κάθε φορά
που ακούω το δημοτικό
τραγούδι, είναι λες, και πίδακες
να ξεπηδούν μέσα μου, και όχι για
να με πνίξουν, παρά για να μου σηκώσουν
την ελληνική περηφάνια στον έβδομο ουρανό!. κάθε φορά που ακούω το τσάμικο, είναι θαρρείς
και γίνεται μέσα μου πανηγύρι! -μόνο για εμένα..
Και όλοι μαζί οι πρόγονοι ήρθανε στην
χαρά: Εκεί ο πατέρας. Η μάνα..
'Oλα μου τα φευγάτα
μπαρπάδια.. Εκεί
και ο γέρος
του Μοριά.
ο Θοδωρής,
ο Κολοκοτρώνης!
ο δικός μου ο άνθρωπος
και ελευθερωτής του γένους μου,
ήρθε να με καμαρώσει όπου θα σύρω πρώτος! το χορό...
Εκεί και ο Ανδρούτσος της Γραβιάς, ο αγαπημένος μου παππούς..
Ήρθε να μου παραστεί στην χαρά μου, να με χειροκροτήσει με το Γιωργή Καραϊσκάκη,
τον Υψηλάντη και τόσους άλλους δικούς μου ήρωες...
κάθε φορά που ακούω το δημοτικό,
είναι λες και καταρράχτες από τον ουρανό, κρουνοί φωτός, μου περιλαβαίνουνε τον νου,
που μιας θολώνει, και μιας μου αστράφτει διάπλατα! πάνω στην φούρλα του χορού:
Διονυσιακή συγκίνηση!! που ταίρι της άλλο δεν έχει και δεν εματάειδα τέτοιο
συγκλόνισμα και τέτοια αίσθηση στα κόκαλά μου.
κάθε φορά που ακούω
το δημοτικό, ξαναγεννιέται το έθνος μου!.. Ξαναγεννιέμαι κι' εγώ και
γίνουμε νιος ξανά και παλικάρι!! Να είστε καλά!!
κώσ/δουρ.
Είναι καλό σημάδι να ξεκινά μια συζήτηση περί διδασκαλίας της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής. Μια συζήτηση που δεν είναι μόνο επιστημονική αλλά και πολιτική· και μάλιστα πρωτίστως πολιτική, αφού παραμένουν αναπάντητα ερωτήματα όπως: Γιατί δεν έχει εισαχθεί, ύστερα από 177 χρόνια εθνικής ανεξαρτησίας η διδασκαλία της Ελληνικής Μουσικής στα σχολεία του κράτους; Το ζήτημα της οργάνωσης της διδασκαλίας της Εθνικής Μουσικής έχει και άλλοτε απασχολήσει δασκάλους και λογίους. Σήμερα η παραδοσιακή μουσική «διδάσκεται» είτε στα μουσικά...λύκεια είτε στα ωδεία που έχουν σχετικά τμήματα, είτε σε ειδικές μουσικές σχολές (ΤΕΙ Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής Ηπείρου). Υπάρχει βέβαια και η κατά παράδοσιν προφορική διδασκαλία που εφαρμόζουν οι εμπειροτέχνες των οργάνων. Δείχνουν δηλαδή (παραδίδουν) με κάποιον τρόπο την τέχνη τους σε νέους που θέλουν να μάθουν όργανο, είτε για το κέφι τους είτε για να γίνουν επαγγελματίες της παραδοσιακής κομπανίας.
Όπως ο Υάκινθος στον μύθο από άνθρωπος έγινε λουλούδι, για να ζει πάντα με κάποια μορφή, έτσι και η μουσική γλώσσα αυτού του τόπου από κοινό βίωμα, ζωντανό στη λαλιά του καθενός, μεταμορφώνεται σιγά - σιγά σ' ένα λουλούδι - σαν μια πηγή λαλέουσα - όπου ίσως να μην θέλουν πια όλοι να το καλλιεργήσουν, αλλά όλοι ποθούν να το μυρίσουν, να γευτούν το άρωμα του, γιατί όλοι ξέρουν ότι το λουλούδι αυτό κρύβει κάτι δικό τους, κάτι δικό μας, κάτι απ΄ το άρωμα του τρόπου του τόπου.
Η κοινότητα λοιπόν δεν πέθανε. Ζει! Ζει και η γλώσσα της έστω και παραλλαγμένη, ζουν και τα κλαρίνα και οι τραγουδιστές οι άξιοι, και τα μελίσματα και τα φτιασίδια της. Σ' αυτή τη γλώσσα, σ' αυτό τον τρόπο γράφτηκε η μουσική γι' αυτόν τον δίσκο, έτσι απλά όπως ένας μαντιναδόρος Κρητικός φτιάχνει στιχάκια στα Ελληνικά και όχι στα Πορτογαλικά.
Δεν υπερασπίζομαι καμία εθνοκεντρική Ελληνικότητα, δεν ξέρω αν αυτός ο γλωσσικός τρόπος είναι Ελληνικός, αν έχει τις ρίζες του στο Βυζάντιο ή στην Αρχαία Ελλάδα. Απλώς αυτή είναι η λαλιά της μάνας μας, αυτός, είναι ο τρόπος που μας παραδόθηκε, αυτόν τον απόκρημνο ήχο έφτιαξε το χώμα και το νερό αυτού του τόπου, στην ουσία πέρα από όρια και σύνορα, μια και η λαλιά αυτή είναι σαν μια μουσική Ελληνιστική κοινή - μιλιέται με πολύχρωμες παραλλαγές από την Τυνησία μέχρι τις Ινδίες, Και από την Ρουμανία μέχρι την Αίγυπτο-.
Δεν ξέρω τι θα πει folklore, δεν καταλαβαίνω τι σημαίνει ethnic, ούτε γνωρίζω αν το έντεχνο ύφος προέρχεται αποκλειστικά απ' την Εσπερία και το λαϊκό απ' την Ανατολή.
Το μόνο που ξέρω είναι ότι η παράδοση που πρωτογνώρισα 9 χρονών παιδάκι κάνοντας δίπλα στον παππού μου τα πρώτα βήματα μου στο κλαρίνο, (μαθαίνοντας τότε μια γλώσσα που ήταν υπό διωγμό) δεν είναι - η γραία η ανέραστος η ημιθανής και εν αφασία τελούσα - με το σηκωμένο δασκαλίστικο δάχτυλο αλλά ήταν και παραμένει κορίτσι χαρμόλυπο, γεμάτο χυμούς, ολοζώντανο και αγαπητικό, που χορεύει ξυπόλυτο στο χώμα με μια διάθεση να αμαρτάνει και πάλι να μετανοεί , να ερωτεύεται, να εύχεται τη νόμιμη παράβαση για να ζει και να ανασαίνει, μια και καμία συγκεκριμένη οργανοχρησία, καμία τυπική ενορχήστρωση ή συγκεκριμένη μουσική μορφολογία δεν εξασφαλίζει την ουσία της (γνώρισα πολλούς γερόλυκους οργανοπαίχτες που την "Τσιτσόρνια" που έπαιζαν κλαρίνο, ακορντεόν και κιθάρα, παράδοση ήταν). Τώρα το κοπάδι των λύκων κρύβεται και η γλώσσα που ήταν υπό διωγμόν είναι <> προφανώς λόγω της εξωτικολαγνείας.
Κι όμως ο Αλέξης (που τραγουδά σ' αυτόν τον δίσκο 2 κομμάτια) είναι μόλις 26 χρονών και διόλου εξωτικός και παράξενος· απλά τραγουδάει όπου τον καλούν, στην μουσική γλώσσα που του δίδαξαν οι Πόντιοι γονείς του, χωρίς τίποτε το καινοφανές,χωρία καμιά σύζευξη περισπούδαστη Ανατολικοδυτικονότια. Το ίδιο και ο Χρήστος, ο ψάλτης, ο οποίος είναι 27 χρονών και ψάλλει (με πολύχρονη μαθητεία στο 'Aγιο Όρος), στον τρόπο τον έντεχνο, τον Ελληνικό, τον αρχοντικό, τον κοσμοπολίτικο. Και οι δύο αυτοί όπως και οι υπόλοιποι μουσικοί, από προφορική συνέχεια καρδιάς μαθημένοι, αποτελούν τα πρόσωπα (όχι τα άτομα) που καταδεικνύουν του λόγου το αληθές, την βιώμενη δηλαδή ζωντανή , μουσική λαλιά, την διόλου απόμακρη ή ξένη, που στην ουσία υπάρχει για να διακονεί την αγαπητική κοινωνία των προσώπων, δηλαδή του Λόγου το αληθές.
Από αυτή την αγαπητή κοινωνία των προσώπων πηγάζει ο Υάκινθος χωρίς να νομίζει ότι φέρει τίτλο παράδοσης σήμερα(κάτι τέτοιο θα ήταν ουτοπικό άλλωστε). Εκείνος στέκεται στην προσωπική ματιά, στην προσωπική δημιουργία, αντλώντας απ' τις αισθήσεις και το ζωντανό βίωμα, και απλώς αγαπάει να σταλάζει ήχους που να τους επιτρέπει το Φώς, ο Ήλιος και η Τρέλα αυτού του τόπου, λαχταρώντας συνάμα την «έννομον παράβασιν» τη ζωοποιό για να δροσίζεται και να ποτίζεται.
Το περιβόλι ανθεί λοιπόν, η γλώσσα είναι ζωντανή, τα πρόσωπα ζουν την αλήθεια τους τραγουδόντας την αγάπη τον έρωτα, το κλάμα τη λύπη μέσα
απ' τον κόμπο στο λαιμό σ' εκείνο το ωχ ή το αμάν, το ζεστό το καταδικό μας, στην γλώσσα του Σαμπάχ του Χιτζάζ, ή του πλάγιου του Β' ήχου, των δρόμων και των μακαμιών, που καθώς φαίνεται τα κατοπινά χρόνια θα μας φανεί χρειαζούμενη ή ίσως και θεραπευτική....
Η Γιορτή
(θύμηση από τις πρωινές εκστατικές ώρες των πανηγυριών)
Δεκατέσσερις ώρες να φυσάς κλαρίνο
το οινόπνευμα να εξατμίζεται μέσα του και μέσα σου.
Έρωτας στην σκόνη,
ο χορός ανυψώνεται, οι αλήθειες τώρα λέγονται,
Όλοι τις ξέρουν, όλοι τις ήξεραν
μόνο που πρέπει κάποιος να τις τραγουδήσει.
Εκείνοι θα του πουν
και αυτός θα κρυφακούσει τη γη και εκείνους μαζί
και θα επιστρέψει το πρόσφορο
στην ΓΙΟΡΤΗ στην χαρά των ΟΛΩΝ.
Πρόσφατα το θέμα αυτό τέθηκε για μια ακόμη φορά από πέντε μουσικούς και δασκάλους που αποτελούν την «Ομάδα πρωτοβουλίας για το θεσμικό πλαίσιο της διδασκαλίας της παραδοσιακής μουσικής στα ωδεία και τις σχολές μουσικής». Η… ομάδα των πέντε (αν μπορούμε να πούμε χωρίς να θέλουμε να υπεξαιρέσουμε τον τίτλο της γνωστής ιστορικής ομάδας των πέντε Ρώσων συνθετών) ανοίγει μια συζήτηση «για την αναγκαιότητα, τις μεθόδους και το όλο θεσμικό πλαίσιο διδασκαλίας της παραδοσιακής μουσικής στα ωδεία και τις μουσικές σχολές […] με στόχο την εκπόνηση κοινής πρότασης προς την αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Πολιτισμού, για τη συστηματοποίηση και θεσμοθέτηση των σχετικών μουσικών σπουδών». Δημιουργήθηκαν ομάδες εργασίας για τη μελέτη επί μέρους θεμάτων, όπως π.χ. η ύλη των οργάνων – συνολικά έλαβαν μέρος 150 άνθρωποι, ανάμεσά τους και πολλοί εμπειροτέχνες μουσικοί. Οι συζητήσεις και οι ζυμώσεις ανέδειξαν, όπως ήταν φυσικό, συμφωνίες και διαφωνίες, καθώς και ένα προβληματισμό που δείχνει πως είτε αυτή η ομάδα πρωτοβουλίας, είτε όποιος άλλος ασχοληθεί με την «τακτοποίηση» της χρονίζουσας αυτής εθνικής εκκρεμότητας, έχει να λύσει αρκετά προβλήματα.
Για παράδειγμα, όλοι συμφωνούν πως πρέπει να διασφαλιστεί η κατά παράδοσιν προφορικότητα της διδασκαλίας. Πώς έφτασε ως την εποχή μας μια τόσο ογκώδης, σύνθετη, πολύμορφη και πολυειδής γνώση; Και μάλιστα χωρίς ωδεία και άλλες μουσικές σχολές. Πόση σημασία θα δώσει ο σημερινός μουσικοδιδάσκαλος στις «μεθόδους» του πρακτικού οργανοπαίχτη; Και ποιος συγκεκριμένα είναι ο «κατάλληλος» εμπειροτέχνης δάσκαλος; Πώς θα αποφύγουμε κινδύνους όπως οι εμπειροτέχνες του γλυκού νερού και της αισθητικής της σκουπιδοτηλεόρασης, από τη μια, κι από την άλλη, έναν ενδεχόμενο ακαδημαϊκό συντηρητισμό που μπορεί να εκθρέψει η έδρα και η εξουσία της, καθώς και όλα όσα σιγά σιγά οικοδομούν τα απεχθή κατεστημένα στη διδασκαλία των τεχνών;
Στον τρόπο που παίζει ο παλαιός εμπειροτέχνης, στο πώς στολίζει και πώς «σχολιάζει» τις μελωδίες, στις ερμηνευτικές δηλαδή εκδοχές, υπάρχουν τόσο εν σπέρματι όσο και... «εν ανθίσει» αξίες καλλιτεχνικής φύσης, οι οποίες στον όλο κορμό της δημοτικής μουσικής αποτελούν τη μεγάλη δεξαμενή από την οποία καλείται να αντλήσει κάθε σύγχρονος μουσικός δημιουργός. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε πως οι ερμηνευτικές αυτές εκδοχές, και γενικά η τέχνη του μουσικού διαμορφώνονται όχι μόνο από όρους μουσικούς, αλλά κυρίως από ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Μια τέχνη που τώρα θα υποστεί την απαραίτητη κωδικοποίηση προκειμένου να γίνει «ύλη» διαβαθμισμένης διδασκαλίας. Η μουσική παράδοση μας κληροδοτεί πρωτίστως καλλιτεχνικές αξίες και αρχές πολύτιμες για την εκπαίδευση και όχι την κενή γραφικότητα της σχολικής γιορτής –του δικτάτορα που χορεύει τσάμικο– ή τα δημοτικά της τηλεόρασης. Ρητορικό, ας πούμε, ερώτημα προς εκπαιδευτές: Πώς άραγε «διδάσκεται» μια εμπειρία που βιώνεται σε ένα κοινωνικό περιβάλλον και διαμορφώνει τον ψυχισμό ενός ανθρώπου που «φυσά», π.χ., το κλαρίνο του σαν τον Κίτσο Χαρισιάδη; Και τι είναι αυτό που έχει μεγαλύτερη αξία για τον μαθητή: η αναπαράσταση του Χαρισιάδη ή το πώς ο τεχνίτης αυτός κατάφερνε να βάζει την καθημερινή του εμπειρία μέσα στον αέρα, που λέει ο λόγος, του κλαρίνου του;
Τα προβλήματα και τα ερωτήματα που θα πρέπει να «βασανίσουν» τους οργανωτές της νέας διδασκαλίας είναι πολλά και βέβαια δεν χωρούν σ’ αυτό το περιορισμένο σημείωμα. Ιδού όμως ενδεικτικά: Θα αξιοποιηθούν από το νέο σύστημα οι εμπειροτέχνες και πώς; Ναι, λέει η Ομάδα Πρωτοβουλίας, θα λάβουν τον τίτλο του «επίτιμου διδάσκοντος» από μια ειδική επιτροπή του ΥΠΠΟ. Χλωμό. Όλοι θα γίνουν επίτιμοι; Είναι όλοι καλοί; Κι ακόμα: Κάθε καλός μουσικός είναι αυτόχρημα και καλός δάσκαλος; Αμέσως αμέσως, για να βάλω δύσκολα, τι θα γίνει λ.χ. με περιπτώσεις όπως αυτή του σπουδαίου επώνυμου δεξιοτέχνη της δημοτικής μουσικής που παίζει σαντούρι, αλλά για τη δόξα και την... ύλη το έχει εγκαταλείψει και γράφει καψουροτράγουδα, από αυτά που κάνουν όχι μόνο τις επιτροπές των υπουργείων αλλά και πολλούς άλλους να βγάζουν σπυριά;
Αυτός βέβαια μάλλον δεν θα ενδιαφέρεται να γίνει επίτιμος, αλλά σαν κι αυτόν (τεχνίτες που έχουν πολλά να δείξουν σε μαθητές) υπάρχουν πλήθος και ασφαλώς ενδιαφέρονται, όχι για την τιμή του επιτίμου, αλλά να μην τους απαγορεύσει το νέο σύστημα να δουλέψουν σε σχολές, όπως ήδη το κάνουν για απλούς και πεζούς βιοποριστικούς λόγους. Ίσως το γνωρίζουν όλοι οι εμπλεκόμενοι, αλλά θα το αναφέρω ως επίλογο του σημειώματος για τους δασκάλους: Το μεγαλύτερο μέρος του γνωστικού τους αντικειμένου, δηλαδή τη μουσική ύλη που θα επεξεργαστούν, θα κωδικοποιήσουν και θα διδάξουν, την οφείλουν αποκλειστικά στους απαίδευτους πρακτικούς οργανοπαίχτες που υπήρξαν γνήσιοι φορείς της προφορικής παράδοσης. Χωρίς αυτούς δεν υπάρχει αντικείμενο διδασκαλίας! Τα χέρια των δασκάλων και τα ταμεία των ωδείων μένουν άδεια. Με άλλα λόγια, έχουμε μια περίπτωση όπου οι απαίδευτοι εμπειροτέχνες είναι, με κάποια έννοια, «πάνω» από τους πεπαιδευμένους λογίους και, για μια ακόμη φορά, δεν το ξέρουν. Με πόση άνεση οι δεύτεροι θα δεχθούν τη θέση που τους έδωσε η... μοίρα; Θέματα λεπτά. Οπως είπε ο μουσικός θεωρητικός Αριστείδης Κοϊντιλιανός (1ος αιώνας μ.Χ.): «Η πείρα χωρίς τη θεωρία κατορθώνει περισσότερα από όσα η θεωρία χωρίς την πείρα».
«Δείξε μου πώς χορεύει ένας λαός και θα σου πω
αν ο πολιτισμός του είναι υγιής ή άρρωστος».
Κομφούκιος
Ο συγγραφέας του άρθρου κ. Γιάννης Αυδίκος είναι
Καθηγητής Φ. Α μέλος του Δ.Σ. της Π.Ο.Π.Σ.Β μέλος του Ελληνικού
τμήματος CIOFF Αντιπρόεδρος Πνευματικού Κέντρου Συρράκου
Γιάννης Αυδίκος
O Αυτοσχεδιασμός του κορυφαίου στο Τσάμικο
Φίλοι σύνεδροι,
Αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω τον Πολιτιστικό Σύλλογο Βλάχων
Θράκης και την Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων για
την τιμή που μου κάνουνε.
Ο κορυφαίος πρέπει να βιώνει το τραγούδι και να ανταποκρίνεται στο ύφος αυτού και δε θα πρέπει να παρασύρεται σε υπερβολές. Ο κορυφαίος στο Τσάμικο πρέπει να εκστασιάζεται αλλά να μην επιδίδεται σε κατάχρηση κινήσεων. Ο κορυφαίος πρέπει να γνωρίζει ποιες κινήσεις του ταιριάζουν και όχι να αντιγράφει κινήσεις που δεν του ταιριάζουν και είναι πέρα των δυνατοτήτων του..
Στη μακρόχρονη πορεία μου υπηρετώντας την ελληνική παράδοση και τους
ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς, διαπίστωσα ότι για μένα δεν είναι μόνο
επιστήμη, σπουδές, αγάπη και σεβασμός, αλλά βιώματα και πολλά άλλα
αισθήματα που δεν περιγράφονται.
Γιατί μέσα σ' αυτή βρίσκονται όλα εκείνα τα στοιχεία που μας δίνουν τη
δύναμη να κατανοήσουμε την πολιτιστική μας κληρονομιά.
Ο Κομφούκιος έλεγε: «Δείξε μου πώς χορεύει ένας λαός και θα σου πω αν ο πολιτισμός του είναι υγιής ή άρρωστος».
Οι προγονοί μας έλεγαν: «Άν δ' ό γέρων χορεύει εις τάς τρίχας γέρος εστίν εις δέ την ψυχήν νεανι,ς».
Είναι φανερό ότι ο χορός είναι έκφραση συναισθημάτων με κινήσεις χεριών
ποδιών και σώματος με τη συνοδεία μελωδίας και λόγου. Επίσης εκτελείται
για κοινωνικούς, λατρευτικούς, ψυχαγωγικούς και άλλους σκοπούς.
Είναι αναμφισβήτητο επίσης γεγονός ότι ο χορός ασκεί δύναμη, γοητεία
και εξελίχθηκε σε υψηλή πολιτιστική μορφή στην κοινωνία μας.
Είναι όργανο επικοινωνίας και έκφρασης.
Έλκει όλες τις κοινωνικές τάξεις.
Ο χορός είναι από τις σπάνιες ανθρώπινες δραστηριότητες, όπου ο
άνθρωπος δίνεται ολόκληρος με το σώμα, την καρδιά το πνεύμα και την
ψυχή.
Η ιστορική ανάπτυξη των χορών στην Ελλάδα ακολουθεί την ιστορική
εξέλιξη της χώρας. Είναι φανερό ότι και οι παραδοσιακοί χοροί έχουν τη
δική τους εξέλιξη. Λόγοι ιστορικοί, γεωγραφικοί, κλιματολογικοί και
άλλοι επέδρασαν σημαντικά στη διαμόρφωση της ιδιοτυπίας αλλά και της
πολυμορφίας των ελληνικών παραδοσιακών χορών.
Τεράστια είναι η ποικιλία των ελληνικών παραδοσιακών χορών.
Είναι αντίστοιχη του πλούσιου συναισθηματικού κόσμου των Ελλήνων.
Έτσι έχουμε χορούς ιστορικούς, πολεμικούς, ηρωικούς, αγάπης,
νυφιάτικους, εργατικούς, σατυρικούς, μιμητικούς, περιγελαστικούς και
πολλούς άλλους.
Οι ελληνικοί παραδοσιακοί χοροί έχουν το μέτρο της "ντροπής" και του
σεβασμού και αποφεύγουν την πρόκληση και την επίδειξη.
Οι ελληνικοί παραδοσιακοί χοροί ως μορφή λαϊκής δημιουργίας άμεσα
συνδεδεμένης με τη μουσική και το τραγούδι είναι αποτέλεσμα της
πολυμορφίας των λειτουργιών της ζωής των Ελλήνων. Οι αυτοσχέδιες
συλλήψεις, οι παρορμήσεις της στιγμής δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για
ένα υψηλό τεχνικά χορευτικό αποτέλεσμα, που καταδεικνύει τις
καλλιτεχνικές ιδιότητες του ελληνικού λαού.
Ένας από τους χορούς τους ηρωικούς είναι ο ΤΣΑΜΙΚΟΣ, ο πιο καθιερωμένος
χορός της Στεριανής Ελλάδας. Σε πολλές περιοχές της χώρας λέγεται και
Κλέφτικος. Το όνομα του «ΤΣΑΜΙΚΟΣ» κατά πάσα πιθανότητα το πήρε από την
περιοχή της Τσαμουριάς της Ηπείρου. Σαν ηρωικός χορός πρωτοχορεύτηκε
από άνδρες, αλλά αργότερα στον κύκλο του χορού προστέθηκαν και οι
γυναίκες.
Ο Τσάμικος χορεύεται όπως είπαμε σ' όλη τη Στεριανή Ελλάδα με κάποιες
ιδιαιτερότητες. Μια από τις ιδιαιτερότητες είναι ο ρυθμός της μουσικής.
Ενδεικτικά αναφέρω τις περιοχές της Ρούμελης και του Μωριά, που
χαρακτηριστικό της
μουσικής είναι ο πιο γρήγορος ρυθμός, είναι τα 3/4. Της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, που ο ρυθμός είναι τα 6/8.
Ο χορός Τσάμικος χορεύεται σε διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, γάμους,
βαφτίσια, πανηγύρια. Επίσης χορεύεται και από χορευτικά συγκροτήματα
διαφόρων πολιτιστικών συλλόγων.
Η έκφραση των χορευτών που χορεύουν στις κοινωνικές εκδηλώσεις είναι
πιο αυθόρμητη και διαφέρει από αυτή των χορευτών που ανήκουν στα
χορευτικά συγκροτήματα, που αναγκαστικά είναι πιο στυλιζαρισμένη και
τυποποιημένη λόγω της επιβαλλόμενης εμφάνισης.
Η έκφραση των χορευτών επηρεάζεται και από τα λόγια του τραγουδιού, τον
τρόπο εκτέλεσης, το χώρο αλλά και την ποιότητα της απόδοσης του
μουσικού οργάνου.
Οι κινήσεις πρέπει να εναρμονίζονται με το ιστορικό του τραγουδιού.
Ο κορυφαίος πρέπει να βιώνει το τραγούδι και να ανταποκρίνεται στο ύφος
αυτού και δε θα πρέπει να παρασύρεται σε υπερβολές. Ο κορυφαίος στο
Τσάμικο πρέπει να εκστασιάζεται αλλά να μην επιδίδεται σε κατάχρηση
κινήσεων.
Ο κορυφαίος πρέπει να γνωρίζει ποιες κινήσεις του ταιριάζουν και όχι να
αντιγράφει κινήσεις που δεν του ταιριάζουν και είναι πέρα των
δυνατοτήτων του.
Περισσότερα θα πούμε στην πρακτική.
Τελειώνω με μια παράκληση: όλοι εμείς που συμμετέχουμε ενεργά στην
μουσικοχορευτική μας παράδοση θα πρέπει να ξέρουμε μέχρι πού
εξαντλείται η δική μας παρέμβαση.
Ας μην αλλοιώσουμε τη χορευτική μας παράδοση προσθέτοντας κινήσεις ξένες προς αυτή.
Ας διατηρήσουμε τις κινήσεις εκείνες όπου εναρμονίζεται και συνυπάρχει
το ταπεινό με το λεβέντικο, η σεμνότητα με τη χάρη, η απλότητα με την
περηφάνια, ο Σταυραετός με την Πετροπέρδικα.
Με το τραγούδι το δημοτικό,
και τον Παπασιδέρη* μάνα μου
που τ' ακούω παθιάζουμε.. Τα γηρατειά μου
τα ξεχνώ κι' αρχίζω
κι' ονειριάζουμε..
Παλικαρόπουλο γίνουμε,
μανούλα το μαντίλι!!
Στο νου μου αρμάθες τα σπαθιά
στα πόδια το τσαρούχι... ζυγές εδώ,
ζυγές εκεί, παντού βροντούν κλαρίνα!..
Στήνω χορό στης εκκλησιάς τον πλάτανο..
Μανούλα την ευχή σου!! Σαράντα μέρες στο χορό
και δεν τ' αποχορταίνω.. Βάνω σουρίχτρα και σφυρώ
και χαλασμό σηκώνω.. Βλέπω βουνά, βλέπω
λογγιά κι' αντάριασμα στα πλάγια
χιλιάδες γιδοπρόβατα περνούν
στα βοσκοτόπια κι' ακούω
τα κυπροκούδουνα
κι' εγώ λαλώ φλογέρα..
Καβάλα πάνω στο άλογο
τον Θοδωρή σιμώνω και τον ρωτώ
για να μου πει πως πάει τ' αρματολίκι
κι' αυτός με ένα χαμόγελο και με τρανό καμάρι,
ρίχνει λεφτά στα όργανα για μένα που χορεύω..
Με το τραγούδι το δημοτικό, και τον Παπασιδέρη...
Σαν τραγουδάει κλέφτικο με πάει στην ιστορία..
Σαν τραγουδάει το συρτό, στης νιότης τα λημέρια..
Σαν τραγουδάει τσάμικο... μανούλα το μαντήλι!!
κώσ/δουρ.
Tαξίμι..
Είναι ο αέρας,
η πνοή που χαϊδεύει
τον ήχο. Είναι ο ήχος,
που ακολουθεί την
πνοή, τον αέρα.
Μάτια μου! Το κλαρίνο
αυτοσχεδιάζει και δημιουργεί
από το χθες στο σήμερα με το ταξίμι..
Τα μπαρουτοκαπνισμένα
καρυοφύλλια ξανα-
ζωντανεύουν
την απουσία
των καιρών
και των
πραγμάτων
της ποίησης,
της αφομοίωσης
της παγκοσμιοποίησης
και όλα που λήγουν τα της οίησης,
στο σωτήριο έτος του 2004.
κώσ/δουρ.
Κι' άστραψε ο κόσμος σου 'Αγιε μου μετανάστη!.
Με το τραγούδι το δημοτικό στα ερτζιανά..
Ξεχύθηκε η λεβεντιά στους ουρανούς!
Κι' άστραψε ο κόσμος σου 'Αγιε μου μετανάστη!.
Και η γης που πριν σε τρόμαζε το αχανές..
Τώρα χωριό στα πόδια σου, δες,
Στις παραλίες του Sydney
Πεντέξι στήσαν το χορό
Απ τα ελληνάκια σου
Για τα μεράκια σου
Αι μετανάστη.
Στο τραπεζάκι
Ουζάκι..
Για την Ελλάδα μας μωρέ παιδιά..
'Αντε μας γεια! Στον Καναδά ..Καλή καρδιά.
κώσ/δουρ.
Θεέ μου δεν μούδινες
και μένα -έστω
για λίγο- την δύναμη
να μπορούσα να πλάσω
τον κόσμο του Έλληνα με
το κλαρίνο του Πετρολούκα
Χαλκιά!... Και αφού δεν είναι
βολετό.. τότες, δώσε μου την
γαλήνη να ακούσω όλες τις νότες
αυτού του γίγαντα μάγου στο κλαρίνο
πριν πέσω στον δίκαιο ύπνο σου κώσ/δουρ.
Οι τρεις κορυφαίοι παραδοσιακοί δεξιοτέχνες ο Πετρολούκας Χαλκιάς κλαρίνο, ο Χρήστος Ζώτος, λαούτο και ο
Αχιλλέας Χαλκιάς βιολί, με αφορμή μια δισκογραφική συνεργασία τους που εκδόθηκε στην Γερμανία το1999,
θα ξαναβρεθούν να δώσουν ζωντανά το μουσικο στίγμα της Ηπείρου μια κατ' εξοχήν μουσική παράδοση που
ενσωματώνει οργανικά τον αυτοσχεδιασμό. Στα κρουστά τους συνοδεύει ο Νίκος Κοντός.
Ακούστε απόσπασμα από την εμφάνισή τους στις "Φωνές"
Κυρά μου καπετάνισσα κυρά: Σε βλέπω με την ρόκα σου να σαλαγάς τ αρνιά, κειδά στις ράχες τις ψηλές στο Καρδαρίτσι! Κι εγώ σου το βοσκόπουλο, την προσευχή να κάνω για σε στον τσάμικο, Κυρά: Να σου πηδώ απ το 'να βουνό στ' άλλο να φέρνω φούρλες, και με του Ζάχου την φωνή να σου λεω την "Βοσκοπούλα"... Κι εσύ κυρά η Κιτσιαρέλαινα να σου χτενίζει τα μαλλιά και η παναγιά να σου φοράει γιορντάνια. Κι εγώ ζωσμένος τ' άρματα ν' αστράφτω! Ο αστραπόγιαννος κυρά, στην χρυσοπλούμιστη την φορεσιά του γέρου μου Κολοκοτρώνη! Να πάμε μέρα του βαγιού στην εκκλησιά του Αϊ Νικόλα!.
Και σαν πιο κει πιο ύστερα, σαν έρθει εικοσιδυό Νοέμβρη, να πάμε πάλι
να γιορτάσουμε τα δεκαοκτώ μας χρόνια παντρεμένοι, και να'χουμε
τον παπά Βασίλη στο Eυαγγέλιο... (1988)
κώσ/δουρ.
'Όταν ακούω να παίζει το κλαρίνο ή το βιολί
'Όταν ακούω
το κλαρίνο ή το βιολί -στα 61 μου-
στήνω χορό με το ..μυαλό Αγγελένια μου
να σε χαρώ στο τσάμικο, βλάμικο!
Συμπεθεριό κινάει ξανά
με καβαλάρηδες μπροστάρηδες..
Και πίσω εγώ μαζί τα νιάτα μου
η μαυρομάτα μου!
Και απάνω στο χορό μ' ένα ..θυμό
στο λεω κοφτά να ξεμπερδέψω :
"Θε να σε κλέψω ντάλα γιόμα
μ' ένα φιλί στο στόμα!".
κώσ/δουρ.
το Πάσχα των Ελλήνων της διασποράς
Στον Χρήστο Βαρελά
Όπου η καρδιά του Έλληνα κι' οχτώ πατρίδες κι' όχι μια...
Κι' ανήμερα το Πάσχα λαλούν κλαρίνα και βιολιά
σε όλη την γη του Αϊ μετανάστη!
'Όπου ψυχούλα ελληνική στις γειτονιές του κόσμου,
μπρούσκο κρασί κι' αρνιά στην σούβλα!..
Λουλούδια ανθρώποι και πουλιά
πάνω απ' τους φράχτες της ολόλαμπρης αυλής,
καρτερικά κι' ευλαβικά γλυκοκοιτούν
-θαρρείς προσεύχονται στον Πλάστη:
Δωσμου θεέ μου μια στιγμή
φούρλα να φέρω τη ζωή μέσα απ' το τσάμικο
κι' όπως θα σειέμαι θα λυγώ και σμίξω τον Έλληνα ..θεό...
Σαν αστραπή να γεννηθώ ξανά στην γη
κι' αφού αισθανθώ την πασχαλιά ως άνω!
Μαζί και την Ελλάδα!!! Ύστερα ας ..πεθάνω!!
κώσ/δουρ.
η Αρετή Κετιμέ
και το
δημοτικό μας τραγούδι
Είναι Μεσολογγίτισσα γλυκιά νεράιδα που λες και η λίμνη
την ξεπέταξε
σαν ένα θαύμα που γεννιέται κάθε εκατό χρόνια!..
Είναι η Αρετή Κετιμέ και είναι μόλις 15 χρόνων! Έχει ένα μυαλό
που είναι γιομάτο προκοπή και ατέλειωτη ανθρωπιά πολύ
περισσότερο αγάπη για την δημοτική μας μουσική.
Είναι η μελωδός όπου με το σαντούρι της και την γλυκόλαλη
φωνή της σε πάει Διονυσιακό ταξίδι από την αρχαιότητα
και το Βυζάντιο ίσια στα δοξασμένα χρόνια για την λευτεριά μας
και από εκεί να απογειώνεσαι ως τους εφτά ουρανούς
με τα τραγούδια της ξενιτιάς και της αγάπης!!
Το δημοτικό μας τραγούδι σκύβει και προσεύχεται στην Αρετή..
Είναι ο τρόπος του να λυτρωθεί να μην χαθεί στην επερχόμενη λαίλαπα της Αμερκάνουσας ...γρίπης όπου απειλεί να σκοτώσει
ό,τι ιερό και όσιο βρεθεί στο πέρασμά της απ' τους πολιτισμούς
των λαών της γης πολύ περισσότερο και της Ελλάδας..
κώσ/δουρ.
να σου βαρούν νταούλια και κλαρίνα
Σαράντα αηδόνια και μια πέρδικα, σαράντα Απρίληδες κανίσκι σούστειλα.. Δεκέμβριο μήνα.
Και διάλεξα και μούλα γοργοπόδαρη, που σου την στόλισαν νεράιδες και ναυτόπουλα. Κανισκιοφόρη έβαλα το γιο πραματευτή, και γύφτους απ' την ανατολή, με σηκωμένα τα πανζάκια κι' ανυπόδητοι. Ντεληκανίδες! Γυμνόστηθοι, και με μαντίλι μαύρο στο λαιμό και κόκκινο μπερέ, να σου βαρούν νταούλια και κλαρίνα. Και μια τσιγγάνα βεργολυγερή, ηλιογέννητη 'πω και θεέ μου!. να σου χορεύει σέρτικο!
Σαράντα αηδόνια και μια πέρδικα, σαράντα Απρίληδες κανίσκι σούστειλα.. Δεκέμβριο μήνα. (1988)
κώσ/δουρ.
Σήμερα ο τόπος καίγεται
στο χάϊ στο τουφεκίδι..
Η βλαχουριά γλεντοκοπά
βροντάνε τα κλαρίνα.
Του Βέλου ο γιος παντρεύεται
φέρτε θρακιάρικο γίδι,
φέρτε της Ντάριζας κρασιά
κι απ'τα Βαρκά ρετσίνα.
"Χάϊντε να ζήσουν τα παιδιά"
βιολιά καλά το λέτε.
Η νύφη σέρνει το χορό
απ' τα'κρίβου της το χέρι,
Βελοξιφτέρης τραγουδά
κι Αγγέλο χροπουλιέται,
καμάρι η νύφη το γαμπρό
-ζευγαρωμένο ιταίρι.
κώσ/δουρ.
(γράφτηκε στα χρόνια του στρατού)
τα Δημοτικά... του Κώστα Δουρίδα
Ο χρόνος είν' ο φταίχτης...
Μου γαλαριάσαν τα βουνά
με σίδερο μ' ατσάλι..
Φράξαν τις στράτες στο Χελμό,
στο Ρούσιο στον Αλπούξο,
στην Ζήρια στην Μπαλαλονιά
στο Διάρχο στον Διχάλι,
και μώβαλαν φρόγκο στον λαιμό
να μη μπορώ να σκούξω.
Κατάρα στον αδικητή
στον άτιμο το σκύλο.
Οπου μου πήρε την χαρά
-κατάρα ο θεομπαίχτης.
Χάη - χάη.. βγαίκα καημένη μου ψυχή
στου μπαλκονιού το στύλο,
κι αποχαιρέτα τα βουνά κι ο χρόνος είν' ο φταίχτης...
κώσ/δουρ
Μόνο για το φιλί σου
Λενιώ γυναικαδέλφη μου
και μικροπαντρεμένη.
Λυπάμαι που δεν κράτησα
μπέσα στον μπατζανάκη.
Μα τι να πω το ντέρτι μου
ήταν τρανό καημένη,
τα χείλη σου λαχτάρισα
και τώριο σου κορμάκι.
Τώρα ας με κρίνει το χωριό
και τα Ντουναίηκα όλα.
Κι ο άντρας σου ο Παναγής,
και η Μέλπω η αδελφή σου.
Όλοι ας μου κάνουν 'φορεσμό
ας με πλανέψουν φόλα..
Εγώ γεννήθηκα στην γης
μόνο για το φιλί σου.
κώσ/δουρ
Κουτσομπολόϊ
Κακό συνήθειο τώχετε
'σείς οι γεροντοκόρες,
μες το χωριό άλλη δουλειά
δεν έχετε να κάντε,
παρά να κουτσιομπόλετε
τι κάνουν οι άλλες κόρες,
με ποιον επήγαν την βραδιά
και δώστου κουσ' και χάϊντε.
Τώχουν και οι χήρες τούτο εδώ,
λίγο πολύ ντριβέλι.
Σαν απολείψει ο γανωντζής
οι χτισται οι γυρολόοι,
τότε οι καημένες στο χωριό,
-μελίσσια απ' το κουβέλι,
βγαίνουν και παν' στης αλληνής
για το κουτσιομπολόϊ..
κώσ/δουρ
Ο Βλαχοθωδωρής
Αϊντε ορέ Βλαχοθωδωρή
είσαι διαβόλου φάρα..
Μπελάδες βάζεις στο χωριό
κι αναποδιές μ' ατσάλι.
Οπώβρεις τσιούπα μοναχή
ελεύθερη ή ζευγάρα,
την ξελογιάζεις στο λεφτό
και της γλεντάς τα κάλλη.
Αναθεμά τα μάτια σου
και τα καμωματά σου.
Σιώγαμπρος! ήρθες στο χωριό
-τον κόκορα μας κάνεις!
Πάψε πια τα γινάτια σου,
πολλά τα κριματά σου
Θα δώσεις λόγο στο Θεό,
μια μέρα σαν πεθάνεις.
κώσ/δουρ
Τα παρατράγουδα
Βασίλω κόρη του Βρανά,
μοναχοδυχατέρα
που σ' έχει η μάνα σου ακριβή
τ'αδέρφια σου χαϊδιάρα.
Πέσε μου χθες στον Αϊλιά
τι έκανες όλη μέρα?
Με το βοσκόπουλο του Μπαλή
στου πουρναριού την κλάρα?
-Συ κοίτα το κονάκι σου!
κυρά με τις αδράχτες,
κι αν θες ακόμα να σου πω,
κοίτα την αφεντιά σου!
Μηδά το φουστανάκι σου
πήδηξε λίγους φράχτες?
Η λές δεν ξέρει το χωριό
τα παρατραγουδά σου..
κώσ/δουρ
Τα Προξενιά
Κυρά Μαγδάλω θα στα πω
στα μπούνια μ' έχεις φέρει
μ' αυτή την δυχατέρα σου
και να μου την παινεύεις.
Κοίταξε αλλού να βρεις γαμπρό
δώστης καν' άλλο ταίρι.
Με με' χάνεις την μέρα σου
και τζάμπα με παιδεύεις.
Ας έχει η κόρη σου λεφτά,
και γιούκους στην αράδα
Κι ας είν' στην χώρα η πιο χρυσή
και μ' ομορφιά μεγάλη.
Πως να στο πω δεν μου φτουρνά
έχ' άλλη φιλενάδα!
Θα την επάρω ας είν' φτωχή
Θάχω ήσυχο κεφάλι..
κώσ/δουρ
Αν θέλεις βάλε μπιστικό..
Καρτέρι μώβαλε ο παπάς
ο τραγομπαλαρίλος
Στ' αλώνια απέξω απ' το χωριό
πιο πέρα απ' τα πλατάνια
Τούπανε λέει, της παπαδιάς
είμ' ο καινούργιος φίλος
Και θα μου κάνει 'φορεσμό
-με πιάσαν τα ντουμάνια
'Aκου παπά μου να σου ειπώ
Μην μου ξανάρθεις πάλι
να μούμβεις τσιάμικος ταμπλάς
δεν ξέρω τι θα γίνει..
Αν θέλεις βάλε μπιστικό
στο σπίτι σου χαμάλη
Βάλε χαβιά της παπαδιάς
στις κόρες σου χαλήνι..
κώσ/δουρ
Τσοπανοπούλα του Αϊλιά
Τσοπανοπούλα του Αϊλιά
και του Βαρλάμη ρούσα
Απόψε θάρθω να σε βρω
κει πώχεις την κοπή σου,
Τέτοια στιγμή στην ερημιά
καιρό την καρτερούσα,
να σ' εύρω μόνη στο βουνό
να πάρω το φιλί σου.
Μην μου κακώσεις βρε Μαριώ
κι ας είσαι αραβονιάρα
του Φέρμελη, στο λέω κοφτά
με όρκο και με πάθη.
Να μείνεις μόνη στο βουνό
τώχω βαριά κατάρα
Θα κοιμηθούμε αγκαλιά
κανείς δεν θα το μάθει..
κώσ/δουρ
Βάλε πρόσβαση με Banner ή όχι στην σελίδα σου για το Δημοτικό Τραγούδι
Δημοτικό τραγούδι
ένας θρύλος και μια κληρονομιά
Στην μνήμη της εξαδέλφης μου Αικατερίνης
Θεοδωρακόπουλου που έφυγε τόσο νωρίς και μας άφησε τον κόσμο φτωχότερο..
Εδώ και πολλά χρόνια απασχολεί τους λαογράφους και τους μελετητές της Αρκαδίας αν ,
το πολυτραγουδισμένο δημοτικό τραγούδι που αφορά τα Σαράντα Παλληκάρια , είναι σχετικό
με την Τρίπολη , πρωτεύουσα της Αρκαδίας .
Παλιότερα , ο μακαρίτης τώρα Τάσος Τσακόπουλος , δημοδιδάσκαλος από τη Νεστάνη , είχε
πετύχει παραλλαγή που παρουσίαζε τα Σαράντα Παλληκάρια ν΄ έρχονται από την Αρκαδιά ( Κυπαρισσία ) ,
για να πατήσουν την Τριπολιτσά , φέρνοντας μάλιστα και τον γνωστό Αρκάδα από το Τουρκολέκα , τον Νικηταρά .
«Το δημοτικό τραγούδι είναι το καθρέφτισμα της ψυχής του λαού μας.
Είναι η ευαισθησία του απλού ανθρώπου, που εκφράζεται με λόγια και μουσική,
που βγαίνουν μέσα από την καρδιά του. Είναι ιριδισμοί αισθημάτων και αισθήσεων,
μουσική πανδαισία, είναι ομορφιά, ποιότητα.
Το δημοτικό τραγούδι, είναι τα ψηλά βουνά, τα σκιερά δάση και τα δροσερά ποτάμια
της Πατρίδας μας, όπου με τρυφεράδα τα στοιχεία της φύσης μπλέκονται με τα
ανθρώπινα συναισθήματα και γίνονται έρωτας, αγάπη, θυμός, πολεμικός παιάνας,
θρήνος, πίκρα, νανούρισμα, λαχτάρισμα.
Το δημοτικό τραγούδι είναι λεβεντιά, ντοπροσύνη, μπέσα, παλικαριά,
που με τη συνοδεία του κλαρίνου και του λαούτου οδηγεί το κορμί σε
ρυθμό αρχέγονου χορού, όπου το μυαλό εκστασιάζεται και ξετυλίγονται
τα όνειρα σα δροσερό ποτάμι σε άνυδρη πεδιάδα.
Το δημοτικό τραγούδι, έφερνε τα βήματα των συγχωριανών μας στο Τσάμικο,
στο Συρτό, στον Καλαματιανό, την ημέρα της Λαμπρής στα προαύλια των εκκλησιών και ξωκλησιών,
στα λαϊκά πανηγύρια, στα γλέντια των γάμων και των βαφτησιών, στις εκδηλώσεις των εθνικών και τοπικών
επετείων. Με το τραγούδι "καρτέραγαν", πάντρευαν και ξεπροβόδιζαν τους αγαπημένους τους, βάφτιζαν τα
παιδιά τους, γιόρταζαν και γλεντούσαν. Και μαζί του συχνά πολεμούσαν...»
H Νεκταρία Καραντζή είναι η συνέχεια του Χρόνη Αηδονίδη
H Νεκταρία Καραντζή είναι η συνέχεια του Χρόνη Αηδονίδη και ο άγγελος της Βυζαντινής μουσικής.
Σήμερα είναι 27 ετών, δικηγόρος με master στο Ποινικό Δίκαιο. Αλλά τα
εφόδια της δεν είναι μόνο αυτά.
Μεγάλωσε κοντά στον Γέροντα Πορφύριο. Αυτός ήταν που προέτρεψε τον
πνευματικό της να την ανεβάσει, μόλις 9 ετών, μαζί με άλλα κοριτσάκια της
ηλικίας της στο ψαλτήρι της Αγ.Παρασκευής της Μαλακάσας.
«Όταν οι δρόμοι συναντιούνται ...» ονομάζεται το διπλό cd που κυκλοφορεί από το Μελωδικό Καράβι. Ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του θρακιώτικου παραδοσιακού τραγουδιού Χρόνης Αηδονίδης, μαζί με μια νέα παρουσία στο χώρο του τραγουδιού, τη Νεκταρία Καραντζή, συναντιούνται στο διπλό αυτό cd με την αφορμή και μιας άλλης συνάντησης... Οι παραδοσιακοί και οι βυζαντινοί δρόμοι (όπως αλλιώς ονομάζονται οι ήχοι) σμίγουν στην έκδοση αυτή, με τις φωνές του δάσκαλου και της μαθήτριας, υπό το φως του ιδιαίτερου συμβολισμού ότι το έργο διάσωσης και προβολής της μουσικής παράδοσης του τόπου μας θα υπάρχει «ες αεί», μεταφερόμενο από γενιά σε γενιά. Στο πρώτο cd ο Χρόνης Αηδονίδης, με τη ζεστή βελούδινη φωνή του και η Νεκταρία Καραντζή ερμηνεύουν παραδοσιακά τραγούδια της Θράκης και της Μικρά Ασίας τόσο γνωστά (όπως το «Μαύρο μου χελιδόνι», «Κάτω στην άσπρη πέτρα», «Αρμένου γιος») όσο άγνωστα και ανέκδοτα έως τώρα (όπως «Αγάλι αγάλια χτένι μου», «Ένας άγουρος», «'Aναψε το φαναράκι». Το δεύτερο cd περιλαμβάνει βυζαντινούς ύμνους, ερμηνευμένους και από τους δύο καλλιτέχνες, με τη συνοδεία της βυζαντινής χορωδίας του Δημήτρη Βερύκιου.
Κι εκεί πέρασε
τις κυριακές της ψάλλοντας, σεμνά και όπως ο Γέροντας ήθελε, στα παιδικά
της χρόνια, παίρνοντας μαθήματα παράλληλα στη Σχολή Βυζαντινής Μουσικής
της Ιεράς Μητρόπολης Πειραιώς, με δασκάλους τον π. Αντώνιο Βάλβη, τον κ.
Δημήτρη Βερύκιο και τον κ.Διαμαντή Μαυραγάνη.
Σιγά σιγά, το τάλαντο που ο Θεός της έδωσε, άρχισε να καρποφορεί. Μόλις
στα 14 χρόνια της έχει την τιμή να ηχογραφήσει βυζαντινούς ύμνους, κοντά
στη φωνή του Γέροντα Πορφυρίου και να εκδοθεί η πρώτη κασέτα, με τίτλο:
"Ιησού Γλυκύτατε" από το μοναστήρι του Γέροντα, το Ι.Ησυχαστήριο
"Μεταμόρφωση του Σωτήρος". Ακολούθησαν και άλλες τέτοιες κασέτες, με τη
Νεκταρία να έχει τη μεγάλη ευλογία να ακουγεται πλάι στον Γέροντα.
Έφτασε όμως η στιγμή, η φωνή αυτή να υπερβεί τα στενά όρια του
περιβάλλοντός της και να ακουστεί σε όλους μας. Έφτασε η στιγμή, όταν ο
Χρόνης Αηδονίδης, το αηδονι της Θράκης, αυτός ο σπουδαίος παραδοσιακός
ερμηνευτής, την έπιασε από το χέρι, όταν κατάλαβε το ταλέντο και τη σπάνια
ικανότητά της να ερμηνεύει τους παραδοσιακούς και βυζαντινούς δρόμους με
αρτιότητα τεχνική, γλυκύτητα φωνής αγγελική και τρόπο συγκινητικό και την
οδήγησε στα τυχερά αυτιά μας.
Στο δίσκο
"Όταν οι δρόμοι συναντιούνται", ο δάσκαλος δείχνει τη μεγάλη του
αγάπη αλλά και την εμπιστοσύνη του σ' αυτό το νέο κορίτσι και κάνει κάτι
που ποτέ έως τώρα, στα 50 χρόνια δράσης του στο τραγούδι, δεν έκανε, με
μαθητή του.
Θέτει το όνομά της πλάι στο δικό του και μοιράζεται μαζί της
στο διπλό αυτό cd, τραγούδια δικά του, της Θράκης αλλά και ύμνους
βυζαντινούς, που τόσο καλά ξέρει η Νεκταρία να ψάλλει από παιδί.
Κι ύστερα την οδήγησε, για μια ακόμη φορά,
Κριτική: Είναι ένα από τα πιο προσεγμένα, τόσο από άποψη καλαισθησίας της έκδοσης όσο και από άποψη επιλογής των μουσικών κειμένων και ερμηνείας τους από τους καλλιτέχνες, που κυκλοφορούν στις μέρες μας, στο χώρο του παραδοσιακού τραγουδιού και της βυζαντινής εκκλησιαστικής μας μουσικής. Το αηδόνι της Θράκης, τον Χρόνη Αηδονίδη, τον ξέρουμε και από παλιά. Η φωνή του πάντα μας καθηλώνει και μας μαγεύει. Αυτό που δεν ξέραμε ως σήμερα είναι η φωνή αυτής της κοπέλας, που όπως όλα δείχνουν είναι η συνέχειά του. Στην αρχή, όταν την άκουσα, νόμιζα πως είναι κόρη του. Η Νεκταρία Καραντζή είναι πραγματικά μία σπουδαία φωνή. Ομολογώ πως όταν την πρωτοάκουσα, στάθηκα βουβός να την απολαύσω! Τον προτείνω ανεπιφύλακτα τον δίσκο αυτόν και ειδικά στους λάτρεις της παράδοσης. Είναι αδύνατο να μη μείνετε ικανοποιημένοι
στ' αυτιά μας, μέσα από την
εικόνα και τον ήχο της τηλεόρασης, κάθε απόγευμα της Μεγάλης Εβδομάδας,
στην ΕΤ1, με την συγκλονιστική εκπομπή: "ΕΠΙΚΡΑΝΘΗ".
Εκεί η Νεκταρία, στο
πλάι των δύο δασκάλων της, του Χρόνη Αηδονίδη και του Δημήτρη Βερύκιου,
μας ανέβασε, με τις ουράνιες μελωδίες που ανέβλυζαν από το στόμα της, σε
ύψη πνευματικά και ζήσαμε το άγιο Πάθος με άκρα κατάνυξη.
Στο πρόσωπό της ο δάσκαλος Χρόνης Αηδονίδης μας υπέδειξε την - καθ' όλα -
άξια διάδοχό του και ο Γέροντας Πορφύριος την αναγνώριση της γυναικείας
παρουσίας στο χώρο της ψαλτικής τέχνης.
Agapite Kwsta,
ηλεκτρονικό περιοδικό
Λογοτεχνίας και πολιτισμού
'ελα να δεις...
den boreis na fantasteis ti axia exei auth h selida sou! Den boreis na fantasteis posh parhgoria kai sugkinhsh genna sthn kardia mas!
Murizei ap' akrh s' akrh ellada kai politismo. Xehylizei apo agnh aki adolh agaph gia kathe ti ellhniko kai omorfo! Einai enas xwros gematos diamantia politismou, arwmata kai thumises ths patridas.
Den boreis na fantasteis, agaphte Kwsta, ti shmasia exei auth h selida sou oxi mono gia ton ellhnismo ths Diasporas alla kai gia tous ellhnes pou zoun sthn Ellada.
Hthela pro kairou na sou grapsw ol' auta, alla ena arthro pou dhmosieyses sthn selida sou teleutaia kai einai grammeno apo ton filologo Andrea Tsiara, mou edwse thn eukairia na to kanw twra. To arthro gi' auto to exaisio koritsi, th Nektaria Karantzi. Poso me sugkinei otan thn akouw! Poso sugkinhthhka pou diavasa ol' auta ta uperoxa logia gia ekeinhn! To aidoni mas,
o Chronis Aidonidis pou tosa xronia mas sugkinei kai mas anevazei sta upsh me thn ahdonolalia tou, mas paradidei mia axia, ksexwristh kai uperoxh diadoxo, pragmatika!
Petros Nikolaidis
Η μυσταγωγία της βυζαντινής ιερουργίας και η ιστορική ελληνική παράδοση
αιώνων, βρίσκει στη φωνή της χαρισματικής αυτής κοπέλας την υπέρτατη
έκφραση, τόσο από άποψη αρτιότητας και δεξιοτεχνίας, όσο και κυρίως από
άποψη συγκλονιστικής ερμηνείας, γλυκύτητας και χάρης.
Για τους δύσπιστους, αρκεί μία και μόνη ακρόαση.
Προσωπικά νιώθω τυχερός που μπορεί σήμερα να μου χαϊδεύει τ' αυτιά η
γλυκολαλιά της και να μπορώ να λέω: η βυζαντινή μουσική βρήκε τη γνήσια
αγγελική φωνή της και ο Χρόνης Αηδονιδης τη συνέχειά του.
Ο Παναγιώτης Λάλεζας γεννήθηκε στην Αρχαία Κόρινθο το 1973. Το πάθος του για το τραγούδι οφείλεται στον πατέρα του, ο οποίος του δίδαξε τον τρόπο να ερμηνεύει σωστά, δύσκολα παραδοσιακά τραγούδια. Παράλληλα, μελετώντας ηχογραφήσεις γραμμοφώνου από τους Γ. Παπασιδέρη, Κ. Ρούκουνα, Δ. Αραπάκη, Ρ. Εσκενάζυ, Ρ. Αμπατζή, Γ. Μητσάκη και Γ. Κάβουρα μυήθηκε στον αμανέ, στο σμυρναίικο και στο ρεμπέτικο τραγούδι. Από πολύ νωρίς διακρίθηκε για το μοναδικό τρόπο ερμηνείας του και σε ηλικία μόλις εννέα ετών πραγματοποίησε την πρώτη του δισκογραφική παρουσία, που έγινε αφορμή για δεκάδες τηλεοπτικές εκπομπές από την κρατική τηλεόραση. Ακολουθούν πλήθος βραβείων και τιμητικών διακρίσεων σε διαγωνισμούς παραδοσιακού τραγουδιού. Από τα δώδεκα χρόνια του δραστηριοποιείται επαγγελματικά στο παραδοσιακό τραγούδι, ερμηνεύοντας δημοτικά τραγούδια σε παραδοσιακά πανηγύρια, γάμους, παραστάσεις χορευτικών συγκροτημάτων και σε άλλες εκδηλώσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, σε συνεργασία με καταξιωμένους μουσικούς του χώρου. Παρακολούθησε μαθήματα βυζαντινής μουσικής με δάσκαλο το Σίμωνα Καρρά και μαθήματα λαούτου από το δεξιοτέχνη μουσικό Χρήστο Ζώτο. Στο ενεργητικό του έχει 17 προσωπικούς δίσκους με παραδοσιακά τραγούδια ενώ διδάσκει φωνητική στο ΤΕΙ Ηπείρου.
Σουλτάνα... Τσάμικος Πελοποννήσου, τραγουδισμένο από τον Παναγιώτη
Λαλέζα και παιγμένο από τον Κώστα Καλαϊτζάκη με τρόπο χαρακτηριστικό
της περιοχής.
Το 2003 συμμετέχει στο δίσκο «Smyrne» της ορχήστρας Εστουδιαντίνα ερμηνεύοντας το παραδοσιακό και απαιτητικό σμυρναίικο «Μανές της καληνυχτιάς». Η ηχογράφηση αυτή έγινε η αφορμή για να τον ανακαλύψει ο Γιώργος Νταλάρας , ο οποίος εκφράζεται με ενθουσιασμό για τη φωνή και τον τρόπο ερμηνείας του. Ο δίσκος «Smyrne» έγινε ήδη χρυσός, βραβεύτηκε ως ο καλύτερος δίσκος παραδοσιακής ελληνικής μουσικής στα βραβεία «Αρίων» και ο Παναγιώτης Λάλεζας είναι από τους βασικούς ερμηνευτές σε όλες τις ζωντανές εμφανίσεις της ορχήστρας. To χειμώνα του 2004-2005 συμμετέχει στο πρόγραμμα «Της Ελενίτσας...» στην «Ακτή Πειραιώς» και στο Fix Community, με την Ελένη Τσαλιγοπούλου, την Εστουδιαντίνα, το Δημήτρη Ζερβουδάκη και τη Γιώτα Νέγκα. Στα μελλοντικά σχέδια του Παναγιώτη Λάλεζα εντάσσεται ένας προσωπικός δίσκος με παραγωγό τον Γιώργο Νταλάρα.
Στις προσωπικές ζωντανές εμφανίσεις του ο Παναγιώτης Λάλεζας προτείνει παραδοσιακές μουσικές και τραγούδια από όλη την Ελλάδα, εκφρασμένα με τον πλέον αυθεντικό τρόπο. Για το σκοπό αυτό συνεργάζεται με τους σημαντικότερους σολίστ παραδοσιακής μουσικής από διάφορες περιοχές της χώρας όπως τους Νίκο Φιλιππίδη, Αλέξανδρο Αρκαδόπουλο, Γιώργο Κοτσίνη, Γιάννη Βασιλόπουλο, Γρηγόρη Καψάλη κα στο κλαρίνο και τους Γιώργο Κόρο, Νίκο Οικονομίδη, Γιώργο Μαρινάκη, Κυριάκο Γκουβέντα κα στο βιολί. Χρησιμοποιεί την παραδοσιακή «ζυγιά» στην απόδοση των τραγουδιών, δηλαδή μικρή ορχήστρα με κλαρίνο, βιολί, λαούτο και κρουστά ή την πλήρη ορχήστρα που έχει όλα τα παραπάνω όργανα με επιπλέον το σαντούρι, το κανονάκι και το ούτι.
Tο όνομα του Γιώργου Παπασιδέρη, του Aρβανίτη από την Kούλουρη (Σαλαμίνα), είναι μύθος στο λαϊκό τραγούδι. Hχογράφησε 1.850 τραγούδια από το 1928 ώς το 1977, τραγούδησε σε πανηγύρια και κέντρα με τους καλύτερους μουσικούς της περιόδου και σφράγισε με τη βελούδινη φωνή του δεκάδες τραγούδια-σταθμούς, που οι επερχόμενες γενιές των Eλλήνων θα ανακαλύπτουν και θα χαίρονται, έστω κι αν τα MME θα τα μεταδίδουν με το σταγονόμετρο.
H περίπτωσή του περιγράφει την πορεία του ελληνικού τραγουδιού, καταρρίπτοντας τα ψεύδη, για πρόσωπα και καταστάσεις, για διαχωρισμούς στη μουσική μας, για την ποιότητα και τη διασκέδαση. Kαι πάνω απ' όλα για την εμπορική συμπεριφορά των εταιρειών δίσκων χθες και σήμερα.
Γεννήθηκε «μέσα» στο κέντρο «Πιπεριές» που διατηρούσε ο πατέρας του στην Kούλουρη και απ' όπου πέρασαν ο Mήτσος Aραπάκης, ο Δημήτρης Aτραΐδης, ο Pούκουνας. Hταν η τέλεια μαγιά για το πλάσιμο του συνθέτη-τραγουδιστή Γιώργου Παπασιδέρη (Παπαϊσιδώρου) γιου του Xρήστου και της Aικατερίνης, τρίτου από τα εννέα παιδιά τους...
Tραγούδια με τον Γιώργο Παπασιδέρη από την σελίδα των <<Αρκάδες εσμέν>>
Στην «Kολούμπια» από το 1928 Bαφτίστηκε τραγουδιστής το 1928 -στην «Kολούμπια»!- από το γείτονά του, γνωστό λαουτιέρη Σιδέρη Aνδριανό, αφού δούλεψε «στα 14 χρόνια του μούτσος στο καΐκι του Γιώργη Mάθεση, για ένα χρόνο. Mετά, καραγωγεύς. Φυσικά, θα τραγουδούσε, όπως όλοι...», μας πληροφορεί ο Θανάσης Mωραΐτης που τα κείμενα της έρευνάς της συνοδεύουν και διαφωτίζουν την έκδοση των δύο CD της FM Records: «Ο Γιώργος Παπασιδέρης τραγουδά αμανέδες και ρεμπέτικα» και «Ο Γιώργος Παπασιδέρης τραγουδά σπάνια δημοτικά τραγούδια (ελληνικά και αρβανίτικα)».
H πρώτη προσέγγιση στη διαδρομή και το έργο του Παπασιδέρη ανατρέπει τη «μοναδικότητα» στο είδος. Ο Γ. Π. ώς το 1935 τραγουδούσε αμανέδες, δημοτικά και ύστερα ρεμπέτικα, καθώς και μερικά σμυρνέικα, μας πληροφορεί ο καλός μελετητής του. «Eλεγε τα πάντα». Πρώτο ηχογραφημένο τραγούδι ο αμανές «έχω πολλά παράπονα στο στήθος μου γραμμένα -πότε θα 'ρθεί αυτή η στιγμή να σ' τα πω ένα-ένα».
Eπιβεβαιώνεται η συμμετοχή των καλλιτεχνών στην εθνική ζωή. Ο Γ. Π. το 1940 έγραψε τραγούδια συμμετοχής στον αγώνα κατά του εισβολέα: «Mεσ' της κλεισούρας τα βουνά», «Mέρα και νύχτα με το ντουφέκι», «Nα 'μουν πουλί να πέταγα ψηλά στην Aλβανία», «Kαι σεις βουνά της Kορυτσάς» (το ηχογράφησε το 1947).
-Στην έκδοση παρουσιάζονται πρώτη φορά και δύο τραγούδια που ηχογράφησε το 1940-41 και έγραψε με το Δ. Σέμση («Mας φέρθηκες μπαμπέσικα», «Tο κόλπο σου δεν έπιασε»).
Aναδεικνύεται μια αλήθεια. H αξία των μουσικών, που προσθέτουν στο έργο -στο πάλκο ή την ηχογράφηση. Kαι από τα τραγούδια που «είπε» ο Παπασιδέρης δεν πρέπει να παραλειφθούν τα ονόματα των Nίκου Kαρακώστα, Aπόστολου Σταμέλου, Kώστα Γιαούζου, Nίκου Pέλλια, Γιώργου Aνεστόπουλου, Tάσου Xαλκιά, Xαράλαμπου Mαργέλη, Bάιου Mαλλιάρα, Παναγιώτη Kοκοντίνη, Bασίλη Σαλέα, Γιάννη Bασιλόπουλου (κλαρίνο), Δημήτρη Σέμση ή Σαλονικιού, Aνέστου Aρβανιτάκη, Aλέκου Aραπάκη, Γιώργου Kόρου (βιολί), Aλέκου Γκαραβέλη, Mανώλη Φυστιξή (τσέμπαλο) και Σιδέρη Aνδριανού (λαούτο).
Στιγμές από τη ζωή του
Eνα κείμενο σε τοπική εφημερίδα και τέσσερις συνεντεύξεις που υπάρχουν στο συνοδευτικό βιβλίο ζωγραφίζουν ρεαλιστικά το Γ. Παπασιδέρη.
Γράφει ο λαογράφος Nίκος I. Σαλτάρης στην εφημερίδα «Σαλαμίνα» (Οκτ. 1977): «...ήταν υποκινητής στο να στραφούν προς το αγνό, το αληθινό αυτό δικό μας τραγούδι, και γενικά την ελληνική που κληρονομήσαμε μουσική, πολλοί σύγχρονοί του και κατόπιν νεότεροι συνάδελφοί του, ακολουθώντας τον στο σωστό δρόμο, από μίμηση προς αυτόν. Γιατί εκείνος, διαθέτοντας πλούσιο και προνομιούχο, από κάθε άποψη, φωνητικό όργανο, φωνή μελωδική με διαύγεια, ευρύτητα, ακρίβεια φθόγγων, έκταση ζηλευτή, αντοχή θαυμαστή, καταγοήτευε όλους τους επίδοξους τραγουδιστές, τους υποκινούσε, τους έσερνε αγκιστρωμένους και μιμητές του προς το δημοτικό αγνό τραγούδι και τους έκανε πιστούς του...».
H γυναίκα του, Aφροδίτη, είπε (Σαλαμίνα 1996): «Παντρευτήκαμε, αφού πάντρεψε τις αδελφές του με τα χρήματα που έπαιρνε από τις γραμμοφωνήσεις. 1.000 δρχ. το τραγούδι. Ο γιος μας, ο Xρήστος, γεννήθηκε το 1932. Ο Γιώργος δεν σταμάταγε να τραγουδά. Eρχόταν σπίτι από τη δουλειά και μου έλεγε: "Bήτα, δώσ' μου πουκάμισο, φανέλα, να αλλάξω ρούχα, να φύγω''. Tόσο πολύ. Aν είχα κρατήσει τα τηλεγραφήματα και τα γράμματα που του στέλνανε από εκεί που τραγουδούσε θα βλέπατε πως τον λατρεύανε. Tον καλούσανε σε όλα τα πανηγύρια, γάμους, βαφτίσια, παντού... Στον πόλεμο τραγουδούσε στον "Eλατο'', στην Ομόνοια. Tου πήγαινα ρούχα γιατί απαγορευόταν τότε να έρθει στην Kούλουρη, δεν τους αφήνανε στο Πέραμα. Mετά το 1947, έβγαλε πολλούς δίσκους. Ο λόγος του πέρναγε στην Kολούμπια. Tραγούδησε μέχρι το 1972. Tραγουδούσε και αρβανίτικα, του τα ζήταγε ο κόσμος, τα είχε κάνει δίσκο προπολεμικώς: "Aνθίση ντρίζα ε μάλιτ'', "Pακαμπάνα παπαντήσε'', "Σκόβα γκα Mαρίετε'', "Aτό τσε βένε ντε πηλό'', "Λίτσε μόι Λίτσε''. Kαμιά φορά, πήγαινα κι εγώ μαζί του. Δεν έβγαζε πολλά λεφτά. Eπαιρνε 200 δρχ. στο γάμο ή στο πανηγύρι».
Ο «κολλητός» του Παπασιδέρη, Bαγγέλης Λαθούρης (είχε την ταβέρνα «Tο πυροφάνι» στον Aγιο Nικόλαο, στη Σαλαμίνα), θυμάται: «Eίχε γραμμοφωνήσει το πρώτο τραγούδι, αμανές ήταν σε σαμπάχ. Tο τούμπα, δεν θυμάμαι τι είχε. Tην ώρα που ερχότανε από την Aθήνα με την πλάκα στο χέρι, τον θυμάμαι. Hρθε στον πατέρα μου απάνω που 'χαμε ένα γραμμόφωνο "Star'' -μόνο εμείς είχαμε γραμμόφωνο στην Kούλουρη. Eφερε, το βάλαμε εκεί, τ' ακούσαμε. Ω! Ο Παπασιδέρης. Mετά έβγαλε τα: "Σουζινάκ'' και "Xιτζασκιάρ''. Aπό τότε κάναμε παρέα, τραγούδαγε δε και στην ταβέρνα μου συνέχεια, με το Mανώλη Φυστιξή, ο Γιαννάκης με το σαντούρι, ο Pούκουνας, η Bασιλική Tακουΐ, που 'χει παντρευτεί στη Xασιά, ο Aραπάκης ο τραγουδιστής. Ο Παπασιδέρης τραγουδούσε κάθε φεγγάρι, κάθε πανσέληνο. Οταν είχε φεγγάρι, οι ψαράδες δεν πιάνανε ψάρια και κάνανε αναγκαστικά ρεπό 4-5 μέρες, αράζανε κι ακούγανε το Γιώργο. Πήγε να παίξει στην Hπειρο. Φύγανε όλοι από το κέντρο που ήτανε οι Xαλκιάδες και πήγανε να ακούσουνε τον Παπασιδέρη».
Ο τενόρος Kωνσταντίνος Πάλλας τον αξιολογεί: «...Eίχε θαυμάσια φωνή. Aν ο δρόμος του τον έριχνε σ' ένα ωδείο, θα ήταν ένας θαυμάσιος δραματικός τενόρος. H φωνή του ήταν από τη φύση της "τοποθετημένη''. H αναπνοή του ήταν τεράστια. Hταν προικισμένος από τη φύση. H άρθρωσή του ήταν τέλεια, δεν έχανες λέξη...».
Ο τραγουδιστής και σαντουριέρης Aλέκος Γκαραβέλης θυμάται: «...Δούλεψα μαζί του από το 1935 ώς το 1960. Mαζί ήταν κι ο Γιαούζος. H τελευταία φορά ήταν στην οδό Ψαρών 24, στου Mπερέκου. Eλεγε χίλια τραγούδια και δεν κουραζότανε. Σοβαρός, πάντα στην ώρα του. Tου 'μαθα πολλά καμπίσια τραγούδια της Λιβαδειάς. Δεν τα 'ξερε ο Παπασιδέρης. Οπως το "Σωτήρχαινα'' κ.ά. Θαύμαζε όλους τους Mικρασιάτες που τραγουδούσανε αμανέδες. Tον Aραπάκη, το Nούρο, τον Aτραΐδη, τον Kαρίπη. Aπ' αυτούς έμαθε να τραγουδάει αμανέδες. Tον βοηθούσε βέβαια και το λαρύγγι του, που το γύριζε όπως ήθελε, αλλά από αυτούς έμαθε».
Ο Γιώργος Παπασιδέρης υπήρξε ένα περίλαμπρο διαμάντι της δημοτικής μας μουσικής, που η λάμψη του και το ακτινοβόλημά του θα φωτίζει στο διηνεκές τις επερχόμενες γενεές για να τους δείχνει το γνήσιο δρόμο και τη σωστή πορεία, για να κρατήσουν και να παραμείνουν σταθερά και αναλλοίωτα όλα όσα συγκροτούν και συνθέτουν την μουσική ταυτότητα της φυλής μας.
Επάξια η συνείδηση όλων των φίλων της δημοτικής μουσικής μας παράδοσης τον έχει κατατάξει σήμερα στη κορυφή της πυραμίδας των ερμηνευτών του παραδοσιακού δημοτικού μας τραγουδιού.
Ο Γιώργος Παπασιδέρης γεννήθηκε στην Κούλουρη της Σαλαμίνας το 1902, γι' αυτό έφερε και το παρωνύμιο Κουλουριώτης. Σε πάρα πολλούς δίσκους του ακούγεται η φράση: Γειά σου Παπασιδέρη Κουλουριώτη. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Παπαησιδώρου. Έγινε όμως γνωστός και καθιερώθηκε με το καλλιτεχνικό του επώνυμο Παπασιδέρης.
Το Δημοτικό τραγούδι βρήκε στη φωνή και την τέχνη του Γιώργου Παπασιδέρη τον ιδανικό και τέλειο ερμηνευτή του.
Θεωρείται ο διαπρεπέστερος απ' όλους τους παλαιότερους αλλά και τους νεότερους δημοτικούς τραγουδιστές. Πριν απ' αυτόν και μετά απ' αυτόν κανείς δεν μπόρεσε, να τραγουδήσει τα δημοτικά τραγούδια όπως ο Παπασιδέρης. Η ερμηνεία του ήταν και θα παραμείνει υποδειγματική και δεν αφήνει περιθώρια για μίμηση ή για σύγκριση.
Είχε τεράστιες φωνητικές δυνατότητες, με εντυπωσιακά εύστροφη φωνή, προικισμένη με θαυμαστή ευελιξία και γνήσιο παραδοσιακό ηχόχρωμα.
Φωνή ζεστή, ρωμαλέα που, ανάλογα με την περίσταση, γινόταν εκφραστική ή δυναμική. Τραγουδούσε από δύσκολους, υψηλούς τόνους και ελάχιστοι, ακόμη και σήμερα, μπορούν να τραγουδήσουν από τους ίδιους τόνους. Η αναπνοή του ήταν τεράστια και η άρθρωσή του τέλεια.
Ο Γιώργος Παπασιδέρης από μικρός απασχολήθηκε σε βαριές χειρονακτικές εργασίες. Μόλις το 1928, σε ηλικία 26 χρονών, ηχογράφησε το πρώτο του τραγούδι στην εταιρία «Κολούμπια», το οποίο κυκλοφόρησε έπειτα από έξι μήνες, το 1929, αφού μετά την ηχογράφηση, η όλη επεξεργασία, για την κατασκευή του δίσκου 78 στροφών, έγινε στην Αμερική.
Από τότε μέχρι το 1972 τραγούδησε αδιάκοπα εκατοντάδες τραγούδια σε δίσκους και σε πανηγύρια.
Την εποχή αυτή, αρχές του 1930, έπαιρνε από την Κολούμπια 1000 δρχ. για κάθε τραγούδι. Επειδή η φωνή του δεν κουραζότανε ηχογραφούσε πολλά τραγούδια σε μια μέρα. Έτσι κάποια φορά ηχογράφησε σε μια μέρα 30 τραγούδια παίρνοντας το μυθικό, για την εποχή αυτή, μεροκάματο των 30.000 δρχ.
Την περίοδο του 1940, τραγουδούσε στο κέντρο «Έλατος» στην Ομόνοια και συνέβαλε και αυτός στην εμψύχωση του Ελληνικού στρατού, τραγουδώντας τα τραγούδια «Στης Κλεισούρας τα Βουνά», «Μέρα και νύχτα με το ντουφέκι», «Με δόξα να γυρίσετε», «Νάμουν πουλί να πέταγα ψηλά στην Αλβανία», «Και σεις βουνά της Κορυτσάς» κ. ά. Οι Ιταλοί γι' αυτό το λόγο, ένα βράδυ μετά το πρόγραμμά του στο κέντρο τον ξυλοκόπησαν άγρια.
Κατά τη διάρκεια της καριέρας του γύρισε όλη την Ελλάδα και το 1971 τραγούδησε για ένα μήνα και στο Σικάγο, στην Αμερική.
Η φωνητική του αντοχή ήταν πράγματι εκπληκτική. Όπως διηγούνται οι παλαιότεροι πολλές φορές, μετά από τριήμερα γλέντια, με ελάχιστη διακοπή 2-3 ωρών ανάμεσα στα 24ωρα, παράγγελνε άλλη ορχήστρα ξεκούραστη για να συνεχίσει, γιατί οι μουσικοί της πρώτης είχαν πάθει υπερκόπωση.
Συνεργάστηκε με όλους τους άριστους δεξιοτέχνες του κλαρίνου, τον Καρακώστα, τον Σταμέλο, τον Γιαούζο, το Ρέλλια, τον Ανεστόπουλο, τον Χαλκιά, τον Μαργέλη, τον Μαλιάρα, τον Κοκοντίνη, τον Σαλέα, τον Βασιλόπουλο και άλλους, όπως και του βιολιού, τον Αραπάκη, τον Σέμση ( Σαλονικιό), τον Κόρο και άλλους, όπως επίσης και με τους αριστείς και των άλλων παραδοσιακών μουσικών οργάνων, του λαγούτου και του σαντουριού.
Έχει ηχογραφήσει τα περισσότερα τραγούδια από κάθε άλλον τραγουδιστή του είδους, φθάνοντας τον εκπληκτικό αριθμό 2000 τραγούδια. Τα περισσότερα απ' αυτά είναι παλαιά παραδοσιακά και τα υπόλοιπα δικές του δημιουργίες συμπληρώνοντας, με δικούς του στίχους, ξεκομμένα δίστιχα.
Έτσι στο χώρο αυτό του δημοτικού τραγουδιού, ο Γιώργος Παπασιδέρης άφησε εποχή και χαρακτηρίστηκε ως ο Πατέρας και θεμελιωτής του μουσικού μας αυτού θησαυρού και συνέδεσε το όνομά του με την αέναη δημοτική μουσική μας παράδοση.
Ο Γιώργος Παπασιδέρης υπήρξε πράγματι ένας τραγουδιστής ο οποίος, στην κυριολεξία, καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του, δεν έπαψε ποτέ, να τραγουδάει ασταμάτητα, νύχτα και μέρα τα , αναλλοίωτα από τα βάθη των αιώνων, ήθη και έθιμα της Ελληνικής φυλής, την ιστορία της, τις περιπέτειές της, τους άθλους της, τις καθημερινές χαρές, τις γιορτές, τους καημούς και τους πόνους της ξενιτιάς, τις αγάπες και τα πένθη της, τη λεβεντιά και την αξιοσύνη της, και να κρατάει έτσι και να διατηρεί ζωντανή τη μουσική μας παράδοση, δίνοντας το παράδειγμα και διδάσκοντας, μέσα από τους δημοτικούς μουσικούς παλμούς, στους νεότερους τις μεγάλες αξίες και τα σύμβολα της φυλετικής μας συνέχειας.
Γι' αυτό και τα τραγούδια του θα μείνουν για πάντα στα χείλη του Ελληνικού λαού για να τον συντροφεύουν σε όλες τις εκδηλώσεις τις ζωής του.
Από τα πιο γνωστά τραγούδια του είναι τα:
«Σε Ωραίο περιβόλι», «Σαράντα παλικάρια», «Πουλάκι ξένο», « Ένας Αητός», «Ο Αμάραντος», «Νάησαν τα νιάτα δυό φορές», «Πουλιά μου διαβατάρικα», «Παπάκι», «Κάτω στου Βάλτου τα χωριά», «Πέθαν' ο Βλάχος», «Ενύχτωσε και βράδιασε», «ο Γερο Νοταράς» και πλήθος άλλα που τραγουδάμε συχνά σήμερα.
Η φωνή του έμεινε αναλλοίωτη στο πέρασμα του χρόνου, γι' αυτό και τραγουδούσε μέχρι τις τελευταίες μέρες της ζωής του. Η τελευταία φορά που τραγούδησε ήταν στα Τρίκαλα της Κορινθίας, την ημέρα του Σταυρού 14 Σεπτεμβρίου στο πανηγύρι. Μετά από 24 μέρες στις 8 Οκτωβρίου του 1977, ο κορυφαίος του δημοτικού τραγουδιού, άφησε την τελευταία του πνοή στο νησί που γεννήθηκε και έζησε.
Δημοτικη μουσικη σε διαφορες περιοχες: 1) Αρβανιτικη μουσικη νοτιας Ελλαδας
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το παρακατω αρθρο ειναι αυτουσιο απόσπασμα από το υπό έκδοσιν βιβλίο του Θανάση Μωραΐτη με τίτλο "Αρβανίτικα Τραγούδια απ' όλη την Ελλάδα".
Οι Αρβανιτες της νοτιου Ελλαδας (που ειναι και η πολυπληθεστερη ομαδα αρβανιτων) κατοικούν σε μία περιοχή συμπαγούς οίκησης της νοτιοανατολικής Στερεάς Ελλάδας που περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της Βοιωτίας, ένα μέρος της Λοκρίδας, σχεδόν όλους τους ντόπιους οικισμούς της Αττικής πλην των Μεγάρων και της Αθήνας, τα νησιά του Αργοσαρωνικού πλην της Αίγινας, τη νότια Εύβοια (Καρυστία, Καβοντόρο πλήν της Καρύστου και του λεκανοπεδίου της) και τη βόρεια Ανδρο, μία μεγάλη περιοχή της Αργολιδοκορινθίας με πολλούς θυλάκους πέρα από την ενιαία περιοχή, καθώς και τρεις μεγάλους στην Αχαΐα (Παναχαϊκό και περιοχή Αραξου), στην Τριφυλία (Σουλιμοχώρια) και στην προσθαλασσία Λακωνία (περιοχή Ζάρακα). Η τελευταία μπορεί να θεωρηθεί και εξωεδαφική συνέχεια της Αργολικής Ερμιονίδας μέσω των Σπετσών.
Το μουσικό ύφος των αρβανίτικων τραγουδιών αυτών των περιοχών είναι λιτό, δωρικό, δίχως μοιρολατρική ροπή ακόμα κι όταν η διάθεσή τους "λυπάται". Ο τραγουδιστής ερμηνεύει χωρίς "τσαλκάντζες" (συνεχή μελίσματα), χωρίς "έρπουσα διάθεση" (ακόμα και στις πιο ανατολίτικες στιγμές, όπως σε χρωματικούς τρόπους που κλίνουν προς τα εκεί), χωρίς γλυκερούς "στηθικούς" χρωματισμούς. Στην πλειοψηφία τους χρησιμοποιούν διατονικές κλίμακες, κυρίως τον τρόπο του ρε (πρώτος ήχος στη βυζαντινή μουσική). Δε λείπουν πάντως και οι μελωδίες σε χρωματικές κλίμακες, όπως το χιτζάζ, το σαμπάχ, και κυρίως το βαλκανικό μινόρε (χρωματικός πλάγιος τέταρτος ήχος στη βυζαντινή μουσική) που υπάρχει σε αρκετά τραγούδια του Λουτρακίου και της Περαχώρας (Κορίνθου) και που δείγμα του σώζεται ήδη από την ύστερη αρχαιότητα (West, παράδειγμα 42, σ. 428). Στα Βίλια του Κιθαιρώνα έχουμε τουλάχιστον 7 τραγούδια που χρησιμοποιούν πεντατονικές ανημίτονες κλίμακες, πράγμα που μαρτυρεί τη γεωγραφική καταγωγή των κατοίκων (νησίδα της Ηπείρου στη Στερεά).
Οι ρυθμοί των τραγουδιών είναι σκληροί και "γωνιασμένοι", αυστηροί και βραχώδεις, με έντονη τη στεριανή διάθεση, πλην των τραγουδιών της Ανδρου και του Καβοντόρου, το ύφος των οποίων είναι καθαρά νησιώτικο. Χρησιμοποιούν τους ρυθμούς: 4/4, 2/4, 3/4 (τσάμικος), 7/8 (συρτοί-καλαματιανοί στις στεριανές περιοχές και τράτα στα παράλια), καθώς και μικτούς ρυθμούς 7/8 (καλαματιανός) + 2/4 (καγκέλι) ή 3/4 (τσάμικος) + 2/4 (καγκέλι). Απουσιάζουν τελείως το τσιφτετέλι και οι σύνθετοι ή άλογοι ("κουτσοί") ρυθμοί: 9/8 (καρσιλαμάς, ζεϊμπέκικος), 8/8, 11/8 κτλ. (εκτός από το "Mοιρολόι της Παναγίας" που τραγουδιέται στα Βίλια και στη Σαλαμίνα σε 5/4 (3+2) και στα Αθίκια (Πελ/νησος) σε 6/8).
Τα τραγούδια που γνωρίζουμε ώς τώρα είναι ως επί το πλείστον ερωτικά και τραγούδια γάμου. Υπάρχουν επίσης τραγούδια της δουλειάς, σκωπτικά, αποκριάτικα και μοιρολόγια (κυρίως με θρησκευτικό περιεχόμενο). Απουσιάζουν τελείως τα κλέφτικα, πλην ενός στα Βίλια και τα ιστορικά, πλην του "Tρε παπόρ", που αναφέρεται στην Κωνσταντινούπολη και ενός ακόμα στη Σαλαμίνα που αναφέρεται στη μάχη της Αράχωβας το 1824.
Τα τραγούδια αυτών των περιοχών παλιότερα παιζόντουσαν με πίπιζα ή φλογέρα και νταούλι. Μετά το 1830, η δημοτική κομπανία περιλάμβανε κλαρίνο, βιολί, λαούτο και σαντούρι. Στη Σαλαμίνα, ώς το 1935, τα τραγούδια παιζόντουσαν με λύρα (περίφημος λυράρης ο Μιχάλης Κανάρης, που αργότερα αναγκάστηκε να παρατήσει τη λύρα και να μάθει βιολί), λαούτο (ο Σιδέρης Αδριανός, πασίγνωστος λαουτιέρης, έλαβε μέρος σε όλες σχεδόν τις ηχογραφήσεις ελληνικών και αρβανίτικων τραγουδιών που κυκλοφόρησαν σε δίσκους 78 στρ. μετά το 1930) και ταμπουρά (προφανώς λόγω της γειτνίασης της Σαλαμίνας με τον Πειραιά των ρεμπέτικων). Ο χορός της τράτας τραγουδιέται από τους χορευτές χωρίς συνοδεία οργάνων.
Ο τραγουδιστής Γιώργος Παπασιδέρης, Αρβανίτης από την Κούλουρη (Σαλαμίνα), ηχογράφησε, πρώτος αυτός, το 1932-35 επτά αρβανίτικα τραγούδια σε δίσκους 78 στρ. (αυτό ξέρουμε από την έως τώρα έρευνα). Έξι από αυτά επανεκδόθηκαν στο cd με τίτλο "Ο Γιώργος Παπασιδέρης τραγουδά σπάνια δημοτικά τραγούδια" (FM Records 1996, έρευνα-επιμέλεια: Θανάσης Μωραΐτης). Ο ίδιος και η Γεωργία Μηττάκη, επίσης Αρβανίτισσα από τoν Αυλώνα (Κακοσάλεσι) Αττικής, κυκλοφόρησαν σε δίσκους εμπορίου αρβανίτικα τραγούδια μεταφρασμένα στα Ελληνικά.
Από την εποχή του Αλή Πασά και πιο μετά, την εποχή του Όθωνα, είχε αρχίσει η συστηματική μεταγλώττιση των αρβανίτικων τραγουδιών στα Ελληνικά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν γινόταν και το αντίθετο, σε μικρότερη κλίμακα όμως, απ' όσο γνωρίζουμε ώς τώρα. Μεταπολεμικά, αρκετοί επαγγελματίες τραγουδιστές που ήταν Αρβανίτες και ήξεραν τη γλώσσα, τραγούδησαν σε δίσκους εμπορίου αρβανίτικα τραγούδια. Ενδεικτικά αναφέρουμε τους: Μιχάλη Μενιδιάτη ή Καλογράνη (από το Μενίδι), που τραγούδησε 2 τραγούδια σε δίσκο 45 στρ. (1963), και Θανάση Μωραΐτη, που έχει εκδώσει 2 cd: Αρβανίτικα τραγούδια (FM Records 1988) και Τριαντάφυλλο του βράχου, (ΜΒΙ 1998). Το Λύκειο Ελληνίδων έχει εκδώσει ένα δίσκο με τίτλο Χοροί και τραγούδια της Σαλαμίνας, 1991 (τα περισσότερα αρβανίτικα τραγούδια έχουν τραγουδηθεί στη νεότερη ελληνική εκδοχή τους) και το Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών έχει συμπεριλάβει στο cd με τίτλο Καρυστία (1998) πέντε αρβανίτικα τραγούδια από τη νότια Εύβοια και στο cd με τίτλο Μονωδίες από τον Παρνασσό και τον Ελικώνα (1999) οκτώ. Ο "Αρβανίτικος σύνδεσμος Ελλάδας" κυκλοφόρησε το 1983 μία κασέτα με τίτλο Αρβανίτικος γάμος, στον οποίο παίζει πίπιζα και κλαρίνο ο Παναγιώτης Κοκοντίνης.
Το νοτιοδυτικό αρβανίτικο τραγούδι εντάσσεται στις μουσικές εκφράσεις των κατά τόπους περιοχών της νοτίου Ελλάδος. Τα τραγούδια είναι κυκλαδίτικα για τους Αρβανίτες της Ανδρου, σχεδόν κυκλαδίτικα ή ευβοϊκά στην Καρυστία, σε ύφος νησιώτικο και εκεί, με τους σταυρωτούς χορούς και τον Καβοντορίτικο. Στην Αττική βρίσκουμε το ιδιαίτερο τοπικό ύφος από τα Μεσόγεια μέχρι βόρεια του νομού, το οποίο βαθμιαία μεταβάλλεται σε ρουμελιώτικο, εκεί που τελειώνει η αρβανιτοφωνία (λίγο πέρα από τη Λειβαδιά). Στο Μοριά συναντούμε ένα ύφος σαφώς πελοποννησιακό (Κορινθία, Αργολίδα), με αποχρώσεις παλαιότατες στα Σουλιμοχώρια της Τριφυλίας, όπου κυριαρχούν τα καθιστικά τραγούδια, κοινά με τα ελληνόγλωσσα χωριά της περιοχής. Στα χωριά Κυριάκι και Ζερίκι και γενικά στην περιοχή του Ελικώνα έχουμε το καμπίσιο ανατολικορουμελιώτικο θεσσαλίζον ύφος που είναι κοινό με αυτό της βόρειας Κορινθίας, όπου κατά κόρον χρησιμοποιείται η ρουμάνικη κλίμακα ή ποιμενική ή βαλκανικό μινόρε.
Πολλοί τον είπαν «Βασιλιά του Δημοτικού Τραγουδιού». Δεν πρόκειται απλά για έναν κορυφαίο καλλιτέχνη, αλλά για «Θεσμό» ολόκληρο, για μια μεγάλη «Σχολή του Γένους». Ο Παπασιδέρης Θεωρείται μέτρο και σταθμό του Δημοτικού τραγουδιού. Απ' αυτόν έχουν μάθει όλοι οι νεότεροι να τραγουδούν και έχουν δανειστεί πολλοί αρκετά στοιχεία του.
Ο Γιώργος Παπασιδέρης υπήρξε «μονάδα». Ήταν Αρβανίτικης καταγωγής. Γεννήθηκε στην Κούλουρη (Σαλαμίνα). Το τραγούδι το ξεκίνησε επαγγελματικά σε μεγάλη ηλικία, αλλά σε σύντομο χρονικό διάστημα επισκίασε τους πάντες. Τραγούδησε τις χαρές και τις λύπες όλης της Ελλάδας, μα πάνω απ' όλα τραγούδησε τη νεότερη ιστορία μας, τα τραγούδια της επανάστασης του 1821, τα κατορθώματα των κλεφτών και των αρματολών.
Και όχι απλώς τα τραγούδησε, αλλά θα λέγαμε ότι τα «σφράγισε». Ο Στάθης Κάβουρας στο βιβλίο του γράφει: «Ο Παπασιδέρης δεν τραγούδησε τίποτα άσχημο, και κράτησε το Δημοτικό Τραγούδι πολύ ψηλά». Παρόλο που ο κόσμος ξέρει τον Παπασιδέρη σαν τραγουδιστή μόνο, ο Παπασιδερης ήταν ο πλέον πολυγραφότατος Έλληνας συνθέτης .
Είχε τόσο πολύ νοιώσει και ζυμωθεί με τα ήθη και έθιμα τα Ελληνικής κοινωνίας, που σε λίγα λεπτά ταίριαζε και το ανάλογο τραγούδι. Και όχι με το ίδιο θέμα όπως κάνουν οι σημερινοί συνθέτες και στιχουργοί. Ο Παπασιδέρης ήταν πηγαίος ποιητής, και σοβαρός συνθέτης. Παρόλο που ήταν Αρβανίτης, είχε όλο το ρεπερτόριο των παραδοσιακών τραγουδιών.
Τα τραγούδια του ελάχιστοι είναι αυτοί που μπορούν να τα ερμηνεύσουν σήμερα, και μάλιστα από τους ίδιους «τόνους». Ο Παπασιδέρης πέθανε το 1978 στη Σαλαμίνα. Έχει γράψει πάνω από 1500 δημοτικά τραγούδια, από τα οποία άλλα χάθηκαν, και άλλα λεηλατήθηκαν από επιτήδειους. Δεκάδες λαϊκά τραγούδια είναι διασκευές από τραγούδια του Παπασιδέρη, και είναι δηλωμένα σε άλλα ονόματα.
Ο βετεράνος τροβαδούρος του δημοτικού τραγουδιού Γιώργος Παπασιδέρης (Οκτώβρης 1977) εν πλήρει υγεία, μου διηγείται τη ζωή του και άγνωστα στοιχεία για τους οργανοπάικτες και τους τραγουδιστές των πανηγυριών, που συντήρησαν το δημοτικό τραγούδι από γενιά σε γενιά. Τραγουδάει και παλιές επιτυχίες του μπροστά στο φακό. Ο ίδιος και οι δικοί του μας ξεπροβοδίζουν, με το τηλεοπτικό συνεργείο της ΕΡΤ, ρωτόντας πότε θα προβληθεί η εκπομπή. Προβλήθηκε μετά είκοσι ημέρες, αλλά ο τροβαδούρος δεν την είδε ποτέ, γιατί έφυγε ξαφνικά από τη ζωή, την προηγούμενη ημέρα... Η εκπομπή βρίσκεται στη ταινιοθήκη της κρατικής τηλεόρασης, αλλά ποτέ κανένας δεν ενδιαφέρθηκε γι΄αυτό το σημαντικό ντοκουμέντο. Όπως και για την "Αίγινα του Καζαντζάκη", την τελευταία συνέντευξη της Γεωργίας Βασιλειάδου, το απολαυστικό "Οι σώγαμπροι της Κοντοβάζαινας" και άλλες ασπρόμαυρες εκπομπές-ντοκουμέντα.
Αθάνατα Δημοτικά τραγούδια της Ρούμελης - Τραγούδια της Περίστας
Στο
σύστημά σας πρέπει να έχετε εγκαταστήσει το πρόγραμμα
Real
Player. Αν δεν το έχετε,
πρέπει να το κατεβάσετε
από τον κόμβο της κατασκευάστριας εταιρίας Networks.
Πατήστε
στο εικονίδιο για να μεταφερθείτε στον κόμβο της εταιρίας.
"....Η "Αθηναϊκή δισκογραφική" ξεκίνησε τη λειτουργία της το 1997 και ασxoλείται αποκλειστικά με το δημοτικό, το Μικρασιάτικο και το ρεμπέτικο τραγούδι.
Έχει ήδη κυκλοφορήσει 100 CDs με παραδοσιακά τραγούδια σε μοναδικές ηχογραφήσεις με κορυφαίους τραγουδιστές όπως: το Στάθη Κάβουρα,
τη Φιλιώ Πυργάκη, τη Σοφία Κολλητήρη, το Δημήτρη Ζάχο, το Γιάννη Κωνσταντίνου, τη Τασία Βέρρα, τον Κώστα Σκαφίδα. τον Αλέκο Κιτσάκη, τη
Μαρία Γκαλμάνη, το Γιώργο Τζαμάρα. το Στέλιο Μπέλλο. τη Γιώτα Χαλκιά, τη Μαρία Σαλτού, τη Γιούλα Κοτρώτσου, τον Αλέκο Δήμου, τη Λέλα
Παπαδοπούλου, το Νίκο και τη Γιασεμή Σαραγούδα, το Θανάση Βάρσαμα, τη Μαρίνα Πολυχρονοπούλου, το Βασίλη Αγραφιώτη, τη Δήμητρα
Ντουραλή, το Γιάννη Μητρόπουλο, τη Χρυσούλα Βαζούρα. τη Χρυσούλα Σταύρου, τον Αγάθωνα Ιακωβίδη. τον Μάνο Κουτσαγγελίδη τη Σοφία Μιχαηλίδη κ.α.
συνέχεια
KATAΛOΓOΣ CDs της AΘHNAΪKHΣ ΔIΣKOΓPAΦIKHΣ
(89 CDs)
Ελληνικό δημοτικό τραγούδι και Επανάσταση του 1821 Ημερομηνία Wednesday, April 12 @ 10:26:25 GMT Θέμα ΛΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
του συγγραφέα-λαογράφου, κ. Γιώργου Λεκάκη
Διάλεξη στον Πολιτιστικό Οργανισμό Δήμου Ελευσίνος, την 22α Μαρτίου 2006.
Σοφία Κολλητήρη
Το αηδόνι της Ρούμελης
Γεννήθηκε στο Βελενίκο Φωκίδας όπου και μεγάλωσε με τα έξι αδέρφια της και τους γονείς τους. Η κλίση της για το τραγούδι ήταν φανερή από τότε που ήταν μαθήτρια του δημοτικού.
Ένα από τα άτομα που της ενίσχυσαν το ταλέντο της αυτό, ήταν η δασκάλα που είχε στο δημοτικό, η οποία είχε σπουδάσει και μουσική. Αυτή μίλησε στους γονείς της λέγοντάς τους πως θα ήταν άδικο να χαθεί και να μην αξιοποιηθεί ένα τέτοιο ταλέντο και να μην γίνει επαγγελματίας τραγουδίστρια. Επικαλέσθηκε μάλιστα τις καλές αμοιβές που θα είχε, συγκρίνοντας με τις δικές της που είχε κάτσει τόσα χρόνια στα θρανία . Οι γονείς της βέβαια ήταν αρνητικοί σε μια τέτοια προοπτική αν και οι δυο τραγουδούσαν ωραία, και υπήρχε και ένας επαγγελματίας θείος, ο Κώστας Κούτρας, που έπαιζε σαντούρι.
Το 1957 που τελείωνε το δημοτικό σχολείο η Σοφία, στην γιορτή του Ιουνίου (στο τέλος της χρονιάς) τραγούδησε το "Γεροδήμο" πολύ ωραία. Ωστόσο είχε ήδη καθιερωθεί στο χωριό ως τραγουδίστρια. Η Σοφία Κολλητήρη εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε πάλκο στις 12 Δεκεμβρίου στο πανηγύρι του Αγίου Σπυρίδωνα (ενός διπλανού χωριού) και χάλασε κόσμο. Ήταν μόνο 13 χρονών! Το πρώτο μερίδιο (χαρτούρα) που πήρε από το τραγούδι η Σοφία ήταν από αυτό το πανηγύρι, 370 δραχμές. Ήταν αρκετά χρήματα και τα έδωσε στον πατέρα της να ψωνίσει για την οικογένειά της τα Χριστούγεννα.
Έτσι, σιγά - σιγά άρχισε η Κολλητήρη να μαθαίνεται στα γύρω χωριά της Φωκίδας και να τραγουδάει στους γάμους και τα πανηγύρια. Την επόμενη χρονιά η φήμη της έφθασε στο Αγρίνιο και άρχισε να έχει προτάσεις από πανηγύρια της Αιτωλοακαρνανίας. Είχε δουλέψει ήδη δύο καλοκαίρια και είχε μπει καλά στην δουλειά. Στις 10 Φεβρουαρίου του 1958 βρέθηκε μαζί με το συγκρότημα του Νίκου Καλτσά στο πανηγύρι της Ακράτας. Στην Ακράτα εκείνη την χρονιά έπαιζαν πέντε συγκροτήματα, του Γιώργου Παπασιδέρη με κλαρίνο το Παναγιώτη Πέππα, του Κοκοντίνη μαζί με τον Δημήτρη Ζάχο, του Κόρου με τον Σκαφίδα και του Φώτη Χαλκιά.
Η μικρή Σοφία ξάφνιασε όλο το χωριό με την τόσο ωραία και δυνατή φωνή της. Μάλιστα έλεγε και το "Σελίμπεη". Το πρωί, ενώ τ' άλλα συγκροτήματα είχαν σχολάσει, ο Παπασιδέρης πήγε στην ταβέρνα που τραγουδούσε η Σοφία. και ζήτησε να της μιλήσει. Αυτή όμως ή ντρεπόταν ή φοβόταν το θείο της (σαντούρι) και δεν πήγε. Ο Παπασιδέρης περίμενε μέχρι που τελείωσαν και της συστήθηκε. Δεν τον γνώριζε προσωπικά, αλλά τον είχε ακούσει και τον είχε ως πρότυπο. Τη ρώτησε αν ήθελε να πάει μαζί του στην Αθήνα για να ηχογραφήσει το "Σελίμπεη" που το έλεγε τόσο ωραία. Αυτό ήταν κάτι που το ήθελε όσο τίποτα άλλο. Να άκουγε τον εαυτό της στο ραδιόφωνο.
Ο σπουδαίος Οδυσσέας Ελύτης είχε γράψει πως «καμιά επανάσταση, ούτε στην τέχνη, ούτε στην ζωή, δεν έχει περισσότερες ελπίδες επιτυχίας, από ΄κείνη που χρησιμοποιεί για ορμητήριό της την παράδοση» (1).
Το δημοτικο-λαϊκό τραγούδι της Επαναστάσεως του ΄21 σκαρώθηκε στα κλέφτικα λημέρια. Τραγουδήθηκε και χορεύτηκε εκεί, πολλές φορές μόνο για μια βραδιά, και μετά χάθηκε, σβήσθηκε, ξεχάσθηκε… Ύμνησε τον άνδρα, τον ήρωα, την γυναίκα, την μάνα, το χωριό, την φύση… Έδωσε χαρά και δύναμη σε όσους το άκουσαν και το χάρηκαν, και την άλλη μέρα, βγήκαν να πολεμήσουν, ψελλίζοντας το στα χείλη τους…
Όπως έκαναν οι αρχαίοι Σπαρτιάτες, που πολεμούσαν τραγουδώντας το τραγούδι που έγραψε ειδικά για την περίσταση ο ποιητής Τυρταίος, και που τους είχε τραγουδήσει το προηγούμενο βράδυ!
Γι’ αυτό χάθηκαν τα περισσότερα από αυτά τα άκρως επαναστατικά τραγούδια… Γιατί τότε στα κλέφτικα λημέρια δεν υπήρχαν γραμματικοί και καλαμαράδες, αλλά κλέφτες, αγράμματοι, αγρότες και κτηνοτρόφοι, άνθρωποι του προφορικού λόγου και της παραδόσεως, άνθρωποι του μύθου.
Έπειτα η χρόνια σκλαβιά, είχε αδυνατίσει την θέληση για χορό και τραγούδι. Οι ποιητάδες κι οι τραγουδιστάδες εξέλιπαν συν τω χρόνω κι αυτές οι μούσες είχαν κουρνιάξει στις σπηλιές τους, τρομαγμένες από τους πολλούς κρότους των όπλων, το πολύ αίμα στην γη που αγαπούσαν: Τον Όλυμπο, τα Πιέρια, τον Ελικώνα…
Όταν το περιστατικό ή το γεγονός για το οποίο πλέχθηκε το τραγούδι έπαψε να είναι στην επικαιρότητα, όταν έπρεπε να πλεχθεί νέο, για να καλύψει και τις σημερινές ανάγκες, τις νέες μάχες και τους νιόκοπους ήρωες, τότε το παλιό ξεχνιόταν και σκαρωνόταν γρήγορα-γρήγορα το καινούργιο. Νέες χαρές, νέα πανηγύρια! Η χαρά, ο χορός αλλά κι ο Χάρων στην ελληνική θεία γλώσσα έχουν την ίδια ρίζα! (Θυμίζω ότι ο Ζορμπάς του Καζαντζάκη σηκώθηκε και χόρεψε στην πιο βαθειά του θλίψη, στον θάνατο του παιδιού του!).
Τις περισσότερες φορές αυτά τα αυτοσχέδια τραγούδια δεν ξεπέρναγαν τα όρια της εκτάσεως του λημεριού, άντε του βουνού. Τα πιότερα απ’ αυτά δεν ήταν γνωστά καν στο αντικρύ βουνού, στους γείτονες κλέφτες. Εκείνοι είχαν άλλα, δικά τους, δικούς τους ήρωες και νεκρούς να κλάψουν και να νεκρολογήσουν, δικές τους μάχες να διδάξουν, δικά τους πρόσωπα είχαν ανάγκη να θυμηθούν.
Κι έτσι χάθηκαν τα περισσότερα δημοτικο-λαϊκά τραγούδια εκείνης της σπουδαίας για την Ελλάδα και τον πολιτισμό της εποχής!
Κάποιοι πολεμιστές, που έφευγαν από το ένα στρατόπεδο και πήγαιναν στο άλλο, μετέφεραν μαζί με το καριοφίλι τους και κάποια από τα τραγούδια που αγαπούσαν να λένε στο προηγούμενο λημέρι τους. Μετέφεραν ό,τι εθυμούντο απ’ αυτά. Κι όπως τα εθυμούντο. Στην προσπάθειά τους να τα αποδώσουν στην απλούστερη μορφή μέτρου (τον 15σύλλαβο ή 8+7 δηλ. αυτό που λέμε σήμερα ζεϊμπέκικο) προσέθεταν και αφαιρούσαν λέξεις, με την μαεστρία που έχει αυτός ο λαός να αυτοσχεδιάζει, να γίνεται ποιητής, ζωγράφος, καλλιτέχνης όποτε θέλει. Κι όσοι τ’ άκουγαν, τα διέδιδαν προσθέτοντας ή αφαιρώντας τα δικά τους. Και φθάναμε σε ένα σημείο, που το πρωτότυπο είχε χαθεί, αλλά όχι τα θεμέλιά του. Κάποιες φράσεις-κλειδιά έμεναν πάντα ίδιες και πάνω σε αυτές ο καθείς με το ταλέντο του έκτιζε την ιστορία που βίωσε, υμνούσε τον οπλαρχηγό υπό τις διαταγές του οποίου επολέμησε, την πόλη ή το χωριό του που εγκατέλειψε, το κάστρο που πήρε…
Η Ελλάς όμως δεν επαναστάτησε μόνο μια φορά. Θα ήταν παλαβό και ανιστόρητο να ισχυρισθεί κάποιος πως κάποιοι Έλληνες ξαφνικά και από το πουθενά, μαζεύθηκαν στην Αγ. Λαύρα και είπαν να επαναστατήσουν κατά των Τούρκων. Η επανάσταση- αυτό το «πανηγύρι των καταπιεσμένων» (Λένιν) - είναι η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι.
Οι Έλληνες δεν έπαψαν ούτε μία στιγμή να επαναστατούν και να εξεγείρονται κατά των οθωμανών, από την ¶λωση της Πόλεως και μετά. Μόνον που αυτές οι επαναστάσεις ήταν τοπικές, μικρές και ανοργάνωτες, δεν έχαιραν υποστηρίξεως και ως εκ τούτου ήσαν καταδικασμένες εν τη γεννέσει τους. Παρ’ όλα αυτά, απετολμήθησαν από τους Έλληνες. Μίλα στον Έλληνα για επανάσταση που θεωρεί δίκαια και όραμα, και αμέσως θα βρεις τον πρώτο σου στρατιώτη!
Το δημοτικό μας τραγούδι ήταν εκείνο το μέσον, που διαφύλαξε ως κόρην οφθαλμού τις μάχες και τις ανδραγαθίες των Ελλήνων, που η επίσημη ιστορία απεσιώπησε, για πολλούς λόγους, που δεν είναι του παρόντος. Αλλά δεν αποσιώπησε ο λαός. Γιατί «του Έλληνος ο τράχηλος ζυγόν δεν υπομένει», αλλά και «του Έλληνος το στόμα φίμωτρο δεν ανέχεται».
Θα σας θυμίσω κάποιες άγνωστες επαναστάσεις των Ελλήνων, μέσω της δημοτικής μούσας:
Μια από τις ελληνικές επαναστάσεις που δυστυχώς δεν διδασκόμεθα, είναι και αυτή του ηγεμόνος της Βλαχιάς Μιχαήλ του Γενναίου (1557-1601). Το Πελοποννησο-αθηναϊκό ελληνικό κράτος την «ξέχασε». Την διέσωσαν όμως τα θρακιώτικα δημοτικά τραγούδια. Σε αυτόν αναφέρεται το τραγούδι «Μιχάλμπεης» (αφηγηματικό ιστορικό τραγούδι της Δυτ. Θράκης, σε ήχο πλάγιο Α΄).
Μιχάλμπεης βουλεύτηκε τούς Τούρκους να χαλάσει
με τετρακόσια κάτεργα κι εξήντα δυό γαλιόνια.
Μπροστά πααίν’ τα κάτεργα και πίσω τα γαλιόνια,
στην μέσ’ πααίν’ Μιχάλμπεης, μεγάλος καπετάνιος!
Στο ΄να του χέρ’ κρατά σταυρό και στ’ άλλο το σπαθί του,
τον τρέμει ούλη η Τουρκιά και της Βλαχιάς τα μέρη.
Δημήτρης Ζάχος
Στο δημοτικό τραγούδι, από τις αρχές του αιώνα μέχρι και τις μέρες μας, αρκετές ήταν οι φωτεινές περιπτώσεις ερμηνευτών που ξεχώρισαν για τις σπάνιες φωνητικές τους ικανότητες και αγαπήθηκαν ιδιαίτερα από το κοινό. Ορισμένοι εξ αυτών διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη διάσωση και στη διάδοσή του μέσω σχολών, σεμιναρίων και ειδικών προγραμμάτων και δραστηριοτήτων όπου συμμετείχαν. Εκείνος όμως που έφερε τον αέρα και την αύρα του σταρ, στο είδος, συναγωνιζόμενος σε δημοτικότητα και πωλήσεις ακόμα και τους «λαϊκούς» και τους «ελαφρούς» συναδέλφους του, δεν είναι άλλος από τον Δημήτρη Ζάχο .
Γεννήθηκα στα Γιάλουτρα της Αιδηψού στην Εύβοια. Με το τραγούδι στην οικογένεια δεν ασχολιόταν κανείς συστηματικά. Από μικρός βέβαια εγώ τραγουδούσα μια φωνή. Πηγαίναμε για ψάρεμα, για πυροφάνι κι εγώ τραγουδούσα στον αέρα. Υπηρέτησα φαντάρος στον Γράμμο περίπου τρία χρόνια. Όταν πήρα το απολυτήριο, επέστρεψα στο χωριό μου. Εκεί ο ψάλτης που είχαμε μου πρότεινε να με πάει στον παπα-Τσάκαλο Ιστιαίας, όπου βρισκόταν η έδρα της επαρχίας μας, για να μάθω βυζαντινή μουσική. Κάτι φαίνεται διέκρινε στη φωνή μου. Ο παπα- Τσάκαλος με παρέπεμψε στον Κώστα Δεληγιάννη, που με δίδαξε για περισσότερο από τρεις μήνες να διαβάζω τις νότες και άλλα πολλά.
Τον Δεκαπενταύγουστο γινόταν στην Ιστιαία μεγάλο πανηγύρι και ήρθε για να ψάλει ο περίφημος τότε Χατζημάρκος, πρωτοψάλτης στο ναό του Αγίου Νικολάου του Βόλου και καθηγητής της βυζαντινής μουσικής. Με έβαλε και έψαλα, αλλά δεν του γέμισα τα αφτιά. Όταν τον συνοδέψαμε στο λιμάνι για να πάρει το πλοίο Κύκνος για τον Βόλο, ήμασταν μέσα στο αυτοκίνητο ενός φίλου μου, μαζί με τον παπα - Τσάκαλο. Κάποια στιγμή ο Χατζημάρκος μου λέει: «Μπορείς να πεις ένα τραγούδι, το Σαν πας πουλί μου στο Μοριά; » «Βεβαίως» του απαντώ και αρχινάω να το τραγουδώ. Έκανα διάφορους κελαϊδισμούς, στροφές με τη φωνή μου και, ενώ δεν τον ικανοποίησα ως ψάλτης, τον αιχμαλώτισα σαν τραγουδιστής.
Το 1789 ο δερβέναγας του Αλή-πασά Γιουσούφ Αράπης εκστρατεύει με 3.000 Τουρκαλβανούς εναντίον των αρματολών Θεσσαλίας και Ρούμελης. Αντιδρούν οι Κοντογιανναίοι. Γενάρχης τους ήταν ο «ένδοξος και μεγαλοπρεπής» (κατά Κασομούλη) Γιαννάκης Κοντογιάννης, αρματολός Πατρατζικίου (Υπάτης), ο οποίος πολεμούσε από το 1750. Μετά τον θάνατό του, αντί να κληροδοτήσει σπίτια και παλλάτια στους υιούς του, Κωνσταντή και Μήτσο, τους κληροδότησε το όραμα της Επαναστάσεως! Αυτοί αντέταξαν ισχυρά αντίσταση, αλλά διεσκορπίσθησαν και συνέχισαν τον πόλεμο ως κλέφτες. Τελικώς, σε μία μάχη κοντά στην γέφυρα της Τατάρνας στην Ευρυτανία (αρχές 19ου αι.), ο Κωνσταντής εσκοτώθη κι αιχμαλωτίσθηκε ο υιός του Κωνσταντή, Νικολάκης. Αργότερα, ο Νικολάκης εξαγοράσθηκε και χωρίς να πτοηθεί από το προηγούμενο τραυματικό βίωμά του, έλαβε μέρος στην Επανάσταση του 1821 - μαζί με τον θείο του Μήτσο Κοντογιάννη. Ποιος καλείται να περάσει στην αθανασία την αντίσταση και επανάσταση των Κοντογιανναίων; Μα φυσικά, το δημοτικό τραγούδι! Ο λαός βάζει αγγελιαφόρο να φέρει μαντάτο στην Κοντογιάνναινα – γιατί το θηλυκό φέρνει την ζωή, το θηλυκό προώρισται να την κλαύσει – να θρηνεί, σε μια σκηνή που μας αποδεικνύει το πόσο το δημοτικό μας τραγούδι είναι η συνέχεια της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας:
«Το τι μαντάτα μου ΄φερες από τους καπετάνους;».
«Πικρά μαντάτα σου ΄φερα από τους καπετάνους,
τον Νικολάκη πιάσανε, τον Κωνσταντή βαρέσαν!»…
«Πού ΄σαι, μανούλα, πρόφτασε, πιάσε μου το κεφάλι,
και δέσ’ το μου σφιχτά-σφιχτά, για να μοιριολογήσω!
Και ποιον να κλάψω από τούς δυό, ποιόν να μοιριολογήσω;»…
Το 1807 γίνεται η μεγάλη επανάστασις του Ολύμπου, με επί κεφαλής τους Λαζαίους, τους 4 αρματολούς του θεϊκού βουνού, τους υιούς του Λάζου, τους Λαζαίους (ή τα Λαζόπουλα - όπως είναι γνωστοί ο Τόλιας, ο Χρήστος, ο Νίκος και ο Κώστας). Η επανάστασις κατεστάλη. Οι τρεις πρώτοι παρέμειναν στην Ραψάνη, ο Κώστας εκρατήθη όμηρος, από τον Αλή-πασά στα Ιωάννινα! Το 1812, ανέλαβε το πασαλίκι της Θεσσαλίας ο υιός του Αλή, Βελή-πασάς. Κυνήγησε και σκότωσε τους Λαζαίους, στην Ραψάνη. Τις δε οικογένειές τους απήγαγε στον Τύρναβο. ¶ρπαξε δε για το χαρέμι του, την ομορφότερη, την γυναίκα του Κώστα, για προσβολή και για πόνο. Κι ο Κώστας, αργότερα, σκοτώθηκε από τον Αλή-πασά. Καμμιά σελίδα των βιβλίων μας δεν τα γράφει τούτα. Δεν τους υμνεί. Μόνο οι σελίδες των δημοτικών τραγουδιών διέσωσαν την αλήθεια, μέσα από τους στίχους του τραγουδιού «Των Λαζαίων οι γυναίκες»:
Τρία πουλάκια κάθουνται στον Έλυμπο στην ράχη.
Το ΄να τηράει τα Γιάννινα, τ’ άλλο την Κατερίνα,
το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέει:
«Τι ΄ν’ το κακό που πάθαμε, οι μαύροι οι Λαζαίοι!
Μας χάλασε ο Βελή-πασάς, μας έκαψε τα σπίτια,
μας πήρε τις γυναίκες μας, μας πήρε τα παιδιά μας!
Στον Τούρναβο τις πάπαε, πεσκέσι του βεζύρη!
Μπροστά πηγαίνει η Τόλιαινα κι οπίσω οι συννυφάδες,
κι οπίσω-οπίσω η Κώσταινα με το παιδί στο χέρι!
Σαν μήλο, σαν τριαντάφυλλο, σαν νεραντζιά κομμένη!
Βγαίνουν κυράδες, την τηρούν από τα παραθύρια:
«Ποιες είν’ αυτές οπο’ ΄ρχουνται στην Πόρτα, στο σαράι;».
«Κυράδες, τι λογιάζετε, κυράδες, τι τηράτε;
Εμείς είμαστε κλέφτισσες, γυναίκες των Λαζαίων»!
Βελή-πασάς αγνάντευε, στέκει και τις ρωτάει:
«Γυναίκες, πού είν’ οι άντροι σας κι οι καπεταναραίοι;»
«Είναι ψηλά στον Έλυμπο, ψηλά στα κυπαρίσσια».
«Πάρτε τες τρεις, φλακώστε τες, βάλτε τες στο μπουντρούμι,
την Κώσταινα την όμορφη, φέρτε την στο χαρέμι!».
Στα Αθαμανικά όρη έμεινε το τραγούδι «Η πεθαμένη καλογριά» να θυμίζει με αλληγορίες μια ακόμη αποτυχημένη ελληνική επανάσταση, που ύψωσε την σημαία της με τον παπα-Θύμιο Βλαχάβα, στα Χάσια όρη, στις 5 Μαΐου 1808, γιατί ο Μαχμούτ-πασάς πετσόκοψε τον αδελφό του Θεοδωράκη και 650 συντρόφους του, αφού αντέταξε απέναντί τους 15.000 στρατό! Το Κίνημα της Ρούμελης του παπα-Θύμιου απέτυχε. Ο ίδιος συνελήφθη και θανατώθηκε από τον Αλή πασά, το 1809, δια διαμελισμού στα Ιωάννινα. (2) Σήμερα η μνήμη του όμως μένει ζωντανή με τον χορό καγκελάρι στα Αθαμανικά όρη της Ηπείρου, που είναι γεμάτος όρκους. Ο όρκος για τον Έλληνα είναι κάτι ιερό. Δεν ορκίζονταν εύκολα οι Έλληνες. Παρά μόνο για πολύ σοβαρούς λόγους, και δη εθνικούς. Σε αυτήν την μνήμη θέλουν να ανατρέξουμε οι ανώνυμοι ποιητάδες μας, όταν μας προτρέπουν:
Μα τον άγιο Κωνσταντίνο, τον χορό δεν τον αφήνω...
Στο όνομα του Κωνσταντίνου η Ελλάς πάλλεται! Γνωρίζει καλά πως αυτός ήταν που ίδρυσε την Κωνσταντινούπολη. Αυτό το όνομα είχε και ο τελευταίος αυτοκράτωρ της, ο πλέον τραγικός άνθρωπος του κόσμου, που του έλαχε μοίρα επί των ημερών της βασιλείας του να«πέσει η Πόλις», προδομένος από το ιερατείο και τους πολιτικούς του! Ο λαός μας πιστεύει πως αυτός δεν έχει πεθάνει! Μαρμάρωσε από το όνειδος και θα ξεμαρμαρωθεί, όταν «πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα ΄ναι». Στο όνομά του, λοιπόν, ορκίζεται ο λαός. Και κάτι ακόμη σημαντικό: Αποκαλεί «χορό» τον πόλεμο, την επανάσταση. Αυτό που άλλοι λαοί τρέμουν και απεύχονται, ξορκίζουν και φοβούνται «για μας παιχνίδι ο πόλεμος»!
Οι ποιητάδες προτρέπουν να δώσουμε και άλλον όρκο:
Μα τον άγιο Ιωάννη, ο χορός πάει γαϊτάνι...
Στο όνομα του αγίου Ιωάννου, οι επαναστατημένοι Έλληνες ακούν τον Πρόδρομο. Τον πρόδρομο της ελευθερίας, της ανεξαρτησίας. Δεν είναι τυχαίο που αυτόν – τον Πρόδρομο δηλαδή – επέλεξαν και οι φιλικοί για να ορκίζονται! Οι λέξεις για τους Έλληνες έχουν σημασία και πέρα απ’ αυτό που λένε. Οι λέξεις, οι συλλαβές και τα γράμματα για μας είναι σύμβολα. Και το σύμβολο είναι το μέσον με το οποίο πας στην βολή, στον στόχο σου! Κι εδώ πάλι ο πόλεμος αποκαλείται χορός, και μάλιστα χορός με συνέχεια και συνέπεια, όπως το γαϊτάνι…
Βρίσκουμε και όρκο στον άγιο Αριστομένη!
Μα τον άγιο Αριστομένη, κάθονται μακρυά οι ξένοι.
Ποιος είναι άραγε αυτός ο άγιος;
Ο άγιος Αριστομένης που επικαλείται ο λαός μας σε μια επανάσταση, δεν είναι άλλος από τον ήρωα των αρχαίων Μεσσηνίων, ο οποίος, το 688 π.Χ., ξεσήκωσε τους Μεσσηνίους εναντίον των Σπαρτιατών κατακτητών του τόπου τους! Όνομα που ο Έλληνας έχει συνδέσει με επανάσταση. Στον δε στίχο «κάθονται μακρυά οι ξένοι» γίνεται υπαινικτική αναφορά στην ουδετερότητα που κρατούσαν οι ξένες δυνάμεις, στο έγκλημα κατά της Ελλάδος. Ο στίχος θέλει να ξυπνήσει τους Έλληνες και να τους πει πώς να μην περιμένουν τίποτε από κανέναν. Εάν δεν ξεσηκωθούν από μόνοι τους, δεν θα ελευθερωθούν ποτέ!
Βρίσκουμε τους κλέφτες να ορκίζονται στον άγιο Αρσένη!
Μα τον άγιο Αρσένη, φεύγουνε ταχιά οι ξένοι.
Γιατί; Γιατί στο όνομά του ο Έλληνας βρίσκει πίσω από την λέξη το αρσενικό, τον ανδρισμό που χρειάζεται, την αρρενωπότητα. Και κάτι ακόμη σημαντικό: Ο άγιος Αρσένη εορτάζεται στις 8 Μαΐου. Ανοιξιάτικα! (Όπως μαγιάτικοι είναι και ο Κωνσταντίνος και ο Αθανάσιος, που θα δούμε παρακάτω). Την εποχή, που συμβολικά ανοίγει η φύση, η διάθεση για πανηγυρικό ξεσηκωμό:
Ακόμα ετούτη την άνοιξη, τούτο το καλοκαίρι,
ώσπου να ΄ρθεί ο Μόσκοβος, να φέρει το σεφέρι…
Βρίσκουμε όρκο κλεφτών στην αγία Αικατερίνη.
Μα την άγια Αικατερίνη, κάν’ας ξένος δεν θα φύγει..
Ποια είναι η Αικατερίνη η οποία υπομνηματίζεται εδώ; Εκείνη η όμορφη Αιγυπτία κόρη, που άγιασε κατά τον χριστιανισμό και φυτεύθηκε στην θέση της κατακρεουργημένης από πλήθος φανατικών πιστών του Υπατίας; Όχι βέβαια. Για να επαναστατήσεις χρειάζεσαι ισχυρά πρότυπα. Εδώ το όνομα της Αικατερίνης παραπέμπει στην τσαρίνα της Ρωσίας και στην βοήθεια που οι Έλληνες καρτερούσαν από την Αγ. Πετρούπολη. Έπειτα υπήρχε έντονη ακόμη στην μνήμη τους και η Αικατερίνη των Μεδίκων συνδεδεμένη με την μεγάλη σφαγή την Νύκτα του Αγ. Βαρθολομαίου που προκάλεσε (23.8.1572)! Την βοήθεια της τσαρίνας Αικατερίνης στέλνουν σαν κρυφό μήνυμα, λοιπόν, και την σφαγή της Αικατερίνης των Μεδίκων προαναγγέλλουν. «Κανένας ξένος δεν θα φύγει», υπόσχεται ο όρκος, γιατί οι Έλληνες είχαν αγαπήσει τους ξένους φιλέλληνες – και πώς να μη; - που είχαν έλθει έως εδώ, εγκαταλείποντας σπίτια, πατρίδες και περιουσίες, για να πολεμήσουν για το δίκαιο αίτημα της πιο πνευματικής χώρας στον κόσμο, έναντι της πλέον βάρβαρης!
Όρκο βρίσκουμε και στην αγία Κυριακή:
Μα την άγια Κυριακή, όλ’ οι ξένοι είν’ αδερφοί…
Όλοι όσοι άκουγαν το όνομα της αγίας Κυριακής, στον όρκο και το δημοτικό τραγούδι, δεν πήγαινε ο νους τους στην χριστιανή αγία Κυριακή, την οποία ελάχιστα εγνώριζαν εκείνη την εποχή, αλλά στην άλλη, την σπουδαιότερη γι’ αυτούς Κυριακή της Αναστάσεως του Γένους. Αυτήν ονειρεύονταν, αυτήν τραγουδούσαν, σε αυτήν ορκίζονταν! Και ενθυμούντο και την πάγια αρχή της φιλοξενίας των Ελλήνων, την οποία είχαν αναγάγει και σε θεότητα, με μπροστάρη τον Ξένιο Δία. Και υπόσχονταν στους ξένους που είχαν ανέβει στα βουνά κι είχαν ενσωματωθεί μαζί τους, πως όταν όλα κοπάσουν κι η Ελλάς θα είναι λεύτερη και πάλι, θα ζήσουν σαν αδέλφια.
Και τ’ άλλο πάλι; Τι είναι ο όρκος στην αγία Πολυξένη;
Μα την άγια Πολυξένη, είμαστε αδερφωμένοι…
Ποιο μήνυμα ήθελαν να περάσουν αναγάγοντας σε αγία κάποιαν Πολυξένη; Για ποιαν Πολυξένη μιλούσαν; Ποιαν ήθελαν να ξυπνήσουν μέσα από τα αραχνιασμένα αρχεία των μυαλών τους; Μα φυσικά την θυγατέρα του Πριάμου της Τροίας, την οποία ενώ εμνηστεύετο στον ναό του Απόλλωνος, ο Αχιλλεύς ο πολυύμνητος, εφονεύθη υπό του θλιβερού Πάριδος! Το ζεύγος έμεινε όμως στην ψυχή των Ελλήνων να συμβολίζει την αιώνια ψυχική ένωση, αφού κι αυτή, η κόρη, εθυσιάσθη, γι’ αυτό, στον τάφο του! Ο στίχος είναι μια πανάρχαια κραυγή, που θα μπορούσε να ειπωθεί και «ως τον ¶δη ενωμένοι» εάν δεν ήθελε να κάνει αναγωγή σε αέναα πρότυπα του ελληνισμού!
Όρκος και για την αγία Παρασκευή ευρίσκεται στα δημοτικά μας τραγούδια των κλεφτών της Επαναστάσεως.
Μα την άη Παρασκευή, είμαστε όλοι αδερφοί.
Σκόπευε κατ’ ευθείαν όχι στην χριστιανή αγία, αλλά στην παρασκευή-προπαρασκευή του Αγώνος που ήθελε να μηνύσει. Σε μια τέτοια παρασκευή στηρίζονταν όλες οι ελπίδες του Γένους. Κι όσο πιο άρτια αυτή προετοιμαζόταν, τόσο πιο τρανή επιτυχία θα είχε. Γι’ αυτόν τον στόχο, «είμαστε όλοι αδερφοί», φράση που αντλούσε και από την - πρόσφατη τότε -Γαλλική Επανάσταση!
Τελευταίος όρκος, ήταν ο όρκος στον άγιο Αθανάσιο:
Μα τον άγιο Αθανάση, ο χορός μας ας χαλάσει...
Μέσω της αναφοράς του αγίου Αθανασίου στον όρκο και το τραγούδι, ο Έλληνας έβλεπε τις ανοιχτές πύλες της αθανασίας που τον καρτερούσαν, εάν ο χορός-πόλεμος χαλάσει και τον χαλάσει. Γιατί ο Έλληνας πάντα είχε μεταφυσικές αναζητήσεις, ο πρώτος διδάξας! Δεν θα επέτρεπε σε κανέναν κατακτητή να του τις στερήσει. Πάντα ήλπιζε σε ένα καλύτερο αύριο, πέρα από το εφήμερο σήμερα. Όμως πίστευε ακράδαντα πως για να φθάσει σε αυτό, θα έπρεπε να πολεμήσει. Κανείς δειλός Έλλην δεν πέρασε ποτέ στην αθανασία με χρυσά γράμματα. Κι αυτό το ήξερε καλά. Γι’ αυτό και στο όνομα του Αθανασίου, υπόσχεται και βλέπει την αθανασία, που πάντα ποθούσε η φυλή να αποκτήσει. Και γι’ αυτήν άφησε συγγράμματα, έκανε επιτεύγματα, έμεινε εν ολίγοις λόγοις, στην κορυφή του πανθέου στην πυραμίδα των λαών του κόσμου!
Τον Σεπτέμβριο του 1826, ο Ρουμελιώτης στρατηγός Γιάννης Μακρυγιάννης μετά του Γκούρα επολιορκούντο στην Ακρόπολη των Αθηνών από τους οθωμανούς. Περισσότερο γνωστός ως ιστορικός συγγραφέας ο Μακρυγιάννης – όπως μας τον αποκάλυψε ο Γ. Βλαχογιάννης, με την έκδοση των «Απομνημονευμάτων» του – καίτοι τραχύς, έψαλλε πολύ ωραία τα δημοτικά άσματα, καλλίφωνος ων, ενώ πολλάκις αυτοσχεδίαζε, φέρνοντας το δημοτικό τραγούδι κοντά στο γεγονός που ήθελε να υμνήσει, καθιστώντας το έτσι εργαλείο της ιστορίας.(3) Ένα τέτοιο δικό του μοιρολόι, λοιπόν, ήταν και αυτό που έψαλλε στο Σερπεντζέ, στην θέση που υπεράσπιζε. Εκάλεσε σε δείπνο τον Γκούρα και τους άλλους οπλαρχηγούς. Ο Γκούρας κι ο Παπακώστας τον παρακάλεσαν να τραγουδήσει, γιατί είχε καιρό να το κάμει. Και ο Μακρυγιάννης το έκαμε, συνοδευόμενος, ίσως από τον ταμπουρά του, την πανάρχαια πανδουρίδα του Πυθαγόρα. Είπε τότε το εξής αυτοσχεδιαστικό – δικό του δηλαδή – μοιρολόι:
Ο Ήλιος εβασίλεψε (Έλληνα μου, βασίλεψε) και το φεγγάρι εχάθη (4)
κι ο καθαρός Αυγερινός που πάει κοντά στην Πούλια
τα τέσσερα κουβέντιαζαν και κρυφοκουβεντιάζουν.
Γυρίζει ο Ήλιος και τους λέει, γυρίζει και τους κρένει:
«Εψές οπού βασίλεψα πίσου από μια ραχούλα,
άκ’σα γυναίκεια κλάμματα κι ανδρών τα μοιργιολόγια,
γι’ αυτά τα ηρωικά κορμιά στον κάμπο ξαπλωμένα,
και μέσ’ στο αίμα το πολύ είν’ όλα βουτημένα.
Για την πατρίδα πήγαινε στον ¶δη τα καημένα».
Ο Γκούρας αναστέναξε και του λέει:
- Αδελφέ Μακρυγιάννη, σε καλό να το κάμη ο Θεός, άλλη φορά δεν τραγούδησες τόσο παραπονεμένα. Αυτό το τραγούδι σε καλό να μας βγη.
- Είχα κέφι, του είπε ο Μακρυγιάννης, οπού δεν τραγουδήσαμεν τόσον καιρόν.
Το τραγούδι που έχει ως βάση του την δημοτική ποίηση, έμελλε να γίνει πανελληνίως γνωστό κι αγαπητό, και να περάσει στα άπαντα των δημοτικών μας, καίτοι έχει επώνυμο δημιουργό.
Εάν δεν ήταν η δημοτική μας ποίηση, πολλές από τις ηρωικότερες σελίδες των Ελλήνων θα είχαν χαθεί. Και καλά που βρέθηκε ένας Γιάννης Βλαχογιάννης, ο οποίος προσπαθώντας το 1895 να εκδώσει την ιστορική μελέτη του «Ο θάνατος του Ανδρούτσου», ανακάλυψε πως για την συγγραφή της ταλαιπωρήθηκε να συλλέξει υλικό! Έτσι αντελήφθη πως το νεοσύστατο ελληνικό κράτος δεν διατηρούσε Αρχείον του Αγώνος του ΄21! Απεδύθη τότε σε μια τιτάνια προσπάθεια να το διασώσει. Εθυσίασε όλη του την ζωή σε αυτόν τον σκοπό. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να παραμελήσει το προσωπικό του πνευματικό έργο. Ήταν πάντως επιλογή του να θυσιάσει την προσωπική του δημιουργία για να μας κάνει γνωστή την Επανάσταση του ΄21, αλλά και τις μάχες του γλωσσικού ζητήματος, και κάθε ιστορικό έγγραφο από την εποχή της Αλώσεως, έως το 1868. Αναζήτησε χειρόγραφα και γράμματα των αγωνιστών, από συγγενείς τους, φίλους τους, κλπ. Τα περισσότερα εξ αυτών είχαν πωληθεί με το κιλό σε μπακάλικα, μανάβικα και κρεοπωλεία για… κόλλες περιτυλίγματος! Ο Βλαχογιάννης τα αγόραζε, με μεγάλη προσωπική του στέρηση, από αυτά τα καταστήματα… Τα ιστορικά κείμενα αυτά, εάν δεν ήταν ο Βλαχογιάννης θα ήταν καταδικασμένα να χαθούν! Από το 1888 ως το 1913 είχε καταφέρει να συγκεντρώσει έγγραφα και χειρόγραφα, που ξεπερνούσαν τις 300.000 σελίδες, τις οποίες είχε τακτοποιήσει σε φακέλους, με βάση το θέμα και τη χρονολογία! Συνέλεγε με κόπο και χρήμα όλα τα γραπτά κείμενα της εθνεγερσίας, πληρώνοντας από την τσέπη του, σωρούς χαρτιών, που το επίσημο κράτος εκποιούσε ως άχρηστα! Διέσωσε επίσης το «Αρχείον Αγώνος», το οποίο εφυλάσσετο στο Αρχειοφυλακείο, που είχε ιδρύσει ο Καποδίστριας, το οποίο όμως όταν καταργήθηκε η φύλαξίς του περιήλθε στο Ελεγκτικό Συνέδριο (1885) και ένα μέρος του μεταφέρθηκε στη Βουλή. Για... «λόγους χώρου», λοιπόν, αποφάσισαν οι - πάντα ανεύθυνοι - δημόσιοι υπάλληλοι γραφειοκράτες να το εκποιήσουν (1893) με δημοπρασία (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, 16.4.1893). (5)
Αλλά σε αυτό το σημείο, έχει σημασία να ιδούμε πως διεσώθη το δημοτικό μας τραγούδι και ποιοι ήσαν οι πρώτοι που εργάσθηκαν για να φθάσει έως εμάς:
Τα πρώτα ελληνικά δημοτικά τραγούδια είχαν καταγραφεί από ξένους περιηγητάς στην Ελλάδα, αλλά ήταν σποραδικά και όχι συγκεντρωμένη και αναλυτική καταγραφή με στοιχεία.
Αναφέρεται μόνο ότι στην Ι. Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους υπήρχε μια συλλογή από 13 ελληνικά δημοτικά τραγούδια, αλλά κι αυτή δεν βρέθηκε ποτέ.
Το 1804 φαίνεται πρώτος να ενδιαφέρεται για τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια ο οικονομολόγος Sismonde de Sismondi (6), ο οποίος σε γράμμα σε αριστοκράτισσα φίλη του στην Κέρκυρα, της ζητάει να του στείλει τα δημοτικά τραγούδια του νησιού της. Πράγματι, λοιπόν, η Κερκυραία του έστειλε κάποια δημοτικά της περιοχής της, αλλά άγνωστο τι απέγιναν κι αυτά και οι προθέσεις του Sismondi…
Το 1814 στο Συνέδριο της Βιέννης, που εξελίχθηκε σε μια πανευρωπαϊκή εορτή, κυρίως εξ αιτίας του τέλους των ναπολεόντειων πολέμων, για την οποία συνευρέθησαν πολιτικοί, διπλωμάτες, αλλά και άνθρωποι των Γραμμάτων και των Τεχνών, πήγε κι ένας – κατά τ’άλλα παράξενος - βαρόνος, ονόματι Βέρνερ φον Χαξτχάουζεν (7). Τότε είδε έκπληκτος να κυκλοφορεί στα λογοτεχνικά στέκια μια συλλογή σέρβικων δημοτικών τραγουδιών, που μάλιστα άρεσε πολύ και έγινε δεκτή στους ευρωπαϊκούς φιλολογικούς κύκλους με ενθουσιασμό. Αυτό συνέβη γιατί διευθυντής της Αυτοκρατορικής Βιβλιοθήκης ήταν ο Κοπιτάρ. Ο Χαξτχάουζεν τον βρίσκει, του δείχνει την δική του συλλογή, με ελληνικά δημοτικά τραγούδια και ο Κοπιτάρ δείχνει αμέριστο ενδιαφέρον, λέγοντας πως στη Βιέννη υπάρχουν πολλοί Έλληνες και παράλληλα εκδίδονται δυο ελληνικά περιοδικά, ο «Λόγιος Ερμής» και ο «Φιλολογικός Τηλέγραφος» – μάλιστα εν έτει 1814!(8)
Στην προσπάθειά του να πλουτίσει την συλλογή του ο Χαξτχάουζεν προσπαθούσε να συναναστραφεί με Έλληνες της περιοχής. ώσπου συναντάει κάποιον Μακεδόνα, ονομάτι Θεόδωρο Μανούσο, ο οποίος του λέει ότι έχει σπίτι του και την γιαγιά του, η οποία γνωρίζει πολλά τέτοια τραγούδια! Πράγματι, λοιπόν, η γιαγιά Αλεξάνδρα Μανούσου, τραγουδάει στον Χαξτχάουζεν τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια που θυμόταν κι εκείνος τα καταγράφει – δυστυχώς – σε έμμετρη γερμανική γλώσσα. Ο Μανούσος, βέβαια, κράτησε αντίγραφα, τα οποία και έστειλε στον Κοραή στην πόλη των Παρισίων.
Το καλοκαίρι του 1815 ο Γκαίτε πήγε για λουτρά στη γερμανική λουτρόπολη Βιζμπάντεν. Εκεί συναντήθηκε και με τον Καποδίστρια. Εκεί συναντήθηκε και με, τον Χαξτχάουζεν, ο οποίος είχε ήδη μια αρκετά καλή συλλογή από ελληνικά δημοτικά τραγούδια στα χέρια του, που τα είχε συλλέξει από ανθρώπους της υπαίθρου (9). Ο Γκαίτε - και άλλοι – τον προτρέπουν να τα εκδώσει. Μάλιστα ο Γκαίτε δημοσίως, μέσω του περιοδικού “Kunst und Alterum”. Παρά ταύτα, ο Χαξτχάουζεν καθυστερεί και αρκείται στην κυκλοφορία τους σε αντίγραφα, από χέρι σε χέρι λογίων. Η επίσημη αιτιολογία του είναι ότι δεν είχε τις απαραίτητες φιλολογικές και εθνολογικές γνώσεις για να σχολιάσει και να αναλύσεις αυτά τα αριστουργήματα της λαϊκής τέχνης. Έτσι, και με την αναγγελία της έκδοσης της συλλογής των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών του Γάλλου Κλωντ Φωριέλ (10), η συλλογή Χαξτχάουζεν σταμάτησε να ενδιαφέρει και δεν είδε το φως της δημοσιότητας, παρά μόνο το 1935.
Στις αρχές του 19ου αι., πράγματι λοιπόν εμφανίζεται ο Γάλλος λόγιος Φωριέλ (1772-1844) ένας εραστής της Ελλάδος (αρχαίας αλλά και νεωτέρας – άλλωστε η Ελλάς ήταν πάντα μία) που έβγαινε διαλελυμένη, αλλά υπερήφανη μέσα από μία γενναία επανάσταση. Ο ίδιος καθηγητής φιλολογίας στην Σορβόννη, δεν γύρεψε τα αρχαία ερείπιά της, όπως έκαναν τόσοι και τόσοι άλλοι, πλουτίζοντας τα μουσεία τους με τα λείψανά μας, για να αποκτήσουν έναν πολιτισμικό πλούτο που δεν είχαν, αλλά συνέλεξε τα δημοτικά τραγούδια της χώρας μας, και τα εξέδωσε στους Παρισίους το 1824.
Το 1815 ο μέγιστος πνευματικός ηγέτης της Γερμανίας, Γκαίτε, κάνει μια συγκέντρωση στο σπίτι του, στη Φρανκφούρτη, όπου καλεί φίλους του, επιφανείς ανθρώπους των Γραμμάτων και των Τεχνών. Ήταν τότε της μόδας τα λεγόμενα «φιλολογικά σαλόνια» – τα οποία, ειρήσθω εν παρόδω – είχαν ξεκινήσει από την Γαλλία. (11) Το περίεργο, όμως, με το κάλεσμα του Γκαίτε ήταν το κάλεσμα των ζωγράφων, που έκανε τους ανθρώπους των Γραμμάτων να απορήσουν. Οι απορίες λύθηκαν, όταν μίλησε ο Γκαίτε και τους είπε ότι τους φώναξε για να τους μιλήσει για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι! Όπως είχε γράψει και στον υιό του, Αύγουστο, στις 15 Ιουνίου 1815, το βρίσκει «τόσο λαϊκό, αλλά και τόσο δραματικό, τόσο επικό και τόσο λυρικό, που αντίστοιχό του δεν υπάρχει στον κόσμο»! Κάτι παρόμοιο είχε πει και στους λογίους του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης, το φθινόπωρο του 1815: Πως «οι εικόνες αυτού του τραγουδιού, του ελληνικού δημοτικού, είναι εκπληκτικές. Φανταστείτε να βάζει δυο βουνά να μαλώνουν μεταξύ τους! Φανταστείτε έναν αετό να μιλάει με το κομμένο κεφάλι του κλέφτη! Φανταστείτε ένας κλέφτης να λέει να του κόψουν το κεφάλι, για να μην το πάρουν οι Τούρκοι, αλλά και να μην το πουν στην αρραβωνιαστικιά του! Αλλά σας αφήνω τελευταίο και ένα άλλο τραγούδι, το οποίο είναι το κορυφαίο», τους είπε και τους διάβασε - σε μετάφραση βέβαια στα γερμανικά - το ελληνικό παραδοσιακό μοιρολόι «Ο Χάρος με τους αποθαμένους»:
Γιατ’είναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα;
Μην άνεμος τα πολεμά; Μήνα βροχή τα δέρνει;
Ούδ΄ άνεμος τα πολεμά κι ούδέ βροχή τα δέρνει.
Μόν’εδιαβαίνει ο Χάροντας με τους αποθαμένους.
Σέρνει τους νιους από μπροστά, τους γέροντας κατόπι,
τα τρυφερά παιδόπουλα στη σέλλα αραδιασμένα.
Παρακαλούν οι γέροντες, τ’ αγόρια γονατίζουν:
«Κόνεψε, Χάρο, σε χωριό, κόνεψε καν σε βρύση,
να πιουν οι γέροντες νερό κι οι νιοι να λιθαρίσουν
και τα μικρά παιδόπουλα να μάσουνε λουλούδια».
«Όχι, χωριά δεν θέλω εγώ, σε βρύσες δεν κονεύω,
έρχονται οι μάνες για νερό, γνωρίζουν τα παιδιά τους,
γνωρίζονται τ΄ αντρόγυνα και χωρισμό δεν έχουν»…
Τασία Βέρρα
Ξεκίνησε από πολύ μικρή και στην ηλικία των 15 ετών κυκλοφόρησε τους πρώτους της μικρούς δίσκους. Την καθιέρωσαν αμέσως και την έμαθε όλη η Ελλάδα. Από τις πρώτες της επιτυχίες είναι: «Τάξε μανούλα τάματα» (τσάμικο), η «Χρυσούλα», «Μια Βλαχοπούλα» κ.ά. Έχει τραγουδήσει μεγάλο αριθμό δημοτικών τραγουδιών με ιδιαίτερη επίδοση στο «κλέφτικο» τραγούδι στο οποίο δημιούργησε «σχολή». Ακούγοντας την Τασία Βέρρα να τραγουδάει και να εκφράζει τέτοιο πάθος και συναίσθημα, κυριολεκτικά ανατριχιάζεις. Σπάνια συναντάς τέτοια μεγαλοπρέπεια και σεμνότητα στη φωνή.
Χαρακτηριστικά της τραγούδια είναι τα «Εγώ στον ήλιο ορκίστηκα», «Το μνήμα του Δημάκη», «Η δυστυχία» και άλλα πολύ ωραία κλέφτικα. Έχει τραγουδήσει σε όλα σχεδόν τα Αθηναϊκά κέντρα παραδοσιακής δημοτικής μουσικής, ενώ παράλληλα έχει πραγματοποιήσει περιοδείες σε πολλές χώρες του εξωτερικού, γνωρίζοντας συγκινητική ανταπόκριση από την Ομογένεια.
Μετά από μια απουσία στη δισκογραφία ξαναεμφανίζεται το 1978 στο «Χρυσό Κλαρίνο» στη Μιχαήλ Βόδα δίπλα στο μεγάλο μας σολίστα του κλαρίνου Γιάννη Βασιλόπουλο. Παρότι είχαν περάσει αρκετά χρόνια από την απουσία της, παρέμεινε ψηλά στο χώρο και η είδηση ότι ξαναβγήκε στο πάλκο στάθηκε ιδιαίτερα χαρμόσυνη στο κοινό του δημοτικού τραγουδιού που της έκανε «λαϊκό προσκύνημα». Πέρασαν εκατοντάδες καλλιτέχνες από το «Χρυσό Κλαρίνο» για να γνωρίσουν την Τασία Βέρρα.
Οι παραγγελιές που έδιναν ήταν οι οκτώ στις δέκα κλέφτικα και ειδικά τοπικά Μοραΐτικα που τα κατέχει άριστα. Οι πόρτες των δισκογραφικών εταιριών άνοιξαν και πάλι διάπλατα για την Τασία και ηχογράφησε πολλά τραγούδια. Εκτός από την μεγάλη δισκογραφική της ακμή εμφανίζεται στα καλύτερα μαγαζιά με μεγάλη επιτυχία. Έτσι μετά το «Χρυσό Κλαρίνο» εμφανίστηκε στους «Σταλακτίτες», στο «Κότζακ», στη «Νύχτα της Αθήνας», στο «Μονσενιέρ».
Τον φετινό χειμώνα εμφανίζεται με μεγάλη επιτυχία στον «Έλατο» που την είχε φιλοξενήσει και στο παρελθόν.
Πράγματι, το απόσπασμα αυτό είναι τόσο τραγικό και τόσο λεπτομερές συνάμα! Δίνει το σκηνικό-πλαίσιο μέσα στο οποίο θα εκτυλιχτεί το δράμα («μαύρα βουνά, δαρμένα από ανέμους και βροχές»), περνά το κορυφαίο ενεργειακό στοιχείο του, ο αρχαίος Έλλην Χάρων (> Χάροντας των χριστιανών), με τους απεθαμένους, κι αρχίζει ο υπερβατικός διάλογος, ο οποίος κορυφώνει την τραγωδία! Κι ενώ όλο το λογοτεχνικό δημιούργημα είναι στην σφαίρα της «ποιητικής αδείας», κλείνει με το πιο ρεαλιστικό δίστιχο: Την ανίκητη δύναμη του πάθους και του πόθου.
Ο Γκαίτε, λοιπόν, εξομολογήθηκε πως τον συνεπήραν αυτές οι εικόνες και κάλεσε τους ζωγράφους για να τους τις διαβάσει και να τις ζωγραφίσουν!
Το 1824 κάνει την εμφάνισή της στην πόλη των Παρισίων ο πρώτος τόμος της συλλογής του Φωριέλ, με τίτλο «Ελληνικά τραγούδια» ή «Δημοτικά τραγούδια της σύγχρονης Ελλάδος». Τον επόμενο χρόνο κυκλοφορεί και ο δεύτερος τόμος. Πράγματι ο Φωριέλ είχε μια εισαγωγή-ανάλυση για κάθε τραγούδι και μια εκτενή εισαγωγή 100 σελίδων για όλο το πόνημά του, που ακόμα και σήμερα θεωρείται από τις πλέον εμβριθείς που έχουν γίνει ποτέ για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι. Το 1826 η συλλογή αυτή, που έκανε πάταγο στη Γαλλία, μεταφράστηκε από τον Muller στα γερμανικά. Αργότερα μεταφράστηκε στα αγγλικά, ρωσικά και τα ιταλικά. (12) Αυτή ήταν η πρώτη επίσημη συγκεντρωμένη και αναλυμένη καταγραφή των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών. Και μάλιστα κυκλοφόρησε στην Ευρώπη μεσούντος του αγώνα μας κατά των Τούρκων. Οι Ευρωπαίοι φιλέλληνες βρήκαν τώρα πατήματα να υποστηρίζουν τους αγώνες ενός ευρωπαϊκού έθνους ενάντια στους βάρβαρους Ασιάτες. Αλλά και οι μη φιλέλληνες καταλάβαιναν πια ότι η Ελλάδα δεν είχε μόνο αρχαίες περγαμηνές να επιδείξει, αλλά και σύγχρονες.
Το δε περίεργο είναι πως Φωριέλ και Χαξτχάουζεν δεν είχαν επισκεφθεί ποτέ την Ελλάδα! Αλλά εν Παρισίοις ο Φωριέλ είχε έρθει σε επαφή με τον Κοραή, που είχε την συλλογή Μανούσου, και την οποία δώρισε στον Κλωνάρη, αλλά και με άλλους Έλληνες της παροικίας, όπως τους Μουστοξύδη, Μαυρομάτη και Νικόλαο Πίκολο, από τον οποίο έμαθε και τα ελληνικά. Αυτοί – και άλλοι – λοιπόν, έστειλαν επιστολές σε Έλληνες στην Ελλάδα να τους στείλουν δημοτικά από την περιοχή τους, έδωσαν τα χειρόγραφα στον Φωριέλ και ο τελευταίος εξέδωσε το πόνημά του. Επίσης, οι ανακοινώσεις του Γερμανού φιλόλογου Hasse αύξησαν την συλλογή του. Ο ίδιος ο Φωριέλ λέει πως στην προσπάθειά του να έλθει σε επαφή και με άλλους Έλληνες για τον ίδιο λόγο, κατέβηκε στην Ενετία και την Τεργέστη. Αλλά οι λόγιοι δεν τα ήξευραν κι οι αμόρφωτοι νόμιζαν πως τους κορόιδευε κι ήταν δύσπιστοι.
Το 1844 στο Μάνχαϊμ της Γερμανίας κυκλοφορεί η εργασία του D. Sanders «Η λαϊκή ζωή των νεοελλήνων» (“Das Volksleben der Neugriechen”), μέσα στην οποία περιλαμβάνονται κάποια δημοτικά μας τραγούδια.
Αλλά και ο Διονύσιος Σολωμός με το που ήρθε στην Ελλάδα από την Ιταλία επιδόθηκε στον αγώνα συλλογής ελληνικών δημοτικών τραγουδιών και λαϊκών στίχων-παροιμιών. Την συλλογή Σολωμού ζήτησε ο Tommaseo Canti, ο οποίος έκανε κι αυτός μια σχετική συλλογή και πράγματι ο Σολωμός του την παραχώρησε. Η συλλογή Tommaseo κυκλοφόρησε το 1842 στην Ενετία και ήταν ελληνικά δημοτικά σε ιταλική μετάφραση. Βέβαια, η συλλογή του είχε και τραγούδια από Αλβανία και Σερβία, σε ξεχωριστά κεφάλαια. Αυτή η συλλογή, η αναμεμειγμένη με αλβανικά και σέρβικα τραγούδια, έκανε τον Σολωμό να πει στον Κερκυραίο φίλο του, Αντώνη Μανούσο, να περάσει απέναντι και να καταγράψει τα ελληνικά δημοτικά που τραγουδιούνται εκεί στην Ήπειρο. Του έδωσε μάλιστα και μια συλλογή του Φωριέλ με σημειώσεις και παρατηρήσεις, για να ελέγχει αυτά που καταγράφει. Η συλλογή Αντ. Μανούσου «Τραγούδια εθνικά, συναγμένα και διασαφηνισμένα υπό Αντ. Μανούσου» κυκλοφόρησε το 1850 στην Κέρκυρα. (13)
Έκτοτε κυκλοφόρησαν πολλά και σημαντικά βιβλία, ανθολογίες ελληνικού δημοτικού τραγουδιού, όπως:
«Τραγούδια εθνικά, συναγμένα και διασαφηνισμένα υπό Αντ. Μανούσου», Κέρκυρα.
1851 «Chants populaires de la Grece”, του M. de Marcellus, Παρίσι.
1852 «¶σματα δημοτικά της Ελλάδος», του Σπ. Ζαμπέλιου, Κέρκυρα.
1859 «Συλλογή δημοτικών ασμάτων», του Α. Ιατρίδη, Αθήνα.
1860 «Τραγούδια ρωμαίικα – Carmina popularia Graecia recentioris», του Arnoldus Passow,
Λειψία.(14)
; “Anthologia Neugriechischer Volkslieder” του Teod. Kind, Λειψία.
1866 «Συλλογή των κατά την Ήπειρον δημοτικών ασμάτων», του Γ. Χασιώτου, Αθήνα.
1866“Etudes sur la litterature grecque moderne” του Ch. Gidel, στο Παρίσιοι.
Επανεκδόθη το 1878.
1867 «Δημοτική Ανθολογία» του Μ. Πελέκου, Αθήνα.
1868«Νεοελληνική φιλολογία» του Κ. Σάθα.
1868«Εκλογή μνημείων της νεωτέρας ελληνικής γλώσσης», Μαυροφρύδου εκδ. Αθήναι.
1873 “Recueuil de chansons populaires grecques” του Legrand.
1876 «¶σματα κρητικά μετά διστίχων παροιμιών» του Α. Jeannarakis ή Αντ. Γιανναρή ή/και
Γιάνναρη/Γιανναράκη, Λειψία.
1879“Das ABC der Liebe – eine Sammlung Rhodischer Liebslieder” («Η Αλφάβητος της αγάπης
– μια συλλογή τραγουδιών αγάπης από την Ρόδο»), του W. Wagner, δίγλωσση έκδ.
Με το ελληνικό και αντικρυστά την γερμανική μετάφραση, έκδ. Teubner, Λειψία.
1880 «Συλλογή δημωδών ασμάτων Ηπείρου», του Π. Αραβαντινού.
1881 “Trois poemes grecs du moyen-age”, Βερολίνο, πάλι του W. Wagner.
1881“Poetes grecs contemporains” του J. Lamber, στο Παρίσιοι.
1888 «Κρητικές ρίμες» του Εμμ. Βαρδίδη.
1888η β΄ επαυξημένη έκδ. του έργου “Greek folk songs from the Ottoman Provinces of
Northern Hellas, Litteral and metrical translations, classified, revised and edited with
essays on the survival of Paganism, and the sience of folklore” των M. J. Garnett, Stuart
Stuart και J. Glennie, εκδ. Ward & Downey, Λονδίνο.
1893«Κρητικός γάμος» του Π. Βλαστού.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. «Οι εικονογραφίες του Στρατηγού Μακρυγιάννη και ο λαϊκός τεχνίτης Παναγιώτης Ζωγράφος», Ανοιχτά χαρτιά, Ίκαρος, Αθήναι, γ΄, 1987.
2. βλ. σχ. Πουκεβίλ.
3. Μεταξύ των εγγράφων του Μακρυγιάννη ευρέθησαν και δυο άλλα άσματα, του δημοτικού τρόπου, γραμμένα δια χειρός του, πιθανότατα δικά του. Το ένα ήταν αφοιερωμένο στη μάχη της Αράχοβας και το άλλο στο θάνατο του Γ. Καραϊσκάκη.
4. Στίχος που πέρασε αργότερα και στη λαϊκή μας ποίηση:
Του Ηλιου σβήστηκε το φως
κι εχάθη το φεγγάρι
και πάει το παλληκάρι
καημός και πόθος μου κρυφός…
(Ντ. Δημόπουλος)
ενώ εγγόνι αυτού του τραγουδιού του Μακρυγιάννη μπορεί να χαρακτηρισθεί ο στίχος του Απ. Καλδάρα στο λαϊκό ζεϊμπέκικο «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι».
5. βλ σχ, άρθρο μου «Περί εκποιήσεως αχρήστου χάρτου 20-30.000 οκάδων!-Πώς ο Γ. Βλαχογιάννης έσωσε τα Αρχεία του ΄21 από την βαρβαρότητα του Ρωμαίικου Κράτους», περιοδικό «Δαυλός», αρ. τ. 259, Ιούλιος 2003.
6. Μέγας οικονομολόγος, σημαντικός στην ιστορία της οικονομικής σκέψης, για τον οποίο κάνει αναφορά και ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο».
7. Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας της Βεστφαλίας (1780 - ), με σπουδές Νομικής και Ιατρικής, ενώ παράλληλα γνώριζε 13 ανατολικές γλώσσες! Έκανε τον αγώνα του κατά του Ναπολέοντα και όταν ο τελευταίος κατέκτησε και την Γερμανία, αυτοεξορίσθη στο Λονδίνο. Εκεί εργάσθηκε, ως ιατρός που ήταν, σε ναυτικό νοσοκομείο. Εκεί, άκουσε έναν Έλληνα ναύτη να τραγουδάει:
«Συννέφιασε ο Παρνασσός, βρέχει στα καμποχώρια…»...
συγκινήθηκε και ενδιαφέρθηκε γι΄ αυτό το τραγούδι. Όταν έμαθε πως υπάρχει πλούτος από δαύτα στα στόματα και τις ψυχές των Ελλήνων, επιδόθηκε στο έργο να τα καταγράψει! Ηταν η πρώτη επιχείρηση καταγραφής των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών…
8. Είχαν προηγηθεί η ολιγόμηνη έκδοση εφημερίδος από τον γνωστό Έλληνα τυπογρ΄φο Γεώργιο Βεντότη, την κυκλοφορία της οποίας απαγόρευσαν οι αυστριακές Αρχές, η ατελέσφορος προσπάθεια του Δ. Θεοχαρίδη και η σπουδαιότερη όλων, η «Εφημερίς» των Σιατιστινών αδελφών Μαρκίδων του Πούλιου. (βλ. σχ. άρθρα μου «Η ιστορική συμβολή των εκδοτών Μαρκίδων Πούλιου», στην εφημερίδα «Ελευθερία» του Λονδίνου 2, 9, 16 και 23.2.2006).
9. Αυτή ήταν η τακτική του φιλοσοφικού ρεύματος του ρομαντισμού της εποχής, που έψαχνε την αλήθεια μέσα στις λαϊκές ψυχές των χωρικών, των καμπίσιων και των ορεινών, σε αντίθεση με τον γαλλικό Διαφωτισμό.
10. Εκλεκτό τέκνο της Γαλλίας (1772-1844), ιδιαίτερος γραμματέας του Φουσέ, απ’ τον οποίο παραιτήθηκε το 1802, μένοντας πιστός στις δημοκρατικές αρχές του. Είχε εγκυκλοπαιδική μόρφωση, εγκατεστημένος στο Σεντ Ετιέν. Γνώριζε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες! Κύρια μελετούσε την ιστορία του Μεσαίωνα του Νότου, της νότιας Γαλλίας. Αλλά ασχολήθηκε μέχρι και με τη βοτανική! Το 1830 διορίσθηκε καθηγητής Γλωσσών και Λογοτεχνιών της Μεσημβρινής Ευρώπης στη Σορβόνη, όπου δίδαξε 11 μαθήματα για τα ελληνικά και τα σέρβικα δημοτικά τραγούδια. Το 1836 έγινε μέλος της Ακαδημίας των Επιγραφών. ¶λλα έργα του: «Ιστορία της προβηγκιανής ποίησης» (1847), «Ο Δάντης και η γένεση της ιταλικής γλώσσας και φιλολογίας» (1859), κ.ά.
11. Σπουδαίο ρόλο έπαιξε η Ελληνίδα μαντάμ Σενιέ και ο υιός της ποιητής Αντρέ Σενιέ – βλ. σχ. άρθρο μου «Ανδρέας ο Θραξ, ο τελευταίος Γάλλος κλασικός», στο περιοδικό «Ενδοχώρα», τ. 89-90, Ιανουαρίου 2004.
12. Όσο για την Ελλάδα, εδώ εξεδόθησαν μόλις το… 1956 (!) υπό τον τίτλο «Δημώδη άσματα της νεωτέρας Ελλάδος»!
13. βλ. σχ. άρθρο μου στην εφημ. «Ενημέρωση» Δυτ. Ελλάδος δημοσιευθέν την 2.9.2001.
14. Πολύ σημαντική έκδοση, εν είδει επιστημονικής διατριβής, που συγκέντρωσε ό,τι είχε συγκεντρωθεί ως τότε, το συμπλήρωσε και έκανε και σπουδαίο πρόλογο στα λατινικά.
Ο φημισμένος δεξιοτέχνης του κλαρίνου Πετρολούκας Χαλκιάς εμφανίζεται για μία βραδιά, στις
12 Μαΐου, στο club του Μύλου, μαζί με έναν καταξιωμένο παραδοσιακό
τραγουδιστή από τη νέα γενιά, τον Χρήστο Τζιτζιμίκα. Με αφορμή αυτή τη συναυλία, μίλησε στην Αναστασία Γρηγοριάδου του CITY231..
Κατάγεστε από μια οικογένεια με μεγάλη, πέντε γενιών, μουσική παράδοση. Πόσο χρονών ξεκινήσατε να παίζετε μουσική;
Αρχισα πολύ μικρός. Στα δέκα έπαιζα ήδη, στα δώδεκα μπήκα στη δουλειά. Πανηγύρια, γάμους, παντού. Α, ήμουν ερωτευμένος με το κλαρίνο κι ακόμα ερωτευμένος είμαι. Ακόμη κι όταν πήρα τη γυναίκα μου, στην πρώτη πρόποση που έκανα της λέω: «αυτό θα το πιούμε στην πρώτη μου αγάπη». Λοιπόν, ξέρεις τότε, ο πεθερός μου κι η πεθερά μου μού λένε «τι, έχεις άλλη γυναίκα!» και τους λέω «μη βιάζεστε! Η πρώτη μου αγάπη είναι το κλαρίνο, μετά έρχονται όλα τα άλλα».
Πόσα χρόνια παίζετε μουσική;
Πενήντα τέσσερα-πενήντα πέντε χρόνια.
Όλα αυτά τα χρόνια αν θέλετε να μιλήσετε για μια χαρά ή μια λύπη σας ο πιο εύκολος τρόπος είναι να παίξετε κλαρίνο;
Ναι. Με το κλαρίνο μπορώ και μιλάω και συνεννοούμαι καλύτερα από ό,τι με τα λόγια. Όταν παίζω κλαρίνο ξεχνάω τους πάντες και τα πάντα.
Όταν γεννήθηκαν τα παιδιά σας τη χαρά σας με το κλαρίνο την εκφράσατε;
Πάντα! Τον έναν τον αποκοίμιζα και με μια φλογέρα. Του έπαιζα και το είχε συνηθίσει αυτό.
Το 60 πώς πήγατε στην Αμερική;
Στην Αμερική με πήρε μια εταιρεία, από τους πρώτους μου δίσκους που είχα βγάλει εδώ, για να βγάλω τραγούδια κι εκεί. Πήγα και κάθισα σΆ ένα κέντρο όπου είχαμε ιντερνάσιοναλ μουσική: ελληνικά, αραβικά, τούρκικα, αρμένικα, αλβανικά, από όλον τον κόσμο.
Αυτό είναι το Πόρτ Σάιντ στη Νέα Υόρκη;
Ναι. Εκεί λοιπόν πήγα να κάτσω έξι μήνες στην αρχή και μετά έμεινα κι άλλο. Αλλά είχα περιπέτειες στην αρχή.
Δηλαδή;
Για να καθίσω στην Αμερική έπρεπε να γραφτώ στο σωματείο των μουσικών, ένα πολύ μεγάλο σωματείο που είχε οκτώ εκατομμύρια μουσικούς. Κάθε βδομάδα κάνανε συνέλευση και βλέπανε ποια καινούρια μέλη θα γράψουνε. Λέγανε όλες τις χώρες με τη σειρά και κάποια μέρα λέει «Greece», σηκώθηκε κάποιο παιδί με το μπουζούκι κι έπαιξε το «never Sunday».
ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
Όπως μας τα έμαθαν οι δάσκαλοί μας...
Στην αίθουσα ήταν επτακόσια-οκτακόσια άτομα. Κατάλαβα όμως ότι ο πρόεδρος θέλει μάλλον κάτι παραδοσιακό και σηκώθηκα κι εγώ. Όμως πριν παίξω είπα λίγα λόγια: «εμείς στην Ελλάδα έχουμε όλα τα χρώματα της μουσικής κι ένα χρώμα που δεν έχει κανένας». Τότε παρεξηγηθήκανε πάρα πολλοί μουσικοί και συνθέτες αμερικανοί που ήταν στην αίθουσα. Είπαν «ας ακούσουμε τι είναι αυτό που δεν έχουμε εμείς». «Θα σας παίξω κάτι από τον τόπο που γεννήθηκα» τους είπα και τους έπαιξα ηπειρώτικο βέβαια. Τότε έρχεται ένας από τους μεγάλους μουσικούς εκεί και μου λέει: «κύριε Χαλκιά, εμείς όποτε ερχόμαστε στην Ελλάδα δεν ακούμε αυτή τη μουσική. Μήπως δεν είναι ελληνική και μας την παρουσιάζετε σαν ελληνική;».Εγώ απάντησα ότι «με αυτά γεννήθηκα και με αυτά μεγάλωσα» και με ρώτησε από ποιο μέρος της Ελλάδας είμαι.
88 Χρόνια Ελατος
Πριν ογδόντα επτά χρόνια, λίγα μέτρα από την πλατεία Ομονοίας ξεκινούσε το τρένο με τους μηχανικούς και τους διευθυντές για την εργατομάνα πόλη, το Λαύριο. Η λαχτάρα όσων επέστρεφαν από τις δουλειές τους ήταν να γλυκαθούν με ψητό και κρασί στον «Έλατο», να εκτονωθούν με μια στροφή τσάμικου ή καλαματιανού χορού, πριν πάνε στη γυναίκα τους και στα παιδιά τους. Ο Έλατος γεννήθηκε στο ίδιο σημείο που βρίσκεται σήμερα, στην πλατεία Λαυρίου - που πήρε το όνομα της από τον προορισμό του τρένου. Άνοιγε κατά τις οχτώ το βράδυ, οπότε διασκέδαζαν μαζί μπακάληδες, βυρσοδέψες, χασάπηδες, κλέφτες και νταβατζήδες της πλατείας Βάθη, του Μεταξουργείου και του Ψυρρή.
Τις Κυριακές μετά το σινεμά οικογένειες και παρέες, αλλά και οι επισκέπτες της πρωτεύουσας που διέμεναν στα ξενοδοχεία του κέντρου, πέρναγαν από κει. Στην ψησταριά του Έλατου τσίκνιζαν τα πιο απολαυστικά εδέσματα όπως κοντοσούβλια, γουρουνόπουλα και κοκορέτσια. Αυτό όμως που εύφραινε τη ψυχή των πελατών ήταν η μουσική. Μερακλήδες οργανοπαίχτες και αηδόνια τραγουδιστές ζωγράφιζαν αξέχαστες εικόνες της ελληνικής υπαίθρου.
Σήμερα, τα κλαρίνα, οι κιθάρες, τα ντέφια και τα βιολιά, το μεράκι και οι καλοσυνάτοι άνθρωποι κατάφεραν να ανεβάσουν στο πάλκο του Έλατου νέους ανθρώπους με μεγάλη φωνή και γνώση του δημοτικού τραγουδιού, με αποτέλεσμα την αναγέννηση και καθιέρωση του κέντρου σε πέρασμα. Ο τελευταίος σταθμός ενός κλάμπινγκ, μια στροφή με το μαντήλι, μια ζεστή σούπα και μια ρακή. Μ'ένα ζεστό κι αυθόρμητο χαμόγελο, ο Νίκος Μαυροπάνος καλωσορίζει όποιον διαβαίνει το κατώφλι. Η κυρία της γραφικής γκαρνταρόμπας, οι σερβιτόροι και οι κοπέλες που πουλούν λουλούδια φτάνουν ως χαρακτήρες για να γραφτεί ένα σενάριο. Ιδιαίτερα τρυφερή είναι η στιγμή που ο παλαιότερος του προσωπικού, δίνει ένα μαντήλι σ' αυτόν που θέλει να σύρει το χορό.
Στο αποκορύφωμα όμως πρωταγωνιστικό ρόλο παίζουν και οι πελάτες, οικογένειες, παρέες σχολιόπαιδων, ζευγαράκια και φίλοι καρδιακοί. Με μια τελευταία ρουφηξιά βαρύ γλυκού, ο βιρτουόζος κλαρινίστας αφήνει το κομπολόι και πιάνει το κλαρίνο.
Με το μελωδικό «τζιβαέρι» ξεκινά το πρόγραμμα και η μύησή μας στη μουσική των βουνών, του αγέρα, της θάλασσας, της λεβεντιάς. Σύγχρονοι ζορμπάδες παρέα με αλλοτινούς ασίκηδες συνταιριάζουν σε έναν κύκλο, με ένα σφύριγμα, μ΄ ένα τσάκισμα· μια μυστηριώδης αγωγιμότητα ανάμεσα στη νέα και στην παλιά γενιά. Μέσα στη δίνη ενός τσάμικου χορού οι παλαιοί φέρνουν στο μαγαζί μυρωδιές των χωριών όπου μεγάλωσαν και εικόνες όπως η πλατεία, ο πλάτανος, η μάνα.
Το παράδοξο είναι ότι όλο και περισσότεροι νέοι προσέρχονται στο κουτούκι - σχολή του δημοτικού τραγουδιού. Στο παλαιότερο ξενυχτάδικο της Αθήνας, ίσως και της Ελλάδας, το δημοτικό τραγούδι συνεχίζεται με αυθεντία και τιμή μέσα από νέους καλλιτέχνες.
Tου είπατε ότι είστε από την Ήπειρο;
Είπα ότι είμαι από τα Γιάννενα και η μουσική που παίζω ηπειρώτικη. «Αν είναι αυτά ελληνικά, κύριε Χαλκιά, συγνώμη αλλά δεν ξέρω γιατί τα κρατάτε μυστικά. Είστε αδικαιολόγητοι. Θα έπρεπε να μαγέψετε με τη μουσική αυτή τον κόσμο όλο». Παίρνει το πεντάγραμμο ένας και μου λέει, παίξε μου ένα ηπειρώτικο. Του παίζω κι εγώ και γράφει το «thatΆs the way». Το Ά61-΅62 χάλασε ο κόσμος στην Αμερική με αυτό το τραγούδι. Μου λέει λοιπόν, «κύριε Χαλκιά, πάρε χίλια δολάρια για το τραγούδι και τις πέντε νότες που μου έδωσες.». Αυτό όμως δεν ήταν αρκετό. Επειδή είχανε παρεξηγηθεί πολλοί με αυτά που είχα πει στο Σωματείο ήθελαν να φύγω. Μου στέλνουν λοιπόν ένα χαρτί με το εμιγκρέσιο ότι πρέπει να εγκαταλείψω το αμερικάνικο έδαφος μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες. Παίρνω το χαρτί, πάω στο εμιγκρέσιο και μου λέει ο διευθυντής «ναι, αν δεν φύγετε θα σας δέσω και θα σας διώξω». «Εγώ θα πάω στην πατρίδα μου», του απαντώ, «αλλά αυτό που γράφετε στο χαρτί (έγραφε «τέτοιου είδους μουσικούς έχουμε και δεν τον χρειαζόμαστε») να το ακυρώσετε. Τέτοιους μουσικούς δεν έχετε». «Και πώς μπορείς αυτό να μου το βεβαιώσεις;» με ρωτάει. «Πάρε τους καλύτερους μουσικούς που έχεις να ΅ρθουν να με συνοδέψουν απόψε το βράδυ στο κέντρο». Έτσι κι έγινε. Ήρθε με μουσικούς, αρχίζω εγώ τα βαριά ηπειρώτικα. Εδώ να βρουν ρυθμό, εκεί, τίποτα. Ήξεραν αυτοί από μουσική, ήταν και σπουδαγμένοι. Γυρίζει ο διευθυντής, δίνει μια στο τραπέζι και λέει «μα είναι δυνατόν να τον αφήσετε να φύγει; Η τελευταία εγκύκλιος λέει πως ό,τι δεν έχει η Αμερική το κρατάει κι εσείς όχι μόνο δεν τον κρατήσατε αλλά θέλατε και να τον διώξετε». Μου δίνει κάποια χαρτιά να τα συμπληρώσω και μου λέει «φέρτε τα να τα εγκρίνω». Έτσι έμεινα, πήρα την αμερικάνικη υπηκοότητα και μάλιστα τότε η αμερικάνικη κυβέρνηση με παρότρυνε να ανοίξω σχολή και να διδάξω στα μικρά παιδιά.
Γιατί δεν το κάνατε;
Είχα ένα φίλο στην ελληνική πρεσβεία και όταν του είπα τι μου πρότειναν μου είπε «όχι να μη δεχτείς γιατί μετά από πενήντα εξήντα χρόνια θα πουν είναι δική μας η μουσική αυτή, χάσαμε πολλά πράγματα έτσι». Έτσι κι εγώ είπα ότι δεν είχα χρόνο και το τρενάριζα συνεχώς μέχρι που έφυγα.
Στα είκοσι χρόνια που ζήσατε στην Αμερική έρχονταν αμερικάνοι μουσικοί να σας ακούσουν στο μαγαζί που παίζατε;
Πάρα πολλοί και ζητούσαν να ακούσουν «τη μουσική με το κλαρίνο», έτσι τη ζητούσαν. Κάνα δυο φορές ήρθε ο Μπένι Γκούτμαν και είπε «Πώς είναι δυνατόν να μη διαβάζει αυτός ο άνθρωπος μουσική;». Με κάλεσε κάτω και μου είπε «Γιατί δεν πήγες στο σχολείο;» «Εγώ γεννήθηκα το 34» του είπα, «και το 40 μέχρι το 48 είχαμε πόλεμο». «Αυτά τα άσχημα έκανε ο πόλεμος» είπε τότε εκείνος, «αν αυτός ο άνθρωπος διάβαζε μουσική θα είχε αλλάξει στον πλανήτη η μουσική όλη».
Όταν γυρίσατε στην Ελλάδα πώς σας φάνηκαν τα πράγματα;
Πολύ παράξενα. Μόλις γύρισα στην Ελλάδα έμαθα για μια εκδήλωση που παρουσίαζε ο Αλκης Στέας. Πήγα κι εγώ να δώσω συμπαράσταση εκεί. Ήταν όλα τα κλαρίνα. Μου λένε «βρε παιδί μου είναι συμπληρωμένο, αργά ήρθες». Τους λέω, «χθες ήρθα από την Αμερική». «Κάθισε» μου λέει ο Αλκης Στέας «και αν έχουμε χρόνο, θα παίξεις ένα δυο τραγούδια». Όταν τέλειωσαν όλοι σηκώθηκε ο κόσμος να φύγει και λέει ο Στέας: «Για να δούμε ο απόδημος ελληνισμός της Νέας Υόρκης πώς κρατάει την παράδοση» και πήρα το κλαρίνο και έπαιξα το «Σκάρο» και μερικά ηπειρώτικα. Ο κόσμος ενθουσιάστηκε. Μετά από είκοσι χρόνια που έλειπα δεν είχα νοθεύσει τη μουσική μου, γιατί δεν άκουγα άλλους να παρασυρθώ. Εντούτοις, εδώ το είχαν αλλάξει κατά πολύ το τραγούδι, ειδικά το ηπειρώτικο.
Αυτό που σας ζήτησαν τότε στην Αμερική σας το ζήτησαν ποτέ στην Ελλάδα;
Όχι, κανένας.
Δεν σας κάνει εντύπωση που σε μια ξένη χώρα το σκέφτηκαν κι εδώ κανένας κρατικός φορέας;
Μεγάλη εντύπωση μου κάνει και με στεναχωρεί και πάρα πολύ, γιατί θα έπρεπε εδώ να προσπαθήσουν να πάρουν μια ιδέα κι από άλλους κι από εμένα για το τι είναι το παραδοσιακό τραγούδι. Δεν το έκαναν ποτέ.
Χρήσιμα
Μύλος Club (Ανδ. Γεωργίου 56, τηλ. 2310-551838) Παρασκευή 12 Mαΐου
Ώρα έναρξης: 22.30, είσοδος με ποτό: 30 ευρώ
Μέσα από την παράδοση και τη ζωή. Το έργο μου αυτό έδωσε μια άλλη οντότητα και αίγλη στο Ηπειρώτικο τραγούδι, μια πιο εύθυμη νότα. Παλιά οι Χαλκιάδες μου έλεγαν μη λες πολλά Ηπειρώτικα τραγούδια για να μη μας φύγει ο κόσμος, με τον τρόπο που ερμηνεύονταν τότε. Εγώ τα συνέθεσα και τα έδωσα με μια πιο εύθυμη νότα.
Σήμερα πώς είναι η κατάσταση στο δημοτικό τραγούδι;
«Εμείς παλιά, παρά τις δύσκολες συνθήκες που επικρατούσαν από κάθε πλευρά, ήμασταν καθαρά επαγγελματίες σ’ αυτό το χώρο και αφοσιωθήκαμε στο δημοτικό τραγούδι από το πρωί μέχρι το βράδυ. Σήμερα είναι άλλες συνθήκες. Οι περισσότεροι τραγουδιστές κάνουν άλλες δουλειές και παράλληλα κάνουν και τον τραγουδιστή για να βγάλουν και από εκεί ένα μεροκάματο. Καλά κάνουν τα παιδιά, δεν το λέω αυτό για να επισκιάσω κάτι. Απλά λέω ποια είναι η πραγματικότητα. Αλλά το δημοτικό τραγούδι είναι αθάνατο και δεν πρόκειται να σβήσει ποτέ. Οι αρματολοί και κλέφτες πριν πάνε στις μάχες έπιαναν το δημοτικό τραγούδι και μετά έχωναν τα φυσεκλίκια.
Πώς ήταν τα πρώτα χρόνια της καριέρας σας;
Πολύ δύσκολα. Πήγα να τραγουδήσω σε ένα πανηγύρι και όταν έφτασα είχα γίνει άσπρος από τη σκόνη. Τραγούδησα μέχρι την άλλη ημέρα που πήγε ο ήλιος ψηλά και ο καφετζής δεν μου έδινε τις 150 δραχμές που είχαμε συμφωνήσει. Δεν υπήρχαν μικρόφωνα, ούτε αυτά τα μηχανήματα που υπάρχουν σήμερα. Αλλά ο κόσμος γλεντούσε και τα πανηγύρια ήταν μια διέξοδος. Ο κάθε οικογενειάρχης περίμενε το πανηγύρι να πάει με την οικογένειά του, να βάλει τα κορίτσια του μπροστά να χορέψουν για να βρουν και κανένα γαμπρό. Είχαν οι εκδηλώσεις αυτές και μια κοινωνική διάσταση, αφού ήταν ένα σημείο αναφοράς για τους κατοίκους.
Λατρεύω τον Παπούλια
Είναι αλήθεια αυτό που είπατε σε κάποια συνέντευξή σας ότι από τους ένθερμους φίλους του δημοτικού τραγουδιού είναι και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας;
Ο Πρόεδρός μας Κάρολος Παπούλιας ακούει και αγαπά το δημοτικό τραγούδι, γιατί είναι ένα γνήσιο τέκνο της Ηπείρου. Όσες φορές τον συνάντησα σε διάφορες εκδηλώσεις του χάρισα κασέτες και CD. Είναι ένας καλλιεργημένος και γλυκύτατος άνθρωπος ο Κάρολος Παπούλιας. Εγώ τον λατρεύω και τον έχω στην καρδιά μου. Γι’ αυτό τον άνθρωπο, έτσι όπως τον γνώρισα εδώ και πολλά χρόνια, δίνω και την ψυχή μου. Τόσο απέραντη είναι η εκτίμησή μου. Κι αυτός μ’ εκτιμά και ξέρω ότι του αρέσουν πολύ τα τραγούδια μου. Είναι μεγάλη τιμή για την Ελλάδα και το έθνος που σ’ αυτό το ύπατο αξίωμα βρίσκεται ο κ. Παπούλιας και αποτελεί ιδιαίτερη τιμή και χαρά για εμάς τους Ηπειρώτες που καμαρώνουμε τον δικό μας Πρόεδρο.
Και ποιο τραγούδι του αρέσει περισσότερο;
Ο Ντελή παπάς και ο Βλαχοθανάσης. Του τα έχω αφιερώσει πολλές φορές. Συγκινήθηκα πολύ που το 2005 πήγαμε στο Προεδρικό Μέγαρο να του πούμε τα κάλαντα, γιατί βγήκε και ένας Ηπειρώτης Πρόεδρος Δημοκρατίας και από την συγκίνηση, μόλις γύρισα στο σπίτι πέρασα μια περιπέτεια της υγείας μου. Ο Θεός να τον έχει καλά και ο πολιτικός κόσμος της χώρας μας να αντλεί παραδείγματα, από το ήθος και την απλότητα που έχει ο Κάρολος Παπούλιας.
Υπάρχουν άλλοι πολιτικοί που τους αρέσουν τα δημοτικά τραγούδια;
Ο μακαρίτης Ευάγγελος Αβέρωφ έρχονταν στα μαγαζιά που τραγουδούσα και του άρεσε πολύ η Βασιλαρχόντισσα. Καλοί χορευτές και μερακλήδες είναι ο Σουφλιάς, ο Σούρλας, ο Γείτονας και πολλοί ακόμα».
Το επόμενο βήμα σας ποιο θα είναι;
Πέρασα μια μεγάλη περιπέτεια με την υγεία μου, αλλά ο Αλέκος Κιτσάκης ήταν θέλημα Θεού να ζήσει και να συνεχίσει την πορεία του στο δημοτικό τραγούδι. Η φωνή μου είναι καμπάνα και δεν θα σταματήσω ποτέ να τραγουδώ. Πολύ σύντομα θα κυκλοφορήσει ένα άλλο CD με τίτλο «Σ’ αγαπάω Κατερίνα» και το έχω αφιερωμένο στην σύζυγό μου Κατερίνα Σακκά. Σ’ αυτή την γυναίκα οφείλω πολλά και είναι ο φύλακας άγγελός μου. Η Κατερίνα και ο μονάκριβος γιος μου Κωνσταντίνος Κιτσάκης είναι ό,τι καλύτερο έχω στην ζωή».
Ο ύμνος του ΠΑΣ
Πώς ήρθε η ιδέα να γράψτε το 1971 με 1972 τον θρυλικό ύμνο του ΠΑΣ;
Οι ίδιοι οι φίλαθλοι μου έδωσαν αυτό το ερέθισμα. Πήγαινα στα γήπεδα της Αθήνας τότε που είχαμε τη μεγάλη ομάδα και ο κόσμος μου έλεγε: Αλέκο έχεις τραγουδήσει για όλο τον κόσμο και τον ντουνιά, αλλά για τον ΠΑΣ δεν είπες τίποτα. Έτσι βγήκε αυτό το τραγούδι «ΠΑΣ Γιάννινα Άγιαξ της Ηπείρου…». Γνώρισε πολύ μεγάλη επιτυχία, καθώς είχε κυκλοφορήσει σε δίσκους 45 στροφών. Ακόμα και σήμερα σε πανηγύρια άλλων νομών μου ζητούν να τραγουδήσω για τον ΠΑΣ Γιάννινα αφού είναι χορευτικό κομμάτι με σέρβικο τέμπο.
«Αν μου στερήσεις τη μουσική, θα πεθάνω. Η μουσική είναι αγάπη, δώρο του Θεού» λέει ο Γιώργος Μάγγας
Σκέφτεται συνεχώς την αγάπη και τον θάνατο. Επηρεάζεται στο παίξιμό του όταν ο θάνατος περνά δίπλα του. «Δεν το μπορώ αυτό. Με παίρνουν τα δάκρυα». Η μουσική χροιά αλλάζει στο κλαρίνο όμως όταν βλέπει τον έρωτα δίπλα του. «Δεν είναι όμορφο να βλέπεις τα ζευγαράκια να είναι ερωτευμένα;
Να κοιτάζονται στα μάτια αγκαλιασμένα;». Ο Γιώργος Μάγγας την προσεχή Παρασκευή και το Σάββατο θα βρεθεί με το συγκρότημά του και την τραγουδίστρια Τζούλη Τσινέρη (σύζυγό του) στη σκηνή του Cine Κεραμεικού από τις δέκα το βράδυ ως τα ξημερώματα. «Α, εγώ όταν αρχίσω να παίζω με το κλαρίνο μου και ο κόσμος κάτω από το πάλκο βλέπω ότι το χαίρεται δεν σταματώ. Παίζω ως το ξημέρωμα. Δεν αφήνω κανέναν να φύγει».
Ο Γιώργος Μάγγας είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση λαϊκού καλλιτέχνη. Υστερα από χρόνια διαμονής στην πρωτεύουσα, εγκατέλειψε την Αθήνα και επέστρεψε στη Λιβαδειά, στα πάτρια εδάφη του. Συνεχίζει να παίζει στα πανηγύρια και στους γάμους, όπου τον φωνάξουν σε όλη την Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό όπου υπάρχει Ελληνισμός. Εχει εμφανισθεί σε δεκάδες διεθνή έθνικ φεστιβάλ, έχει αποθεωθεί από το ευρωπαϊκό και το αμερικανικό κοινό, έχει δεχτεί προτάσεις να κυκλοφορήσει δίσκο από ξένες εταιρείες. Προς το παρόν αρνείται. «Εδώ, μωρέ, θέλω, στην πατρίδα μου να βγάλω τον επόμενο δίσκο μου» δηλώνει μιλώντας στο «Βήμα» και συνεχίζει: «Αλλά δεν βαριέσαι. Οι προτάσεις που έχω δεχτεί δεν με αντιπροσωπεύουν. Θα κάνω υπομονή ως τα Χριστούγεννα. Και μετά θα πάω στο εξωτερικό. Οι εταιρείες εδώ τα θέλουν όλα δικά τους. Ποτέ δεν προσκύνησα το χρήμα αλλά να είμαστε άνθρωποι. Ας φάνε αυτοί την κουτάλα, αλλά ας μου δώσουν κι εμένα ένα κουταλάκι». Και ίσως δεν έχει άδικο. Μόνο τρεις δίσκοι («Αυτοσχεδιασμοί», «Τα τσιφτετέλια», «Αναρχος Θεός») καταχωρίζονται στο βιογραφικό ενός δημιουργού με χιλιάδες συναυλίες στην τριαντάχρονη μουσική του πορεία.
Στην τάξη με τη φλογέρα
Την πρώτη συναυλία ο Γιώργος Μάγγας την έδωσε την εποχή που ήταν μαθητής του δημοτικού σχολείου. «Τι να κάνω, δεν τα 'παιρνα τα γράμματα. Πήγαινα πάντοτε στο σχολείο με τη φλογέρα στο ζουνάρι και ο δάσκαλος με ρωτούσε: "Γιώργο, μπορείς να διαβάσεις;". Δεν ήξερα όμως. Τότε μου 'λεγε: "Βγάλε τη φλογέρα και παίξε μας". Και εγώ έπαιζα. Και πόσο του άρεσε του δάσκαλου... "Γράμματα δεν θα μάθεις, Γιώργο, αλλά θα γίνεις μεγάλος στο κλαρίνο" μου έλεγε. Και οι τότε συμμαθητές μου γελούσαν». Ο πατέρας του ήθελε να τον κάνει «άνθρωπο μορφωμένο», όπως λέει ο ίδιος. «Αλλά αυτό δεν γινόταν. Μου πήρε ο πατέρας μου το κλαρίνο και άρχισα να παίζω στα μικρά συγκροτήματα της Λιβαδειάς και στα γύρω χωριά». Αν και του αγόρασε το κλαρίνο, δεν τον είχε ακούσει να παίζει ποτέ. Κάποιο ξημέρωμα άκουσε όργανα από ένα κέντρο της περιοχής και μπήκε μέσα να δει ποιοι ήταν. Και τότε είδε για πρώτη φορά τον γιο του να παίζει κλαρίνο. Παλιός οργανοπαίχτης και ο ίδιος, πείστηκε ότι το μέλλον του γιου του είναι το κλαρίνο. Και δεν είχε άδικο.
Γέννημα θρέμμα των πανηγυριών και των γάμων της ελληνικής επαρχίας, ο Γιώργος Μάγγας είδε το MTV να τον βιντεοσκοπεί και να τον αναγορεύει φαινόμενο της βαλκανικής τζαζ. Οι γαλλικές εφημερίδες «Liberation» και «Le Monde» έχουν δημοσιεύσει άρθρα με επαινετικές κριτικές. Εχει εμφανισθεί στη Γαλλία, στη Γερμανία, στην Ισπανία, στην Αγγλία, στον Καναδά, στη Βραζιλία και την προσεχή άνοιξη τον περιμένουν οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. «Θα παίξω όπου υπάρχουν Ελληνες» λέει ο ίδιος. Χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν έχει παίξει και για ξένους. «Εχω παίξει μπροστά σε ξένους μουσικούς της ροκ που ντρέπεσαι να παίξεις κλαρίνο. Κάτι αφτιά... Δηλαδή μεγάλοι μουσικοί της ροκ. Αλλά παραδόθηκαν στη μουσική μου. Να σκεφτείς ότι ήρθαν να δουν τι είχε το κλαρίνο μου μέσα. Και αυτές τις αγριόφατσες, αυτούς τους βαρβάτους μουσικούς τούς έκανα να κλαίνε. Το έλιωσα το κλαρίνο. Το πέταξα».
Το θαύμα της μουσικής
Ο Γιώργος Μάγγας δεν φοβάται τίποτε στη ζωή του. «Είμαι σίγουρος ότι αν έχω απέναντί μου δύο λιοντάρια θα τα ημερώσω με το κλαρίνο μου. Εχω τον κόσμο και τον Θεό μαζί μου. Νηστεύω κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, δεν μπαίνω σε σπίτια πονηρά, δεν κοιτάζω πονηρά. Μου αρέσουν οι γυναίκες, να τις βλέπω να χορεύουν τα τσιφτετέλια τους πάνω στα τραπέζια όταν παίζω κλαρίνο, αλλά μέχρι εκεί». Ο Γιώργος Μάγγας δεν παίζει όμως μόνο στα πανηγύρια και στους γάμους. Διοργανώνει συναυλίες και τα έσοδα τα μοιράζει σε ΚΑΠΗ, σε μικρά παιδιά που έχουν ανάγκη να υποβληθούν σε εγχείρηση στο εξωτερικό, βοηθάει ακόμη και τις εκκλησίες. Ηδη ετοιμάζεται να δώσει συναυλία της οποίας τα έσοδα θα διατεθούν για την αγιογράφηση του ιερού ναού στον Αγιο Κωνσταντίνο. «Εναν ντορβά λεφτά θα μαζέψω για τον παπα-Θανάση» λέει. Και είναι σίγουρος για αυτό.
Δεν παίζει ποτέ κλαρίνο στο σπίτι του. Αντιθέτως παίρνει τα βουνά για να ακούει το θρόισμα των φύλλων από τα δένδρα, τα πουλιά που τιτιβίζουν. «Δεν μπορώ χωρίς κλαρίνο. Αν με κλείσεις σε ένα δωμάτιο και μου στερήσεις τη μουσική, θα πεθάνω. Η μουσική είναι αγάπη, δώρο του Θεού. Δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα από το να σε συνοδεύει μια απαλή μουσικούλα όταν είσαι με την κοπέλα σου αγκαλιά».
Παλιότερα, κι όχι μόνο στην ύπαιθρο χώρα και στα μικρά μέρη, αλλά και στην πρωτεύουσα και έως πριν από λίγα χρόνια στις «επαρχίες» της Αθήνας, τον νεκρό μας τον ξενυχτούσαμε στο σπίτι, στο κεντρικό δωμάτιο, από εκεί τον κηδεύαμε και επιστρέφοντας από την ταφή επιστρέφαμε (ομηρικότατα) και στη ζωή δειπνώντας με κοινό δείπνο, όπου συγγενείς, γείτονες, φίλοι προσέφεραν σε έρανο τα φαγητά τους. Αυτός ο Νεκρόδειπνος (έχει μνημειωθεί από τον Σικελιανό και τον Σινόπουλο) λεγόταν κατά περιοχή «Μακαριά» ή «Παρηγοριά». Τώρα ο νεκρός μας ξενυχτάει μόνος σ' ένα ψυγείο νεκροτομείου και η «παρηγοριά» έχει συρρικνωθεί σε τυποποιημένο καφέ, παξιμαδάκι, κονιάκ που προσφέρεται στο κυλικείο του Νεκροταφείου και συνήθως οι πενθούντες διά του Τύπου δηλώνουν ότι δεν θα δεχτούν «συλλυπητηρίους επισκέψεις». Τι σημαίνουν όλα αυτά; Μήπως μειώθηκε το πένθος, η απελπισία για την απουσία των προσφιλών; Όχι, αντίθετα, γίνονται σχεδόν αφόρητα και συνήθως καταλήγουν οι άνθρωποι στον ψυχίατρο, στην κατάθλιψη και στη μελαγχολία. Σ' αυτό οδήγησαν οι συνθήκες του βίου, η τυραννία του μεροκάματου, η στενότητα του χώρου (πώς θα κατεβεί το φέρετρο από τον 5ο όροφο μια και δεν χωράει στο ασανσέρ;!), το σκόρπιο σε μεγάλες αποστάσεις συγγενολόι αλλά και οι εργαζόμενοι σύνοικοι, που δεν γνωρίζουμε ούτε ποιοι είναι, που οι θρήνοι και η συρροή σε ώρες κοινής ησυχίας τούς ενοχλούν και συχνά καλούν την Αστυνομία!
Και τα γλέντια; Παλιότερα σε γιορτάδες μέρες ή σε επετείους και ονομαστικές εορτές, σε γάμους και βαφτίσια στις αυλές, στα τρίστρατα ή στα αλώνια στρώνονταν τραπέζια, βράζανε καζάνια, καλούσαν κομπανίες και κάθε μεγάλος ή μικρός χώρος γινόταν χοροστάσι, πανηγύρι, μέγα επικοινωνιακό γεγονός με απόλυτη συναισθηματική φόρτιση. Σπονδή στον Διόνυσο και ξόρκι του θανάτου. Μπορεί να κλειστεί το γλέντι στα στενά, τσιμεντένια κλουβιά όπου μετοικήσαμε; Προσπάθειες εξόδου γίνονται με τις συνεστιάσεις συμπατριωτών, συντεχνιών, συναδέλφων ή καλεσμένων φίλων σε οργανωμένους χώρους διασκεδάσεως. Ακραία μορφή εξομοίωσης γλεντιού, αυτά τα νέα εφευρήματα, τα διάφορα «Κτήματα» όπου προσομοιώνεται ο χώρος με χωριό, πανήγυρη, αυλή κ.λπ.
Κι όμως, η λαχτάρα των ανθρώπων να απεκδυθούν από τις πιεστικές καθημερινές μέριμνες, από την καταθλιπτική τυραννία της εργασιακής επανάληψης, τους οδηγεί, έστω κατά τρόπο συναισθηματικής σκηνοθεσίας, να γλεντήσουν μέσα σε χώρους στενούς, αστικούς και να φαντασιωθούν τον αρχαίο τρόπο διονυσιακής εορτής.
Μου συνέβη πρόσφατα. Βρεθήκαμε καλεσμένοι σε σύγχρονο μεγαλοαστικό διαμέρισμα σε υψηλό όροφο προαστίου της Αθήνας, πανεπιστημιακοί, δάσκαλοι, δικαστές, δικηγόροι, συνθέτες - τραγουδιστές, συγγραφείς και φοιτητές, ηλικιακό φάσμα με άνυσμα πενήντα χρόνια. Προέλευση Μωραΐτες, Ρουμελιώτες, Ηπειρώτες. Ο πυρήνας, οι τελευταίοι και οι οικοδεσπότες. H βραδιά ξεκίνησε τυπικά, ως συνήθως. Σκόρπιες παρέες στις διάφορες διαμορφωμένες γωνιές του ευρύχωρου σαλονιού. Οι τυπικές αναγνωριστικές συζητήσεις για να σπάσει ο πάγος, να βρεθούν κοινά ενδιαφέροντα, να αναζητηθούν ευθείς και πλάγιοι δεσμοί, μακρινοί γνώριμοι, φοιτητικές παρέες, συμπεθεριά συγγενών και τα γνωστά. Σ' ένα μικρό δωμάτιο, δίπλα στο σαλόνι, τρεις άγνωστοι και ξεμοναχιασμένοι άντρες έπιναν ουζάκι και τσιμπολογούσαν μεζεδάκια.
Ώσπου ήρθαν τα φαγητά. Από έμπειρα χέρια νοικοκυράς, ηπειρώτικες γεύσεις, πίτες, κρέατα, τυριά, ορεκτικά και κόκκινο κρασί. Τα πηγαδάκια συγκεντρώθηκαν σε δύο εστίες, σε δύο κοινές τράπεζες. Το κρασί έρρευσε, λύθηκαν οι γλώσσες. Και τότε το θαύμα συντελέστηκε. Οι τρεις περίεργοι επισκέπτες του διπλανού δωματίου στρώθηκαν ανάμεσα στα δύο τραπέζια, άνοιξαν τους σάκους τους και αποκάλυψαν τον ρόλο τους. Ένα κλαρίνο, ένα ακορντεόν, ένα ντέφι. Κι άρχισε το γλέντι και άστραψε η μουσική. H ηπειρώτικη, στην πραγματικότητα η βορειοηπειρώτικη, κομπανία από το Αργυρόκαστρο μπήκε μέσα στο στενό τσιμεντένιο μεγαλοαστικό φρούριο και το ανατίναξε. Το σαλόνι σε λίγα λεπτά, όταν ο πρώτος «σκάρος» πλημμύρισε την ατμόσφαιρα, μετατράπηκε σε πλατύ αλώνι, σε χοροστάσι, σε εσωτερική αυλή μοναστηριού μέρα πανηγυριού. Τα αυστηρά έπιπλα μέσα στην αχλύ των μουσικών κλιμάκων έγιναν στασίδια, βραχάκια, θημωνιές, κρασοβάρελα, σούστες, χράμια, βελέντζες, κιλίμια. Κάπου είχες την ψευδαίσθηση ότι καμάρωνε ο αργαλειός, πιο πέρα το πιθάρι με τα παστά, οι κάδοι με τις τσακιστές ελιές, οι πολυέλαιοι μετατράπηκαν ξαφνικά σε πάτερα απ' όπου κρέμονταν μάτσα με χαμομήλια, ρίγανη, τσάι του βουνού και πιο πέρα αρμαθιές σκόρδα, κρεμμύδια, ξερά σύκα, λουκάνικα.
Ναι, η μουσική ξυπνούσε στους αλλοτριωμένους λόγιους, επιστήμονες και στους εξόριστους στο άστυ συγγραφείς και συνθέτες το ρίγος του βυθού, τη ναρκωμένη μνήμη.
Το κλαρίνο κεντούσε μουσικά σιρίτια με χρυσές κλωστές πάνω σε βελουδένιες ποδιές. Το ακορντεόν κελάηδιζε, γουργούριζε και άλλοτε παιζογελούσε και το ντέφι είχε βρει τους σφυγμούς στους καρπούς των χεριών της ομήγυρης και χτυπούσε με τον ρυθμό της καρδιάς μας.
Στην Ήπειρο ακόμη και ο γάμος ξεκινάει με μοιρολόι, λες και αυτός ο εδραίος λαός (οι αρχαίοι Σελλοί, οι εδραίοι, οι αυτόχθονες, από όπου και η Ελλάς αργότερα) έκανε γλέντι, τραγούδι και χορό την ηρακλείτεια διαλεκτική, όπου ζωή και θάνατος, πένθος και χαρά, ύπνος και ξύπνιο, γηρατειά και νιάτα, μέρα και νύχτα είναι το ίδιο, το ένα περιέχεται μέσα στο άλλο, παλίντονος αρμονία.
Από τις αρτηρίες στον ρυθμό
Οι τρεις δεξιοτέχνες χειριζόμενοι τους δρόμους τους μουσικούς μεθοδικά, συστηματικά, με την αρχαία σοφία που κουβαλάνε γνωρίζουν πως σιγά-σιγά μπαίνοντας στις αρτηρίες, ακολουθώντας τις παλινδρομήσεις του αίματος, φτάνουν στην καρδιά και επιταχύνουν τους παλμούς της και οι παλμοί κινητοποιούν προς τον εγκέφαλο τις φυσαλλίδες του αλκοόλ και εκείνο μεθάει τα κύτταρα του εγκεφάλου και στέλνει μηνύματα στα πόδια και τα πόδια μπαίνουν στον ρυθμό και ο ρυθμός οδηγεί τα βήματα στον χορό. Έτσι όλοι οι πριν από λίγο συγκρατημένοι, ευπρεπείς, πολιτισμένοι συνδαιτυμόνες πετάνε τα σακάκια, τις γραβάτες και με τα πουκάμισα έξω από το παντελόνι και οι γυναίκες χωρίς τα ψηλοτάκουνα, χεραγκαλιά, τελούν τους βαθύρριζους αργούς στην αρχή κύκλιους χορούς πρώτα της Ηπείρου και ο δεξιοτέχνης του ντεφιού τραγουδά και το κλαρίνο χτίζει ξερολιθιές πυρσογιαννίτικες με τις νότες και το ακορντεόν, άλλοτε ειρωνεύεται και άλλοτε χαριεντίζεται ενώνοντας Ανατολή και Δύση, Βαλκάνια και Τυρρηνικό Πέλαγος.
Το παν οργά και ο Διόνυσος στο κέντρο του χορού μαίνεται.
Για λίγες ώρες το μεγαλοαστικό σαλόνι έγινε αλώνι, ορχήστρα σατυρικού δράματος, πασχαλινό αναστάσιμο τσιμπούσι. Ω, έπεσαν και παραγγελιές, έπεσε και χαρτούρα και οι μουσικοί, ενώ είχαν προς το ξημέρωμα μαζέψει τα όργανά τους, επέστρεψαν γιατί η βαθιά χαρμολύπη κάποιου γλεντιστή επεθύμησε (πριν ξαναφορέσει το προσωπείο του επαγγέλματος σε λίγες ώρες) ένα βαρύ μοιρολόι. Έτσι όπως το ένιωσε το όλον πράγμα ο Μακρυγιάννης, που τραγουδώντας ένα βαρύ θλιβερό τραγούδι είπε πως «είχε κέφια»!
Κώστας Ρούκουνας ή Σαμιωτάκι, γενν. 1903 Σάμος, άρχισε το τραγούδι το 1925, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1927, άρχισε να ηχογραφεί το 1928, πέθ. 11/3/1984 Αθήνα.
Στο δημοτικό τραγούδι, που είναι η γνήσια, ειλικρινής και ανόθευτη έκφραση της λαϊκής ψυχής, μας παρουσιάζεται ένας λαός λιτός στη διάθεση, στη ζωή και κλασσικός στην έκφραση του συναισθηματικού κόσμου. Τα δημοτικά τραγούδια έχουν τη ρίζα τους στα αρχαία λαϊκά τραγούδια. Πολλά δεν διαφέρουν από εκείνα παρά μόνο στη γλώσσα. Έχοντας αυτό ως δεδομένο, μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι παρά το πέρασμα τόσων αιώνων η λαϊκή ποίηση, όπως και όλος ο λαϊκός πολιτισμός, (παροιμίες, έθιμα, μύθοι, παραμύθια κτλ.) εκφράζουν με τον ίδιο τρόπο τη λαϊκή ψυχή.
Το δημοτικό τραγούδι, στη μορφή που γίνεται πλατιά γνωστό, δεν είναι δημιούργημα ενός ξεχωριστού ατόμου. Πλάθεται από το λαό και εκφράζει τους πόθους και τις λαχτάρες, τα ιδανικά και το πνεύμα ενός λαού. Φορείς και δημιουργοί αυτών των τραγουδιών, όπως φυσικά και όλων των γνήσιων δημοτικών τραγουδιών, είναι ο απλός λαός. Όσον αφορά τους δημιουργούς, πρέπει να τονίσουμε ότι είναι ανώνυμοι. Ανήκουν στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας και ανώνυμης μάζας και δεν ξεχωρίζουν απ' αυτό. Κατέχονται από το αίσθημα της κοινοκτημοσύνης και δεν θεωρούν ότι το αποτέλεσμα της δουλειάς τους ανήκει μονό σ' αυτούς. Έτσι δεν πρέπει να μας παραξενεύει το γεγονός, ότι δεν μας είναι γνωστά ονόματα λαϊκών δημιουργών.
Σημαντικό είναι ότι κανείς από αυτούς δεν δημιουργούσε τραγούδια για να γίνει διάσημος ή τουλάχιστον για να αναγνωριστεί η αξία και το ταλέντο του. Επίσης κανείς δεν προσπάθησε να μετατρέψει το χάρισμα αυτό σε επάγγελμα.
O δημιουργός ποτέ δεν πιέζεται να συνθέσει ένα τραγούδι. Απλώς περιμένει την στιγμή που θα νοιώσει την ανάγκη να εκφράσει την προσωπική του, ή όχι απαραίτητα, ιδέα. Και λέγοντας ότι είναι πιθανόν να μην είναι αποκλειστικά προσωπική του ιδέα, εννοώ ότι μπορεί ο δημιουργός να ήταν επηρεασμένος από το άμεσο ή έμμεσο περιβάλλον του. Συχνό φαινόμενο είναι να παίρνει ο στιχοπλάστης αφορμή από ασήμαντα γεγονότα για να δημιουργήσει ένα τραγούδι, ταυτόχρονα όμως μπορεί να αδιαφορήσει για άλλα πολύ πιο σημαντικά.
Ο Γιώργος Κόρος γεννήθηκε στην κοινότητα των Ανδρονιάνων Ευβοίας το 1923 και είναι αυτοδίδακτος στο βιολί. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος στη Βυζαντινή μουσική. Έχει συνθέσει 1400 περίπου τραγούδια και έχει συμμετοχή σε πάρα πολλές εκτελέσεις στα 42 χρόνια που έχει στην ελληνική δισκογραφία.
Η αρχική σύλληψη του τραγουδιού γίνεται, όπως αναφέρεται παραπάνω, από ένα μόνο άτομο, που έχει και το χάρισμα της στιχουργίας. Στη συνέχεια όμως αυτό το αυτοσχέδιο τραγούδι το παίρνει ο "ανώνυμος" λαός και το προσαρμόζει αδιάκοπα στην καλαισθησία και στις διαθέσεις του. Έτσι ξεχνιέται εντελώς ο πρώτος δημιουργός του, ενώ παράλληλα το τραγούδι δε μας διασώζεται σε μια και μόνο μορφή, όπως συμβαίνει με τα επώνυμα ποιήματα, αλλά σε διάφορες (μορφές) που δεν διαφέρουν συνήθως πολύ μεταξύ τους και είναι οι γνωστές μας παραλλαγές.
Σημαντικό χαρακτηριστικό του δημοτικού τραγουδιού είναι ο αναπόσπαστος δεσμός του με τη μουσική και το χορό. Ακόμη και σήμερα, που τα δημοτικά τραγούδια καταγράφτηκαν ως ποιήματα, παρατηρούμε ότι ο λαός σε ένα γλέντι ή σε πανηγύρια δεν τα απαγγέλει, αλλά τα συνοδεύει με μουσική και άλλοτε με μουσική και χορό. Δηλαδή τα τραγούδια χωρίζονται σ' αυτά που τραγουδιούνται στο τραπέζι σε ένα γλέντι (της τάβλας) ή στους δρόμους, και σ' αυτά που χορεύονται (χορευτικά).
Ως ποιητικά δημιουργήματα τα δημοτικά τραγούδια ξεχωρίζουν για την τολμηρή σύλληψη του θέματος, τη ζωντανή και παραστατική απεικόνιση του εξωτερικού και εσωτερικού κόσμου, την ανάγλυφη πλαστικότητα των εικόνων, όπως και την πυκνότητα και λιτότητα του λόγου. Ειδικότερα, στα δημοτικά τραγούδια παρατηρούμε τολμηρές προσωποποιήσεις: το βουνό, το δέντρο, το άλογο, το πουλί, κάθε άψυχο και έμψυχο πλάσμα δηλαδή, έχει το χάρισμα να μιλάει, ενώ ο άνθρωπος συμπάσχει και παίρνει μέρος στη δράση που διαδραματίζεται γύρω του.
Επίσης αποτελούν τα πρώτα μνημεία που διασώθηκαν στη νεοελληνική γλώσσα. O δρόμος που ακολούθησε το δημοτικό τραγούδι είναι χωριστός και αποκομμένος από τη λογοτεχνική πορεία της βυζαντινής γραμματείας και νεοελληνικής λογοτεχνίας. Στη βυζαντινή γραμματεία, αλλά και αργότερα κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας το δημοτικό τραγούδι αγνοήθηκε τελείως από τους λόγιους. Κανείς από τον κύκλο των λογοτεχνών ή λογίων δεν θεώρησε απαραίτητο να ασχοληθεί τότε με κάτι που δεν ήταν στη γλώσσα των λογίων, αλλά σε μια "χυδαία" και φτωχή γλώσσα ή πιο σωστά ιδίωμα, που δεν είχε καμιά σχέση με την γλώσσα των αρχαίων προγόνων μας, αλλά ούτε ήταν σε θέση να εκφράσει με "αποδεκτές" λέξεις τις υψηλές ιδέες του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και όχι μόνο.
O πρώτος που ενδιαφέρθηκε και αναγνώρισε την αξία των δημοτικών τραγουδιών ήταν ο Fauriel. Η συμβολή του Fauriel στην γνωστοποίηση του λαϊκού μας αυτού πλούτου είναι τεράστια. Πρώτος αυτός κατέγραψε δημοτικά τραγούδια, τα μετέφρασε και τα έκανε γνωστά με το να τα δημοσιεύσει στο Παρίσι το 1825 (Chants populaires de la Gréce moderne). Έτσι έγινε γνωστός αυτός ο παραμελημένος θησαυρός στον δυτικό κόσμο που έδειξε πολύ μεγαλύτερη αγάπη - για κάτι ξένο προς τα βιώματά του - απ' ότι οι Έλληνες λόγιοι.
Στις μέρες μας η αξία των τραγουδιών αυτών είναι αδιαμφισβήτητη. Η τάση για επιστροφή στις ρίζες μας, που φυσικά προϋποθέτει μια σχετική εξοικείωση με τη λαϊκή μας παράδοση, αποτελεί κίνητρο για να γνωρίσουμε καλύτερα αυτό τον κόσμο που κρύβεται πίσω της.
Δυστυχώς όμως όσο καλή θέληση και αν δείξει ο σημερινός Έλληνας δεν είναι πια και τόσο εύκολο - αν όχι ακατόρθωτο - να γνωρίσει τα τραγούδια αυτούσια, στη μορφή δηλαδή που τραγουδήθηκαν και αγαπήθηκαν από το λαό. Διάφοροι παράγοντες έχουν συμβάλλει στην αλλοίωση των τραγουδιών που μας παραδίνονται. Τα περισσότερα από τα τραγούδια που μας είναι γνωστά έχουν υποστεί μερικές αλλοιώσεις. Αυτές τις αλλοιώσεις μπορούμε να τις κατατάξουμε στις ακόλουθες ομάδες:
Οι αλλοιώσεις των λογίων
Οι πιο συνηθισμένες αλλοιώσεις έγιναν σε φωνητικό επίπεδο (φωνητικές αλλοιώσεις ή μικροαλλαγές). Οι λόγιοι αδυνατώντας να καταγράψουν τα τοπικά ιδιώματα κάθε περιοχής, αντικατέστησαν τις ιδιωματικές φράσεις με ανάλογες εκφράσεις της νεοελληνικής. Αυτό δεν έγινε φυσικά με κακή πρόθεση και ούτε είχαν συνειδητοποιήσει οι τότε λόγιοι ότι δεν έχουν το δικαίωμα να κάνουν τέτοιες καταστροφικές παρεμβάσεις σε μια τόσο μακρόχρονη παράδοση που κινδύνευε να αφανιστεί. Σκοπός τους ήταν να γίνουν αυτά τα τραγούδια γνωστά και στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο, αλλά το γλωσσικό ιδίωμα ξένο πολλές φορές στα άλλα ελληνικά ιδιώματα αποτελούσε τροχοπέδη.
Υπήρξαν δυστυχώς όμως και περιπτώσεις όπου οι λόγιοι θεώρησαν απαραίτητο να "ευπρεπίσουν" την γλώσσα αυτών των τραγουδιών επεμβαίνοντας σε μεγάλο βαθμό. Λέξεις αντικαταστάθηκαν με άλλες λογιότερες ή καταλήξεις τροποποιήθηκαν σύμφωνα με την αρχαιότροπη γραμματική. Παράδειγμα τρανταχτό αποτελούν οι Φαναριώτες κατά την περίοδο της Επανάστασης του 1821, που δεν καταδέχτηκαν τα δημοτικά τραγούδια στη γνήσια μορφή τους και τα μετέφρασαν στην καθαρεύουσα. Φυσικά το αποτέλεσμα ήταν φαιδρό.
Οι στίχοι που ακολουθούν προέρχονται από το γνωστό δημοτικό τραγούδι "Του Κίτσου":
Του Κίτσου η μάνα κάθονταν στην άκρη στο ποτάμι·
με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε·
"Ποτάμι για λιγόστεψε, ποτάμι στρέψε πίσω
για να περάσω αντίπερα, πέρα στα κλεφτοχώρια,
όπ' έχουν κλέφτες σύνοδο, όπ' έχουν τα λημέρια"
Η παρέμβαση των λογίων στην προσπάθειά τους να "ευπρεπίσουν" τη "χυδαία" γλώσσα του λαού επέφερε το ακόλουθο κατασκεύασμα:
Του Κίτσου η μήτηρ κάθητο επ' όχθης ποταμίου,
ήριζε τοίνυν μέτ' αυτού και το ελιθοβόλει,
μειώθητι, ω ποταμέ, τράπητι κατά νότου,
ίν' αντιπέραν πορευθώ εις των κλεφτών τους τόπους.
Οι επεμβάσεις των λογίων όμως δεν σταμάτησαν σ' αυτό το σημείο. Συχνά έφταναν στο σημείο να δημιουργούν πλαστά τραγούδια και να τα παρουσιάζουν ως δημοτικά για να υμνήσουν κάποιο τοπικό ήρωα ή ένα ιστορικό περιστατικό, που δεν βρήκε τον τραγουδιστή του.
Εκτός από τις παρεμβάσεις των λογίων γινόνταν όχι σπάνια ορισμένες τροποποιήσεις και από τους εκδότες στην προσπάθειά τους να βελτιώσουν ποιητικά ή πατριωτικά το κείμενο προσθέτοντας ή αφαιρώντας λέξεις ή στίχους. Οι λόγοι αυτών ήταν φυσικά οικονομικοί, γιατί έτσι πίστευαν ότι το βιβλίο που θα εξέδιδαν θα είχε μεγαλύτερες πωλήσεις.
Αλλοιώσεις από τον ίδιο τον λαό
Αλλά αλλοιώσεις υποβλήθηκαν και από τον ίδιο το λαό. Αυτές οι αλλοιώσεις μπορούν να χωριστούν σε τρεις κατηγορίες:
α) Ασυνείδητες αλλοιώσεις που οφείλονται σε παρακούσματα, σφάλματα του μνημονικού ή σε συμφυρμό, όταν δηλαδή δυο διαφορετικά αποσπάσματα ενώνονται χωρίς κανέναν οργανικό λόγο. Αυτό όμως συμβαίνει μόνο σε περιπτώσεις όπου η προφορική παράδοση έχει υποστεί φθορές με το χρόνο. O Στ. Κυριακίδης πολύ σωστά παρατηρεί ότι όσο πιο ζωντανή είναι η προφορική παράδοση, τόσο λιγότερες είναι οι ασυνείδητες αυτές αλλοιώσεις.
β) Υποσυνείδητες είναι οι γλωσσικές αλλοιώσεις (που γίνονται όταν ένα τραγούδι τραγουδηθεί σε μια άλλη περιοχή, όπου έχουν διαφορετική διάλεκτο), οι πραγματικές (όταν για παράδειγμα ένα βουνό αλλάζει όνομα για να προσαρμοστεί στις γνώσεις του νέου τραγουδιστή) και οι μορφολογικές (όταν δηλαδή τραγούδια χωρίς ρίμα αποκτούν, όταν τα τραγουδούν σε μέρη όπου συνηθίζεται η ομοιοκαταληξία).
γ) Ενσυνείδητες αλλοιώσεις, όπου ένα τραγούδι προσαρμόζεται από μια περίσταση σε μια άλλη. Πολλές φορές με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται και μια καινούργια παραλλαγή. Αυτή η μορφή αλλοίωσης είναι η μόνη που μπορούμε να πούμε ότι συνδυάζει και θετικά στοιχεία
Αλλοιώσεις κατά την καταγραφή
Η καταγραφή ενός τραγουδιού παρουσιάζει πολλά προβλήματα. Πρώτον γιατί ο καταγραφέας πρέπει να καταγράψει πιστά όσα ακούει, πράγμα καθόλου εύκολο, μια που πρέπει να καταγράψει όλους τους ιδιωματισμούς και δεύτερον γιατί ο τραγουδιστής πρέπει να τραγουδήσει σ' ένα άγνωστο για αυτόν περιβάλλον. Είναι συνηθισμένος να τραγουδάει κατά τη διάρκεια μιας γιορτής, όπου είναι όλοι μαζεμένοι, με συντροφιά ή ακόμα και μόνος του. Σ' αυτήν την περίπτωση όμως βρίσκεται μόνος με τον καταγραφέα και πρέπει να τραγουδήσει ή να απαγγείλει από την αρχή μέχρι το τέλος ένα τραγούδι. Επίσης είναι πιθανό ο τραγουδιστής να προσθέσει στο τέλος ένα ή δυο στίχους αλλοιώνοντας έτσι ένα τραγούδι που δεν θυμάται μέχρι το τέλος, μόνο και μόνο γιατί ο καταγραφέας το απαιτεί ολόκληρο.
Το πρόβλημα των συλλογών
Μερικοί από τους παλιότερους συλλογείς θεώρησαν σωστό να επέμβουν στα διάφορα τραγούδια που κατέγραφαν, αλλάζοντας λέξεις ή εκφράσεις με άλλες πιο λογιότερες, με αποτέλεσμα να μην μας σώζεται πλέον η αρχική μορφή των τραγουδιών. Άλλοι πάλι, στην προσπάθειά τους να βρουν καινούργια τραγούδια δεν κατέγραφαν, ή τουλάχιστον δεν δημοσίευαν, διάφορες παραλλαγές. Έτσι πολλά τραγούδια μας σώζονται μόνο σε μια παραλλαγή.
Το πρόβλημα της επιβίωσης των δημοτικών τραγουδιών
Oι περισσότεροι σήμερα γνωρίζουμε τα δημοτικά τραγούδια μόνο από τα βιβλία. Λίγοι είναι αυτοί που τα ξέρουν από την ίδια την προφορική παράδοση, εκείνοι δηλαδή που έζησαν σε χωριά, όπου η προφορική παράδοση είναι - αν και σε περιορισμένη έκταση - ζωντανή, ή οι συλλογείς.
Σήμερα δημοτικά τραγούδια δεν δημιουργούνται πια. Αυτά που τραγουδιούνται ακόμη είναι απλώς επαναλήψεις παλιότερων. Τα δημοτικά τραγούδια έσβησαν μαζί με τις απομονωμένες κλειστές κοινωνίες, που ευνοούσαν τη γέννησή τους. Την τελευταία δημιουργική τους άνθιση τη γνώρισαν την εποχή της τουρκοκρατίας με το κλέφτικο τραγούδι. Παρόλ' αυτά και στις μέρες μας δεν εκτοπίστηκαν ολότελα ούτε, πολύ περισσότερο, αχρηστεύτηκαν. Αντίθετα εξακολουθούν να ζουν, να συγκινούν και να προβάλλονται, γιατί αποτελούν την πιο γνήσια έκφραση της λαϊκής ψυχής.
Σαν ήμουνα παιδί στο Καρδαρίτσι, μικρός τσοπανάκος φύλαγα τα πρόβατα
στις παραδεισένιες (τώρα στη μνήμη μου) πλαγιές του Λυπηνίκου..
Απέναντι προς τα δεξιά, και πέρα ...μακριά, ατενίζοντας κατά πρώτη
φορά τους
όμορφους Παραλογγούς, το χωριό σας, 70 σπίτια; κι' όμως.. Στοιχηματίζω τώρα στο παιδικό μυαλό
μου τότες, μου φάνταξαν θεριακωτή πολιτεία, που έκανε το αίμα μου
να χοχλακιάσει από θαυμασμό και φόβο.. Θεέ μου πόσα χρόνια περάσανε από
τότες; Μου φαίνονται αιώνες!
Σήμερα ακόμα στο βάθος του χρόνου η ξελογιάστρα πλάνα μου καρδιά,
κρατάει τις μνήμες μου αυτές, κι' εννοώ τις μνήμες, από τα πρώτα δώδεκα
χρόνια μου, που έζησα παιδί στο Καρδαρίτσι, Ιερό κειμήλιο και πάραυτα
ωσάν, φάρμακο μαγευτικό, όπου γιατρεύει τον νου:
Σαν το μυαλό μου φορτωθεί πολύ από την άχαρη, πολλές φορές
καθημερινότητα, εκείνη σαν μάννα έμπειρη, πονετική, και στον δικό της
χρόνο, βγαίνει μπροστά του δίνει λίγες σταγόνες Καρδαριτσαίηκιας θύμησης και εκείνο καλμάρει....
Καλή μου συμπατριώτισσα, δεν ξέρετε την χαρά που μου έδωσε το μήνυμά
σας! και είναι το πρώτο που λαβαίνω τόσο κοντά απ'το Καρδαρίτσι και τα
χωριά της πέρα μεριάς!
...Γύρω στα 1955 άρχισα να δουλεύω με το βιολί. Μ' έπαιρναν σε γάμους και πανηγύρια. Περίπου εκείνη τη χρονιά πήγα να παίξω με τον Ηλία Πινακά από τη Σκοτίνα στην Κρανιά, πάνω από τον Πυργετό που είναι. Την επόμενη μέρα ήρθε στην Κρανιά ο μεγάλος κλαρινίστας Βάιος Μαλιάρας από τον Πυργετό. Ήρθε στο καφενείο που τραγουδούσα και μ' άκουσε. Μετά με φώναξε και είπε:
-Από πού είσαι βρε παλικάρι;
-Είμαι από την Καλλιπεύκη και μένω στους Γόννους, τον είπα
-Το απόγευμα όταν ανεβείς να τραγουδήσεις δυο τραγούδια, ξανάπε.
Τον είπα ότι θα τραγουδήσω. Ήταν τότε 7 Νοεμβρίου των Αγίων Ταξιαρχών. Το απόγευμα ήρθε ο μπαρμπα-Βάιος και μου είπε να τραγουδήσω τον "Πλάτανο" και τα "Νιάτα", αν θυμάμαι καλά. Μόλις τελείωσα πήγα τον βρήκα και μου είπε να πάω μαζί του στην Αθήνα, γιατί είχε κλείσει στούντιο για να "χτυπήσει" (ηχογραφήσει) ένα δισκάκι. Στην Κολούμπια θα πηγαίναμε. Δεν υπήρχε τότε άλλη εταιρία. Τον απάντησα ότι θα το σκεφτώ, αλλά εγώ το είχα ήδη αποφασίσει για να πάω. Πήρα το βιολί μου και συναντηθήκαμε στα Τέμπη, περίπου στις 18 Νοεμβρίου 1955,56 ή 57 δε" θυμάμαι καλά. Πήγαμε στην Αθήνα και χτυπήσαμε το δίσκο.
"Όταν άκουγαν την "Παναγιωτούλα" γινόταν χαμός. Στους Σαρακατσάνους παίζαμε και με τον Μαλιάρα. Αυτός είχε το πλεονέκτημα να κοιτάζει το χορευτή στα πόδια κι έτσι τους χορεύαμε πολύ καλά. Πήρα κι εγώ τα πατήματα του Μαλιάρα".
Από τα πρώτα τραγούδια που ηχογραφήσαμε ήταν η Περιστερούλα. "Κάηκα απ' το κουρκούτη", "Τέτοια Κοπέλα γύρευα στη ζωή" και άλλα.
Εκεί στο στούντιο μίλησα με τον διευθυντή και του είπα ότι έχω ένα τραγούδι παλιό από τη γιαγιά μου και αν μπορούσαμε να το "χτυπήσουμε". Την πρώτη φορά δεν μου έδωσε απάντηση. Κατόπιν όμως με φώναξε μέσα από την Κονσόλα για να πω το τραγούδι. Ήταν η "Παναγιωτούλα" ή αλλιώς "Παίρνει ο Μάρτης δώδεκα" Το κάνα-με δυο τρεις πρόχειρες πρόβες και το ηχογραφήσαμε.
Έτσι άρχισε η καριέρα μου. Κυκλοφόρησε ο δίσκος κι έγινα παντού γνωστός.
Μετά έμπλεξα με τον μπαρμπα-Βάιο τον Μαλιάρα ο οποίος δεν έπαιζε καινούργια τραγούδια ούτε ήθελε στην ορχήστρα ακορντεόν και αρμόνιο. Ήθελε να παίζει αυτός κλαρίνο, εγώ βιολί και ο αδερφός του ο Φώτης λαγούτο. Δεν ήθελε άλλα όργανα.
Παίζαμε συνήθως σκέτα, χωρίς μεγάφωνα. Όταν τον λέγαμε να πάρει ηχεία, αυτός έλεγε: "αυτά τα τενεκέδια τί τα θέλω; δεν σε βγάζουν καθαρό και σωστό!" Ήταν καθαρά παραδοσιακός, αλλά έπαιζε όργανο καλό.
Κάποια χρόνια βγήκαμε να παίζουμε στην Καλλιπεύκη, στο πανηγύρι. Εκεί έπαιζαν και άλλα όργανα, στην πλατεία. Όταν ο Μαλιάρας έπαιξε ένα καλαματιανό, τότε όλοι έστρεψαν τα βλέμματα στον μπαρμπα-Βάιο.
Ήταν καταπληκτικός, αλλά προκοπή δεν έκανε. Γιατί, δεν το γνωρίζω. Ήταν δικό του θέμα. Πάντως όσοι έπαιξαν με το Βάιο πρόκοψαν, αυτός δεν ξέρω γιατί και πέθανε στην ψάθα. Ίσως να νόμιζε, ότι πάντα θα είναι ο πρώτος, αλλά τα χρόνια περνούσαν.
Δούλεψα ακόμα και με τον Μανόλη Παπαγεωργίου. Ο καθένας από τους δύο έπαιζε σε διαφορετικό στυλ. Ήξεραν όμως και οι δυο να χορεύουν το χορευτή.
Ήταν αυτοδίδακτοι και οι δυο τους. Αγαπούσαν τη δουλειά τους. Αν δεν αγαπάς μια δουλειά μην επιχειρείς να την κάνεις κιόλας.
Μετά την "Παναγιωτούλα" ηχογράφησε και άλλα τραγούδια με τον Μαλιάρα "Μου παρήγγειλε τ’ αηδόνι", "Πουλιά μου διαβατάρικα", "Καραγκούνα" κλπ. Ηχογραφήσαμε επίσης τον "Αριστείδη" και στον "Aμμο ρύζι έσπερνα". Αυτά είναι δικά μας, καλλιπευκιώτικα τραγούδια.
Αυτά τα τραγούδια καθώς και άλλα, μου τα είπαν η Αγγελίτσα Γκουντουβά και η Μετάξω Καραμπατή.
Κατόπιν έμπλεξα και με δυο Φαρσαλινούς οργανοπαίχτες. Τον Δημήτρη Καρακώστα που έπαιζε κλαρίνο και τον Βάιο Καλαβριώτη που έπαιζε αρμόνιο. Έτσι άρχισα να τραγουδώ στην περιοχή των Φαρσάλων τα σαρακατσάνικα τραγούδια. Μέχρι το 1980 περίπου δεν υπήρχαν Σαρακατσαναίοι τραγουδιστές.
Οι Σαρακατσάνοι μ' αγαπούσαν πολύ και πέρασα πολύ καλά μαζί τους. Όταν άκουγαν την "Παναγιωτούλα" γινόταν χαμός. Στους Σαρακατσάνους παίζαμε και με τον Μαλιάρα. Αυτός είχε το πλεονέκτημα να κοιτάζει το χορευτή στα πόδια κι έτσι τους χορεύαμε πολύ καλά. Πήρα κι εγώ τα πατήματα του Μαλιάρα.
(Από την μηνιαία εφημερίδα «η Γορτυνία» Αύγουστος '99)
"...Θυμάμαι την Αρχώντο του Τασέλου
που έσκουζε από το βουνί, μια ώρα
από το χωριό που βόσκαγε τα πρόβατα
και φώναζε του άντρα της, απέναντι
στον Αη-Λιά:
-"Μήτσο... Ρε Μήτσο... Ρε δεν ακούς;;
Τώρα χορεύει ο Σκούφας".
(ο Σκούφας ήταν ο γιος τους)
-"Πως το κατάλαβες μωρή;;
-"Ρε δεν ακούς τα όργανα;;
Σταθήκαν στον τόπο τα κλαρίνα..."
Στο πανηγύρι της Καλλιπεύκης πήγαινα κάθε χρόνο για 40-45 χρόνια. Το πανηγύρι αυτό ήταν πολύ κουραστικό. Παίζαμε όλη την ημέρα έξω στην πλατεία στο γενικό χορό και μετά ξενυχτούσαμε μέσα στα καφενεία ως το πρωί. Πολλή δουλειά θυμάμαι μια χρονιά που παίζαμε στην πλατεία όλη μέρα και ο Βάιος Καλαβριώτης έπαιζε ακορντεόν.
Από την πολλή κούραση είχε πρηστεί ολόκληρος. Χρήματα παίρναμε αρκετά, αλλά ήταν κουραστικό.
Πρωτόπαιξα σε ορχήστρα, με κλαρίνο του Αγγελή Καρακώστα. Μετά έπαιξα με τον μπαρμπα-Βάιο, του Δημήτρη Καρακώστα. Έπαιξα και με τον Κώστα Ριζούλη από τους Γόννους. Ακόμα και με τον Παύλο Τσιούγκο από το χωριό μας, αλλά λίγο. Τραγούδησα για αρκετά χρόνια μαζί και με τον ανιψιό μου Θανάση Καλούση τις δεκαετίες 1970 και 1980.
Δεν έχω ιδιαίτερη προτίμηση σε κάποιο τραγούδι. Όλα μου αρέσουν. Εκείνο όμως που με σήκωσε ήταν η "Παναγιωτούλα" καθαρά Καλλιπευκιώτικο τραγούδι.
Όταν είχα πάει στην Αθήνα για πρώτη φορά, πήγαμε στο καφενείο μουσικών. Εκεί βρήκαμε τον γνωστό Παπασιδέρη Γιώργο. Ο Παπασιδέρης είχε το χρυσό δίσκο στο δημοτικό τραγούδι. Μόλις μπήκαμε μέσα στο καφενείο, φώναξε από πέρα τον μπαρμπα-Βάιο το Μαλλιάρα. Τον ρώτησε πως και πέρασε από εκεί. Ο μπαρμπα-Βάιος του είπε ότι πήγαμε να ηχογραφήσουμε ένα δίσκο. Μας κέρασε καφέ ο Παπασιδέρης και μου είπε να καθίσω δίπλα του. Τότε μου είπε να τραγουδήσω ένα στιχάκι από τα "Μάγια". 'Aρχισα να τραγουδάω και ευχαριστήθηκε πολύ. Ήμουν τότε 25-27 χρόνων. "χεις ωραία φωνή" μου είπε, αλλά "σαν επαγγελματίας που θα γίνεις, να προσέξεις πολύ την καρέκλα που θα καθίσεις, να προσπαθήσεις με κάθε τρόπο να τη δώσεις τη βαρύτητα που χρειάζεται. Διαφορετικά δεν θα κάνεις τίποτε, στην καριέρα σου".
Αυτά τα λόγια του Παπασιδέρη φώλιασαν στο μυαλό μου. Και πραγματικά δεν έδωσα σε κανέναν δικαίωμα να με πει κουβέντα. Καθόμουν στην καρέκλα μέχρι τα χαράματα. Εννιά η ώρα το πρωί και να χορεύουν όλοι πάνω στα τραπέζια. Αλλά και αν πήγαινα πουθενά και δεν έμενα ικανοποιημένος πάλι ευχαριστούσα τους ανθρώπους, γιατί έπρεπε η πόρτα να είναι ανοιχτή. 'Aλλη φορά δε σε ειδοποιούσαν να πας σε αρραβώνες και γάμους θυμάμαι όλες εκείνες τις ωραίες στιγμές, με τους σαρακατσάνους ιδιαίτερα και συγκινούμαι. Για το μέλλον δεν κάνω καμία σκέψη. Ακόμα πηγαίνω και τραγουδάω όπου με καλούν. Σημασία έχει ότι πέρασα καλά και μ' αρέσει το τραγούδι πάρα πολύ".
πατείστε εδώ για να διαβάστε ολόκληρο το κείμενο
Ο Αριστείδης Μόσχος υπήρξε ο κορυφαίος κατά πολλούς και πιο γνωστός οργανοπαίκτης και δάσκαλος σαντουριού των ημερών μας. Παρακάτω παρουσιάζουμε, μέσα από τις αφηγήσεις και τα βιώματά του, κάποιες πτυχές από τη ζωή του.
Ο Αριστείδης Μόσχος είναι το πέμπτο από τα δέκα παιδιά του Μόσχου. Με καταγωγή από την Πεντάλοφο Αγρινίου γεννιέται το 1930.
"Το Αγρίνιο κατά το μεσοπόλεμο ήταν μια ακμάζουσα πολιτεία. `Ητανε οι αντιπροσωπείες ξένων εταιρειών καπνών. `Οταν το κρέας είχε 4 δραχμές, αυτά είχαν 120 η οκά. Λεφτά.
Ο πατέρας μου είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του στην Πεντάλοφο 400 στρέμματα χωράφια. Τα πούλησε, πήγε στο Αγρίνιο κι έκανε επιχειρήσεις. Είχε δυο κέντρα. `Ενα καφέ-αμάν κι ένα καφέ-σαντάν. Στο πρώτο παίζανε Πολίτες, Σμυρνιοί, Αρμένηδες. Στο άλλο υπήρχε ευρωπαϊκή ορχήστρα της εποχής εκείνης. Ο πατέρας μου ήταν ένα κλαρίνο διακεκριμένο αλλά και πολυσύνθετο. Δεν περιοριζόταν να παίζει μόνο τσάμικα και τέτοια. `Επαιζε ρουμάνικα, ουγγαρέζικα, μαρς αμερικέν, βαλς, κύματα του Δουνάβεως... Ολα τα είδη. `Ερχονταν στο μαγαζί να τον ακούσουν όλα τα μεγάλα ονόματα του Αγρινίου. Ζήτημα να έπαιζε ένα τέταρτο τη βραδιά. Ανέβαινε πάνω λιγάκι για να μη χάσει τους πελάτες. Και πέφταν χιλιάρικα. Για να τον πλησιάσουν από τα χωριά να του πουν να πάει να παίξει σε γάμους, έπρεπε να έχουν ένα γνωστό, ένα φίλο. Είχε τα λεφτά και τα αξιοποίησε.
Αριστείδης Μόσχος: "Ο πατέρας μου είχε τα κέντρα της εποχής "Καφέ Αμάν" και "Καφέ Σαντάν" και κατά διαστήματα προσκαλούσε διάφορα ξένα συγκροτήματα. Κάποτε - ήμουν ακόμη μαθητής της Β' Δημοτικού - έφερε ένα συγκρότημα ρουμάνικο, στο οποίο υπήρχε ένα σαντούρι. Το άκουσα να παίζει και... Ηταν κεραυνός. Μίλησε μέσα στην καρδιά μου..."
Ο αδερφός μου ο μεγάλος, που έπαιζε και βιολί, είχε πάει τρεις-τέσσερις φορές στην Ευρώπη και έφερνε γυναίκες από το Φολί-Μπερζέ, το Μουλέν Ρουζ, το Καζινό ντε Παρί. Είχαμε πολλούς Γάλλους τότε εκεί κι έφερνε τις "σαντέζες", που λέγαμε, τις γαλλίδες τραγουδίστριες. Από την άλλη, στο καφέ-αμάν έρχονταν συγκροτήματα από την Αθήνα. Ο Σαλονικιός, ο Ογδόντας, η Ρίτα Αμπατζή, Μαρίκα Πολίτισσα, Εσκενάζη, Ρούκουνας, Μήτσος Αραπάκης, Καλλέργης. Κι όλα τα καλά σαντούρια. Τους άκουγα εγώ αλλά δε μου έκαναν εντύπωση. `Ημουνα και μικρός, 6-7 χρονών. Μέχρι που ήρθαν οι Ρουμάνοι. Θά 'μουνα 8 χρονών. `Ηταν ένας Νέστορας Μπάτσι. Μεγάλωσα μέσα στη μουσική, έμαθα τα πάντα γύρω από τα είδη της, άκουσα όση μουσική δεν είχε ακούσει κανείς τότε και σε τέτοια ηλικία, αλλά όταν άκουσα αυτόν, μαγεύτηκα. Λέω "πατέρα θέλω σαντούρι". Κλάματα, κακό. Για να αποφύγει, λέει σε έναν φίλο του επιπλοποιό "κάνε του ένα ψεύτικο". Μου έκανε κάτι που έμοιαζε με σανίδα, το είδα εγώ - που είχα δει και το καλό το σαντούρι πώς ήτανε - καμία σχέση. Αναγκάστηκε και ήρθε ο μεγάλος μου αδερφός από την Αθήνα και μου έφερε σαντούρι. Ε, αυτό ήτανε".
Δάσκαλός του στο σαντούρι εκείνος ο Ρουμάνος. Ο Νέστορας Μπάτσι. `Εμεινε στο Αγρίνιο ενάμιση χρόνο. Πάνω στους έξι μήνες ο μικρός Αριστείδης παίζει καλά. Και ο πατέρας του τον βάζει να παίζει στο καφέ-αμάν σαν αναπληρωματικός, όταν εκείνος έλειπε σε πανηγύρια και γάμους. Αυτό δημιουργεί ένα μικρό σκάνδαλο στην τοπική κοινωνία. Ο διοικητής της αστυνομίας επεμβαίνει ο ίδιος γιατί "είναι δυνατόν να πηγαίνουν στο σχολείο το παιδί σου και το δικό μου παιδί, και να του λέει αυτά που βλέπει κάθε βράδυ στο καφέ-αμάν;" Οι εμφανίσεις περιορίζονται στην αρχή αλλά γρήγορα, οι μεγάλες ανάγκες που υπήρχαν στην περιοχή για όργανα και οι επιδόσεις του Αριστείδη, του επιβάλλουν να γίνει "επαγγελματίας". Ο πατέρας του ξέρει πολύ γρήγορα ότι στην οικογένεια υπάρχει ένα ακόμα πολύ καλό όργανο και τον χρησιμοποιεί.
"Είδε ότι έπαιζα καλά. `Οχι μονάχα καλά, αλλά απέκτησα και ρεπερτόριο, άρχισα να τα παίζω όλα. `Επαιζα κι ευρωπαϊκά κομμάτια πολλά. `Ολα θυμάμαι του Σουγιούλ, του Χαιρόπουλου, του Αττίκ, τανγκό, κουμπαρσίτες. Το Αγρίνιο δεν ήταν δα και μια πολιτεία που θέλανε μόνο δημοτικά. Θέλανε ό,τι κυκλοφορούσε την εποχή εκείνη. Μετά η Κατοχή τα 'φαγε όλα. Σταμάτησαν και τα καπνά... Μετά το '42-'43 που ήτανε ο ανταρτοπόλεμος, δε μπορούσες να μείνεις στο Αγρίνιο. `Ηρθανε οι Γερμανοί, κλείσαν τα μαγαζιά. Δέκα αδέρφια βρεθήκαμε στην Αθήνα. Εγώ ήμουν ο τελευταίος που θα διεκδικούσε. `Ητανε πέντε κορίτσια στη μέση. Πήγα στο καφενείο των μουσικών με τον πατέρα μου και βρήκαμε όλο γνωστά πρόσωπα μέσα. Ξέραν ότι παίζω καλά, ξέραν και την οικογένειά μας και μ'αγκαλιάσανε όλοι. Από το 1953 μπήκα στο Λύκειο των Ελληνίδων. Πήγαμε σ'όλη τη γη. Εγώ που φοβάμαι το αεροπλάνο έχω κάνει 1200 ώρες πτήση. Ολυμπιακοί Αγώνες του Μεξικού και του Καναδά, πέντε φορές Αμερική, τρεις φορές Αυστραλία. Γερμανία και Ευρώπη δε λογαριάζονται. `Εχω 7000 φωτογραφίες από όλες τις εκδηλώσεις που έχω παίξει, με όλα τα μεγάλα πρόσωπα που έχω συναντήσει."
"Το 1952 έπαιξα πρώτη φορά για δίσκο. Στη Μιούζικ Μποξ. Κι από τότε έχω παίξει και με τους πιο περίεργους ανθρώπους. Σκεφτείτε ότι τον πρώτο δίσκο της `Αντζελας Δημητρίου εγώ τον έκανα. `Επαιξα με τον Κόρο, τον Ζέρβα, Δοϊτσίδη, Αηδονίδη - από τότε που βγήκαν στη δισκογραφία. Δεν έχω παράπονο, όλοι με σέβονται και μ'αγαπάνε. Με τον Ξαρχάκο κάναμε την "Ελλάδα της Μελίνας". Με τον Μαρκόπουλο έμεινα 13 χρόνια κι έπαιξα σε 17 δίσκους του. `Εφυγα γιατί είχα χάσει το όνομά μου. Ξέρετε πώς με λέγανε; Το σαντούρι του Μαρκόπουλου. Εντάξει, στον Μαρκόπουλο, δε λέω, είχα υποχρέωση. Μου 'δωσε και λεφτά. Πληρωνόμουνα καλά. `Οταν ένας πρώτος μουσικός έπαιρνε 400 δραχμές, εγώ έπαιρνα ένα χιλιάρικο. Το πιο άσχημο όμως ήταν πως οι μαέστροι δε μου φέρνανε νότες να διαβάσω. Κανένας. Μια φορά πήρα το σαντούρι μου κι έφυγα. Πήγα για πρόβα και μου λέει "παίξτο, δεν τ'άκουσες;". Λέω "τι παίξτο; μαγνητόφωνο είμαι; μπορεί να μην άκουσα καλά. Δώσμου μια παρτιτούρα", επειδή είχανε κακομάθει με τους περισσότερους λαϊκούς μουσικούς".
Από όσα έχει παίξει για τη δισκογραφία δηλώνει ότι ξεχωρίζει ορισμένα κομμάτια του Γιάννη Μαρκόπουλου, ένα δίσκο με κομμάτια του Παναγιώτη Τούντα και του Βαγγέλη Παπάζογλου που τραγουδάει η `Ελενα Γιαννακάκη. "Εκεί έχω πετύχει το 90% αυτού που θέλω από μια ορχήστρα, αλλά είχα και σπουδαίους συνεργάτες", λέει.
"Ο ήχος του σαντουριού είναι μαλακός και γι'αυτό προσφέρεται πολύ για μουσικές οι οποίες μυρίζουν θάλασσα. Σμυρνέικα και νησιώτικα. Από κει και πέρα βέβαια έχω παίξει μέχρι και ...τον γαλλικό ύμνο! Πραγματικά. `Ηταν το 1959 που πήγαμε στο Παρίσι με τον Ευγένιο Σπαθάρη και τον πατέρα του για ένα φεστιβάλ σκιών. Υπήρχε μπερντές που έπαιζε ο Σπαθάρης, πίσω ήμασταν εμείς και συνοδεύαμε και κάποια στιγμή άνοιγε και μας βλέπανε.
`Ημαστε έτοιμοι να αρχίσουμε, όταν έρχεται ο πρέσβης της Γαλλίας και λέει: "Πριν αρχίσει η παράσταση, να παίξετε τον γαλλικό εθνικό ύμνο". Κοιταζόμαστε. Λέει ο Ευγένιος: "Καταστροφή". Δε μπορούσαμε να αρνηθούμε γιατί από κάτω κάθονταν υπουργοί, διπλωματικά σώματα, ήτανε πολύ επίσημο το φεστιβάλ. Λέω "ηρεμήστε και δώστε μου τρία λεπτά". Από το σχολείο που πήγαινα ακόμα θυμόμουνα το γαλλικό ύμνο που εμείς τον λέγαμε ελληνικά "Ω παιδιά μου ορφανά, σκορπισμένα εδώ κι εκεί...". Βάζω σ'ένα έδρανο τις δυο σημαίες και ανοίγει η σκηνή. Δε βλέπω ούτε θέατρο, ούτε κόσμο, παίζω μια φορά τη μελωδία και μετά ...πάρτον κάτω λιπόθυμο!".
Το 1985 ιδρύει το "Λαϊκό Σχολείο Παραδοσιακής Μουσικής". Λειτουργεί από τότε σαν αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία διδάσκοντας 22 όργανα από πολύ καλούς μουσικούς και σολίστες, καθώς και Βυζαντινή μουσική και χορωδία.
"`Ηθελα να αφοσιωθώ στο Σχολείο μου. `Ηταν ένα όνειρο πολλών χρόνων αυτό το πράγμα. Πρώτα πρώτα έβλεπα ότι τέλειωνε το σαντούρι. Τώρα ξέρετε πόσες κοπέλες και αγόρια παίζουνε; `Ηταν όνειρο ζωής για μένα να διδάξω 28 σαντούρια. Μπροστά σ'αυτό δεν έβαζα τίποτα άλλο".
Και με το "Λαϊκό Σχολείο" εμφανίζεται σε διάφορα μέρη της Ελλάδας αλλά και σε φεστιβάλ και εκδηλώσεις του εξωτερικού αποσπώντας διακρίσεις. Το μεγάλο του παράπονο είναι ότι ποτέ μέχρι σήμερα αυτό το έργο ζωής για αυτόν δεν επιχορηγήθηκε από κρατικό φορέα.
"Σιγά" λέω, "δεν τελείωσα ακόμα, περιμένετε. Η πρώτη μου αγάπη είναι το κλαρίνο. Αυτό θέλω να το ξέρει η γυναίκα μου" [...]
Πέτρο-Λούκας Χαλκιάς... Δύο λόγια για έναν άνθρωπο που έδωσε τόσα πολλά στην παραδοσιακή μας μουσική...
Ο Πέτρο-Λούκας Χαλκιάς γεννήθηκε στο Δελβινάκι της Ηπείρου το 1934. Όπως έχει πει «πέντε γενιές τώρα καθεμιά τους βγάζει κι από ένα κλαρίνο υποχρεωτικά»
Το 1945, 11 χρονών ξεκίνησε να δουλεύει ως μηχανικός αυτοκινήτων. Ήταν απόφαση του πατέρα του να μη μάθει κλαρίνο όπως αυτός γιατί όπως έλεγε δεν θα μπορούσε να ζήσει την οικογένειά του όπως ήθελε. Όμως ο Πέτρος είχε ήδη αγαπήσει το κλαρίνο. Έτσι μία μέρα κατασκεύασε το πρώτο του κλαρίνο από το ξύλο ενός δέντρου και άρχισε να μαθαίνει κρυφά μόνος του.
Ο πρώτος που τον άκουσε ήταν ο παππούς του που περνούσε τυχαία από το «λάκκο» όπου έπαιζε συνήθως. Από περιέργεια κατέβηκε να δει ποιος έπαιζε έτσι και προς μεγάλη έκπληξη είδε τον εγγονό του…Με τη βοήθειά του ξεκίνησε μαθήματα με «το καλύτερο κλαρίνο του Ζαγορίου» τον Φίλιππα Ρούντα. Η πρώτη του «επίσημη» εμφάνιση ήταν σε ένα γάμο. Έπαιζε το καλύτερο τότε συγκρότημα, τα «Τακούτσια», όπου έπαιζε ο Φ. Ρούντας.
Ένα τραγούδι θα σας πω για το Λεβέντη,
τον ασπρομάλλη μας, το Γέρο του Μοριά
και βάλτε, αδέλφια μας, για να στηθεί το γλέντι
τριπολιτσιώτικο κρασί και ψησταριά.
Γεια και χαρά σας, Μοραΐτες αδελφοί
κι εσείς κοπέλες, γεια σας.
Τη Λευτεριά η Ελλάδα μας
χρωστάει στη λεβεντιά σας.
Τα όμορφα χρόνια, τα παλιά, να ξαναζήσουν
και στου Ταΰγετου την πιο ψηλή κορφή,
κει, των προγόνων οι σκιές χορό να στήσουν
και να τους λέει τ' αγέρι τούτη τη στροφή:
Γεια και χαρά σας, Μοραΐτες αδελφοί,
που η μάνα αν δε σας γέννα
ούτ' Αγια-Λαύρα θα 'χαμε
ούτε Εικοσιένα.
Ο γάμος ήταν 20 Αυγούστου στα Δολιανά. Είχε περάσει αρκετά η ώρα όταν ο Φίλιππας «έπεσε κάτω από το μεθύσι» την ώρα της πρόβας. Ανάστατοι οι άλλοι παίκτες του συγκροτήματος μετά από προτροπή του φώναξαν τον 11χρονο Πέτρο να παίξει στη θέση του δασκάλου του. Σαστισμένος από αυτήν την κατάσταση ο Πέτρος ξεκινάει να παίζει και όλοι θαυμάζουν το μικρό «κλαριντζή» που παίζει όπως ο Φίλιππας. Έτσι έπαιξε λίγες φορές μετά από αυτό μαζί με τον Φ. Ρούντα ως 2ο κλαρίνο.
Τον ίδιο χρόνο παίρνει την απόφαση να πάει στην Αθήνα (όπου έπαιζε κλαρίνο ο πατέρας του) για να παίξει σε ένα γάμο όπου τον είχαν καλέσει μαζί με ένα συγκρότημα. Την ώρα της πρόβας τυχαία τον ακούει ένα παρουσιαστής Ραδιοφωνικής εκπομπής και του προτείνει να παίξει στο Ράδιο σε μία εκπομπή.
Το όνομά του είναι Πέτρος Χαλκιάς. Μετά από ένα τυπογραφικό λάθος στον πρώτο του δίσκο όμως (όπου είχε γραφεί Τ. Χαλκιάς αντί Π. Χαλκιάς) ο Πέτρος αποφάσισε να ονομάζεται Πετρο-Λούκας από το όνομα του παππού του Λουκά Χαρισιάδη.
Είκοσι χρόνια έμεινε στην Αμερική και το καλοκαίρι του 1979 γύρισε στην Ελλάδα. Το βράδυ εκείνο (που έφτασε) γινόταν στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας μία «σύναξη κλαρίνων». Εκεί έπαιξε για πρώτη φορά μετά από 20 χρόνια στην Ελλάδα και… φυσικά κράτησε τον κόσμο πάνω από μία ώρα περισσότερο από το επιτρεπόμενο…
Η ζωή του αποτελεί μια συλλογή στιγμών καθε μια απο τις οποίες είναι στενά συνδεδεμένη με τη μουσική.Τα ακούσματά του απο κλαρίνο ξεκίνησαν από τις πρώτες κι όλας στιγμές της ζωής του και τον έκαναν να το αγαπήσει "σαν άνθρωπο". Πολλές φορές ως παιδί ή ως έφηβος προτίμησε να κρατήσει ιδιαίτερες στιγμές με το αγαπημένο του μουσικό όργανο κάτι που όπως λέει τώρα -χαριτολογώντας- έκανε τους συνομήλικούς του να τον παρεξηγήσουν...
Στην Αμερική αναγνωρίστηκε και έπαιξε για πολλά χρόνια αποδεικνύοντας στα "μεγαλύτερα κλαρίνα" πόσο πιο όμορφη και περίτεχνη είναι η παραδοσιακή μας μουσική αφού επανειλημένα έπαιξε γυρίσματα από τραγούδια της Ηπείρου που κανένας μουσικός στην Αμερική δεν μπόρεσε να συνοδέψει. Ακόμα και σε μια ξένη χώρα ο Πετρο-Λούκας κατάφερε να διαφυλάξει και να διαδόσει τη μουσική μας και να κάνει πολλούς να τη λατρέψουν όπως της αξιζε...
Η Γιώτα Λύδια υπήρξε η πιο πολύμορφη ίσως λαϊκή τραγουδίστρια της εποχής της, μιας εποχής που τα ερμηνευτικά όρια των τραγουδιστών δεν ήταν τόσο ανοιχτά όσο τα νεώτερα χρόνια, δεν τραγουδούσαν "όλοι τα πάντα". Σ' εκείνα τα χρόνια η Γιώτα Λύδια βρέθηκε να τραγουδά από στιβαρά ζεϊμπέκικα στον απόηχο του ρεμπέτικου μέχρι τα πιο ξεσηκωτικά "γύφτικα" συρτοτσιφτετέλια, από τσάμικα, καλαματιανά και μπάλους μέχρι τραγούδια με την αέρινη υπόσταση του τραγουδιού "Κοιμήσου αγγελούδι μου" του Μίκη Θεοδωράκη, κι από τραγούδια με φινέτσα του "ελαφρού" τραγουδιού μέχρι μικρασιάτικους αμανέδες...
Σ' αυτή τη συλλογή έχουμε χωρίσει το ρεπερτόριο της Γιώτας Λύδια που έχει καταγραφεί στους καταλόγους της Minos-Emi, σε δύο ενότητες: Ο πρώτος δίσκος περιλαμβάνει μια σειρά από τα πιο χαρακτηριστικά χορευτικά τραγούδια με τα οποία συμμετείχε στο "λαϊκοδημοτικό" κλίμα των πρώτων χρόνων του '60... Πολλά απ' αυτά τα πρωτόπε εκείνη τότε και στα νεώτερα χρόνια ξανατραγουδήθηκαν από νεώτερες φωνές, γνωρίζοντας εκ νέου μεγάλη επιτυχία...Τραγούδια του Στράτου Ατταλίδη αλλά και του Τσιτσάνη, του Χιώτη, του Βαμβακάρη, του Δερβενιώτη, του Βασίλη Καραπατάκη, του Γιώργου Κόρου...Κυρίως τσιφτετέλια και συρτά. Μαζί μ' αυτά και κάποια κλασικά δημοτικά που κατεγράφησαν με τη φωνή της...
Ο δεύτερος δίσκος καλύπτει μια ευρύτερη χρονικά περίοδο, ξεκινώντας από τον απόηχο του "αρχοντορεμπέτικου" ("Συ μου χάραξες πορεία", 1958) για να τελειώσει με τις ηχογραφήσεις της στα χρόνια του '80, αφού έχουν μεσολαβήσει οι δικές της εκτελέσεις σε κλασικά λαϊκά τραγούδια, η συνεργασία με τον Μίκη Θεοδωράκη αλλά και πολλά τραγούδια του Χιώτη, του Ακη Πάνου, του Τσιτσάνη, του Καραπατάκη, του Τάκη Σούκα, ως και δυο στιγμιαίες συνεργασίες της με τον Σταύρο Ξαρχάκο -όταν εκείνος ενορχηστρώνει τα τραγούδια του Βαμβακάρη- και τον Γιάννη Μαρκόπουλο. Είναι μια πρώτη "οργάνωση" καταγραφή μιας δισκογραφικής πορείας που σε λίγο συμπληρώνει μισό αιώνα.
Οσο περισσότερο την προσεγγίζει κανείς, τόσο μεγαλύτερη διάθεση έχει να τη γνωρίσει στις λεπτομέρειες της... (Γιώργος Τσάμπρας, από το ένθετο που συνοδεύει τον δίσκο)
Η Γιώτα Λύδια ένιωσε μεγάλη συγκίνηση όταν βρέθηκε στο στούντιο και ερμήνευσε τραγούδια του Στέλιου Καζαντζίδη
«Ένιωσα την ανάγκη να τραγουδήσω, αυτήν την εποχή, λαϊκά τραγούδια που είχε ερμηνεύσει ο Στέλιος Καζαντζίδης, με τον οποίο είχαμε κοινές εμφανίσεις στο πάλκο και μακρά συνεργασία στη δισκογραφία».
Η Γιώτα Λύδια εξηγεί τους λόγους για τους οποίους μπήκε πρόσφατα στο στούντιο και ηχογράφησε καινούργιο CD, με παλιά τραγούδια του Στέλιου Καζαντζίδη και δικές της επιτυχίες που είναι διαχρονικές. Τίτλος του δίσκου «Τα χρυσά τραγούδια».
«Όταν βρέθηκα στο στούντιο ένιωσα πολύ μεγάλη συγκίνηση, γιατί θυμήθηκα τον Στέλιο Καζαντζίδη, όχι μόνο γιατί ερμήνευσα δικά του τραγούδια, που πάντα τ' αγαπούσα, αλλά γιατί ήρθαν στη σκέψη μου εικόνες από κοινές ηχογραφήσεις μας στα στούντιο της Columbia, στο εργοστάσιο της Ριζούπολης. Ήταν τα όμορφα χρόνια για το λαϊκό μας τραγούδι.
Δεν μπορώ να ξεχάσω ότι από τα ίδια μικρόφωνα τραγουδούσαμε με τον Στέλιο τραγούδια-διαλόγους των Καλδάρα, Δερβενιώτη, Ατταλίδη, Βίρβου, Μπακάλη, Καραπατάκη. Τρεις φορές διέκοψε την ηχογράφηση, γιατί όταν ερμήνευα τα "Κοινωνία ένοχη", "Κι αν γελάω είναι ψέμα", "Δεν σε πιστεύω", "Έξω ντέρτια και καημοί", "Κανείς δεν ήρθε να με δει" μ' έπιαναν λυγμοί». Στο ίδιο CD η Γιώτα Λύδια ερμηνεύει ξανά δικές της επιτυχίες: «Φύγε, φύγε», «Όσα λουλούδια μάδησα», «Συ μου χάραξες πορεία», «Η πιο μεγάλη ώρα».
Για τις εμφανίσεις της στο πάλκο η Γιώτα Λύδια λέει ότι για πρώτη φορά τραγούδησε με τον Στέλιο Καζαντζίδη και τη Μαρινέλλα τον χειμώνα 1959-60, στη «Φλορίντα» της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, και την τελευταία φορά πάλι με τους ίδιους στο «Φαληρικόν» (Ηπείρου και Αχαρνών), που ήταν και η αποχαιρετιστήρια εμφάνιση του Καζαντζίδη από τα κέντρα και τη νύχτα, τον Μάρτιο του 1965. Επίσης, Καζαντζίδης, Λύδια, Μαρινέλλα έχουν τραγουδήσει σε δίσκους τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» και τα «Καβουράκια» του Τσιτσάνη και «12 δημοτικά» σε διασκευή του Στέλιου Καζαντζίδη.
INFO
Γιώτα Λύδια, «Τα χρυσά τραγούδια». Τιμή: 12 ευρώ.
"Από τον Πόντο έως την Κάρπαθο, από την Ιερισσό μέχρι τη Νίσυρο, από την Κύμη μέχρι τον μικρασιατικό Τσεσμέ κι από την Πελοπόννησο ως τη Λέσβο και τη Χίο, αμέτρητα είναι τα τραγούδια που μιλούν για τη θάλασσα, τις ομορφιές αλλά και τους καημούς της. Αυτά διαμορφώνουν το εντυπωσιακό μουσικό πρόγραμμα που ετοίμασε η Δόμνα Σαμίου για να ανοίξει με πανηγυρικό τρόπο τις εκδηλώσεις του Φετινού "Μουσικού Ιουλίου" στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου. Η αξιόλογη εκπρόσωπος της ελληνικής μουσικής παράδοσης πλαισιώνεται από σπουδαίους μουσικούς, χορευτές και χορωδούς..."
συνέχεια
Καλοδιάθετη, όπως πάντα, και γεμάτη ενέργεια, δεν έχασε ευκαιρία να μας πει την ηλικία της, μόλις της δόθηκε ο λόγος. «Είμαι 77 ετών πλέον» (κρυφοκαμαρώνοντας). Το ξέρω ότι μιλάω για την ηλικία μου τακτικά, αλλά τα χρόνια δεν είναι ένας απλός αριθμός... Κι εγώ φοβάμαι μη με εγκαταλείψουν οι φωνητικές μου χορδές...».
Επειδή όμως η αειθαλής κυρία της δημοτικής μας μουσικής παράδοσης μοιάζει ακόμη πολύ δυναμική και πολύ νέα για να παραδώσει τα... όπλα και επειδή, αντίθετα με αυτό που υποστήριξε, τα χρόνια είναι καμιά φορά ένας απλός αριθμός, αντί να κάθεται και να αναπολεί τα περασμένα έσπευσε να ηχογραφήσει τέσσερα έργα - υλικό από το ατελείωτο αρχείο που έχει στην κατοχή της. Ανάμεσα στα τραγούδια που ηχογράφησε ήταν και αυτά για τη Φύση και τον Έρωτα και πάνω εκεί αποφάσισε να στηρίξει το «πανηγύρι» της 11ης Οκτωβρίου.
«Ο λαός μας έχει τραγούδια για τα πάντα, από το νανούρισμα που λέει η μάνα στο μωρό για να το κοιμίσει μέχρι το τέλος του κύκλου της ζωής του ανθρώπου, που είναι το μοιρολόι. Πολλά από τα τραγούδια που θα ακουστούν είναι σπάνια, από κείνα που ο χρόνος φύλαξε και τα παρέδωσε ύστερα από αιώνες σ' εμάς. Πάρα πολύ παλιά τραγούδια, με υπέροχους στίχους...».
Τα επέλεξε με το δικό της γούστο, «τα πιο ωραία», κομμάτια που δείχνουν τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, το αναπόσπαστο δέσιμό τους, όπως και τη σχέση φύσης και έρωτα, η οποία απεικονίζεται και στα υποκοριστικά ονόματα που δίνουν οι ερωτευμένοι στα κορίτσια.
«Είναι και επίκαιρο το θέμα», είπε. «H φύση. Την καταστρέφουμε και εκείνη μας εκδικείται. Αλλά τι να πει κανείς σήμερα σ' αυτήν τη φοβερή εποχή στην οποία ζούμε; Δυστυχώς, όλα αυτά που γίνονται - και θα γίνονται - έναν κεντρικό άξονα έχουν: τον παρά».
Στην επετειακή αυτή παράσταση του Ηρωδείου, στην οποία θα λάβουν μέρος 200 συντελεστές (μουσικοί, τραγουδιστές, χορευτές) και θα σκηνοθετήσει η Δάφνη Τζαφέρη, εκτός από πολύ τραγούδι, θα δούμε και πολύ χορό. Και όχι μόνο. Διάφορα παραδοσιακά δρώμενα που σχετίζονται με τις εποχές του χρόνου θα συμπληρώνουν την ατμόσφαιρα της γιορτής. H εθνολόγος Ζωή Μάργαρη έδωσε τις πολύτιμες συμβουλές της: «Μέσα από το τεράστιο αρχείο που έχει η κυρία Σαμίου προσπαθήσαμε να βρούμε δρώμενα τα οποία είναι ακόμα ζωντανά σε διάφορες περιοχές της Ελλάδα. Ο κύκλος ξεκινάει από το φθινόπωρο και ολοκληρώνεται με τα καλοκαιρινά χοροστάσια, τα οποία δείχνουν πολύ καθαρά πόσο ήταν συνδεδεμένος ό άνθρωπος με τη φύση».
Τραγουδιστές (εκτός από τη Δόμνα Σαμίου, οι Κατερίνα Παπαδοπούλου, Βαγγέλης Δημούδης, Ζαχαρίας Καρούνης, Αντώνης Μαρτσάκης και Μιχάλης Ζάμπας), χορευτές, χορωδοί και μέλη πολιτιστικών συλλόγων θα κρατήσουν, όλο το δίωρο της παράστασης, ζωντανή την ατμόσφαιρα της γιορτής. H Δόμνα Σαμίου είναι ευχαριστημένη. «Είναι η πρώτη φορά που με κάλεσε υπουργός Πολιτισμού και Πρωθυπουργός και μου πρότεινε κάτι τέτοιο».
«Ντραν ντρουν... στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης»
Το παραδοσιακό τραγούδι, κατά τη γνώμη της Δόμνας Σαμίου, έπρεπε να έχει καλύτερη μεταχείριση και από την Πολιτεία και από τα μέσα ενημέρωσης. «Αλλά ποιος ενδιαφέρθηκε μέχρι τώρα; Κανείς!». Και ξεσπάθωσε: «Θα πάνε, λέει, στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και τους βλέπεις με μια κιθάρα ντραν ντρουν και μιμούνται τους ξένους».
Εκείνη πάντως μπορεί να κοιμάται ήσυχη τα βράδια. Έκανε, λέει, ό,τι μπορούσε. Με πνευματικό οδηγό τον δάσκαλό της Σίμωνα Καρά, «που γύριζε την Ελλάδα και κατέγραφε τα πάντα με το μολύβι του, σε βυζαντινές νότες», αφιέρωσε τη ζωή της στη διαφύλαξη και διάδοση των «αυθεντικών τραγουδιών της Ελλάδας». «Δεν πήγαν άδικα όλα αυτά τα χρόνια. Και χαίρομαι γι' αυτό. Οι περισσότεροι μουσικοί που έχω μαζί μου σήμερα είναι από Μουσικά Λύκεια όπου φαίνεται γίνεται πολύ καλή δουλειά. Αλλά δεν φτάνει. Εγώ το είπα και στον Πρωθυπουργό. Δημοτικά τραγούδια και στο Νηπιαγωγείο... Να μαθαίνουν τα παιδιά μας απο μικρά».
INFO
Την Τρίτη 11 Οκτωβρίου στις 20.30, στο Ηρώδειο, Τραγούδια για τη Φύση και τον Έρωτα. Πληροφορίες στο τηλ. 210-9282.900 και 210-7234.567. Εισιτήρια: 65, 50, 48, 40, 22 ευρώ. On-line πώληση: http: //www.ticketservices.gr
(Δημοσίευμα του Χάρη Προποντίδα, από την Ελευθεροτυπία, 29-9-2005)
«Το κλαρίνο, ως λαϊκό μουσικό όργανο, έρχεται στην Ελλάδα απ' την Τουρκία με τους Τουρκόγυφτους, γύρω
στα 1835. Πρωτοεμφανίζεται στη βόρεια Ελλάδα, την `Ηπειρο και τη δυτική Μακεδονία, απ' όπου και προχωρεί
προς τα κάτω.
Μαζί, αρχικά με το βιολί και το λαούτο και αργότερα και με το σαντούρι, αποτελούν την κομπανία,
το κατεξοχήν λαϊκό μουσικό σχήμα πού αντικαθιστά σιγά-σιγά την πατροπαράδοτη ζύγια νταούλι-ζουρνά.
Τα κλαρίνα πού χρησιμοποιούν σήμερα οι λαϊκοί οργανοπαίκτες είναι συνήθως σε σιμπεμόλ ( =σι ύφεση)
ή λα κυρίως.
Στη Θράκη παίζουν με σολ.. Παλιότερα όμως έπαιζαν κλαρίνα με ντο λόγω της έντασης και
της οξύτητας του ήχου που έχουν (δυνατά και πρίμα). Την ονομασία αυτή την παίρνουν από την οξύτητα του
ήχου (δηλ. ποια νότα ακούμε) όταν στο κλαρίνο παίζουμε το ντο.
Το κλαρίνο αποτελεί τον τελευταίο μεγάλο σταθμό στην πορεία της οργανικής μουσικής στα νεοελληνικά
αερόφωνα. Στη σημερινή του μορφή είναι εξέλιξη ενός παλαιότερου λαϊκού οργάνου που λεγόταν chalumeau
ή zambogne. Ο ήχος παράγεται από μια απλή καλαμένια γλωττίδα (καλάμι) που βρίσκεται στο στόμιο του
οργάνου. Πρωταρχικό ρόλο στην τεχνική του κλαρίνου παίζει το φύσημα. Με την ανάλογη πίεση στο καλάμι
του επιστόμιου του οργάνου ανεβαίνει ή κατεβαίνει το τονικό ύψος κάθε φθόγγου, ενώ το «γλίστρημα» των
φθόγγων (κλισάντο) μπορεί να γίνει και με το φύσημα και με τα δάκτυλα.
Την εποχή που πρωτοεμφανίζεται το κλαρίνο, γύρω στα 1835, το δημοτικό τραγούδι έχει κλείσει ουσιαστικά το δημιουργικό του κύκλο. Χάρη στις μεγαλύτερες τεχνικές και εκφραστικές του δυνατότητες σε σύγκριση με το
ζουρνά -που σιγά-σιγά τον παραμερίζει- το κλαρίνο παίρνει γρήγορα την πρώτη θέση ανάμεσα στα μελωδικά
όργανα. Αναγνωρίζεται ως εθνικό όργανο, και στα χέρια άξιων μουσικών γίνεται το κατεξοχήν εκφραστικό μουσικό
όργανο στην ηπειρωτική Ελλάδα.
Με το κλαρίνο η δημοτική μελωδία ζει μια νέα λαμπερή περίοδο στον τομέα της
οργανικής μουσικής. Γιατί ό,τι κυρίως χαρακτηρίζει το δημοτικό τραγούδι στα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια,
δεν είναι ή δημιουργία νέων μελωδιών, αλλά ή επεξεργασία των παλιών. Και στον τομέα αυτόν ο ρόλος του κλαρίνου
στάθηκε αποφασιστικός.
Ερασιτέχνης
δηλώνει περήφανα ο Χρόνης Αηδονίδης που ευμπληρώνει εφέτος πενήντα
χρόνια στην υπηρεσία της μουσικής μας παράδοσης. Μια σειρά από
συγκυρίες και η επιμονή του λαογράφου Πολύδωρου Παπαχριστοδούλου
τον έβγαλαν το 1953 στον αέρα του τότε ΕΙΡ, στην περίφημη εκπομπή
"Θρακικοί αντίλαλοι". Σήμερα διευθύνει το Πολιτιστικό
Κέντρο του Δήμου Αλεξανδρουπόλεως, όπου βεβαίως διδάσκει, όπως
διδάσκει και στο Μουσικό Γυμνάσιο της Παλλήνης και στο Ίδρυμα
Ζήση του Χαλανδρίου, κρίνει χιλιάδες παιδιά στους μουσικούς μαθητικούς
αγώνες κάθε χρόνο και εργάζεται ακούραστα στην έρευνα και στην
καταγραφή στο Αρχείο Ελληνικής Μουσικής.
Αυθεντία
στο θρακιώτικο τραγούδι (αν και έχει τραγουδήσει με τον μοναδικό
του τρόπο τραγούδια από πολλά μέρη της Ελλάδας), με βαθιές σπουδές
στη βυζαντινή μουσική, μεγάλωσε στην Καρωτή Διδυμοτείχου, ακούγοντας
τον ιερέα πατέρα του να ψάλλει στην εκκλησία, την καλλίφωνη μητέρα
του να τραγουδάει στις γιορτές, τα πουλιά να κελαηδούν στην αναγέννηση
της φύσης και την απαλή σιωπή του χιονιού. Από αυτές τις ρίζες
αντλεί τη γλύκα της η φωνή του. Παρά την επιμονή τού Μάνου Χατζιδάκι,
μόλις πριν από δύο χρόνια αποφάσισε να κάνει απιστία στο δημοτικό
για χάρη του Νίκου Κυπουργού. Στη συνεργασία τους οφείλουμε ένα
από τα ωραιότερα νανουρίσματα της σύγχρονης Ελλάδας, ενώ τώρα
βρίσκεται στο στούντιο και ηχογραφεί για τον καινούργιο δίσκο
του Παντελή θαλασσινού.
-
Μια σειρά από ατυχίες σας επέτρεψαν να αφιερωθείτε στο δημοτικό
τραγούδι. Πήγα
σε μια πρόχειρη θέση στο Σισμανόγλειο για εννέα μήνες και έφυγα
διευθυντής λογιστηρίου έπειτα από 39 χρόνια. Προσπαθούσα να φύγω,
έψαχνα ο καημένος, αλλά κάθε φορά πoυ κάτι παρουσιαζόταν όλο κάτι
τύχαινε, λες και ένα χέρι με εμπόδιζε κι έλεγε: "Δεν θα πας;
εκεί πέρα, θα κάτσεις εδώ στο Σισμανόγλειο". Υπήρξαν πολλές
τέτοιες συγκυρίες, τότε τις έβλεπα σαν ατυχίες, εκ των υστέρων
τις απαδίδω στη Θεία Πρόνοια πoυ με εμπόδισε να πάω οπουδήποτε
αλλού και με υποχρέωσε να ασχοληθώ με αυτό το είδος πoυ φαίνεται
ότι ήταν ο προορισμός μου: το τραγούδι. Ίσως να ήμουν γεννημένος
γι' αυτό, γιατί και τα 39 χρόνια πoυ ήμουν στο Σισμανόγλειο το
μυαλό μου ήταν σε αυτό, δούλευα μεν εκεί, αλλά δεν σταμάτησα να
αχολούμαι ερασιτεχνικά με το τραγούδι.
- Πώς ξεκινήσατε;
Βρίσκω μια μέρα στο γραφείο μου ένα γράμμα από τον καθηγητή Πολύδωρο
Παπαχριστοδούλου, λαογράφο της Θράκης και πρόεδρο της λαογραφικής
εταιρείας Θρακικό Κέντρο πoυ έλεγε: "Παρακαλώ περάστε από
τα γραφεία μας στην Καραγιώργη Σερβίας πoυ σας θέλουμε για έναν
εθνικό σκοπό". Τρόμαξα με το "εθνικός σκοπός",
πήγε αλλού το μυαλό μου, νόμιζα ότι ήταν καμιά οργάνωση, εγώ είδα
και έπαθα να φύγω από πάνω να γλιτώσω από αυτά. Ούτε απάντησα,
ούτε του τηλεφώνησα του ανθρώπου. Μου ξανάγραψε, πάλι δεν του
απάντησα και ήρθε ο ίδιος και με βρήκε στο Σισμανόγλειο και μου
λέει: "Θέλω να έρθεις να κάνουμε κάποιες εκπομπές στο ραδιόφωνο
με τραγούδια της Δυτικής Θράκης".
- Αυτός ήταν για τον λαογράφο ο εθνικός σκοπός;
Ήταν η εποχή τότε, μεταπολεμικά, πoυ στις μικρές πόλεις πάνω στα
Διδυμότειχο, όπως κι αλλού, όλοι βιάζονταν να γίνουν Ευρωπαίοι
και τα δημοτικά τα σνόμπαραν. Έτσι κι εμείς σαν νέοι ντρεπόμασταν
να λέμε τα τραγούδια μας, μη μας πούνε χωριάτες, κατά κάποιο τρόπο
μάς είχαν δημιουργήσει ένα κόμπλεξ και πραγματικά ντρεπόμασταν.
Ήταν η εποχή πoυ μεσουρανούσε το ελαφρό με τον Γούναρη, τον Μαρούδα,
τη Βέμπο και, από την άλλη, είχε εισβάλει δυναμικά πολύ το λαϊκό
και με αυτά ασχολείτο ο κόσμος, το δημοτικό το φουκαριάρικο είχε
βουλιάξει. Στενοχωριόμουν γιατί το αγαπούσα, αλλά έλεγα εδώ στο
Διδυμότειχο το περιφρονούν τόσο πολύ, πόσο μάλλον στην Αθήνα.
Κι όμως, εδώ βρήκα ανθρώπους πoυ με περίμεναν με ανοιχτές αγκάλες:
ο Παπαχριστοδούλου, ο Παντελής Καβακόπουλος, ο Καράς. Το 1953,
με αφέλεια απάντησα: "Κύριε Παπαχριστοδούλου να με συγχωρείς,
μ' αρέσουν και τα αγαπώ, αλλά ντρέπομαι να τα τραγουδήσω".
Αυτό τον εξαγρίωσε, σηκώθηκε και μου λέει: "Μην το ξαναπείς
αυτό! Αυτά είναι η ιστορία, η θρησκεία, η γλώσσα μας, τα ιερά
και τα όσιά μας!". Τον είδα πoυ στενοχωρέθηκε ο άνθρωπος
και υποχώρησα. Έτσι ξεκίνησα τις εκπομπές. Είχα μάλιστα την τύχη
να συνεργάζομαι εκεί με την ορχήστρα της Ρόζας Εσκενάζυ, μουσικοί
βαρβάτοι, μεγάλοι δάσκαλοι.
- Πάνω δεν είχατε τέτοια όργανα;
Όχι βέβαια, σε εμάς τα πανηγύρια και οι γιορτές μόνο με γυναικείες
φωνές γινόντουσαν, δεν υπήρχαν συνοδευτικά όργανα. Εμείς μόνο
γκάιντες, φλογέρες, ζουρνάδες και νταούλι είχαμε. Δεν είχα ακούσει
όργανα πάνω παρά μία φορά μόνο, όταν ήμουν επτά χρόνων, είχαν
έρθει ένα βιολί κι ένα ούτι και ήταν για εμένα αποκάλυψη φοβερή
ο γλυκός τους ήχος. Θυμάμαι ήταν φθινόπωρο και ήμουν ελαφριά ντυμένος,
ξυπόλυτος, καθόμουν στο καφενείο και άκουγα, πάγωσα κυριολεκτικά,
αλλά δεν έφευγα ούτε έφαγα ούτε ζητούσα να φάω, τόσο πολύ μαγεύτηκα.
Αλλά υπήρχε φτώχεια μεγάλη, ποιος να φέρει όργανα...
- Δεν σκεφτήκατε να κάνετε το τραγούδι επάγγελμα;
Οι
δάσκαλοί μου - και προπαντός ο Παπαχριστοδούλου - με έμαθαν να
σέβομαι το είδος και να το κρατώ σε υψηλό επίπεδο. Ένιωθα ότι
θα το υποτιμούσα, θα το ευτέλιζα αν το έκανα επαγγελματικά. Μην
ξεχνάς ότι εκείνη την εποχή, δυστυχώς, δεν ήταν σε μεγάλη εκτίμηση
το δημοτικό τραγούδι. Παιζόταν γύρω από την Ομόνοια σε κάτι άθλια
μαγαζιά υπόγεια, κατέβαινες σαράντα σκαλιά κάτω σε κάτι ποντικότρυπες
μέσα στον καπνό και πήγαιναν κάτι μεθυσμένοι. Δεν ήταν καθόλου
καλές συνθήκες. Στα πανηγύρια πάλι δούλευαν με τις παραγγελιές
και τη χαρτούρα. Άσε πoυ τους παίδευαν τους ανθρώπους να παίζουν
σε ένα γάμο τρία μερόνυχτα συνέχεια, μέχρι πoυ μάτωναν τα δάχτυλά
τους, ούτε μικρόφωνα είχαν, ούτε τίποτε. Ήταν πολύ σκληρή δουλειά
κι αυτό με έκανε να μη μ' αρέσει το επάγγελμα. Προσπαθούσα να
υπηρετήσω το δημοτικό από άλλο μετερίζι, γιατί το αγαπούσα πάντα.
Λαογραφία ήθελα να κάνω. Οι εκπομπές, οι συνεργασίες και η δισκογραφία
ήταν σε ένα άλλο επίπεδο πoυ με ικανοποιούσε πολύ περισσότερο.
Πίστεψα πως πράγματι να υπηρετείς τη μουσικολαογραφική παράδοση,
όπως κάναμε ο Καράς, η Δόμνα, εγώ και μερικοί άλλοι, είναι εθνικός
σκοπός, διότι τα τραγούδια μας είναι συνδεδεμένα με την ιστορία
μας, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα έθιμα και τις παραδόσεις, αυτά
μου διδάξαν ο Παπαχριστοδούλου και ο Καράς, να είναι καλά εκεί
πoυ βρίσκονται. θα μου πεις ότι και το πανηγύρι χρειάζεται και
ο γάμος χρειάζεται, ναι, αλλά δεν μπορεί να τα κάνεις και τα δύο.
Είναι άλλοι εκείνοι πoυ είναι προορισμένοι να πάνε γι' αυτό το
σκοπό και θα τον επιτελέσουν καλύτερα από εμένα. θέλω να πιστεύω
ότι αυτοί οι λίγοι πoυ δουλέψαμε σοβαρά στο τραγούδι, του δώσαμε
κάποια αξία, γιατί εκείνη την εποχή να ανεβάσουμε το δημοτικό
από τα καταγώγια στο Ηρώδειο και στο Μέγαρο ήταν όνειρο άπιαστο,
ένας άθλος. Λεφτά δεν έβγαλα, αλλά είμαι πολύ ευχαριστημένος γιατί
προσέφερα μια υπηρεσία στη μουσικολαογραφική παράδοση. Εφέτος
κλείνω τα πενήντα χρόνια και θα μου κάνουν ένα αφιέρωμα στο Μέγαρο
Μουσικής το φθινόπωρο.
- Δεν μπήκατε ποτέ στον πειρασμό να στραφείτε σε άλλα πιο επικερδή
μουσικά είδη;
Λεφτά δεν είχε το δημοτικό, αλλά εγώ ποτέ δεν σκέφτηκα να βγάλω
από το τραγούδι λεφτά, παρόλο πoυ τα πρώτα μου χρόνια ήταν πολύ
δύσκολα και τα είχα πολύ ανάγκη. Τότε, όχι μόνο δεν βγάζαμε, βάζαμε
κι από την τσέπη μας, να φανταστείς έπαιρνα έντεκα δραχμές για
την εκπομπή και - καθώς έμενα μακριά, στα Βριλήσια - ήθελα τρεις
συγκοινωνίες να πάω και τρεις να έρθω, μία φορά για την πρόβα,
μία φορά για την εγγραφή, έδινα δώδεκα δραχμές στα εισιτήρια.
Δεν πηγαίναμε για να κερδίσουμε αλλά για το μεράκι. Μετά το '60
πoυ άρχισε η δισκογραφία, καρκινοβατούσε, δεν υπήρχε περίπτωση
να βγάλεις κάτι. Τώρα τα τελευταία χρόνια πoυ γίνονται οι συναυλίες
και στο εξωτερικό και εδώ, κάτι γίνεται, βγάζω άλλη μία σύνταξη
του ΙΚΑ. Όσο για τα άλλα είδη πoυ λες, είχα πολλές προτάσεις,
επειδή η φωνή μου ήταν κάτι διαφορετικό. Θυμάμαι, με είχε ακούσει
ο Χατζιδάκις και είχε πει ότι είναι καταπληκτικά τραγούδια τα
θρακιώτικα και ως έντεχνος ο τρόπος πoυ τραγουδιούνται. Το είπε
αυτό γιατί τα δικά μας διαφέρουν από τα άλλα, δεν είναι σαν τα
ρουμελιώτικα ή τα μοραίτικα, για παράδειγμα, πoυ έχουν μια λεβεντιά
αλλά έχουν και μια τραχύτητα. Τα δικά μας τραγούδια έχουν μια
ευγένεια πoυ του άρεσε πολύ, είχε πει: "Αυτή η φωνή θα μπορούσε
να διαπρέψει στο έντεχνο τραγούδι". Μάλιστα με είχε καλέσει
όταν ήταν διευθυντής στο Τρίτο, ήθελε να κάνουμε κάποιες εκπομπές
με παραδοσιακά και να δοκιμάσουμε κσι κάτι άλλο, γιατί πίστευε
ότι η φωνή μου μπορούσε να προσφέρει πολλά. Αλλά εγώ δεν ήθελα
να τραγουδήσω άλλα τραγούδια, τόσο με είχε επηρεάσει το παραδοσιακό.
Έλεγα αυτή είναι η αγάπη μου, να την αφήσω και να ασχοληθώ με
άλλα δεν το ήθελα, το ένιωθα σαν προδοσία.
- Ο Κυπουργός σας κατάφερε όμως.
Με
τον Νίκο γνωριζόμαστε πολλά χρόνια, από εκείνη την περίοδο του
Τρίτου και του είχα εμπιστοσύνη. Άλλωστε, όταν μου ζήτησε να τραγουδήσω
"Το βλέφαρό μου" που είναι σε παραδοσιακό ύφος, μου
έκανε όλα τα χατίρια, με άφησε να το πω όπως ακριβώς ήθελα. Και
τώρα ο Παντελής χρησιμοποιεί παραδοσιακά όργανα και βγάζει έναν
ήχο παραδοσιακό, ασχέτως αν είναι ο στίχος του λίγο πιο σύγχρονος,
πιο έντεχνος.
- Δεν σας φοβίζει το μπαστάρδεμα της παράδοσης;
Όλα αλλάζουν- και η παράδοση δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι στατική,
έχουμε εξελίξεις και αλλαγές. Βέβαια, η ετυμολογία της λέξης παράδοση
σημαίνει ό,τι παρέλαβα να παραδώσω, αλλά δεν μπορεί να γίνει αυτό,
θα υπάρχει πάντα μια απόκλιση. Κάθε εποχή έχει τον δικό της ρυθμό,
στις οικοδομές, στον τρόπο ζωής, στον τρόπο ντυσίματος, στην ομιλία,
ακόμη και στην προφορά, τα πάντα αλλάζουν, είναι φυσικό να προσαρμόζεται
και το τραγούδι, αρκεί να μην αλλοιώνεται το ύφος του, να μη χάνονται
οι μελωδίες, οι ρυθμοί και το τοπικό χρώμα. Κι αν πας στην αρχή
της μουσικής, ήταν μόνο τα κρουστά και ο αυλός του Πανός, μετά
επινόησε ο Ορφέας τη λύρα την εννεάχορδη, εν συνεχεία από τη λύρα
βγήκαν τόσα άλλα όργανα που είναι πολύ παλιά και μπήκαν στην παράδοση,
όπως το κανονάκι - που είναι βυζαντινό όργανο, όπως και το ούτι
- οι λύρες, η πολίτικη, η ποντιακή, η κρητική, η θρακιώτικη και,
εν συνεχεία, βγήκαν τα ευρωπαϊκά όργανα, βιολί, κλαρίνο, κιθάρα,
πιάνο. Η παράδοση έχει απορροφήσει πάρα πολλά όργανα, όπως το
βιολί και το κλαρίνο, και τα έχει προσαρμόσει στις ανάγκες της.
Βέβαια, υπάρχουν και όρια, δεν μπορεί το δημοτικό να συνοδεύεται
από ηλεκτρικά όργανα, αλλά - αν υπάρχει κάποιο μέτρο - όλα γίνονται.
Βλέπω τα νέα παιδιά που στα δικά τους έντεχνα βάζουν παραδοσιακά
όργανα να παίξουν με ηλεκτρικά και μπορεί να βγει ωραίο αποτέλεσμα.
Ή ο Παντελής που κάνει μια ανακαίνιση, κατά κάποιον τρόπο, της
παράδοσης, κάτι μεταξύ παραδοσιακού και έντεχνου, είναι ένα είδος
της εποχής.
-
Να συμπεράνω ότι δεν ανησυχείτε για το μέλλον της δημοτικής
μας μουσικής;
Πολλοί το είχαν ξεγραμμένο το δημοτικό τραγούδι όπως και την παράδοση.
Εγώ, αντιθέτως, είμαι πολύ αισιόδοξος, διότι κατ' αρχάς η πολιτεία
η οποία για πολλά χρόνια αδιαφορούσε γι' αυτό το είδος, τα τελευταία
δέκα χρόνια έχει ευτυχώς αφυπνιστεί και κατάλαβε ότι είναι κι
αυτό ένα από τα εθνικά κεφάλαια. Τι έχουμε να προσφέρουμε; Τουρισμό
και πολιτισμό, παράδοση που πολλοί άλλοι λαοί τα στερούνται. Έχουν
δημιουργηθεί τα μουσικά σχολεία όπου γίνεται πολύ σημαντικό έργο.
Έχουν καθιερωθεί από το υπουργείο Παιδείας οι Μουσικοί Μαθητικοί
Αγώνες. Έχω την τιμή να είμαι μέλος της κριτικής επιτροπής και
αξίζει να σου πω ότι - ενώ το 1994, που ξεκίνησε ο θεσμός, είχαμε
1.700 ως 1.800 συμμετοχές - εφέτος είχαμε 32.000 παιδιά από όλα
τα μέρη της Ελλάδας που αγωνίζονται στο κλασικό, στο έντεχνο,
αλλά κυρίως στην παραδοσιακή και στη βυζαντινή μουσική και στους
παραδοσιακούς χορούς. Γι' αυτό λέω ότι είμαι αισιόδοξος, το δημοτικό
τραγούδι, η παραδοσιακή μουσική έχει περάσει πολύ χειρότερες εποχές
και επέζησε και έφτασε μέχρι τις ημέρες μας. Είναι δυνατόν να
χαθεί τώρα; Όχι μόνο δεν πρόκειται να χαθεί αλλά παρατηρώ με μεγάλη
ικανοποίηση και μια στροφή των παιδιών στη δική μας μουσική. Είναι
φυσικό, έχουμε τόσο μεγάλη ποικιλία που δεν είναι δυνατόν να μη
βρει κανείς αυτό που του αρέσει μέσα σε τόσες επιλογές. Ακούγοντας
μουσική κρητική και ηπειρώτικη, για παράδειγμα, νομίζεις ότι καθεμιά
προέρχεται από διαφορετικά κράτη. Η Θράκη με τη Θεσσαλία ή μετα
νησιά δεν έχουν καμία σχέση κ.ο.κ. Νομίζω είναι παγκόσμια αποκλειστικότητά
μας να έχουμε τόσο τεράστια γκάμα διαφορετικών ακουσμάτων.
-
Μια φορά να σας ακούσει κάποιος δεν ξεχνάει ποτέ τη φωνή σας.
Πού μάθατε να τραγουδάτε έτσι;
Παιδί άκουγα βυζαντινή μουσική από τον πατέρα μου και από τους
δασκάλους μου, άκουγα από τη μάνα μου τα δικά μας τραγούδια Και
από μικρός έχω φτιάξει μέσα μου αυτό το κράμα. Συνετέλεσε και
ο καθηγητής μου της βυζαντινής στο Διδυμότειχο, αλλά και ο καθηγητής
μου στο γυμνάσιο, που ήταν ερασιτέχνης μουσικός, αλλά πολύ καταρτισμένος,
που μου έλεγαν: "Θα πρέπει, όταν τραγουδάς, να τραγουδάς
ελεύθερα και, όταν ψάλλεις, να ψάλλεις παραδοσιακά. Να μην κάνεις
μορφασμούς, να είσαι σοβαρός". Αυτά μου έμειναν και, όταν
ήρθα στην Αθήνα, βρήκα τα ίδια να μου λέει ο Χατζηθεοδώρου στο
Ελληνικό Ωδείο όπου ολοκλήρωσα τις σπουδές μου στη βυζαντινή μουσική.
Έβλεπα και άλλους τραγουδιστές που ήταν σκληροί και δεν μου άρεσαν
και μου έγινε έμμονη ιδέα να μη βγαίνω άγριος, είναι και στο χαρακτήρα
μου, είναι και στα τραγούδια της Θράκης.
- Επειδή έχω ακούσει κι άλλους να τραγουδούν θρακιώτικα, έχω
την εντύπωση ότι αυτή η ιδιαίτερη ευγένεια κοι η γλυκύτητα είναι
μάλλον του Αηδονίδη, παρά της Θράκης. Πάντως, πώς δημιουργήθηκε δεν το κατάλαβα.Δεν κατέβαλα κάποια
ιδιαίτερη προσπάθεια. Νόμιζα ότι έτσι γεννήθηκα, αλλά μάλλον έγινα
έτσι, διότι με επηρέασαν οι καταστάσεις.
-
Κρίμα που δεν κάνατε παιδιά για να περάσει το χάρισμα.
Έχω 100 παιδιά στην Αλεξανδρούπολη και 400 στο Χαλάνδρι!
Η μουσικη της Ορθοδοξης εκκλησιας, των Βαλκανιων και της Ρωσιας που ονομαζεται ετσι, επειδη καλλιεργηθηκε στο Βυζαντιο την περιοδο της ακμης του, αποτελει σπουδαια περιοχη του μουσικου στερεωματος. Οι βυζαντινες συνθεσεις ειναι ενα ιδιαιτερο ειδος μελωδικων συνθεσεων, με ιδιοτυπη τεχνοτροπια και εχει τις βασεις του στην αρχαια ελληνικη μουσικη.
Η παρακμη της αρχαιας ελληνικης μουσικης σημειωνεται με το χριστιανισμο, οταν η μουσικη περιοριζεται σχεδον στην ψαλμωδια.
Βεβαια η μουσικη της πρωτοχριστιανικης περιοδου δεν ειναι καθαρα ελληνικη γιατι στοιχεια εβραικα, χαλδαικα και συριακα ειχαν εισχωρησει σε αυτη.
Στη βυζαντινη περιοδο δεν υπαρχει μουσικη στις ευρωπαικες χωρες. Μονο ο κρυφα προσευχομενος χριστιανος στη βαση της ελληνορωμαικης θεωριας διαμορφωνει δικη του μελωδια, η οποια στηριζεται στη μουσικη απαγγελια, το λεγομενο Αμβροσιανο μελος. Το δευτερο ειναι το Γρηγοριανο που λεγεται και καντους πλανους και διατηρειται μεχρι και σημερα στη δυτικη εκκλησια. Το Γρηγοριανο μελος αυξησε τους τεσσερις τροπους σε οχτω.
Στην ιδια εποχη -11ος αιωνας μΧ- αναγεται και η σημερινη ονομασια των φθογγων και θεωρειται οτι ανηκει στον Γκουιντο ντ' Αρετσο.
Η πρωτη περιοδος της βυζαντινης μουσικης φθανει ως τον 4ο αιωνα. Την περιοδο αυτη κυριαρχει η απλη μελωδια, δηλαδη μονοτονη και ομοφωνη κατα την οποια ολοι μαζι εψαλλαν τον ιδιο φθογγο η σε αντιφωνια πρωτης και ογδοης, χωρις αλλους συνδυασμους. Οι μελωδιες ηταν τονισμενες σε υμνους των Πατερων της εκκλησιας και στους ψαλμους του Δαβιδ. Τον 4ο αιωνα θεσπιστηκε απο τη Συνοδο της Λοαδικειας κανονισμος που καθιερωνε τους ψαλτες ενω ως τοτε εψαλλε ολο το εκκλησιασμα.
Κατα τη δευτερη περιοδο (5ος αιωνας - 7ος αιωνας μχ) η μουσικη γινεται πιο πλουσια και ισοτιμη με την ποιηση. Η ολη μουσικη δημιουργια της περιοδου χαρακτηριζεται ως βυζαντινη μελουργια. Οι υμνοι αρχιζουν και στρεφονται εναντιον των αιρεσεων, καθως οι αιρετικοι καλλωπιζαν υπερβολικα τις συνθεσεις τους για σκοπους προσηλυτισμου.
Οι αρχες του 6ου αιωνα ειναι ο χρυσος αιωνας της βυζαντινης τεχνης της εκλησιας με την εμφανιση του Ρωμανου, του Πινδαρου της εκκλησιαστικης ποιησης οπως και του Ανδρεα, Επισκοπου Κρητης.
Η τριτη περιοδος αρχιζει απο τον Ιωαννη το Δαμασκηνο (περιφημο θεολογο,φιλοσοφο και υμνογραφο) και φτανει μεχρι τον Ιωαννη τον Κουκουζελη (12ος αιωνας) ο οποιος αναμορφωσε και συμπληρωσε το γραφικο συστημα της βυζαντινης μουσικης.
Τοτε δημιουργηθηκε συγκροτημενο συστημα απο εκκλησιαστικα ασματα, καταρτιστηκε η Οκτωηχος (εργο του Ιωαννη Δαμασκηνου) οπου χρησιμοποιηθηκαν και τα τρια γενη της μουσικης (διατονικο, χρωματικο και εναρμονιο), και η μουσικη αναπτυχθηκε σε πληρη τεχνη. συνέχια
Οι δικοί μου Έλληνες του Oakville και απανταχού της γης:
Κλικ και πάτε../ Δημοτικό τραγούδι
Ο γεωγραφικός Χάρτης της Αρκαδίας / More..
οι Ενότητες της LAND of GODS και άλλα..:
Ολη η Ελλάδα ένα πανηγύρι..
Η ζωή των Σερβαίων τσοπάνηδων
Μαγούλιανα Αρκαδίας : Ήμουν ο πιό τρανός τσοπάνης
Οι τσοπάνηδες και η ζωή τους
'Aγης Θέρος : Το τραγούδι και η Εθνική Ψυχή
'Aγης Θέρος : Ο ποιητής και οι παραλλαγές
'Aγης Θέρος : Η γεωγραφία του τραγουδιού
'Aγης Θέρος : Το χρέος του λαογράφου
Ποιμενική ζωή
Όνειρο στο κύμα: ένα "ποιμενικό ειδύλλιο"; Παπαδιαμάντης
Γιάννης
Αποστολάκης: Το κλέφτικο τραγούδι (Το πνεύμα και η Τέχνη του)
Δ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ : Ποιμενικές κοινωνίες (19ος)
ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ: ΕΝΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ ΑΞΙΑΚΟ ΑΠΟΘΕΜΑ
Γαλακτοκομικά προϊόντα
../και πάει ..λέγοντας..
& More..
(Ο Νομός Αρκαδίας αποτελείται από τις επαρχίες Γορτυνίας -Κυνουρίας-Μαντινείας-Μεγαλοπόλεως.Έχει έκταση 4.419 τχ , 245 δημοτικά διαμερίσματα, 411 οικισμούς και 22 Δήμους) .
Καρδαρίτσι
Μικρό ορεινό χωριό κοντά στην Κοντοβάζαινα και στο Βελημάχι. Στό χωριό μπορεί κανείς να φτάσει είτε από διακλάδωση του οδικού άξονα 111 στα Τριπόταμα της Αχαϊας, μέσω Παραλογγών, είτε από τη Κοντοβάζαινα μετά από μια υπέροχη διαδρομή. Έχει 50 περίπου μονίμους κατοίκους που ασχολούνται με τη γεωργία και κτηνοτροφία.
Η Μεγαλοπολη είναι η έδρα ολόκληρης της επαρχίας, αλλά και του ομώνυμου Δήμου. Πρόκειται για μία ζωντανή σύγχρονη πολιτεία, με όλες τις υπηρεσίες. Στην περιοχή υπάρχουν άφθονα αποθέματα λιγνίτη, ο οποίος και χρησιμοποιείται από τη ΔΕΗ για παραγωγή ....
Στην ευρύτερη περιοχή της Τσακωνιάς βρίσκεται και η γραφική κωμόπολη του Αγ. Ανδρέα, χτισμένη στην άκρη του φαραγγιού της Ζαρμπάνιτσας στις εκβολές του ποταμού Βρασιάτη. Στο δρόμο που ακολουθεί το Βρασιάτη για την παραλία του Αγ. Ανδρέα, σώζεται ....
Καταπράσινο χωριό με πολλές πηγές που αναβλύζουν από κρήνες. Αν και κάηκε από τους Γερμανούς στη διάρκεια της κατοχής, διατηρεί τον γραφικό του χαρακτήρα. Από την όμορφη πλατεία με τα πλατάνια, μπορεί κανείς να επισκεφτεί ένα ....
Σε υψόμετρο 750μ. στο όρος Σαραντάψυχο, βρίσκεται το μικρό χωριό του Αγ. Ιωάννη. Από το 1798 μέχρι το 1826, όταν και καταστράφηκε από τον Ιμπραήμ, στο χωριό λειτουργούσε η σχολή Καρυτσιώτη με μαθητές από όλη την Πελοπόννησο. Σήμερα σώζεται μόνο η ....
Σε ένα καταπράσινο τοπίο και σε υψόμετρο 950 μ. βρίσκεται το γραφικό Καστρί, γνωστό και με την παλαιά του ονομασία ως Αγ. Νικόλαος. Πρόκειται για το κεφαλοχώρι μιας ομάδας χωριών (Μεσοράχη, Νέα Χώρα, Ωριά, Έλατος, ....
Μικρό χωριό στον Πάρνωνα, πάνω από τον ποταμό Βρασιάτη. Το χωριό συνδέεται με την Καστανίτσα με το μονοπάτι Ε4. Επίσης λίγα χιλιόμετρα έξω από το χωριό βρίσκεται ....
Μικρό χωρίο έξω από την Τρίπολη σε σημαντική αρχαιολογική θέση, μιας και εκεί τοποθετείται η αρχαία Τεγέα και συγκεκριμένα η ακρόπολή της. Ειδικότερα στο κέντρο του χωριού έχουν ανακαλυφθεί τμήματα αρχαίου ....
Ιδιαίτερα γραφικό χωρίο του 15ου αι. σκαρφαλωμένο στον Πάρνωνα σε υψόμετρο 950 μ. Στο κέντρο του παραδοσιακού οικισμού βρίσκεται η πλατεία και η μητρόπολη των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου του 1900. Αξίζει επίσης να επισκεφτείτε τον Πύργο ....
Παραδοσιακός οικισμός που λόγω των μνημείων του έχει ανακηρυχθεί και διατηρητέος. Η Αλωνίσταινα είναι χτισμένη στο όρος Μαίναλο και σε υψόμετρο 1200μ. Το χωριό βρίσκεται σε εξαιρετική τοποθεσία μέσα σε ελατόδασος. Ως τόπος καταγωγής της μητέρας του Θεόδωρου....
Πρόκειται για δύο οικισμούς, την Άνω και την Κάτω Δαβιά, που απέχουν μόλις 1,5 χιλιόμετρο μεταξύ τους. Η περιοχή είναι εύφορη από τα νερά του ποταμού Ελισσώνα. Ο επισκέπτης θα δει πολλά κηπευτικά, βυσσινιές, μηλιές και καρυδιές. Ο οικισμός της Άνω Δαβιάς με τα γραφικά ....
Ο παραδοσιακός οικισμός των Άνω Δολιανών είναι χτισμένος σε υπέροχη τοποθεσία, μέσα σε ένα καταπράσινο τοπίο. Το υψόμετρο των 1050μ. προσφέρει μοναδική θέα στον επισκέπτη. Τα γραφικά σπίτια και τα πέτρινα δρομάκια είναι χαρακτηριστικά του χωριού. Στο χωριό λειτουργεί ....
Γνωστές ήδη από τον μεσαίωνα, οι Άνω Καρυές είναι χτισμένες σε μεγάλο υψόμετρο (περίπου 1000μ.) κοντά στους αρχαιολογικούς χώρους του Λυκαίου όρους. Μέσα σε ένα καταπράσινο τοπίο, το χωριό παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον με το Μουσείο ....
Στο κέντρο της Τσακωνιάς, ο Τυρός αποτελείται από τρεις οικισμούς, τον Άνω Τυρό, τον Κάτω Τυρό και την Παραλία Τυρού. Η περιοχή είναι ιδιαίτερα όμορφη, μιας και ο καταπράσινος Πάρνωνας συναντά τη θάλασσα και τις υπέροχες παραλίες. Η παραλία Τυρού έχει ....
Έδρα του Δήμου Βαλτετσίου, η Ασέα αποτελείται από δύο οικισμούς, την Άνω και την Κάτω Ασέα. Η μεταξύ τους απόσταση είναι περίπου 5 χλμ. Στην Ασέα υπάρχουν και τα ερείπια της αρχαίας Ασέας. Ο αρχαιολογικός χώρος της Αρχαίας Ασέας είναι προσβάσιμος ....
Έδρα του Δήμου Βόρειας Κυνουρίας, το Άστρος (Μεσόγειο Άστρος) αποτελεί το κέντρο της ευρύτερης περιοχής. Η προνομιακή του θέση, κοντά στη θάλασσα και στα γραφικά χωριά του Πάρνωνα, το καθιστά ιδανικό κέντρο εξορμίσεων και εκδρομών. Η περιοχή ....
Δίπλα στον ποταμό Λούσιο και στα ερείπια της Αρχαίας Γόρτυνας βρίσκεται το γραφικό χωρίο του Ατσίχολου με τα πετρόχτιστα σπίτια. Το χωριό είναι κτισμένο σε προνομιακή θέση και προσφέρει υπέροχη θέα της περιοχής. Λαγκαδινοί μάστορες, φημισμένοι για το ....
Μέσα σε πυκνό δάσος από έλατα, πλατάνια και καστανιές, με πανοραμική θέα και υψόμετρο 1150 μ. είναι χτισμένο το Βαλτεσινίκο. Το χωριό με τα πετρόχτιστα σπίτια, τα άφθονα τρεχούμενα νερά και τις βρύσες, προσφέρει στον επισκέπτη πολλά αξιοθέατα. Τα σημαντικότερα είναι οι ....
Το μικρό χωριό Βάστα Μεγαλόπολης έχει γίνει πανελληνίως γνωστό για το μικρό ξωκλήσι της Αγ. Θεοδώρας που βρίσκεται μόλις λίγα χιλιόμετρα έξω από το χωριό. Το εκκλησάκι που στη στέγη του έχουν ....
Όμορφο και γραφικό χωριό του Δήμου Κοντοβαζαίνης, η Βάχλια χωρίζεται σε δύο οικισμούς, τη Βάχλια και την Πέρα Βάχλια. Το χωριό βρίσκεται μέσα σε ένα καταπράσινο περιβάλλον με ιδιαίτερο υδάτινο πλούτο. Μέσα στο χωριό βρίσκεται και οχυρωματικό διώροφο ....
Η Βελιγοστή σήμερα είναι ένα μικρό χωριό του Δήμου Φαλαισίας σε όμορφο φυσικό περιβάλλον. Λίγα μαρτυρούν το σημαντικό παρελθόν του τόπου, μιας και η Βελιγοστή ιδρύθηκε μάλλον στους Βυζαντινούς χρόνους και κατά την κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους ....
Παραδοσιακός και ιστορικός οικισμός της Κυνουρίας, τα Βέρβενα εντυπωσιάζουν τον επισκέπτη με το πράσινο τοπίο και την παραδοσιακή αρχιτεκτονική. Στο χωριό ο επισκέπτης μπορεί να δει πυργόσπιτα του 18ου αι. με πιο γνωστά αυτά ....
Σε υψόμετρο 950 μ. και σε εντυπωσιακή τοποθεσία, βρίσκεται το όμορφο χωρίο Βλαχέρνα. Το χωριό διαθέτει μία αξιόλογη πετρόχτιστη εκκλησία, τον Αγ. Αθανάσιο. Το μεγαλύτερο αξιοθέατο του χωριού είναι ίσως η ίδια του η τοποθεσία, μέσα σε καταπράσινο ....
Το χωριό Μάραθα, γνωστό και ως Βλαχορράπτη, είναι χτισμένο σε καταπράσινη πλαγιά. Τα πετρόχτιστα σπίτια του είναι θαυμάσια δείγματα παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Τα περισσότερα είναι ανακαινισμένα και το χωριό έχει χαρακτηριστεί ....
Σε υψόμετρο πάνω από τα 1000μ., ο Βλόγγος προσφέρει ανεπανάληπτη θέα στον επισκέπτη και θεωρείται το μπαλκόνι της Πελοποννήσου. Χτισμένο στις κορυφές του όρους Εχτίχοβα το χωριό δίνει τη δυνατότητα πανοραμικής θέας της ευρύτερης περιοχής. Σε καθαρή μέρα φαίνονται ....
Όμορφο χωριό του Δήμου Τροπαίων με παραδοσιακή αρχιτεκτονική και πλούσια ιστορία. Στο κέντρο του χωριού σώζεται ενετικός πύργος, ενώ την εποχή της Φραγκοκρατίας αποτέλεσε το κέντρο της βαρονίας της Άκοβας, μίας από τις σημαντικότερες ....
Η Βυτίνα είναι η έδρα του ομώνυμου Δήμου και θεωρείται ένα από τα πιο όμορφα χωριά της Αρκαδίας και ολόκληρης της Ελλάδας. Η Βυτίνα είναι χτισμένη σε υψόμετρο πάνω από τα 1000μ., ανάμεσα σε ελατόδασος και αποτελεί παραδοσιακό οικισμό με υπέροχα πετρόχτιστα σπίτια. Λόγω της τοποθεσίας της,
Η Δήμητρα είναι ένα μικρό και γραφικό χωριό στους πρόποδες του Αφροδίσιου όρους. Πήρε το όνομά του από τη θεά Δήμητρα, που στην αρχαιότητα λατρευόταν εκεί. Υπήρχε και ιερό αφιερωμένο στη θεά, που .. ..
Η Ελάτη είναι χτισμένη σε υψόμετρο 1220μ. Ο μικρός οικισμός έχει υπέροχα πετρόχτιστα σπίτια και βρίσκεται μέσα στο δάσος του δυτικού Μαίναλου. Αξιόλογη είναι η εκκλησία ....
Το Ελληνικό είναι σήμερα ένα μικρό χωριό του Δήμου Βόρειας Κυνουρίας. Ο τόπος αυτός όμως διαθέτει πλούσια ιστορία, αφού στη θέση Τειχιό σώζονται ερείπια κτισμάτων και οχυρωματικών έργων του 3ου, 4ου και 5ου αι. π.Χ. Εκεί τοποθετείται και η αρχαία ....
Από τα μεγαλύτερα χωριά του Δήμου Τρικολόνων, το Ελληνικό είναι ένα όμορφο χωριό με ωραία θέα στο κάμπο της Μεγαλόπολης. Λόγω της ανάπτυξης των εναλλακτικών μορφών τουρισμού τα τελευταία χρόνια, το χωριό διαθέτει καλές τουριστικές υπηρεσίες και αποτελεί καλή ....
Το μικρό αυτό χωριό της Τεγέας είναι ιδιαίτερα γνωστό για τον εξαιρετικό αρχαιολογικό χώρο που διαθέτει (1χλμ. έξω από το χωριό) και για το μεγάλο πανηγύρι της Τεγέας που γίνεται εκεί τον Δεκαπενταύγουστο. Το χωριό επίσης διαθέτει ....
Το μικρό χωριό ιδρύθηκε τον 18ο αι. και έχει το όνομα του αρχαίου ηγεμόνα του Παλλαντίου. Σε μικρή απόσταση από το χωριό βρίσκονται τα ερείπια ναού του ....
Το μικρό χωριό είναι χτισμένο πάνω στα ερείπια τμήματος της αρχαίας Τεγέας. Έτσι, στο χωριό βρίσκονται τα ερείπια του ναού της Αθηνάς Αλέας, που λατρευόταν στην περιοχή. Στην Αλέα υπάρχει επίσης και το ...
Σε καταπληκτική τοποθεσία, με πολλά νερά, μαγευτική θέα και μεγάλο υψόμετρο (πάνω από 1000μ.) είναι χτισμένος ο παραδοσιακός οικισμός με τα γραφικά δρομάκια και τα πετρόχτιστα σπίτια. Το χωριό διαθέτει την παραδοσιακή πλατεία με τον πλάτανο και όμορφες εκκλησίες που ....
Ολόκληρος ο Δήμος Κορυθίου φημίζεται για το εξαιρετικό κρασί που παράγεται εκεί και ειδικότερα για το μοσχοφίλερο. Στο μικρό χωριό διοργανώνεται κάθε χρόνο, την εποχή του ....
Το μικρό χωριό με τα άφθονα νερά και τις παραδοσιακές βρύσες διαθέτει όμορφες εκκλησίες με κεντρική την εκκλησία των Αγ. Θεοδώρων, καθώς και το Δρακοπούλειο λαογραφικό μουσείο, δωρεά των αδερφών ....
Οι Καλτεζές είναι ένα ορεινό χωριό της Αρκαδία μέσα σε ένα μαγευτικό καταπράσινο τοπίο. Λίγα χιλιόμετρα έξω από το χωριό βρίσκεται η ιστορική Μονή Καλτεζών, χώρος ....
Πάνω από τον ποταμό Μυλάοντα, μέσα στο πράσινο βρίσκεται η Καμενίτσα. Η περιοχή έχει ίχνη κατοίκησης από τους νεολιθικούς χρόνους, καθώς κοντά στο χωριό (λόφος Σακοβούνι) έχει βρεθεί οικισμός αυτής της περιόδου. Ο οικισμός κατοικήθηκε μέχρι τους ύστερους ....
Γραφικό χωριό στο δρόμο που ενώνει την Αρκαδία με την ορεινή Κορινθία. Η περιοχή είναι ιδιαίτερα εύφορη και ο κάμπος της Κανδήλας παράγει πολλά προϊόντα. Η περιοχή γύρω από το χωριό είναι ....
Το μικρό χωριό βρίσκεται χωμένο μέσα στις πλαγιές του Μαίναλού και είναι ο πιο κοντινός οικισμός στο χιονοδρομικό κέντρο της Οστρακίνας (περίπου 16χλμ.). Το χωριό είναι χτισμένο σε ....
Ίσως ένα από τα ωραιότερα χωριά της Αρκαδίας, η Καρύταινα είναι έδρα του Δήμου Γόρτυνος και εμφανίζεται στα ιστορικά αρχεία μετά τον 13ο αι. Η πλούσια ιστορία, η γεωγραφική θέση και τα αρχιτεκτονικά μνημεία καθιστούν την Καρύταινα ένα σημαντικό ....
Ένα από τα ωραιότερα χωριά της Τσακωνιάς και ολόκληρης της Αρκαδίας, η Καστάνιτσα είναι σκαρφαλωμένη στις πλαγιές του Πάρνωνα σε υψόμετρο 900μ. Το τοπίο γύρω είναι μαγευτικό και καταπράσινο, άλλωστε δεν είναι τυχαία και η ....
Ο οικισμός είναι άμεσα συνδεδεμένος με τα Άνω Δολιανά, αφού παραδοσιακά αποτελεί το τόπο που οι κάτοικοι των Δολιανών περνούν τους χειμερινούς μήνες. Οι ιδιαίτερες γεωγραφικές και κλιματικές συνθήκες σε πολλά χωριά της Κυνουρίας οδήγησαν ....
Το Κοτύλιο αποτελείται από δύο οικισμούς, το Άνω και Κάτω Κοτύλι. Είναι χτισμένο στο Λύκαιο όρος και κοντά στους αρχαιολογικούς του χώρους, όπου τα τελευταία χρόνια αναβιώνουν τα Λύκαια. Σε γραπτές μαρτυρίες φαίνεται ....
Το χωριό έχει γίνει ιδιαίτερα γνωστό τα τελευταία χρόνια, λόγω του σπηλαίου που υπάρχει λίγο έξω από αυτό. Βρίσκεται σε υψόμετρο 700μ. και αποτελεί καλή βάση για εξορμήσεις στο ....
Η όμορφη, ορεινή Κοντοβάζαινα είναι έδρα του ομώνυμου Δήμου και έχει χαρακτηριστεί παραδοσιακός οικισμός. Το τοπίο γύρω από το χωριό είναι καταπράσινο και η περιοχή είναι ιδιαίτερα πλούσια σε νερά. Το χωριό είναι χτισμένο στις πλαγιές του ....
Ο Κοσμάς είναι η μοναδική κοινότητα της Αρκαδίας. Πρόκειται για έναν πανέμορφο παραδοσιακό οικισμό σε εκπληκτική τοποθεσία και υψόμετρο 1150μ. Η περιοχή αυτή του Πάρνωνα είναι κατάφυτη και ....
Το Κρυονέρι είναι μικρό χωριό της Γορτυνίας και αναφέρεται για πρώτη φορά στα τέλη του 17ου αι. μ.Χ. Από την περιοχή περνούσε κάποτε ο αρχαίος δρόμος που ....
Το ιστορικό αυτό χωριό της Αρκαδίας είναι χτισμένο σε εντυπωσιακή τοποθεσία, σε χαράδρα, πάνω από το φαράγγι του ποταμού Τουθόα. Αυτό που το κάνει ακόμα πιο εντυπωσιακό, είναι η μεγάλη ....
Το μικρό γραφικό χωριό του Δήμου Βυτίνας είναι χτισμένο μέσα σε ένα καταπράσινο τοπίο, με πολλά νερά, πλατάνια και όμορφη θέα. Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική διατηρείται σε πολλά κτίρια του χωριού. Στην κεντρική πλατεία του χωριού βρίσκεται και η ...
Έδρα του ομώνυμου Δήμου, το Λεβίδι είναι χτισμένο στις πλαγιές του Μαίναλου και σε υψόμετρο 850μ. Στην είσοδο του χωριού που περικλείεται από ελατόδασος, υπάρχει όμορφο άλσος. Η πλούσια ιστορία του τόπου φαίνεται από...
Το χωριό είναι έδρα του Δήμου Φαλαισίας. Η περιοχή διαθέτει μία πλούσια βυζαντινή, μεσαιωνική και νεότερη ιστορία. Δείγματα αυτής της ιστορίας είναι μεταξύ άλλων, οι βυζαντινές εκκλησίες. Στην κεντρική πλατεία ο επισκέπτης μπορεί να δει το ....
Το μικρό χωριό του Δήμου Λαγκαδίων είναι χτισμένο στη βόρεια πλευρά του φαραγγιού που σχηματίζει ο ποταμός Τουθόας και είναι πλούσιο σε νερά και πράσινο. Τα τελευταία χρόνια (από το 1967) διοργανώνεται στο χωριό η γιορτή των ....
Στο εγκαταλειμμένο και ερειπωμένο χωριό του Μαινάλου σε υψόμετρο 1200μ., βρίσκεται το αναπαλαιωμένο σπίτι των Κολοκοτρωναίων. Το μέρος είναι κρυμμένο μέσα στο δάσος, γι’ αυτό και χρησιμοποιήθηκε από ....
Κάποτε το Αρκουδόρεμα ήταν ένα ζωντανό χωριό, τόπος καταγωγής των Κολοκοτρωναίων, που αργότερα μεταφέρθηκαν στο κοντινό Λιμποβίσι. Αν και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην επανάσταση, από τότε ....
Η Λυκόσουρα σήμερα είναι ένα μικρό χωριό του Δήμου Μεγαλόπολης με μία όμορφη παλιά εκκλησία. Στην αρχαιότητα όμως αποτέλεσε την ιερότερη πόλη των Αρκάδων και κατά τον Παυσανία και την αρχαιότερη πόλη του κόσμου. Η πόλη ήταν χτισμένη κοντά στο σημερινό χωριό, στο όρος Λύκαιο. Εκεί λατρεύονταν ....
Μικρό χωριό χτισμένο σε υψόμετρο 880μ. Στην είσοδο του χωριού βρίσκεται η ωραία πετρόχτιστη εκκλησία του Αγ. Δημητρίου. Το παλιό όνομα του χωριού ήταν Ζαράκοβα και υπήρχε εκεί πύργος που χρησιμοποιήθηκε ....
Ο Μάναρης είναι ένα μικρό, ορεινό χωριό του Δήμου Βαλτετσίου. Στα γραφεία της κοινότητας λειτουργεί μικρό λαογραφικό μουσείο με παραδοσιακές ενδυμασίες και ....
Το μικρό χωριό είναι χτισμένο στις όχθες της τεχνητής λίμνης του Λάδωνα. Η περιοχή γύρω από το χωριό προσφέρεται για πεζοπορία και για δραστηριότητες στη λίμνη. Τους καλοκαιρινούς μήνες, όταν πέφτει η στάθμη της λίμνης εμφανίζεται ....
Η Νυμφασία είναι ένα όμορφο χωριό, χτισμένο στις πλαγιές του Μαίναλου σε υψόμετρο 840μ. Το μέρος είναι καταπράσινο και υπάρχουν άφθονα νερά από τις πηγές του χωριού, αλλά και του ποταμού Μυλάοντα που κυλά δίπλα στο χωριό. Το χωριό διαθέτει μία όμορφη πλατεία και λίγα μέτρα πιο κάτω βρίσκεται ....
Ο Ορχομενός είναι ένα μικρό χωριό του Δήμου Λεβιδίου, δίπλα στον Αρχαίο Ορχομενό. Εκεί κοντά πάνω σε λόφο βρίσκονται και τα ερείπια μεσαιωνικού κάστρου. Το πότε ακριβώς χτίστηκε το κάστρο ....
Η πρωτεύουσα της Αρκαδίας, η ιστορική Τρίπολη, βρίσκεται σχεδόν στο κέντρο της Πελοποννήσου, στο οροπέδιο της Μαντινείας. Είναι μία ζωντανή, σύγχρονη πόλη και αποτελεί διοικητικό κέντρο της περιοχής. Μεταξύ άλλων, διαθέτει νοσοκομείο, ....
Το ορεινό χωριό είναι η κατοικία των κατοίκων του Κορακοβουνίου κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Είναι χτισμένο στις πλαγιές του Πάρνωνα. Η βρύση και τα πλατάνια προσφέρουν ....
Το Παλαιόκαστρο είναι σήμερα ένα μικρό ορεινό χωριό με όμορφη θέα. Διαθέτει όμως μία ιδιαίτερα πλούσια ιστορία. Σε λόφο λίγο έξω από το χωριό βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα μυκηναϊκά νεκροταφεία. Το νεκροταφείο είναι σχεδόν ασύλητο και μέχρι στιγμής έχουν έρθει στο φως πολλοί λαξευτοί ....
Το Παλαιοχώρι βρίσκεται σε ένα εύφορο περιβάλλον με περιβόλια και καλλιέργειες φρούτων και λαχανικών. Κάτω από το χωριό κυλά ο ποταμός Λούσιος. Από το χωριό ξεκινά σηματοδοτημένο μονοπάτι του ....
Κοντά στο σημερινό Παλλάντιο βρίσκονται τα λιγοστά ερείπια του αρχαίου Παλλαντίου, κάτοικοι του οποίου λέγεται ότι συνέβαλαν στην ίδρυση της Ρώμης. Την αρχαία πόλη επισκέφτηκε και ο αρχαίος περιηγητής Παυσανίας και αναφέρει η πόλη ήταν τειχισμένη και είχε ναούς διακοσμημένους με αγάλματα. Στην ίδια περιοχή βρίσκονται και ....
Το χωριό είναι έδρα του δήμου Ηραίας. Από την όμορφη πλατεία ο επισκέπτης έχει υπέροχη θέα σε όλη την περιοχή ως και το Ιόνιο πέλαγος. Στην πλατεία, κάτω από τα πλατάνια, βρίσκεται η προτομή του αγωνιστή της επανάστασης ...
Το μικρό χωριό του Δήμου Δημητσάνας είναι χτισμένο στο λόφο του Προφήτη Ηλία και προσφέρει πανοραμική θέα στην περιοχή. Διαθέτει όμορφα πετρόχτιστα σπίτια και γραφική πλατεία, με ....
Το Παράλιο Άστρος αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά παραθεριστικά θέρετρα της Αρκαδίας. Έχει άρτιες τουριστικές υποδομές μεταξύ των οποίων μαρίνα για τα σκάφη και κάμπινγκ. Ο οικισμός είναι χτισμένος αμφιθεατρικά πάνω σε λόφο, όπου τα γραφικά σπίτια βλέπουν στην όμορφη παραλία. Στην κορυφή του λόφου, διατηρούνται ....
Οι Παραλογγοί είναι ένα μικρό χωριό του Δήμου Κοντοβαζαίνης, τυπικό δείγμα των παραδοσιακών χωριών της ορεινής Αρκαδίας. Με τα όμορφα πετρόχτιστα σπίτια, τα πλατάνια, την παραδοσιακή ....
Τα Πελετά είναι ένα μικρό χωριό της Κυνουρίας με όμορφα γραφικά σπίτια παραδοσιακής αρχιτεκτονικής και πολλά πετρόχτιστα αρχοντικά. Η περιοχή παράγει εξαιρετικό κρασί. Κοντά στο χωριό, στη θέση Κάτω Κάμπος, βρίσκεται καταβόθρα ιδιαίτερου σπηλαιολογικού ....
Τυπικό χωριό της Τσακωνιάς, τα Πέρα Μέλανα του Δήμου Τυρού διατηρούν ζωντανές τις παραδόσεις τους. Πολλά σπίτια διατηρούν την τοπική αρχιτεκτονική. Το χωριό διαθέτει άφθονα νερά και γι’ αυτό είναι καταπράσινο. Υπάρχει παραδοσιακή ....
Η Περδικόβρυση ανήκει στα Καστριτοχώρια και είναι χτισμένη μέσα σε καταπράσινο φυσικό τοπίο. Στο γραφικό χωριό οργανώνεται πανηγύρι στις 15/8 κάθε χρόνο. Κοντά στην ....
Στις πλαγιές του Μαίναλου είναι χτισμένο το ιστορικό χωριό, Πιάνα. Το χωριό έπαιξε σημαντικό ρόλο στην επανάσταση και αποτέλεσε καταφύγιο των επαναστατημένων και του Θ. Κολοκοτρώνη. Το χωριό είναι χτισμένο σε υπέροχη φυσική τοποθεσία, μέσα στα έλατα και ....
Σε μικρή απόσταση (4 χιλ.) από το Λεωνίδιο βρίσκεται η όμορφη Πλάκα, το λιμάνι του Λεωνιδίου, μικρός παραθαλάσσιος οικισμός με γραφικό λιμανάκι και ωραία αμμουδιά. Στην ίδια θέση ήταν και το αρχαίο λιμάνι του Λεωνιδίου...
Τα όμορφα Πούλιθρα συνδυάζουν το πράσινο του βουνού με το γαλάζιο της θάλασσας. Η προνομιακή τους τοποθεσία και η όμορφη παραλία, έχει φέρει μία ήπια τουριστική ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια. Τα Πούλιθρα αποτελούνται από δύο οικισμούς, τα Άνω Πούλιθρα στις ....
Το Πλατανάκι είναι ένα μικρό ορεινό χωριό του Πάρνωνα, σε εκπληκτική φυσική τοποθεσία. Εκεί κατά την αρχαιότητα πιστεύεται ότι υπήρχε η αρχαία Γλυππία, τμήματα της οποίας ....
Τα Σαπουνακαίικα χωρίζονται σε δύο οικισμούς, έναν παράλιο και έναν ημιορεινό. Ο παράλιο οικισμός είναι ενωμένος με τον παράλιο Τυρό. Η περιοχή είναι ιδιαίτερου φυσικού κάλους, αφού συνδυάζει μοναδικά τις καταπράσινες πλαγιές του Πάρνωνα με τις ....
Μικρό γραφικό χωριό του Δήμου Ηραίας, χτισμένο σε υψόμετρο πάνω από τα 1000μ. Το χωριό με την όμορφη θέα στην περιοχή, διατηρεί πολλά παραδοσιακά πετρόχτιστα σπίτια, πέτρινες βρύσες και αξιόλογες εκκλησίες. Αξίζει να αναφερθούμε στο ναό της ....
Ένα από τα γραφικότερα χωριά της Τσακωνιάς, μέσα σε εκπληκτικό φυσικό τοπίο. Η Σίταινα είναι χτισμένη κάτω από την ψηλότερη κορυφή του Πάρνωνα, σε υψόμετρο 700μ. και μέσα σε πυκνό δάσος από έλατα. Το χωριό διατηρεί τον παραδοσιακό του χαρακτήρα με τα ....
Ο Σκορτσινός είναι ένα όμορφο μικρό χωριό του Δήμου Φαλαισίας. Από εκεί πηγάζει ο ποταμός Ευρώτας. Οι πηγές του ποταμού βρίσκονται σε καταπληκτική τοποθεσία, μέσα στα πλατάνια, μόλις 2 χιλ. έξω από το χωριό. Το σημείο έχει διαμορφωθεί κατάλληλα σε χώρο ....
Το Σταυροδρόμι δεν έχει τυχαία αποκτήσει το όνομά του. Βρίσκεται στο δρόμο από Λαγκάδια - Ολυμπία, ενώ από εκεί ξεκινά και δρόμος που οδηγεί στο Βυζίκι - Τρόπαια. Στο χωριό διατηρούνται πολλά παραδοσιακά σπίτια και η πετρόχτιστη εκκλησία της ....
Το Στενό είναι η έδρα του Δήμου Κορυθίου. Το χωριό διαθέτει μία όμορφη πλατεία. Η ευρύτερη περιοχή είναι φημισμένη για το εξαιρετικό κρασί που παράγει. Γύρω από το Στενό υπάρχουν μία σειρά αξιοθέατα, αφού η περιοχή είχε κατοικηθεί από την αρχαιότητα. Πιστεύεται ότι ....
Μικρό χωριό χτισμένο σε πλαγιά υψώματος στη μικρή κοιλάδα του ποταμού Τράγου, κοντά στα όρια με το Νομό Αχαϊας. Αποτελεί οικισμό του χωριού Παγκράτι της Αχαϊα. ....
Η Σύρνα είναι ένα γραφικό χωριό σε υψόμετρο 800μ. στο όρος Μαίναλο. Στο χωριό υπάρχουν πολλά παραδοσιακά σπίτια και όμορφη κεντρική εκκλησία. Στη Σύρνα οργανώνονται παραδοσιακά πανηγύρια στις 25/3, 15/8 και 23/8. Από τις αναφορές του Παυσανία, που ....
Τα Τρόπαια αποτελούν την έδρα του Δήμου Τροπαίων. Είναι χτισμένα στο ύψωμα του Αγ. Γεωργίου με θέα σε όλη την ευρύτερη περιοχή. Στην όμορφη πλατεία με τα πλατάνια, υπάρχει ο ναός του Αγ. Γεωργίου (19ος αι.). Αξιόλογος είναι και ο ναός της ....
Τα Λουτρά Ηραίας αποτελούν ένα γνωστό και δημοφιλή προορισμό, λόγω των ιαματικών νερών της περιοχής. Οι εγκαταστάσεις του Δήμου παρέχουν υψηλές ποιότητας υπηρεσίες ιαματικού τουρισμού, καθώς διαθέτουν σύγχρονο Υδροθεραπευτήριο με καμπίνες ....
Η Φαλαισία σήμερα είναι ένα μικρό χωριό του ομώνυμου δήμου. Στην εποχή του μεσαίωνα όμως αποτελούσε σημαντικό κέντρο της περιοχής. Η ανακαινισμένη εκκλησία της Αγίας Τριάδας, λέγεται ότι αποτελούσε το κέντρο της μεσαιωνικής ....
Ο Άκοβος είναι ιστορικό χωριό, χτισμένο στις πλαγιές του Ταΰγετου, συνδεδεμένο με τη ζωή του Θ. Κολοκοτρώνη. Εκεί παντρεύτηκε και έζησε για πολλά χρόνια ο οπλαρχηγός. Λίγο έξω από τον Άκοβο, στη θέση Δραμπάλα, έδωσε μάχη ενάντια στα ....
Το Δυρράχι είναι ένα γραφικό χωριό της Φαλαισίας, χτισμένο στις καταπράσινες πλαγιές του Ταΰγετου, σε υψόμετρο 800μ. Εκεί κάθε Αύγουστο οργανώνονται ενδιαφέρουσες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Πανηγύρια γίνονται στη γιορτή της Πεντηκοστής, στις 15/8 και ....
Κοντά στο μικρό χωριό του Δήμου Βόρειας Κυνουρίας, υπάρχει η Μονή Ζωοδόχου Πηγής και το Σπήλαιο Άσουλα. Το σπήλαιο είναι ιδιαίτερα αξιόλογο, αφού εκεί έχουν βρεθεί διάφορα αρχαία αντικείμενα. Τα αντικείμενα αυτά είναι κυρίως ....
Έξω από την Τρίπολη, βρίσκεται το χωριό μικρό Περθώρι. Από εκεί ο δρόμος συνεχίζει για τη Μονή Επάνω Χρέπας. Στο Περθώρι κάθε χρόνο γίνεται η γιορτή του ....
Η όμορφη Καμάρα του Δήμου Φαλαισίας βρίσκεται μέσα σε καταπράσινο τοπίο από οπωροφόρα δέντρα και καλλιέργειες. Κοντά του βρίσκονται ερείπια μεσαιωνικού πύργου. Λίγα χιλιόμετρα έξω από το χωριό, στο δρόμο προς Σκορτσινό υπάρχει και ....
Η Ορεινή Μελιγού αποτελεί τον τόπο διαμονής των κατοίκων της Μελιγούς κατά τους θερινούς μήνες. Το φαινόμενο παρατηρείται σε αρκετά χωριά της Κυνουρίας και έτσι υπάρχει η Μελιγού και η Ορεινή Μελιγού. Κοντά στο χωριό βρίσκεται η ερημωμένη Μονή της ....
Αν και μικρό, το Σάγκα είναι ένα όμορφο χωριό με πετρόχτιστα σπίτια και θέα στον Μαντινειακό κάμπο. Το χωριό είναι πλούσιο σε νερά και διαθέτει πολλές πηγές και βρύσες. Κοντά στην πηγή της Μπουτσέλιζας, υπάρχει και γραφικό, πέτρινο γεφύρι, έργο των ....
Το χωριό Πικέρνι βρίσκεται χτισμένο σε υψόμετρο 800μ. Το χωριό βρίσκεται κοντά σε δύο σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους, την αρχαία Μαντίνεια και το Γκορτσούλι. Πιθανολογείται ότι στο σημείο που είναι χτισμένο το χωριό, βρισκόταν η ....
Μικρό χωριό του Δήμου Μεγαλόπολης. Εκεί πιστεύεται ότι υπήρχε η αρχαία Χαρισία. Η αρχαία πόλη αναφέρεται από τον Παυσανία, αλλά οι πληροφορίες είναι ελάχιστες. Πάντως η πόλη συμμετείχε ....
Η περιοχή πάνω από το σημερινό χωριό ονομαζόταν στην αρχαιότητα Κρητέα. Εκεί κατά την Αρκαδική παράδοση γεννήθηκε ο Δίας (και όχι στο νησί Κρήτη). Πρόσφατες ανασκαφές από το Λύκαιο όρος, έχουν φέρει στο φως αντικείμενα που δείχνουν ότι η ....
Το μικρό χωριό του Δήμου Τριπόλεως έχει το ίδιο όνομα με τον αρχαίο οικισμό που υπήρχε κάποτε εκεί. Ο οικισμός ήταν πολύ κοντά στην αρχαία Μαντίνεια και στο ιερό του Ιππίου Ποσειδώνα, όπως αναφέρει ο Παυσανίας. Από εκεί περνούσε ο δρόμος που ένωνε την ....
Ο Παλαιόπυργος είναι μικρό χωριό του Δήμου Λεβιδίου. Το χωριό έχει πάρει το όνομά του από τα ερείπια του μεσαιωνικού κάστρου που βρίσκονται στην κορυφή του λόφου. το κάστρο πιστεύεται ότι ιδρύθηκε πριν τον 13ο αι. και η εξαιρετική του ....
Το Καστανοχώρι,όπως λέει και το όνομά του βρίσκεται μέσα σε καστανόδασος στο Λύκαιο όρος. Παλαιότερα το χωριό ονομαζόταν Κραμποβός και κοντά στο χωριό βρίσκεται η ερειπωμένη ....
Η Χωτούσσα ανήκει στο Δήμο Λεβιδίου και είναι ένα όμορφο χωριό σε όμορφη τοποθεσία. Στην αρχαιότητα η περιοχή ονομαζόταν Καφυατικό πεδίο και εκεί υπήρχαν διάφοροι οικισμοί, όπως η η Άμιλος και οι Καρυές, αλλά και η πόλη των Καφυών. Τις Καφυές τις αναφέρει ....
Η Ποταμιά είναι μικρό χωριό του Δήμου Φαλαισίας. Εκεί οργανώνονται κάθε Αύγουστο πολιτιστικές εκδηλώσεις, τα Παρράσια. Μία μικρή πεζοπορία οδηγεί στην εγκαταλειμμένη μονή της Παναγίας Χουντάλλου και στα ασκηταριά του Αγ. Νίκωνα και ....
Το χωριό χωρίζεται σε δύο οικισμούς, τους Άνω και Κάτω Γιανναίους. Εκεί βρίσκεται και το φαράγγι του Κουβαρά με τις πολλές πηγές και το εντυπωσιακό σπήλαιο. Ο επάνω οικισμός είναι χτισμένος ....
Γραφικό κεφαλοχώρι του Δήμου Μεγαλόπολης. Το χωριό είναι χτισμένο σε υψόμετρο 800μ. και προσφέρει εντυπωσιακή θέα στην περιοχή. Στο χωριό αξιόλογη είναι η ....
Το Βελιμάχι του Δήμου Κοντοβαζαίνης είναι χτισμένο μέσα σε ένα καταπράσινο περιβάλλον, λόγω των νερών που υπάρχουν στην περιοχή. Το χωριό διαθέτει μία όμορφη πλατεία με την εκκλησία της ....
Τα Λιθοβούνια είναι ένα χωριό του Δήμου Τεγέας με γεωργική παραγωγή, κυρίως σκόρδων και πατάτας. Εκεί στα μέσα Ιουλίου οργανώνεται η γιορτή σκόρδου, όπου γίνεται διαγωνισμός καλύτερης παραγωγής και ....
Στο μικρό χωριό του Δήμου Γόρτυνος οργανώνεται στις 16/8 κάθε χρόνο η γιορτή της προβατίνας. Μαγειρεύονται και προφέρονται ντόπια κρέατα και ακολουθεί ....
Ο μικρός οικισμός του Δήμου Γόρτυνος είναι χτισμένος μέσα σε καταπράσινο περιβάλλον με πλατάνια και τρεχούμενα νερά. Ο οικισμός είναι χτισμένος στις όχθες του Αλφειού. Κοντά στον οικισμό υπάρχει ....
Το χωριό είναι γνωστό για τα δεχούμενα νερά του. Διαθέτει άφθονες πηγές και εντυπωσιακά κεφαλάρια. Αξιόλογες είναι και οι εκκλησίες του χωριού με σημαντικότερη τον Αγ. Βασίλειο, που έχει χαρακτηριστεί ιστορικό μνημείο, αλλά και τον ναό του Αγ. Ιωάννη, χτισμένο με ....
Ο Δήμος Τεγέας με 16 δημοτικά διαμερίσματα και έδρα το Στάδιο, βρίσκεται στην ίδια περίπου περιοχή με την αρχαία Τεγέα, μία από τις σημαντικότερες πόλεις της αρχαίας Πελοποννήσου. Η περιοχή είχε έντονη παρουσία από την προϊστορική εποχή, όπου Τεγεάτες συμμετείχαν ....
Όμορφο μικρό χωριό και δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Φαλαισίας χτισμένο πάνω σε λόφο με πανοραμική θέα πρός τον κάμπο της επαρχίας Μεγαλοπόλεως και ανάμεσα σε καταπράσινο τοπίο το Ρούτσι ....
Η Μαρμαριά είναι ένα μικρό ορεινό χωριό του Δήμου Βαλτετσίου με πανοραμική θέα πρός το οροπέδιο της Ασέας. Από πολούς πιστέυεται ότι στην περιοχή υπήρξε η αρχαιά ....
Γράψε μου αν θέλεις, σαν εύρεις τον καιρό.
Το γράμμα σου μου δίνει κείνη την αίσθηση της γλυκιάς επιστροφής στην πατρίδα, όταν ακόμα ζούσαν οι γονείς -που πια δεν ζούνε-, κι' αποκομμένος σήμερα καθώς που είμαι, η πρώτη μου πατρίδα έγινες εσύ! Για τούτο και σε σκέφτομαι αδελφέ μου! Νάσαι καλά!! κδ.
Η ελληνική ύπαιθρος γιορτάζει ακόμη στα πανηγύρια. Διοργανώνονται κυρίως τον Δεκαπενταύγουστο, διατηρούν την παράδοση παρά τις δυσκολίες των καιρών, έχουν τους κανόνες τους,
τους θρύλους και τους αστέρες τους-που έχουν γεμάτο το καρνέ τους μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου. Αλλωστε, δεν είναι λίγα τα σημαντικά ονόματα του σημερινού ελληνικού τραγουδιού που πέρασαν από τη... μεγάλη των πανηγυριών σχολή, έχουν θητεία στα πατάρια και οδοιπορικά σε όλη την Ελλάδα Μια φορά και έναν καιρό υπήρχαν τα πανηγύρια, όπου η μουσική ήταν ταυτισμένη με μια μορφή ιερουργίας. Αφορμή πάντα είχαν τον εορτασμό του εκάστοτε αγίου, η «μάχη» των πανηγυριών κλιμακωνόταν κατά την περίοδο μεταξύ της γιορτής του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Δημητρίου, οι τραγουδιστές αμείβονταν με «χαρτούρα» (δηλαδή όχι με μεροκάματο αλλά με φιλοδώρημα) και διοργανώνονταν από τα καφενεία στην πλατεία του χωριού. «Με τη χαρτούρα αναγνωριζόταν ο καλλιτέχνης απ΄ ευθείας απ΄ τον λαό. Αμειβόταν η ικανότητα του οργανοπαίχτη να αγγίξει την ψυχή του χορευτή», εξηγεί ο τραγουδιστής Δημήτρης Κοντογιάννης από τη Δαύλεια Βοιωτίας που έχει θητεύσει στα πανηγύρια από 14 ετών. «Τότε ο πληθυσμός είχε βιωματική σχέση με τον χορό, ο χορευτής απειλούσε τον ατζαμή καλλιτέχνη με τα μάτια, οι Ελληνες ήξεραν τον ρυθμικό κανόνα», προσθέτει χαράζοντας τις γραμμές μιας τοιχογραφίας με αρχή, μέση και τέλος.
Ακόμη και ο χορός είχε τη σημειολογία του. «Ο κόσμος ήξερε να χορεύει ομαδικά, εξ άλλου οι κυκλικοί χοροί γεννήθηκαν στην Ελλάδα και συμβολίζουν μια κοινότητα δημοκρατική. Ο πρώτος χορευτής δείχνει το ταμπεραμέντο του, την ιδιωτική του προσέγγιση. Μετά πηγαίνει τελευταίος και ξαναστηρίζει την ομάδα του χορού, την κοινότητα», σημειώνει ο κ. Κοντογιάννης.
Η «καρδιά» των μεγάλων πανηγυριών χτυπούσε σε Ηπειρο, Αιτωλοακαρνανία, Παρνασσό.
Οι προπολεμικοί σταρ ήταν οι Γιώργος Παπασιδέρης, Γιώργος Μεϊντανάς, Κώστας Ρούκουνας, Γεωργία Μητάκη και άλλοι, ενώ τα μεγάλα κλαρίνα ήταν οι Γιαούζος, Φουσκομπούκας, Κοκοντίνης, Μπατζής και Βασιλόπουλος.
Τη δεκαετία ΄50-΄60 το είδος γνώρισε άνθηση και τα μεγάλα ονόματα στο τραγούδι ήταν οι Τάκης Καρναβάς, Ανδρέας Τσαούσης, Κώστας Σκαφίδας, Αλέκος Κιτσάκης, Δημήτρης Ζάχος, Στάθης Κάβουρας, Σοφία Κολλητήρη, Τασία Βέρρα, Φιλιώ Πυργάκη. Στο κλαρίνο οι Βασίλης Σαλέας, Τάσος Χαλκιάς, Παναγιώτης Κοκοντίνης, Γιάννης Βασιλόπουλος, Βαγγέλης και Βασίλης Σούκας και στο βιολί ο Γιώργος Κόρος. Μάλιστα, η ιεροτελεστία ήταν δεδομένη. «Οι παρέες έπαιρναν νούμερο σειράς για τον χορό», θυμάται η τραγουδίστρια Σοφία Κολλητήρη, ενώ προσθέτει πως τα «δυνατά» πανηγύρια ήταν στην Αττικοβοιωτία αλλά και στην Αιτωλοακαρνανία (και ειδικότερα στα χωριά του Ξηρομέρου, όπου κυριαρχούσε ο τραγουδιστής Τάκης Καρναβάς).
ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ «Το “σύστημα" τότε ήθελε μία ζυγιά (κομπανία) σε ένα καφενείο και μία στο απέναντι. Χωρίς μικρόφωνα, μόνο κλαρίνο, βιολί, σαντούρι, λαούτο και- λίγο μετά- κιθάρα. Τα πανηγύρια κρατούσαν δύο ημέρες. Την παραμονή παίζαμε στα καφενεία, την άλλη ημέρα αμέσως μετά την εκκλησία και το απόγευμα στην πλατεία (στον «γενικό χορό»), ενώ σχηματίζαμε κοινό ταμείο. Μεροκάματο ήταν η χαρτούρα, αν και υπήρχαν και κόντρες. Οταν μάλιστα δεν συνεννοούμασταν, έβλεπες στην ίδια πλατεία δύο ή και τρεις κομπανίες!», θυμάται χαμογελώντας ένας βετεράνος των πανηγυριών, ο κιθαρίστας Κώστας Πίτσος. «Υπήρχε σειρά χορού, ενώ όπως έλεγε ο Κοκοντίνης: “οι μουσικοί ήταν κατά τόπους". Ο Κοκοντίνης ήταν “θεός" στη Θήβα. Στο Ξηρόμερο λάτρευαν τον Καρναβά και στην Ηπειρο τον Τάσο Χαλκιά και το συγκρότημά του. Σήμερα οι Αρβανίτες λατρεύουν τον Γιώργο Κόρο, τη Βάσω Χατζή, τη Σοφία Κολλητήρη και τον Κώστα Σκαφίδα, ενώ στην Πελοπόννησο τη Φιλιώ Πυργάκη. Ανάλογα με το πού θα πηγαίναμε, παίρναμε τα ανάλογα κλαρίνα και τους τραγουδιστές» εξηγεί ο κ. Πίτσος, ενώ διευκρινίζει ότι ο κάθε τόπος καθόριζε (και εν μέρει ακόμη) τον μουσικό τρόπο. «Οταν παίζεις το “Παπάκι", το πράττεις με άλλη ρυθμική, ανάλογα με το μέρος. Στο Ξηρόμερο, ας πούμε, το παίζεις πιο αργά», προσθέτει.
Κι αν για δεκαετίες τα πανηγύρια είχαν τη θέση της γιορταστικής συνάθροισης ανθρώπων με κώδικες, με τα χρόνια μετασχηματίστηκαν. «Εχει αλλάξει πολύ το πανηγύρι. Το κάποτε ευγενές ποτό (η σαμπάνια) μπήκε στα χωράφια. Σήμερα τα πανηγύρια γίνονται από τα μαγαζιά, τους πολιτιστικούς συλλόγους και τις ποδοσφαιρικές ομάδες. Τώρα πια είναι ζήτημα να παίξουμε πέντε τσάμικα. Τα υπόλοιπα είναι τσιφτετέλια και συρτορούμπες», αναφέρει ο κ. Πίτσος και τοποθετεί τη μεταβολή κατά την τελευταία εικοσαετία. «Το πανηγύρι έχει υποβιβαστεί σε εκτόνωση, δεν είναι πια πεδίο συγκίνησης. Εχουν χαθεί τα κατά τόπους χορευτικά και μουσικά ιδιώματα. Τώρα πια βλέπεις και κακούς χορευτές. Δεν φταίνε τα σημερινά παιδιά, πάντως. Διακόπηκε η προφορική παράδοση και έπαιξε τον ρόλο της η τηλεόραση και το σταρ σύστεμ», προσθέτει ο κ. Κοντογιάννης. Βεβαίως πανηγύρια συνεχίζουν να γίνονται, ο κόσμος τα προτιμάει (αν και για χαρτούρα ούτε κουβέντα), ο «Σελήμπεης» ή το «Μαραίνομ΄ ο καημένος» συνεχίζουν να συγκινούν στο άκουσμά τους, μουσικοί και τραγουδιστές ακόμη αποθεώνονται, τίποτε όμως δεν είναι όπως παλιά.
«Ο κόσμος είναι πιο συγκρατημένος. Μεγάλη κατανάλωση είχαμε πάντα στα πανηγύρια στα αρβανιτοχώρια της Θήβας. Τώρα λειτουργεί πολύ το “ψαλίδι" (όταν κάνει κάποιος μεγάλο λογαριασμό σε λουλούδια, του γίνεται έκπτωση)» εξηγεί η Δώρα Πετράκη, που διατηρεί επιχείρηση με λουλούδια και προμηθεύει πανηγύρια της υπαίθρου αλλά και κέντρα την τελευταία δεκαετία. Οι κανόνες δεν υπάρχουν πια, όμως η συνταγή για πετυχημένο πανηγύρι τηρείται: «Το πανηγύρι είναι μια αλυσίδα πραγμάτων: σωστό φαγητό (αρνί σούβλας), σέρβις, προσιτές τιμές, σωστά σχήματα καλλιτεχνών», διευκρινίζει ο Βαγγέλης Κασελίμης, που οργανώνει πανηγύρια τα τελευταία 10 χρόνια. «Τα πράγματα είναι δύσκολα με την κρίση. Το σύστημα έχει το “καπάρο" (ένα είδος προκαταβολής που κατατίθεται μέσω τραπεζών, ενώ η εκκαθάριση γίνεται με το πέρας της βραδιάς) ενώ η χαρτούρα έχει εξαλειφθεί (έχει απομείνει σε ελάχιστα, όπως στο Υπατο Θήβας)», λέει.
Ο «Σελήμπεης» ή το «Μαραίνομ΄ ο καημένος» συνεχίζουν να συγκινούν στο άκουσμά τους, μουσικοί και τραγουδιστές ακόμη αποθεώνονται, τίποτε όμως δεν είναι όπως παλιά
Σήμερα, που το σκηνικό του πανηγυριού θυμίζει όλο και περισσότερο απόπειρα να «μετακομίσουν» για μια βραδιά τα σκυλάδικα στην ύπαιθρο (ο μοναδικός δίαυλος ενημέρωσης είναι το ραδιοφωνικός σταθμός του Βlackman και οι αφίσες στην Εθνική Οδό), που η ορχήστρα έχει μετασχηματιστεί και οι καλοί χορευτές λιγοστεύουν, είναι πράξη υψηλής αισθητικής η παρουσία παλιών θρύλων στο πατάρι, η προσήλωση στο δημοτικό ρεπερτόριο, αλλά και οι πρώτες πρωινές ώρες μέσα σε κάποιο οικόπεδο ή στην πλατεία του χωριού (στη Ρούμελη, την Ηπειρο, την Πελοπόννησο), όπου τα λαμπάκια παραμένουν αναμμένα, οι μουσικοί παίζουν πιο αργά, τα κιβώτια της μπίρας έχουν αδειάσει και όλοι έχουν ξορκίσει (έστω και για λίγο) την καθημερινότητα της πόλης.
ΖΩΝΤΑΝΟΙ ΘΡΥΛΟΙ «Πανηγύρια δεν γίνονται όπως παλιότερα. Τώρα όλα κινούνται σε διαφορετικό στυλ. Ειδικά με την κρίση, οι δουλειές είναι σπασμένες. Τα διοργανώνουν πλέον οι σύλλογοι και οι δήμοι, ενώ τη θέση τους παίρνουν οι συναυλίες. Εγώ πηγαίνω επιλεκτικά. Η ύπαιθρος πάντως διψάει, με παίρνουν από παντού και με καλούν», διαπιστώνει ένα όνομα-θρύλος των πανηγυριών και του δημοτικού τραγουδιού, η Σοφία Κολλητήρη, που η διαδρομή της γεμίζει βιβλία αφού γυρίζει την Ελλάδα εδώ και 50 χρόνια. «Θυμάμαι ακόμη το πρώτο μου πανηγύρι. Ηταν στον Αγιο Σπυρίδωνα Φωκίδας, στις 12 Δεκεμβρίου, όπου πήγα για να βγάλω το ψωμί μου αφού ήμασταν πολύτεκνη οικογένεια. Πήγα με έναν θείο μου που έπαιζε σαντούρι, αφού ο πατέρας μου δεν με άφηνε», θυμάται η κ. Κολλητήρη. Ενα άλλο «ιερό» πρόσωπο των πανηγυριών είναι η Τασία Βέρρα. «Δεν πάω πια. Δεν ακούνε οι μουσικοί τον τραγουδιστή, κυριαρχούν τα μηχανήματα. Δεν ακούς τι λες», μου λέει. «Το πατάρι υπήρξε το... ιερό μου. Τα έχω ζήσει όλα. Πριν από 15 χρόνια, σε πανηγύρι στο Αιτωλικό Μεσολογγίου, ήταν μια ωραία παρέα ηλικιωμένων, χόρευαν, πλήρωναν καλά. Ενας από αυτούς, ξαφνικά, όπως χόρευε έχασε το χρώμα του. Πέθανε! Τρελάθηκα», θυμάται η κ. Βέρρα. «Πρώτο μου πανηγύρι ήταν το 1956 στην Ναύπακτο (12 ετών!) με Βασίλη Σαλέα, Φάνη Λαβίδα και την αδελφή μου, τη Φρόσω. Μερικά “ζόρικα" που θυμάμαι ήταν στις Φαρές Αχαΐας (20 Ιουλίου), στην Πεντάλοφο Αγρινίου και στη Ναύ πακτο. Πολλοί γλεντζέδες ήταν στα αρβανιτοχώρια της Θήβας. Εκεί έδινα τον εαυτό μου. Πλήρωναν αδρά και τρελαίνονταν όταν έλεγα τα κλέφτικα. Στον Αγιο Θωμά Θήβας μια φορά πήγε πρωί και δεν έφευγε ο κόσμος. “Ρε παιδιά έχω στούντιο", τίποτε! Τα “τυχερά" πάντως ήταν πολλά. Θυμάμαι 40.000 δρχ. το 1965, στον Αγιο Θωμά Θήβας. Τώρα πια ο χορός είναι ελεύθερος, βλέπεις 1.000 άτομα και είναι μουδιασμένα», προσθέτει.
Η Γιώτα Γρίβα, από την άλλη, ανήκει στις νέες δυνάμεις του δημοτικού και των πανηγυριών. Αρχισε το 2002 με τον κλαρινιτζή Πετρολούκα Χαλκιά και τον Αντώνη Κυρίτση. Είναι γεννημένη στη Βουλγαρία και έχει σαρακατσάνικη καταγωγή. «Μέχρι τις 14 Σεπτεμβρίου είμαι κλεισμένη να πηγαίνω σε πανηγύρια. Μπορεί να μην υπάρχει μεγάλη κατανάλωση, αλλά βλέπω καλή ανταπόκριση. Θυμίζουν όλο και περισσότερο συναυλίες, χάνεται η παλιά δομή με τη σειρά του χορού, τώρα η πίστα είναι ελεύθερη. Κάποια κρατάνε πάντως, όπως στα Τριπόταμα Αχαΐας που είναι τριήμερο», εξηγεί στα «ΝΕΑ». «Το πρώτο μου πανηγύρι ήταν στο Κρυεκούκι, του Ευαγγελισμού το 1956 και ήμουν 17 ετών. Δούλευα σε κουρείο και έβγαλα σε εκείνο το πανηγύρι όσα λεφτά έβγαζα στο κουρείο σε δύο μήνες», θυμάται ο τραγουδιστής Κώστας Σκαφίδας, με 55 χρόνια στο τραγούδι και καταγωγή από τη Λαμία.
«ΣΑΝ ΑΡΚΟΥΔΕΣ» «Παλιά τα πανηγύρια γίνονταν από τα καφενεία του χωριού. Είχαν υποχρέωση να βάλουν ζυγιά (συγκρότημα). Ο κόσμος άκουγε, ζητούσαν σειρά χορού. Χαρτούρα είχαμε πολλή στα Μεσόγεια και στα αρβανιτοχώρια. Μεγάλωσα πέντε παιδιά από τη δουλειά. Τότε αμειβόσουν υλικά και συναισθηματικά. Χαιρόμασταν τον πελάτη. Θυμάμαι εμποροπανήγυρη στη Λιβαδειά ή στην Εύβοια, όπου τραγουδούσαμε ολόκληρες ημέρες. Εγώ κατάργησα το τραγούδι της ημέρας, με ζήτησαν σε ένα πανηγύρι του Αγίου Σεραφείμ στη Λαμία και δέχθηκα να πάω μόνο βράδυ», λέει. Σήμερα; «Πάω επιλεκτικά. Εχουν αλλάξει πολύ. Τώρα σηκώνονται και χορεύουν σαν αρκούδες, σπανίζουν οι μερακλήδες. Φέτος υπάρχει πτώση τουλάχιστον 40% σε μεροκάματα. Οι δήμοι έχουν υποχρέωση να πάρουν πάνω τους τα πανηγύρια».
Αριστερά: Ηχαρτούρα (το φιλοδώρημα) αποτελεί παρελθόν εδώ και πολλά χρόνια. «Πανηγύρια δεν γίνονται πια όπως παλιότερα, συμφωνούν οι «θρύλοι των παταριών» Σοφία Κολλητήρη (εδώ, με τον Γιάννη Βασιλόπουλο στο κλαρίνο) και ο Κώστας Σκαφίδας (κάτω) "
Η ζωή των Σερβαίων τσοπάνηδων
του Γιάννη Κ. Ρουσιά
Με τη γραφή μου αυτή θα προσπαθήσω να περιγράψω τις δυσκολίες της καθημερινής ζωής των τσοπαναραίων, όπως τις έχω ακούσει από τους γονείς μου αλλά και από προσωπικά βιώματα. Έχω ζήσει πάρα πολλά σαν τσοπανόπουλο, και καλά και άσχημα. Αν και δύσκολα χρόνια τα νοσταλγώ.
Ο πατέρας μου, ο θείος μου ο Στάθης και ο θείος μου ο Μαρίνης ήσαν τσοπάνηδες από μικρά παιδιά, όλοι τους παιδιά του αρχιτσέλιγκα «Ρουσόγιαννη». Κάθε χειμώνα, πριν το 1940, κατέβαιναν με τα κοπάδια τους στα «χειμαδιά», στο τσιφλίκι του Αντωνόπουλου (από τη Δημητσάνα), στο πρώην χωριό Αναζύρι Ηραίας. Ο θείος μου ο Μαρίνης γύρω στο 1955 εγκατέλειψε τα γιδοπρόβατα και έγινε καφετζής. Ο πατέρας μου με το θείο μου το Στάθη, είχαν μαζί πολλά γιδοπρόβατα 400 - 500. Για πολλά χρόνια που τα παιδιά τους ήταν μικρά, είχαν και τσοπανόπουλα ( Σαν παραγιούς ), αλλά και την εποχή του πολέμου και εμφυλίου, που για κάποια χρόνια ήσαν επιστρατευμένοι.Όταν τα παιδιά τους μεγάλωσαν γύρω στα 1950 - 1955, χώρισαν τα κοπάδια τους (μπουλούκια τα έλεγαν) και ο καθένας με την οικογένειά του κατέβαινε το χειμώνα στο Αναζύρι σε χωριστά λειβάδια και το καλοκαίρι ανέβαιναν στον Αρτοζήνο και στο Σερβόβουνο.
Ο πατέρας μου ξεκαλοκαίριαζε στου Πετροκόπου, Μαυρομάτη, 'Aγιο Δημήτρη (1965-1975) επί εποχής Παναγιώτη Τσαντίλη και στην Περδικόβρυση. Εκεί ρίχναμε στανοτόπια. Φτιάχναμε με κλαδιά τη στρούγκα που αρμέγαμε και διαλέγαμε και τόπο απαγκερό (να μην τον πιάνει ο αέρας), που κοιμόμαστε. Στρώναμε κάτω φτέρες και σίκαλη όταν θερίζαμε κ’ επάνω σαίσματα. Μας έπαιρνε ο ύπνος παρατηρώντας τ' άστρα (αλετροπόδα, παπά τ' άχυρα κλπ), ακούγοντας τα τρυζόνια.Ο θείος μου ο Στάθης, που είχε πάει σώγαμπρος, ξεκαλοκαίριαζε πάντοτε στην Κρυόβρυση.
Τη δεκαετία 1940 - 1950 στα Αναζύρι πέρασαν δύσκολα χρόνια όπως μου έλεγαν. (Γερμανοί - Εμφύλιος ). Στον εμφύλιο έγινε μάχη στο Αναζύρι και καταστράφηκε το χωριό (σώζονται μερικά ερείπια). Πάνω από τα μαντριά τους πολλοί αντάρτες σκοτωμένοι - πληγωμένοι για αρκετές ημέρες και δεν τολμούσαν να πλησιάσουν από φόβο (τους το είχαν απαγορεύσει). Έπρεπε να κάνουν το χατήρι σε όλους για να μην τους σκοτώσουν. Η περιοχή ήταν σταυροδρόμι ( Ηλεία - Αρκαδία ). Στον εμφύλιο έφευγαν οι άνδρες το βράδυ από την καλύβα για ασφάλεια και πήγαιναν να διανυχτερεύσουν στα γύρω χωριά, Λιθαρό ( Μερκίνιζα ), Δαρέικα κλπ. Γι' αυτό και στα χωριά αυτά είχαν κάνει κουμπαριές τόσο ο πατέρας μου όσο και ο θείος μου, για να έχουν αποκούμπι όπως έλεγαν.Επικρατούσε φτώχεια, πείνα και τροφοδοτούσαν και όσους αντάρτες περνούσαν κρυφά από την καλύβα τους. Το παρακάτω περιστατικό μου το έλεγε η μάνα μου συνέχεια.
Ένα βράδυ που έλειπαν οι άνδρες, πήγαν στην καλύβα αντάρτες. Είχε μείνει μόνο η μάνα μου, η πεθερά του θείου μου του Στάθη ( Παναγούλα Κατσιάπη ) και ένα τσοπανόπουλο.
-Γριά! Βράσε ένα τραχανά να φάμε,
της είπε ένας αντάρτης.
Η γιαγιά Παναγούλα σαν μεγαλύτερη έβρασε τον τραχανά. Από φόβο; Δεν Είχε; ξέχασε ; Δεν έριξε αλάτι στον τραχανά.
-Άιντε γριά, ο Τραχανάς ανάλατος. «Σάματις» θα τον φάνε άνθρωποι! αντάρτες θα τον φάνε,
μονολόγησε ο αντάρτης. Αυτό λέει πολλά...
Την ίδια εποχή οι αντάρτες είχαν πάρει τα γίδια του Λιάπη από την Καρύταινα ( έτσι ήταν η κατάσταση τότε...) και πήγαιναν για τα Τρόπαια. Δύσκολα να τα μετακινήσουν. Τ' άφησαν κρυφά στη στάνη του πατέρα μου. Μετά από κάμποσες ημέρες πήγαν και τα πήραν, αφού τα βρήκαν όπως τα άφησαν. Για την εξυπηρέτηση του άφησαν 2-3 γίδες. Για πολλά χρόνια αργότερα ο πατέρας μου όταν ήμουν μικρό παιδί θυμάμαι που έλεγε ότι αυτές οι γίδες κρατάνε από το σόι του Λιάπη. Παιδί 6-7 χρονών
Κι' έρχομαι μετά το 1962 - 63 (ηλικία 6 - 7 χρονών), από προσωπική μου πείρα να μολογήσω…
Αρχές Δεκέμβρη, μπορεί και νωρίτερα ανάλογα με τον καιρό, φεύγαμε για τα χειμαδιά. Φορτώναμε όλα τα απαραίτητα (μπαγάδια τα λέγαμε) σε μουλάρια και γαϊδούρια. Κάποτε είχαμε και άλογο. Επειδή ήταν βαρβάτο, το 1965 αν θυμάμαι καλά στο Αναζύρι δάγκωσε τη μάνα μου στο σαγόνι (της έμεινε σημάδι) και το πούλησε ο πατέρας μου. Τα μπαγάδια ήσαν 1-2 σαίσματα, 2 - 3 μαντανίες, χεράμια κλπ. Τα χεράμια ήταν σαν τις μαντανίες, μάλλινα υφάσματα στον αργαλειό, αλλά δεν τα πήγαιναν στη νεροτριβή. Ο τέντζερης, η τέσα, το τσουκάλι, τα ταψιά (τα λέγανε και ταβάδες), που ήσαν όλα χαλκοματένια. Τα ξύλινα πιάτα (καυκιές τα λέγανε), τα ξύλινα κουτάλια (χουλιάρια , το σκαφίδι (ξύλινη σκάφη για ζύμωμα του ψωμιού) και άλλα μικροπράγματα απαραίτητα για το φαγητό. Για το γάλα ξύλινα καρδάρια και καζάνι (λεβέτι ). Λίγες κότες κρεμασμένες από το κολιτσάκι του σαμαριού και στο μισογόμι (επάνω στο σαμάρι ανάμεσα στο φόρτωμα) κάποιο ζωντανό που δεν μπορούσε ν' ακολουθήσει το μπουλούκι η μικρά παιδιά.Ο δρόμος που ακολουθούσαμε, περισσότερο μονοπάτι, ήταν η Γκούρα (Σφυρίδα ) κάτω από του Λυκούρεση, αριστερά από του Ψάρι, Παλούμπα, Σαρλέικα, Αναζύρι. Διάρκεια μια μέρα χειμωνιάτικη. Μπροστά πήγαιναν τα γαϊδουρομούλαρα, ακολουθούσαν τα γιδοπρόβατα, τσοπανόσκυλα, τσοπάνηδες, τσοπανόπουλα. Η ζωή στα χειμαδιά (Αναζύρι)
Μέχρι το 1980 μέναμε σε καλύβα (μετά φτιάξαμε ένα μικρό καλύβι). Ήταν φτιαγμένη γύρω - γύρω με καλαμιές από αραποσίτι (καλαμπόκι ) και σουσαμιές (καλλιεργούσαν εκείνη την εποχή σουσαμιές στον κάμπο). Μόνο στη μια μεριά είχε μια ξερόμανδρα που ανάβαμε τη φωτιά. Η φωτιά καιγόταν μέρα-νύχτα. Χρησίμευε για φωτισμό, για θέρμανση και για μαγείρεμα. Επάνω η καλύβα ήταν σκεπασμένη με τέντα. Την τέντα την ύφαιναν στον αργαλειό με μαλλί από γίδια (κοζιά)
Μαρία Ρουσιά, Αναζύρι 1972 με φόντο τα μαντριά
και περασμένη από τη νεροτριβή. Ένα είδος σαϊσματος, αλλά πολύ μεγαλύτερο. Όταν έβρεχε δυνατή βροχή, έπεφταν επάνω μας ψιλές - ψιλές σταγόνες (δροσιά ). Μέσα στη καλύβα, όπως ανέφερα πιο πάνω, προς την ξερόμανδρα ανάβαμε τη φωτιά και η υπόλοιπη ήταν ένα μεγάλο κρεβάτι φτιαγμένο από καλάμια, στρωμένο με σαϊσματα και σε μια άκρη μια μεγάλη κοφίνα (φτιαγμένη από καλάμια), όπου βάζαμε το ψωμί και αν υπήρχε και κάτι άλλο. Στο κρεβάτι κοιμόμαστε όλοι μαζί, γονείς, παιδιά και ξένοι πολλές φορές, που περνούσαν από εκεί και έπρεπε κάπου να ξενυχτήσουν. Δεν υπήρχε χωριό κοντά, παρά μόνο καλύβες με άλλους τσοπάνηδες. ( Βαλτεσινιώτες, Δημητσανίτες, Λυκουρεσαίους). Η κύρια τροφή ήταν το γάλα. Σπάνια μαγειρεύαμε τραχανά, χυλοπίτες, φασόλια, τριφτιάδες φτιαγμένες με νερό και αλεύρι, που τις έκανε η μάννα μου τρίματα και τις έβραζε με νερό. Από τα παραπάνω φαίνεται ποια ήταν η κύρια τροφή του τσοπάνη.
Δίπλα από εμάς, σε άλλο λιβάδι, έμενε ένας γεροτσέλιγκας από το Βαλτεσινίκου. Τον λέγανε Γιωργίκο Παναγούλια και φορούσε πάντοτε φουστανέλα. Όταν τον ρωτούσαμε τι μαγείρεψες μπαρμπα - Γιωργίκο η απάντησή του ήταν "ότι μαγειρέψανε τα πρόβατα παιδάκι μου". Αυτός ο μπαρμα-Γιωργίκος όταν πρωτοξεκίνησε ο διαγωνισμός δημοτικού τραγουδιού στην Αγία Παρασκευή Λαγκαδίων (δεν ήταν Πανελλήνιος τότε) είχε πάρει βραβείο καλύτερης ενδυμασίας (Φουστανέλα).
Κι' επιστρέφουμε στη ζωή στην καλύβα. Για καθαριότητα δεν το συζητάμε… Το νερό το μεταφέραμε με τα καρδάρια από μακριά!.. Όταν ο καιρός ήταν καλός, η κατάσταση ήταν κάπως καλύτερη, όταν όμως έβρεχε η κατάσταση γινόταν δραματική. Λάσπη και βρωμιά παντού. Η αδελφή μου η Άννα, 4 χρονών κοριτσάκι, καθώς χοροπηδούσε επάνω στο κρεβάτι έπεσε κάτω στη φωτιά, που έβραζε νερό μέσα σε ένα τέτζερη. Το χέρι της μπήκε μέσα στον τέντζερη με το βραστό νερό και κάηκε. Έπαθε μεγάλη ζημιά. Δεν υπήρχε γιατρός. Η θεραπεία έγινε με πρακτική αλοιφή! Της έμεινε ένα μεγάλο σημάδι.
Τα μαντριά για τα ζώα ήταν κάτι σαν υπόστεγο φτιαγμένο με ξιφάρες. Η ξιφάρα είναι χόρτο με 1-1,5μ ύψος που φυτρώνει στα βαλτόνερα και κόβει τα χέρια σαν ξυράφι. Το στρώναμε στην οροφή και ήταν αδιαπέραστο από το νερό. Συνήθως μες στα μαντριά βάζαμε τα μικρά αρνοκάτσικα. Τα μεγάλα ζώα πιο πολύ έμεναν κάτω από τα δένδρα. Στα χειμαδιά ο καιρός ήταν ζεστός, δεν έριχνε ποτέ χιόνι και υπήρχε άφθονο χορτάρι για τα ζώα. Μέχρι το 1970 περίπου, επειδή ο τόπος ήταν πολύ δασωμένος, υπήρχαν πολλά τσακάλια στην περιοχή. Παθαίναμε πολλές ζημιές. Χρειαζόντουσαν δυνατά τσοπανόσκυλα και προσέχαμε τα ζώα ολημερίς και ολονυχτίς. Δάγκωναν τα ζώα στο λαιμό, τους ροφούσαν το αίμα μέχρι που ψοφούσαν. Το ουρλιαχτό τους ήταν σαν κλαψούρισμα-ανατριχιαστικό.
Η ζωή πολύ σκληρή και το κέρδος τίποτα. Πωλούσαμε το γάλα στο τυροκομείο που ήταν εκεί κοντά και με τα χρήματα που παίρναμε πολλές φορές δεν έφταναν να πληρώσουμε το λιβάδι στ' αφεντικό. Το λιβάδι αυτό ανήκε στον Αντωνόπουλο από τη Δημητσάνα, όπως ανέφερα και πιο πάνω. Ήταν ένα τεράστιο τσιφλίκι χωρισμένο σε 3 - 4 λιβάδια. Στο κέντρο περίπου υπήρχε το χωριό Αναζύρι. Είχε έναν απέραντο κάμπο δίπλα στον Αλφειό ποταμό. Εκτός από τα χρήματα έπαιρνε και τυριά, μυζήθρες και το Πάσχα 5-6 σακούλες γιαούρτι και το καλύτερο αρνί. Ανέβασμα στα βουνά
Καθώς περνούσε ο χειμώνας κι' ερχόταν η άνοιξη, οι τσοπάνηδες στα χειμαδιά άρχιζαν να νοσταλγούν τα βουνά. Στους κάμπους η ζέστη δεν υποφέρεται. Ιδιαίτερα τα παλαιότερα χρόνια που υπήρχαν πολλά κουνούπια. Μετά τ' Αγιωργιού μέχρι του Αγίου Κωνσταντίνου έφευγαν όλοι από τα χειμαδιά. Χαρακτηριστικό είναι το τραγούδι της Φροσύνης. Το άκουσα που το τραγουδούσαν το 1970 στ' αλώνι στου Μαυρομάτη, καθώς αλώνιζαν (εγώ τσοπανόπουλο τότε) η θειά Κανέλλα και η θειά Γκόλφω, κόρες του Μαρίνη Στρίκου και της γρια-Σταματούλας, με φωνή αηδονιού.
«Γρήγορα νάρθεις 'Aνοιξη
κι όμορφο καλοκαίρι.
Να βγούν οι Βλάχοι στα βουνά
να ξεκαλοκαιριάσουν.
Να βγούν τα πρόβατα μ' αρνιά
τα γίδια με κατσίκια.
Να βγεί η Φροσύνη στα βουνά
να ξεκαλοκαιριάσει.
Να πιεί νερό απ' τον Αγιολιά
κι' απ' τον Αγιοδημήτρη.
Να της περάσει η αρρωστιά
να της κοπεί και η θέρμη.
Κι' ήπιε νερό απ' τον Αγιολιά
κι' απ' τον Αγιοδημήτρη .
Και η αρρώστια πέρασε
κι' η θέρμη της εκόπη».
(Βλάχους έλεγαν παλαιότερα τους κατοίκους της πεδινής Ηραίας και όσους πήγαιναν στα κατώμερα για να ξεχειμωνιάσουν από τα βουνά). Αρχίζουν να ετοιμάζονται για τα βουνά. Το είχαν καμάρι και λεβεντιά να «κουρντίζουν» τα γιδοπρόβατα όπως λέει και το τραγούδι.
Καμάρι που είν' τα πρόβατα
και λεβεντιά τα γίδια.
Καμάρι που ειν' και ο τσέλιγκας
Με τα' άλογο καβάλα...
Έβαζαν στα πρόβατα τροκάκια, στα γίδια τσιοκάνια, κουδούνια στα γκεσέμια (τραγιά μουνουχισμένα), μπουζούκες (μεγάλα τροκάκια ) και κυπριά (μεγάλα κουδούνια) για να οδηγούν τα γιδοπρόβατα. Ήταν η μόνη διασκέδαση ακούγοντας τη μελωδία απ' όλους αυτούς τους ήχους. Αν και υπήρχε φτώχεια, συναγωνίζονταν μεταξύ τους οι τσελιγκάδες ποιος θα έχει τα περισσότερα και με τους καλύτερους ήχους (σιδερικά όπως τα έλεγαν) στο μπουλούκι. Όταν πήγαιναν στα πανηγύρια οι τσοπάνηδες (Αγία Παρασκευή Λαγκαδίων, Λουτρά Ηραίας τη Μεγάλη Πέμπτη κλπ), πρώτα ψώνιζαν κουδούνια για τα γιδοπρόβατα και μετά τσαρούχια για τα πόδια τους. Κι' εγώ προσωπικά είχα μεγάλη τρέλα με τα τροκανοκούδουνα από μικρό παιδί. Ήταν το παιχνίδι μου, η διασκέδασή μου. Τώρα τα έχω βαρεθεί από τη στιγμή που δεν ακούς γύρω σου άλλο μπουλούκι, απογοητεύεσαι... Παντού επικρατεί η ερημιά.
Ήρθε η ώρα για αναχώρηση. Έπρεπε να είναι όλα έτοιμα αποβραδίς. Πολύ πρωί με τα χαράματα ξεκινούσαμε με όλα τα υπάρχοντα. Προτού πιάσει η ζέστη έπρεπε να έχουμε περάσει του Παλούμπα. Τα γιδοπρόβατα και περισσότερο τα πρόβατα δεν προχωράνε με τη ζέστη. Με το κίνημα γινόταν μια οχλοβοή ανεπανάληπτη. Τροκάνια, τσιοκάνια, κουδούνια, κυπριά, μπουζούκες, σκυλιά να γαυγίζουν, γιδοπρόβατα να βελάζουν. Έβλεπαν τη μάζωξη όλα τα ζώα μαζί, γιατί συνήθως πήγαιναν χώρια τα πρόβατα, χώρια τα γίδια, χώρια τα γαλάρια (όσα είχαν γεννήσει), χώρια τα στέρφα (αυτά που δεν είχαν γεννήσει) και αισθάνονταν ότι κάτι διαφορετικό θα συμβεί. Μεγάλος μπελάς ήταν τ' αρνοκάτσικα, δεν ήθελαν ν' ακολουθήσουν το μπουλούκι στο καινούριο ξεκίνημα, είχαν συνηθίσει εκεί που γεννήθηκαν και γυρνούσαν πίσω. Άϊντε να βάλεις σε δρόμο όλα αυτά τα ζωντόβολα. Συνήθως βοηθούσε και κάποιος άλλος τσοπάνης που δεν είχε φύγει ακόμη για τα βουνά. Μπροστά πήγαιναν τ' αλογομούλαρα φορτωμένα τα μπαγάδια (σαϊσματα, μπατανίες, καρδάρια, λεβέτια, κότες κρεμασμένες από τα κολιτσάκια των σαμαριών και μικρά κατσικάκια στα μισογόμια. Ακολουθούσαν τα γίδια με τα γκεσέμια μπροστά και πίσω τα πρόβατα. Έτσι γίνεται πάντοτε. Τα γίδια πηγαίνουν πάντα μπροστά από τα πρόβατα. Από κοντά και τα τσοπανόσκυλα. Ένας από τους τσοπάνηδες, ο πιο έμπειρος, και πάντοτε άνδρας, ξεκόβει τα γκεσέμια μπροστά που γνωρίζουν το δρόμο και ακολουθούν τα υπόλοιπα. Στο τέλος πάντοτε μια γυναίκα τραβούσε ένα γουρούνι που αγοράζαμε τη Μεγάλη Πέμπτη που γινόταν η ζωοπανήγυρη στα Λουτρά της Ηραίας. Στο δρόμο ο τόπος σειόταν από τα τροκάκια και τα κουδούνια. Τ' ανέβασμα στα βουνά από τα χειμαδιά ήταν πολύ χαρούμενο, ήταν κάτι το διαφορετικό, είχε λεβεντιά είχε καμάρι. Αντίθετα το κατέβασμα από τα βουνά στα χειμαδιάείχε μια μελαγχολία. Οι εποχές (καλοκαίρι - χειμώνας) επηρέαζαν τη διάθεση ανθρώπων και ζώων. Φτάνοντας στα βουνά ξεμεσημεριάζαμε στη Γκούρα (Σφυρίδα). Η Γκούρα ήταν πέρασμα για όλους τους τσοπάνηδες που πήγαιναν από τα χειμαδιά στα βουνά (Μαγουλιανίτες, Βαλτεσινιώτες, Βυτηναίους, Λασταίους, Ραδαίους κλπ).
Στη συνέχεια, τα πρώτα χρόνια που τα χωράφια σπέρνονταν και στον Αρτοζήνο και στο Σερβόβουνο, ρίχναμε στανοτόπι για λίγο καιρό στης Γριάς το Σορό, στο Διάσελο όπως λέμε. Τότε δεν υπήρχαν καστανιές εκεί. Είχαμε και «Σμίχτες» (σμίγαμε δηλαδή το γάλα μια εβδομάδα ό ένας την άλλη ο άλλος) τους Κουτσανδραίους, Στρικαίους, Καγιουλαίους. Μετά από εκεί ακολουθούσαμε τις αποστασιές. Δηλ. μια χρονιά όλα τα χωράφια στο Σερβόβουνο σπέρνονταν αραποσίτια και ρόβεςκαι στον Αρτοζήνο κριθάρια, σιτάρια και φακές. Την άλλη χρονιά το αντίθετο. Υπήρχε κανόνας και κανένας ιδιοκτήτης δεν έκανε του κεφαλιού του. Τα γιδοπρόβατα τα πηγαίναμε εκεί που ήταν σπαρμένα κριθάρια, μόλις άρχιζαν και τα θέριζαν, στις καλαμιές και περνούσαμε όλο το καλοκαίρι. Όπως ανέφερα παραπάνω στον Αρτοζήνο είχαμε στανοτόπι στις περιοχές Πετροκόπου, Μαυρομάτι, Περδικόβρυση και το 1965-75 στον Άγιο Δημήτρη.
Τα ζώα εκτός από τροφή θέλουν και άλλες φροντίδες. Στα χειμαδιά είχε γίνει το κολοκούρεμα των προβάτων (κούρεμα γύρω από την ουρά τους για να αρμέγονται). Μόνο τα πρόβατα κολοκουρεύουν. Στα βουνά γίνεται το κανονικό κούρεμα. Μαζεύονταν και άλλοι τσοπάνηδες και κουρεύαμε με μεγάλα ψαλίδια (προβατοψάλιδα) το ένα κοπάδι τη μια μέρα και το άλλο κοπάδι την άλλη μέρα. Τα γίδια τα κουρεύαμε μετά από τα πρόβατα και με διαφορετικό τρόπο. Τους αφήναμε στη Ράχη σέλα όπως τη λέμε. Τα τραγιά τα γκεσέμια τα φτιάχναμε όμορφα. Τους αφήναμε μπροστελίνες, δηλ.μαλλί στα μπροστινά πόδια.
Με τα μαλλιά των προβάτων, αφού τα πλέναμε, τα ξέναμε (τα κάναμε αφράτα) τα κάναμε τουλούπες, τα έγνεθαν οι γυναίκες με τις ρόκες και τα έκαναν νήματα. Με τα νήματα φτιάχναμε τα υφαντά του αργαλειού, όπως μπατανίες, χεράμια κλπ. Με το νήμα έπλεκαν μάλλινες κάλτσες, μάλλινες φανέλες, μάλλινα μισοφόρια. Με το μαλλί των γιδιών (κοζιά) αφού την χτυπούσαν (την έκοβαν όπως λέγανε) με τριχιές στο πάτωμα, έκαναν τις τουλούπες και με το νήμα ύφαιναν σαϊσματα και κάπες. Τα κόζινα υφαντά ήταν αδιαπέραστα από το νερό.
Στα βουνά η ζωή του τσοπάνη, μετά το θερισμό στα χωράφια, γινόταν ξένοιαστη. Κυρίως για μας τα τσοπανόπουλα που τα φυλάγαμε το καλοκαίρι, γιατί οι μεγάλοι είχαν και άλλες δουλειές. Στο Σερβόβουνο έμεναν ελεύθερα (μπέσικα όπως λέγαμε) μετά το θερισμό όλων των χωραφιών και ξέβγαζαν για βοσκή και τα γαϊδουρομούλαρα όλοι οι χωριάτες. Στον Αρτοζήνο ήσαν μπόσικα μόνο στου Πετροκόπου. Εκεί στην Κοκκινιά (στο επάνω μέρος των χωραφιών Ευθ. Ζαχαρόπουλου και Ι.Ν.Μαραγκού ) μαζευόμαστε όλα τα τσοπανόπουλα (Ρουσόπουλα, Μπραβόπουλα από Μαλάσοβα, Καγιουλόπουλα από Λαγκάδια, Μαγουλιανίτικα από Δημητσάνα, και κάποια εποχή θυμάμαι και το Γιώρη το Λιατσόπουλο-Ζευκιλή) και κάναμε παρέα. Μαζί με τ' αστεία τα μεγαλύτερα πείραζαν και τις τσιούπες (κορίτσια).
Όπου έβγαζε νερό στον Αρτοζήνο υπήρχε και ένα περιβόλι και το φυλάγαμε όλο το καλοκαίρι. Περδικόβρυση (Μ. Ρουσιά ). Μαυρομάτι ( Ηλ. Κουτσανδριά, Φωτεινής Αναστασοπούλου, Γεωργάκη Σχίζα, Γιώρη Τρουπή-Γκράβαρη). Ο μπάρμπα Γιώρης είχε και πολλές μηλιές μέχρι και το 1982 . Είχα περάσει πολλά βάσανα μ αυτές τις μηλιές. Ποτέ δεν είχα πάρει ένα μήλο. Τα ράντιζε με φάρμακο για ασθένειες και μας έλεγε ότι θα φαρμακωθούμε άμα φάμε. Προτιμούσαμε τα κορόμηλα και τα γκόρτσα. Στου Μοσχονά είχαν περιβόλι οι Ν. Τρουπής (Αλούπης) και ο Φώτης Δημόπουλος (Σκορδής), μέχρι που τα πούλησαν στους Καγιουλαίους. Στη Βρωμήστρα οι Κουτσανδραίοι. Στον Αγιοδημήτρη ο Τσαντίλης και ο Θανάσης ( Θωμάς ) Σχίζας. Στις Βρύσες ο Χρήστος Κωνσταντόπουλος ( Μουργάκος ) και αργότερα ο Γ.Τρουπής που το αγόρασε.
Στη μνήμη του πατέρα μου γράφω το παρακάτω, γιατί πιστεύω ότι ελάχιστοι το γνωρίζουν η το θυμούνται.
"Το Σεπτέμβριο του 1956 (δεν είχα γεννηθεί, όπως μού έλεγε η μάνα μου) ο πατέρας μου στάλιζε τα γιδοπρόβατα (ήτανε μεσημέρι ) στις Βρύσες. Είχε περιβόλι ο Χρ. Κωνσταντόπουλος φραγμένο με μάνδρα και φράχτη από πουρνάρια. Το περιβόλι είχε και πόρτα (μποριά) μια μεγάλη κλάρα από πουρνάρι. Μια γίδα μπήκε στο περιβόλι. Ο πατέρας μου τράβηξε την μποριά να μπεί μέσα για να βγάλει τη γίδα. Κάποιοι (δεν αναφέρω ονόματα ούτε το λόγο που το έκαναν αν και γνωρίζω, γιατί ζουν ακόμη), για να σκοτώσουν το Χρ. Κωνσταντόπουλο , είχαν δέσει μια χειροβομβίδα στην κλάρα που έκλεινε το περιβόλι. Ο πατέρας μου τραβώντας την κλάρα εξερράγη η χειροβομβίδα και τραυματίστηκε πολύ σοβαρά. Νοσηλεύτηκε στο Νοσοκομείο της Τρίπολης για αρκετούς μήνες (έχω και φωτογραφία από το Νοσοκομείο). Θυμάμαι από το σώμα του για αρκετά χρόνια μετά έβγαιναν θραύσματα από τη χειροβομβίδα. Την πλήρωσε ο πατέρας μου τη νύφη, γιατί περί νύφης επρόκειτο. Κανένας δεν μαρτύραγε τότε. Αν και έγινε δικαστήριο όλοι έλεγαν ψέματα. Μετά από χρόνια κάποιος, κινδυνεύοντας η ζωή του, το μαρτύρησε".
Ξέφυγα από το θέμα και επιστρέφω.Στην Περδικόβρυση που ρίχναμε στανοτόπι φτιάχναμε τη στρούγκα. Ένα φράχτη κυκλικό και μέσα βάζαμε τα γιδοπρόβατα και τα αρμέγαμε. Τα ζώα έμπαιναν από το πίσω μέρος της Στρούγκας και μπροστά καθόμαστε οι τσοπάνηδες επάνω σε μεγάλες πέτρες (στρουγκολίθια) και περνούσαν ένα - ένα και τ' αρμέγαμε. Πίσω υπήρχε ένα άτομο και λέγοντας στα γίδια -οστ- και στα πρόβατα -ιστ-, αυτά έβγαιναν από τη στρούγκα. Δίπλα υπήρχαν οι φούρκες. Ψηλά ξύλα με διχάλες μπηγμένες στο χώμα. Στις διχάλες στερεωνόταν το λεβετόξυλο και κρεμάγαμε το λεβέτι και τις τσαντίλες με το τυρί. Το άρμεγμα γινόταν πρωί και βράδυ. Το καλοκαίρι με τη ζέστη τα γιδοπρόβατα σταλίζουν (στάλος = μεσημεριανός ύπνος ), συνήθως κοντά σε νερό κάτω από πλατάνια. Στον Αρτοζήνο «ποτισιώνες» είχαμε στην Περδικόβρυση και στο ρέμα στη Βρωμήστρα. Στο Σερβόβουνο τα ποτίζαμε στο Λαφοβούνι στο ρέμα, πιο κάτω από της Γριάς το Σωρό που αρχίζει η Γκούρα. Η Γκούρα παλαιότερα ήταν ο δρόμος απ' όπου περνούσαν ζώα και άνθρωποι από τα χειμαδιά προς τα ορεινά χωριά και το αντίστροφο.
Η μάνα μου που είχε γενηθεί στη Μπερτσιά, περιοχή της Γκούρας (ήταν κόρη του Κουτσαντρόγιαννη) απ' ότι θυμάται η ίδια και είχε ακούσει από τον πατέρα της, έλεγε πολλά για τη Γκούρα. Από εκεί περνούσαν πολλοί τσοπάνηδες από τα χωριά Μαγούλιανα, Βαλτεσινίκο, Λάστα, Βυτίνα, Ράδου και πήγαιναν το χειμώνα στα χειμαδιά, κυρίως στην Ηλεία και το καλοκαίρι επέστρεφαν στα βουνά. Είχαν πολλά γιδοπρόβατα και γελάδια. Από το ποδοβολητό τους είχε σχηματισθεί μεγάλο μονοπάτι και το έλεγαν «Δεμοσιά». Καθώς τα ζώα ανηφόριζαν προς της Γριάς το Σωρό, σκορπούσαν μέσα στο δάσος να βοσκήσουν. Οι Κουτσανδραίοι και Στρικαίοι, κάτοικοι της Σφυρίδας, άνοιγαν λάκκους μέσα στο δάσος και τοποθετούσαν επάνω στο λάκκο κλαδιά. Τα ζώα ανυποψίαστα έπεφταν μέσα και οι δράστες που παραφύλαγαν τα έπαιρναν. Από το μονοπάτι αυτό περνούσαμε κι' εμείς μέχρι το 1985 και πηγαίναμε στον Αρτοζήνο από τα χειμαδιά. Το μονοπάτι αυτό με υπόδειξή μου καθαρίστηκε από τον Όμιλο «Η Γκούρα» όπου κόπηκαν μερικά κλαδιά για να περνά πεζός άνθρωπος. Ζώο φορτωμένο δεν μπορεί να περάσει. Δεν έγινε καμία οικολογική καταστροφή όπως ισχυρίσθηκαν κάποιοι. Τα κλαδιά, τα περισσότερα σπάρτα, κόπηκαν με αλυσοπρίονο. Και τι έγινε; Το σπάρτο αναπτύσσεται πολύ γρήγορα. Φέτος το μονοπάτι έκλεισε και πάλι.
Μετά το 1985 περίπου, η ζωή των τσοπάνηδων άλλαξε. Ο πατέρας μου πήγε στα χειμαδιά μέχρι το 1985 που πουλήθηκε το τσιφλίκι του Αντωνόπουλου σ' έναν Ελληνοαμερικανό. Ο θείος μου ο Στάθης είχε σταματήσει νωρίτερα, το 1980.
Αφιερώνω τα παραπάνω στη μνήμη του πατέρα μου Κώστα, της μάνας μου Μαρίας (Κώσταινα τη φώναζαν), του θείου μου Στάθη Ρουσιά από τους τελευταίους Σερβαίους τσοπάνηδες στον Αρτοζήνο και στο Σερβόβουνο και στον ξάδελφό μου Γιάννη Ευστ. Ρουσιά ( 1948 - 1970 ). Ο ξαδελφός μου ο Γιάννης ήταν πολύ μερακλής άνθρωπος. Ήταν λεβέντης. Σφύραγε τα γιδοπρόβατα κάπως τραγουδιστά και αχοβολούσε η Κρυάβρυση. Πριν φύγει για στρατιώτης το Γενάρη του 1968 είχε το καλύτερο μπουλούκι στον Αρτοζήνο. Είχε τόσα τροκάνια και κουδούνια στα γιδοπρόβατα που σειότανε ο Αρτοζήνος. Με το θάνατό του το Γενάρη του 1970 έπεσε βαρύ το πένθος σε ανθρώπους και γιδοπρόβατα. Όταν υπήρχε πένθος στην οικογένεια τα γιδοπρόβατα ήταν κουφά, δηλ. δεν έβαζαν τροκάνια και κουδούνια. Στα γκεσέμια δεν έβαζαν «Κυπριά» και «μπουζούκες» για πολλά χρόνια.
Γράφω παρακάτω κάποια περιστατικά από τη ζωή μου κοντά στα γιδοπρόβατα, τα οποία δεν βγαίνουν ποτέ από το μυαλό μου και συνέβησαν πριν το 1980. Φανερώνουν τις άθλιες συνθήκες μέσα στην καλύβα, στην ερημιά και την αδικαιολόγητη οργή κάποιων ανθρώπων εναντίον των τσοπάνηδων.
Α)Το πουλί του γαϊδάρου.
Το 1963 (6 χρονών), Μάης μήνας στα χειμαδιά, πολύ ζέστηκαι πολλές μύγες. Τα γαϊδούρια «μυγιάζονται» αυτή την εποχή. Το μοναδικό μου παιχνίδι τα ζώα. Θέλοντας να εξερευνήσω -να παίξω- με το πουλί του γαϊδουριού, που κρεμόταν ένα χεροπήχη κάτω από την κοιλιά του, μου τραβάει μια κλωτσιά στο κεφάλι και μ' άφησε αναίσθητο. Θυμάμαι μετά που συνήλθα, τα μούτρα μου, τα χέρια μου ήταν κοκκινόμαυρα και δεν υπήρχε νερό για πλύσιμο. Κόκκινα από τα αίματα και μαύρα από την «καπνιά» που μου έβαλαν στην πληγή για να σταματήσουν τα αίματα. ( Η καπνιά ήταν παλαιότερα το φάρμακο για τις πληγές).
Β) Η οργή του Δία
Στις 15 Ιουλίου 1972 έριξε τόσο χαλάζι στον Αρτοζήνο που κατέστρεψε τα πάντα. Εγώ με τον πατέρα μου φυλάγαμε τα γιδοπρόβατα στο χωράφι του Μαραγκόγιαννη στου Πετροκόπου, που ήταν χέρσο. Για να προφυλαχτούμε τα πήγαμε κάτω από ένα βράχο στην τοποθεσία Πόρτες, που είναι τα χωράφια τα Κατσιαπαίικα. Τα' αστροπελέκια έσκαγαν επάνω στο βράχο, γινόταν κοσμοχαλασιά! Τα κριθάρια που ήσαν έτοιμα για θέρο καταστράφηκαν ολοσχερώς. Τα σιτάρια έπαθαν λιγότερη ζημιά. Όλο το καλοκαίρι φυλάγαμε τα χωράφια που ήταν κριθάρια σπαρμένα να πάνε εκτιμητές να εκτιμήσουν τη ζημιά (δεν θυμάμαι αν πήγαν ). Στα περβόλια στη Βρωμήστρα είχαν οι Κουτσανδραίοι τριφύλλια . Καταστράφηκαν ολοσχερώς. Την άλλη μέρα ήρθε μια από τις Κουτσανδρονυφάδες να κόψει το τριφύλλι με το δρεπάνι. Μόλις είδε το τριφύλλι «αλώνι όπως λέμε» και νομίζοντας ότι το είχαν χαλάσει τα πρόβατα, άρχισε να φωνάζει, να καταράει, να φοβερίζει. Σείστηκε ο Αρτοζήνος. Εγώ με τον πατέρα μου είμαστε στην Περδικόβρυση. Έφτασε από κάτω ξυπόλυτη, το μαντίλι και οι πλεξούδες της στην πλάτη, σαν νεράιδα… Με το δρεπάνι στο χέρι ορμάει επάνω στον πατέρα μου να του κόψει το κεφάλι. Εγώ φοβήθηκα (15 χρονών) και κρύφτηκα πίσω από μια «τούφα». Πάντοτε την φοβόμουνα αυτή τη γυναίκα όταν ήμουν παιδί. Με είχε φοβερίσει ότι αν με έπιανε στα χέρια της θα μου έβαζε το κεφάλι μέσα στη στέρνα με το νερό, επειδή κάποτε της είχα ανοίξει τη στέρνα για να παίξω. Τελικά ήρθε επιτροπή (τρείς αγροφύλακες: Λυκουρεσαίος Σερβαίος και Δημητσανίτης) για εκτίμηση της ζημιάς. Είδαν την αιτία της καταστροφής (το χαλάζι) και ηρέμησε η γυναίκα.
Γ) Το θαύμα του Αγιοθανάση
Τελειώνω με ένα σοβαρό τραυματισμό που μου συνέβη το 1980, του Αγίου Αθανασίου. Βρισκόμουν στο Αναζύρι με άδεια απολύσεως από το Στρατό. Απολύθηκα μετά 10 ημέρες στις 28 Γενάρη. Προσπαθώντας, ήταν πρωί, να πιάσω μια γίδα να την αρμέξω, εκτύπησα στο κεφάλι σε ένα μυτερό ξύλο, στην κυριολεξία το ζούφλιασα. Γύρω ερημιά. Ο κοντινότερος γείτονας μισή ώρα απόσταση. Αναίσθητος για 24 ώρες. Το κοντινότερο χωριό που είχε αγροτικό γιατρό ήταν απέναντι στο Νομό Ηλείας, στο χωριό Σέκουλα. Μια ώρα δρόμο με τα πόδια. Τηλέφωνο, αυτοκίνητο ανύπαρκτα. Πήγε ο πατέρας μου και έφερε το γιατρό μ' ένα τρακτέρ. Συνήλθα την άλλη μέρα με φοβερούς πόνους. Το μισό κεφάλι μου τυλιγμένο και με πολλά ράμματα. Ο γιατρός αν και ήμουν βαριά τραυματισμένος, υπηρετούσα και στρατιώτης, δεν έκανε ενέργειες να με διώξουν, να με στείλουν σε ένα Νοσοκομείο. Ο πατέρας μου και η μάνα μου από το φόβο τους τα είχαν χαμένα. Δεν ήξεραν τι έκαναν. Έμεινα εκεί μες την καλύβα στην τύχη μου. Ακίνητος 3-4 ημέρες με άθλιες συνθήκες υγιεινής. Η μάνα μου απέδωσε τη σωτηρία μου σε θαύμα του Αγίου Αθανασίου. Μόλις έγινα κάπως καλά πήγα στο στρατόπεδο και πήρα το απολυτήριο. Είχα και το φόβο μήπως δε με αφήσουν να φύγω που είχα τραυματισθεί, αλλά δεν μου έδωσαν καθόλου σημασία.
Οι καιροί άλλαξαν και τώρα οι τσοπάνηδες πηγαίνουν στον Αρτοζήνο και στο Χαλασμένο βουνό με αυτοκίνητα, με τα κινητά τους τηλέφωνα και όλες τις ανέσεις. Το χειμώνα ας είναι καλά οι ζωοτροφές και ας λείπουν τα χειμαδιά.
Είχε απλώσει η μητέρα τ' αραποσίτι μας για να λιαστεί και μας είχε αφήσει μένα και
τον αδελφό μου το Τηλέμαχο να το φυλάμε. Το' χε απλωμένο σπυρί, σπυρί, σε στρωμένες
απλάδες και κουρελούδες, στο κομμάτι της πλατείας που' ναι πάνω απ' τη βρύση και στη
μικρή αυλίτσα του φούρνου του μπάρμπα Φώτη του Φούκα. Το' χε κουβαλημένο ίσαμε κεί,
στον ώμο, με σακιά.
Τ' αραποσίτι, ήτανε η σοδειά μας κείνης της χρονιάς, απ' το χωράφι μας της Ζερβούς
και θα μας χρησίμευε για τα σπιτικά παρασκευάσματα -το χυλό και τη μπομπότα-, για
τις μπαμπακούλες μας και για να ταϊζουμε καμμιά φορά τις κότες, το γουρούνι και το
μουλάρι μας, όταν θα' χε κάνει σκληρή δουλειά την άλλη μέρα. Να κουβαλήσει μισάδια
απ' το λόγγο, να φορτωθεί σανίδια για τη Στρέζοβα και τα Μαζέϊκα, να πάει το πατέρα
μέσα από διάσελα και από χάνια στο Πύργο και στη Μεσηνία, για να δουλέψει στο
σκάψιμο της σταφίδας και στο μάζωμα της ελιάς ή για να τραβήξει τ' αλέτρι στ'
όργωμα, μαζί με τ' άλλο, του σέμπρου μας, του μπάρμπα Γιώργη του Καρρά.
Θα' τανε η ώρα γύρω στις οκτώ με εννιά το πρωί κείνης της μέρας του Οκτώβρη μήνα, κι
όλο το χωριό ήτανε ορθό. Κει κάτω στης Βομπογιαννούς και στης Τζαφαρούς, το μεγάλο
κοπάδι του Πάϊκου, με τα κυπροκούδουνά του που γλυκοχτυπάγανε και με τα σκυλιά του,
τράβαγε κατά το Καμάρι και τη Δέση και στα έβγα του χωριού, οι χωριανοί με τ' άλογά
τους, τα μουλάρια τους και τις φοράδες τους, με τα πουλαρόπουλα συνταιριασμένα και
τα μαρτίνια ξωπίσω τους, τραβάγανε για τα χωράφια τους. Τα σκυλιά γαυγίζανε, οι
γίδες βελάζανε, η καμπάνα του Αγιο Δημήτρη χτύπησε για το σχολείο, τα γαϊδούρια
ξεφωνούσαν, τα κοκόρια λαλάγανε, οι κόπανοι των γυναικών πέφτανε με δύναμη πάνω σ'
απλάδες, σε σαίσματα και σε μπαντανίες. Όλα κείνο το φθινοπωριάτικο πρωί άνθρωποι,
ζωντανά και φτερωτά, λες κι' χανε βαλθεί να φανερώσουνε πόσο γιομάτο ήτανε το χωριό
μας και το διαλαλάγανε για ν' ακουστεί ίσαμε τις Παρπανίτσες και τα παν' αλώνια. Κει
που χανόσαντε οι δρόμοι, κατά τη Βυτίνα και το Βαλτεσινίκο. Ο ουρανός ήτανε ξάστερος
και η μικρή πλατεία με την αγορά, λουσεμένη στον ήλιο και στο φώς, είχε μπεί στο
ρυθμό της.
Ο Θανάσης ο Γόντικας είχε ανοίξει το χασάπικό του, ο Ρήγας ο Κόλλιας το κουρείο του
κι ο μπάρμπα Γιώργης ο Μπρούκλης, το καφενείο του. Ανοιχτά ήσαντε και τα παντοπωλεία "Η Ειλικρίνια" του Γιώργη του Κόλλιας και "Ο Πάν" του μπάρμπα Βασίλη του Κουμπούρη.
Το ίδιο και του Πάνου του Κόλλια, και του Αποστόλη του Μπράμη, και τα καφενεία του
Πλάτανου, και του Μιμίκου του Γόντικα.
Ανοιχτό και το μικρό Καπνοπωλείο του Γιώργη του Φούκα. Στην ώρα του κι ο μπάρμπα
Μήτσος ο Στρατηγός, με τα τσαρούχια του και με τη σκούφια του κατεβασμένη ίσμαμε τα
φρύδια του, τράβαγε το γέρικο μουλάρι του κατά τη βρύση για να ποτίσει. Στην ώρα της
και η κουφ' Αγγέλω, ζαλωμένη το βαρέλι της και η μητέρα, που' χε μπαμπακιάσει η
γλώσσα της, για να μας λέει, όλο τις ίδιες και τις ίδιες ορμήνειες.
- Να' χουτε τα μάτια σας τέσσερα γιατί περνάνε οι γύφτισσες. Ο νούς σας να' ναι δω
και όχι στο παιχνίδι, να μη σας το τρώνε τα πουλιά, να μη μας το σηκώσουνε τα
μυρμήγγια, για φαί να πηγαίνετε ένα σας - ένα σας, ο ίδιο και πρός νερού σας...
- Ρε, παίζουμε τους τσοπάνηδες, μου λέει ο αδελφός μου, που στεκότανε στη σκάλα. Απ'
τη πλατεία και τη μεριά του καμπαναριού, ξεκίναγε μια φαρδειά πέτρινη σκάλα, με
κάμποσα πελεκητά σκαλοπάτια που κατέβαζε στη βρύση κι απ' τα ριζά της σκάλας, και
δεξιά όπως τη κατεβαίναμε, ορθονώτανε μια μεγάλη μπουρνελιά.
- Τι λες ρε, αφού μείς δεν έχουμε πρόβατα.
- Στα ψέμματα ρε χαζέ σου λέω· έλα να δείς.
Στις δύο άκρες κάποιου σκαλοπατιού, ήσαντε αντικρυνές, δυό μεγάλες μερμηγγοφωλιές
και τα μερμήγια, είχανε βγεί κι' χανε πλημμυρίσει το σκαλοπάτι.
- Να ρε, θα' χουμε για πρόβατα τα μυρμήγγια. Τούτη η φωλιά, θα' ναι η στρούγκα η
δική μου, και κείνη η φωλιά, θα' ναι η στρούγγα η δική σου. Γώ θα' μαι ο Μπουρνά,
και συ θα' σαι ο Καραβίδας.
- Τι λες ρε, ο Καραβίδας έχει μονάχα γίδια, και γώ θέλω μα' χω μονάχα πρόβατα.
- Καλά ρε, τότενες, θα' μαι ο Μπουρνάς και συ ο Καραφουστάνας
***
Το παράπονο της μεγάλης μπουρνελιάς, φαντάζομαι πώς θα' τανε, που δεν μπόρεσε ποτέ
της, απ' τη νοιότη της και σ' όλο το καιρό της, να μεγαλώσει και να γλυκάνει τους
καρπούς της. Τι κι αν το' λεγε στο πλάτανο και στις γειτονιές της ακακίες. Όλα μεις
τα παιδιά της γειτονιάς, της τα τρώγαμε άγουρα.
- Αφήστε τα παιδιά να γίνουνε πρώτα, να τα φάτε γλυκά, μας έλεγε ο Παπαγιάννης, που'
πινε το καφέ του στο καφενείο. Το ίδιο και της ψηλής κορομηλιάς, που' τανε στη πίσω
αυλή της γιαγιάς μου της Νικόλαινας. Τη πετροβολάγαμε όλη μέρα.
- Αφήτε τα παιζιάκια μου να γεννούνε πρώτα, μας έλεγε η γιαγιά.
Δεν προλαβαίνανε να σχηματιστούνε τα μύγδαλα, ίσα που ξεχωρίζανε πάνω στη μυγδαλιά.
Μια πράσινη κοκιδίτσα μεσ' τα φύλλα. Είχαμε βρεί μια μυγδαλιά, που αν θυμάμαι καλά,
θα πρέπει να' τανε κοντά στο λεύκο του Μάλιαρη ή σ' ένα χωράφι, στο δρόμο προς το
Κάστρο.
- Ρε, πάμε για τσίγδαλα;
Και πηγαίναμε, και, γράτς, γράτς, τρώγαμε τα ξυνόγευστα μυγδαλάκια.
- Ρε, πάμε και στη μυγδαλιά, που' ναι μεσ' το χωράφι σας στις Κορφές;
- Τι λες ρε, αυτή' ναι πικρομυγδαλιά σου λέω...
Εκεί, κάτω απ' το δικό μας ήλιο και το δικό μας σύννεφο, κάτω απ' τη δική μας βροχή
και το δικό μας αγιάζι και το χιόνι και στη δική μας γη, ένα ένα μας, πίσω απ' το
πατέρα και τη μητέρα, που μας πέρνανε κοντά τους στο χωράφι μας και στ' αμπέλι ή με
τη παρέα μας, τρώγαμε τα βατόμουρα και τα μαμούκαλα τα πλυμένα με τις δροσοσταλιές,
τα τρυφερά βλαστάρια που τα μαζεύαμε μεσ' τη χλόη, στα χαμομήλια και στ'
αγριολούλουδα, τ' αγριασέλινα που φυτρώνανε μεσ' τους διαγούς, τ΄ άγουρα φιρίκια και
τα πετροκέρασα της Κουτσοπανούλας στη Κορφοξυλιά, τα γλυκά χλωρά μπιζέλια και
ρεβύθια, τα ψημένα αραποσίτια, τα γουλιά.
Τρώγαμε όμως, κι έτσι όπως τις βρίσκαμε, μεσ' τα χώματα και δίπλα στις κουτσουλιές,
τις μούρες της μουριάς του μπάρμπ' Ανδρέα του Φυσούνη, και τα κιτρινισμένα
αγριοκορόμηλα και τα λυωμένα γκόρτσα, τα πεσμένα πλάι στις κοπριές και στις
καρβαλίνες, στους παπουτζήδες που σπρώχναμε το σβώλο, και στους αβαδέλους και στα
τσιμπούρια, που ψάχνανε για να βρούνε και να κολλήσουνε, στα μαλακά και στα κορμιά
και στα ρουθούνια των ζωντανών.
- Μη τα τρως παιδάκι μου γιατί θα σε πονέσει η κοιλίτσα σου, θα πάθεις ταινία και θα
πεθάνεις, μου' λεγε η μητέρα.
Η κοιλίτσα μας πόναγε και ταινία πάθαμε, αλλά κανένα μας δε πέθανε από μόλυνση, από
τέτανο ή ασητεία, γιατί το καθένα μας είχε και το φύλακα άγγελό του. Ναί! το κάθε
παιδάκι, όπου στη γη, της κάθε φυλής και της όποιας πίστης, έχει και από ένα δικό
του άγγελο φύλακα προστάτη.
Είχαμε πάει κάμποσα παιδιά παρέα στο Σανατόριο, κι αναβαίναμε για παιχνίδι στη ψηλή
του μάντρα. Γώ που' μουνα το πιό μικρό και δειλό, όταν έφτασα στη μέση της και
κοίταξα κάτω, φοβήθηκα κι αρχίνησα να τρέμω, και να κλαίω. Δεν θυμάμαι, ο άγγελος
φύλακάς μου, μ' ανέβασε πάνω ή με κατέβαση κάτω;
Αγγελε φύλακα προστάτη
με τα πλατιά σου τα φτερά
έλα στον ύπνο μου και στάσου
στο κρεβατάκι μου μπροστά
λέγαμε στη προσευχούλα μας και πηγαίναμε να κοιμηθούμε. Και με ρωτάς. Γιατί τα
τρώγαμε ολ' αυτά; Από παιδιάστικη ζαβολιά, από λαιμαργία, από περιέργεια, από άγνοια
των κινδύνων υγείας, από έλλειψη και στέρηση, από πείνα και λίμα; Για ολ' αυτά, αλλά
και από πείνα και λίμα, άλλα μας λιγώτερο και άλλα μας περισσότερο.
Και σε ρωτάω και γώ. Θα' δινες, αν είχες, όλους τους καρπούς και τους χυμούς του
Κήπου της Εδέμ, για να ζήσεις και πάλι κεί και όπως τότε, τ' άγουρά σου χρόνια; Θα'
θελες να ξαναζήσεις το τότε, για λίγες στιγμούλες μοναχά; Στ' αλήθεια, σκέπτομαι,
πόσο τυχεροί πρέπει να' σαντε οι αρχαίοι μας θεοί, που' χανε το δικό τους νέκταρ και
τη δύναμη, να πισωγυρίζουνε στο χρόνο!
***
Όχι όμως πώς δεν είχαμε πια και τίποτα.
- Απίδια και κοντούλες, διαλαλούσε ένας Παλιοχωρίτης κάτω απ΄ το σπίτι μας.
- Φέγα πηλάλα να τονε προκάνεις πρωτού μάς φύγει και να του πείς, να περάσει κι από
μας, μου' πε η μητέρα. Τρέχω και γω ένα φουσέκι και τονε προλαβαίνω μπροστά στη
σκάλα της Ντεμερούκαινας. Ήτανε ένας ψηλός, σκιαδερός άντρας, που' χε δύο μεγάλες
κοφίνες γεμάτες μ' αχλάδια φορτωμένες στο μουλάρι του, και μία παλάτζα.
- Μπάρμα μου' πε η μητέρα μου να περάσεις κι απο μας.
- Ποιανής είσαι παιδάκι μου;
- Της θειά Μουτζούραινας.
- Α..
- Καλημέρα κυρά Μαρία.
- Καλώς τονε· σήμερα δεν έχω λεφτά, θα σε πλερώσω μ' αραποσίτι.
- Δε μου δίνεις κυρα Μαρία καλύτερα σιτάρι;
Το σιτάρι μας τελείωσε, προχθές και ο Κωστής σμιγάδι πήγε κι άλεσε.
- Καλά, δώσε μου και μένα σμιγάδι.
Και του' δωσε η μητέρα ένα τσουκάλι σιτάρι κι ένα αραποσίτι, και κείνος έδωσε
κάμποσα αχλάδια.
Όποτε οι μηλιές μας που' χαμε στ' αμπέλι μας στα Βουναρέϊκα και κάναμε μήλα, η
μητέρα τα' φτιαχνε πλεξίδες και τις κρέμαγε κοντά κοντά, στο ταβάνι της σάλας μας.
Ήσαντε κάτι μικρά, κοκκινωπά,νόστιμα μήλα. Το ταβάνι έμοιαζε με κληματαριά και μείς
από κάτω, κοιτάζαμε τα μήλα, σαν αλεπουδάκια. Τα μεγαλύτερα αδέλφια μου, άμα
αναβαίνανε στο τραπέζι, τα φτάνανε, εγω οχι και γι' αυτό τους πέταγα το παπούτσι.
Χρου... σκορπάγανε τα μήλα και κυλάγανε στο πάτωμα και κατ' απ΄ τα κρεβάτια.
- Αφήστε και κανένα ρε λιμαριασμένα, για να το βρει ο χειμώνας, μας έλεγε η μητέρα
και μας γέμιζε με κείνες τις στριφτές της τσιμπιές.
Το πορτοκάλι, ήτανε ένα σπάνιο είδος, κι αν κάποιοι το βρίσκανε, το φυλάγανε καλά
στο ντουλάπι σα φάρμακο, για τον άρρωστο ή το γέρο παππούλη και τη γιαγιά. Κάποιες
θύμησές μου ξεχωρίζουνε. Είχα πάει στη γιαγιά μου τη Νικόλαινα, κει κάτω στου
Κολόκα. Η γιαγιά ήτανε άρρωστη και στο κρεβάτι.
- Έλα ζιώ παιζιάκι μου, μου' πε, και μου' δωσε το πορτοκάλι της, μέσ' απ' το
ντουλάπι. Μικρή, αλλά και μεγάλη ανθρώπινη ιστορία, που με συγκινεί βαθιά μέχρι
σήμερα.
Καμμιά φορά ο πατέρας μας έπερνε καρπούζι, αν τύχαινε και το' βρισκε στην αγορά. Το
βάναμε το πρωί μέσ' το σωληνάρι της βρύσης και το πέρναμε το μεσημέρι μπούζι. Δεν
μας το' κλεφτε κανένας. Τότε τη πόρτα του σπιτιού τη κλείναμε μονάχα για να μη
μπαίνουνε μέσα τα μαρτίνια, οι κότες και το γουρούνι.
- Ρε, γιατί δε το τρως σα κύριος;
- Έχω γω ρε σουγιά;
- Και γιατί ρε δε παίρνεις ένα μαχαίρι;
- Έχουμε ρε μείς τόσα μαχαίρια;
Το μεγάλο μας γιορτάσι όμως, ήτανε με τα σταφύλια, που αρχινάγανε να κοκκινίζουνε,
απ' το πανηγύρι μας στο Πετροβούνι και μετά, στο γεννέσιο της Παναγίας, στις οκτώ
τπυ Σεπτέμβρη μήνα.
Κρυφά κρυφά και πονηρά, δυό δυό ή τρία μαζί, πέφταμε στ' αμπέλια, σα τα σπουργίτια
στη ρόγα. Πέρναμε τους μακρυνούς δρόμους, άλλα ξυπόλητα κι άλλα μισοποδεμένα, και
φτάνε ίσαμε τα Βουναρέϊκα και τις Φτέρες και τις Κηφωτίας, για να γεμίσουμε τη
κοιλίτσα μας μ' άσπρα και κόκκινα σταφύλια.
Τι κι αν μας σφυράγανε με τις χοντρές σφυρίχτρες τους, απ' το υψωματάκι του Αγιο
Νικόλα οπου' χανε στημένη τη βεργασούρα τους, οι αγροφύλακες, ο μπάρμπα Θοδωρής ο
Κολοκοτρώνης και ο μπάρμπα Κώστας ο Μουτζούρης. Μεις κρυβόμαστε μεσ' τα βάτα και στα
κλαριά.
Του Αγιο Νικόλα! Αλήθεια, γιατί αυτό το μικρό ξωκκλησάκι, μου μιλάει λίγο
περισσότερο απ' όλα τ' άλλα μας; Λαχτάρα μου είναι να βρεθώ μια μέρα μεσ' την Αγια
Σοφιά της Πόλης μας, κι όταν είμαι στο χωριό μας μεσ' στα σκόρπια ξωκκλήσια του. Από
κει θαρρείς πώς φθάνει γρηγορώτερα η προσευχή σου στο Θεό.
Και το γιορτάσι μας καλά κρατεί. Βαστάει ίσαμε που τα σταφύλια θα γίνουνε μούστες
και τσαμπίδες, ίσαμε που ο λίγος μούστος θα γίνει μουσταλευριά, πετιμέζι και
τζουτζούκι, και ίσαμε που ο πολύς ο μούστος θα γίνει κρασί. Και το κρασί, πόσο μάς
άρεσε!
- Παιδιά σύρτε να πιάσετε κρασί, και μη πιείτε στο βαγένι γιατί θα σας μυρίσω όταν
ανεβείτε, μας έλεγε ο πατέρας.
Παίρναμε ο αδελφός μου ο Τάσης και γώ το φανάρι και τη μποτίλια και κατεβαίναμε στο
κατώι. Κεί, είχαμε κρυμμένο ένα ποτήρι και πίναμε κρασί, όλο αφρό, ίσα απ' τη
κάνουλα.
- Ρε... να μη μαρτυρήσεις ότι έχουμε ποτήρι, ούτε ότι είπιαμε κρασί, τ' ακούς;
- Κι άμα ρε μάς μυρίσει ο πατέρας;
- Δε θα μας μυρίσει, άκου που σου λέω γώ, αλλά άμα μας μυρίσει, θα πούμε ότι μάς
ξεχείλισε η μποτίλια, κι' πιαμε λιγουλάκι, για να μπεί το βούλωμα.
Και δε μας μύριζε ποτέ ο πατέρας, παρά καμμιά φορά μονάχα γι' αστεία. Γιατί τάχα;
Ποιές σκέψεις έκανε, και πια λύπη έκρυβε μέσα του για μας, τα παιδιά του;
Παρασύρθηκα και ξεμάκρυνα απ' αυτό που ξεκίνησα να γράψω, αλλά δε με νοιάζει πιά.
Μου φτάνει που πέρασα μέσα σ' αυτό το κείμενο, κι όπως το μπόρεσα, βιώματα και
εικόνες της ζωής μας, των δέκα πρώτων χρόνων μας στο χωριό μας. Της ζωής των δέκα
πρώτων χρόνων μας, που με τη λογική μας ήσαντε πέτρινα, αλλα που με το συναίσθημά
μας, ήσαντε μαλαματένια κι ελαφριά σαν το πούπουλου του περιστεριού.
***
Θα κόντευε μεσημέρι πια και μείς, ο αδελφός μου κι γώ, με τα κοντά ντρίλινα
παντελονάκια μας και με τις τιραντίτσες μας πεσμένες ίσαμε τους αγκώνες μας, με τις
μπλουζίτσες μας και με τις αρβυλίτσες μας, μέναμε κει γονατιστά μπροστά στο
σκαλοπάτι και παίζαμε ακόμα τους τσοπάνηδες. Τα μερμήγγια, πολλά μερμήγγια, άλλα
πηγαίνανε φορτωμένα κατά τη φωλιά τους κι άλλα γυρίζανε και ψάχναμε για εν' αχυράκι
ή για ένα σπόρο, διπλό και τριπλό της δύναμής τους.
Γρήγορα, σταμάτητα, εργατικά, δουλευτιάρικα. Είχε ήλιο πολύ και ησυχία πολλή και
γαλήνη και ηρεμία. Τα μερμήγγια δε κινδυνεύανε από καμμιά ανθρώπινη μπότα!!
Κινδύνεψε όμως τ' αυτί το δικό μας, και να γιατί.
- Ρε, αυτό το πρόβατο είναι δικό μου.
- Τι λες ρε...
- Ναι ρε σου λέω, δε βλέπεις; αφού' ναι φορτωμένο και πήγαινε κατά μένα νε.
Ναι ρε, πήγαινε κατά σένα νε, αλλά τώρα πάει κατά μένα νε. Κατά σένα νε πήγαινε
μοναχά για να γυρίσει. Αφού γω ρε, είμαι πιό τρανός τσοπάνης από σένα νε.
- Πρίτς... γω' μαι ο τρανότερος.
Και κει στις διαφορές μας, με βάνει κάτω ο αδελφός μου και μου δαγκώνει με δύναμη τ'
αυτί. Απ' τα κλάματά μου, έβγαλε μια φωνή μεγάλη η θειά Κατερίνα η Αλεξοπουλίνα, που
κατηφόριζε απ' το σοκκάκι μας και ξεπρόβαινε από τ' αγκωνάρι της εκκλησίας, στη
πλατεία.
- Παιδιά, τι πάθατε χάδια μου;
Βγήκε κι ο μπάρμπα Γιώργης απ' το καφενεί, κι έφθασε και μας χώρησε. Ο αδελφός μου
ξέφυγε τρεχάτος κατά τη βρύση για να κρυφτεί. Μένα μ' έπιασε και με σήκωσε πάνω.
- Τι πάθανε Γιώργη τα παιδιά; Γιατί τσακωθήκατε χάδι μου;
- Δε στακωθήκανε Κατερίνα τα παιδιά, μοναχά παίζανε...
Έλα παιδάκο μου, μου' λεγε, σώνει πιά, μη κλαίς άλλο, και με πήγαινε πιασμένο απ' το
χέρι, κατά το καφενείο.
- Μένα νε μ' έβαλε χάμου και μου' φαγε τ' αυτί μου και μου πονεί.
- Για να δώ, έχει αίματα. Δεν έχει...
- Όμως μένα νε μ' έβαλε χάμου...
- Σένα νε σ' έβαλε χάμου, όμως συ το νε νίκησες...
- Όχι, κείνος νίκησε μένα νε, γιατί' ναι ο τρανότερος, όμως γω' μαι ο πιό τρανός
τσοπάνης από κείνο νε.
- Καλά, συ' σαι ο Καραφουστάνας. Τώρα θα σου δώκω κι ένα λουκούμι, για να μη το νε
μαρτυρήσεις στο πατερα σου το βράδυ που θα ρθεί.
- Γω θα τονε μαρτυρήσω.
- Θα τονε βαρέσει το κακομοίρη.
- Ε, τότε νες και γώ, δε θα τόνε μαρτυρήσω.
Φαίνεται όμως, πώς ο μπάρμπα Γιώργης ο χωρατατζής, δε κράτησε το λόγο του, γιατί
κατάλαβα το πατέρα, μια μέρα που μ' είχε στα γόνατά του, να μου ψάχνει με προσοχή τ'
αυτί, που' χει ακόμα τα σημάδια, απ' τη δαγκωνιά, του μασκαρά τ' αδελφού μου.
Όσοι ασχολούνται με την κτηνοτροφία λέγονται τσοπάνηδες. Με το ίδιο όμως όνομα λένε και τον ψυχογιό που τυχόν έχουν για να φυλάει τα πρόβατα ή τα γίδια. Αν αυτός είναι σε πολύ νεαρή ηλικία τον λένε και τσοπανόπουλο.
Μερικοί κτηνοτρόφοι που έχουν λίγα πρόβατα ή γίδια τα δίνουν «μισακά» σε άλλους τσοπαναίους.
Αυτός που φιλοξενεί τα πρόβατα λέγεται μισακάρης και αυτός που τα έχει δώσει για φύλαξη λέγεται αφεντικό. Από τα πρόβατα ή γίδια που φιλοξενεί ο μισακάρης, πρέπει να δώσει το μισό γάλα, μαλλί, νεογέννητα αρνιά ή κατσίκια στο αφεντικό, ενώ συνυπολογίζει και κρατάει τα ανάλογα έξοδα που έχει κάνει για τη διατροφή τους.
Υπάρχει όμως και η συμφωνία με τα λεγόμενα «κεφαλιακά». Σ' αυτή την περίπτωση, ο μισακάρης δίνει στ' αφεντικό, καθορισμένες ποσότητες γάλα, τυρί, αυγά και μαλλιά κάθε χρόνο, ανάλογα με τον αριθμό καφαλιακών προβάτων ή γιδιών και στο τέλος του συμβολαίου είναι υποχρεωμένος να παραδώσει όσα κεφάλια (ζώα) είχε πάρει στην αρχή και της ίδιας περίπου ηλικίας (πρέπει δηλαδή να κρατάει μικρά για ανανέωση κατά τη διάρκεια της κολιγιάς).
Μεγάλοι τσελιγκάδες ελάχιστοι υπήρξαν στο χωριό μας, οι πιο μεγάλοι έφταναν τα 500 με 600 ζώα και μερικοί ελάχιστα παραπάνω.
Όσοι έτρεφαν γίδια λέγονταν γιδαραίοι ή γιδάρηδες και όσοι είχαν πρόβατα προβαταραίοι.
Οι μισές περίπου οικογένειες του χωριού ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και πολλοί απ' αυτούς και με τη γεωργία, αν τα ζώα που έτρεφαν ήταν λίγα και μπορούσαν να εξοικονομήσουν χρόνο.
Η ζωή τους ήταν πάρα πολύ σκληρή. Το χειμώνα οι περισσότεροι κατέβαιναν στα χειμαδιά και ζούσαν εκεί οικογενειακώς. Τα χειμαδιά που κατέφευγαν οι Στενιώτες ήταν στην Παναγίτσα, στον Βατώντα, στο Πέι, στη Ριτσώνα και στα αρβανιτοχώρια.
Όσοι δεν πήγαιναν στα χειμαδιά ξεχειμώνιαζαν κυρίως στον Πύργο (Σκουντέρι)
Η απομάκρυνση τους απ' το χωριό τους επιβάλει ζωή χωρίς καθόλου ανέσεις. Στην εποχή που τα ζώα γεννούν, τότε υποφέρουν κυριολεκτικά, γιατί δεν μπορούν να εγκαταλείψουν το κοπάδι τους ακόμα και τη νύχτα. Η ζωή τους είναι λιτή, τα φαγητά τους περιορισμένα. Τα ρούχα τους χοντρά (κάπες, καπότια, πατατούκες, μάλλινα χοντρά παντελόνια και τα παπούτσια τους βαριά με πολλές πρόκες καρφωμένες στο κάτω μέρος της σόλας (προκιασμένα).
Κάθε στάνη χωρίζεται σε πολλά κομμάτια. Έτσι στα γίδια έχουμε στέρφα, γαλάρια, βιτούλια και κατσίκια, ενώ στα πρόβατα έχουμε στέρφα, γαλάρια, ζυγούρια και αρνιά. Γι' αυτό χρειάζονται πολλοί άνθρωποι για να τα «γυρίζουν». Παίρνουν μέρος σ' αυτή τη δουλειά ακόμα και τα παιδιά. Αλά και οι γυναίκες έχουν πολλές δουλειές πέρα απ' το νοικοκυριό τους. Πρέπει να καθαρίσουν το μαντρί και να φέρουν κλαρί (τρυφερούς βλαστούς) για τροφή του κοπαδιού το βράδυ.
Λιβάδια στην περιοχή του χωριού δεν υπάρχουν. Τέλος Απριλίου με αρχές Μαΐου που έρχονται τα πρόβατα από τα χειμαδιά ανεβαίνουν στο βουνό, στις Αλαταρές και στην ευρύτερη περιοχή τους (λειρί, λιβαδάκια κ.λ.π).. Όταν μαζεύουν το βίκο και τη φάβα κατεβαίνουν κάποιοι στα θερισμένα χωράφια και μετά από καμιά εικοσαριά μέρες που θερίζουν και το σιτάρι και αργότερα τα ρεβίθια τα ζώα βοσκούν ελεύθερα στις καλαμιές.
Σε μερικά σημεία όμως «αμποδάνε» (απαγορεύουν τη βοσκή) σε άσπαρτες περιοχές, οπότε πρέπει να τα νοικιάσει ο τσοπάνης, δίνοντας στον ιδιοκτήτη του χωραφιού σαν ενοίκιο, χρήματα ή συνήθως τυρί ή μαλλί.
Η περιοχή που απαγορευόταν η ελεύθερη βοσκή στη Στενή ήταν στην περιοχή του Πύργου (Παλιοχώρι), από το ποτάμι μέχρι Βαθερή, Μπαχούνες κλ.π. Τροφή για τα ζώα τους, εκτός απ' τη βοσκή, προμηθεύονται βαμβακόπιτα και καλαμπόκι απ' το εμπόριο και μερικοί από το γαλατά τους, που τους δίνει με πίστωση και παίρνει το γάλα τους την άνοιξη.
Το μαντρί και η καλύβα Το μαντρί των τσοπάνηδων είναι το δεύτερο σπίτι τους. Σ' αυτό περνούν το μισό χρόνο. Γι' αυτό εκτός από τα κτίσματα για τα ζώα τους έχουν και το καλύβι που ζουν οι ίδιοι.
Το μαντρί φτιάχνεται σε μέρος που το έδαφος έχει λίγη κλίση και δεν είναι υγρό. Επίσης πρέπει να είναι σε μέρος που δεν το πιάνουν πολύ οι αέρηδες (παγκιάνεμο).
Στήνουν γύρω - γύρω, βαθιά μπηγμένα στη γη διχάλες ξύλινες (φούρκες), οι οποίες είναι στηριγμένες με ψαλίδια και από πάνω μπαίνουν τα πατερόξυλα, διάφορα ψιλά ξύλα, αλλά κυρίως μεγάλα κλαριά από πεύκο (πευκαρούδια). Η οροφή στο κέντρο του μαντριού είναι ανοιχτή, μιας και τα πευκαρούδια σκεπάζουν ελάχιστα το χώρο περιμετρικά. Στο κέντρο του μαντριού ή κάποιες φορές και σε κάποια άκρη του υπάρχει περιφραγμένος και στεγασμένος χώρος για τα αρνιά ή τα κατσίκια που το λέμε «τσάρκο» ή «μπλετς». Όλο αυτό το συγκρότημα αποτελεί το μαντρί και πρέπει να είναι τόσο μεγάλο ώστε να χωράει όλο το κοπάδι. Είσοδο έχει στο φράχτη την «αμπουριά», που είναι κι αυτή φτιαγμένη μα κλαδιά. Έξω από το μαντρί ή συνήθως μέσα σ' αυτό είναι τα» «κουρίτια» που ρίχνουν την τροφή για τα ζώα. Η καλύβα (το καλύβι) στο οποίο μένουν οι τσοπάνηδες είναι λίγο πιο πέρα από το μαντρί. Το καλύβι είναι κι αυτό φτιαγμένο από κλαριά, αλλά τις περισσότερες φορές είναι με ξερολιθιά, ενώ για σκεπή έχει κλαριά δεμένα με σύρμα που ακουμπάνε πάνω στα δοκάρια που είναι στερεωμένα από τοίχο σε τοίχο. Παράθυρο δεν υπάρχει παρά μόνο η πόρτα που κι αυτή τις περισσότερες φορές δεν κλείνει γιατί πρέπει να φεύγει ο καπνός από τη φωτιά που καίει νύχτα μέρα μέσα στο καλύβι. Ο χώρος της είναι τόσος, όσο χρειάζεται για να μπορούν να κοιμηθούν όλα τα άτομα της οικογένειας στη σειρά και να περισσεύει μια γωνιά για τη φωτιά.. Σκεύη σχεδόν δεν υπάρχουν εδώ. Είναι φυλαγμένα στο χωριό και μεταφέρονται όταν αρχίζει το πολύ γάλα ή όταν πρόκειται να μεταφερθούν στο χειμαδιό ή στα ψηλώματα την άνοιξη.
Από το περ. ΕΠΟΠΤΕΙΑ, έτος 1983, Νο 76 σσ. Ι71-2• και Νο 80 σσ. 543-51.
Και τώρα ας δείξω πιο είναι το έργο μου. Αν για μας τώρα το δημοτικό τραγούδι όχι μονάχα δεν ζη πια στο σύνολό του παρά και τα συστατικά του ακόμα, η λέξη και η φράση, κινδυνεύουν να νεκρωθούν, για τους πατέρες μας θυμόμαστε τα τελευταία τουλάχιστο να σπαρτάριζαν ακόμη ζωντανά, ακόμη και το σύνολο του τραγουδιού αναδευότανε τότε κάπως ζωηρότερα. Βέβαια δεν άλλαξε απ' έξω η γλώσσα, φωνητική, γραμματική, συνταχτικό μείνανε τα ίδια καθώς πριν, άλλαξε όμως κι άλλαξε αρκετά ο συμβολισμός της γλώσσας. Ο κόσμος, που θεμελίωνε πριν τις λέξεις, ολοένα χάνεται, αν δεν έχει χαθεί κιόλας, και η λέξη, μπορώ να ειπώ, τώρα αναπνέει και ζη από το άτομο μονάχα, εκεί όπου είχε και δεύτερη ρίζα ζωής, το αντικείμενο. Θολά κινήματα του ατόμου παρά ακέριο το πράμα φανερώνει τώρα η λέξη, δεν υψώνεται πια μπροστά μας ο κόσμος, παρά βλέπουμε το άτομο να σαλεύη, να σφαδάζη στη μοναξιά του. Φέρνω παράδειγμα. Η λέξη κατάρα στο συμβολισμό της από καιρό τώρα έχει καταντήσει το ερείπιο της ίδιας της λέξης που διαβάζουμε στο δημοτικό τραγούδι. Το αντικείμενο έχει ξεθωριάσει, έχει σβήσει: έλειψε ο κόσμος, που ανάσταινε η λέξη στην ψυχή των πατέρων μας. Αλλιώς, με τον κόσμο εκείνο γερό, πώς θα μπορούσαν ο Tommaseo και ο Πολίτης (Εκλογές αρ. 128 Α) να τελειώσουν το τραγούδι, την "Κατάρα της Απαρνημένης", με το στίχο:
κι α θέλη γαίμα γιατρικό, πάρετε οχ την καρδιά μου.
Θα το βρίσκανε πολύ άπρεπο να ξαναφουντώνει πάλι ο έρωτας της κόρης ύστερα από την κατάρα της(1). Ή θα έφτανε ποτέ ο Χρηστοβασίλης, με τον κόσμο εκείνο γερό, όσο πρόστυχο εσωτερικό και να είχε, να γράψηι: "γλυκειά κατάρα" μόνο και μόνο για να καμαρώση τον πατριωτισμό του;(2) Ο συμβολισμός αυτός της λέξης κατάρα δεν έχει σβήσει μονομιάς από τις ψυχές όλου του κόσμου, επειδή ακόμη θυμούμαι τον τρόμο, που είχε πάρει η παιδική ψυχή από το στόμα της μάννας στη λέξη "κατάρα" . Δεν ήταν η βαρειά αγανάχτηση του ανθρώπου, σαν καταριότανε, ή το τρομερό κακό που θα εύρισκε τον καταραμένο, που φέρνανε την ανατριχίλα στην ψυχή του παιδιού παρά η ασάλευτη πεποίθηση, πως όλα αυτά τα κακά θα γίνουνταν, πως γίνανε κιόλας --ίσα ίσα ό,τι είναι το συμβολικό νόημα της λέξης στις γνήσιες παραλλαγές του τραγουδιού.
[...]
Ο κόσμος λοιπόν αυτός που ανασταίνει η γλώσσα δεν έχει λείψει ολότελα. Ξεθώριασε, είναι αλήθεια, αλλά ζη ακόμη εδώ κι εκεί. Έτσι, όσο είναι καιρός ακόμη, ας κοιτάξουμε να τον ζωηρέψουμε στη μνήμη μας, στη συνείδησή μας. Η μελέτη του δημοτικού τραγουδιού σημαίνει φροντίδα και δυνάμωμα της ίδιας μας της ζωής. Να ζωηρέψουμε τη θύμηση των πατέρων μας, να νοιώσουμε το στήθος μας «όλο ψυχές γεμάτο» δεν θα πάρη τέλος έτσι απάνω του το ελεεινό απομεινάρι της ύπαρξής μας, που στέγνωσε και ξεράθηκε σ' άρρωστον εγωισμό. Όμως κι άλλο καλό μπορεί να βγη από το δημοτικό τραγούδι. Καθώς αυτό μαζί με το έργο του Σολωμού είναι η μόνη ποίηση, όπου υπάρχει ό,τι λέμε κόσμος, μπορεί το ξαναζωντάνεμά του στην ψυχή να μας γεννήση την υποψία για τους σφαδασμούς και τις φωνές του ποιητικού ατόμου της εποχής και του τόπου (3). Τη μελέτη όμως και το ξαναζωντάνεμα δεν θα το κάνη ο προσκυνητής του δελτίου και της βιβλιογραφίας, παρά ο άνθρωπος, που γυμνάστηκε ενωρίς στη μνήμη και τη λήθη --έχει κιόλας να ξεχάση τη λέξη της εποχής του και να θυμηθή τη λέξη των πατέρων του--, ο άνθρωπος που έμαθε να σκύβη και να σκάβη το εσωτερικό του, τέλος ο άνθρωπος, που συνήθισε να στέκεται και καμμιά φορά μονάχος με την ψυχή του χωρίς καμμιά συντροφιά, ας είναι κι από δεφτέρια και χαρτιά. Τέτοια όμως συνήθεια είναι σπάνια και δύσκολη στον καιρό μας και στον τόπο μας, όπου ο ομαδισμός δεν έμεινε στα φυσικά του όρια παρά πάτησε και την περιοχή της ψυχής, του πνεύματος. Όμως από τη συζήτηση καλύτερη είναι η πράξη.Το παράδειγμα μπορεί εύκολα ν'ανοίξη την όρεξη και σ' άλλον να πάρη τον ίδιο δρόμο μαζί μου. Σταματώ λοιπόν τον πρόλογο και μπαίνω ευθύς στο θέμα μου. Μια φορά το θεμέλιο το ψυχικό νομίζω να γίνηκε. Έγνοια ζωής και όχι μεθόδου γέννησε τη μελέτη μου. Περισσότερο λοιπόν από κάθε λογικό δεσμό, που μπορεί και πρέπει να έχουν ανάμεσό τους τα μέρη της μελέτης, τα ενώνει το όραμα πλούσιας ζωής, που γλήγορα έρχεται και γληγορώτερα ακόμη χάνεται απ' εμπρός μου με το άκουσμα δημοτικού τραγουδιού. Εκείνο κυνηγώντας άρχισα να εξετάζω τη γλώσσα, το πνεύμα, την τέχνη του τραγουδιού και να μου φανή το όραμα να βάσταξε μια στιγμή περισσότερο, αν κάνω από τον άλλον να δοκιμάση τα ίδια μαζί του. Μήπως αν ζούσε το δημοτικό τραγούδι, όλοι όσοι το τραγουδούσαμε δεν θα είχαμε γίνει ένα τη στιγμή εκείνη;
[...]
Με τον καινούργιο σκοπό, που μπαίνει τώρα στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου, δεν αλλάζει στο βάθος διόλου ο τρόπος της εργασίας, αυτός μένει πάντα ο ίδιος. Όπως στο πρώτο κεφάλαιο το ξεκαθάρισμα από τα νόθα τραγούδια έγινε με τη βοήθεια, που έδινε το κάθε τραγούδι με τη σύνθεσή του, και όχι με καμμιά ειδική επιστημονικά εξέταση του θέματος του τραγουδιού ή της ιστορίας της συλλογής κτλ., κριτήριο πάλι της αξίας των τραγουδιών στάθηκε η συγκίνηση της ψυχής, και όχι η συνταγή της επιστήμης για λαϊκή τέχνη ή για πρωτόγονη ποίηση, έτσι και τώρα που μελετάω το πνεύμα δεν θα βγω παραέξω από το τραγούδι. Για βοηθό έχω μονάχα τη μνήμη, όσο και όπου μπορώ να την πλησιάσω ή να την βρω, επειδή αληθινά στις μέρες μας η μνήμη κατάντησε το σπανιώτερο πράμα του κόσμου. Αλίμονο --τι να το κρύψουμε-- η στεριά που χρειάζεται απαραίτητα ο άνθρωπος για το έργο του και που γενιές και γενιές περασμένες δούλεψαν να τη θεμελιώσουν, πάει τον τελευταίο καιρό ολότελα να λείψη κάτω από τα πόδια μας και μεις ολοένα και περισσότερο βουλιάζουμε στην ταραγμένη θάλασσα του χρόνου. Χάσαμε το γερό πάτημα, που δίνει το παρελθόν στον άνθρωπο, χάσαμε τη μνήμη και απροφύλαχτοι τρεκλίζουμε μέσα σε σκοτεινή και στοιχειωμένη περιοχή, στο μέλλον. Ποιός στην εποχή μας θέλει πια να ζήση τη ζωή του συνέχεια με τη ζωή των πατέρων του; [...]
Όσοι όμως δεν είναι πρωτοπόροι παρά μείναμε τα παλιά πλάσματα του Θεού, κοινοί άνθρωποι, αυτοί βλέπουν με τρόμο σιγά σιγά ν' αφανίζεται η στεριά και οι ίδιοι να βουλιάζουν ολοένα και παραμέσα στη γλίτσα και τη λάσπη, που έχει σωριάσει η κατεβασιά του καιρού και η ανεμελιά του ανθρώπου. Τι τους μένει τότε να κάμουν; Να κλείσουν τα μάτια στη φρίκη του πραγματικού, όπως η στρουθοκάμηλος, και να πλάθουν, από τη βιβλιοθήκη τους μέσα, μεγαλόπνοα σχέδια; να διαβάζουν λ.χ. Kant(4) και, αντί να ξεθυμαίνουν κάνοντας περήφανα βήματα στο δωμάτιό τους μέσα, να πλάθουν στη στιγμή ένα σχέδιο για την αισθητική μόρφωση του ελληνικού λαού σύμφωνα με το Καντιανό σύστημα; ή να ριχτούν, τέλος, κι εκείνοι στη δράση, για να μη μείνη πια τότε άκρη κι άκρη της ζωής καθαρή από το σιχαμερό μόλεμα της εξυπνάδας, και ύστερα αηδιασμένοι να λαχταρούνε ταξίδια Ευρώπης και Αμερικής για να ζήσουν τάχατες πια εκεί σαν άνθρωποι; Υπάρχει βέβαια και η πολιτική, αλλά εδώ πια σταματώ, επειδή αληθινά από μαγεία δεν καταλαβαίνω(5). Δεν θέλει καν ρώτημα, ο κοινός άνθρωπος δεν θα γίνη ούτε ο διανοούμενος του γραφείου ούτε ο έξυπνος του κόσμου. Ένας μονάχα είναι ο δρόμος του, να δοκιμάση με κάθε τρόπο να ξαναβρή πάλι τη στεριά, που θεμέλιωσαν στη ζωή οι πατέρες του. Ποια τότε ανάσα ψυχής! Το αντίκρυσμα της στεριάς και πολύ περισσότερο ακόμη το περπάτημα απάνω σ' αυτή δεν είναι λυτρωμός μονάχα της στιγμής παρά και άσβηστη δημιουργική φλόγα στο σκοτάδι του μέλλοντος. Λαμπαδιάζει και φέγγει το μέλλον, εκεί όπου υπάρχει ζωντανό το περασμένο, όπου όμως χάνεται , πίσσα σκοτάδι η κάθε στιγμή του χρόνου και τοίχος απέραστος. Μερικά παραδείγματα από την ίδια μου τη μελέτη θα ξεκαθαρίσουν καλύτερα το νόημα, επειδή από πουθενά αλλού δεν φαίνεται καθαρώτερα ο στερεός δρόμος των πατέρων μας, όσο και το κλέφτικο τραγούδι. Χρειάζεται βέβαια κόπος να τον βρης, φτασμένος όμως μια φορά εκεί, δε θαμπώνεις βέβαια τον κόσμο με την πράξη σου --δεν είσαι πρωτοπόρος, είσαι μονάχα συνεχιστής-- γλυτώνεις όμως από το ζωντανό θάψιμο στο πνεύμα του καιρού σου. Ποιος λοιπόν, που κατάφερε να ξεφύγη από την κατεβασιά του χρόνου και με τη βοήθεια της μνήμης πήρε τον ανήφορο προς τα περασμένα και προς το δρόμο των πατέρων του, δεν αναγαλλιάζει με τους ηρωικούς στίχους του τραγουδιού του Νικοτσάρα:
Τρεις μέρες κάνει πόλεμο, τρεις μέρες και τρεις νύχτες,
χιόνι έτρωγαν, χιόνι έπιναν και τη φωτιά βαστούσαν. (Fauriel I, 192)
Τρεις μέρες κάνει πόλεμο κ.τ.λ.,
χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, χωρίς ύπνο στο μάτι. (Passow 80
Πού ν΄ακουστή εκεί ψηλά το τραγούδι του λιμασμένου της ζωής καπετάνιου(6) «Παιδιά σαν θέλτε λεβεντιά κ.τ.π.»; Αυτό δεν είναι τραγούδι της κορφής παρά της γλίιτσας και του βάλτου.- Ποιος πάλι παίρνοντας το στέρεο μονοπάτι των πατέρων μας πέτυχε να βγη στ' ανοιχτά της ζωής, όπου όλα κινδυνεύουν, όλα σαλεύουν, και στη βαρειά εκείνη μοναξιά μπόρεσε ν' ακροαστή το στέρεο χτύπημα της καρδιάς του κλέφτη, και θα έχη ποτέ όρεξη να ξαναγυρίση σ' όλους τους χώρους ασφαλείας, είτε έχουν κεραμίδια είτε όχι (ιδανικά κ.τ.λ.); Ξαναδιαβάζεις τότε το "Φοβερό Κλέφτη" της "Συλλογής" του Αραβαντινού(7) και δε βλέπεις αίμα να τρέχει στις φλέβες του, μυρίζει όλος το γάλα της μάννας του. Μονάχα κλέφτης 'φοβερός' όπως του Αραβαντινού, θα ντρόπιαζε το φυσικό του άντρα --πεθαίνοντας δηλαδή θα έβαζε τα κλάματα για την κακοριζικιά της ζωής και θα έστελνε στη μάννα του το ειρωνικό εκείνο μήνυμα του γάμου του με τη 'μαύρη γης' (8). Ο γνήσιος όμως κλέφτης του δημοτικού τραγουδιού είχε αίμα στις φλέβες του και πέθαινε με ασάλευτη πίστη στη ζωή. Ό,τι φλόγιζε την καρδιά του, ζωντανός που ήτανε, τη φλόγίζει ακόμη στα τελευταία της ζωής του, ό,τι τον μόλευε ζωντανό, ο Τούρκος, δεν θέλει και πεθαμένο να τον μολεύη. Παρά να πέση ζωντανός στα χέρια του εχτρού καλύτερα να τον σκοτώσουν οι δικοί του και να του πάρουν το κεφάλι (9). Ποιος τέλος έφτασε ν' αντικρύση την απόλυτη ενότητα του κλέφτη στα λόγια και στα έργα, --γεμάτη η καρδιά, και η λέξη όπως και η πράξη ξεσπούσε το ίδιο βαρειά, το ίδιο φωτεινή η μια και η άλλη (10)-- ποιος λοιπόν έφτασε ν' αντικρύση την ακέρια και μονοκόμματη ψυχή του κλέφτη και δε θα στρίψη με αηδία το πρόσωπό του από την κομματιασμένη ψυχή του ανθρώπου της εποχής; Θάλασσα τα λόγια και πνίξανε αίσθημα και πράξη.
***
Όσο λίγο κι αν διάβασε κανείς κλέφτικα τραγούδια, θα πρόσεξε, δεν γίνεται, πως ξεχωρίζουν σε δυο: σε τραγούδια, που αναφέρονται σ' ορισμένο άτομο και μοιάζουν να ιστορίζουν τα περιστατικά του, και σε τραγούδια λυρικού πιο πολύ περιεχομένου, που έχουν ήρωα όχι ορισμένο πρόσωπο παρά γενικά τον Κλέφτη. Ο χωρισμός βέβαια αυτός, πρόχειρος στον καθένα, φαίνεται στην αρχή αδιάφορος και χωρίς σημασία, κι όμως στο τέλος αποδείχτηκε χρήσιμος για το σκοπό μου --άνοιξε από κάθε τι άλλο ευκολώτερα το δρόμο μου προς το πνεύμα του κλέφτικου τραγουδιού. Εξωτερικός μου φάνηκε, αλήθεια, στην αρχή ο χωρισμός, όσο όμως περισσότερο μελετούσα τα τραγούδια, τον έβλεπα σιγά σιγά να βαθαίνη και να γίνεται χαρακτηριστικό γνώρισμα της ουσίας και της αξίας των τραγουδιών, ως που στο τέλος υψώθηκε σε κύριο κριτήριο της αλήθειας τους. Μ' ένα λόγο ο χωρισμός αυτός, καθώς σκεφτόμουνα το νόημά του, αυτός πρώτος μου τάραξε την αθώα πίστη στην αλήθεια του κάθε τραγουδιού της συλλογής, μου κίνησε την υποψία, για να φθάσω τέλος στο συμπέρασμα πως τα δύο αυτά είδη του κλέφτικου τραγουδιού δεν είναι πνευματικά δημιουργήματα ίσης ποιητικής αξίας και όμοιας καταγωγής. Το συμπέρασμα βέβαια δεν βγήκε χωρίς δυσκολία. Η εξέταση ως τώρα, σπάνια καθώς ήτανε, στον τόπο μας, γινότανε στο υλικό μονάχα του τραγουδιού και όχι, όπως στις σχετικές μελέτες μου, στον εσωτερικό οργανισμό του, στη λέξη, στη γλώσσα,στη σύλληψη. Φυσικό λοιπόν να βρεθώ αβοήθητος και στην αρχή να δυσκολευθώ και να ξεχωρίσω πού βρισκότανε η αλήθεια, στα τραγούδια άραγε με τα περιστατικά ή στα λυρικά τραγούδια; Ο πρωτόπειρος χωρίς άλλο βέβαια τραβιέται περισσότερο από το λυρικό τραγούδι, θαρρεί πως έχει μπροστά του γυμνή την καρδιά του κλέφτη και ακούει καθαρά τους χτύπους της. Διόλου παράξενο. Ζούμε και μεγαλώνουμε όλοι με άκρο σεβασμό στη γενική έννοια και στα παράγωγά της. Σπάνια βρίσκουνται οι άνθρωποι με ανοιχτά, από νωρίς, το νου, τα μάτια και την ψυχή στο ατομικό και στο γεγονός. Μην πάμε μακρυά από την εποχή μας. Τι θόρυβος, Τι λιγομάρες για την αράχνη του μυαλού, για τον πανάνθρωπο, και ποια παγωνιά ψυχής και ποια τύφλα για το θερμότατο γεγονός, για τον διπλανό άνθρωπο! Όσο, όμως, κανείς κερδίζει τη σημαντική πνευματική νίκη και λυτρώνεται από την τυραννία της γενικής έννοιας, η σχετική αξία των τραγουδιών παρευθύς αλλάζει. Την πρώτη θέση, και σε λόγο τέχνης και σε λόγο πρωτοτυπίας, παίρνει τώρα το τραγούδι που έχει ήρωα το ορισμένο άτομο, ενώ το λυρικό τραγούδι αποδείχνεται νόθο και στη γέννηση, νόθο και στην αξία, δεν φανερώνει ούτε καρδιά ήρωα ούτε καρδιά ποιητή. Τα τραγούδια αυτά με το λυρικό περιεχόμενο, καθώς έγραφα και στη μελέτη μου για τη "Συλλογή του Αραβαντινού" (σ.11 κ.ε.) «δεν δείχνουν το κλέφτικο τραγούδι στην πρωταρχική και σημαντική μορφή του, που είναι τραγούδι σ' ορισμένο άτομο, ξακουστό απ' ό,τι έκαμε και απ' ό,τι έπαθε πολεμώντας, παρά έχουν πλαστή αργότερα, όταν πια ο 'Κλέφτης' πάει να γίνει ιδανικό ζωής και η ηρωική μορφή του αρχίζει να υποφέρη από τα όνειρα και τους πόθους ανθρώπων, που δεν είναι καθόλου ηρωικοί». Μ' ένα λόγο τα τραγούδια αυτά έχουν γεννηθή σ' εποχή, όπου έχει λείψει και από τη ζωή και από το πνεύμα η άμεση αίσθηση του ηρωισμού κι είναι κατασκευάσματα λογίων, των ανθρώπων δηλαδή με την έτοιμη φαντασία. Η φύση, κοντά στη γνώση, λείπει ολότελα. Στη θέση της μπήκε η ακροβασία της έτοιμης φαντασίας, της έτοιμης καρδιάς. 'Αφοβα λοιπόν και οι δύο αυτές ξεκλειδώνουνται. Φόβος δεν υπάρχει κανένας. Ο ήρωας δεν είναι ζωντανό πλάσμα, είναι κατασκεύασμα της γενικής έννοιας --τίποτε στον κόσμο δεν τον πιάνει εύκολα παίρνει ό,τι σχήμα θέλεις.
[...]
Ο χτύπος της ατομικής καρδιάς ζωντάνευε. το δημοτικό μοτίβο στην αρχική θέση, το φιλολογικό όμως κατασκεύασμα είχε ήρωα τη γενική έννοια του Κλέφτη κι η γενική έννοια δεν έχει καρδιά. Τα κυριώτερα τραγούδια λυρικού τύπου (βλ. Π.Ε. 20,21, 26,27,28, 30,31,32, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 42,43, 61 Β', 61 Γ') τα έχω σχεδόν όλα εξετάσει σε περασμένες μελέτες (11), όπου έχω πει καθαρά για το καθένα τους τις υποψίες μου και τους λόγους της ψευτιάς του. Έτσι δεν έχω πια εδώ να σταθώ περισσότερο (12) και πηγαίνω στο άλλο είδος του κλέφτικου τραγουδιού.
Αλλά και τα τραγούδια για ορισμένα πρόσωπα, που μένουνε πια η μοναδική πηγή της μελέτης μου, δεν τα λογάριασα όλα το ίδιο στη σύνταξή της. Έκαμα και σ' αυτά κάποιο ξεκαθάρισμα, που τα λιγόστεψε αρκετά. Δεν πήρα δηλαδή από πίσω κάθε ξυλένιο στιχούργημα, ας ήτανε και του πιο ηρωικού κλέφτη, ούτε γύρισα μια στιγμή να κοιτάξω τραγούδια με βάναυσο ή με κοινό περιεχόμενο ζωής --δε γράφω το βίο των κλεφτών-- παρά οδηγός μου και κριτής μου στάθηκε ό,τι ανώτερο σε ψυχική συγκίνηση και σ' αισθητική έκφραση βρήκα να παρουσιάζη η κλέφτικη ποίηση.
Δύο βρίσκει ο μελετητής σταθερά συστατικά του γνήσιου κλέφτικου τραγουδιού: το ορισμένο άτομο και το ορισμένο περιστατικό της ζωής του, καλό ή κακό, νίκη ή θάνατο. Το τραγούδι λ.χ. του Μπουκουβάλα ιστορίζει τη μάχη του αρματωλού στο Κεράσοβο, το τραγούδι του Σταθά τη ναυμαχία έξω από την Κασσάνδρα της Χαλκιδικής, το τραγούδι του Μηλιόνη τη μονομαχία του με τον Σουλεϊμάνη και το θάνατό του, το τραγούδι του Κίτσου τη σύλληψή του και την καταδίκη του σε θάνατο. Έλλειψη του ενός ή του άλλου συστατικού ή ελαττωματικό μεταχείρισμα δεν είδα να βγήκε ποτέ σε καλό του τραγουδιού. Μπροστά μου είχα τότε άτεχνο στιχούργημα ή νόθο κατασκεύασμα. Το τραγούδι λ.χ. του Ανδρούτσου (Passow 46), με τα πολλά περιστατικά της ζωής του αρματωλού, ξέπεσε σε πεζό βιογραφικό στιχούργημα. Το ίδιο και το τραγούδι του Νικοτσάρα Passow 82). Από το τραγούδι πάλι (Passow 37) , όπου ο κατασκευαστής δεν αποφάσισε καλά καλά ποιος νάναι ο ήρωάς του, ο Βλαχοθανάσης ή ο Ανδρούτσος, ακούεται μονάχα θόρυβος, Άλλα τέλος τραγούδια , που παρασταίνουν τα προ ή μετά από ένα περιστατικό (Passow 44, 45: του Μητρομιχάλη) κόβουν την όρεξη και το ενδιαφέρον του ανθρώπου. Τέλος τραγούδια με ήρωα γενικά τους Κλέφτες ή αόριστα τον Κλέφτη αποδείχνονται νεώτερα κατασκευάσματα (βλ. Passow 39: τραγούδι του Ντελή Αχμέτη). Ζητώντας λοιπόν σύντομον ορισμό, θα μπορούσε κανείς να ειπή πως το κλέφτικο τραγούδι είναι τραγούδι περιστατικών, επειδή αληθινά ο δημοτικός ποιητής χωρίς το περιστατικό εμπρός του δε θ' αποφάσιζε να τραγουδήση. Θα έλειπε η βεβαίωση του κόσμου για την αξία του ήρωά του. Για τους πατέρες μας ό,τι γινότανε μπροστά στον κόσμο έπαιρνε ψηλότερη σημασία: δεν το βλέπανε μονάχα τα μάτια του ανθρώπου παρά «πνεύμα Θεού επεφέρετο» ακόμη απάνω από τον κόσμο. Ο άνθρωπος ζούσε τη ζωή θαυμαστό και ανεξιχνίαστο γεγονός, η κάθε στιγμή ανοίγματα ατέλειωτα σε μάκρος και σε θέα --δε ζούσε ούτε πέθαινε κλεισμένος στην εξήγηση της ζωής, σε μια τρύπα. Οι σίχλιες πνοές της ψυχολογίας και της κοινωνιολογίας δεν είχαν αρχίσει να φυσούνε, να μολύνουνε τον αέρα και να στενεύουνε τη θέα και την άπλα. Ασφυξία τώρα από παντού και μονάχα ο θάνατος μένει ανοιχτός, να μπαίνη από καιρό σε καιρό η κρύα πνοή του θαυμασμού. Μας ανατριχιάζει η παγωνιά, είναι όμως και η μοναδική δροσιά της ζωής. Εδώ πια η εξήγηση δεν αξίζει και ο άνθρωπος στέκεται μια φορά πραγματικά συλλοϊσμένος.
Περισσότερη ωστόσο προσοχήσε κάνει γρήγορα να ξεχωρίσης την αφορμή της δημιουργίας του κλέφτικου τραγουδιού από την ουσία του. Το περιστατικό βέβαια γεννάει το κλέφτικο τραγούδι, δε θέλει όμως ρώτημα πως στην τελειότερη μορφή του το τραγούδι δεν είναι μια φορά η διήγηση του περιστατικού. Ούτε το τραγικό τέλος του κλέφτη, ούτε τα έργα του, όσο ξακουστά κι αν είναι, και πολύ λιγότερο τα αισθήματα και οι ιδέες του για τη φύση και για τον κόσμο κάνουν την ουσία του κλέφτικου τραγουδιού. Το κλέφτικο τραγούδι δεν είναι διήγηση υπερφυσικού ή μυθικού περιστατικού, ούτε λυρική διάχυση λεπτών ή παραδόξων αισθημάτων, ούτε περιγραφή και θεωρία της Φύσης. Το κλέφτικο τραγούδι εξωτερικά μοιάζει να είναι έκφραση του θαυμασμού για το εξαιρετικό άτομο, ο ύμνος του, στην ουσία του όμως είναι το πρώτο αδρό σχεδίασμα της καινούργιας Μορφής του Έλληνα. Αίσθημα, λοιπόν, θεωρία, δράση μπορεί να μη λείπουν και δε λείπουν, όμως όλα αυτά βρίσκουνται στο τραγούδι, επειδή ο δημοτικός ποιητής τα νομίζει απαραίτητα για να φθάση στον πόθο του, που είναι σύλληψη του ανθρώπου. Η μεγάλη αξία και πρωτοτυπία του κλέφτικου τραγουδιού βρίσκεται στον καινούργιο πόθο, που γεμίζει την ψυχή του δημοτικού ποιητή, στον πόθο για το σύνολο και όχι για το μέρος, στον πόθο για τον άνθρωπο και όχι για το μερικό φανέρωμά του είτε σε λόγο είτε σε έργο, όσο κι αν είναι αυτό εξαιρετικό. Παραβολή με τα Κρητικά και τα Μανιάτικα τραγούδια, που έχουν γεννηθεί κι εκείνα από περιστατικά ξακουστά στον κύκλο τους, θα καθαρίση περισσότερο τον χαρακτηρισμό του κλέφτικου τραγουδιού.
Η έγνοια του Κρητικού τραγουδιστή πηγαίνει όλη στο περιστατικό και όχι στον άνθρωπο. Κύριο μέλημά του είναι πώς να συνθέση ιστορία, όπου τα πρόσωπα, ο άνθρωπος, δεν ορίζει παρά έχει κι εκείνος την ορισμένη θέση του. Η αξία των τραγουδιών δεν μου φαίνεται μεγάλη. Αρχάριος της τέχνης ο Κρητικός ποιητάρης νομίζει τις περισσότερες φορές ίδιο πράμα άθροισμα και σύνολο. Αραδιάζει λοιπόν πλήθος λεπτομέρειες τόπου, χρόνου, ψυχολογίας μ' αισθηματικά διάφορα σχόλια δικά του. Σύγχρονος πάνω κάτω με τα περιστατικά ο ποιητάρης τα τραγουδάει στους συγχρόνους του, που τα έχουν κι εκείνοι το ίδιο ιδεί και δοκιμάσει, το ίδιο αισθανθή όπως κι αυτός. Τους λέει καθέκαστα και λεπτομέρειες γνωστές και άγνωστες, που συγκινούν, καθώς ξαναφέρνει στη θύμηση την αρχική συγκίνηση κι εντύπωση, που δοκίμασαν και οι ίδιοι με το περιστατικό. Ό,τι όμως πραγματικά δοκίμασαν μένει θολό κι αόριστο στη συνείδηση ποιητή και ακροατή --έλειψε ο νους να το συλλάβη και να το εκφράση. Ο Κρητικός δουλεύει εξωτερικά και κομματιαστά --μαζεύοντας δεξιά κι αριστερά το υλικό του, το πραγματικό δεν έφτασε να μετουσιωθή στην ψυ