Since 1996

Προηγούμενη Ενότητα..Επόμενη Ενότητα..
Προηγούμενη  σελίδα Κεντρική σελ. της Ενότητας Επόμενη  σελίδα
το Βιβλίο: «Σσσ...μας ακούει ο κόσμος» Είπαν για την συγγραφέα    η Πρώτη παράγραφο του βιβλίου    Απόσπασμα του βιβλίου    Αγαπητή μου Ελένη    τα Ποιήματα: Αν είναι να μιλήσω    Στη Κατερίνα    Αινιγματική παρουσία    Το γκρίζο σπίτι    τα 'Aρθρα : Ενότητα Κοινωνική Ζωή    Αρραβώνας    Γάμος    Βάπτιση    Θάνατος   

Γεννήθηκα το 1951 στην Κάτω Μηλιά Πιερίας. Οι γονείς μου ήταν αγρότες (χωρίς χωράφια). Για τα κοινωνικά δεδομένα της εποχής και την οικονομική δυσπραγία της οικογένειάς μου, αποτελούσε «ακατανόητο» τόλμημα να στείλουν το κορίτσι τους στην Κατερίνη και να

Είπαν για την συγγραφέα και το «Σσσ...μας ακούει ο κόσμος»

«Αρχόντισσα της γλώσσας» χαρακτήρισε τη συγγραφέα του βιβλίου «Σσσ...μας ακούει ο κόσμος» Ελένη Τζήκα, ο καθηγητής Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. Χρίστος Τσολάκης, στη διάρκεια της παρουσίασής του η οποία έγινε το βράδυ της Τρίτης στο πατάρι του κεντρικού «Ιανού» και στην οποία ήταν κύριος ομιλητής.

«Σπάνια έχει κανείς την τύχη να απολαύσει τέτοιο λόγο και τέτοιο ήθος. Ο λόγος της είναι κλασικά λιτός, της δόθηκε η χάρη να μιλήσει απλά, όμως η χάρη αυτή δεν δίνεται στον καθένα...», τόνισε ο Χρίστος Τσολάκης και υπογράμμισε ότι «είναι ένα μυθιστόρημα με έντονο ανθρωπιστικό νόημα. Διαποτίζεται κυριολεκτικά από τη λαϊκή δημιουργία. Είναι γεμάτο παροιμίες... που ζουν στο στόμα του λαού μας και συνωστίζονται στη άκρη της πέννας της. Είχε την τύχη να γεννηθεί στη Μηλιά κι΄ όχι στο «Κολωνάκι» γι΄ αυτό και ο πλούτος του ιδιωματικού λόγου των Πιερίων».

Καταιγιστικός στο λόγο του ο καθηγητής Γλωσσολογίας του Α.Π.Θ., είχε μόνο εγκώμια για το βιβλίο της Ελένης Τζήκα και εκθείασε πάμπολλες φορές τόσο την ίδια όσο και το μυθιστόρημά της για να καταλήξει: «Φωνάξτε τα παιδιά του Δία να σπείρουν τη στάχτη που απέμεινε, να φυτρώσουν άνθρωποι και πολιτισμός. Η Τζήκα αυτό έκανε, έσπειρε λίγο στάχτη και φύτρωσε! Την ευχαριστούμε» . Πρόκειται για ένα κείμενο βαθιά λογοτεχνικό, απέριττο, χωρίς φτιασίδια, κατάσπαρτο από ήθη, έθιμα, τραγούδια, παραμύθια, μεγαλοσύνη και μικρότητα, νοσταλγία και ελπίδα. Και όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά από τις εκδόσεις ΄΄Ακρίτας΄΄ οι οποίες το κυκλοφόρησαν. «Όταν, ξενυχτώντας μαζί του, το κλείσεις, απομένεις βουβός, γιατί η ζωή μίλησε...». την συνέχεια στα «Δημοσιεύματα»

βγάλει το Γυμνάσιο και στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη για σπουδές στη Φιλοσοφική Σχολή, απ΄ όπου και αποφοίτησα.

Από μικρή έγραφα στίχους που δημοσιεύτηκαν σε νεανικά περιοδικά της εποχής και το πρώτο μου βραβείο ήταν ένας τενεκές κίτρινο τυρί και ένα μεγάλο κουτί γάλα σκόνη από τον Ερυθρό Σταυρό (Τ΄ αδέρφια μου με κορόιδευαν κι εγώ δεν τους άφησα να φάνε ούτε τυρί ούτε γάλα). Αργότερα έγραφα άρθρα σε τοπικές εφημερίδες κυρίως σχετικά με τη λαογραφία του τόπου μου. Σε συνεργασία με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας και το Μακεδονικό Συγκρότημα τραγούδησα δημοτικά τραγούδια της περιοχής μου. Μου προτάθηκε να σπουδάσω μουσική και θέατρο, αλλά η τόλμη της οικογένειας μου είχε εξαντληθεί στο να με κάνουν «επιστήμων» !

Το μεράκι και τους καημούς μου τα΄ ακουμπούσα σε λευκές κόλλες, αλλά δεν είχα το θάρρος να τα βγάλω στο φως. Έτσι δύο ολοκληρωμένα έργα κιτρινίζουν σε κάποιο ντουλάπι. Ένας γλυκύτατος πανεπιστημιακός δάσκαλος είναι ο ηθικός αυτουργός του τρίτου, δηλαδή του πρώτου μου βιβλίου (Σσσ...μας ακούει ο κόσμος).

Από το 1976 ζω στην Κατερίνη και εργάζομαι ως καθηγήτρια, με εξαίρεση μια πενταετία που αποσπάστηκα και δίδαξα σε σχολείο στη Γερμανία.

Απόσπασμα από το "Σσσ... μας ακούει ο κόσμος"

".....Η Δήμητρα με την κοιλιά στα μάτια έκανε όλες τις δουλειές, μια και δεν είχε μαζί της ούτε μάνα ούτε πεθερά. Οι γονείς έμεναν με τους μικρότερους γιους, όπως ήταν η παράδοση. Ξυπόλυτη πήγαινε και έπλενε στο ποτάμι μέσα στα χιόνια και κουβαλούσε στην πλάτη της τα βρεγμένα ρούχα που γίνονταν ασήκωτα απ' το νερό σα μολύβι. Όταν ένοιωθε να διαμαρτύρεται το μωρό στην κοιλιά της, έλεγε με πείσμα: "ή εσύ θα σκάσεις ή εγώ, άλλη λύση δεν έχει!". Πλησιάζοντας τα Χριστούγεννα ήρθε κι η μάνα της να τη βοηθήσει. Θαρρείς κι είχε λογαριάσει τις μέρες. Εκείνο τον καιρό ακριβώς την έπιασαν οι πόνοι. Μα τι ήταν αυτό; Όλες οι γυναίκες πονάνε και γενάνε. Αυτή βογκούσε τρεις μέρες, μούγκριζε σα δαμάλα που τη σφάζουν, δαγκώνοντας τα χείλια να μη βγάλει φωνή κι αυτό το αναθεματισμένο δεν έλεγε να βγει στον κόσμο. Οι γειτόνισσες πηγαινοέρχονταν σκεφτικές κι ανήσυχες.
From: Kostas Douridas
Sent: Thursday, July 28, 2005 9:20 PM
Subject: Re: Ελένη Τζήκα

Αγαπητή μου Ελένη,
        Έλαβα το βιβλίο σας "Σσσ... μας ακούει ο κόσμος" και το χάρηκα. Συγκινήθηκα με την αφιέρωσή σας. Διαβάζοντας από τις πρώτες σελίδες ο αναγνώστης σας διαπιστώνει την εποποιία του θέματος., μαζί και την εμπειρία του προικισμένου συγγραφέα που ξέρει να οδηγεί ευχάριστα τον αναγνώστη στα όμορφα μονοπάτια της λογοτεχνίας. Το βιβλίο σας ενώ μιλάει απλά για τα βιώματα μιας οικογένειας την ίδια στιγμή παρασταίνει με γλαφυρότητα αλλά και λεπτομέρεια τα μελανά σημάδια που μ΄αυτά και από αυτά σφυρηλατήθηκε ο λαός μας!.. Έτσι το βιβλίο σας αποτελεί, θαρρείς και την ιερή συνέπεια, που θυμίζει αναγνώσματα της αξίας στη δομή του ύφους και του ήθους καθώς εκείνα του θαυματουργού Μακρυγιάννη! που μέσα από την λαγαρή του γλώσσα,  μας μετέφερε την επανάσταση μαζί και την βάση της Γλώσσας μας,  που εσείς πιστά υπηρετείτε!!  της Λογοτεχνίας,  που εσείς τόσο όμορφα μας διδάσκετε!!. Χίλια ευχαριστώ!! Να είστε καλά και να γραφετε!! και μόνον να γράφετε.
Με την πιο βαθιά μου εκτίμηση  Κώστας Δουρίδας . Canada.   http://douridasliterature.com/

-Ακόμα, μωρή Γιάννινα, μπλάρι* θα βγάλεις; Όταν ήρθε η μαμή, ο Γιάννης κοιτούσε με αγωνία τα μαύρα νύχια της. Τι να 'κανε η γυναίκα, αγρότισσα ήταν, δεν ήταν της σχολής, απλώς έκανε χάρη να βοηθάει τις ετοιμόγεννες. Κάποτε ευδόκησε κι αυτό το βλοημένο να βγει στον κόσμο με κάτι τσιρίδες σα να διατυμπάνιζε πως δεν ήθελε, αλλά δε μπορούσε να κάνει αλλιώς.

Αυτές οι ώρες οι δύσκολες ήταν ώρες των γυναικών. Οι άντρες αποκλείονταν. Και, παράξενο, όταν όλα πήγαιναν καλά κι έφευγε η αγωνία απ' τα πρόσωπά τους μη χαθεί το παιδί ή η μάνα, μήπως δε βγει μ' όλα τ'τα σ'μαδια, έπαιρναν ένα ύφος όλες, καθώς μπαινόγβαιναν με zεστά νερά και λεκάνες με καθαρά πανιά και φασκιές, ένα ύφος περηφάνιας ανακατεμένης με αίσθημα εξουσίας, που τρόμαζε κάπως τους άντρες.

-Όχι εσύ, δεν κάνει ακόμα να μπεις! Θαρρείς και κρατούσαν για τον εαυτό τους το μυστήριο της ζωής κι έπαιρναν την εκδίκησή τους, που σ' όλα τ' άλλα ο άντρας ήταν ο αφέντης. Σαστισμένος και αδέξιος ο άντρας τέτοιες στιγμές περίμενε να τελειώσουν οι ώρες της γυναικείας αυτοκρατορείας και να ξαναπάρει τα γκέμια στα χέρια του. Αυτός ο αποκλεισμός τον ταπείνωνε, τον έκανε να νοιώθει μικρός κι ασήμαντος και δεν τον άντεχε.

-Ε, δεν πειράζει, είπε μια μάκω*, νέοι είστε θα κάντε κι παιιδιά. Σελίδα 249........"

*μπλάρι = μουλάρι *μάκω = γιαγιά

τα Ποιήματα απ' την Συλλογή:
"το φάλτσο της Ζωής"


Αν είναι να μιλήσω
Στο Χρίστο Τσολάκη

Αν είναι να μιλήσω για σένα
πρέπει να σπάσω τον πυρήνα της Ιερής Σιωπής
από αγιασμένα αγριολούλουδα
της Σταυροπροσκύνησης.
Γιατί κι η Γνώση είναι σταυρωμένη
-Ανέκαθεν ήταν-

Αν είναι να μιλήσω για σένα
πρέπει να ντύσω το δέος
με λόγια νυφιάτικα, κατάλευκα
ενός μυστικού Γάμου
με νηρηίδες πρωτοξύπνητες παράνυφους.

Αν είναι να μιλήσω για σένα
ανασταίνονται γεύσεις κοριτσίστικων φιλιών,
αδέξια αγκαλιάσματα αγοριών
που ανταμώνουν πρωτόπλαστο τον Έρωτα.

Φοβάμαι να μιλήσω για σένα
μην ταράξω την αιώνια Γαλήνη της Αναζήτησης
στις βιβλιοθήκες τ' ουράνιου τόξου.

Φειδωλή ομορφιά!
Όσο την κυνηγάς τόσο λίγο σου δίνεται.
Σε πήρε στη δίνη της.
Φουσκώνοντας τα ρουμπινιά της πέπλα
που μόνο με τ' ακροδάχτυλά σου
αξιώθηκες ποτέ ν' αγγίξεις.
Είσαι μαζί της· όμως ξενιτεμένος
απ' όσους σ' αγάπησαν.

Καμιά φορά αμφιβάλλω
κι αν ακούς τους βουερούς ψιθύρους
ή και τις σιωπηλές κραυγές των καλεσμάτων τους.
Μα δε μπορεί· θα τους νιώθεις.
Αφού κι εσύ ξέρεις την πίκρα της απόρριψης.
Γι' αυτό είσαι λυπημένος
και τιμωρημένος
εξόριστος της Ζωής που πάλλει
κυνηγάς μια ναρκωμένη μορφή
να την αναστήσεις.

Την ώρα που οι άλλοι γιορτάζουν την Ανάσταση.

Πότε θα 'ρθει η δική σου Λαμπρή;
Πότε θα σταθείς να κοιτάξεις
τα ρινίσματα του φωτός
στα μάτια αυτών που σε λάτρεψαν;

Κλαίει η ικεσία στο μέτωπό τους
σαν τη μπόλια νεαρής αγαπημένης
που την τσαλάκωσε ο θάνατος.

Κι εσύ εκεί· μόνος, κατάμονος
σε δρόμους αδιέξοδους
σε λαγούμια σκοτεινά, τρίσβαθα
σε σπηλιές πνιγμένες απ΄ τον καπνό
της πολυπλοκότητας των εκδοχών.

Κι όταν ξαποσταίνεις σύντομα
στο κελί της ερημίας σου
πού το βρίσκεις τόσο Φως!
Κι ενώ ψηλαφάς τα σκότη,
η μορφή σου ήλιος από άλλους γαλαξίες.

Για μας.
Η μοναδική και ακριβή ανταπόκριση.

Σ' ομηρική μαλαματένια κούπα
μας κέρασες κρασί παλιό, αυθεντικό.

Οι παραστάσεις μισοσβησμένες
απ' τους αιώνες τους σκυμμένους
πάνω σε τραπέζια
μίζερων σπουδαστηρίων.

Ένας σάτυρος σε μέθυσε
που ζωντάνεψε απ' τη ζήλια
μιας άλλης μέθης αξεμέθυστης.
Έκσταση!

Καθώς ψάχνεις τα ίχνη
της συλλογικής Μνήμης.
Ακούς τα κουδουνάκια της αθωότητας
στις πλαγιές των Πιερίων;

Έρχονται να σου θυμίσουν
την ξενοιασιά της άγνοιας που μάτωσε.

Τον προγονικό εσπερινό:
"ο περιπατών επί πτερύγων ανέμων..

Ο ποιών την γην αυτού τρέμειν...

Ο απτόμενος των ορέων και καπνίζονται...".

Εκείνον τον εσπερινό
της νιογέννητης Λευτεριάς
που τον μαρμάρωσε η σφαίρα του Ιούδα το '43.

Κι από τότε έγινε χαρακιά στο μέτωπό σου.
Βαριά κληρονομιά!

Γυμνά κορίτσια
με νωπά ακόμα τα φιλήματα του Ενιππέα
να σταλάζουν μαργαριτάρια
θώπευσαν το σκληρό ξάφνιασμα
και το 'καναν τραγούδι
σε κυκλόσυρτους χορούς
στα χοροστάσια
που χόρεψαν οι θεριστάδες
κείνοι που νίκησαν το χάροντα
στεφανωμένοι με το χαμόγελο
μιας αιώνιας Ήβης.

Παράξενοι αστερισμοί,
παμπάλαιοι, που ήταν μια φορά,
σε ταξίδεψαν τη στιγμή του χαλασμού τους
τότε που άστραψαν το θάνατό τους.

Γι' αυτό δε φοβάσαι.
Πήρες ένα κομμάτι ουρανού
και μπαινοβγαίνεις στο άβατο της αθανασίας.

Πρόλαβες
κι ανάγνωσες κρυμμένα μυστικά
στην έκρηξη βιβλιοθηκών
την ώρα που λαμπάδιασαν για στερνή φορά.

Είσαι ευλογημένος της Μοίρας
και εμείς καλότυχοι, γιατί γευόμαστε
δι' εσόπτρου αντικατοπτρισμούς
του μυστικού χρίσματος.


Στη Κατερίνα

Σε είχα δει στην εκκλησιά
των βράχων του Κραβασαρά
σκαλισμένη στην πέτρα
Μια μικρή Παναγιά
που της έγδαραν το πορφυρένιο ιμάτιο
κι έκλαιγαν οι πτυχές
απ' τα τυφλά τους μάτια.

Κι ακόμα ντυμένη με τσίτινο σύννεφο
να τριγυρνάς στις στάνες
τ' ουρανού
αρμέγοντας τους γαλαξίες
Χορεύοντας βουκολικούς
ρυθμούς που σμίλεψε
ξεμέθυστος ο Βάκχος
στο κάστρο του Αχιλλέα.

Πότε σου μίλησε η Θέτιδα;

"Ηματί κεν τριτάτω φθίην ερίβωλον ίκοιο".

Δεν είχε σε ποιον να ξομολογηθεί
το κρίμα της π' αγάπησε θνητό
και τώρα μοιρολογούσε το Γιο
που πάλλονταν από νιάτα λιγοήμερα
Κι εσύ το κράτησες το βαθύ μυστικό
και σήκωσες τη θεϊκή θλίψη
κι αλάφρωσες την εξόριστη του Ολύμπου.

Σε διάλεξε για νύφη,
αν και θεά, λάθεψε,
της ξέφυγε η Τροία.
Αρραβωνιαστικιά τ' αρχοντόπουλου
που μίσεψε
και σ' άφησε νυφούλα
στην πηγή του δράκου.

Μέχρι να 'ρθει ο Αι Γιώργης
να σε εμπιστευτεί στον Ιωσήφ.

Για λίγο.


Αινιγματική παρουσία

Αινιγματική παρουσία
τόσο ξένος και τόσο οικείος.

Δεν κουράστηκες να περπατάς
στα σκοτάδια της αρχαίας Γνώσης
με το κλεφτοφάναρο του Διογένη;

Μυρουδιά παπύρων παμπάλαιων
που κλείνουν τα μάτια τους,
ευαίσθητα στο φως του σήμερα.

Σκληρό φως, ανελέητο
πληγώνει την ανίδεη παρθενικότητά τους.

Για σένα όμως που κουβαλάς
νεαρούς χειμώνες και κουρασμένες άνοιξες
με λιπόθυμες μελωδίες φρυγικές
οι πάπυροι αναδίνουν
την αθώα φρεσκάδα του ψωμιού,
στο φούρνο της πέτρινης ανάμνησης.

Πώς τα συνταιριάζεις;
"Νους ο διακοσμών και πάντων αίτιος".
Μόνο αυτό το δρόμο θέλεις.
Μόνο αυτόν ξέρεις.
Φοβάσαι το ξύπνημα
της υπνώττουσας καρδίας
κι αν ανοίξει κάνα καφάσι
στον άβατο χώρο, βιάζεσαι να το κλείσεις.

Μη φύγει το μύρο ενός πόνου
μυστικού κι άρρητου κι ωστόσο ιερού
Λιβάνι απ΄ αρχαία μυστήρια καις στο βωμό του.

Νομίζουμε πως κρυβόμαστε
Στα μάτια μας ο Ιούδας παραφυλάει
"Αυτός είναι!"

Κι εμείς ανυπεράσπιστοι
παραδινόμαστε.

Το πείσμα που κρατάμε
στις σφιχτές μας χούφτες
ματώνει
και στάζει κόκκινο
απ' την ’λλη τριανταφυλλιά.

Η Αλήθεια είναι πάντα κυνηγημένη
περπατά σε κινούμενη άμμο
και παίζει και κλαίει
και γελά με τη σοβαρότητά μας

Είμαστε καταδικασμένοι
να την κυνηγάμε
κι εκείνη καταδέχεται
ένα βλέμμα η απρόσιτη βασίλισσα
του Σύμπαντος κόσμου

Στους άλλους
αφήνει το είδωλό της
σαν την Ελένη στην Τροία
για να νομίζουν πως την έχουν
-γελοία πληρωμή
στην αυταρέσκεια της αλαζονείας τους.


Το γκρίζο σπίτι

Το γκρίζο σπίτι στην άσημη πολιτεία
δε νανούρισε τα όνειρά σου.

Κι εκείνα ξενιτεύτηκαν
σαν περιστέρια που διώχτηκαν
με κρεμασμένο το μήνυμα
της Γαλήνης, ατελέσφορο.

Δίψασες για ένα κόμπο
μητρικής παραμυθίας

-Το αυτονόητο-

Ό,τι αγάπησες
νοσταλγικά συντρίμμια,
όστρακα πληγωμένα
απ' τη σκαπάνη της Μνήμης
σ' αρχαίους τάφους.

Τα πετάγματα του νου
έμειναν μετέωρα,
κομμένα στη μέση.

Και τώρα στροβιλίζεσαι
στο στρώμα της νυχτερινής
αμφιβολίας.

Παραπαίεις ανάμεσα
στο καντηλάκι
της δακρυσμένης Παναγιάς
όπου καίει η δυσδιάκριτη ελπίδα
και στις λαμπρές ρεκλάμες
των καταστημάτων
που υπόσχονται λησμονιά.

Ποιος ή τι θα γεμίσει
αυτό το ανάμεσο κενό;

Σ' έχει κερδίσει το Συμβατικό
κι όμως ένας γκιώνης
κλαίει μέσα σου
μια ακοίμητη άνοιξη
που ήταν να 'ρθει
στ' αχνάρια του ήλιου
που σβήστηκαν από σκληρά πατήματα.

Αυτός ο γκιώνης φταίει·
τι θέλει να σου θυμίζει
για πού ξεκίνησες;

Αφού έτσι κι αλλιώς
η ζωή μίκρυνε.

Και σε γέλασε πως την κατάχτησες.

Αλλά τι αξίζει ο ζορισμένος μόχθος;

Θυμάσαι τότε π' αναζητούσες
Το Απόλυτο σε μεσαιωνικά βιβλία
πάνω στα φτηνά ράφια
μιας δημόσιας βιβλιοθήκης;

Ήσουν ολόκληρη μια Αναζήτηση
κατείχες το Απόλυτο
κομματιασμένο σε ανείπωτα ερωτηματικά·
μα δεν το ήξερες.

Τώρα έμαθες πολλά
κι ωστόσο δε φτάνουν
για να πάψει
να τσιμπά τα σωθικά σου
το Ανικανοποίητο.


τα 'Aρθρα:

Κ ο ι ν ω ν ι κ ή    Ζ ω ή 

Θέμα: Αρραβώνας  -  Γάμος  -  Βάπτιση  -  Θάνατος.

 

 

 Δεν μου αρέσει το φολκλόρ. Γιατί αφαιρεί κάτι απ΄ την ψυχή του λαού, την ίδια ίσως την ουσία της και καταντάει ένα πράγμα νεκρό, χωρίς πάλλουσα καρδιά, χωρίς ζέον αίμα.

Με πονά η παράδοση, όταν πέφτει σε χέρια ανίδεων και κακοποιείται βάναυσα.

Μια εικόνα με κυνηγά από παλιά, όταν ανυποψίαστα παιδιά άνοιξαν το παλιό, σκαλιστό σεντούκι της γιαγιάς, που μύριζε λεβάντα κι ήταν στρωμένο με καρυδόφυλλα απ΄ την Πεντηκοστή. Έβγαζαν ένα ένα τα παλιά χρυσοκεντημένα μαντίλια, τις υφαντές φούστες με τις περίτεχνες μπολντούρες, τις τσέπες με τις δαντέλες, που κρατούσαν, θαρρείς, ακόμα απάνω τους κάτι απ΄ τον ήχο των παλιών τραγουδιών, καθώς τα ύφαιναν ή τα κεντούσαν. Τα παιδιά τα έδειχναν το ένα στο άλλο με τη φράση τη βέβηλη ''κοίτα τι χαζά φορούσαν τότε''! και χασκογελούσαν.

Την ίδια αίσθηση έχω, όταν ακούω κάποιους, αμύητους στους θησαυρούς της δημοτικής μας μουσικής, παρουσιαστές στη τηλεόραση ή στο ραδιόφωνο, να μιλούν για δημοτικά τραγούδια του Τάδε ή του Δείνα.

Όμως, ακόμα κι απ΄ τη σοβαρή Λαογραφία, θα τολμούσα να πω, πως κάτι λείπει, παρόλο που της οφείλουμε πολλά.

Δε χωρίζονται τα ήθη και τα έθιμα, οι θρύλοι και οι παραδόσεις απ΄ τους ανθρώπους που τα βίωσαν, μέσα στις συνθήκες που τα βίωσαν. Γιατί μ΄ αυτά έκλαψαν, πόνεσαν, γέλασαν, έζησαν.

Θα προτιμούσα να διαβάζω Βιζυηνό, Παπαδιαμάντη, Καρκαβίτσα και μέσα απ΄ τη ζωή που ξεπηδάει απ΄ τα έργα τους, να μαθαίνω τη λαογραφία, όχι μουσειακά, αλλά ζώσα και πάλλουσα.

Αφού όμως δε μπορούμε ν΄ αναστήσουμε την περασμένη ζωή, τουλάχιστον ας πλησιάζουμε τα πατροπαράδοτα με σεβασμό, σαν ιερά λείψανα αγαπημένων. Ας τα προσεγγίζουμε με μια κάποια γνώση και κύρια, με τη γνώση της άγνοιάς μας .   

Μ΄ αυτή την αίσθηση θα μπω κι εγώ σήμερα στο ίδιο λούκι αυτών που πριν έκρινα. Με το φόβο πως σαν ψυχρός ανατόμος στο χειρουργικό τραπέζι, θα κόψω κάποια μέλη από ένα όλον αχώριστο, για να τα μελετήσουμε μαζί.  

Αλλά ας έρθω στο θέμα. Ο χρόνος δεν μας επιτρέπει κοινότυπους στοχασμούς.

''Κάθε τόπος και ζακόν΄ι  κάθε μαχαλάς κι τάξ΄ι'', λέει μια ντόπια παροιμία

Αν και σ΄ ολόκληρη την Ελλάδα, λίγο πολύ, σε γενικές γραμμές μοιάζουν τα έθιμα του γάμου, του αρραβώνα, του θανάτου, σ΄ αυτά εδώ τα χωριά των Πιερίων κάποιες διαφορές θα μπορούσε να ξεκρίνει ένα ασκημένο μάτι.

Στον τόπο μας σήμερα έχουν αλλάξει σχεδόν όλα. Οι πολυώροφες τούρτες, τα γαμήλια εμβατήρια, η σιωπηλή παρουσία μας μπροστά στ΄ αγαπημένο λείψανο, το ενδιαφέρον για το συνολάκι της  κουμπάρας στα βαφτίσια, δε μας ξεχωρίζουν πια απ΄ τους κατοίκους των μεγαλουπόλεων.  (Ακούω πως ήδη στην Αθήνα, όπως και στην Ευρώπη δε ξενυχτάνε πια το νεκρό. Απ΄ το νεκροτομείο στο μνήμα. Μη χαλάσει, λέει, η διάθεση των ενοίκων της πολυκατοικίας!) 

Βέβαια οι αλλαγές έγιναν σιγά σιγά κι ανεπαίσθητα· όλο κι αφήναμε στην μπάντα κάποιο τραγούδι, κάποια συνήθεια, κάποιο χρέος. Ώσπου φτάσαμε να μη γνωρίζουμε πια τον εαυτό μας. Μας ''έφαγε'' ο εκπολιτισμός, ο μοντερνισμός, η μίμηση. Α, ναι κι ο φόβος μη μας περάσουν για χωριάτες!

Γι΄ αυτό θα μιλήσω όχι για όσα απομεινάρια επιζούν ακόμα, αν επιζούν, μα για όσα γίνονταν και λέγονταν πριν απ΄ το ΄50, τουλάχιστον. Γιατί, από κει και πέρα, όλα νοθεύτηκαν, ξεθώριασαν, ξέφτισαν.

’λλωστε έτσι είναι η ζωή. Αλλάζει Τώρα αλλάζει προς το καλλίτερο ή το χειρότερο, αυτό δεν είναι του παρόντος.  


Α  ρ  ρ  α  β  ώ  ν  α  ς

Στον  τόπο μας δεν είχαμε ειδικές προξενήτρες, όπως σ΄ άλλα μέρη. Μεταξύ συγγενών και φίλων γίνονταν το προξενιό. Βέβαια, αν κάποια γυναίκα διέθετε το εξαιρετικό χάρισμα, να πείθει για προσόντα υπαρκτά ή ανύπαρκτα, να κουκουλώνει ή ν΄ αποσιωπά τυχόν ελαττώματα ή ''κουσούρια'' του ή της υποψήφιας, ε,  αυτό πια, δεν ήταν σπάνιο.

Πάντως προξενήτρες κατ΄ επάγγελμα, δεν είχαμε.  

Όταν έφτανε το προξενιό στο σπίτι της κόρης, κατ΄ αρχήν κρατιόταν μυστικό, όσο ήταν μπορετό. ''Να γέν΄ι πρώτα κι ύστιρα να βγει στου φόρου''. Δεύτερον, δε γινόταν αμέσως δεκτό· μη δείξουμε πως κάνουμε ''κρα'' για γαμπρό. Οι συνηθισμένες ''τσιριμόνιες'', '' να.... είνι μκρό του κουρίτσ΄ι,........ του πιδί δε γύρ΄σι απού φαντάρους'' και άλλα παραπλήσια, ήταν κάτι συνηθισμένο.

Αν όμως τους άρεζε το παιδί, δεν το παρατραβούσαν. ’μα δεν ήταν της αρεσκείας τους ή της σειράς τους, εύρισκαν πάντα έναν ευγενικό τρόπο για να ξεκόψουν.

Φυσικά όλ΄ αυτά αφορούσαν τους γονείς και τους μπαρμπάδες  κι όχι τα παιδιά. Κι εδώ που τα λέμε, καθόλου να μην αγανακτούν κάποιοι εκσυγχρονισμένοι, γιατί, αν λάβουμε υπόψη την ηλικία των παιδιών, θα δούμε πως δεν ήταν και τόσο παράλογο αυτό, χωρίς να αποκλείονται και κάποια δράματα.

Όταν έφτανε και στ΄ αυτιά της κόρης το όνομα του γαμπρού, το τίμιο κορίτσι έπρεπε ν΄ απαντήσει ''όπους λες ισύ, πατέρα''.   

Βέβαια τύχαινε καμιά φορά το κορίτσι να τα είχε ψήσει με τη μάνα από πιο νωρίς. Τύχαινε να το ήθελε κι η ίδια το παιδί και σπάνια, να τα είχαν κρυφομιλήσει οι δυο τους. Πάντως η ηθική τάξη επέβαλλε να κατεβάσει το κεφάλι από ντροπή και να δεχτεί την απόφαση του πατέρα, που συνήθως ήταν αμετάκλητη, παρά την κατά συνθήκην ερώτηση: Ισύ, τι λες κουρίτσ΄ι μ΄; Εδώ τώρα, σε περίπτωση άρνησης της κόρης, τα ηνία της ιστορίας έπαιρνε το ''κλέψιμο'', αλλά αυτή είναι μια άλλη παράμετρος.

Εμείς μιλάμε για τα σεμνά και τα πρεπούμενα.

Αφού δίνονταν ο λόγος-πολλές φορές αντικαθιστούσε και τον αρραβώνα, τουλάχιστον στα δίσεκτα χρόνια ΄40 με΄50- ορίζονταν η ημερομηνία του αρραβώνα.

Το βράδυ εκείνο η οικογένεια του γαμπρού έπαιρνε τ΄ς μπραγάτσις κι τα σ΄νιά γιομάτα με τα καλλίτερα φαγιά και τις πιο πλούσιες πίτες και πήγαιναν στο σπίτι της νύφης. Φαίνεται, για να μην πέσει όλο το βάρος στους συμπεθέρους. [Κάποιοι γύρισαν πίσω άπραχτοι με τα φαγιά, γιατί ο συμπέθερος μετάνιωσε. Για χρόνια το κουβέντιαζαν στο χωριό, τέτοιο πάθημα!]

Μπροστά στο εικόνισμα της Παναγιάς έβαζαν μια γυάλα με στραγάλια, σταφίδες και ζαχαρωτά μαζί με τα δαχτυλίδια. Τ΄ ανακάτευαν με τη σειρά ο πατέρας του γαμπρού, ο πατέρας της νύφης, η μάνα του γαμπρού και τέλος η μάνα της νύφης. Ο πατέρας του γαμπρού έβαζε στο χέρι της νύφης το δαχτυλίδι, ενώ στου γαμπρού το χέρι ο πατέρας της κόρης.

Τους έδιναν τις ευχές τους και κερνούσαν  τη νύφη.

Έτρωγαν, έπιναν, τραγουδούσαν.

Οι αρραβωνιασμένοι απαγορεύονταν να κυκλοφορούν, χωρίς τη συνοδεία τρίτου, συνήθως άμεσα συγγενικού προσώπου.

Ο γαμπρός έπρεπε να είναι ακριβοθώρητος, για ευνόητους λόγους, κι όχι συχνός επισκέπτης στο σπίτι της αρραβωνιάρας· όσο και αν το ήθελε.

Διηγούνται ακόμα οι παλιοί την προτροπή της πεθεράς στο γαμπρό της: ''Να είσι γλυκός, γαμπρέ''. Εκείνος μη μπορώντας αλλιώς να την εξηγήσει, πήγαινε συχνότερα κουβαλώντας γλυκά..

-Δεν είσι γλυκός, γαμπρέ, πάλι  η πεθερά. Εκείνος άλλο τόσο κουβαλούσε γλυκά, πληθαίνοντας συγχρόνως τις επισκέψεις του. Οπότε τον πιάνει ο πεθερός μια μέρα και του εξηγεί: ''Να έρχισι αριότερα, γαμπρέ, για να ΄σαι γλυκός''!  


Ο     Γ  ά  μ  ο  ς


 

Ο γάμος ήταν το ύψιστο γεγονός  στη ζωή κυρίως του κοριτσιού, αλλά κατά κάποιον τρόπο και του αγοριού. Γιατί η κόρη ήταν που θ΄ άλλαζε σπίτι, μάνα και πατέρα, αδέρφια και ξαδέρφια, ιδιαίτερα αν πήγαινε μακριά. Γι΄ αυτό κι η όλη διαδικασία κρατούσε μια βδομάδα κι όχι μια μέρα.

Φυσιολογικότατη η αναλογία, αν σκεφτεί κανείς πως τότε ο γάμος κρατούσε μια ζωή, ενώ τώρα από μήνες μέχρι χρόνια και σπάνια μια ζωή.

Απ΄ την προηγούμενη Κυριακή λέγαν  ''κίν΄σι η γάμους''.  Στο σπίτι του γαμπρού- αλλά και της νύφης- μαζεύονταν γυναίκες και κορίτσια, για να καθαρίσουν το στάρ΄ι  απ΄ τα άγανα και το ρύζ΄ι  απ΄ τα ''μπάμπαλα'', Κι όλα αυτά μέσα σε γέλια και πειράγματα. Ανάμεσα στο ρύζι και στο στάρι  έβρισκες  ζαχαρωτά,  καραμέλες και κουφέτα.  

Το στάρι θα γινόταν μπλιγούρι και όπως και το ρύζι, θα μαγειρεύονταν σε μεγάλα καζάνια με πρόβειο ή γιδίσιο κρέας. Οι πατάτες δεν χρειάζονταν προετοιμασία. Ο μάγειρας ήταν με ειδικότητα ''αποκτηθείσα εν τω στρατεύματι''  συνήθως.

Πέρα απ΄ τη νοστιμιά, το κυριότερο προσόν του ήταν, επειδή οι καλεσμένοι δε μπορούσαν να προσδιοριστούν με ακρίβεια, να μπορεί να τα μπαλώσει, σε περίπτωση πληθώρας κόσμου, ''να μην αντροπιαστεί'' ο νοικοκύρης.

Την Τετάρτη ''ανάπιαναν τα προζύμια''.  Αυτό το έργο το ανέθεταν σε μια κοπέλα με μάνα και πατέρα, αφού τη στόλιζαν με τα χρυσαφικά που αργότερα θα προσφέρονταν στη νύφη. Οι άλλες κοπέλες γύρω της παραφύλαγαν ν΄ αλευρώσουν το γαμπρό, αν τυχόν άνοιγε την πόρτα, για κάνα χρειαζούμενο. Λόγω που τα δωμάτια ήταν λίγα, ο υποψήφιος γαμπρός δεν τ΄ απέφευγε συνήθως το αλεύρωμα.

Μαζί με τ΄ άλλα ψωμιά που θα χρειάζονταν για το γάμο, έφτιαχναν και μια κουλούρα, αφού την τρυπούσαν στη μέση με το στόμιο ενός γυάλινου ποτηριού.

Εκεί θα έβαζαν την άλλη μέρα, την Πέμπτη το βράδυ, τα χρυσαφικά της νύφης, όταν θα πήγαιναν στα συμπεθέρια για το ''καυκί''. Τη μέρα εκείνη θα συζητιόταν οι λεπτομέρειες και τα πρακτικά προβλήματα του γάμου.

Πόσους νοματαίους θα είχε ο πατέρας της νύφης και άλλα τέτοια.

Την Παρασκευή καλούσε ο γαμπρός τον κόσμο, το Σάββατο η νύφη. Με μια μικρή κουλούρα σταρένια και με κρασί απ΄ την κόφα, που κερνούσαν τα μπρατίμια στα σπίτια που πήγαιναν σε όλο σχεδόν το χωριό.

Η ευχή των καλεσμένων ''Χαϊρλίδ΄κα'' ακούγονταν και ξανακούγονταν.    Αργότερα η κουλούρα έγινε μπομπονιέρα και τέλος τυπωμένο χαρτί.

Απ΄ το Σάββατο το βράδυ αντηχούσαν τα τραγούδια και στου γαμπρού και στης νύφης το σπίτι. Κάποιοι συγγενείς μπορεί να έρχονταν από μακριά.

Σαν ξημέρωνε η Κυριακή, σχεδόν την ώρα που στόλιζαν τη νύφη στο σπίτι της οι βλάμισσες κι οι συγγένισσες, οι άνθρωποι του γαμπρού κινούσαν να πάρουν το ''νούνο''.  

Νεραντζιά μου φουντωμένη, πού ΄ναι τ΄ άνθη σου; Πού ΄ναι τ΄ άνθη  πού ΄χες πρώτα, πού είν΄ η εμορφιά......

Αντιβούιζε το τραγούδι πέρα στις ραχούλες και στα τσκάρια και κατρακυλούσε στις λαγκαδιές. Η κόφα με τη ρακή και  το ξύλινο στόμιο πήγαινε από στόμα σε στόμα.

Η νύφη έστεκε σεμνά και ταπεινά, με τα μάτια κατεβασμένα, να της φορέσουν την κεντημένη φορεσιά, να της βάλουν την τσέπα στα μαλλιά, το σκεπίρι που άφηνε λίγο να φαίνεται η δαντέλα απ΄ την τσέπα, να τη στολίσουν με τα τέλια.

Έμεινε ακόμα η φράση για όποια χαμηλοβλεπούσα ''Μουρέ, σα νύφ΄ προσκ΄νάει''. Κάπου εδώ έβαζε μετάνοια στη μάνα και στον πατέρα να πάρει την ευχή τους.

Τα μακρόσυρτα, λυπητερά τραγούδια σ΄ εκείνον τον αργόσυρτο σκοπό έφερναν δάκρυα στα μάτια πολλών. ’μα κάνας ξένος περνούσε απ΄ την αυλή, δεν θα καταλάβαινε ότι πρόκειται για γάμο, αν δεν τον υποψίαζαν οι επίσημες φορεσιές των κοριτσιών, με τις μαντίλες, τις στολισμένες με αστραφτερές πούλιες, η γκάιντα ή το κλαρίνο.

Στ΄ ανώια στα κατώια κι στα ψηλά σεντούκια
φουστάνι είχα κρυμμένο, σύρε, μάνα μ΄, κι φέρ΄το
νύφη θέλω να γένω, να πρωτοπροσκυνήσω...

Και σήμερα ακόμα, αν τύχει και τ΄ ακούσεις, δε θα μπορούσες να μη θυμηθείς τον Παλαμά

''Γιαννιώτικα, Σμυρνιώτικα, Πολίτικα
μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα λυπητερά...
Μέσα σας κλαίει το μαύρο φτωχολόι
Κι όλα σας κι η χαρά σας μοιρολόι.

Αργότερα θα έρχονταν κάποια μπρατίμια απ΄ το γαμπρό να πάρουν την προίκα. Να τη φορτώσουν στο άλογο (ή στα άλογα) που θα συνόδευε στο σπίτι του γαμπρού συνήθως ο αδερφός της νύφης ή κάνας πολύ δικός της. Υφαντά, κεντήματα βγαλμένα απ΄ τα χρυσά χέρια της κόρης, φορέματα.  Να τα κοιτάς και να λάμπει ο τόπος! 

Οι συγκρίσεις δε γίνονταν ν΄ αποφευχθούν:

 ''Μουρή, πλιότερα κι απ΄ τ΄ Ρηνιώ τ΄ Γιώργη έχ΄ι, να μη σι πω κι καλλίτιρα''!

Η προίκα δεν ξεφορτωνόταν στο σπίτι του γαμπρού, αν εκείνος δεν έταζε παράδες κι κάνα κόκορα, ανάλογα με τη σειρά του.

Το ξεφόρτωμα συνόδευε ο χορός

Καλότυχη μωρ΄ νύφη, με τα προικιά που έχεις,
καλότυχη μωρ΄ νύφη με τον πατέρα πο ΄χεις
σου δίνει χίλια πρόβατα και δυο χιλιάδες γίδια
σου δίν΄ι αμπέλια ατρύγητα μαζί με τρυγητάδες
σου δίν΄ι χωράφια άθερα μαζί με θεριστάδες....

Τα τραπέζια στρώνονταν στο σπίτι της νύφης και του γαμπρού το μεσημεράκι και τώρα είχαν σειρά τα τραπεζιάτκα:                    

΄Δω σε τούτα τα τραπέζια όλο γίτσια κι λουλούδια
όλο γίτσια κι λουλούδια κι τραντάφυλλα στρωμένα
φύσηξε βοριάς αέρας και μας γκρέμισε την άνθη
-Σε παρακαλώ, βοριά μου τράβα σιγανά κι αγάλια...

Ύστερα οι καλεσμένοι του γαμπρού, μαζί με το ''νούνο'', το φλάμπουρο και φυσικά το γαμπρό καβάλα στ΄ άλογο, ντυμένο τα ''γαμπριάτικα'' κινούσαν να πάρουν τη νύφη.

Κινήσαν τα καράβια τα Ζαγοριανά
Κίνησεν κι ο καλός μου πάει στην ξενιτιά
Ν΄ούδε γράμμα μου στέλνει ν΄ ούδ΄ απηλοϊά
Μου στέλνει ένα μαντίλι μ΄ εκατό φλουριά...

  Η γκάιντα συνόδευε αυτούς που χόρευαν και το ΄χαν τσούξει λίγο παραπάνω.

Ο χορός συνέχιζε         

Φεγγάρι μου, λαμπρό λαμπρό και λαμπροφορεμένο
εκεί ψηλά που περπατείς και χαμηλά λοϊάζεις
μην είδες μην αλόιασες τον αγαπητικό μου
σε ποιο βουνό να περπατεί, σε ποιο μαρμαροβούνι....

Σαν έφταναν στο σπίτι της  νύφης, ο γαμπρός για να δείξει την αξιοσύνη του έπρεπε να πετάξει πάνω απ΄ το σπίτι ένα μήλο ή ένα ρόδι, ενώ ο χορός τραγουδούσε

Δεν ήρθαμι για φάει για πιει, ροϊδιά μου, ροϊδιά μου
Ροϊδιά μου με τα ρόϊδα, με τα γλυκά σου ρόδια
Μας είπαν είσαι έμορφη..... κι ήρθαμι  να σε δούμε...

Αν τύχαινε κανένα πειραχτήρι μπορούσε ν΄ αντιτάξει το άλλο τραγούδι:

                                   ''Μον΄ βάλτε μας γλυκό κρασί....''

Κι η αντίθεση να προξενήσει γέλιο.

Οι βλάμισσες και τα μπρατίμια της νύφης σχίζονταν να εξυπηρετήσουν το σόι του γαμπρού κι ας συνέχιζαν εκείνοι                  

Εμείς εδώ δεν ήρθαμι να φάμι και να πιούμε
μόνο σας αγαπούσαμε κι ήρθαμι να σας δούμε.
Να μη σας κακοφάνη κε που ήρθαμε στο χωριό σας.
Εμείς τη νύφ΄ι θα πάρουμε και το χωριό δικό σας.

Καμιά φορά άκουγες κι άλλα όχι τόσο συνηθισμένα τραγούδια, όπως τούτο

Χριστόδουλε κι αν μ΄ αγαπάς κι θέλεις να με πάρεις
κίνα και έλα μια βραδιά, ένα Σαββάτο βράδυ.
Χριστόδουλος παράκουσε και πήγε Πέμπτη βράδυ
Βρίσκει τις πόρτες σφαλιστές και τα σκυλιά λυμένα.

Στην κάμαρα, όπου έστεκε στολισμένη και καμαρωτή η νύφη, ένας κουνιάδος της, της πρόσφερνε τα παπούτσια, δώρο απ΄ το γαμπρό. Εκείνη καμώνονταν πως τη στένευαν κι ο αδερφός του γαμπρού έπρεπε να τάξει παράδες, για να φαρδύνουν. Τα παζάρια συνόδευαν τα κορίτσια με το γνωστό τραγούδι

Βάλε νύφη μ΄, βάλε του γαμπρού παπούτσια.
Είν΄ από την Πόλη και απ΄ τη Σαλονίκη

Μετά τα κεράσματα κινούσαν όλοι για την εκκλησιά. Τελευταία έμενε η μάνα της νύφης, να κυλήσει το κόσκινο, να δουν πώς θα σταθεί  τ΄ απίπκα ή τ΄ ανάσκλα. Η πρώτη στάση σήμαινε πως η νύφη θα γεννούσε αγόρι, η δεύτερη κορίτσι.

Ο χορός συνεχιζόταν στο δρόμο με τη συνοδεία της γκάϊτας Χόρευαν τα μπρατίμια με τα λευκά μαντίλια στους ώμους. Οι βλάμισσες από κοντά με τις ποδιές,  Μαντίλια και ποδιές δώρα της νύφης και του γαμπρού. Το άλογο κι εκείνο στολισμένο με λευκό μαντίλι, καμάρωνε θαρρείς.

Στην Εκκλησιά σταματούσαν τα γλέντια για το ιερό μυστήριο.

Στο γυρισμό καθ΄ οδόν για το σπίτι του γαμπρού βάδιζαν με τάξη, μπροστά ο γαμπρός, η νύφη και ο νούνος, πίσω το σόι του γαμπρού κι ύστερα της νύφης.

Πλησιάζοντας στη νέα κατοικία της νύφης άρχιζε ένα είδος τραγουδιστού διαλόγου ανάμεσα στη νύφη και στην πεθερά, που τις υποδύονταν ο χορός.

-Θα σε ρωτήσω, πεθερά και θα στο πω, μωρ΄ μάνα,
του τίνος είν΄ τα πρόβατα, του τίνος είν΄ τα γίδια
του τίνος είναι τ΄ άλογα που βόσκουν στα λιβάδια
-Δικά μας είναι νύφη μου,δικά μας μαυρομάτα...

Η πεθερά, ακούγοντας το τραγούδι, ετοιμάζονταν σοβαρή κι επιβλητική να βγει στο κατώφλι, συνήθως συνοφρυωμένη, μην της πάρει εξ αρχής τον αέρα η νύφη.

Μπαίνοντας στην αυλή της ο χορός την καλούσε με το γνωστό τραγούδι

Έβγα, μάνα, κυρά μάνα, ν΄ ΄παντήσεις τον υγιό σου
πάει μονός κι ήρθε ζευγάρι και σου φέρνει μια περδίκα,
μια περδίκα από τα πλάγια...

Η πεθερά κερνούσε τη νύφη μέλι και ζάχαρη, για να ΄ναι γλυκιά. Της έδινε ρύζι, να ρίξει σ΄ όλες τις μεριές για να ριζώσει. Ύστερα την οδηγούσε στη στια [εστία] και της χτυπούσε ελαφρά το κεφάλι στον παραστάτη, για να ΄ναι γερή και να δεθεί με το καινούριο σπιτικό.

Τώρα την πρώτη θέση είχαν οι ''μπογτζιάδες''. Γι΄ αυτό ακόμα λεν ''αρέ, σα μπουγτζιάς τ΄ ν άραξε''. Τα μπρατίμια κι οι βλάμισσες του γαμπρού μοχτούσαν να υπηρετήσουν το σόι της νύφης.

Έτρωγαν, έπιναν, χόρευαν, πότε με κλαρίνα, πότε τραγουδώντας με το στόμα.

Ο βαρύς γεροντικός χορός ''τα παλικάρια''  έκλεινε σχεδόν το γάμο. Τον στίχο τον άρχιζαν πρώτα οι άντρες και τον επαναλάμβαναν οι γυναίκες. Απ΄ την αντίθεση των μπάσων αντρικών φωνών με τις λεπτές, τσιριχτές κάποτε, φωνές των γυναικών χάνονταν κάτι απ΄ την επιβλητικότητα του χορού και γλιστρούσε προς το αστείο. Πριν φύγουν οι μπογτζιάδες η μάνα της νύφης έσερνε τον τελευταίο χορό:

Εμείς τώρα θα φύγουμι, καλή συμπεθερά,
ένα πουλί σ΄ αφήνουμε πολύ παραπονιάρκο
να μη μας το μαλώνετε και μας το


Β  ά  π  τ  ι σ  η


 

Είναι γνωστό σ΄ όλους μας το αεροβάπτισμα, που ισχύει ακόμα και σήμερα. Στα παλιά χρόνια ήταν αρκετά  συνηθισμένο εξ΄ αιτίας της παιδικής θνησιμότητας, που παραμόνευε όχι μόνο να σου πάρει το παιδί, μα να το στείλει κατ΄ ευθείαν στην κόλαση. Μεγάλη αμαρτία για τους γονείς.

 

Στα βαφτίσια η μάνα του παιδιού δεν έκανε να πάει στην εκκλησιά. Ο ''νούνος'' είχε το δικαίωμα να βάλει όποιο όνομα ήθελε. Συνήθως κρατούσε την παράδοση, να δίνει το όνομα του παππού στο πρώτο αγόρι. Το σόι της μάνας δεν είχε τέτοια δικαιώματα. Αργότερα γινόταν συνεννοήσεις με τους γονείς του παιδιού, χωρίς να λείπουν και τα μαλώματα. 

 

Η μάνα περίμενε στο σπίτι, να ΄ρθουν τα σχολιαρούδια να της φέρουν τ΄ όνομα, για να πάρουν τα σχαρήκια. Γι΄ αυτό στριμώχνονταν κοντά στον παπά ν΄ ακούσουν πρώτα τ΄ όνομα, για να το μεταδώσουν στους παππούδες ή στον πατέρα, που ίσως δεν το είχαν ακούσει.

 

Το μυστήριο ήταν μυστήριο κι όχι κοινωνική επίδειξη. ''Τι φοράει η κουμπάρα και πόσο να κάνει το συνολάκι του μωρού''.

Μόνο ο σταυρός ήταν απαραίτητος και το πανί για να τυλίξουν το παιδί μετά το λάδωμα.

Το παιδί το έντυνε ο ''νούνος'' αργότερα ένα, δύο, τρία χρόνια μετά, όταν ευκολύνονταν.  

Ο νούνος παρέμενε για όλη τη ζωή πρόσωπο σεβαστό κι άξιο τιμής από μέρους της οικογένειας του παιδιού. ''Αυτός σε λάδωσε, βρε''.

 Στο σπίτι του νεοφωτισθέντος η μάνα, για να πάρει απ΄ το νούνο το παιδί, έπρεπε να κάνει τρεις μετάνοιες.

Ύστερα άναβε μεγάλο γλέντι, γιατί τα βαφτίσια ήταν ένας μεγάλος σταθμός στη ζωή του νέου ανθρώπου και των γονέων του. Μερικά βαφτίσια έμειναν στη μνήμη των χωριανών, όπως και γάμοι, για να κόβουν το αέναο κύλισμα του χρόνου. ''Στα βαφτίσια του Τάδε είχι ένα χιόν΄ι δυο μέτρα''!

 

Ο νούνος χόρευε το γνωστό τραγούδι

 

''Σηκώσ΄ απάνω, Δημήτρη μ΄ κι άλλαξε, ωρέ

και βάλε τα καλά σου, για να βαφτίσεις,

Δημήτρη μ΄ το παιδί, να δώσεις τ΄ όνομα του''

                

                             χωρίς να λείπουν και τα σκωπτικά στιχάκια  

Του τίνος μοιάζει το παιδί, με ποιον να είναι ίδιο.
Στα μάτια μοιάζει το μπαμπά, στα φρύδια τον κουμπάρο''!

Το παιδί συνέχιζε να κλαψουρίζει συνήθως, οπότε τα γνωστά νανουρίσματα απ΄ τις γιαγιάδες προσπαθούσαν να το καλμάρουν:

 

 

''Έχει ο βασιλιάς κουρίτσ΄ι, έχουμι κι ιμείς πιδί

θα τ΄ αρραβωνιάσουμε και θα τα παντρέψουμι''


Θ  ά  ν  α  τ  ο  ς 


Αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής, όσο πικρό κι αν ακούγεται, είναι κι ο θάνατος. Η τελευταία πράξη, πριν κλείσει η αυλαία.

Εδώ είναι να θαμάζεις πώς επιβιώνει το αρχαίο πνεύμα περσότερο, θαρρείς, από όλες τις άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις. Κι ακόμα, πώς παντρεύεται με τη χριστιανική πίστη.

Τα μοιρολόγια θυμίζουν την αγάπη του αρχαίου Έλληνα στη ζωή, τη μία και μοναδική που του χαρίστηκε, γιατί μετά παραμονεύει το σκοτάδι του ’δη, όπου ακόμα κι ο Αχιλλέας θα προτιμούσε να ζει ως δούλος στον απάνω κόσμο, παρά βασιλιάς στον κάτω.

Ιδιαίτερα ο θάνατος του νέου και της νέας παρηγοριά δεν έχει.

Τα αυτοσχέδια μοιρολόγια σου ξεσχίζουν τα σωθικά και κάνουν να κλαιν δικοί και ξένοι. Λυτρωτικό κλάμα, όπως λένε οι ειδικοί σήμερα, γιατί ο πόνος ο ανέκφραστος γίνεται ''γρουμπούλι'' μέσα σου, όγκος επικίνδυνος, που αργά ή γρήγορα κάπου θα ξεσπάσει.

Ο θάνατος του γέρου είναι πιο ήπιος, πιο μαλακός.

Η πίστη στη μετά θάνατο ζωή, η εξοικείωση με το αναπόφευκτο τέλος αυτής της σύντομης διέλευσης απ΄ τον πάνω κόσμο, η καθημερινή επαφή με την φύση έκαναν τον ηλικιωμένο να δέχεται στωικά το χάρο, να τον περιμένει και να προετοιμάζεται γι΄ αυτόν. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, όπως θα ΄λεγε κι ο ποιητής. Τα ρούχα, τα ποδήματα, το σάβανο, όλα ήταν ετοιμασμένα από πριν για το αγύριστο ταξίδι.

''Ει, γιε μ΄ πιραστικοί είμαστι''. Οι οδηγίες είχαν δοθεί από πολύ νωρίς: Αυτά θα κάνετε, στο τάδε μέρος θα με βάλετε. Να με κλάψετε σεμνά και πρεπούμενα, να μη σας γιλάει η κόσμους. Προπάντων να με τραγουδήσετε.

Η νεαρή χήρα έπρεπε να προσέχει ιδιαίτερα, μην παρεξηγηθεί, κι ας τέλειωνε η προσωπική και κοινωνική της ζωή με το θάνατο του συντρόφου της. Οι κακές γλώσσες πάντα παραμόνευαν. Η φωτιά εκεί που πέφτει καίει, κακά τα ψέματα.

Το ''περατίκι'' στο σφραγισμένο στόμα του νεκρού, σου θύμιζε τα ναύλα για το φοβερό βαρκάρη, που οδηγεί τον νεκρό πέρα από την Αχερουσία λίμνη.

Το ξενύχτι απαραίτητο κι επιβεβλημένο. Τα μοιρολόγια έκαναν τη νύχτα να μη μοιάζει ατέλειωτη.

Πέρνα τα, Τζιάτζιο μ΄, πέρνα τα αυτά τα μονοπάτια
για δεύτερο δεν τα περνάς, δεν τα γυροδιαβαίνεις
-Τι ξέρ΄ς εσύ, βρε ψυχογιέ, πως δε θα τα περάσω;
Εψές είδα ένα είνορο, πικρό, φαρμακωμένο.
Τρία ποτάμια διάβαινες, τα τρία αράδα αράδα
Το 'να βαθύ, τ΄ άλλο στενό, τ΄ άλλο γεμάτο αίμα.
Χτύπα καμπάνα θλιβερά και παραπονεμένα
Εγώ πολύ δεν κάθομαι για να με μπιζερίσουν

Οι προλήψεις πολλές. ''Πουλύ όμορφ΄ι ήταν η σχωρεμέν΄ι, θα πάρ΄ι  κι άλλον με φαίνετι''         

Οι νιόπαντροι καλά θα ήταν ν΄ αποφεύγουν να παραβρεθούν. Όλα τα χρειαζούμενα σε μονό αριθμό, μη διπλώσει το κακό.

Στο τέλος όλοι έριχναν από λίγο χώμα ευχόμενοι ''καλό δρόμο'' και ''καλόν παράδεισο''· δίχως να παραλείψουν να στείλουν τα χαιρετίσματα στους δικούς τους αγαπημένους. 

Το σπίτι έπρεπε να καθαριστεί στις τρεις μέρες απ΄ το μίασμα του χάρου. Τα ψυχοσκούταλα απαραίτητα κι απέριττα. 

Νεκρός που δε διαβάστηκε, λόγω συνθηκών, βρικολακιάζει και δε βρίσκει πουθενά ησυχία η ψυχή του.

Οι αδικοθανατισμένοι από βίαιο θάνατο βοούν τις νύχτες και ζητούν εκδίκηση.

Δε σας θυμίζει τη δίκη των Αθηναίων στρατηγών;

Δε σας θυμίζει την Αντιγόνη του Σοφοκλή;

Κ. Μηλιά Πιερίας 7-8 04  2001



Ελένη Τζήκα
E-mail: elaet@sch.gr


Μηνύματα και Επιστολές
Μηνύματα και Επιστολές
mailto:kostas@douridasliterature.com
mailto:kostas@douridasliterature.com
The LAND of GODS Since October 1996 Oakville/Τοροντο Canada
   Click here to Make Land of Gods your star1t Page
σήμερα: