και ούτως έλαβε το κατ’ αυτών κράτος και την ισχύν».

 

26    Στο βίο του αγίου Θαλλελαίου, που μαρτύρησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Νουμεριανού (284 μ.Χ.), διαπιστώνουμε ότι ένας αρχαιοελληνικός μύθος, ο μύθος του Οιδίποδα, στα βασικά του, τουλάχιστον, σημεία, μεταφέρεται / «περνάει» αλώβητος σ’ ένα χριστιανικό αγιολογικό κείμενο: ο άγιος Θαλλέλαιος «εφέρθη εις τον άρχοντα Θεόδωρον, ο οποίος, επειδή δεν εδυνήθη να πείση τον άγιον να θυσιάση εις τα είδωλα, επρόσταξε να τρυπήσωσι τους αστραγάλους του και να περάσωσι σχοινίον από αυτούς. Έπειτα να κρεμάσωσιν αυτόν κατακέφαλα. Οι υπηρέται λοιπόν ενόμισαν ότι εξετέλεσαν την προσταγήν του άρχοντος και ετρύπησαν τους αστραγάλους του αγίου και τον εκρέμασαν. Τη δε αληθεία ούτε τον ετρύπησαν, ούτε τον εκρέμασαν, διότι επατάχθησαν από αορασίαν και αλλοιωθέντες τον νουν από τινα θείαν δύναμιν δεν ήξευραν τι έκαμνον, ώστε τρυπήσαντες εν ξύλον εκρέμασαν αυτό αντί του αγίου».

 

27    Το συναξάρι που αναφέρεται στους μάρτυρες Μελέτιο το στρατηλάτη, Ιωάννη, Στέφανο, Σεραπίωνα τον Αιγύπτιο, Καλλίνικο τον μάγο. Επίσης στη μνήμη των: Κομήτων και Τριβούνων δώδεκα. Γυναικών τριών, Μαρκιανής, Παλλαδίας και Σωσάννης. Δύο νηπίων, Κυριακού και Χριστιανού και του υπολοίπου πλήθους 11.208! ; αναφέρει καταστροφές αρχαίων έργων τέχνης από θρησκευτικό φανατισμό μερίδας χριστιανών και εξαιτίας της εκδικητικής τους μανίας λόγω των διωγμών που υπέστησαν.

 

28    Στο συναξάρι του αγίου Ισαακίου, ηγουμένου της μονής των Δαλμάτων του ομολογητού, ο οποίος έζησε στα χρόνια του Ουάλλεντος του Αρειανού(364μ.Χ.), και το οποίο διηγείται ο Θεοδώρητος Κύρου στα κεφάλαια λ΄, λα΄ και λβ΄του 4ου βιβλίου της Εκκλησιαστικής του Ιστορίας, αποκαλύπτεται  η βυζαντινή ιδεολογία της νίκης: «επειδή ο Ουάλης εκατηγόρει τον στρατηγόν Τραιανόν ότι ενικήθη από τους Γότθους δια δειλίαν, εκείνος απεκρίθη με παρρησίαν: ουκ εγώ, έφη, ω βασιλεύ, ήττημαι, αλλά συ πρόη την νίκην, κατά του Θεού παραταττόμενος και την εκείνου ροπήν προξενών τοις βαρβάροις. Παρά σου γαρ πολεμούμενος εκείνοις συντάττεται. Τω Θεώ η νίκη έπεται και τοις υπό του Θεού στρατηγουμένοις προσγίνεται, ή ουκ οίσθα, έφη, τίνας των εκκλησιών, τίσι παραδέδωκας ταύτας; Ταύτα δε και Αρίνθεος και Βίκτωρ (στρατηγοί γαρ ήσαν και αυτοί) συνωμολόγησαν ούτως έχειν και τω βασιλεί μη χαλεπαίνειν παρήνεσαν».

 

29    Στο βίο του μάρτυρα Ιουστίνου του Φιλοσόφου, που έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου(160μ.Χ.) διαφαίνεται έντονος ανταγωνισμός ανάμεσα στους ειδωλολάτρες φιλοσόφους και τους απολογητές του Χριστιανισμού.

 

30    Στο βίο του οσίου Εράσμου απ’ τη Χερμελία της Αχρίδος, που έζησε στα χρόνια του Διοκλητιανού και του Μαξιμιανού(209μ.Χ.), υπάρχει το φαινόμενο αποποίησης της εξουσίας του αρχιερατικού αξιώματος εκ μέρους του αγίου αλλά ταυτόχρονα διαφαίνεται και η προσωπική επιθυμία του αγίου να αγιοποιηθεί.  Αυτή πιστοποιείται απ’ το ακόλουθο χωρίο: «ότε ήλθεν ο καιρός της αυτού τελειώσεως, επροσκύνησε κατ’ ανατολάς τρεις φοράς και παρακαλέσας τον Θεόν να χαρίζη άφεσιν αμαρτιών και ζωήν αιώνιον εις όλους όσους ήθελον επικαλεσθή μετά πίστεως το όνομά του και ήθελον εκτελέσει την μνήμην του, ήκουσε θείαν φωνήν άνωθεν λέγουσαν: «Ούτως έσται ως προσηύξω, και περισσότερον γενήσεται, εμού θεράπον Έρασμε».

 

31    Στο βίο του αγίου Μητροφάνους, αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, που έζησε στα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου(320μ.Χ.), γίνεται φανερή η κληρονομική διαδοχή που ίσχυσε, κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο, στην πλήρωση του αρχιερατικού-επισκοπικού θρόνου της Κων/πολης. Ενδεικτικό είναι το ακόλουθο χωρίο: «αφ’ ου δε απέθανεν ο άγιος Τίτος, έγινεν επίσκοπος του Βυζαντίου Δομέτιος ο πατήρ του αγίου Μητροφάνους. Αποθανόντος δε του Δομετίου έγινεν επίσκοπος ο υιός αυτού Πρόβος και, αφ’ ου εκείνος εκυβέρνησε την Εκκλησίαν  χρόνους δέκα, απήλθε προς Κύριον και ευθύς ο άγιος ούτος Μητροφάνης, ο του Πρόβου μεν αδελφός, του δε Δομετίου υιός, ανέβη εις τον θρόνον του Βυζαντίου».

 

32    Ο βίος της αγίας Ποταμιαίνης, η οποία μαρτύρησε επί Μαξιμιανού(304μ.Χ.) αναφέρεται, με τα μελανότερα χρώματα, στη δεινή θέση των δούλων γυναικών στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου: «ήτο εις την Αλεξάνδρειαν η αγία αύτη Ποταμιαίνη, δούλη ακολάστου και ασελγούς αυθέντου και ωραία κατά πολλά εις το πρόσωπον. Ταύτην εβίασε πολλάκις ο αυθέντης της εις αισχράν πράξιν, αλλά μη δυνηθείς να την καταπείση εις το κακόν του θέλημα, εθυμώθη και παρέδωκεν αυτήν εις τον άρχοντα της Αλεξανδρείας λέγων: «η νέα αύτη είναι δούλη μου και δεν συγκατανεύει εις τας προτάσεις μου. Δια τούτο ιδού παραδίδω αυτήν εις τας χείρας σου δια να την κάμης, και με κολακείας και με απειλάς, να κλίνη εις το θέλημά μου. βεβαιώθητι δε ότι, εάν ταύτην την χάριν μοι κάμης, θέλω σε ανταμείψει και εγώ καθώς πρέπει. Αν όμως δεν πεισθή, παίδευσον ως Χριστιανήν και με πικρόν θάνατον τελείωσον αυτήν».

 

33    Στο βίο του αγίου Νεανίσκου του σοφωτάτου μάρτυρος το χρυσό δαχτυλίδι ως δώρο, ανταποδοτικό ευεργεσίας ή πρόσκτημα μαγικής δύναμης, κατέχει σημαντική-συμβολική θέση(όπως, άλλωστε, συμβαίνει και στις λαϊκές αφηγήσεις ή στα παραμύθια): «Γυρίσας δε ο άγιος και ιδών την δούλην ακολουθούσαν ένευσεν εις αυτήν με την χείρα του, δια να υπάγη πλησίον του, και ότε υπήγε τη έδωκεν εν χρυσόν δακτυλίδιον, το οποίον είχεν εις την χείρα του και είπεν εις αυτήν: ευχαριστώ σοι, γύναι, διότι με την προδοσίαν σου έγινες πρόξενος εις εμέ τοιούτων αγαθών».

 

34    Στο βίο του αγίου Φιλονείδους, επισκόπου Κουρίου της Κύπρου, που έζησε επί Διοκλητιανού(300μ.Χ.) υπάρχουν τρία πολύ ενδιαφέροντα σημεία τα οποία θα αναφέρω και θ’ αναλύσω στη συνέχεια. Στο κείμενο παραδίδεται η πληροφορία πως ο Διοκλητιανός εξέδωσε μια διαταγή κατά την οποία οι ειδωλολάτρες μπορούσαν αλλά και έπρεπε να βιάζουν τους χριστιανούς για να τους μολύνουν και να προκαλέσουν φθορά στα σώματά τους. Ο άγιος Φιλονείδης για ν’ αποφύγει τον φοβερό αυτό εξευτελισμό προέβη σε απόπειρα αυτοκτονίας: ανέβηκε σ’ ένα υψηλό τόπο και « δέσας την κεφαλήν του και το πρόσωπόν του σκεπάσας με το ένδυμά του έκλινε τα γόνατα εις προσευχήν. Αφ’ ου δε προσευχήθη εις πολλήν ώραν, έρριψε τον εαυτόν του κάτω όρθιον. Προ του δε το σώμα να καταβή κάτω, εν τω μεταξύ  παρέδωκε  την ψυχήν του εις χείρας Θεού».

               Είναι άξιο παρατήρησης το γεγονός ότι ο αγιογράφος  του Φιλονείδου, προκειμένου να μετριάσει το «μελανό» της αυτοκτονίας(την οποία καταδικάζει απερίφραστα η Εκκλησία), καταφεύγει σ’ ένα αποτελεσματικό εύρημα: αυτό του ακαριαίου θανάτου στον αέρα, προτού το σώμα πέσει στη γη. Στη συνέχεια της διήγησης ο άγιος εμφανίζεται σε δυο περιπατητές με λαμπρότητα και κάλλος αρχαίου Έλληνα εφήβου. Η περιγραφή της εμφάνισης αυτής είναι πραγματικά πολύ παραστατική: «Κατ’ εκείνον δε τον καιρόν περιεπάτουν δύο άνθρωποι προ πολλού αποστήματος της πόλεως. Εις τούτους λοιπόν εφάνη ο άγιος ούτος Φιλονείδης τρέχων γυμνός έμπροσθέν των και φορών μεν στέφανον εις την κεφαλήν, αλειμμένος δε ων με μύρα ευώδη, όστις κρατών κλάδων Βαΐων εις τας χείρας του έλεγεν: ευχαριστώ σοι, Χριστέ μου, ότι εν σοι νενίκηκα, διότι συ από την επίγειον θύραν με ανεβίβασες εις την πύλην των ουρανών».

 

1        Στο βίο του μάρτυρος Ιουλιανού του Αιγυπτίου ή Λίβυος που έζησε στην εποχή του Διοκλητιανού (298 μ.Χ.) υπάρχουν αρκετές αναφορές σε φαντάσματα θρύλους, στον αιγυπτιακό πάπυρο που εμποτισθείς με έλαιο χρησιμεύει ως καύσιμη ύλη, σε αρχαίες ελληνικές και ελληνιστικές αντιλήψεις περί ψυχής (προσωποποίηση ψυχής όπως κι άλλων αφηρημένων εννοιών, σύμφωνα με τη γνωστή, ελληνική συνήθεια). Προς πιστοποίηση των παραπάνω, παραθέτω τα ακόλουθα αποσπάσματα:

«όθεν πρώτον επρόσταξεν ο αλιτήριος να καύσωσι το μοναστήριον του ομού με όλους όσους ευρίσκοντο εντός αυτού. Τότε δε είχον καταφύγει εις αυτό και ο Επίσκοπος και οι της χώρας ιερείς και κληρικοί, οίτινες όλοι έλαβον δια πυρός τον του μαρτυρίου στέφανον. Άδεται δε λόγος, ότι εις τον τόπον εκείνον του μοναστηρίου ακούονται φωναί έως της σήμερον, κατά τον καιρόν της ιεράς Ακολουθίας, και ότι πολλαί ενέργειαι θαυμάτων γίνονται εις τους προσερχομένους εν τω τόπω εκείνω».

   «Εφέρθησαν λοιπόν όλοι από τον ηγεμόνα εις τον ναόν των ειδώλων και σφραγίσαντες εαυτούς με το σημείον του τιμίου σταυρού, τα μεν γόνατα έκλιναν εις προσευχήν εν τη γη, με τα όμματα δε της ψυχής θεωρήσαντες εις τον ουρανόν εκρήμνισαν όλα τα είδωλα και ως κονιορτόν ελέπτυναν, τον δε ναόν κατεβύθισαν εις την γην. Όθεν άδεται λόγος ότι έως της σήμερον φαίνεται εις τον τόπον εκείνον από μακράν φωτιά, ήτις καίει κάτωθεν».

  «Ύστερον δε έδεσαν τα άκρα των χειρών και των ποδών των αγίων με δεμάτια παπυρίου βρεγμένα από έλαιον, και ούτως έδωκαν φωτίαν εις τους παπύρους και ήναψαν ως λαμπάδες».

   «Αλλ’ όμως τα λείψανα των αγίων μαρτύρων εγνωρίσθησαν ύστερον, καθότι τα μεν αίματα των αγίων έπηξαν και εσωρεύθησαν επάνω εις τα σώματά των, αι δε άγιαι ψυχαί των εφαίνοντο καθήμεναι επάνω εις τα σώματά των, εις είδος και σχήμα παρθένων».

 

2        Στο Συναξάρι του μάρτυρα Αφροδισίου που καταγόταν απ’ την Κιλικία, υπάρχουν προσωποποιήσεις ζώων όπως συμβαίνει και στο λαϊκό παραμύθι (λέαινα που μιλά με ανθρώπινη φωνή και ελέγχει τη σκληρότητα των ειδωλολατρών). Επίσης συναντώνται στοιχεία που θυμίζουν αρχαίους μύθους (π.χ. Αντιγόνης) και παραλογές (πολύστιχα αφηγηματικά ποιήματα με μαγικές, τραγικές, αποτρόπαιες και ζοφερές υποθέσεις). Χαρακτηριστικό είναι το επόμενο χωρίο: «Βλέπων δε τούτο ο τύραννος επρόσταξε να σχισθή μία πέτρα και εις το μέσον αυτής να βληθή ο άγιος. Επάνω δε αυτού να βληθή το άλλο ήμισυ της πέτρας, υπηρετούντων εις τούτο πεντήκοντα πέντε στρατιωτών»

 

3        Στο βίο της μάρτυρος Αγριππίνης η νεοπλατωνική ιδέα του πνευματικού έρωτα-αρραβώνα διαγράφεται με ενάργεια: «Αραβωνισθείσα λοιπόν πνευματικώς με τον Χριστόν ανδρείως και θαρσαλέως εμβήκεν εις το μαρτύριον και δια τον έρωτα και αγάπην του νυμφίου της Χριστού παρέδωκε τον εαυτόν της εις πολλά βάσανα και μαρτύρια».

 

4        Στο βίο της αγίας Φεβρωνίας, η οποία έζησε επί Διοκλητιανού (288 μ.Χ.) περιγράφεται η ζωή ενός γυναικείου κοινοβίου της πρώιμης περιόδου και η τελική αυτοκτονία του άρχοντα που προσπαθούσε να το καταστρέψει: «Εκεί λοιπόν υπήγον οι στρατιώται του Σελήνου και συντρίψαντες τας θύρας με πελέκεις εμβήκαν εις το μοναστήριον και ευθύς γυμνώσαντες τας μαχαίρας των ήθελον να κατακόψωσι την Βρυαίνην. Παρεκάλεσεν όμως αυτούς Πρίμος ο του Λυσιμάχου ανεψιός να μη κτυπήσωσιν αυτήν, διότι αυτός εφέρετο πάντοτε προς τους Χριστιανούς με συμπάθειαν και ευσπλαχνίαν. Αρπάσαντες δε την Φεβρωνίαν έφερον αυτήν εις τον Σελήνον».

  «...Ο δε Σελήνος έξω φρενών γενόμενος εθεώρησεν εις τον ουρανόν και εμούγγρισεν ως βους. Έπειτα κτυπήσας την κεφαλήν του εις μίαν κολόναν κακώς ο κακός την ψυχήν απέρριψε».

 

1        Στο Συναξάρι του αγίου Σίμωνα εκφράζεται η απέχθειά του προς κάθε μορφή κοσμικής εξουσίας. Η περίπτωσή του αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα των περισσοτέρων αγίων που έχουν στενές σχέσεις με άρχοντες και ηγεμόνες (και τις επιζητούν). Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στον αντισυμβατικό και στο συμβατικό τύπο αγίων είναι εγγενής στα αγιολογικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου.

 

2        Στο βίο του αγίου μάρτυρα Ανέκτου που μαρτύρησε κι έζησε στην εποχή του Διοκλητιανού (298 μ.Χ.) απηχούνται οι παλαιότατοι μύθοι του ακέφαλου φαντάσματος και της ανάβλυσης γάλακτος αντί αίματος απ’ το κόψιμο του λαιμού του αγίου (θάνατος με αποκεφαλισμό). Το κείμενο του βίου καταλήγει: «Ηκολούθησε δε και άλλο θαύμα φρικτόν, διότι λαβών ο μάρτυς εις τας χείράς του την αγίαν του κεφαλήν επεριπάτησε τόπον έως δύο σημεία, και ούτως απήλθε νικηφόρος εις τα ουράνια».

 

 

3        Επίσης θρύλοι για ορισμένα απ’ τα ιερά κειμήλια της Ορθοδοξίας που υπήρχαν στην Κωνσταντινούπολη διασώζονται στο Συναξάρι της Σαμαρείτιδος: «Αυτήν την Σαμαρείτιδα ωνόμασεν ο Χριστός ύστερον Φωτεινήν, η οποία και υπέρ Χριστού εμαρτύρησεν επί του Νέρωνος μετά των εαυτής επτά υιών δια πολλών και ποικίλων σκληροτάτων και πικροτάτων βασάνων αθλήσασα. Έστω δε και τούτο εις είδησιν, ότι το στόμα εκείνου του πηγαδίου, ο βασιλεύς Ιουστινιανός το έφερε με τιμήν από την Σαμάρειαν εις την Κωνσταντινούπολιν, εις τον μέγαν ναόν της Αγίας Σοφίας, και το έβαλεν επάνω εις το φρέαρ, οπού ήτον έξω εις τον νάρθηκα. Ωσαύτως έφερε και τον λίθον εκείνον, επάνω εις τον οποίον ο Χριστός καθήμενος διελέγετο με την Σαμαρείτιδα, και παντοίων νόσων και παθών ήσάν  ποτε θεραπευτικά».

 

4        Ο όσιος Αστείος, επίσκοπος Δυρραχίου, «τελείωσε» τη ζωή του μ’ ένα πολύ πρωτότυπο αλλά συνάμα βασανιστικό και φρικιαστικό τρόπο: «μέλιτι χρισθείς και υπό μελισσών κεντούμενος». Έζησε επί των χρόνων του αυτοκράτορος Τραϊανού (98μ.Χ.) και επειδή «επέμενεν εις την πίστιν του Χριστού, εχρίσθη με μέλι και εσταυρώθη επί ενός ξύλου πλησίον του τείχους της πόλεως, κατά τον καιρόν του θέρους, ότε καίει ο ήλιος. Όθεν κατακεντούμενος από σφήκας και μελίσσας και μυίας παρέδωσε την ψυχήν του εις χείρας Θεού και ούτως έλαβεν ο μακάριος του μαρτυρίου τον στέφανον».

  Το όνομά του Αστείος δεν πρέπει να το εκλάβουμε ως παρατσούκλι, παρά τον ιδιόμορφο τρόπο με τον οποίο έληξε η ζωή του, γιατί η λέξη «αστείος» ως επίθετο δεν είχε, τότε, τη σημερινή έννοια: σήμαινε τον κάτοικο του άστεως, τον αναθρεμμένο στην πόλη και μεταφορικά το μορφωμένο, τον ευγενικό, τον κοινωνικό, τον ευφυή, τον αγαπητό.

 

1        Στο βίο του μεγαλομάρτυρα Προκοπίου που έζησε επί Διοκλητιανού (290 μ.Χ.) υπάρχει μιαν ενδιαφέρουσα νύξη στον τρόπο που καθιερώθηκαν «εκ των υστέρων» οι εικόνες κατά την πρώιμη ήδη βυζαντινή περίοδο. Η έκφραση «εκ των υστέρων», στην προκειμένη περίπτωση, αναφέρεται στην υστερόχρονη λογική ερμηνεία της καθιέρωσής τους, δηλαδή της πλήρους επικράτησής τους ως ιερών, στο Βυζάντιο. Είναι χαρακτηριστικό το παραπάνω σχετικό παράθεμα: «...Ευθύς δε άμα ετελειώθη ο σταυρός, εφάνησαν εις αυτόν τυπωμέναι τρεις εικόνες έχουσαι γράμματα Εβραϊκά, τα οποία εφανέρωνον τίνος είναι αι εικόνες, διότι άνωθεν μεν εγράφετο Εμμανουήλ, από δε το έν μέρος εγράφετο Μιχαήλ και από το άλλο μέρος Γαβριήλ».

 

2        Στο θρύλο για την αγία Βερονίκη την αιμορροούσα, την οποία θεράπευσε ο Χριστός, υπάρχει η πληροφορία για ύπαρξη αγαλμάτων θρησκευτικής σημασίας καθώς αυτή «εις ευχαριστίαν της ευεργεσίας ετεχνούργησε καλώς τον ανδριάντα του Κυρίου και τούτον έστησεν έμπροσθεν του οίκου της, δια να τιμάται σχετικώς και να προσκυνήται από όλους».

   Σύμφωνα με την παράδοση, στα πόδια του αγάλματος του Χριστού φύτρωσε ένα βότανο, το οποίο είχε την ιδιότητα να θεραπεύει διάφορες ασθένειες. Το άγαλμα όμως το κατέστρεψε και πήρε το χάλκωμά του ή ο Μαξιμίνος πριν το Μ. Κωνσταντίνο ή ο αυτοκράτωρ Ιουλιανός ο Παραβάτης, τοποθετώντας στη θέση του τον ανδριάντα του Δία. (Βλ. Προλεγόμενα της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου στο «Πηδάλιον»).

 

1        Ο βίος της αγίας μεγαλομάρτυρος Χριστίνας, που έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Σεβήρου (200 μ.Χ.) στην περιοχή της Τύρου περιέχει αρκετά στοιχεία που θυμίζουν προφορικές, παραμυθιακές διηγήσεις και, σε μερικές περιπτώσεις απηχούν αρχαίες ελληνικές μυθολογικές παραδόσεις.

    Η Χριστίνα ήταν κόρη «ενός στρατηλάτου, Ουρβανού ονομαζομένου, ο οποίος αναβιβάσας αυτήν επάνω εις ένα πύργον υψηλόν την επρόσταζε να μένη εκεί ομού με τους θεούς του, τους κατεσκευασμένους από χρυσόν και άλλην πολύτιμην ύλην. Η δε αγία σκεφθείσα με τον ορθό λογισμόν ότι βεβαίως δεν είναι θεοί τα άψυχα είδωλα τα υπό ανθρώπων κατασκευαζόμενα και κατά νεύσιν Θεού ιδούσα τον ουρανόν δι’ ενός παραθυρίου και στοχασθείσα από τα ποιήματα τον Ποιητήν συνέτριψε τα είδωλα του πατρός της και διεμοίρασεν αυτά εις τους πτωχούς». ... «... Έπειτα ερρίφθη εις την θάλασσαν και εκεί έλαβε μεν υπό του Κυρίου το άγιον βάπτισμα, εξήχθη δε υπό θείου Αγγέλου εις την στερεάν». Απ’ το δεύτερο χωρίο γίνεται φανερή η σημασία του θαλασσινού νερού ως καθαριστικού, εξαγνιστικού και αγιαστικού μέσου. Το νερό, εξάλλου, απ’ την ελληνική αρχαιότητα είχε συμβολική, εξαγνιστική, λειτουργία.

 

2        Στο βίο της οσιομάρτυρος Παρασκευής που έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Αντωνίνου (140 μ.Χ.) συναντούμε απόηχους μύθους με φοβερούς δράκοντες που βγάζουν απ’ το στόμα τους καπνούς: «...έπεμψεν αυτήν εις ένα δράκοντα φοβερώτατον, φωλεύοντα έξω της πόλεως, εις τον οποίον είχον συνήθειαν και έρριπτον τους καταδικασμένους εις θάνατον και τους έτρωγεν. Ότε δε η αγία υπήγεν εις τον τόπον εκείνον, βλέπων αυτήν ο δράκων εσφύριζε μεγάλως και ανοίξας το στόμα του εξέβαλε καπνόν πολύν. Η δε αγία πλησιάσασα εις τον δράκοντα είπεν: έφθασεν, ώ θηρίον, εναντίον σου η οργή του Θεού».

 

3        Επίσης, στη διήγηση για την ανακομιδή του λειψάνου του πρωτομάρτυρα Στέφανου (304 μ.Χ.) λειτουργεί, πολύ αποτελεσματικά η πλάνη ως στοιχείο του απρόοπτου στο παραμύθι και ο ακόλουθος, κοινός τόπος, με τον οποίο τελειώνει η διήγηση είναι, εξ’ ίσου, παραμυθιακός-μαγικός: «Έσυρον λοιπόν αι ημίονοι την άμαξαν, επί της οποίας ήτο το άγιον λείψανον, έως έφθασεν εις τόπον λεγόμενον Κωνσταντιαναί, και εκεί εστάθησαν. Επειδή δε εκτύπων οι οδηγοί τα ζώα δια να προχωρήσωσι, τότε μία ημίονος ελάλησε με ανθρωπίνην φωνήν λέγουσα: διατί μας δέρετε; Εδώ πρέπει να αποτεθή το άγιον λείψανον».

 

4        Στο Συναξάρι του μάρτυρα Νάρκισσου, πατριάρχη Ιεροσολύμων, που μας το διασώζει ο Δοσίθεος στη Δωδεκάβιβλο (σ. 26) και ο Νικηφόρος Κάλλιστος, η εκδίκηση ως ανταπόδοση του κακού, όπως και στο παραμύθι ή στις προφορικές, παραδοσιακές διηγήσεις, παίζει κεντρικό ρόλο: «...συκοφαντηθείς δε υπό τριών ιεροκατηγόρων, οίτινες δεν υπέφερον τους ελέγχους αυτού και τας νουθεσίας, και του μεν πρώτου ποιούντος όρκον ψευδή  εάν δεν αληθεύω να πέση φωτία να με καύση του δε ετέρου ότι εάν ψεύδωμαι να σκωληκιάση όλον το σώμα μου και του τρίτου ότι εάν μη ή ούτως η αλήθεια, ως βεβαιώ, να τυφλωθώ, υπό τούτων, λέγω, ο άγιος συκοφαντηθείς ανεχώρησεν εις ησυχαστικόν τόπον και εκεί διέτριβε πολλούς χρόνους. Αλλ’ ο Θεός έκαμε την δίκαιαν ανταπόδοσιν εις τους συκοφάντας. Και τον μεν πρώτον κατέκαυσε με όλην την οικίαν και συγγένειάν του, καθώς εζήτησε. Τον δε δεύτερον έκαμε να σκωληκιάση όλος και να γίνη σκωληκόβρωτος. Ο δε τρίτος φοβηθείς την του Θεού εκδίκησιν εξηγορεύθη παρρησία την αμαρτίαν και συκοφαντίαν αυτού τε και των δύο συντρόφων του, την οποίαν εποίησαν κατά του αγιωτάτου Ναρκίσσου. Από τα πολλά δε δάκρυα, άτινα έχυνε κλαίων την αμαρτίαν του, εχάθη το φως του και ετυφλώθη καθώς το εζήτησεν».

 

5        Στη διήγηση για την εύρεση της αχειροποίητης εικόνας των Καμουλιανών που έγραψε ο Γρηγόριος Νύσσης και που τα γεγονότα της οποίας αναφέρονται στο διάστημα απ’ την εποχή του Διοκλητιανού (289 μ.Χ.) έως την εποχή του Μ.Θεοδοσίου (392 μ.Χ.), υπάρχει νύξη στο θρύλο του Αγίου Μανδηλίου, απ’ τους πιο διαδεδομένους κατά το Μεσαίωνα, και στην Ανατολή και στη Δύση: «Και εκείνος ο Δεσπότης, όστις ένιψε πρότερον τους πόδας των μαθητών του και εσπόγγισεν αυτούς με το περιζώνιον, με το οποίον ήτο διεζωσμένος, αυτός, ώ του θαύματος! Και τότε ένιψε δια των ακηράτων χειρών του το άγιόν του πρόσωπον με το νερόν το υπάρχον εις το αγγείον. Νιψάμενος δε απέμαξεν (εσπόγγισε) με το καθαρόν εκείνο μανδήλιον το άχραντον και θεόμορφον αυτού πρόσωπον και ευθύς ετυπώθη εις το μανδήλιον ο τύπος και η εικών της θεανδρικής αυτού μορφής και ο πανάγιος και αληθέστατος αυτού χαρακτήρ, καθώς εις όλους αποδεικνύεται έως της σήμερον».

 

6        Στη διήγηση για τη Μετάσταση της Θεοτόκου, η οποία αποτελεί προτύπωση-πρότυπο, και ως προς τις περιγραφικές τεχνικές και ως προς τη δομή, για τους μετέπειτα βίους αγίων γυναικών (κυρίως παντρεμένων, όπως της Μαρίας της νέας) της πρώιμης και ιδιαίτερα της Μέσης  βυζαντινής περιόδου, συναντώνται παραμυθιακά στοιχεία και προσωποποιήσεις αψύχων όπως και στα δημοτικά τραγούδια (σύνδεση προφορικότητας-προφορικού πολιτισμού με τα αγιολογικά κείμενα).

   Για τις παραπάνω επισημάνσεις-διαπιστώσεις, είναι χαρακτηριστικά τα ακόλουθα παραθέματα: «Τούτο δε μαθούσα η Θεοτόκος, εχάρη χαρά μεγάλην. Και λοιπόν από τον πόθον κινουμένη του να μεταβή προς τον Υιόν της, ανέβη με σπουδήν και προθυμίαν επάνω εις το όρος των Ελαιών δια να προσευχηθή. (διότι είχεν η πανύμνητος τοιαύτην συνήθειαν να αναβαίνη συχνά εις το όρος αυτό). Τότε δε ηκολούθησε θαύμα παράδοξον, διότι, ότε ανέβη εκεί η Θεοτόκος, έκλιναν την κορυφήν αυτών τα δένδρα, άτινα ήσαν εις το όρος φυτευμένα, ως αν ήσαν έμψυχα και λογικά, και ούτως επροσκύνησαν και απέδωσαν κατά το πρέπον σέβας και τιμήν εις την Κυρίαν του κόσμου και Δέσποιναν».

   «...έπειτα ανάψασα πολλά φώτα και ευχαριστήσασα τον Θεόν εκάλεσε τας συγγενείς αυτής και γειτονίσσας. Σαρώνει τον οίκόν της, ευτρεπίζει το νεκροκράββατον και ετοιμάζει όλα τα επιτήδεια εις τον ενταφιασμόν της. Φανερώνει δε και εις τας άλλας γυναίκας τα λόγια, όσα της ελάλησεν ο άγγελος δια την εις τους ουρανούς αυτής μετάστασιν. Και εις πληροφορίαν και πίστωσιν των λεγομένων δεικνύει εις αυτάς το χαροποιόν και νικητικόν σημείον, το οποίον έδωκεν εις αυτήν ο άγγελος. Τούτο δε ήτο κλάδος του φοίνικος. Αι δε προσκληθείσαι γυναίκες, το λυπηρόν τούτο ακούσασαι μήνυμα, εθρήνουν και με δάκρυα το πρόσωπον αυτών έλουον, ελεειναίς φωναίς οδυρόμεναι. Παύσασαι όμως από τους θρήνους παρεκάλουν την Δέσποιναν να μη τας αφήση ορφανάς. Η δε Θεοτόκος τας εβεβαίωνεν ότι, αφ’ ού μετασταθή εις τους ουρανούς, θα διαφυλάττη όχι μόνον αυτάς, αλλά και όλον τον κόσμον. Όθεν με τα τοιαύτα παρηγορητικά λόγια έπαυσε την υπερβολικήν αυτών λύπην. Έπειτα διώρισεν η Πάναγνος περί των δύο φορεμάτων τα οποία είχεν, ότι δηλαδή αι δύο χήραι αι εις αυτήν γνώριμοι και φίλαι, αίτινες ετρέφοντο παρ’ αυτής, αυταί να λάβωσιν εκάστην ανά εν φόρεμα... Ενώ δε ταύτα διέτασσεν η πάναμωμος, ώ του θαύματος! Έγινεν αιφνιδίως ήχος δυνατής βροντής και ευθύς ήλθον εκεί πάμπολλα νέφη, τα οποία αρπάσαντα από τα πέρατα της οικουμένης τους Αποστόλους έφερον αυτούς εις την οικίαν της Θεοτόκου. Ομού δε με τους Αποστόλους ήλθε και ο Αρεοπαγίτης Διονύσιος, ο άγιος Ιερόθεος ο διδάσκαλος του Διονυσίου, ο Απόστολος Τιμόθεος και οι λοιποί θεόσοφοι ιεράρχαι, επί των νεφελών φερόμενοι».

   Η Παναγία, ως φιλάνθρωπη αρχόντισσα, φροντίζει να ετοιμάσει τα σχετικά με τον ενταφιασμό και την κηδεία της ήδη εν ζωή και εκ των προτέρων, προκειμένου να διευκολύνει τους συγγενείς και φίλους στην προετοιμασία της εκφοράς της. Μάλιστα, ο «σύλλογος» των γυναικών που συγκαλεί για να προλειάνει το έδαφος για τη «φυγή» της απ’ τον κόσμο, φέρνει στο νου τον, μελλοντικά, σημαντικό και ρυθμιστικό ρόλο, εν πολλοίς, των γυναικών στις μεγάλες θρησκευτικές κρίσεις της βυζαντινής αυτοκρατορίας (π.χ. χριστολογικές αιρέσεις: Αγία Ευφημία και κυρίως Εικονομαχία).

 

1        H διήγηση που αναφέρεται στην ανάμνηση της εισόδου του Ιερού Μανδηλίου ή της Αχειροποίητης (αχειρότευκτης) εικόνας του Χριστού στην Κωνσταντινούπολη, μετά τη μεταφορά της απ’ την Έδεσσα, περιέχει πληροφορίες για τη στρατιωτική τέχνη και τις πολιορκίες πόλεων. Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα: «Λαβών λοιπόν ο επίσκοπος την αγίαν εικόνα του Κυρίου και λιτανείαν ποιήσας με αυτήν υπήγεν εις τον τόπον της πόλεως, εις τον οποίον έσκαπτον απ’ έξω οι Πέρσαι, καθώς από τον ήχον των χαλκών οργάνων τους ενόησαν. Ότε δε επλησίασεν εκεί ο επίσκοπος, έρριψεν από το έλαιον του λύχνου εις την ητοιμασμένην υπό των Ε- δεσσηνών  φωτίαν και παρευθύς η φωτία ανάψασα ηφάνισεν όλους τους Πέρσας. Αλλά και εις την φωτίαν την οποίαν ήναψαν έξω της Εδέσσης οι Πέρσαι, την οποίαν έτρεφον ξύλα άπειρα κοπέντα από τα εκεί πλησίον δέντρα, και εις ταύτην λέγω την φωτίαν άμα επλησίασεν ο επίσκοπος ομού με την θείαν εικόνα, ευθύς εσηκώθη δυνατός άνεμος και γυρίσας την φλόγα κατά των Περσών εδίωκε τούτους και κατέκαιεν. όθεν ταύτα παθόντες οι Πέρσαι ανεχώρησαν άπρακτοι».

 Η φωτιά και το λάδι σ’ αυτή την πολιορκία σχημάτιζαν ένα πραγματικά ισχυρό αμυντικό και επιθετικό όπλο σε μορφή μείγματος, που μας θυμίζει ένα άλλο, αήττητο, στη θάλασσα κυρίως, όπλο-μείγμα των Βυζαντινών:το υγρόν πυρ.

 

2        Στο συναξάρι των μαρτύρων Στράτωνος, Φιλίππου, Ευτυχιανού και Κυπριανού, αντιδιαστέλλεται το θέατρο, ως συνήθεια συνδεόμενη με την ειδωλολατρεία, προς τον χριστιανικό, ηθικό τρόπο ζωής. Σύμφωνα με το βίο, όταν αδειάζουν τα θέατρα, γεμίζουν οι χριστιανικοί ναοί. Οι παραπάνω άγιοι «διατρίβοντες εις την Νικομήδειαν, επίτηδες ανέβαιναν εις το θέατρον, δια να κατηχώσι τον εκεί λαόν των Ελλήνων και να μακρύνωσι μεν αυτούς από την ειδωλολατρείαν, να τους φέρωσι δε εις την πίστιν του Χριστού. Μίαν φοράν λοιπόν ιδών ο άρχων της Νικομηδείας άδειον και χωρίς ανθρώπους το θέατρον και ερωτήσας έμαθε την αιτίαν. Ότι δηλαδή οι λαοί διδασκόμενοι από τους αγίους μάρτυρας αφήκαν τας ηδονάς του θεάτρου και μεταχειρίζονται νέον τρόπον ζωής, καταφρονήσαντες τας συνηθείας των πατέρων και των προγόνων των». Με τον τρόπο αυτό οι άγιοι προκαλούσαν το κοινό αίσθημα της εποχής τους: ανατρέποντας τα καθιερωμένα.

 

3        Στο Συναξάρι των αυταδέλφων Παύλου και Ιουλιανής, που έζησαν στην εποχή του αυτοκράτορος Αυρηλιανού(270μ.Χ.), είναι έντονη και καταλυτική η σωτήρια επέμβαση των αγγέλων στη ζωή τους: άγγελος τους απελευθερώνει απ’ τα δεσμά της φυλακής θρέφοντάς τους παράλληλα με ουράνια τροφή και άγγελος πάλι σώζει την Ιουλιανή απ’ την ατίμωση στο πορνοστάσιο(οίκος ανοχής). Βέβαια, και οι δύο αυτές αγγελικές, θαυματουργικές επεμβάσεις αποτελούν κοινούς τόπους στους βίους των αγίων της πρώιμης, μέσης και ύστερης βυζαντινής περιόδου. Είναι χαρακτηριστικά τα σχετικά χωρία απ΄το βίο  του Παύλου και της Ιουλιανής: «Έπειτα εφέρθησαν εις την φυλακήν οι άγιοι, ο Παύλος λέγω και η αδελφή του, φέροντες σιδηράς αλύσους. Άγγελος δε Κυρίου ελθών έλυσεν αυτούς από τα δεσμά και άρτον έδωκεν εις αυτούς, από τον οποίον φαγόντες και δυναμωθέντες ευχαρίστησαν τον Θεόν...Την δε αγίαν Ιουλιανήν έβαλον εις εν πορνοστάσιον δια να ατιμασθή από ασώτους ανθρώπους, αλλ’ άγγελος Κυρίου επιστάς, με τον κονιορτόν των ποδών του ετύφλωσεν όσους προσήρχοντο δια να ατιμάσωσι την αγίαν».

 

4        Στο βίο των μαρτύρων Αδριανού και Ναταλίας, οι οποίοι έζησαν στα χρόνια του αυτοκράτορα Μαξιμιανού (298μ.Χ.), εξαίρεται το μαρτύριο υπέρ του Χριστού ως το ανώτατο ηθικό χρέος του χριστιανού ανθρώπου που υπερτερεί, φυσικά, και της πίστης στην αξία της οικογένειας. Το μαρτύριο, επίσης εξαίρεται ως μέσο κοινωνικής προβολής και καταξίωσης στην κοινωνία-κοινότητα των πρώτων χριστιανών. Η τάση τους και η επιθυμία τους να μαρτυρήσουν για το Χριστό φαίνεται στο ακόλουθο χωρίο: «Επρόσθετε δε και τούτο η μακαρία Ναταλία ονομάζουσα εαυτήν αθλίαν και δυστυχή, διότι δεν έμεινεν εις αυτήν ούτε μίαν ημέραν η δόξα του να ονομάζεται γυνή μάρτυρος, αλλά την μακαριότητα και ευτυχίαν, όσην ήλπιζε να λάβη, διεδέχθη αιφνιδίως δυστυχία και αθλιότης». Έτσι, η Ναταλία, σύζυγος του Αδριανού, τον προτρέπει σθεναρά προς το μαρτύριο.

   Στη συνέχεια, ωστόσο, του βίου, η απάνθρωπη υπερβολή της Ναταλίας ίσως αποτελεί κατασκευή ιδεολογική του αγιογράφου για να εδραιωθεί και να εξυψωθεί σε μεταφυσικά επίπεδα η νέα θρησκεία: «Έπειτα έκοψαν τας χείρας και τους πόδας του καθώς και των άλλων Χριστιανών, εις έκαστον δε μέλος του αγίου το οποίον εκόπτετο συνεβοήθει και η γυνή του Ναταλία και έβαλε το μέλος εκείνο επάνω εις τον άκμωνα, δια να κοπή. Και τον μεν δήμιον παρεκάλει να κτυπά δυνατώτερα την κοπίδα και την σφύραν, δια να προξενήται εις τον άγιον πόνος περισσότερος και δριμύτερος, τον δε Αδριανόν ανεθάρρυνε και ενεδυνάμωνε να υπομένη ανδρείως, τους πόνους».



     Κεφ.4 : Διαπλοκή προφορικότητας(λαϊκών αφηγήσεων και μύθων-παραμυθιών) με τα γραπτά Αγιολογικά  Κείμενα(Μαρτυρολόγια, Συναξάρια, Βίους Αγίων) της Πρώιμης Βυζαντινής Περιόδου. Η σχέση τους με το μαγικό παραμύθι.

1        Προκειμένου να γίνει πιο εύληπτη η διαπλοκή προφορικότητας (λαϊκών αφηγήσεων και παραμυθιών) με τα γραπτά αγιολογικά κείμενα της πρώιμης βυζαντινής περιόδου, θα παραθέσω, στη συνέχεια, ορισμένα θεωρητικά στοιχεία και παραδείγματα για το μαγικό παραμύθι, απαραίτητα στην παρούσα μελέτη. Επίσης, η ανάλυση και κωδικοποίηση των μοντέλων δράσης των παραμυθικών ηρώων από τον Α.J.Greimas (A.J.Greimas, Structural Semantics. An Attempt at a Method. Translated by D.McDowell, R.Schleifer and A.Velie, University of Nebraska Press, Lincoln and London, 1983, pp. 197-211) θυμίζει τον τρόπο δράσης των αγίων-ηρώων των βίων και συναξαρίων (αγιολογικών κειμένων).

Όταν χρησιμοποιούμε τον όρο μαγικό παραμύθι, τι ακριβώς εννοούμε; Σύμφωνα με τον Τοντόρωφ, η Οδύσσεια αλλά και ο Δον Κιχώτης  είναι μεγάλα μαγικά παραμύθια, ενώ ο Μπαλζάκ, ο Ουγκώ και ο Φλομπέρ, εξάλλου είναι παραμυθάδες.(Τσβετάν Τοντόρωφ, Εισαγωγή στη Φανταστική Λογοτεχνία, μετ. Αριστέα Παρίση , Οδυσσέας, Αθήνα, 1991,198). Οπωσδήποτε, να παραδειγματίζει κανείς, μέσω μιας ιστορίας, είναι εύκολο και ωραίο. Η δυσκολία είναι να ανιχνεύσουμε τα βασικά γνωρίσματα της μαγικής αφήγησης, ώστε να τη συσχετίσουμε με την παράλογη αφήγηση.

 Κατά τη Λαογραφία,  ως επιστήμης του προφορικού πολιτισμού, μαγικό είναι το είδος του «καθαρού» παραμυθιού στο οποίο παρουσιάζονται «εξωτικές και απίθανες περιπέτειες των ηρώων».(Βασική Βιβλιοθήκη, 48, 1957: Δημ. Λουκάτος, «Νεοελληνικά Λαογραφικά Κείμενα», 60). Υπερφυσικά όντα και οντάρια (δράκοι, λάμιες, νάνοι κ.τ.λ.) εμφανίζονται και παρεμβαίνουν στην εξέλιξη της πλοκής. Τα μαγικά όντα αλλάζουν μορφή αλλά και μεταμορφώνουν ανθρώπους, ζώα και πράγματα: συχνά ένα μικρό βατραχάκι ή ένα φίδι σαράντα μέτρων υποκρύπτουν μαγεμένα βασιλόπουλα και τανάπαλιν.(Σύμφωνα με την ταξινόμηση των μαγικών παραμυθιών του Αυδίκου, 81κ.εξ.)

   Το μαγικό παραμύθι υπάγεται στη φανταστική λογοτεχνία. Συγγενεύει, εξάλλου, με την έντεχνη μυθοπλασία διάσημων συγγραφέων του 20ου αιώνα. Ακόμη και το είδος του δημοτικού μας τραγουδιού που ονομάζεται «Παραλογές» είναι μαγικό, υπακούοντας στους κανόνες της τριμερούς διαίρεσης που δέχονται φιλόλογοι και λαογράφοι. Βέβαια, η μαγική αφήγηση στις μέρες μας, σύμφωνα με ομάδα λαογράφων μελετητών, έχει αλλάξει μορφή, καθορίζοντας, ως ακολούθως, και την τύχη όλων των παραμυθιών: «Από τον προφορικό λόγο πέρασε στην έντεχνη γραπτή αφήγηση: οι άθλοι των τρομερών μεταναστών που πήγαν στις νέες χώρες, τα κατορθώματα των καουμπόηδων πέρασαν στα γουέστερν. Οι σχέσεις των ανθρώπων με τις μηχανές, η έρευνα των βυθών και του διαστήματος έγιναν θέματα διηγημάτων επιστημονικής φαντασίας. Όμως, όσο κι αν το παραμύθι άλλαξε μορφή, ο στόχος του μένει πάντα ίδιος: να τέρπει και να ψυχαγωγεί ξεπερνώντας τα εθνικά όρια». (Ελληνικός Λαϊκός Πολιτισμός. Τόμος πρώτος. Στοιχεία για την κοινωνική οργάνωση των Ελλήνων στα χρόνια της Ξενοκρατίας και τα μνημεία του Λόγου.(Από ομάδα εργασίας), Γνώση, Αθήνα, 1985, 273).

  Εις επίρρωσιν των παραπάνω, ο Μερακλής διαβεβαιώνει πως «η θαυμάσια και μεταφυσική ουσία του παραμυθιού δε χάθηκε στην εποχή μας», όπως άλλωστε και σε καμμιά άλλη εποχή.

   Στο μαγικό παραμύθι και στις περιπτώσεις θνητών γυναικών με υπερφυσικές δυνάμεις, οι κακές πτυχές της γυναικείας φύσης διαπερνούν το παραμύθι υπόγεια και συγκαλυμμένα. Νεαρές και όμορφες κοπέλες είναι ασυμβίβαστο να είναι κακές. Όμως όταν η γυναίκα περάσει στην ωριμότητα, τότε ανεμπόδιστα πια της αποδίδονται καταστρεπτικές δυνάμεις. Συνήθως ζηλιάρα μητριά στο λυκόφως της ωραιότητάς της ή κακιά πεθερά, αποστερημένη οριστικά από κάθε θηλυκό χαρακτηριστικό, προκαλεί το κακό στις νεότερες γυναίκες. Έχοντας στη διάθεσή της ένα σωρό μαγικά μέσα, δακτυλίδια, καρφοβέλονα, κλειδωτήρια κ.ά. μεταμορφώνει τη δύστυχη προγονή της σε πουλί (στο παραμύθι της «Μαρδίτσας», Γ.Ιωάννου,  σ. 119) ή αποπειράται να τη θανατώσει (στο παραμύθι «Η Πούλια και ο Αυγερινός», Γ.Ιωάννου, ό.π. σ. 214-218). Σαν πεθερά υποβάλλει τη νύφη της σε άπειρα βασανιστήρια ή την οδηγεί σε βέβαιο χαμό:

 «Και σαν πήγαν στο βασιλικό παλάτι, έκαμε χαρά και την πήρε γυναίκα. Ο βασιλιάς αγάπησε τη νύφη του κι η βασίλισσα τη φτόνησε. Μια μέρα, που βγήκε το βασιλόπουλο όξω, φωνάζει η βασίλισσα τις δούλες και τις λέει να πάρουν τη νύφη της να σεργιανίσ’ και να τη ρίξουν στο πηγάδι. Κι οι δούλες έκαμαν καθώς επρόσταξεν η βασίλισσα».

                   [Αστερνός και Πούλιω (Γ.Ιωάννου, ό.π., σ. 212)].

Δίκαια λοιπόν το κοινωνικό σύνολο τις ονομάζει: «κακούργα», «σκύλα», «φαρμάκι πεθερά», «που να μη σώσει και να μη φτάσει να σηκωθεί, να ξυλιάσει και να ξερομαραθεί η αχρόνιστη». Όλες αυτές οι ώριμες ή γριές γυναίκες συμπεριφέρονται άσπλαχνα, γιατί αγωνίζονται πάντοτε, με τον ένα ή τον άλλο υπονοούμενο τρόπο, να διατηρήσουν το ενδιαφέρον του άντρα. Η μητριά, γιατί επισκιάζεται η ομορφιά της στα μάτια του καθρέφτη ή του ήλιου, συμβολικούς κριτές του αντρικού φύλου, και η πεθερά, γιατί κινδυνεύει να εκτοπισθεί από την καρδιά του γιού της.

   Μόνο όταν οι γυναίκες είναι ουσιαστικά άφυλες, με άλλα λόγια όταν παύουν να έχουν ενδιαφέρον για το άλλο φύλο και συμβιβάζονται με την απουσία ερωτισμού στη ζωή τους, μόνο τότε διαθέτουν δυνάμεις θετικές- προφητείες, συμβουλές ή μαγικά δώρα- τις οποίες θέτουν στην υπηρεσία των ανθρώπων:

«Ήταν ένας ψαράς και δεν αποκτούσε παιδιά. Μια μέρα περνά μια γριά, βλέπει τη γυναίκα του ψαρά και της λέει:...Αν έπιανε ο άντρας σου το χρυσό ψάρι, θα αποκτούσατε παιδιά... Και να το κάνετε έξι κομμάτια. Ένα κομμάτι να φας εσύ κ’ ένα ο άντρας σου και θα κάνετε δύο παιδιά. Ένα κομμάτι η σκύλα, και θα κάνει δύο σκυλιά...».

     [Τα δίδυμα αδέρφια (Γ.Μέγα,  σ. 55)].

   Ξεχωριστή θέση ανάμεσα στις θνητές γυναίκες που χρησιμοποιούν υπερφυσικές δυνάμεις- για το καλό ή το κακό- κατέχει η Γυναίκα-Δημιουργός, όπως εσωκλείεται στο γνωστό ήδη παραμύθι «του κυρ-Σιμιγδαλένιου». Η ηρωίδα, ανικανοποίητη από τους υποψήφιους μνηστήρες της, αποφασίζει να κατά- σκευάσει η ίδια τον άντρα που θα παντρευτεί από «ένα τσουβάλι μύγδαλα, ένα τσουβάλι σιμιγδάλι και ένα τσουβάλι ζάχαρη».

   Για τον Max Luthi, το παραμύθι αυτό εντάσσεται σ’ έναν ευρύτερο κύκλο παραμυθιών που έχουν ως θέμα την εμψύχωση και ενανθρώπιση μιας κούκλας. Ο κυρ-Σιμιγδαλένιος κατασκευάστηκε κυρίως από ζάχαρη και αυτό κάτι δείχνει. Αν το δούμε από ψυχολογική πλευρά, η βασιλοπούλα δημιουργεί τον αγαπημένο της από αυτήν την ίδια. Δεν αγαπάει άλλον άνθρωπο, αγαπάει μιαν εικόνα, που τη φτιάχνει η ίδια και για την ίδια  που την ανασταίνει και τη φροντίζει. Δεν αγαπάει τον άλλον, αγαπάει τον εαυτό της. Η εικόνα, που έχει μέσα της, είναι γλυκιά γι’ αυτήν και κυριεύεται από αυτήν. Για να το πούμε με όρους της ψυχολογίας, η νέα φτιάχνει μια ιδανική εικόνα του εαυτού της, που τη μεταφέρει σ’ έναν άνθρωπο. Δεν ερωτεύεται στο βάθος τον άλλον άνθρωπο, αλλά το γλυκό είδωλο που αναδύθηκε από μέσα της.(Μ.Γ.Μερακλής: «Θέμα και μοτίβο» στο Έντεχνος λαϊκός λόγος, σ. 105-106).

   Δεν θα είχαμε επιχειρήματα για να διαφωνήσουμε με την παραπάνω ερμηνεία, θα θέλαμε όμως να επιστήσουμε την προσοχή σε ένα σημείο, το οποίο ενδεχομένως θα φώτιζε και από άλλη πλευρά τη γυναικεία αυτή μορφή. Τα υλικά της δημιουργίας, που είναι καρποί της γης, μας παραπέμπουν συνειρμικά σε αρχέγονες λατρείες, με επίκεντρο τη Μητέρα-Γη, που αναπτύχθηκαν σε κοινωνίες καθαρά αγροτικές. Η θεότητα αυτή λατρευόταν στην παλαιολιθική εποχή, πολύ πριν εμφανισθούν οι πατριαρχικοί μύθοι που μιλούν για Θεό-δημιουργό. Οι πρωτόγονες γεωργικές κοινωνίες, έχοντας εύστοχα παρατηρήσει τις αντιστοιχίες ανάμεσα στη γονιμότητα του γυναικείου κορμιού και της φύσης, οδηγήθηκαν με το ένστικτό τους σε θεότητα θηλυκή. Ο παραλληλισμός γης και γυναίκας είναι συνεχώς εμφανής. Η βασική προϋπόθεση ότι όλα γεννιούνται και όλα ξαναγυρίζουν με το θάνατό τους στην αρχική ζωοδότρα πηγή, τη Γη, ο αέναος κύκλος ζωής και θανάτου φέρει στο φως τις πρωταρχικές ανθρώπινες δοξασίες και φοβίες που διαποτίζονται από σεβασμό για το γυναικείο φύλο.(Πρβ. Μ.Εliade: “La Terre-Mere et les Hiιrogamies cosmiques”, Eranos-Jahrbuch (XXII), 1953, σ. 57-95).

   Κάτω από αυτό το πρίσμα, θα θεωρήσαμε το παραμύθι του Σιμιγδαλένιου, με το αρχέγονο υλικό που εσωκλείει, σαν το κλειδί για την κατανόηση συνολικά των υπερφυσικών γυναικών των παραμυθιών. Όποια μορφή και αν παίρνουν, πότε με προσωπείο τρομακτικό και πότε μειλίχιο, πότε καταστροφικές και πότε ζωογόνες, όλες αυτές οι γυναικείες μορφές, η μια δίπλα στην άλλη, συνθέτουν ένα ολοκληρωμένο, συμπληρωματικό, καθόλου αντιφατικό, παρά τις αντιθέσεις του, πρόσωπο της Γυναίκας. Αυτό που χαράχθηκε στην αυγή του πολιτισμού και που διαμέσου των αιώνων ακρωτηριάσθηκε, χάθηκε, παραλλάχθηκε ή διατηρήθηκε σε λανθάνουσα κατάσταση, ανεξήγητο πολλές φορές στο σημερινό αναγνώστη. Της Γυναίκας- Θεάς που μέσα από τη φυσιολογία του σώματός της ζει, γνωρίζει μέχρι τα μύχια της ψυχοσύνθεσής της το μυστήριο της ζωής.

  Εάν η θνητή γυναίκα των λαϊκών παραμυθιών με τη γήινη παρουσία της προσγειώνει τον ακροατή με τρόπο πιο απτό στην πραγματικότητα, η υπερφυσική γυναίκα διασώζει και ενσαρκώνει το προαιώνιο, πανανθρώπινο δέος μπροστά στο ακατανόητο νόημα της ζωής και του θανάτου.(Ενδιαφέρουσα μελέτη, κατά βάση ανθρωπολογική, για τη διαχρονική, διπολική, πολύμορφα εκφρασμένη, παρουσία της γυναίκας στο μύθο, στο Μ.D.Mascetti: Το τραγούδι της θεάς Εύας (μετάφραση Β.Αλιφέρη), Γκοβόστη, Αθήνα). Η δισυπόστατη μορφή της σε όλες της τις παραλλαγές αγκαλιάζει αυτό που αναζητεί η ανθρώπινη ψυχή και που η εξωτερίκευσή του διατρέχει εσωτερικές διαδρομές, όπως τόσο γνήσια μας διδάσκει το λαϊκό παραμύθι.

   Το γεγονός ότι από την αρχαία Ελλάδα δεν μας έχει διασωθεί κανένα γνήσιο παραμύθι ούτε λαϊκή παράδοση, οδήγησε πριν από αρκετά χρόνια στη διατύπωση της θεωρίας, πως ο αρχαίος ελληνικός λαός ήταν από τους λίγους εκείνους λαούς ίσως και ο μόνος που μέσα στον κόσμο του δεν είχε παραμύθια. Είναι αλήθεια πως η γραπτή παράδοση των Ελλήνων απέφυγε να δώσει την προσήκουσα σημασία στη λαϊκή δημιουργία και φαίνεται παράλληλα να μην ενδιαφέρθηκε και πάρα πολύ να τη διασώσει. Στην παραπάνω όμως ασταθή θεωρία της παντελούς έλλειψης παραμυθιών, αντιτίθεται η άφθονη παρουσία παραμυθικών και λογοποιικών  θεμάτων στις ηρωικές παραδόσεις, γεγονός που αποτελεί αδιαφιλονίκητη απόδειξη, ότι οι αρχαίοι Έλληνες και παραμύθια είχαν και λογοποιίες, οι οποίες μεταβιβάστηκαν στους βυζαντινούς μέσω των μαρτυρολογίων, συναξαρίων και των βίων των  αγίων της πρώιμης, μέσης και ύστερης βυζαντινής περιόδου.

 

Δημιουργία παραμυθιού με τις λειτουργίες του Β.Προπ.

   Ο Β.Προπ  μελετώντας τα ρώσικα μαγικά παραμύθια προχώρησε στην ανάλυση της δομής τους και διαπίστωσε ότι υπάρχουν σταθερά και αμετάβλητα στοιχεία που αφορούν τα δρώντα πρόσωπα. Τα αμετάβλητα αυτά στοιχεία είναι γνωστά ως λειτουργίες και ανέρχονται σε 31(βλ. Προπ Β., Μορφολογία του παραμυθιού, μετ. Παρίση Α. Καρδαμίτσας, Αθήνα 1987). Ο εκπαιδευτικός μπορεί να εμπλέξει τα παιδιά στη δημιουργία παραμυθιών με βάση τις λειτουργίες του Προπ. Αυτό προϋποθέτει την εξοικείωση των παιδιών με τις λειτουργίες.

   Η συχνή ακρόαση λαϊκών παραμυθιών συντελεί στην προσέγγιση των λειτουργιών από τα παιδιά. Είναι χρήσιμο μετά από κάθε αφήγηση ο εκπαιδευτικός να θέτει συγκεκριμένες ερωτήσεις με στόχο να εντοπιστούν οι λειτουργίες μια-μια. Στη συνέχεια ο εκπαιδευτικός επιλέγει με τα παιδιά τις λειτουργίες που θεωρούνται απαραίτητες για την οργάνωση της αφηγηματικής πλοκής και προχωρεί αρχικά σε ομαδική δημιουργία παραμυθιού.

   Οι λειτουργίες του Προπ είναι οι ακόλουθες:

(31 Λειτουργίες δρώντων προσώπων στο λαϊκό παραμύθι)

(Μετά την αρχική κατάσταση)

1. Απουσία

2. Απαγόρευση

3. Παράβαση

4. Διερεύνηση

5. Εκχώρηση

6. Εξαπάτηση

7. Συνενοχή

8. Δολιοφθορά

9. Μεσολάβηση

10. Έναρξη της αυτενέργειας

11. Αναχώρηση

12. Α΄ λειτουργία του δωρητή

13. Αντίδραση του ήρωα

14. Εφοδιασμός μαγικού μέσου

15. Τοπική μετακίνηση

16. Πάλη

17. Σημάδεμα

18. Νίκη

19. Εξάλειψη

20. Επιστροφή

21. Καταδίωξη

22. Διάσωση

23. Μη αναγνωρίσιμη άφιξη

24. Αβάσιμες απαιτήσεις

25. Δύσκολο πρόβλημα

26. Λύση

27. Αναγνώριση

28. Ξεσκέπασμα

29. Μεταμόρφωση

30. Τιμωρία

31. Γάμος

 

Οι βασικές λειτουργίες πάνω στις οποίες μπορεί να οργανωθεί μια μυθοπλασία είναι οι ακόλουθες:

Βασικές λειτουργίες μυθοπλασίας παραμυθιού (κομβικές λειτουργίες αφηγηματικής δομής). (Ενδιαφέρον παρουσιάζει το βιβλίο, Μια φορά κι έναν καιρό...αλλά ...μπορεί να γίνει και τώρα, του Ε.Αυδίκου, Ελληνικά γράμματα, Αθήνα 1999, που αποτελεί μια πρόταση για τη διαμόρφωση του χώρου της εκπαίδευσης σε χώρο εκκόλαψης παραμυθάδων).

1. Απαγόρευση-παράβαση

2. Δολιοφθορά

3. Αναχώρηση

4. Βοηθός

5. Μαγικό μέσο

6. Μεταφορά

7. Πάλη-νίκη

8. Επιστροφή

9. Τιμωρία

10. Γάμος-αμοιβή

 

   Έχει αποδειχτεί ότι τα παιδιά προσχολικής ηλικίας αντιμετωπίζουν δυσκολίες ως προς την οργάνωση- δομή μιας δικής τους αφήγησης. Η αφήγηση μιας ιστορίας από τα παιδιά είναι σύνθετη δραστηριότητα και απαιτεί τριβή με πολλά, διαφορετικά είδη λόγου. Οι αυθόρμητες αφηγήσεις των νηπίων στερούνται της σχέσης αιτίου και αποτελέσματος καθώς και του απαραίτητου αριθμού επεισοδίων που βασίζονται στις αιτιώδεις σχέσεις.

  Οι μυθοπλαστικές δεξιότητες των νηπίων δεν βασίζονται σε επεισόδια και δεν περιλαμβάνουν εμπόδια.(Για την ανάπτυξη της ικανότητας των παιδιών να λένε ιστορίες βλ. ομότιτλο άρθρο στο βιβλίο, κείμενα εξελικτικής ψυχολογίας, α΄ τ.. ΓΛΩΣΣΑ, επιμ. Βοσνιάδου σ., Gutenberg, Αθήνα 1995, σ. 113).

   Προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης της ικανότητας μυθοπλασίας και της κατανόησης των αφηγηματικών δομών ο εκπαιδευτικός/ εμψυχωτής μπορεί να μυήσει τα παιδιά ακολουθώντας διάφορες τακτικές. Η περίπτωση των ερωτήσεων που ακολουθούν και που υποβάλει ο εκπαιδευτικός στα παιδιά, συντελούν στην καλλιέργεια της μυθοπλαστικής ικανότητας.(Για την καλλιέργεια της μυθοπλαστικής ικανότητας των νηπίων με βάση τις βασικές αφηγηματικές δομές βλ. Με ένα Φι και ένα Πι-Φτιάχνω παραμύθια, Τσιλιμένη Τ., Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000).

Ποιος ήταν (ο πρωταγωνιστής)

Που ήταν

Τι έκανε (τι συνέβη)

Γιατί (αιτίες δημιουργίας κατάστασης)

Τι έγινε μετά

Τι έγινε στο τέλος.

   Σύμφωνα με την παραπάνω επιστημονική και φιλολογική ανάλυση του μαγικού παραμυθιού, απ’ τη μια μεριά, και την προφανή και αποδεδειγμένη διαπλοκή των πρωτοβυζαντινών αγιολογικών κειμένων με στοιχεία λογοτεχνικής προφορικότητας και λαϊκών, προφορικών μυθικών παραδόσεων, από την άλλη, αποκαλύπτεται με ενάργεια και καθαρότητα ο τρόπος που η λογοτεχνική δημιουργία, γραπτή και προφορική, ενοποιείται στο πρώιμο Βυζάντιο: το γεγονός αυτό αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα πολιτισμική πρωτοτυπία, αφού με εσωτερικά, λεπτά νήματα, οι δυο ομόρριζες συνιστώσες της λογοτεχνικής δημιουργίας, προφορική λογοτεχνική παράδοση και γραπτή λογοτεχνική παραγωγή συνδέουν με άρρηκτους δεσμούς την αρχαία ελληνική λαϊκή και λόγια σκέψη και φιλοσοφία με την αντίστοιχη πρώιμη χριστιανική-βυζαντινή.



     Κεφ.5 : Συνοπτική επισκόπηση της Ιστορίας του Πρώϊμου Βυζαντινού Κράτους (3ος-6ος αι. μ.Χ.). Εξέταση των βασικών της πτυχών-παραμέτρων [π.χ. όρια, Κων/πολη: η νέα πρωτεύουσα, κοινωνική κινητικότητα, οι κάτοικοι, τα κοινωνικά φύλα και οι ρόλοι τους, δημόσιοι ρόλοι, ιδιωτικοί ρόλοι: η οικογένεια, απ’ τον Καίσαρα στο Θεό, Χριστιανισμός και Εκκλησία, Σύνοδος Νίκαιας (325 μ.Χ.), κοινωνική διαστρωμάτωση: humiliores κ.τ.λ., ο στρατός, ο Καιρός του Ιουστινιανού κ.ά.].

   Το πρώϊμο βυζαντινό κράτος ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερο από το μέσο και το ύστερο, όχι μόνο σε γεωγραφική έκταση και πολιτική δύναμη, αλλά και σε ό,τι αφορούσε τις κοινωνικές κατακτήσεις. Παρόλο, δηλαδή, που η κοινωνία του σε πολλά σημεία συνέχισε την πορεία της στα βήματα των προηγούμενων, κατάφερε να δημιουργήσει τομές που συνόδεψαν το Βυζάντιο σε όλη την πορεία του. Ενσωμάτωσε το Χριστιανισμό στην ελληνορωμαϊκή παράδοση, καθόρισε το χριστιανικό δόγμα και έθεσε τις κοινωνικές βάσεις της χριστιανικής ζωής. Επίσης, παρήγαγε πνευματικά δημιουργήματα, όπως η χριστιανική φιλολογία και η χριστιανική τέχνη, και εισήγαγε το κοινωνικό σύστημα που στηριζόταν στη νομική κατάσταση που υπαγόρευε μια κεντρική (η αυτοκρατορική) εξουσία και όχι πια η ελεύθερη συναλλαγή και το συμβόλαιο. Δύσκολα θα βρεθεί θεσμός ή ιδέα σε ολόκληρο το βυζαντινό οικοδόμημα που να μη γεννήθηκε στην πρώιμη περίοδο.

Κωνσταντινούπολις, η νέα πρωτεύουσα.

   Όταν ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος βρέθηκε σε αναζήτηση ενός τόπου όπου θα ίδρυε και θα εγκαθιστούσε τη νέα κεντρική διοικητική, οικονομική, πολιτική και στρατιωτική βάση του κράτους του, διάλεξε την ελληνορωμαϊκή πόλη Βυζάντιο. Ήταν μια πόλη που υπήρχε για τουλάχιστον χίλια χρόνια πριν την εποχή του Κωνσταντίνου και που ποτέ δεν είχε αναπτυχθεί σε ιδιαίτερο αστικό κέντρο. Το πλεονέκτημα που μάλλον ενθάρρυνε την επιλογή του Κωνσταντίνου πρέπει να ήταν η θέση του Βυζαντίου στη διασταύρωση των δύο κυριότερων εμπορικών αρτηριών της εποχής, δηλαδή από τη μια του χερσαίου δρόμου που οδηγούσε από την Ευρώπη στη Μεσοποταμία και από την άλλη του θαλάσσιου περάσματος του Βοσπόρου που ένωνε τη Μεσόγειο με τη Μαύρη Θάλασσα. Η επιλογή του όμως εμπεριείχε και πολύ μεγάλο ρίσκο, αφού η πόλη είχε επίσης σημαντικά μειονεκτήματα. Τα κυριότερα ήταν ότι ήταν ευάλωτη σε εχθρικές επιθέσεις από την ενδοχώρα της, αφού δεν διέθετε κάποια φυσική οχύρωση, και ότι δεν είχε επάρκεια σε πόσιμο νερό. Επίσης, η αγροτική έκταση που την περιέβαλλε όχι μόνο ήταν επίσης ευάλωτη σε επιθέσεις, αλλά ήταν και ανεπαρκής να συντηρήσει τον πληθυσμό της, πράγμα που εξηγεί τη συνεχή μεταφορά τόνων σταριού και καλαμποκιού από την Αίγυπτο ως τον 7ο αιώνα: όταν τα πλοία καθυστερούσαν, στην πόλη προκαλούνταν λιμός και εξεγέρσεις των κατοίκων.

   Ωστόσο, οι ενέργειες τόσο του Κωνσταντίνου όσο και των διαδόχων του οδήγησαν το ρίσκο σε επιτυχία. Η νέα πρωτεύουσα δεν ακολούθησε το πρότυπο κάποιας ρωμαϊκής πόλης πάνω στην οποία χτίστηκε, αντίθετα ήταν ένα νέο, εξ ολοκλήρου τεχνητό κατασκεύασμα, όπως είναι για παράδειγμα στην εποχή μας η Washington ή η Άγκυρα. Παρόλ’ αυτά δεν είχε τίποτες να ζηλέψει από τις άλλες πρωτεύουσες της Τετραρχίας (το Σίρμιο, τη Νικομήδεια ή το Μιλάνο). Το σχέδιό της σεβάστηκε και βασίστηκε πάνω στο σχέδιο της ελληνορωμαϊκής πόλης όπως γινόταν σε όλες τις πρώιμες βυζαντινές πόλεις. Χτίστηκαν ισχυρά τείχη και άρχισε η εξέλιξη του τόπου σε σημαντικό αστικό κέντρο και η προσέλκυση όλο και περισσότερου πληθυσμού. Έχει υπολογιστεί ότι την εποχή του Ιουστινιανού η πόλη φιλοξενούσε περίπου μισό εκατομμύριο ψυχές. Το κέντρο της πόλης ανοικοδομήθηκε. Υλικά ήταν το ξύλο από τα δάση του Βελιγραδίου και το μάρμαρο από το κοντινό νησί της Προκοννήσου, ενώ εργάστηκαν εργάτες και τεχνίτες που ο Κωνσταντίνος έφερε από παντού. Σύγχρονη πηγή αφηγείται ότι η νέα πρωτεύουσα απέκτησε μεγάλες «αγορές, δύο θέατρα, πενήντα δύο στοές, σχολή, τέσσερα δικαστήρια, δεκατέσσερα παλάτια και 4388 επαύλεις» και κοσμήθηκε με εντυπωσιακά έργα τέχνης. Σ’ αυτά πρέπει να προσθέσουμε και την κατασκευή στην περιοχή μεγάλου αριθμού εκκλησιών, αλλά και μοναστηριών που μέχρι τα μέσα του 5ου αιώνα έφθασαν τον εντυπωσιακό αριθμό των 80! Η Κωνσταντινούπολη, από τον 4ο ως τον 7ο αιώνα, αποτελούνταν συνολικά όχι μόνο από την κυρίως πόλη, αλλά και τους οικισμούς του λόφου του Έβδομου και του Γαλατά, την ανεξάρτητη πόλη της Χαλκηδόνας και από διάφορα προάστια και εμπορεία του Βοσπόρου.

 

 

      Οι κάτοικοι.

   Όπως ωραία διατύπωσε ο βυζαντινολόγος Cyril Mango στο βιβλίο του «Βυζάντιο, η  αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης», «όλες οι αυτοκρατορίες πάντοτε κυβέρνησαν μια πληθώρα λαών και η βυζαντινή αυτοκρατορία δεν αποτέλεσε εξαίρεση». Τα έθνη που βρίσκονταν υπό την κυριαρχία της, αν και μεταξύ τους υπήρχε κοινή αποδοχή του κυρίαρχου ελληνόφωνου και χριστιανικού πολιτισμού της αυτοκρατορίας, είχαν την τάση να ακολουθούν διαφορετικούς δρόμους και να επιβεβαιώνουν την ιδιαιτερότητά τους μέσω των ξεχωριστών πολιτιστικών στοιχείων (κυρίως της γλώσσας) που μοιράζονταν. Ως παράδειγμα αναφέρουμε την Κωνσταντινούπολη, που την εποχή του Ιουστινιανού, όπως όλες οι μεγάλες πρωτεύουσες, παραδίδεται ως χωνευτήρι ετερόκλητων στοιχείων. Σύμφωνα με σύγχρονη πηγή, αντιπροσωπεύονταν σ’ αυτήν και οι εβδομήντα δύο γνωστές ανθρώπινες γλώσσες! Ξένοι (Γερμανοί και Ούννοι) και σκληροτράχηλοι βυζαντινοί υπήκοοι (Ίσαυροι, Ιλλυριοί και Θράκες) περιλαμβάνονταν στα στρατεύματα της πόλης. Μοναχοί Σύροι, Μεσοποτάμιοι και Αιγύπτιοι, που δε γνώριζαν λέξη ελληνικά, συνέρεαν στην πρωτεύουσα υπό την προστασία της αυτοκράτειρας Θεοδώρας. Οι πανταχού παρόντες Εβραίοι εργάζονταν ως τεχνίτες και έμποροι, ενώ πολλοί ήταν και οι Ιταλοί και Αφρικανοί, των οποίων η μητρική γλώσσα ήταν τα λατινικά (όπως και του ίδιου του Ιουστινιανού!). Ποικίλη ήταν την ίδια εποχή η δημογραφική σύνθεση και σε άλλες περιοχές του κράτους, αιώνες πριν την εποχή του Ιουστινιανού. Αναφέρουμε λίγα μόνο ενδεικτικά παραδείγματα: Ίβηρες, Λαζοί, Αβασγοί και Γότθοι κατοικούσαν στην περιοχή του Εύξεινου Πόντου, Κέλτες, Εβραίοι και περσικής καταγωγής έποικοι βρίσκονταν στα υψίπεδα της Μικράς Ασίας, Αρμένιοι στην Καππαδοκία, Εβραίοι, Σαμαρείτες και Άραβες στην Παλαιστίνη.

 

   Από τον Καίσαρα στο Θεό – Χριστιανισμός και Εκκλησία.

   Ενώ στην εποχή μας η θρησκεία υποβιβάζεται από τους περισσότερους σε μια δευτερεύουσα σφαίρα της κοινωνικής ζωής, στο πρώιμο Βυζάντιο συνέβαινε κάτι διαφορετικό. Η θρησκεία- παγανιστική και χριστιανική- όχι μόνο βρισκόταν στο προσκήνιο, αλλά η χριστιανική Εκκλησία συνεχώς καταλάμβανε ηγετικό ρόλο στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή. Τα θρησκευτικά ζητήματα προκαλούσαν πάθος στους συγχρόνους αντίστοιχο με τα πολιτικά και κοινωνικά. Στα ογδόντα περίπου χρόνια που μεσολάβησαν από το Διάταγμα του Μεδιολάνου (313) και την αντιπαγανιστική νομοθεσία του Θεοδοσίου Α΄(391-2), η χριστιανική Εκκλησία και οι επίσκοποί της είχαν κερδίσει μια ισχυρή θέση μέσα στο ύστερο ρωμαϊκό κράτος. Ο Χριστιανισμός είχε ως τότε γίνει ισχυρός παράγοντας στην κοινωνία, παρόλο που απείχε ακόμη πάρα πολύ από το να γίνει αντικείμενο οικουμενικού ασπασμού. Στη συνέχεια, ως τον 7ο αιώνα- αλλά και τους επόμενους- η πρώιμη βυζαντινή κοινωνία καθορίστηκε από τη διαδικασία προσδιορισμού του χαρακτήρα της χριστιανικής θρησκείας σε πολλές όψεις της: στο δόγμα, στη θρησκευτική πρακτική, στην κοινωνική οργάνωσή της, στην έκφρασή της μέσω μορφών τέχνης και αρχιτεκτονικής (με το χτίσιμο εκκλησιών και τη διακόσμησή τους), αλλά και με τα έργα τέχνης που είχαν κάποιο θρησκευτικό περιεχόμενο ή συμβολισμό. Μέσα από τη διαδικασία αυτή, η βυζαντινή κοινωνία απέκτησε και η ίδια μια φυσιογνωμία.

 

     Μοναχισμός.

   Ο μοναχισμός ήταν ένα κοινωνικό κίνημα που εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην Πρώιμη Βυζαντινή περίοδο. Όταν λέμε μοναχισμός εννοούμε την πεποίθηση πολλών ανθρώπων ότι, μόνον αν απομακρύνονταν απ’ το κοινωνικό περιβάλλον τους και ζούσαν πραγματικά μοναχικό βίο, θα ήταν δυνατό να πετύχουν την ψυχική τους ολοκλήρωση και σωτηρία. Ήταν διαμαρτυρία ενάντια στις ατέλειες της κοινωνίας, αλλά και ενάντια σε κάθε συμβιβασμό της συνείδησης και ακόμη ενάντια στην Εκκλησία που με βαρείς συμβιβασμούς και υποχωρήσεις πλήρωνε σε πολλές περιστάσεις την κρατική υποστήριξη που είχε επιζητήσει.

   Η παλιότερη μορφή του μοναχικού βίου ήταν ο αναχωρητισμός ή ασκητισμός. Οι αναχωρητές ή ασκητές έφευγαν μακριά από την κοινωνία, ζούσαν σε απομόνωση και προσπαθούσαν να επιτύχουν την ψυχική τους τελείωση μέσα από τη σωματική κακουχία και την προσευχή. Ο αναχωρητισμός εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις ερήμους της Θηβαίδας (στην Αίγυπτο). Εκεί οι ασκητές έμεναν αρχικά σε τέλεια απομόνωση, με τον καιρό όμως θεωρήθηκαν πρότυπα άσκησης και αγιότητας και άρχισαν να προσελκύουν πλήθος θαυμαστών και μιμητών που έμεναν γύρω από το αναχωρητήριό τους. Στο πρώτο τρίτο του 4ου αιώνα ο Παχώμιος, διάσημος ασκητής της Θηβαίδας, οργάνωσε τους ερημίτες που μόναζαν κοντά του, σε κοινοβιακή ζωή. Αυτό ήταν το πρώτο κοινόβιο μοναστήρι που ιδρύθηκε στις Ταβέννες, ένα νησάκι του Νείλου στην Άνω Αίγυπτο. Αποτελούνταν από πολλά χωριστά κτήρια που στο καθένα έμεναν 40 περίπου μοναχοί υπό τη διοίκηση ενός, οι οποίοι ακολουθούσαν κοινό καθημερινό πρόγραμμα προσευχής, λειτουργίας, λιτού φαγητού και χειρωνακτικής εργασίας. Γύρω στο 400, η «Κατ’ Αίγυπτον των μοναχών Ιστορία» αναφέρει τεράστιους αριθμούς μοναχών σ’ αυτή την περιοχή.

   Μια διαφορετική μορφή μοναχισμού, η λεγόμενη Λαύρα, αναπτύχθηκε στην Παλαιστίνη, όπου ερημίτες ζούσαν σε χωριστά κελιά και μαζεύονταν μόνο κάθε Σάββατο και Κυριακή. Από την Παλαιστίνη, ο μοναχικός βίος διαδόθηκε στη Συρία και αργότερα στη Μικρά Ασία, την Καππαδοκία, τον Πόντο, ακόμη και στην ίδια την Κωνσταντινούπολη ως το τέλος του 4ου αιώνα. Ο μοναχισμός εξαπλωνόταν ραγδαία: ως τα μέσα του 6ου αιώνα, μόνο στην Πόλη και τη Χαλκηδόνα υπήρχαν 110 περίπου μοναστήρια. Πολλές φορές μάλιστα η κοσμική εξουσία επιδίωκε να αποθαρρύνει από τη μοναχική ζωή όλους εκείνους που κατέφευγαν σ’ αυτόν για να αποφύγουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους προς το κράτος.

 

   Ο ρόλος των επισκόπων και οι θρησκευτικές διαμάχες.

   Οι χριστιανικές εκκλησίες που χτίζονταν κατά την Πρώιμη Βυζαντινή περίοδο δεν ήταν απλά διακοσμητικά ή λατρευτικά κτήρια όπως ίσως οι παγανιστικοί ναοί. Αντίθετα, πολλές προστατεύονταν από τους τοπικούς επισκόπους και αποτελούσαν το πλαίσιο της ηθικής, κοινωνικής και θρησκευτικής διδασκαλίας που ήταν ένα βασικό τμήμα του επισκοπικού ρόλου. Αυτός εκτεινόταν όπως είναι φανερό πέρα από αυτά που θα θεωρούνταν, με τα σύγχρονα μέτρα, εκκλησιαστικές υποθέσεις. Ο Μέγας Κωνσταντίνος τους είχε από παλιά παράσχει και κοσμικές δικαιοδοσίες. Στη συνέχεια και οι ίδιοι ανέλαβαν σε πολλές διαφορετικές περιπτώσεις στην κοινωνική ζωή έναν ηγετικό ρόλο που αυξανόταν ανάλογα με τις δυσκολίες που αναφαίνονταν κατά τη διαχείριση των αστικών υποθέσεων. Με την πάροδο του χρόνου, ο ρόλος τους γινόταν ολοένα σημαντικότερος. Συνήθως προέρχονταν από τις μορφωμένες ανώτερες τάξεις και πολλές φορές θεωρούνταν οι υποστηρικτές των αξιών του πολιτισμού.

   Ο ρόλος των επισκόπων τους έφερνε αντιμέτωπους με πολλά δογματικά ζητήματα που προέκυπταν στην Πρώιμη Βυζαντινή περίοδο. Έπρεπε να βρουν λύσεις και να αποφασίσουν για το περιεχόμενο της χριστιανικής διδασκαλίας των πιστών. Η θρησκεία- παγανιστική και χριστιανική- όχι μόνο βρισκόταν στο προσκήνιο, αλλά η χριστιανική Εκκλησία συνεχώς καταλάμβανε ηγετικό ρόλο στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή. Το περιεχόμενο των χριστιανικών  δογμάτων, λοιπόν, και οι αντιπαραθέσεις και διχασμοί των χριστιανών περί αυτών, σε πολλές περιπτώσεις, προκαλούσαν την εμπαθή συμμετοχή των σύγχρονων με τον ίδιο τρόπο που το κάνουν σήμερα τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Οι επίσκοποι των πόλεων καλούνταν σ’ αυτή την πρώιμη φάση του Χριστιανισμού να αποφασίσουν για τα θέματα αυτά σε μια σειρά οικουμενικών συνόδων που λάμβαναν χώρα στις πόλεις της αυτοκρατορίας.

 

 

Αποκρυστάλλωση και Επικράτηση του Ορθοδόξου Δόγματος. -Η Σύνοδος της Νικαίας (325μ.Χ.): Α΄ Οικουμενική Σύνοδος και η καταδίκη της διδασκαλίας του Αρείου.

 

  Η Σύνοδος της Νικαίας(325μ.Χ.) ανακήρυξε και ομολόγησε τον Ιησού Χριστό ομοούσιο και ισότιμο με τον πατέρα. Η Σύνοδος αυτή έγινε όταν ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Μέγας(306-337μ.Χ.) ήταν στο εικοστό έτος της βασιλείας του. Όταν σταμάτησαν οι διωγμοί, ο Κωνσταντίνος έγινε στην αρχή κυρίαρχος βασιλιάς στη Ρώμη. Έπειτα έχτισε την τρισευτυχισμένη πόλη που φέρει το όνομά του, την Κωνσταντινούπολη, το έτος 5858 από κτίσεως κόσμου. Τότε δημιουργήθηκε και το πρόβλημα με τον Άρειο και την αίρεσή του.

 Ο Άρειος καταγόταν απ’ τη Λιβύη. Πήγε στην Αλεξάνδρεια  και χειροτονήθηκε διάκονος απ’ τον άγιο ιερομάρτυρα Πέτρο Αλεξανδρείας(300-311μ.Χ.). Αργότερα άρχισε να διδάσκει πράγματα, που, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας, θεωρήθηκαν βλάσφημα και αιρετικά: διακήρυττε ότι ο υιός του Θεού, ο Χριστός, δεν είναι κι αυτός Θεός όπως ο Πατέρας  αλλά ένα κτίσμα του Θεού, ότι έγινε απ’ το μηδέν όπως όλα τα κτίσματα κι ότι καταχρηστικά κι όχι πραγματικά ονομάζεται Σοφία και Λόγος του Θεού. Κι αυτά τα υποστήριζε για να αντικρούσει το «δυσσεβή» Σαββέλιο, ο οποίος υποστήριζε ότι ο Θεός είναι ένα πρόσωπο και μία υπόσταση κι ότι άλλοτε παρουσιάζεται ως Πατήρ, άλλοτε γίνεται Υιός  και άλλοτε Άγιο Πνεύμα. Ο  Πέτρος  Αλεξανδρείας βλέποντας ότι ο Άρειος δε δεχόταν να απορρίψει τις αιρετικές του διδασκαλίες τον καθήρεσε. Μάλιστα, όπως παραδίδει ο βιογράφος του, είδε και σχετική οπτασία: είδε το Χριστό σα βρέφος στο άγιο Θυσιαστήριο με σχισμένο το Χιτώνα Του και Τον ρώτησε: «Κύριε, ποιος Σου έσχισε το χιτώνα;» κι ο Κύριος του απάντησε: «ο Άρειος».

   Όταν, μετά τον Πέτρο, έγινε αρχιερεύς Αλεξανδρείας ο Αχιλλάς (311-312μ.Χ.), ο Άρειος υποσχέθηκε να απορρίψει τις απόψεις του. Ο Αχιλλάς πείσθηκε, τον επανέφερε στην τάξη των κληρικών κι από διάκονο τον έκανε πρεσβύτερο. Του ανέθεσε μάλιστα και τη διεύθυνση του διδασκαλείου της Αλεξάνδρειας. Όσο ζούσε ο Αχιλλάς ο Άρειος δεν εκδήλωνε τα αιρετικά του φρονήματα. Όταν όμως αυτός πέθανε, έγινε επίσκοπος της πόλεως των Αλεξανδρέων ο Αλέξανδρος(313-328μ.Χ.). Αυτός διαπίστωσε ότι ο Άρειος δεν είχε απαρνηθεί κατά βάθος τις απόψεις του. Συγκάλεσε, λοιπόν, τοπική Σύνοδο με εκατό επισκόπους απ’ την Αίγυπτο και τη Λιβύη και τον απέκοψε τελείως απ’ την Εκκλησία.

  Όπως μας διασώζει ο Θεοδώρητος, ο Άρειος πίστευε και ότι ο Χριστός είχε φύση τρεπτή, η οποία μπορούσε να μεταβληθεί προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο! Κι ακόμη μας αναφέρει ότι πρώτος ο Άρειος δίδαξε την άποψη πως ο Κύριος πήρε σάρκα χωρίς ψυχή και χωρίς νου!

   Ως πρεσβύτερος σε μια τόσο μεγάλη πόλη, ο Άρειος παρέσυρε πολλούς στην διδασκαλία του. Επαναστάτησε κατά του επισκόπου του Αλεξάνδρου. Έγραψε και παρέσυρε στην αίρεσή του τον Ευσέβιο επίσκοπο Νικομηδείας, τον Παυλίνο επίσκοπο Τύρου, τον Ευσέβιο επίσκοπο Καισαρείας και άλλους. Ο Αλέξανδρος, ο Πατριάρχης της Αλεξάνδρειας έγραψε γράμματα παντού. Ανακοίνωσε την καθαίρεση και τον αφορισμό του Αρείου κι εφιστούσε την προσοχή των επισκόπων κι όλων των Χριστιανών στις διδασκαλίες του. Τα γράμματά του είχαν σαν αποτέλεσμα πολλοί να ξεσηκωθούν εναντίον της αιρέσεως αυτής.

  Όμως η Εκκλησία ταρασσόταν ακόμα απ’ την αίρεση  κι απ’ τη φιλονεικία για το δογματικό αυτό ζήτημα, και «θεραπεία» δε φαινόταν στον ορίζοντα. Τότε ο αυτοκράτορας Μέγας Κωνσταντίνος συγκέντρωσε τους εκπροσώπους των κατά τόπους Εκκλησιών. Έστειλε για το λόγο αυτό στα πέρατα της «Οικουμένης» δημόσια οχήματα και τους μετέφεραν στη Νίκαια της Βιθυνίας. Την ορισμένη ημέρα ήλθε κι ο ίδιος όταν συγκεντρώθηκαν οι εκπρόσωποι. Είναι μάλιστα αξιοπρόσεκτη η στάση του:  Εκάθησαν όλοι οι κληρικοί στις θέσεις τους κι αυτός έμεινε όρθιος. Κάθησε μόνο όταν του το «επέτρεψαν» οι εκπρόσωποι των Εκκλησιών. Και μάλιστα δεν κάθησε σε θρόνο βασιλικό, αλλά σε κάθισμα ταπεινό. Άρχισε τότε η Σύνοδος και παρουσιάσθηκαν οι διδασκαλίες του Αρείου. Μετά από πολλή εξέταση όμως, κατακρίθηκαν και αναθεματίστηκε όχι μόνον ο Άρειος, αλλά και όσοι πίστευαν τα ίδια μ’ αυτόν.

   Η Σύνοδος διεκήρυξε ότι ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού, είναι ομοούσιος, ομότιμος και συνάναρχος με τον Πατέρα. Συνέταξαν μάλιστα και το Σύμβολο της Πίστεως μέχρι τη φράση: «Και εις το Πνεύμα το Άγιον». Τα επόμενα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως τα συνέταξε η δεύτερη Σύνοδος. Επιπλέον αυτή η πρώτη Σύνοδος όρισε με κανόνα της τα σχετικά με την εορτή του Πάσχα, δηλαδή πότε και πως θα εορτάζεται το Πάσχα. Αποφάσισαν, λοιπόν, να εορτάζεται χωριστά από τους Ιουδαίους κι όχι μαζί τους, όπως όριζε κάποιο έθιμο προηγουμένως. Ακόμη αυτή η πρώτη Σύνοδος συνέταξε και είκοσι οκτώ Κανόνες που αφορούν την εκκλησιαστική τάξη. Το Σύμβολο της Πίστεως με τις υπογραφές των παρισταμένων Πατέρων το υπέγραψε και το επικύρωσε στο τέλος με κόκκινη γραφή ο Μέγας Βασιλεύς και ισαπόστολος Κωνσταντίνος.

  Όλοι οι παρευρισκόμενοι Πατέρες που συμμετείχαν στη Σύνοδο ήταν τριακόσιοι δέκα οχτώ. Απ’ αυτούς διακόσιοι τριάντα δύο ήταν επίσκοποι, ενώ οι υπόλοιποι ογδόντα έξη ήταν ιερείς, διάκονοι και μοναχοί. Οι επισημότεροι μεταξύ αυτών ήταν ο Σίλβεστρος Ρώμης και ο Μητροφάνης Κωνσταντινουπόλεως, οι οποίοι συμμετείχαν με τοποτηρητές αντιπροσώπους. Ο Μητροφάνης Κωνσταντινουπόλεως μάλιστα ήταν ασθενής και «εκοιμήθη» μετά το τέλος της Συνόδου σε ηλικία 117 ετών. Συμμετείχαν ακόμη ο Αλέξανδρος, αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, μαζί με το Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος ήταν τότε αρχιδιάκονος, ο Ευστάθιος Αντιοχείας και ο Μακάριος Ιεροσολύμων. Κι ακόμη παρίσταντο ο  Όσιος επίσκοπος Κορδούβης, ο Παφνούτιος ο ομολογητής, ο μυροβλύτης Νικόλαος κι ο Σπυρίδων επίσκοπος Τριμυθούντος.

   Κατά τη διάρκεια των εργασιών της Συνόδου «εκοιμήθησαν» δύο απ’ τους αρχιερείς που συμμετείχαν σ’ αυτήν. Ο Μέγας Κωνσταντίνος, όταν υπογράφτηκε απ’ όλους το κείμενο των αποφάσεων της Συνόδου, έδωσε εντολή και το έβαλαν στους τάφους των αποθανόντων, τους οποίους σφράγισαν με κάθε επιμέλεια. Και, - ώ του θαύματος! – το κείμενο βρέθηκε επικυρωμένο και από τους κοιμηθέντες!

   Συμπτωματικά, μόλις τελείωσε η Σύνοδος, είχε ολοκληρωθεί κι η ανοικοδόμηση της νέας πόλεως του Κωνσταντίνου, της Κωνσταντινουπόλεως. Ο αυτοκράτορας, λοιπόν, κάλεσε όλους εκείνους τους αγίους Πατέρες να ευλογήσουν τη νέα πόλη. Πήγαν όλοι, ευχήθηκαν και προσευχήθηκαν γι’ αυτήν να είναι βασίλισσα όλων των άλλων πόλεων. Κατ’ εντολήν μάλιστα του βασιλέως, την αφιέρωσαν στη Μητέρα του Λόγου του Θεού, τη Θεοτόκο. Ύστερα πλέον ανεχώρησε ο καθένας για την πατρίδα του.

   Πριν ακόμα πεθάνει ο μέγας Κωνσταντίνος, κι ενώ ήταν ακόμη εν ζωή με συμβασιλέα τον υιό του Κωνστάντιο, ο Άρειος παρουσιάζεται στον αυτοκράτορα και του λέει ότι εγκαταλείπει όλες τις διδασκαλίες του γιατί θέλει να ενωθεί με την Εκκλησία του Θεού. Είχε γράψει, σύμφωνα με την παράδοση, τις αιρετικές διδασκαλίες του και τις είχε κρεμάσει στο λαιμό του μέσα απ’ τα ενδύματά του. Έχοντας, λοιπόν, το χέρι του ακουμπισμένο πάνω στα κείμενα που έκρυβε, και προσποιούμενος ότι πείθεται σε όσα όρισε η Σύνοδος, είπε: «Ναι, βασιλεύ, σ’ αυτά πείθομαι κι αυτά πιστεύω». Κι εννοούσε, βέβαια, αυτά που είχε κρυμμένα! Ο Βασιλιάς δεν υποψιάστηκε την απάτη κι έδωσε εντολή στον Πατριάρχη να δεχθεί σε εκκλησιαστική κοινωνία τον Άρειο. Πατριάρχης τότε μετά το θάνατο του Μητροφάνη ήταν ο Αλέξανδρος. Αυτός γνώριζε ότι ο Άρειος ήταν δύστροπος. Αμφέβαλλε, λοιπόν, για τις προθέσεις του Αρείου και προσευχόταν στο Θεό να του δείξει με κάποιο τρόπο αν θα πρέπει να τον δεχθεί σε εκκλησιαστική κοινωνία. Πλησίαζε εν τω μεταξύ ο καιρός που έπρεπε να συλλειτουργήσει μαζί του, κι η προσευχή του ευλαβούς Πατριάρχου γινόταν με περισσότερη θέρμη προς το Θεό.

  Τη συγκεκριμένη μέρα της συλλειτουργίας ο Άρειος ερχόμενος προς την εκκλησία, όταν έφθασε στην τοποθεσία που λεγόταν Κίονας του Φόρου, αισθάνθηκε κάποιες ενοχλήσεις στην κοιλιά του. Μπήκε, λοιπόν, για τη σωματική του ανάγκη σε ένα δημόσιο αποχωρητήριο. Μπήκε, αλλά δε βγήκε! Ή μάλλον, τον έβγαλαν... εκεί τον έφθασε η «θεία Δίκη». Εκεί έσκασε, χύθηκαν από ακατάσχετη αιμορραγία τα έντερά του κι όλα του τα εντόσθια! Πέθανε σαν τον Ιούδα που πρόδωσε το Χριστό! Γιατί κι ο Άρειος με παρόμοιο τρόπο πρόδωσε το Χριστό: Χώρισε τον Υιό και Λόγο του Θεού απ’ την ουσία του Πατέρα σύμφωνα με τις επίσημες απόψεις της Ορθοδοξίας. Έτσι χωρίστηκε κι αυτός απ’ τους ζωντανούς με «ατιμωτικό» θάνατο. «Βρέθηκε» νεκρός κι απαλλάχθηκε η Εκκλησία του Θεού απ’ την πνευματική φθορά που προξενούσε η παρουσία του.

 

 

Κοινωνική διαστρωμάτωση.

   Ο καθορισμός της χρονολογίας 324 ως ορόσημο για τη γένεση του νέου χριστιανικού Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους δε σημαίνει ότι η βυζαντινή κοινωνία μετά το χρόνο αυτό είναι κάτι εξ’ ορισμού διαφορετικό από τη μέχρι τότε ρωμαική κοινωνία. Αντίθετα, όλα τα βασικά γνωρίσματα  της κοινωνίας των χρόνων του Διοκλητιανού ξαναβρίσκονται αυτούσια στην κοινωνία των πρώιμων βυζαντινών χρόνων. Η βασική διαίρεση του πληθυσμού γίνεται σε δύο γενικές κατηγορίες: τους honestiores (εντιμότατους) που κατείχαν την ανώτατη θέση στην κοινωνική ιεραρχία και τους humiliores που ακολουθούσαν. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονταν τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα των συγκλητικών και των βουλευτών, ενώ στη δεύτερη τα υπόλοιπα μέσα και κατώτερα στρώματα του αστικού και αγροτικού πληθυσμού. Τελευταίοι στην ιεραρχία έρχονταν οι δούλοι που ακόμη αποτελούσαν σημαντική μερίδα του βυζαντινού πληθυσμού, παρά την επικράτηση της χριστιανικής θρησκείας. Χαρακτηριστικό της περιόδου είναι ότι, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στο ρωμαϊκό κράτος, την «ελεύθερη δράση» αντικατέστησε ο κρατικός καταναγκασμός ως προς τη διαστρωμάτωση της κοινωνίας. Το κράτος καθόριζε την κληρονομικότητα των επαγγελμάτων και εξανάγκαζε τους γιους να ακολουθούν το επάγγελμα του πατέρα τους. Η κοινωνία αποκτούσε έτσι μια διάρθρωση αυστηρά ιεραρχημένη, παρόλο που τα εξαιρετικά καταναγκαστικά αυτά μέτρα καμιά φορά κατέληγαν στην πράξη ανεφάρμοστα.

 

 

 

 

Κοινωνική κινητικότητα.

  Η νομοθεσία της Πρώιμης Βυζαντινής περιόδου επέβαλλε μια κλειστή κοινωνία με περισσότερο ή λιγότερο στεγανές κοινωνικές ομάδες, ακόμη και μέσα στα όρια των ευρύτερων κοινωνικών κατηγοριών (honestiores-humiliores). Αυτό σήμαινε περιορισμό της κοινωνικής κινητικότητας χωρίς όμως αυτή να εξαλείφεται. Η κοινωνική άνοδος πραγματοποιούνταν συνήθως με την είσοδο στην κρατική υπαλληλία, στο στρατό και στον κλήρο. Υπήρχε ένα πλήθος νόμων που απαγόρευε τις μετακινήσεις τέτοιου είδους, προφανώς όμως η εφαρμογή τους ήταν σχετική και η πραγματικότητα διαφορετική. Κι αυτό γιατί έχουμε παραδείγματα ευκατάστατων ελεύθερων επαγγελματιών (εμπόρων, αργυροπρατών-τραπεζιτών, πλοιοκτητών, εφοπλιστών, αλιέων πορφύρας κ.ά.) που προσπάθησαν, συχνά πετυχαίνοντάς το, να μπουν στις βουλές της πόλης τους ή στην κατώτερη επαρχιακή υπαλληλία, ή βουλευτών που κατάφεραν να μπουν στη συγκλητική τάξη. Συνεπώς, οι περιπτώσεις αυτές δείχνουν ότι η κοινωνική κινητικότητα ήταν δυνατή- αλλά μόνο στα σχετικά ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Στα κατώτερα στρώματα, αστικά και αγροτικά, η δυνατότητα να ανέλθουν ξεφεύγοντας από τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που τους είχαν επιβληθεί ήταν ελάχιστη αν όχι ανύπαρκτη. Αυτό οδήγησε συχνά στην πιο άμεση και δυνατή αντίδραση των κατώτερων αυτών λαϊκών στρωμάτων εναντίον των οικονομικών και κοινωνικών πιέσεων της καθεστηκυίας τάξης. Δηλαδή στη συμμετοχή (συνήθως ως οπαδοί κάποιου οργανωμένου δήμου) σε εσωτερικές ταραχές και εξεγέρσεις, στις οποίες βέβαια συνεργούσαν ποικίλοι παράγοντες.

 

    Humiliores

   Δίπλα στο προνομιούχο κοινωνικό στρώμα των honestiores (που αποτελούνταν από τους συγκλητικούς και τους βουλευτές ή curiales), κατά την Πρώιμη Βυζαντινή περίοδο διακρίνεται το πλήθος των αγροτών και του αστικού πληθυσμού, που συνθέτει τη γενική κατηγορία των humiliores. Με νομοθετήματα το κράτος επιδίωκε να δημιουργήσει και μέσα σ’ αυτή την κατηγορία υπηκόων κλειστές και παγιωμένες κληρονομικές ομάδες. Οι ομάδες που συνέθεταν την κατηγορία των humiliores (αγρότες και αστοί), παρά την εσωτερική τους οικονομική διαστρωμάτωση, έπρεπε να αποτελούν μια ενιαία κοινωνική τάξη που καταρχήν θα αναπαραγόταν κληρονομικά.

   Οι ομάδες των κατοίκων της υπαίθρου που ανήκαν στους humiliores ήταν οι μικροϊδιοκτήτες αγρότες, οι ακτήμονες χωρικοί, οι μισθωτοί (ελεύθεροι) εργάτες γης και οι εξαρτημένοι γεωργοί. Οι ομάδες των humiliores των πόλεων παρουσίαζαν μεγαλύτερη ακόμη ποικιλία. Τις αποτελούσαν τα διάφορα λαϊκά στρώματα: μικροεπαγγελματίες τεχνίτες και έμποροι, κατώτεροι κρατικοί υπάλληλοι, ναύκληροι, αργυροπράτες (αργυραμοιβοί, είδος μικροτραπεζιτών), ιδιοκτήτες εργαστηρίων παντός είδους και, τέλος, η κατώτερη αστική ομάδα των εργατών του μεροκάματου και των ατόμων με τις ακαθόριστες και ευκαιριακές ασχολίες για τους οποίους λίγα γνωρίζουμε. Όλες αυτές οι αστικές επαγγελματικές ομάδες ήταν αυστηρά οργανωμένες σε συντεχνίες (σωματεία ή συστήματα) που πολλές φορές είχαν οικονομικά προνόμια ή παρουσιάζονταν ως ομάδες πίεσης που η κεντρική εξουσία αναγκαζόταν να υπολογίζει.

    

     Δούλοι

   Οι δούλοι βρίσκονταν στην τελευταία βαθμίδα της νομικά καθορισμένης κοινωνικής ιεραρχίας του πρώιμου βυζαντινού κράτους. Ο αριθμός τους βέβαια μειωνόταν προοδευτικά όσο υιοθετούνταν άλλοι τρόποι εκμετάλλευσης της γης (ελεύθερη ή εξαρτημένη εργατική δύναμη). Αυτό συνέβαινε για λόγους οικονομικούς, διότι η εργασία των δούλων ήταν κατώτερης ποιότητας και επομένως όχι αποδοτική, ενώ συγχρόνως η συντήρησή τους πολύ δαπανηρή σε σχέση με το αποδιδόμενο έργο. Έτσι, οι δούλοι χρησιμοποιούνταν κυρίως ως εργάτες σε κρατικά και ιδιωτικά εργαστήρια και ως διαχειριστές των κτημάτων ή των καταστημάτων και επιχειρήσεων των κυρίων τους. Η κοινωνική θέση τους είχε βελτιωθεί σε σύγκριση με το παλιό ρωμαϊκό καθεστώς των δούλων, τόσο λόγω της χριστιανικής ιδεολογίας όσο και της ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας. Εξακολουθούσαν βεβαίως να είναι στερημένοι από κάθε ελευθερία και θεωρούνταν περιουσιακά στοιχεία του κυρίου τους που μπορούσαν να πουληθούν, και για τα οποία ο κύριός τους φορολογούνταν. Οι δούλοι μπορούσαν να διαθέτουν, με την άδεια του κυρίου τους, μια μικρή περιουσία που λεγόταν χρημάτιον ή  peculium, και ο νόμος τους αναγνώριζε κάποια νομική υπόσταση και την εγκυρότητα ορισμένων δικαιοπραξιών. Επίσης προστατεύονταν περισσότερο από την απόλυτη εξουσία των αφεντών τους, εφόσον τους επιτρεπόταν να ζητούν την προστασία του επάρχου της πόλεως έναντι του κυρίου τους, ενώ είχαν επίσης εκκλησιαστικό άσυλο. Σημαντικό είναι επίσης το γεγονός ότι πλέον ευνοούνταν η απελευθέρωση δούλων.

 

     Βουλευτές.

  Η οργάνωση και διοίκηση της βυζαντινής πόλης αποτελούν εξέλιξη εκείνων της ρωμαϊκής, η οποία με τη σειρά της είχε βασιστεί στις αρχές της ελληνιστικής πόλης.

  Η ευθύνη για την εξασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας μιας πρώιμης βυζαντινής πόλης ανήκε στο βουλευτήριο, που αποτελούνταν από τους βουλευτές ή  curiales. Αυτοί ανήκαν συνήθως στην τάξη των ιππέων (ordo equester) και διορίζονταν ή εκλέγονταν με βάση ένα τιμοκρατικό σύστημα. Το σώμα αυτό των βουλευτών μετατράπηκε, από το τέλος του4ου αιώνα, σε μια κλειστή κληρονομική κοινωνική ομάδα. Ανήκαν σ’ αυτήν υποχρεωτικά όσοι πληρούσαν τις τρεις προϋποθέσεις που έθεσε ο Μέγας Κωνσταντίνος το 317: την καταγωγή (origo), τη μόνιμη διαμονή (incolatus) και την ανάλογη έγγεια περιουσία (condicio possidendi). Δημιουργήθηκε έτσι μια δεύτερη κοινωνική τάξη μετά τους συγκλητικούς, ένα είδος επαρχιακής αριστοκρατίας μεγάλων, μεσαίων και – σπανιότερα, σε μικρές πόλεις – μικρών γαιοκτημόνων, οι ανώτατες βαθμίδες της οποίας συγχωνεύτηκαν με τις κατώτερες βαθμίδες των συγκλητικών της επαρχίας.

   Οι βουλευτές είχαν καθήκοντα και λειτουργίες αστικής φύσεως, όπως η φροντίδα για τον επισιτισμό της πόλης, η συντήρηση των τειχών, του υδραγωγείου, η θέρμανση και η λειτουργία των λουτρών, ο φωτισμός και η νυκτοφυλακή της πόλης, η διοργάνωση αγώνων, εορτών και παιγνίων, η εκλογή και η φροντίδα  για τη μισθοδοσία γιατρών και καθηγητών κ.ά. Ο αριθμός τους δεν ήταν αυστηρά καθορισμένος αλλά εξαρτώνταν από την οικονομική ακμή της πόλης: για παράδειγμα, ο Λιβάνιος αναφέρει ότι η Αντιόχεια στην εποχή του είχε 60 βουλευτές, παλιότερα όμως 600 κι ακόμη παλιότερα 1.200. Ισότιμοι κοινωνικά με τους βουλευτές ήταν και όσοι νόμιμα απαλλάσσονταν από τις βουλευτικές υποχρεώσεις, δηλαδή επίσκοποι, ρήτορες, γιατροί και άλλοι που ήταν επιφορτισμένοι με άλλα λειτουργήματα (π.χ. οι navicularioi, που ήταν υπεύθυνοι για τη μεταφορά σταριού).

 

     Μικροαστοί.

   Τα λαϊκά αστικά στρώματα αποτελούνταν από μικροεπαγγελματίες (τεχνίτες και εμπόρους) και κατώτατους υπαλλήλους. Οι πιο ευκατάστατοι απ’ αυτούς αποτελούσαν το κυρίως μικροαστικό στρώμα, ενώ οι υπόλοιποι ήταν μεροκαματιάρης «όχλος». Δεν είχαν δικαίωμα συμμετοχής στην πολιτική ζωή- το πολύ πολύ να  τους καλούσαν να συγκεντρωθούν στον ιππόδρομο ή το θέατρο για να επικροτήσουν με επευφημίες τις αποφάσεις των αρχόντων. Οι επευφημίες αυτές ονομάζονταν δημοτικαί διατυπώσεις και ήταν βέβαια απλό διακοσμητικό στοιχείο της πολιτικής ζωής, εκτός κι αν ο λαός, ιδίως σε δύσκολες στιγμές, εκμεταλλευόταν τη συγκυρία και προχωρούσε σε αποδοκιμασίες, ταραχές ή και εξεγέρσεις, όπως συνέβη σε διάφορες περιπτώσεις στο Πρώιμο Βυζαντινό κράτος.

   Κατά τα άλλα, ο λαός χρησιμοποιούνταν στις χειρωνακτικές λειτουργίες, που ονομάζονταν munera sordida. Ήταν δηλαδή υποχρεωμένος να προσφέρει εργασία, εκ περιτροπής ή όποτε του το ζητούσαν, για τη συντήρηση των δημόσιων έργων της πόλης που χρηματοδοτούσαν οι βουλευτές. Συμμετείχαν δηλαδή στην επισκευή των δρόμων και των υδραγωγείων, το σβήσιμο των πυρκαγιών, τη νυχτοφυλακή, τον καθαρισμό της πόλης, την επισκευή των τειχών, τη λειτουργία του ταχυδρομείου και, αν υπήρχε ανάγκη, την άμυνα της πόλης. Μ’ αυτό τον τρόπο εξασφαλιζόταν μια στοιχειώδης κοινωνική κινητικότητα στις πόλεις της Πρώιμης Βυζαντινής περιόδου, αλλά και κάποια εναλλαγή των κοινωνικών τους στελεχών.

 

   Κοινωνικές ανισότητες, κοινωνικός αποκλεισμός και κοινωνικές ταραχές.

   Το νομικά καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης είναι φανερό ότι στα κατώτερα οικονομικά στρώματα του πληθυσμού ήταν αδύνατο να ξεπεραστεί. Η κοινωνική κινητικότητα στις κατώτερες τάξεις ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη. Για το μεγάλο πλήθος των φτωχών αστών, αγροτών και δούλων, η δυνατότητα να ξεφύγουν από τις συνθήκες που τους επιβάλλονταν ήταν ελάχιστη, αν όχι ανύπαρκτη, αποκλείοντάς τους έτσι τόσο από μια διέξοδο αναζήτησης ανόδου και ευμάρειας, όσο και από τη συμμετοχή στην καθεστηκυία τάξη και τη δυνατότητα μεταβολής της κοινωνικής δομής.

   Δημιουργούνταν έτσι κοινωνικές ομάδες που υπέφεραν από τις ανισότητες της κοινωνικής κατανομής χωρίς να μπορούν να μεταβάλουν τη θέση τους. Περιοριζόμαστε εδώ στις πιο προφανείς κοινωνικές ανισότητες που είχαν να κάνουν με την οικονομική κατάσταση των Βυζαντινών, χωρίς να επεκταθούμε σε άλλες που είχαν να κάνουν με τη θρησκεία, την «εθνικότητα» ή το φύλο. Κι αυτό γιατί, παρόλο που κανείς διαβάζοντας τις πηγές μπορεί εύκολα να υποθέσει ότι παγανιστές, Εβραίοι, μοναχοί, ερημίτες και γυναίκες ήταν στο στόχαστρο του κοινωνικού αποκλεισμού, ο τρόπος που γινόταν καθώς και τα όριά του είναι δύσκολο να προσδιοριστούν ακριβώς.

   Αυτό που είναι σίγουρο, ωστόσο, είναι ότι η αντίδραση των ομάδων που υφίσταντο τις οικονομικές και κοινωνικές πιέσεις της καθεστηκυίας τάξης εξαντλείτο με τη συμμετοχή τους στις όχι σπάνιες εσωτερικές ταραχές και εξεγέρσεις. Σ’ αυτές συνεργούσαν ποικίλοι παράγοντες, εθνικές, πολιτικές ή θρησκευτικές αντιθέσεις, των οποίων το ειδικό βάρος είναι δύσκολο να μετρηθεί μα ακρίβεια και να διαχωριστεί από τα οικονομικά ή κοινωνικά κίνητρα. Οι περιπτώσεις λαϊκών ταραχών ή εξεγέρσεων στα διάφορα κέντρα της αυτοκρατορίας στην Πρώιμη Βυζαντινή περίοδο υπερβαίνουν τις ενενήντα. Οι περισσότερες, αν όχι όλες, είχαν αυτό το σύνθετο χαρακτήρα. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά κάποιες, όπως ήταν οι ταραχές στην Καισάρεια γύρω στο 370-3, στην Αντιόχεια το 387 ή οι διάφορες εξεγέρσεις και στάσεις όπου πρωτοστατούσαν οι δήμοι των ιπποδρόμων των διαφόρων πόλεων με πιο γνωστό παράδειγμα τη Στάση του Νίκα.

 

    Κοινωνική πρόνοια

   Όπως υποδεικνύουν τα δεδομένα που έχουμε, η κοινωνική πρόνοια στο πρώιμο Βυζάντιο ήταν, σε σχέση με τον προηγούμενο ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, πιο εκτεταμένη, αλλά και διαφορετική ως προς την έννοια και την οργάνωση. Γινόταν όχι μόνο ιδιωτικά αλλά και σε οργανωμένα ιδρύματα και περιλάμβανε την έννοια της φιλανθρωπίας όχι μόνο προς ισότιμους συμπολίτες που βρίσκονταν σε ανάγκη, αλλά επίσης προς τις κατώτερες , μη προνομιούχες κοινωνικές ομάδες, ανεξαρτήτως φύλου, φυλής ή «εθνικότητας», αφού όλοι οι άνθρωποι θεωρούνταν «αδελφοί». Η αρχή αυτής της φιλοσοφίας βρίσκεται όχι μόνο στη χριστιανική διδασκαλία, αλλά και στη φιλανθρωπική και ανθρωπιστική δράση των ανθρώπων της Εκκλησίας των πρώτων χριστιανικών αιώνων.

 Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ο Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως όχι μόνο μοίρασε όλη την προσωπική του περιουσία στους φτωχούς της Αντιόχειας, αλλά και κήρυσσε παντού το ενδιαφέρον για τους «αδελφούς φτωχούς» με αποτέλεσμα μια σχετική εξισορρόπηση στην κοινωνική θέση φτωχών, δούλων και άλλων μη προνομιούχων πολιτών, που του απέδωσε το γνωστό χαρακτηρισμό, από το μελετητή  J.B. Bury, του «σχεδόν  σοσιαλιστή»!

  Την Εκκλησία ακολουθούσε στη φιλανθρωπική της δράση και το Κράτος. Όλοι σχεδόν οι αυτοκράτορες και οι αυτοκράτειρες της Πρώιμης Βυζαντινής Περιόδου έλαβαν μέτρα-προσωπικά και νομοθετικά-και, σε συνεργασία με πλούσιους πολίτες-ευεργέτες, έφτιαξαν συγκεκριμένη υλική υποδομή για την εφαρμογή ενός προγράμματος ευρείας κοινωνικής πρόνοιας. Η υποδομή αυτή περιλάμβανε ένα φάσμα φιλανθρωπικών ιδρυμάτων εκ των οποίων αρκετά μας είναι σήμερα γνωστά από τις πηγές. Νοσοκομεία είχαν ιδρυθεί στην Καισάρεια, στην Κωνσταντινούπολη, στην Ιερουσαλήμ, την Έδεσσα της Συρίας, την Άμιδα και αλλού. Ξενώνες(άσυλα) υπήρχαν στην Έφεσο, στη Σκυθόπολη, την Ιεριχώ, την Ιερουσαλήμ, την Κωνσταντινούπολη, όπως επίσης και Γηροκομεία στην πρωτεύουσα και την Παλαιστίνη. Άλλα φιλανθρωπικά ιδρύματα, διάσπαρτα  σε πολλές πόλεις της αυτοκρατορίας, ήταν βρεφοκομεία, ορφανοτροφεία, πτωχεία (πτωχοκομεία), αναμορφωτήρια για εκδιδόμενες γυναίκες, ξενοταφεία (χώροι στα νεκροταφεία για την ταφή απόρων), τυφλοκομεία και άλλα.

 

 

Τα κοινωνικά φύλα και οι ρόλοι τους.

 Η βυζαντινή κοινωνία ήταν μια πατριαρχική κοινωνία και μάλιστα αρκετά συντηρητική ώστε να έχει θεσμοθετήσει συγκεκριμένους ρόλους για τους άνδρες και τις γυναίκες (και για το «τρίτο κοινωνικό φύλο», τους ευνούχους) τόσο στην ιδιωτική όσο και στη δημόσια ζωή. Οι θεσμοί αυτοί ήταν δεσμευτικοί, όχι όμως με απόλυτο τρόπο, αφού πολλές φορές η πραγματικότητα που μας παραδίδουν τα κείμενα είναι κάπως διαφορετική. Η πατριαρχία ήταν στην πράξη λιγότερο ασφυκτική μέσα από την υπαρκτή διέξοδο της βυζαντινής γυναίκας να μην αφοσιωθεί σε μια οικογένεια και ένα σύζυγο αλλά να ζήσει  σ’ ένα γυναικείο μοναστήρι αφιερώνοντας τη ζωή της στο Θεό. Ο αποκλεισμός των γυναικών από τη δημόσια ζωή μπορούσε να σπάσει σε κάποιες περιπτώσεις όπου αυτές ήταν αναγκασμένες από τα πράγματα να ενισχύσουν οικονομικά τα σπίτια τους, είτε στις αγροτικές κοινότητες, είτε στις πόλεις, ασκώντας ένα βιοποριστικό επάγγελμα. Και βέβαια δεν ήταν λίγες οι ξεχωριστές προσωπικότητες βυζαντινών γυναικών που έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στην πολιτική και κοινωνική ζωή της δικής τους εποχής αλλά και στο μέλλον του Βυζαντίου, είτε ήταν απλές γυναίκες του λαού, όπως η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, είτε ήταν εξέχουσες εκπρόσωποι της αυτοκρατορικής αυλής ή της αριστοκρατίας, όπως η αυτοκράτειρα Ελένη, η Ιουλιανή Ανικία, η Γάλλα Πλακιδία και άλλες. Όμως και οι ευνούχοι, ως ξεχωριστή κοινωνική κατηγορία, είχαν ένα υπαρκτό και σημαντικό ρόλο.

 

 

Δημόσιοι ρόλοι.

  Στη δημόσια ζωή του πρώιμου βυζαντινού κράτους κυριαρχούσε η ανδρική παρουσία και δραστηριότητα  τόσο θεσμικά όσο και στην πράξη. Στο βασικότερο εφόδιο των παιδιών για το μέλλον τους, τη μόρφωση, είχαν δικαίωμα μόνο τα αγόρια. Αν και αγόρια και κορίτσια μάθαιναν τα πρώτα γράμματα από τη μητέρα τους, στο σπίτι, μετά μόνο τα αγόρια μπορούσαν να φοιτήσουν στα σχολεία, με σπανιότατες εξαιρέσεις στον κανόνα αυτό, Άνδρες είναι αυτοί που παραδίδονται ως πρωταγωνιστές σε όλες τις πλευρές της δημόσιας ζωής (οικονομική, πολιτική, θρησκευτική, στρατιωτική, πνευματική) μέσα από πηγές γραμμένες και πάλι μόνο από άνδρες. Εξάλλου, από νωρίς οι Πατέρες της Εκκλησίας είχαν περιγράψει με τα μελανότερα χρώματα τη γυναικεία φύση και την επικίνδυνη επιρροή της στους άντρες, και πρόβαλλαν ως ιδανικό της σωστής κόρης και συζύγου την πλήρη υποταγή στον πατέρα και το σύζυγο. Η πολιτεία είχε θεσμοθετήσει τον αποκλεισμό της γυναίκας από κάθε δημόσια δραστηριότητα. Έπρεπε να ζει περιορισμένη και απομονωμένη στο σπίτι μακριά από τα μάτια των ανδρών, να ασχολείται με το νοικοκυριό και την ανατροφή των παιδιών έχοντας συνείδηση της κατωτερότητας του φύλου της.

   Στην πράξη όμως, η θέση της γυναίκας ήταν διαφορετική, χωρίς βέβαια να είναι ποτέ ισότιμη με του άνδρα. Πολλές γυναίκες βγήκαν στη δημόσια ζωή και σταδιοδρόμησαν επαγγελματικά. Σε κείμενα του 4ου αιώνα και μεταγενέστερα παραδίδονται μαρτυρίες για γυναίκες που πέρα από την κατασκευή των βυζαντινών υφασμάτων (που θεωρούνταν οικιακή εργασία) ασκούσαν για βιοπορισμό το επάγγελμα της ιατρού, της ιατρομαίας, της μαίας, της καλλιγράφισσας ή και της ναυκλήρισσας. Τις μεγαλύτερες δυνατότητες συμμετοχής στην οικονομική στην οικονομική ζωή είχαν οι χήρες που, αν δεν ξαναπαντρεύονταν, διατηρούσαν το δικαίωμα της κυριότητας και διαχείρισης της οικογενειακής περιουσίας. Πολλές γυναίκες αριστοκρατικής καταγωγής επιδίδονταν επίσης σε έργα ευποιίας, όπως η ίδρυση γηροκομείων, οι δωρεές για την ανέγερση ναών και η εθελοντική εργασία στα νοσοκομεία της εποχής. Και βέβαια δεν πρέπει να ξεχάσουμε τις ξεχωριστές προσωπικότητες γυναικών που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του βυζαντινού κράτους όπως η αυτοκράτειρα Ελένη και Θεοδώρα.

   Η βυζαντινή κοινωνία μας επιφυλάσσει μια ακόμη κατηγορία του ανδρικού φύλου που όμως είχε κάποια διαφορετικά χαρακτηριστικά από τους άλλους: ήταν οι ευνούχοι. Η ύπαρξη ευνούχων δεν ήταν άγνωστη στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη, αλλά την πρώιμη Βυζαντινή περίοδο γνώρισαν σαφώς σημαντική αύξηση καθώς φαίνεται ότι έγιναν ζωτικό στοιχείο της αυτοκρατορικής αυλής από τη βασιλεία του Διοκλητιανού και μετά. Οι αυτοκράτορες τους προσλάμβαναν ως προσωπικό των ανακτόρων γιατί δεν μπορούσαν να διεκδικήσουν το θρόνο ούτε απειλούσαν τη γνησιότητα των τέκνων της αυτοκρατορικής αυλής. Επιπλέον όμως, οι ευνούχοι βοηθούσαν ιδιαίτερα τον αυτοκράτορα στα καθήκοντά του εφόσον ήταν προσωπικοί του βοηθοί και το άμεσο περιβάλλον του. Η εγγύτητα και η οικειότητά τους προς τον αυτοκράτορα και τις γυναίκες της Αυλής, τις οποίες υπηρετούσαν και πρόσεχαν, τους έδωσαν σημαντικό ρόλο στην πρώιμη βυζαντινή κοινωνία μέσω της επιρροής που ασκούσαν. Ωστόσο, σε πολλά κείμενα διακρίνουμε μια γενική αντιπάθεια του βυζαντινού λαού προς τους ευνούχους.

 

    Ιδιωτικοί ρόλοι- Η οικογένεια.

   Η ηλικία γάμου για τους Βυζαντινούς ήταν τα 15 με 25 περίπου χρόνια για τα αγόρια και τα 13 έως 16 για τα κορίτσια. Στην όλη διαδικασία του γάμου αποφασιστικό ρόλο έπαιζε η συναίνεση των δύο συζύγων και απαιτούνταν η προσωπική υπευθυνότητα του καθενός. Ωστόσο, ο γάμος δεν αποκτούσε πλήρη υπόσταση και ισχύ πριν αποδειχθεί η δυνατότητα της νύφης να συμπληρώσει τον αναπαραγωγικό σκοπό της οικογένειας, πριν γεννήσει δηλαδή ένα παιδί. Την τελευταία αυτή ρύθμιση υπαγόρευε το παλιό ρωμαϊκό δίκαιο. Και οι δύο σύζυγοι είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν διαζύγιο. Οι γυναίκες σε περίπτωση μοιχείας ή παρανομίας ή διάπραξης ενέργειας που στρεφόταν εναντίον της ενώ οι άνδρες  μπορούσαν να ασκήσουν το ίδιο δικαίωμα και σε ενδεχόμενη περίπτωση ανυπακοής ή ανάρμοστης συμπεριφοράς της συζύγου.

   Μέσα στην οικογένεια, το βασικό κύτταρο της βυζαντινής κοινωνίας, οι σύζυγοι, σύμφωνα με τη χριστιανική διδασκαλία όφειλαν να επιδεικνύουν αρετή και πίστη. Ιδιαίτερα οι γυναίκες είχαν ως αποκλειστικό σκοπό στη ζωή το γάμο και την τεκνοποιία ενώ η θέση τους μέσα σ’ αυτόν ήταν παραδοσιακά κατώτερη από του άνδρα. Οικονομική βάση της νέας οικογένειας ήταν η προίκα της γυναίκας.

   Όσο για τα παιδιά, τα αγόρια ήταν πιο καλοδεχούμενα γενικά από τα κορίτσια αφού τα τελευταία σήμαιναν για τους γονείς τη μελλοντική υποχρέωση προικοδότησης που ήταν ιδιαίτερα βαριά για οικογένειες με χαμηλό εισόδημα και μικρή ή ανύπαρκτη περιουσία. Ωστόσο, δεν μπορούμε να πούμε ότι τα κορίτσια αντιμετωπίζονταν αρνητικά αφού συμμετείχαν στις διάφορες οικογενειακές υποχρεώσεις εξισορροπώντας έτσι τα αρνητικά επακόλουθα της γέννησής τους. Στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα του πληθυσμού, οι προοπτικές που ανοίγονταν για ένα παιδί μέχρι τα χρόνια του Ιουστινιανού ήταν η πλήρης άρνηση και εγκατάλειψη από τους γονείς, η εκμετάλλευση (πρακτική εκμετάλλευση ή ακόμη και πώληση), και ο γάμος σε κάποια ηλικία ή η καταφυγή σε μοναστήρι.

 

     Ο στρατός.

    Η άμυνα του πρώιμου βυζαντινού κράτους οργανώθηκε με τις μεταρρυθμίσεις του Διοκλητιανού και του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Οι δύο αυτοί αυτοκράτορες, προκειμένου να επιλύσουν το πρόβλημα των βαρβαρικών επιθέσεων σε έναν τόπο χωρίς να μένουν ανυπεράσπιστα τα υπόλοιπα σημεία των συνόρων, διαίρεσαν τον πρώην ρωμαϊκό στρατό σε δύο τμήματα: το στρατό προκαλύψεως και ανασχέσεως και το στρατό αντεπιθέσεως και κρούσεως. Το πρώτο τμήμα αποτελούσαν οι limitanei που είχαν ως αποστολή τη διασφάλιση των συνόρων από εχθρικές μικροεπιδρομές και την ανάσχεση του εχθρού, μέχρι να φτάσει το δεύτερο τμήμα. Αυτό αποτελούνταν από τους ονομαζόμενους comitatenses των στρατιωτικών διοικήσεων (magisterial militum) στα ενδότερα και εξεδίωκε γρήγορα και αποτελεσματικά τους εχθρούς. Η γενική εφεδρεία των βυζαντινών ενόπλων δυνάμεων ανήκε στους comitatenses palatini, στρατιωτικούς που έδρευαν κυρίως στην πρωτεύουσα, τη Βιθυνία και τον Πόντο. Οι τρόποι στρατολογίας του βυζαντινού στρατού κατά τους 4ο και 5ο αιώνα ήταν τρεις: ο κληρονομικός, ο εθελοντικός και ο φορολογικός. Σύμφωνα με τον πρώτο κάποια άτομα ήταν υποχρεωμένα να υπηρετήσουν επειδή ήταν γιοι στρατιωτών. Ο δεύτερος περιλάμβανε εθελοντές, τόσο βυζαντινούς όσο και βάρβαρους μισθοφόρους. Τέλος, κατά τον τρίτο τρόπο, οι βυζαντινοί φορολογούμενοι υπολόγιζαν την περιουσία τους και ανάλογα με το πόσο μεγάλη ήταν.

 

  Ο καιρός του Ιουστινιανού.

Η βυζαντινή αυτοκρατορία στις αρχές του 6ου αιώνα παρουσίαζε σοβαρά κοινωνικά προβλήματα. Πέρα από μια σειρά φυσικών καταστροφών και μεγάλων επιδημιών (πανούκλας, ίσως) που ταλαιπωρούσαν ήδη απ’ τον προηγούμενο αιώνα το λαό, οι εξωτερικοί κίνδυνοι ήταν ιδιαίτερα αισθητοί στην Ανατολή (Πέρσες), στη Δύση (Γότθοι, Βάνδαλοι) και στο Βορρά (Άντες, Ούννοι, Άβαροι και Σλάβοι). Σαν να μην έφθαναν αυτά, η κοινωνική ζωή στο εσωτερικό παρουσίαζε επίσης σοβαρά προβλήματα που συνίσταντο σε διαφθορά του διοικητικού μηχανισμού και σε μια περίεργη κοινωνική ζύμωση, τα χαρακτηριστικά της οποίας αναφάνηκαν μέσα από την εξέγερση των δήμων. Αιτία της ζύμωσης αυτής, την οποία ανέδειξε η διαφθορά των διοικητικών υπηρεσιών, ήταν η έλλειψη του θεσμικού πλαισίου, το οποίο άφηνε ευρύτατα περιθώρια κατάχρησης της εξουσίας στους διοικητικούς υπαλλήλους και δεν κατοχύρωνε τους μικρούς γαιοκτήμονες και μικροκαλλιεργητές από την επεκτατική απληστία των μεγαλογαιοκτημόνων.

   Η κοινωνική ζύμωση επιτεινόταν από τη συντηρούμενη από την πολιτική εξουσία οξύτατη θρησκευτική αντιπαράθεση των οπαδών  και των αντιπάλων της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου(451), που δίχαζε βαθύτατα τόσο την ηγεσία όσο και το λαό της αυτοκρατορίας. Οι συνέπειες της κοινωνικής ανησυχίας ήταν ιδιαίτερα αισθητές μέσα στην Κωνσταντινούπολη, αφού οι δήμοι συμμετείχαν στη  αντιπαράθεση εκμεταλλευόμενοι τις θρησκευτικές και κοινωνικές αντιθέσεις. Οι Βένετοι και οι Πράσινοι που βρίσκονταν σε συνεχή ανταγωνισμό, προσέδωσαν σ’ αυτόν και θρησκευτική διάσταση, αφού οι Βένετοι υποστήριζαν τους οπαδούς της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, οι δε Πράσινοι τους αντιπάλους της Μονοφυσίτες. Η γενική κοινωνική κρίση κατέληξε στα αιματηρά γεγονότα της περίφημης Στάσης του Νίκα (από το κοινό σύνθημα των στασιαστών), που διαδραματίστηκαν στον Ιππόδρομο και αναστάτωσαν την Κωνσταντινούπολη για μια εβδομάδα περίπου (11-8 Ιανουαρίου 532). Η Στάση απείλησε το θρόνο του Ιουστινιανού, αλλά η δυναμική και αποφασιστική παρέμβαση της Θεοδώρας και η δράση των στρατηγών Βελισάριου και Μούνδου κατέστειλαν τη στάση και αποκατέστησαν την τάξη στην Πρωτεύουσα. Ο Ιουστινιανός, αφού εξήλθε πια πανίσχυρος από τη Στάση του Νίκα, επιδόθηκε πιο αποφασιστικά στη θεσμοθέτηση των αναγκαίων εσωτερικών μεταρρυθμίσεων που αποκατέστησαν μια κοινωνική ισορροπία στην αυτοκρατορία.

 

    Οι Δήμοι- Εξέλιξη.

   Τα κίνητρα της συγκρότησης των δήμων, όπως αρχικά υποστηρίχθηκε ήταν πολιτικά. Σήμερα έχει διαπιστωθεί ότι δήμοι δεν είχαν μονομερή χαρακτήρα αλλά σε καθέναν από αυτούς συνυπήρχαν διάφορες ροπές, πολιτικές, κοινωνικές και θρησκευτικές. Η επικρατέστερη σήμερα εκδοχή για τα στοιχεία που διέκριναν τους δήμους μεταξύ τους είναι ότι ήταν κοινωνικά και θρησκευτικά. Στην περίπτωση, για παράδειγμα, της Κωνσταντινούπολης, οι Βένετοι προέρχονταν από την παλιά ελληνορωμαϊκή αριστοκρατία  και τους κύκλους των ανακτόρων και ήταν οπαδοί του Δόγματος της Χαλκηδόνας, ενώ τα στελέχη των Πρασίνων προέρχονταν από την εύπορη αστική τάξη ή ήταν υπάλληλοι και πλούσιοι αυλικοί που είχαν σχέσεις με την Ανατολή και απέκλιναν προς μη ορθόδοξες θεολογικές διδασκαλίες. Τα προβλήματα φαίνεται να άρχισαν όταν από τα μέσα του 5ου αιώνα κάθε δήμος άρχισε να αποκτά δικό του πολιτικό προσανατολισμό. Με την ευκαιρία δημόσιων τελετών, συγκεντρώνονταν στον ιππόδρομο, όπου κάθε δήμος είχε καθορισμένη θέση, και μπορούσαν να εκδηλώνουν με ευπρέπεια αιτήματα και επιθυμίες που απηύθυναν προς τη σύγκλητο και τον αυτοκράτορα. Η πολιτική τους δράση, αντίρροπη προς τις απολυταρχικές τάσεις της βυζαντινής εξουσίας, δεν είναι δυνατόν να παρακολουθηθεί σε όλες τις πόλεις της αυτοκρατορίας με συνέχεια, φαίνεται ωστόσο ότι μαχητικότεροι και ζωηρότεροι ήταν οι Πράσινοι. Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι στην Κωνσταντινούπολη κατά τον 5ο αιώνα και μέχρι το 532 (Στάση του Νίκα) στον Ιππόδρομο είχε αναπτυχθεί μεταξύ του αυτοκράτορα και των δήμων (φορέων της κοινής γνώμης) διάλογος που έτεινε να μεταβληθεί σε χαρακτηριστικό στοιχείο της βυζαντινής πολιτικής ζωής. Στις μεγάλες πόλεις της Ανατολής οι δήμοι εξελίχθηκαν σε σημαντικό πολιτικό παράγοντα και αποτέλεσαν από τα μέσα του 5ου αιώνα ως και το 610 ανασχετικό παράγοντα της αυτοκρατορικής απολυταρχίας.

 

     Οι πρώιμες Βυζαντινές Πόλεις.

    Οι αρχαιολογικές ανασκαφές στην Ελλάδα και αλλού μας έχουν αποκαλύψει ένα σημαντικό αριθμό πόλεων που ταυτίζονται με τα μεγάλα αστικά κέντρα της Πρώιμης Βυζαντινής περιόδου: τους Φιλίππους, την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, την Κόρινθο, τη Νικόπολη, την Αλεξάνδρεια, την Αντιόχεια, την Έφεσο, τη Μίλητο, τις Σάρδεις, την Αφροδισιάδα, την Απάμεια, τη Σεβάστεια, τη Γάζα, την Ταρσό, την Καισάρεια της Καππαδοκίας, το Σίρμιο, τη Σερδική και άλλα πολλά. Η εικόνα που παρουσίαζαν έδειχνε πόλεις ζωντανές και ακμάζουσες. Πρόκειται για τις ίδιες, τις παλιότερες ελληνορωμαϊκές, στις οποίες η ζωή συνεχίστηκε ακριβώς όπως πριν, με ελάχιστες αλλαγές. Οι κάτοικοι επισκεύασαν τα ρωμαϊκά κτήρια και τα ξαναχρησιμοποίησαν, έμεναν στα σπίτια και δούλευαν στα μαγαζιά και τα εργαστήρια. Επίσης, έφτιαξαν όσα δημόσια κτήρια τους ήταν χρήσιμα. Στα θέατρα έδιναν παραστάσεις παντομίμας, στα λουτρά φρόντιζαν την προσωπική τους υγιεινή, στις αποθήκες φύλαγαν την τροφή τους και στις δεξαμενές το νερό που έφερναν στην πόλη μέσω των υδραγωγείων. Στις πλατείες θαύμαζαν έργα τέχνης, όπως σιντριβάνια και αγάλματα των πολιτικών αρχόντων, και διάβαζαν τις πληροφορίες που ανακοινώνονταν με επιγραφές, ενώ οι ιππόδρομοι έγιναν μάρτυρες των αγώνων μεταξύ ιππικών αρμάτων αλλά και... αντίπαλων κοινωνικών ομάδων.

   Εμπορικό κέντρο της πόλης ήταν η αγορά. Τις συνοικίες συνέδεσαν οι παλιές οδικές αρτηρίες που επισκευάστηκαν και κάποιες φορές οι νέες που κατασκευάστηκαν.

   Στη θρησκευτική ζωή των κατοίκων εστιάζεται η μεγαλύτερη αλλαγή στις πρώιμες βυζαντινές πόλεις. Χτίστηκαν τόποι λατρείας για τη νέα χριστιανική θρησκεία, εκκλησίες και μοναστήρια, και κοντά τους οι κατοικίες των επισκόπων, ενώ οι παλιοί αρχαίοι ναοί είτε εγκαταλείφθηκαν είτε μετατράπηκαν σε εκκλησίες. Επίσης, πολυτελείς κολυμβητικές δεξαμενές και νυμφαία μετατράπηκαν σε Βαπτιστήρια. Τέλος, μετά τη Ρωμαϊκή Ειρήνη, οι νέες, πιο ανασφαλείς συνθήκες επέβαλλαν την οχύρωση των πόλεων με ισχυρά τείχη, τα περισσότερα της εποχής του Μεγάλου Θεοδοσίου και του Ιουστινιανού.

   Έτσι κύλησε η ζωή μέχρι την αναστάτωση που έφερε το τέλος του 5ου και ο 6ος αιώνας. Οι ανασκαφές μάς δείχνουν καταστροφές και πυρκαγιές και οι γραπτές πηγές μιλούν για σειρά καταστρεπτικών σεισμών και αλλεπάλληλων εχθρικών επιδρομών και λεηλασιών. Τα περισσότερα από τα αστικά κέντρα, που είχαν απλωθεί και αναπτυχθεί στις κοιλάδες και τα παράλια της Μεσογείου και των Βαλκανίων για περίπου μια χιλιετία, δεν μπορούσαν πια να επιβιώσουν. Μετά την καταστροφή τους εγκαταλείφθηκαν και ο πληθυσμός τους σταδιακά, μέσω μιας διαδικασίας που θα εξελιχθεί στη Μεσοβυζαντινή περίοδο, κατέφυγε σε φυσικά οχυρές και δυσπρόσιτες τοποθεσίες κοντά στην παλιά πόλη, όπου έχτισε τα σπίτια του- με τις πέτρες που έφερε από τα κατεστραμμένα κτήρια- και οργάνωσε τη ζωή του με μεγαλύτερο αίσθημα ασφάλειας.

 

    Το πρώιμο βυζαντινό σπίτι.

   Οι κατοικίες των Βυζαντινών κατά την Πρώιμη Βυζαντινή περίοδο δε φαίνεται να άλλαξαν καθόλου σε σχέση με τη Ρωμαϊκή. Από τις αγροικίες της υπαίθρου έχουμε μαρτυρίες μόνο για τα μεγάλα κτίσματα των πιο εύπορων αγροτών. Επρόκειτο για κτίσματα στο πρότυπο της ρωμαϊκής villa (έπαυλη), εξοπλισμένα με χώρους κατάλληλους για τη διαμονή των ενοίκων, αλλά και με αποθήκες ή χώρους βοηθητικούς για τις αγροτικές εργασίες. Από τις καλύβες των φτωχών αγροτών που χτίζονταν με ευτελέστερα υλικά δεν έχει σωθεί βέβαια τίποτε.

   Περισσότερα γνωρίζουμε για τις αστικές κατοικίες, από τις οποίες πολλά παραδείγματα μας έχουν αποκαλύψει οι αρχαιολογικές ανασκαφές. Οι  πολλαπλές οικοδομικές φάσεις που παρουσιάζουν τα κτήρια αυτά, μας δίνουν να καταλάβουμε ότι οι άνθρωποι της εποχής προτιμούσαν να επισκευάζουν και να κατοικούν τα ήδη υπάρχοντα σπίτια, παρά να κατασκευάζουν καινούργια. Ωστόσο, πέρα από τα επισκευασμένα σπίτια, που παρέμεναν στο σχέδιο της Ρωμαϊκής εποχής, ακόμη και οι νέες κατασκευές ακολούθησαν το μοντέλο της ρωμαϊκής αστικής οικίας. Αυτό βασικά συνίστατο σε ένα σύνολο κυρίων δωματίων και βοηθητικών χώρων, διαρθρωμένων γύρω από μια κεντρική αυλή (το αίθριο) ενώ την εικόνα συμπλήρωναν, καμιά φορά, μικρές αυλές δευτερεύουσας σημασίας. Σημαντική καινοτομία της Πρώιμης Βυζαντινής περιόδου ήταν η εμφάνιση για πρώτη φορά των οικιακών εγκαταστάσεων υγιεινής (λουτρού), πιθανόν επειδή η χριστιανική θρησκεία επέβαλε μια νέα αντίληψη για το σώμα και τη δημόσια έκθεσή του.

 

 Τα υλικά που χρησιμοποιούνταν στην οικοδομική δραστηριότητα της εποχής ήταν οι αργοί λίθοι και τα τούβλα, καθώς και πολλά αρχιτεκτονικά μέλη αρχαίων και ρωμαϊκών κτηρίων που είχαν καταρρεύσει. Εξαιρετικής σπουδαιότητας είναι ο τρόπος που διακοσμούνταν τα σπίτια αυτά, αφού ο πλούτος και η ποιότητα της διακόσμησης έπρεπε να δηλώνει-και να συμφωνεί με-την κοινωνική θέση του ιδιοκτήτη του: συχνά συναντάμε πέρα από συντριβάνια, μαρμάρινες κολώνες και κάποια περίτεχνα (π.χ. μαρμάρινα) τραπέζια ή πάγκους, αλλά και καταπληκτικά ψηφιδωτά που κοσμούσαν τα πατώματα στα κεντρικά δωμάτια.

 

 

  Η ύπαιθρος χώρα.

Το πρώιμο Βυζάντιο φαίνεται ότι ήταν οργανωμένο κυρίως σε πόλεις και λιγότερο σε κωμοπόλεις ή χωριά. Υπήρχαν δηλαδή οι πολυάνθρωπες και οικονομικά ισχυρές κεντρικές πόλεις, όπως η Κωνσταντινούπολη, η Αντιόχεια, η Αλεξάνδρεια και η Έφεσος, που κυρίως στηρίζονταν στο εμπόριο, τη ναυτιλία και τη βιοτεχνική παραγωγή. Ακολουθούσαν κάποια άλλα κέντρα, συνήθως παραθαλάσσια ή παραποτάμια, όπως η Θεσσαλονίκη, η Κόρινθος, η Μίλητος και η Σεβάστεια, που ήταν εμπορικά κέντρα και με καλή βιοτεχνία.

  Η υπόλοιπη ύπαιθρος περιλάμβανε τα κέντρα των αγροτικών περιοχών στην ενδοχώρα, που ήταν επίσης σημαντικές πόλεις, όπως η Αδριανούπολη, η Ναισσός, η Καισάρεια της Καππαδοκίας, η Λαοδίκεια, η Αμάσεια και η Λάρισα. Κάποιες άλλες πόλεις ή συχνότερα μικρότερες κωμοπόλεις ήταν οργανωμένες σε στρατιωτικά οχυρά, κοντά στα σύνορα ή στα επίκαιρα σημεία των στρατιωτικών οδών: τέτοιες ήταν το Σίρμιο, το Δορόστολο, η Αγχίαλος, τα Σύναδα, το Στόμπι, η Σερδική, η Άγκυρα, η Θεοδοσιούπολη, η Άμιδα, η Έδεσσα και η Μελιτηνή. Την εικόνα της βυζαντινής υπαίθρου συμπλήρωναν οι διάσπαρτες και, μάλιστα, καμιά φορά αμυντικά τειχισμένες αγροικίες(villae), με τις αγροτικές τους εκτάσεις και τα βοηθητικά τους κτίσματα (μύλους κ.λ.π.).



     Παράρτημα: Ο πρωτομάρτυρας άγιος των 'Aγγλων, St.Alban(άγιος Αλβανός).

Είναι τόσο κοντά στο Λονδίνο, κι όμως, για να μπορέσει να το διακρίνει ο νεοέλληνας επισκέπτης της βρετανικής πρωτεύουσας, θα χρειαστεί ματιά που να μένει στη λάμψη της μαντάμ Τυσσώ και της Καρυάτιδας. Πόσο μάλλον στα καταστήματα της Όξφορντ Στρήτ! Πρόκειται, εν τούτοις, για ένα τόπο που δέχεται επισκέπτες και προσκυνητές επί δεκαεπτά σχεδόν αιώνες αδιάκοπα.

  Μιλάμε για την κωμόπολη Σαιντ Ώλμπανς (St. Albans, δηλαδή πόλη του Αγίου Αλβανού), που δεν απέχει ούτε μια ώρα με το τραίνο από την πρωτεύουσα. Το όνομά της – και μάλιστα την ίδια της την ύπαρξη-τα οφείλει στο γεγονός ότι στα χώματά της μαρτύρησε ο πρωτομάρτυρας των Βρετανών, άγιος Αλβανός.

  Μολονότι η ιστορικότητα του προσώπου και του μαρτυρίου του θεωρείται βέβαιη, δεν μπορεί να γίνει με σιγουριά λόγος για λεπτομέρειες. Ο Αλβανός πρέπει να ήταν κάτοικος του Βερουλάμιουμ, μιας από τις πόλεις που έχτισαν οι Ρωμαίοι κατά τους τρισήμισυ αιώνες κυριαρχίας τους στη Βρετανία(43-409μ.Χ.). Για την ακρίβεια, το Βερουλάμιουμ ήταν η ανάπτυξη ενός οικισμού που υπήρχε ήδη από την εποχή του σιδήρου (1ος αι. π.Χ.) και έφτασε, κατά τα ρωμαϊκά χρόνια, σε τέτοια ακμή, ώστε να είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της ρωμαϊκής Βρετανίας με επτά ναούς, θέατρο κ.τ.λ.

  Πότε ακριβώς έζησε ο άγιος Αλβανός; Διάφορες πηγές τοποθετούν το μαρτύριό του σε χρονολογίες που απέχουν μεταξύ τους έναν αιώνα, δηλαδή από το 209(επί του διωγμού που εξαπέλυσε κατά των Χριστιανών ο αυτοκράτορας Σεπτίμιος Σεβήρος), μέχρι το 305(επί του διωγμού που διέταξε ο Διοκλητιανός).

  Παρόλο που ήταν παγανιστής, ο Αλβανός πρόσφερε το σπίτι του ως καταφύγιο σε κάποιον διωκόμενο χριστιανό ιερέα. Καθώς η φιλοξενία αυτή κρατούσε μέρες, έκανε εντύπωση στον οικοδεσπότη η συμπεριφορά του φυγάδα, ο οποίος πολλές στιγμές του εικοσιτετραώρου τις αφιέρωνε σε θερμή προσευχή. Όταν λοιπόν ο Αλβανός εκδήλωσε ενδιαφέρον για τη χριστιανική πίστη, ο ιερέας τον κατήχησε σιγά-σιγά και τελικά ο Βερουλάμιος έγινε μέλος της χριστιανικής εκκλησίας. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μία από εκείνες τις καθόλου σπάνιες στην εκκλησιαστική ιστορία περιπτώσεις, όπου η ιεραποστολή-κάλεσμα στην καινούρια πίστη-είναι η ίδια η ζωή του χριστιανού.

  Τότε, όμως, ο διοικητής της πόλης πληροφορήθηκε ότι στο σπίτι του Αλβανού κρυβόταν ο ιερέας και έστειλε να τον συλλάβουν. Ο Αλβανός τον φυγάδευσε ανταλλάσσοντας ρούχα μαζί του. Ντυμένος με τον μανδύα του ιερέα συνελήφθη και οδηγήθηκε στον κριτή. Εκεί κατηγορήθηκε τόσο για την υπόθαλψη του διωκόμενου κληρικού, όσο και για αποστασία από την προγονική του θρησκεία. Αρνούμενος να αποκηρύξει την πίστη του στο Χριστό, υπέμεινε βασανιστήρια και τελικά αποκεφαλίστηκε στο λόφο λίγο πιο πέρα από την πόλη, ενώπιον πλήθους λαού και εν μέσω «θαυμαστών» σημείων.

  Δεν μας είναι γνωστό πως λεγόταν ο ιερέας. Η εντύπωση πως το όνομά του ήταν Αμφίμπαλους δημιουργήθηκε αργότερα, από παρανόηση της ελληνικής λέξης «αμφίβολος», με την οποία κάποιοι αγιολόγοι διευκρίνιζαν ακριβώς ότι το όνομά του μένει άγνωστο. Η παράδοση λέει ότι και ο ίδιος μαρτύρησε αργότερα με λιθοβολισμό.

  Ο άγιος Αλβανός ενταφιάστηκε στο σημείο του μαρτυρίου του. Ο τάφος του έγινε γρήγορα τόπος προσκυνήματος και θαυμάτων και στεγάστηκε σε ναό. Το 793 ο αγγλοσάξωνας βασιλιάς Όφα ίδρυσε εκεί βενεδικτίνικο μοναστήρι. Με το πέρασμα των αιώνων (και κυρίως με έργα των Νορμανδών από το 1066 και μετά) υψώθηκε  μεγάλος καθεδρικός ναός, για οικοδομικό υλικό του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ευρύτατα τα κτίσματα του Βερουλάμιουμ, το οποίο είχε πλέον ερημώσει. Πάνω στο λόφο του μαρτυρίου, δίπλα στο ναό, φτιάχτηκε σιγά-σιγά νέα πόλη, αυτή που υπάρχει σήμερα ως πόλη του αγίου Αλβανού. Το 1539 ο τάφος και το μοναστήρι καταστράφηκαν στο πλαίσιο της αντιρωμαικής-αντιπαπικής πολιτικής του βασιλιά Ερρίκου Η΄, όσα δε λείψανα υπήρχαν κάηκαν ή φυγαδεύτηκαν με αβέβαιη κατάληξη. Πέρασαν τρεις αιώνες για να ξεκινήσουν εργασίες αποκατάστασης του κενοταφίου. Σήμερα ο καθεδρικός ναός του αγίου Αλβανού ανήκει στους Αγγλικανούς, οι Ορθόδοξοι όμως τον επισκέπτονται για να προσκυνήσουν το σημείο του μαρτυρίου και να τελέσουν Ορθόδοξη θεία λειτουργία.

 Η τιμή προς τον άγιο διατρέχει τόσο το χρόνο όσο και τον τόπο, από τα βρετανικά νησιά ως την ανατολή. Έχουμε τη μαρτυρία ότι ο περίφημος άγιος Γερμανός (περ. 378-446), επίσκοπος της γαλλικής πόλης Ωσσέρ, προσκύνησε το 429 και άφησε στο ναό λείψανα αγίων που είχε φέρει μαζί του. Ως ευλογία, του δόθηκε τμήμα των λειψάνων του αγίου Αλβανού. Η ανταλλαγή λειψάνων, εξάλλου, συνηθιζόταν στα πρώιμα χριστιανικά χρόνια ως καθιερωμένη πρακτική φανέρωσης και δήλωσης της ενότητας των τοπικών εκκλησιών σ’ ένα εξαγιασμένο σύνολο, καθώς και έκφρασης της πίστης στην καθολικότητα και παγκοσμιότητα των αγίων ως «καρπών» ολόκληρης της Εκκλησίας. Δεν γνωρίζουμε τι απέγιναν τα λείψανα που πήρε ο 'Aγιος Γερμανός. Πιθανολογείται ότι μέρος τους πρόσφερε στη Ρώμη και μέρος τους κράτησε στην Ωσσέρ, όπου και έχτισε ναό προς τιμή του αγίου Αλβανού.

    Λέγεται ότι το 927 ο Πάπας πρόσφερε λείψανο του αγίου Αλβανού στη βυζαντινή πριγκίπισσα Θεοφανώ, ως δώρο για το γάμο της με τον γερμανό αυτοκράτορα Όθωνα Β’, ο οποίος τελέστηκε στη Ρώμη. Με τη σειρά της η Θεοφανώ εμπιστεύτηκε το λείψανο στο ναό του αγίου Παντελεήμονος στην Κολωνία, όπου ετάφη και η ίδια το 991. Πρόσφατα, δηλαδή στις 29 Ιουνίου 2002, ο ρωμαιοκαθολικός εφημέριος του αγίου Παντελεήμονα δώρισε στον καθεδρικό ναό του αγίου Αλβανού τμήμα λειψάνου που πιστεύεται ότι ανήκει στον άγιο.



     Βιβλιογραφία Α΄(για το Βυζάντιο)-Συμπληρωματική βιβλιογραφία για τους βίους των αγίων.

1        Oσίου Πατρός ημών Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού, τ.1-6, εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη». Θεσσαλονίκη, 1989

(για τη βιβλιογραφική ενημέρωση ο σπουδαστής του Βυζαντίου-πρώιμου και μεταγενέστερου-μπορεί να συμβουλευτεί, μεταξύ άλλων, και τα παρακάτω έργα που παραθέτουν εκτενή και συστηματική βιβλιογραφία):

1.Ζακυθηνού, Δ .Α. Η βυζαντινή αυτοκρατορία 324-1071, 1969.

2.Vasiliev, A. A .Ιστορία της βυζαντινής αυτοκρατορίας 324-1453 (μετάφραση Δημοσθ. Σαβράμη), 1954 .Ν.Δ.Σακκάς.

3. Adelson, H. L. Light weight solidi and Byzantine trade during the sixth and seventh centuries. New York: The American Nomismatic Society, 1957.

4. Ahrweiler, Hιlθne, Byzance et la mer: La marine de guerre, la politique et les institutions maritimes de Byzance aux VIIe-XVe siθcles, Paris : Presses Universitaires de France, 1966.

5. 'Aμαντου, K. I. Εισαγωγή εις την βυζαντινήν ιστορίαν: Το τέλος του αρχαίου κόσμου και η αρχή του μεσαίωνος. Αθήναι: Ίκαρος, έκδ. Β 1950.

6. 'Aμαντου, Κ. Ι. Ιστορία του βυζαντινού κράτους. Αθήναι: Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων, έκδ. Β., τόμ. Α΄1953, τόμ. Β΄1957.

7. 'Aμαντου, Κ. Ι. Η ελληνική φιλανθρωπία κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Αθήνα, τόμ. 35, 1923.

8. Anastos, M.V. “Nestorius was Orthodox”. Dumbarton Oaks Papers, 16, 1962.

9. Barisic, F. “Le siθge de Constantinople par les Avars et les Slaves en 626”. Byzantion, τόμ.24, 1954.

10. Barker, I.W. Justinian and the Later Rome Empire. Madison: 1966.

11. Baynes, N.H. The byzantine empire. London: A΄ έκδ. 1925, Β΄έκδ. 1952.

12. Baynes, N.H. Byzantine studies and other essays. London: 1955.

13. Beck, Η.G. Kirche und theologische Literatur in byzantinischen Reich, 1959, στη σειρά  Byzantinisches Handbuch (ως Α΄τόμος του Β΄μέρους).

14. Γενναδίου, μητροπολίτου Ηλιουπόλεως και Θείρων, Ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αθήνα: 1953.

15. Charanis, P. Church and State in the later Roman Empire. The religion policy of Anastasius the First, 491-518. Madison, Wisconsin, 1939.

16. Charanis, P. The monastic properties and the State in the byzantine empire, Dumbarton Oaks Papers, 4, 1948.

17. Constantelos, D.J. Byzantine philanthropy and social welfare. New Brunswick, New Jersey: University Press, 1968.

18. Διαμαντοπούλου, Α. «Η τρίτη Οικουμενική Σύνοδος εν Εφέσω», Θεολογία, 1931, 1932 και 1933.

19. Διαμαντοπούλου, Α. «Η τετάρτη Οικουμενική Σύνοδος εν Χαλκηδόνι», Θεολογία, 1936, 1937 και 1938.

20. Diehl, C. “Byzantine Civization”, The Cambridge Medieval History, IV, 1923, pp.745-777. 

21. Διομήδου, Α. Ν. Βυζαντιναί μελέται. Τόμοι Α΄-Β΄, Αθήναι: Παπαζήσης, 1942-1946 (Β΄έκδοση τόμ. Α, 1951).

22. Διομήδου, Α. Ν. «Η εξέλιξις της φορολογίας της γης εις το Βυζάντιον», Επετηρίς της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, τόμ. 19, 1949.

23. Dowey, G. Justinian and the imperial office. Cincinnati, University of Cincinnati Press, 1968.

24. Dvornik, F. Early Christian and byzantine political philosophy. Origins and background. Washington: 1966 (δύο τόμοι).

25. Ζακυθηνού, Δ. Α. Βυζάντιον: Κράτος και κοινωνία. (Ιστορική επισκόπησις). Αθήναι: Ίκαρος, 1951.

26. Grιgoire, H. “Le peuple de Constantinople”, Byzantion, XI, 1936.

27. Guilland, R. Recherches sur les institutions byzantines. Berlin-Amsterdam, τόμοι 2, 1967.

28. Haussig, H.W. Kulturgeschichte von Byzanz. Stuttwart: Kroner Verlag, 1959.

29. Hesseling, C.D. Essais sur la civilization Byzantine. Μετάφραση στην Ελληνική υπό Σ.Κ. Σακελλαροπούλου με τον τίτλο: Βυζάντιον και Βυζαντινός Πολιτισμός. Αθήναι, 1914 (ανατύπωση Γ.Παπακωνσταντίνου).

30. Hunger, H. Reich der neuem Mitte: der christliche Geist der byzantinischen Kultur. Wien: Verlag Styria, 1965.

31. Hunger, H. Byzantinische Geisteswelt. Von Kostantin dem Grossen bis zum Fall Konstantinopels. Amsterdam, 1967.

32. Hunger, H. “On the imitation (μίμησις) of antiquity in byzantine literature”. Dumbarton Oaks Papers 23-24 (1969-1970) 14-48.

33. Hussey, J.M. (Ed). The Byzantine Empire (part I: Byzantium and its neighbours, part II: Government, Church and Civilization). Cambridge: University Press, 1966-1967 (περιέχει πλουσιώτατη βιβλιογραφία).

34. Jones, A.H.M. “Were ancient heresies national or social movements in disguise?” Journal of Theological Studies, 10, 1959.

35. Jones, A.H.M. The later Roman Empire 284-602. A social, economic and administrative survey. Oxford: 1964 (τόμοι τρεις).

36. Kaegi, W.E. Byzantium and the decline of Rome. Princeton: Princeton University Press, 1968.

37.Καλομενοπούλου,Νικοστρ. Η στρατιωτική οργάνωσις της ελληνικής αυτοκρατορίας του Βυζαντίου. Αθήναι: Βλαστός, 1937.

38. Καρμίρη, Ι. «Η διαίρεσις της Εκκλησίας και αι ενωτικαί προσπάθειαι». Ανάτυπο εκ της Νέας Σιώνος (Ιεροσόλυμα), 1946.

39. Καρμίρη, Ι. Τα τρία αρχαία Οικουμενικά Σύμβολα. Αθήναι: 1952.

40. Καρμίρη, Ι. Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Α΄ Αθήναι: 1952.

41. Καρμίρη, Ι. Σύνοψις της δογματικής διδασκαλίας της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας. Αθήναι: 1957.

42. Κονιδάρη, Γ. Η Ελληνική Εκκλησία ως πολιτιστική δύναμις εν τη Ιστορία της Χερσονήσου του Αίμου. Αθήναι: 1948.

43. Κονιδάρη, Γ. Εκκλησιαστική ιστορία της Ελλάδος από της ιδρύσεως των Εκκλησιών αυτής υπό του Αποστόλου Παύλου μέχρι σήμερον. (έκδοσις 2α). Αθήναι, 1966.

44. Κουκουλέ, Φ.Ι. Βυζαντινών βίος και πολιτισμός. Αθήναι: Institut Franηais d’ Athθnes, τόμοι 6 (Α΄τόμος 1948, ΣΤ΄τόμ. 1957).

45. Krumbacher, K. Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας (εισαγωγή Ν.Τωμαδάκη, μετάφρασις Γ.Σωτηριάδου) Αθήναι: Πάπυρος, 1964.

46. Lemerle, P. “Un aspect du rτle des monastθres a Byzance”. Acadιmie des Inscriptions et Belles Lettres, Comptes rendus des sιances, 1967.

47. Lewis, R. Naval power and trade in the Mediterranean A.D. 500-1100. Princeton: 1951.

48. Λογοθέτου, Κ. Η φιλοσοφία των Πατέρων και του μέσου αιώνος. Τόμοι δύο, Αθήναι: 1930-1933.

49. Miller, W. Η Ελλάς επί Ρωμαίων, Φράγκων και Τούρκων (μετάφρ. Σ.Λάμπρου) Αθήναι: Φοίνιξ, 1924.

50. Ostrogorsky, G.A. Geschichte des byzantinischen Staates, εκδ. Γ΄1963 (Γαλλική μετάφραση Histoire de l’ etat byzantin. Paris, 1956, Αγγλική μετάφραση, υπό J.Hussey με τον τίτλο History of the byzantine State. Oxford: Blackwell, έκδ.Β΄1968, Αμερικανική έκδοση, New Brunswick-New Jersey, 1957).

51. Remondon, R. La crise de l’empire romain de Marc Aurθle a Anastase. « Nouvelle Clio », 11, Paris : 1964 (με λεπτομερή βιβλιογραφία).

52. Setton, K.M. “On the importance of land tenure and agrarian taxation in the byzantine empire from the fourth century to the fourth crusade”. American Journal of Philology, vol.LXXIV, 1953.

53. Spinka, M. A history of Christianity in the Balkans. Chicago: The American Society of Church History, 1933.

54. Stiernon, D. Constantinople IV: Histoire des Conciles Oecumιniques. Paris : 1967.

55. Τζόουνς, Α.Μ. Ο Κωνσταντίνος και ο εκχριστιανισμός της Ευρώπης. Αθήναι: Γαλαξίας, 1962 (μετάφραση εκ της Αγγλικής).

 

Συμπληρωματική βιβλιογραφία.

56. Angenendt, Arnold. Heilige und Reliquien: die Geschichte ihres Kultes vom fruhen Christentum bis zur Gegenwart. Munich: C.H.Beck, 1994.

57. Bentley, James, Restless Bones: The Story of Relics (London: Constable, 1985).

58. Brown, Peter. The Cult of the Saints: Its Rise and Function in Latin Christianity. Chicago: University of Chicago Press, 1981.

59. Davidson, Linda Kay, and Maryjane Dunn-Wood. Pilgrimage in the Middle Ages: A Research Guide. New York: Garland, 1993.

60. Finucane, Ronald. Miracles and Pilgrims. Popular Beliefs in Medieval England. Totowa, NJ, 1977.

61. Gauthier, Marie-Madeleine. Highways of the Faith: Relics and Reliquraries from Jerusalem to Compostela. Trans. J.A.Underwood. French original, 1983; English translation, London: Alpine Fine Arts, 1983.

62. Geary, Patrick. Furta Sacra: Thefts of Relics in the Central Middle Ages. Revised edition. Princeton: Princeton University Press, 1990.

63. Head, Thomas. “Art and Artifice in Ottonian Trier”. Gesta, 36 (1997), pp. 65-82.

64. Head, Thomas. Hagiography and the Cult of Saints. The Diocese of Orleans, 800-1200. Cambridge: Cambridge University Press, 1990.

65. Head Thomas, “Hagiography and Relics”. In Women in the Middle Ages: An Encyclopedia, ed. Nadia Margolis (New York: Garland, in press).

66. Grabar Andrι, Martyrium. Recherches sur le culte des reliques et l’art chrιtien antique, 2 vols. Paris : Collθge de France, 1943-6 ; reprint, London, 1972.

67. Lifshitz, Felice. The Norman Conquest of Pious Neustria: Historiographic Discourse and Saintly Relics, 684-1090. Studies and Texts, 122. Toronto: Pontifical Institute of Mediaeval Studies, 1995.

68. Maraval, Pierre, Lieux saints et pθlerinages d’Orient, histoire et gιographie. Des origines a la conquκte arabe. Paris : CERF, 1985.

69. Reber, Ortrud. Die Gestaltung des Kultes weiblicher Heiliger im Spatmittelalter : Die Verehrung der Heiligen Elisabeth, Klara, Hedwig und Birgitta. Hersbruck, 1963.

70. Reinburg, Virginia. “Remembering the Saints” in Memory in the Middle Ages, eds. Nancy Netzer and Virginia Reinburg (Chestnut Hill, MA, 1995), pp. 18-33.

71. Saxer, Victor. Le culte de Marie-Madeleine en Occident, des origines a la fin du moyen age. Auxerre : Sociιtι des fouilles archιologiques et des monuments historiques de l’ Yonne, 1959.

72. Schmitt, Jean-Claude. The Holy Greyhound: Guinefort, Healer of Children Since the Thirteenth Century. English translation, Cambridge, 1983.

73. Sheingorn, Pamela (ed. and trans.). The Book of Sainte Foy. Philadelphia, 1995.

74. Sheingorn, Pamela, and Kathleen Ashley (eds.). Interpreting Cultural Symbols: Saint Anne in Late Medieval Society. Athens, GA: University of Georgia Press, 1990.

75. Smith, Julia. “Oral and Written: Saints, Miracles, and Relics in Brittany, c.850-1250” Speculum 65 (1990), pp.309-43.

76. Southern, R.W. The Making of the Middle Ages. New Haven, CT: Yale University Press, 1953. (Chapter 5 on the cult of the Virgin Mary).

77. Sumption, Jonathan. Pilgrimage: An Image of Mediaeval Religion. Totowa, NJ: Rowman and Littlefield, 1975.

78. Wilson, Steven (ed.). Saints and Their Cults. Cambridge: Cambridge University Press, 1983.

79. Barnes, T.D., Athanasius and Constantius: Theology and Politicks in the Constantinian Empire. Cambridge,1993.

80. Barnes, T.D., New Empire of Diocletian and Constantine. Cambridge, 1981.

81. Blockley, R.C. “Constantius Gallus and Julian as Caesars of Constantius II”. Latomus 21 (1972): 433ff.

82. DiMaio, Michael. “The Antiochene Connection: Zonaras, Ammianus Marcellinus, and John of Antioch on the Reigns of the Emperors Constantius II and Julian”. Byzantion 50 (1980): 158ff.

83. DiMaio, Michael and Duane W.-H.Arnold. “Per Vim, Per Caedem, Per Bellum: A Study of Murder and Ecclesiastical Politics in the Year 337 A.D.”. Byzantion, 62 (1992): 158ff.

84. DiMaio, Michael. “Smoke in the Wind: Zonaras Use of Philostorgius, Zosimus, John of Antioch, and John of Rhodes in his Narrative on the Neo-Flavian Emperors”. Byzantion 58 (1988): 230ff.

85. DiMaio, Michael. Zonaras’ Account of the Neo-Flavian Emperors, (Ph.D. diss., University of Missouri-Columbia, 1977).

86. DiMaio, Michael. “Zonaras, Julian, and Philostorgios on the Death of Constantine I”. GOTR 36 (1981): 118ff.

87. Ensslin, Wm. “Magnentius (1)”, RE 14: col. 445ff.

88. Frakes, Robert. « Cross-References to the Lost Books of Ammianus Marcellinus ». Phoenix 49 (1995): 232-246.

89. Frakes, Robert. “Ammianus Marcellinus and Zonaras on a Late Roman Assassination”. Historia 46 (1997): 121-128.

90. Jones, A.H.M., J.R.Martindale, and J.Morris. “Eusebia”, the Prosopography of the Later Roman Empire, Cambridge, 1971, 1.300ff.

91. Jones, A.H.M., J.R.Martindale, and J.Morris. “Faustina”, PRLE. 1.326.

92. Jones, A.H.M., J.R.Martindale, and J.Morris. “Fl. Iul. Constantius 8”, PRLE. 1.226.

93. Kienast, Dietmar. Rφmische Kaisertabelle: Grundzuge einer Rφmischen Kaiserchronologie. Darmstadt, 1990.

94. Klein, R. Constantius II und die Christliche Kirche Darmstadt, 1977.

95. Leedom, Joe W. “Constantius II: Three Revisions” , Byzantion 48 (1978): 133-136.

96. Lucien-Brun, X. “Constance II et le massacre des princes”, Bulletin de l’Association Guillaume Budι ser. 4 (1973) : 585-602.

97. Muller-Seidel, Ilse. « Die Usurpation Julians des Abtrόnnigen im Lichte seiner Germanenpolitik ». HZ 180 (1955): 225ff.



     Βιβλιογραφία Β΄(Γενική, για το παραμύθι)

1 .Γεδεών Σοφία, «Το παραμύθι κάτω από το φως της ψυχολογίας», Παιδεία, Αθήνα, τεύχος 4ο, 1950.

2 .Ιωάννου Γιώργος, Τα παραμύθια του Λαού μας, Ερμής, Αθήνα 1973.

3. Λουκάτος Δημ., Νεοελληνικά Λαογραφικά κείμενα, εκδοτ. Οίκος Ι. Ν. Ζαχαρόπουλου, Αθήνα 1957.



     Βιβλιογραφία Γ΄(για τη την θεωρία της προφορικότητας στη Λογοτεχνία και στις παραμυθιακές Αφηγήσεις).

1. Αναγνωστόπουλος Β. Δ., Τέχνη και τεχνική του παραμυθιού, Καστανιώτης, Αθήνα 1997.

2. Αυδίκος Ευ., Μια φορά κι έναν καιρό...αλλά...μπορεί να γίνει και τώρα, Ελληνικά  Γράμματα, Αθήνα 1999.

3. Γιαννικοπούλου Α., Η ώρα της μυθοπλασίας, Επιθεώρηση παιδικής λογοτεχνίας, 1998-9.

4. Κανατσούλη Μ., Πρόσωπα γυναικών σε παιδικά λογοτεχνήματα, Πατάκης. Αθήνα 1997.

5. Μανταδάκη Σ., Η ολική γλώσσα, Κώδικας, Θεσσαλονίκη, 1999.

6. Μουλλάς Π., Παλίμψηστα και μη, Στιγμή, Αθήνα 1991.

7. Μπάρντ  Ρ., Η απόλαυση του κειμένου, Ράππα, Αθήνα 1973.

8. Μπάρντ Ρ., Ο βαθμός μηδέν της γραφής, Ράππα, 1983.

9. Μπαχτίν Μ., Προβλήματα λογοτεχνίας και αισθητικής, μετ. Σπανός, Πλέθρον, Αθήνα 1980.

10. Προπ Β., Μορφολογία του παραμυθιού, Καρδαμίτσας, Αθήνα 1987.

11. Adam M., Τα κείμενα: τύποι και πρότυπα, Πατάκης, Αθήνα 1996.

12. Culler J., Λογοτεχνική θεωρία, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 1998.

13. Hawthorn J., Ξεκλειδώνοντας το κείμενο, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 1995.

14. James H., Η τέχνη της μυθοπλασίας, 'Aγρα, Αθήνα, 1984.

15. Osborn A., Applied imagination, Principles and Procedures of creative problem-solving, N. York 1963.

16. Stanzel F., Θεωρία της αφήγησης, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1999.

17. Walter J. Ong, Προφορικότητα και εγγραματοσύνη, μετ. Κ. Χατζηκυριάκου, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1997.



     BIOΓΡΑΦΙΚΟ της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη

   Γεννήθηκα  τον  Απρίλιο  του  1967  στα  Τρίκαλα  Θεσσαλίας.(27-4-1967). Αποφοίτησα  απ’ το  6ο  Δημοτικό  Σχολείο  Τρικάλων  με  βαθμό  «άριστα» (10). Στις  17-12-1978  συμμετείχα  και  διακρίθηκα  στο  διαγωνισμό  ζωγραφικής  του  Δήμου  Τρικκαίων. Κατά  τα  έτη  1976-1979  παρακολούθησα  μαθήματα  πιάνου, θεωρητικών  και  σολφέζ  στο  Δημοτικό  Ωδείο  Τρικάλων, φτάνοντας  στο  επίπεδο  της  Κατωτέρας.

    Στις  3-7-1985  αποφοίτησα  απ ’το  3ο  Λύκειο  Τρικάλων  με  βαθμό  απολυτηρίου  «Άριστα» (19 και 8/10) και  διαγωγή  «κοσμιωτάτη». Πριν  ακόμη  αποφοιτήσω  απ ’το  Λύκειο, τον  Ιούνιο  του  1983, έλαβα, μετά  από  επιτυχείς  εξετάσεις, το  πτυχίο  Αγγλικών  «Lower» (Diploma  in  English  by  the  Progressive  English  Group), με  διάκριση.

     Τον  Σεπτέμβριο  του  1985, μετά  από  Πανελλαδικές  Εξετάσεις, εισήχθηκα  στην  Φιλοσοφική  Σχολή  του  Αριστοτελείου  Πανεπιστημίου  Θεσσαλονίκης (Τμήμα  Ιστορίας-Αρχαιολογίας), ένατη  κατά  σειρά  επιτυχίας  και  με  υποτροφία. Κατά  τη  διάρκεια  των  σπουδών  μου  παρακολούθησα, ως  σύνεδρος, διεθνή  και  τοπικά  συνέδρια  με  ιστορικές  και  αρχαιολογικές  εισηγήσεις, καθώς  και  εισηγήσεις  που  αναφέρονταν  σε  άλλες  θεωρητικές;  Επιστήμες (κοινωνιολογία, ψυχολογία κ.ά.). Έλαβα  επίσης  μέρος, τον  Ιούλιο  του  1987, στο  Πανευρωπαϊκό  Βυζαντινολογικό  Συνέδριο, που  οργανώθηκε  απ’ την  ΕΟΚ, στο  Ευρωπαϊκό  Πολιτιστικό  Κέντρο  Δελφών.

      Στα  τέσσερα  έτη  των  σπουδών  μου  ανέλαβα  και  έφερα  σε  αίσιο  πέρας  αρκετές  εργασίες  στα  πλαίσια  φροντιστηριακών  μαθημάτων. Επίσης  έκανα  διάφορες  μεταφραστικές  εργασίες  στη  Βυζαντινή  ιστορία, στην  Κλασσική  Αρχαιότητα, στην  Προϊστορική  Αρχαιολογία, στην  Ιστορία  Σλαβικών  Λαών  και  στην  Ιστορία  της  Τέχνης. Τις  μεταφράσεις  έκανα  απ’ τα  Αγγλικά  και  τα  Γαλλικά.

     Στις  21  Ιουλίου  του  1989  κρίθηκα  άξια  του  πτυχίου  του  Τμήματος  Ιστορίας  και  Αρχαιολογίας  της  Φιλοσοφικής  Σχολής  του  Α.Π.Θ. με  ειδίκευση  στην  Ιστορία  και  βαθμό  «Λίαν  Καλώς» (8,34) και  στη  συνέχεια  ορκίστηκα. Στις  24-7-1989  υπέβαλα  δικαιολογητικά  διορισμού  στη  Διεύθυνση  Δευτεροβάθμιας  Εκπαίδευσης  Νομού  Τρικάλων.

     Τον  Οκτώβριο  του  1989  εισήχθηκα  στο  Διετή  Κύκλο  Μεταπτυχιακών  Σπουδών  του  Τμήματος  Ιστορίας  του  Α.Π.Θ. Ειδικεύτηκα  στη  Βυζαντινολογία, κάνοντας  ειδικές  επιστημονικές  εργασίες  και  παρακολουθώντας  ειδικά  σεμινάρια. Στις  10  Ιουνίου  1992  κρίθηκα  άξια  του  Διπλώματος  Μεταπτυχιακών  Σπουδών, κλάδου  Βυζαντινής  Ιστορίας, με  βαθμό  «Άριστα» (9,8δ.).

     Οι  Μεταπτυχιακές  εργασίες  μου  είναι  οι  ακόλουθες :

1        1)Πρωτεύουσα  εργασία  στη  Βυζαντινή  Ιστορία : Νεότερες  απόψεις  για  την  εσωτερική  ιστορία  του  Βυζαντίου  κατά  τον  7ο  αιώνα. Θεσ/νίκη, Φεβρουάριος  1992.

2        2) Δευτερεύουσα  εργασία  στην  Ιστορία  Σλαβικών  Λαών : Εγκατάσταση  και  παρουσία  Σλάβων  στη  Βυζαντινή  Μ.Ασία. Θεσ/νίκη , Ιούνιος  1991.

3        3) Δευτερεύουσα  εργασία  στην  Ιστορία  των  Χωρών  της  Χερσονήσου  του  Αίμου : Τα  «Θαύματα»  του  Αγίου  Δημητρίου  ως  ιστορικές  πηγές. Επιδρομές  και  Σλαβικές  εποικίσεις  εντεύθεν  του  Δουνάβεως. Θεσ/νίκη, Μάϊος  1991.

    Οι  καθηγητές  που  επέβλεψαν  τις  εργασίες  μου  και  με  βοήθησαν  στην  προσπάθειά  μου  να  προσεγγίσω  τα  παραπάνω  ιστορικά  ζητήματα  ήταν  οι : Διονυσία  Μισίου, Φαίδων  Μαλιγκούδης  και  Βασιλική  Παπούλια.

      Στη  διάρκεια  των  Μεταπτυχιακών  μου  Σπουδών, εκτός  απ’ την  Αγγλική  και  τη  Γαλλική  γλώσσα, ασχολήθηκα  και  με  τη  Γερμανική. Μετά  το  πέρας  του  Μεταπτυχιακού  μου  εγκρίθηκε  η  αίτησή  μου  για  Εκπόνηση  Διδακτορικής  Διατριβής  απ’ τη  Γραμματεία  του  Τμήματος  Ιστορίας-Αρχαιολογίας  της  Φιλοσοφικής  Σχολής  του  Αριστοτελείου  Πανεπιστημίου  Θεσσαλονίκης.

     Κατά  το  έτος  1991-1992  εργάστηκα  σε  ιδιωτικό  φροντιστήριο  στα  Τρίκαλα, διδάσκοντας  κυρίως  έκθεση  και  αρχαία  ελληνικά.

     Για  έξι  συνεχόμενα  έτη, απ’ το  1992  ως  το  1998  εργάστηκα  ως  προσωρινή  αναπληρώτρια  καθηγήτρια  με  σύμβαση  ορισμένου  χρόνου  με  το  Δημόσιο, στους  νομούς : Χαλκιδικής (από 7-10-1992  ως  30-6-1993),

              Ημαθίας (από  24-9-1993  μέχρι  30-6-1994),

              Βοιωτίας (από  19-9-1994  μέχρι  30-6-1995),

              Κοζάνης (από  18-9-1995  μέχρι  30-6-1996),

              Γρεβενών (από  16-9-1996  μέχρι  30-6-1997),

              Γρεβενών (από  24-9-1997  μέχρι  30-6-1998).

      Στο  διάστημα  των  συμβάσεών  μου  με  το  Δημόσιο  παρακολούθησα  δύο  κύκλους  μαθημάτων  στο  Π.Ε.Κ.  Κοζάνης (σεμινάρια  τριμηνιαίας  διάρκειας) για  τις  μεθόδους  και  τους  τρόπους  διδασκαλίας  της  Νέας  και  της  Αρχαίας  Ελληνικής  Γλώσσας. Επίσης  παρακολούθησα  ένα  σεμινάριο  περιβαλλοντικής  εκπαίδευσης  που  διεξήχθη  στη  Λιβαδειά  Βοιωτίας  κατά  το  σχολικό  έτος  1994-1995  και  δύο  σεμινάρια  θεατρικής  παιδείας  που  διεξήχθησαν  στην   Κοζάνη  και  στα  Γρεβενά  αντίστοιχα.

      Στον  ελεύθερο  χρόνο  μου  ασχολούμαι  με  τη  ζωγραφική, την  ποίηση  και  τη  μουσική (τραγούδι). Τον  Ιούνιο  του  1996  συμμετείχα  στον  Ποιητικό  Διαγωνισμό  της  ΠΕΛ (Πανελλήνια  Ένωση  Λογοτεχνών) στους  Δελφούς, και  μου  απονεμήθηκε  δίπλωμα  για  τη  Διάκρισή  μου  με  το  ποίημά  μου: «Επιθυμίες-Ναυάγια». Τον  Ιανουάριο  του  1998  έκανα  την  πρώτη  ατομική  μου  έκθεση  ζωγραφικής  στην  αίθουσα  εκδηλώσεων  του  Δήμου  Γρεβενών. Συμμετείχα, επίσης, σε μουσικό-ποιητικό αναλόγιο του ίδιου Δήμου το Μάρτιο του 1997, απαγγέλλοντας ποιήματα ελλήνων ποιητών και τραγουδώντας μελοποιημένα  αποσπάσματά τους.

      Στις  12  Ιουνίου  του  1998  έλαβα  μέρος  στο  διαγωνισμό  που  διενήργησε  το  Ανώτατο  Συμβούλιο  Επιλογής  Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) , για  την  πρόσληψη  εκπαιδευτικών  στη  δημόσια  εκπαίδευση. Στις  εξετάσεις  αυτές  κατέκτησα  την  πρώτη  θέση  πανελληνίως  στην  ειδικότητα  των  φιλολόγων. Τον  Οκτώβριο  του  τρέχοντος  έτους , διορίστηκα  απ ’το  Υπουργείο  Παιδείας  στη  Μέση  Εκπαίδευση.(1ο  Ενιαίο  Λύκειο  Γρεβενών).

      Κατά  το  σχολικό  έτος  1999-2000  επιμορφώθηκα  ως  υπεύθυνη  βιβλιοθήκης  στις  αρχές  βιβλιοθηκονομίας  και  στο  λογισμικό  ΑΒΕΚΤ  απ’ το  πρόγραμμα  «ΠΕΛΛΑ», του  οποίου  φορέας  υλοποίησης  ήταν  το  Α.Π.Θ. σε  συνεργασία  με το  ΥΠΕΠΘ  και  την  ευρωπαϊκή  κοινότητα. Παράλληλα, συνεργάστηκα ως υπεύθυνη καθηγήτρια σχολικού εντύπου με τους συναδέλφους μου και τους μαθητές μου του 2ου Ενιαίου  Λυκείου Γρεβενών στην έκδοση της μαθητικής εφημερίδας  «Ρωγμές», η οποία στάθηκε σημείο αναφοράς στα σχολικά χρονικά της τοπικής κοινωνίας.

      Τον  Ιούνιο  του  2000  μετατέθηκα  στο  Μουσικό  σχολείο  Τρικάλων, στο  οποίο  υπηρετώ  μέχρι  σήμερα  με  οργανική  θέση. Κατά  τη  διάρκεια  του  2000-2001  παρακολούθησα  σειρά  Σεμιναρίων, οργανωμένων  από  Πανεπιστημιακούς  και  άλλους  μορφωτικούς  και  πολιτιστικούς  φορείς (τα  στοιχεία  τους  αναγράφονται  με  λεπτομέρειες  στα  συνημμένα  έγγραφα), με  θέματα  ιστορικά, λογοτεχνικά, παιδαγωγικά, γλωσσικά  και  διαστάσεις  πολιτιστικές  και  κοινωνιολογικές.

      Παράλληλα , διατηρώ  σχέσεις  συνεργασίας  με  δημόσια  &  ιδιωτικά  Μουσεία  &  Συλλογές  της  χώρας και του εξωτερικού στα  οποία  έχω  προσφέρει  ως  δωρεά  ορισμένα  ζωγραφικά  μου  έργα (σχέδια, τέμπερες, ακουαρέλλες).

      Στο  διάστημα  2000-2003 εκπόνησα τρεις ανέκδοτες ιστορικές  εργασίες τις οποίες σκοπεύω σύντομα να δημοσιεύσω. Τα θέματά τους  αφορούν –τα περισσότερα- στη βυζαντινή περίοδο και είναι τα ακόλουθα:

1        1.Οι  Βίοι των Αγίων της  Μέσης  Βυζαντινής  περιόδου  ως  ιστορικές  πηγές. (Σημειώσεις  και  παρατηρήσεις  για  τα  βυζαντινά  αγιολογικά  κείμενα  της  Μέσης  περιόδου : 7ος-10ος αιώνας ).

2        2. Μαρτυρολόγια  και  Συναξάρια  απ’ τα  πρωτοχριστιανικά  χρόνια  έως  τον  6ο  αι. μ.Χ.: Η  πρώιμη  Βυζαντινή  περίοδος  μέσα  απ’ τους  βίους  των  αγίων. Τα  αγιολογικά  κείμενα  της  πρώιμης  βυζαντινής  περιόδου  ως  ιστορικές  πηγές. Επισημάνσεις  και  Παρατηρήσεις.

3        3. Σημειώσεις  και  παρατηρήσεις  στην  ιστορία  της  Βυζαντινής  αυτοκρατορίας  απ’ τον  11ο  ως  το  15ο  αι. Τα  αγιολογικά  κείμενα  της  περιόδου. (Συμβολή  στη  μελέτη  των  βίων  των  αγίων, απ’ τον  11ο  ως  τον  15ο  αι., ως  ιστορικών  πηγών).

    Στο πλαίσιο των μαθημάτων μου Ιστορίας της Τέχνης στο Μουσικό Γυμνάσιο-Λύκειο Τρικάλων εκπόνησα προσωπικές σημειώσεις και παρατηρήσεις για τη διδασκαλία της Ιστορίας της Τέχνης από την Αρχαιότητα ως την τέχνη του εικοστού αιώνα.(Εμπεριέχεται εικαστικό υλικό).

  Από το 2000 μέχρι σήμερα που υπηρετώ ως καθηγήτρια φιλόλογος στο Μουσικό Γυμνάσιο-Λύκειο Τρικάλων, συμμετέχω ενεργά στις γιορτές και στις πολιτιστικές εκδηλώσεις του Σχολείου( συναυλίες, εκθέσεις ζωγραφικής, διδασκαλία-επί τρία συναπτά έτη- του μαθήματος της Ιστορίας της Τέχνης με χρήση διαφανειών και προσωπικές σημειώσεις, λόγω της έλλειψης σχετικού εγχειριδίου κτλ.).Με συναδέλφους μου καθηγητές της Ε.Λ.Μ.Ε.Τ. οργανώσαμε το Μάιο του 2001 αφιέρωμα στη Μάνα, στο οποίο συμμετείχα απαγγέλλοντας και τραγουδώντας έργα ελλήνων ποιητών. Στις 30/10/2003 παρουσίασα, με επιτυχία, δειγματική διδασκαλία στο μάθημα της Βυζαντινής Ιστορίας Β΄Λυκείου, υπό την παρότρυνση και εποπτεία του Σχολικού Συμβούλου Φιλολόγων Ν. Τρικάλων κ. Κων. Παυλάκου.  Επίσης, συνεργάστηκα  με τους μαθητές μου, με αποτέλεσμα τη δημιουργία  δύο εργασιών-λευκωμάτων τοπικής ιστορίας με τα ακόλουθα θέματα:

1        Φωτογραφίζοντας τα παλιά Τρίκαλα. Μια ιστορική αναδρομή στην παλιά πόλη. Ένα  γοητευτικό οδοιπορικό σε ξεχασμένες εικόνες. Μια περιδιάβαση και σε εικόνες της πόλης του σήμερα.

2        2.Η περιοχή των Τρικάλων ( εμπεριέχονται φωτογραφίες που τράβηξαν οι μαθητές μου).

    Βασιζόμενη αποκλειστικά σε προσωπικές μου δαπάνες, εξέδωσα τα ακόλουθα βιβλία μου:

Ø Α) Ο Κλήρος στο Μακεδονικό Αγώνα. Η συμβολή του στην οργάνωση και στην αντίσταση του Ελληνισμού. Πρότυπες Θεσσαλικές Εκδόσεις. Τρίκαλα, Αθήνα, 2003. ΙSBN  960-7146-83-2.

Ø Β) Πολιτική θεωρία και Ιδεολογία των Βυζαντινών στην εποχή του Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου. Πρότυπες Θεσσαλικές Εκδόσεις. Τρίκαλα, Αθήνα, 2003. ISBN  960-7146-85-9.

Ø Γ) Τα Πανεπιστήμια στο Μεσαίωνα. Το Πανεπιστήμιο του Παρισιού.( 12ος-15ος  αι.). Ιστορία, ρόλος στις πνευματικές εξελίξεις, προεκτάσεις. Πρότυπες Θεσσαλικές Εκδόσεις. Τρίκαλα, Αθήνα, 2003. ISBN  960-7146-84-0.

Ø Δ) Εσωτερικός Μονόλογος ( ποιήματα 1997-1999).Πρότυπες Θεσσαλικές Εκδόσεις. Τρίκαλα, Αθήνα, 2003. ISBN  960-7146-82-4.

Ø E) Παιδαγωγική. Το Σχολείο εργασίας, φιλοσοφία, στόχοι και επιδράσεις. Αυτοέκδοση. Τρίκαλα, 2003. ISBN 960-92360-0-6.

Ø ΣΤ) Εγκατάσταση  και  παρουσία Σλάβων στη  Βυζαντινή  Μ.Ασία, απ’ τον 7ο  ως  τον  10ο  αιώνα. Αυτοέκδοση. Τρίκαλα, 2003. ISBN  960-92360-2-2.

Ø Ζ) Τα  «Θαύματα»  του  Αγίου  Δημητρίου  ως  ιστορικές  πηγές. Επιδρομές  και  Σλαβικές  εποικίσεις  εντεύθεν του Δουνάβεως. Αυτοέκδοση. Τρίκαλα, 2003. ISBN   960-92360-3-0.

Ø Η) Εικονομαχία  και  Αντιμοναχική  στροφή (Κων/νος  Ε΄). Αυτοέκδοση. Τρίκαλα, 2003. ISBN      960-92360-1-4.

Ø Επιστολές και σημειώματα, που εμπεριέχουν επαινετικά σχόλια και κρίσεις για τη συγγραφική μου δραστηριότητα, έλαβα από πολλούς ειδικούς, μελετητές βυζαντινολόγους και εκπροσώπους-υπευθύνους πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και επιστημονικών-μορφωτικών φορέων ανά τον κόσμο, κυρίως βέβαια από την Ευρώπη, την Αμερική (Η.Π.Α., Καναδά) και Αυστραλία.

Ø Αρκετά αντίτυπα βιβλίων μου έχω χαρίσει σε δημόσιες και ιδιωτικές βιβλιοθήκες της Ελλάδας και του εξωτερικού, με αποτέλεσμα τον εμπλουτισμό των συλλογών τους  και την άμεση προσπέλαση του περιεχομένου τους απ΄ την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα, αλλά και απ΄ το ευρύτερο φιλομαθές αναγνωστικό κοινό.       

.Στο πλαίσιο των καινοτόμων παρεμβατικών δράσεων και των εκπαιδευτικών προγραμμάτων του ΥΠΕΠΘ,  εκπόνησα, με τη συνεργασία των μαθητών μου και συναδέλφων μου άλλων ειδικοτήτων  τρία εκπαιδευτικά προγράμματα ( 2 Αγωγής Υγείας, 2 Περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, 1 για την προώθηση της Ισότητας των Φύλων με την καθοδήγηση και συνεργασία του ΚΕΘΙ στο συντονισμό των συνεργαζόμενων σχολείων), με τις ακόλουθες θεματικές, αντιστοίχως:

v 1.Οι τέχνες(ζωγραφική, μουσική, θέατρο, λογοτεχνία, γλυπτική) ως παράγοντας διατήρησης και ανάκτησης της ψυχικής υγείας του ανθρώπου( θεραπεία μέσω τέχνης)

v 2.Αναφορές στην Τοπική Ιστορία της Λιβαδειάς Βοιωτίας.

v 3.Η θέση της γυναίκας στη Βυζαντινή κοινωνία.( Δίκτυο σχολείων των Τρικάλων, Σύμπραξη 22).

v 4.Χοροθεραπεία, ο ρόλος της στη διατήρηση και ανάκτηση της ψυχικής υγείας του ανθρώπου.

v 5.Άρθρα μου στον τοπικό τύπο της πόλης των Τρικάλων έχουν δημοσιευτεί, κατά καιρούς,  με θέματα ιστορικά, ψυχολογικά, εικαστικά, ιστορίας της τέχνης καθώς και σχετικά με ζητήματα που αφορούν τις γυναικείες σπουδές. Στις περισσότερες των περιπτώσεων  η αρθρογραφία μου έχει, άμεση  ή έμμεση σχέση, με τα καινοτόμα εκπαιδευτικά προγράμματα  στα οποία  εμπλέκομαι. Επίσης, μελέτες  και ποιήματά μου έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα περιοδικά πολιτισμού και έντυπα για τα γράμματα και τις τέχνες( Νέα Σκέψη, Αντιπαραθέσεις Σκέψης Λόγου και Τέχνης, Νέα Αριάδνη, Οικουμενικός Ελληνισμός, Το Άωτον…του πολιτισμού και της Τέχνης, Νουμάς, Πνευματική Ζωή, Τρικαλινά Νέα, Διάλογος, Πρωινός Λόγος κ.ά.), καθώς και στα ηλεκτρονικά περιοδικά του Διαδικτύου: www.archive.gr.,www.pneuma.gr,     εγκριθέντα από ειδική επιτροπή πανεπιστημιακών καθηγητών του Πανεπιστημίου του Αιγαίου και της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, αντιστοίχως.

   Πρέπει ν΄ αναφέρω, επίσης, πως είμαι πιστοποιημένη επιμορφώτρια ενηλίκων από το ΕΚΕΠΙΣ  και συμμετείχα σε κύκλο επιμόρφωσης αλλοδαπών που αφορούσε την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας.

  Η γνώση  μου των ηλεκτρονικών υπολογιστών εντάσσεται σε μέτριο επίπεδο. Έχω παρακολουθήσει σχετικά σεμινάρια επιμόρφωσης 60 ωρών σε πρόγραμμα δια βίου εκπαίδευσης  και συνεχίζω να ενημερώνομαι πληρέστερα για τη χρήση των Η/Υ.

  Οι  ερασιτεχνικές μου ενασχολήσεις και τα γενικότερα ενδιαφέροντά μου κινούνται στο χώρο της ιστορίας, της ποίησης, της τέχνης  και της εκμάθησης ξένων γλωσσών. Σ΄ αυτές, είμαι κάτοχος του Κρατικού Πιστοποιητικού Γλωσσομάθειας επιπέδου Β2 (καλή γνώση) στα αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά. Παράλληλα, συνεχίζω να μελετώ τις παραπάνω γλώσσες με απώτερο σκοπό να κατακτήσω το ανώτερο/ανώτατο επίπεδο ( Γ1, Γ2). Η γνώση μου της Ιταλικής κυμαίνεται στο Μεσαίο επίπεδο, χωρίς σχετικό αποδεικτικό-πιστοποιητικό.

Τρίκαλα

Επικοινωνείτε εδώ
με την συγγραφέα

Αμαλία Κ. Ηλιάδη :
E-mail: ailiadi@sch.gr
Διαβάστε εδώ περισσότερα για την συγγραφέα Αμαλία Κ. Ηλιάδη

Λεξικό Google in.gr

Ιστοσελίδες που έχουν βάλει πρόσβαση στη "Χώρα των Θεών"

  1. Phorum.gr

  2. Pagina nueva 1

  3. Pathfinder Members - _ntrim_

  4. www.apostoliki-diakonia.gr

  5. Πρόταση Αξιοποίησης των Τεχνολογιών της Πληροφορίας...

  6. LITERATURA GREACA VECHE

  7. View topic - Phran thn Polh, phran thn...

  8. The Philips College

  9. The BuzzFlash Mailbag

  10. THE DAILY DELAY: WWJD?

  11. ALBANAC 10

  12. O ΔΥΩΝ ΑΝΑΤΕΛΛΩΝ

  13. η Σελίδα του Τάκη Ιωαννίδη

  14. Ομήρου

  15. KΑΛΗ ΑΝΤΑΜΩΣΗ

  16. "Se moua" and Open Source Software: Μάϊος 2004

  17. Νεκταρία Καραντζή

  18. Ιστοσελίδες της Εκκλησίας της Ελλάδος

  19. Πολυτεχνείου Κρήτης

  20. ΕΛΛΗΝΙΚH ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΠΥΛΗ

  21. Διαδικτυακή Κοινότητα Φοιτητών Νομικής

  22. Φώτης_Τζίκας 2006

  23. Phorum Διαδικτυακή κοινότητα

  24. ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΑ ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΑ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ

  25. Ο Οδυσσέας Ελύτης 10 χρόνια μετά…

  26. "Στάχτες" του Στράτου Φουντούλη Βρυξέλλες

  27. ΦΩΤΟ ΕΛΛΑΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ...

  28. Αγαπημένες συνδέσεις της Ελένης Τζήκα

  29. Κέντρο Ελληνικού Πολιτισμού-Ιφιγένεια Γεωργιάδου

  30. Όλγα Παλαιοχωρινού 2006 : Στιχομυθία

  31. ΔΔΕ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ / ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΕΙΣ

  32. Ελληνική Ραδιοφωνική Εκπομπή η ΑΝΤΑΜΩΣΗ

  33. Ελληνική λογοτεχνία Ξεφ(τ)υλλίζοντας....part 45

  34. Θρανίο Εκπαιδευτική Πύλη

  35. Εlogos Λογοτεχνικό
    Περιοδικό & Πύλη

  36. http://www.plefsis.gr/

  37. Πύλη Πληροφόρησης
    για την Εκπαίδευση

  38. Πληροφορική Υποστήριξη
    για τo μάθημα της γλώσσας

  39. Ένας τόπος
    ταυτότητας της Αρκαδίας

  40. Τάξη Γ->Δραστηριότητες->Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη

  41. matia.gr Ρίξε μια ματιά!

  42. Greeks in Australia

  43. Μικρός Απόπλους

  44. allgreekbooks.com

  45. Ιστοσελίδα του Ενοριακού Ναού Εισοδίων Θεοτόκου Ημεροβιγλίου Θήρας

  46. George's Greek MIDI

  47. Σαραντάκος Ανθολογία

  48. Γυμνάσιο Καστρίου
    Ψηφιακή Βιβλιοθήκη

  49. ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΣ ΙΣΤΟΧΩΡΟΣ

  50. ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ

  51. Ε-ΚΙΜΟΛΙΑ

  52. ΠΝΕΥΜΑ

  53. Touristic guide of Arcadia

  54. Greek History Resources

  55. ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ

  56. ENLACES

  57. FOUNDATION OF HELLENES

  58. lexima.gr

  59. Michael Lahanas
    Ελληνική Λογοτεχνία

  60. Ελληνικό Σχολείο η Αθηνά

  61. Εκδόσεις Κοχλίας

  62. η Σελίδα του Μετανάστη

  63. 'Ασχετος

  64. Greek Embassy in Canada

  65. Κopernikos

  66. Εκπαιδευτική Πύλη του ΥΠΕΠΘ

  67. schoolworks.gr

  68. translatum.gr

  69. η Σελίδα
    του Στράτου Δουκάκη

  70. η Σελίδα
    του Νίκου Δημόπουλου

  71. Kypros.org

  72. Deyteros.gr

  73. geo.gr

  74. Griekse websites

  75. krokeai.com

  76. Ιστότοποι του Διαπολιτισμού

  77. η Σελίδα
    του Βάϊου Φασούλα

  78. η Σελίδα της Μάνης

  79. Η ιστοσελίδα
    του Τσαμαντά Θεσπρωτίας

  80. Kyknos Books

  81. Greek Poetry, badly designed site, but great content, including Elytis: Axion Esti

  82. Ανθολογία
    του Σταύρου Αμπελά

  83. Η Ποιηση, ο Λογος και το Δια-δικτυο

  84. η Αλίκη στη Χώρα του Θεάτρου

  85. Dimitris P. Kraniotis

  86. biblio.html

  87. Constantinople Byzantium

  88. sadness.gr

  89. stoabibliou.gr

  90. ΔΙΚΤΥΑΚΗ ΜΑΘΗΣΗ

  91. constadina/literature

  92. 6 Γυμνάσιο Σερρών.gr

  93. arachova.com

  94. ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΣΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ

  95. fryktories/

  96. Ελληνική Ομογένεια

  97. Εκπαιδευτική Πύλη
    Νοτίου Αιγαίου

  98. Λογοτεχνικά λινκς2

  99. Odysseas Platyrrahos

  100. vathos_okeanou

  101. η Αλήθεια
    Εφημερίδα της Ομογένειας

  102. Ψάρι Ηραίας

  103. Syllabus

  104. archaeonia.com

  105. η Σελίδα
    του Νίκου Γκάτσου

  106. Ελλάδα , Ιστορία , Γλώσσα

  107. Parallel texts

  108. Δακανάλης Δημήτρης

  109. ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ

  110. ΚΝΩΣΟΣ ΚΡΗΤΗ

  111. roundtable.gr

  112. Φροντιστήριο μέσης εκπαίδευσης

  113. Λαβύρινθος Σιωπής

  114. Ποίηση - Λογοτεχνία

  115. εκπαίδευση

  116. Griechenland-Links

  117. ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ GUTERSLOH

  118. arcadians.gr

  119. Asimos_sindesmoi.html

  120. mononifika.gr

  121. Ρένος Αποστολίδης

  122. Literature

  123. η Πληροφορική
    στη Δημοτική Εκπαίδευση

  124. opinion/syndeseis

  125. 9ο Δημοτικό
    Σχολείο Ρεθύμνου

  126. οι Σελίδες
    του Θ. Καστρινού

  127. greekstandard.com

  128. Μυρτιώτισσα

  129. disabled.gr

  130. auth.gr

  131. Π λ ε ύ σ τ ε Σ τ η ν
    'A κ ρ η Τ ο υ Μ υ α λ ο ύ

  132. Αντίπαρος 2004

  133. των Ελλήνων οι Κοινότητες

  134. e-xios.gr

  135. anemologio.gr

  136. Tsounis
    St. John's University

  137. Ναός της Γνώσεως

  138. psathades

  139. diadiktiondirectory

  140. Ελληνική Λογοτεχνία

  141. Athena's v.3

  142. ΠΥΛΗ

  143. ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ

  144. Συνάντησης

  145. ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΦΟΙΤΗΤΩΝ ΣΙΚΑΓΟ

  146. Ελληνική Ιστορία

  147. www.ADSLgr.com !

  148. kalimera.nu

  149. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

  150. ο Ζωγράφος
    Γιάννης Σταύρου

  151. ΚΕΦΑΛΟΒΡΥΣΟ ΠΩΓΩΝΙΟΥ

  152. Greek literature p1

  153. Kazantzakis Nikos

  154. Literature from Leonidio

  155. Διμοτικό Σχολείο Κω

  156. Rempetika

  157. Σχολείο Λιέγης

  158. Σολωμός Διονύσιος

  159. adverts.gr

  160. Full Version: Το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

  161. www.agoraellas.gr

  162. Δημοτικό Σχολείο Λεμεσού

  163. Ελληνική Αστυνομία της Πάρου

  164. ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ

  165. Isocrates.gr

  166. Αετοράχη Ηλείας

  167. a9.com

  168. Σαρακατσάνοι

  169. Ράδιο Ήπειρος

  170. Ελληνική Γλώσσα

  171. WBYB Greek Radio Live

  172. Συνδέσεις

  173. Μετανάστης

  174. ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

  175. Βιβλιοθήκη Κολλεγίου Αθηνών

  176. Foreing Language

  177. Ted Kapsalis

  178. ΛΕΥΚΟΧΩΡΙ - LEFKOHORI

  179. greek studies Modern Greece

  180. Εσπερινά Σχολεία

  181. ΦΕΚ

  182. ΕΦΕΝ Εθνικής

  183. ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

  184. langues anciennes

  185. Ελληνική Ασπίς

  186. Ομογένια

  187. Εκπαιδευτικές σελίδες

  188. Χωριό Σέρβου

  189. 1ο ΤΕΕ ΕΥΟΣΜΟΥ Θεσ/νίκης.

  190. 4ο Δημοτικό Σχολείο

  191. Μεγαλόπολη - Megalopolis

  192. Διευθύνσεις για τη Λογοτεχνία

  193. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

  194. Χαλούλος Παναγιώτης

  195. Δημοτική μουσική
    Παραμυθιά on Line

  196. ΛΥΚΕΙΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ

  197. www.git.gr - λογοτεχνία

  198. Kimisis Serron

  199. Deykalion o Trachinios

  200. Κώστας Πετρόβ

  201. Γρηγόρης Αυξεντίου

  202. Kretaland


Μηνύματα και Επιστολές
Μηνύματα και Επιστολές
mailto:kostas@douridasliteratutre.com
mailto:kostas@douridasliteratutre.com
The LAND of GODS Since October 1996 Oakville/Τοροντο Canada
   Click here to Make Land of Gods
your star1t Page
Από τον Οκτώβριο του 1996 και μέχρι τις 4 Μαρτίου, 2005
η Χώρα των Θεών είχε περίπου 750 χιλιάδες επισκέψεις
"Ο κόσμος να χαλάσει, ακόμη και τα πιο απίθανα γεγονότα να συμβούν, δυο φαινόμενα δεν θα πάψουν ποτέ να υπάρχουν και να επαναλαμβάνονται. Η παπαρούνα πάνω στην έκρηξη της 'Aνοιξης και το βιβλίο πάνω στην έκρηξη των Ιδεών. Ή και το αντίστροφο". Οδυσσέας Ελύτης. Έγραψαν για τον Ίκαρο

σήμερα: