Όλα τα βιβλία του Οδυσσέα Ελύτη μπορείτε να τα προμηθευτείτε από τις Εκδόσεις Ίκαρος: Βουλής 4, Σύνταγμα Αθήνα, 105 62. τηλ. 210 322 5152 fax 210 323 5262 email info@ekdoseis-ikaros.gr
 Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)
|
Αποσπάσματα από το 'Εργο του :
1939 Προσανατολισμοί
1959 Aξιον εστί.
1960 Εξι και μια τύψεις για τον ουρανό
1971 Το Φωτόδεντρο και η δέκατη τετάρτη ομορφιά
1971 Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας
1971 Το Μονόγραμμα
1972 Τα Ρω του Έρωτα
1974 Τα Ετεροθαλή
1978 Μαρία Νεφέλη
1982 Τρία ποιήματα σε τιμή ευκαιρίας
1984 Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου
1985 Ο μικρός ναυτίλος
1991 Τα ελεγεία της οξώπετρας
1995 Δυτικά της λύπης
1998. Εκ του πλησίον
'Aσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας:
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
Η τρελή ροδιά
Η πορτοκαλένια
Επίγραμμα
"Τα τοπία του Ελύτη,
έγραψεν ο Μήτσος Παπανικολάου), έχουν όλη τη διαφανή και την καινούρια ομορφιά των τοπίων που καθάρισαν οι βροχές και οι άνεμοι, κι ακόμη των πρώτων τοπίων της δημιουργίας. Η φύση του είναι νέα και τόσο γοητευτική, σα να την αντικρίζουν για πρώτη φορά τα μάτια του παιδιού ή του κοιμισμένου. Κι εκεί μέσα ο ποιητής, παιδί κι αυτός, πλανιέται μες τις πιο απόκρυφες σκέψεις του, απαλλαγμένος εντελώς από τα δεσμά της λογικής..."
"Ο Ελύτης ξεκίνησε από τον υπερρεαλισμό,
αλλά δεν
υπέταξε την ποίησή του στις αυστηρές επιταγές και
προδιαγραφές του κινήματος. Συμπορεύτηκε μαζί του για ένα
διάστημα, δανείστηκε στοιχεία και τα αναμόρφωσε, σύμφωνα
με το προσωπικό του όραμα, σ’ έναν έλλογο και γλωσσικά
έκπαγλο λυρισμό. Η υπερβατική διάσταση του υπερρεαλισμού
διατηρήθηκε και αποτυπώθηκε με ευκρίνεια στα ζωγραφικά
κολάζ του Ελύτη, που ο ίδιος εκτιμούσε και υπολόγιζε πάρα
πολύ, θεωρώντας τα μιαν άλλην έκφραση της ποίησής του και
τα ονόμαζε «συνεικόνες». Οι φραστικές εκπυρσοκροτήσεις
που ακούγονται συχνά στα πάσης φύσεως κείμενά του
βρίσκονται άλλοτε εντεύθεν και άλλοτε εκείθεν της ίδιας της
γλώσσας. Ο λεκτικός του πλούτος δεν έχει ταίρι στα νεότερα
γράμματά μας. Η ποίηση του Καβάφη, λ.χ., όπως και του
Σεφέρη, έχει γραφτεί με τη χρήση περίπου 3.500 λέξεων. Οι λέξεις που χρησιμοποιεί ο Ελύτης
είναι υπερδιπλάσιες: πλησιάζουν τις 8.000! Η ποίησή του έφερε έναν αέρα υγείας, τόλμης και
φωτός, ως αναγκαία αντίδραση, τουλάχιστον στην πρώτη περίοδό της, στον καρυωτακισμό, ως
κατάφαση στην ίδια τη ζωή. Ο πρώιμος χαρακτηρισμός του ως «ποιητή του Αιγαίου» (τον
οποίον αργότερα ο ίδιος έβρισκε στενόχωρα περιοριστικό) μπορεί όντως να μην ανταποκρίνεται
στη συνολική δημιουργική του πορεία, αλλά δεν αναιρεί την «ανακάλυψη» του Αιγαίου ως
ποιητικού θέματος και, ταυτόχρονα, ως χώρου όπου":
συνέχεια
|
'Aσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας
| |
Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος,
που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός,
καθώς εχιόνιζε απ' το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας,
κι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες,
εκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
και μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη και νερό,
που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
μα όλος ο κόπος τ' ουρανού,
όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
πρωί στα πόδια του βουνού,
τώρα, σαν από στεναγμό θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει,
τώρα, η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα,
πιάνει και σβήνει ένα-ένα τα λουλούδια επάνω της,
μες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
από λιμό χαράς κοίτουνται τα τραγούδια
βράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
κόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.
Χειμώνας μπαίνει ως το μυαλό. Κάτι κακό
θ' ανάψει. Αγριέυει η τρίχα του αλογόβουνου,
τα όρνια μοιράζονται ψηλά τις ψύχες τ' ουρανού.
| |
|
|
| |
|
|
|
|
|
|
Τώρα μες τα θολά νερά ένας ίσκιος νευριάζει.
O άνεμος αρπαγμένος απ τις φυλλωσιές
κάνει εμετό στη σκόνη του,
τα φρούτα φτύνουν το κουκκούτσι τους,
η γή κρύβει τις πέτρες της,
ο φόβος σκάβει ένα λαγούμι και τρυπώνει τρέχοντας
την ώρα που μες από τα ουράνια θάμνα
το ούρλιασμα της συννεφολύκαινας
σκορπάει στου κάμπου το πετσί θύελλα ανατριχίλας.
Κ' ύστερα στρώνει στρώνει χιόνι χιόνι αλύπητο,
κ' ύστερα πάει φρουμάζοντας στις νηστικές κοιλάδες,
κ' ύστερα βάζει τους ανθρώπους ν' αντιχαιρετίσουνε: -φωτιά ή μαχαίρι!
Γι' αυτούς που με φωτιά ή μαχαίρι κίνησαν
κακό θ' ανάψει εδώ. Μην απελπίζεται ο σταυρός,
μόνο ας προσευχηθούν μακριά του οι μενεξέδες!
| |
|
|
| |
|
|
| |
|
|
| |
Γι' αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή,
λυώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης
-ο θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο!
Kάθε βροντή ένας θάνατος καβάλλα στον αέρα,
καθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ
στο θάνατο - κ' η μοίρα ό τι θέλει ας πεί.
Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κ' ηύρε το θάρρος,
καταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μες στον ήλιο,
-κιάλια, τηλέμετρα, όλμοι κέρωσαν!
Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!
Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες!
(Το κράνος κύλησε από την αριστερή μεριά...)
Στο χώμα μόνο μια στιγμή κουνήθηκαν οι ρίζες,
ύστερα σκόρπισε ο καπνός κ' η μέρα πήε δειλά
να ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια.
Mα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη οχιά
-μολις σταμάτησε για λίγο μες στα δόντια ο θάνατος,
κ' ύστερα χύθηκε μεμιάς ως τα χλομά του νύχια!
| |
|
|
| |
|
|
|
|
|
Τώρα
κοίτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη,
μ' ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά,
μ' ένα κλαδάκι λησμονιάς στ' αριστερό του αφτί,
μοιάζει μπαξές που τούφυγαν άξαφνα τα πουλιά,
μοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά,
μοιάζει ρολόι αγγέλου που σταμάτησε
μόλις είπανε "γεια παιδιά!" τα ματοτσίνορα
κ η απορία μαρμάρωσε...
Κοίτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη...
Αιώνες μαύροι γύρω του
αλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή
κ οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες
ακούν με προσοχή,
όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε,
όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
-όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή.
Κάτω απ' τα πέντε κέδρα,
χωρίς άλλα κεριά,
κοίτεται στην τσουρουφλισμένη χλαίνη...
άδειο το κράνος, λασπωμένο το αίμα,
στο πλάι το μισοτελειωμένο μπράτσο,
κι ανάμεσα απ τα φρύδια
μικρό πικρό πηγάδι - δακτυλιά της μοίρας,
μικρό πικρό πηγάδι κοκκινόμαυρο,
πηγάδι όπου κρυώνει η θύμηση!
Ω! μην κοιτάτε, ω μην κοιτάτε από πού του-
από που τουφυγε η ζωή. Μην πήτε πως -
μην πήτε πως ανέβηκε ψηλά ο καπνός του ονείρου!
Eτσι λοιπόν η μια στιγμή, έτσι λοιπόν η μια-
έτσι λοιπόν η μια στιγμή, παράτησε την άλλη,
κι ο ήλιος ο παντοτεινός έτσι με μιας τον κόσμο!
| |
|
|
| |
|
|
| |
|
|
| |
'Ηλιε, δεν ήσουν ο παντοτεινός;
Πουλί, δεν ήσουν η στιγμή χαράς που δεν καθίζει;
Λάμψη, δεν ήσουν η αφοβιά του σύγνεφου;
Κ' εσύ, περβόλι, ωδείο των λουλουδιών,
κι' εσύ, ρίζα σγουρή, φλογέρα της μαγνόλιας!
Eτσι καθώς τινάζεται μες στη βροχή το δεντρο
και το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
κ' ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
και τα δυο ματια πάνε να δακρύσουν,
γιατί; ρωτάει ο αητός, πούναι το παλικάρι;
Κι' όλα τ' αητόπουλα απορούν: πούναι το παλικάρι!
Γιατί; ρωτάει, στενάζοντας η μάνα, πούναι ο γιος μου;
Κι όλες οι μάνες απορούν: πού νάναι το παιδί!
Γιατί; ρωτάει ο σύντροφος, πού νάναι ο αδερφός μου;
Κι όλοι του οι σύντροφοι απορούν: πού νάναι ο πιο μικρός!
Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός.
πιάνουν το χέρι, και παγώνει,
πάν να δαγκάσουνε ψωμί, κ' εκείνο στάζει αίμα,
κοιτούν μακριά τον ουρανό κ' εκείνος μελανιάζει
-γιατί; γιατί; γιατί; γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος;
γιατί ένα τέτιο ανόσιο ψωμί;
γιατί ένας τέτιος ουρανός εκεί που πρωτα εκατοικούσε ο ήλιος!..
| |
|
|
| |
|
|
|
|
|
΄Ηταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
σκύψανε τα βουνά της θράκης να φανεί
στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε,
σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
μια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μες το κλάμα του,
βγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
και το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα.
Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι,
καβάλλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν,
ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
κ' ήρθαν από της γης τα πέρατα
οι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
εκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά,
εκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!
Hταν γερό παιδί,
τις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσα
λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων,
ήταν τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα του
που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης,
πιάνοντας ύστερα χορό μ' όλες τις νίφες λεύκες
ώσπου ν' ακούσει και να χύσ' η αυγή το φως μες στα μαλλιά του,
η αυγή, που μ' ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε
στη σέλλα δυό μικρών κλαδιών να γρατσουνάει τον ήλιο,
να βάφει τα λουλούδια
ή, πάλι, με στοργή να σιγονανουρίζει
τις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν...
Α! τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του!
Τι χάρτης περιφάνιας το γυμνό του στήθος,
όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα!...
Hταν γενναίο παιδί.
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του,
με τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά,
και με το κράνος του -γιαλιστερό σημάδι
(φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό
που δεν γνώρισε κακό ποτέ του)
με τους στρατιώτες του ζερβά-δεξιά
και την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του.
-Φωτιά στην άνομη, φωτιά!
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
τα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε,
ύστερα λυώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
το κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής,
και το στώμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο,
και τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας.
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
-δεν έκλαψαν.
Γιατί να κλάψουν;
Hταν γενναίο παιδί!
| |
|
|
| |
|
|
| |
|
|
| |
Τα δέντρα είναι από κάρβουνο που η νύχτα δεν κορώνει.
Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
-τίποτε. Μες στην παγωνιά κουρνιάζουν τα βουνά
γονατισμένα. Κι από τις χαράδρες, βουϊζοντας,
απ' τα κεφάλια των νεκρών η άβυσσο ανεβαίνει...
Δεν κλαίει πια ούτ' η λύπη. Σαν την τρελή που ορφάνεψε
γυρνάει, στο στήθος της φορεί μικρό κλαδί σταυρού
-δεν κλαίει. Μοναχ' από τα μελανά ζωσμένη Ακροκεραύνια
πάει ψηλά και στήνει μια πλάκα φεγγαριού
μήπως και δουν τον ίσκιο τους γυρνώντας οι πλανήτες
και κρύψουν τις ακτίδες τους
και σταματήσουν
εκεί στο χάος ασθμαίνοντας εκστατικοί!...
Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος,
σφίγγεται η ερημιά στον μαύρο της μποξά,
σκυφτή πίσω από μήνες-σύννεφα αφουκράζεται,
τί νάναι που αφουκράζεται - σύννεφα, μήνες μακριά;
Με τα κουρέλια των μαλλιών στους ώμους-αχ αφήστε την!
μισή κερί μιση φωτιά μια μάνα κλαίει-αφήστε την!-
στις παγωμένες άδειες κάμαρες όπου γυρνάει-αφήστε την!
Γιατί δεν είναι η μοίρα χήρα κανενός
κ' οι μάνες είναι για να κλαίν, οι άντρες για να παλεύουν,
τα περιβόλια για ν' ανθούν των κοριτσιών οι κόρφοι,
το αίμα για να ξοδεύεται, ο αφρός για να χτυπά,
κ' η λευτεριά για ν' αστραφτογεννιέται αδιάκοπα!
| |
|
|
| |
|
|
|
|
|
Πέστε λοιπόν στον ήλιο νάβρει ένα καινούριο δρόμο,
τώρα πια που η πατρίδα του σκοτείνιασε στη γη,
αν θέλει να μη χάσει από την περιφάνια του!
ή, τότε, πάλι, με χώμα και νερό,
ας γαλαζοβολήσει αλλού μιαν αδελφούλα Ελλάδα!
Πέστε στον ήλιο νάβρει ένα καινούριο δρόμο
-μην καταπροσωπίσει πια ούτε μια μαργαρίτα!
Στη μαργαρίτα πέστε νάβγει μ' άλλη παρθενιά!
μη λερωθεί από δάκτυλα που δεν της πάνε!
Χωρίστε από τα δάχτυλα τ' αγριοπερίστερα
και μην αφήστε ήχο να πει το πάθος του νερού,
καθώς γλυκά φυσά ουρανός μες σ' αδειανό κοχύλι,
μη στείλτε πουθενά σημάδι απελπισιάς,
μον' φέρτε από τις περιβόλες της παλικαριάς
τις ροδωνιές όπου η ψυχή ανάδευε,
τις ροδωνιές όπου η ανάσα του έπαιζε.
Μικρή τη νύφη χρυσαλλίδα
που αλλάζει τόσες ντυμασιές όσες ριπές το ατλάζι
στον ήλιο, σαν μεθοκοπούν χρυσόσκον' οι χρυσόμυγες
και παν με βιάση τα πουλιά ν' ακούσουνε απ' τα δέντρα
ποιού σπόρου γέννα στύλωσε το φημισμένο κόσμο!
| |
|
|
| |
|
|
| |
|
|
| |
Φέρτε κανούρια χέρια, τι τώρα ποιός θα πάει
ψηλά να νανουρίσει τα μωρά των άστρων!
Φέρτε καινούρια πόδια, τι τώρα ποιός θα μπει
στον πεντοζάλι πρώτος των αγγέλων!
Kαινούρια μάτια -θε μου!-, τι τώρα πού θα παν
να σκύψουν τα κρινάκια της αγαπημένης!
Αίμα καινούριο, τι με ποιο χαράς χαίρε θ' ανάψουν!
Και στόμα, στόμα δροσερόν από χαλκο κι αμάραντο,
τι τώρα ποιος στα σύννεφα θα πει "γεια σας παιδιά!"
Mέρα, ποιος θ' αψηφίσει τα ροδακινόφυλλα;
νύχτα, ποιος θα μερέψει τα σπαρτά;
Ποιος θα σκορπίσει πράσινα καντίλια μες στους κάμπους,
ή θ' αλαλάξει θαρρετά κατάντικρυ απ' τον ήλιο,
για να ντυθεί τις θύελλες καβάλλα σ' άστρωτο άλογο
και να γενεί Αχιλλέας των ταρσανάδων;
Ποιος θ' ανεβεί στο μυθικό και μαύρο ερημονήσι
για ν' ασπαστεί τα βάτσαλα,
και ποιος θα κοιμηθεί
για να περάσει από τους Ευβοϊκούς του ονείρου
νάβρει καινούρια χέρια, πόδια, μάτια,
αίμα και λαλιά,
να ξαναστυλωθεί στα μαρμαρένια αλώνια
και να ριχτεί-αχ τούτη τη φορά!-
και να ριχτεί του Χάρου με την αγιοσύνη του!
| |
|
|
| |
|
|
|
|
|
΄Ηλιος, φωνί χαλκού, κι άγιο μελτέμι
πάνω στα στήθη του ώμοναν: "Ζωή, να σε χαρώ!"
Δύναμη εκεί πιο μαύρη δε χωρούσε,
μόνο με φως χυμένο από δαφνόκλαδο
κι ασήμι από δροσιά, μόνον εκεί ο σταυρός
άστραφτε καθώς χάραζε η μεγαλοσύνη.
Κ' η καλοσύνη με σπαθί στο χέρι πρόβελνε
να πει μες απ' τα μάτια του και τις σημαίες τους: "Ζω!"
Γεια σου μορέ ποτάμι όπουβλεπες χαράματα,
παρόμιο τέκνο θεού, μ' ένα κλωνί ρογδιάς
στα δόντια να ευωδιάζεται από τα νερά σου!
Γεια σου και συ χωριατομουσμουλιά που αντρείευες
κάθε πούθελε πάρει Αντρούτσος τα ονειρά του!
Και συ βρυσούλα του μεσημεριού, που έφτανες ως τα πόδια του,
και συ κοπέλα που ήσουνα η Ελένη του,
που ήσουν το πουλί του, η Παναγιά του, η Πούλια του,
γιατί και μια μόνο φορά μες στη ζωή αν σημάνει
αγάπη ανθρώπου, ανάβοντας
αστρον από άστρο, τα κρυφά στερεώματα,
θα βασιλεύει πάντοτες παντού η θεία ηχώ,
για να στολίζει με μικρές καρδιές πουλιών τα δάση.
με λύρες από γιασεμιά τα λόγια των ποιητών.
Kι όπου κακό κρυφό, να το παιδεύει,
κι όπου κακό κρυφό, να το παιδεύει ανάβοντας!
| |
|
|
| |
|
|
| |
|
|
| |
Κείνοι που πράξαν το κακό - γιατί τους είχε πάρει
τα μάτια η θλίψη - πήγαιναν τρικλίζοντας,
γιατί τους είχε πάρει,
τη θλίψη ο τρόμος, χάνονταν μέσα στο μαύρο σύγνεφο...
Πίσω! και πιαχωρίς φτερά στο μέτωπο.
Πίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδια,
χωρίς τέρατα σίδερα και κουτουλιές φωτιάς!
Eκεί που γδύν' η θάλασσα τ΄αμπέλια και τα ηφαίστεια
στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι,
στα βράχια της πατρίδας πάλι και με το μαντολίνο Ζάλογγο!
Πίσω! Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα
μυρίζοντας τη σάρκα κι όπου η τρικυμία βαστά
όσο ένα γιασεμί λευκό στο θέρος της γυναίκας!
Kείνοι που επράξαν το κακό - τους πήρε μαύρο σύγνεφο.
Ζωή δεν είχαν πίσω τους, μ' έλατα και με κρύα νερά,
μ' αρνί, κρασί και ντουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο,
παπού δεν είχαν από δρυ κι από οργισμένο άνεμο,
στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
με πικραμένα μάτια.
Τους πήρε μαύρο σύγνεφο - δεν είχαν πίσω τους αυτοί
θειο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή,
μάνα που νάχει σφάξει με τα χέρια της,
ή μάνα μάνας που με βυζί γυμνό
χορεύοντας νάχει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου!
Kείνοι που επράξαν το κακό - τους πήρε μαύρο σύγνεφο,
μα κείνος που τ' αντίκρυσε στους δρόμους τ' ουρανού
ανεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος...
| |
|
|
| |
|
|
|
|
|
Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος...
Λουλούδια αγοροκόριτσα του κρυφογνέφουνε
και του μιλούν με μια ψηλή φωνή που αχνίζει στον αιθέρα,
Γέρνουν και κατ' αυτόν τα δέντρα ερωτεμένα,
με τις φωλιές χωμένες στη μασχάλη τους,
με τα κλαδιά τους βουτηγμένα μες στο λάδι τού ήλιου.
Θαύμα - τι θαύμα χαμηλά στη γη!
Ασπρες φυλές μ' ένα γαλάζιο υννί χαράζουνε τους κάμπους,
στράφτουν βαθιά οι λοφοσειρές
και πιο βαθια τ' απρόσιτα όνειρα των βουνών της Άνοιξης!
Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος,
τόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του,
φαίνεται μες στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινός,
και στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων!..
Στους όχτους του μονοπατιού συνάζονται τα ζώα,
γρυλλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούνε.
Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος
γίγας που κανακεύει τα παιδιά του!
Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο:
Αύριο, αύριο, λένε, το Πάσχα τ' ουρανού!
| |
|
|
| |
|
|
| |
|
|
| |
|
Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο...
Λένε γι' αυτόν που κάηκε μες στη ζωή
όπως η μέλισσα μέσα στου θυμαριού το ανάβρυσμα,
για την αυγή που πνίγηκε στα χωματένια στήθια
ενώ μηνούσε μιαν ημέρα πάλλαμπρη,
για τη νιφάδα που άστραψε μες στο μυαλό κ' εσβήστη,
τότες που ακούστηκε μακριά η σφυριγματιά της σφαίρας
και πέταξε ψηλά θρηνώντας η Αλβανίδα πέρδικα!
Λένε γι' αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει,
για τον βαθύ καημό του έρωτα της ζωής
που είχε όταν δυνάμωνε μακριά ο αγέρας
και κρώζαν τα πουλιά στου χαλασμένου μίλου τα δοκάρια,
για τις γυναίκες που έπιναν την άγρια μουσική
στο παραθύρι ορθές, σφίγγοντας το μαντίλι τους
-κ' έπνιγ' η βαρυσυννεφιά τα βουρκωμένα στήθη-,
για τις γυναίκες που απελπίζαν την απελπισιά
προσμένοντας ένα σημάδι μαύρο στην αρχή του κάμπου.
Ύστερα, δυνατά πέταλα έξω απ' το κατώφλι,
λένε για το ζεστό και αχάιδευτο κεφάλι του,
για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή
τόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!
| |
|
|
| |
|
|
|
|
|
Τώρα χτυπάει πιο γλήγορα τ' όνειρο μες στο αίμα
-του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημάινει:
Ελευθερία.
Εληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν τον δρόμο:
Ελευθερία
-για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος.
Στεριές ιριδοχτυπημένες πέφτουν στά νερά,
καράβια μ' ανοιχτά πανιά πλέουν μες στους λειμώνες,
τα πιο αθόα κορίτσια
τρέχουν γυμνά στα μάτια των αντρών
κ' η σεμνότη φωνάζει πίσω από το φράχτη:
Παιδιά! Δεν είναι άλλη γη ωραιότερη!...
Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει!
Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
ολοένα εκείνος ανεβαίνει...
Τώρα λάμπουνε γύρω του οι πόθοι, που ήταν μια φορά
χαμένοι μες στης αμαρτίας τη μοναξιά,
γειτόνοι της καρδιάς του οι πόθοι φλέγονται!
Πουλιά τον χαιρετούν - του φαίνονται αδερφάκια του!
Ανθρωποι τον φωνάζουν - του φαίνονται συντρόφοι του.
"Πουλιά, καλά πουλιά μου, εδώ τελειώνει ο θάνατος!"
"Σύντροφοι, σύντροφοι καλοί μου, εδώ η ζωή αρχίζει!"
Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γιαλίζει στα μαλλιά του...
Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο:
Αύριο, αύριο, αύριο, το Πάσχα του Θεού!
| |
|
|
| |
|
|
| |
|
|
| |
Σ' αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς
σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της
με ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
που σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο
ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου;
Oταν στους κάμπους που ξυπνούν τα ολόγυμνα κορίτσια
θερίζουνε με τα ξανθά τους χέρια τα τριφύλλια
γυρίζοντας τα πέρατα των ύπνων τους, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
που βάζει ανύποπτη μες τα χλωρά πανέρια τους τα φώτα
που ξεχειλίζει από κελαηδισμούς τα ονοματά τους - πέστε μου
είναι η τρελή ροδιά που μάχεται τη συνεφιά του κόσμου;
Στη μέρα που απ' τη ζήλεια της στολίζεται μ' εφτά λογιώ φτερά
ζώνοντας τον αιώνιο ήλιο με χιλιάδες πρίσματα
εκτυφλωτικά, πέστε μου, είναι η τρελή ροδιά
που αρπάει μια χαίτη μ' εκατό βιτσιές στο τρέξιμο της
ποτέ θλιμένη και ποτέ γκρινιάρα - πέστε μου, είναι η τρελή ροδιά
που ξεφωνίζει την καινούργια ελπίδα που ανατέλλει;
Πέστε μου είναι η τρελή ροδιά που χαιρετάει τα μάκρη
τινάζοντας ένα μαντήλι φύλλα από δροσερή φωτιά,
μια θάλασσα ετοιμόγεννη με χίλια δυο καράβια,
με κύματα που χίλιες δυο φορές κινάν και πάνε
σ' αμύριστες ακρογιαλιές - πέστε μου, είναι η τρελή ροδιά
που τρίζει τάρμενα ψηλά στο διάφανο αιθέρα;
Πανύψηλα με το γλαυκό τσαμπί που ανάβει κι' εορτάζει
αγέρωχο, γεμάτο κίνδυνο, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
που σπάει με φως καταμεσίς του κόσμου τις κακοκαιριές του δαίμονα
που πέρα ως πέρα την κροκάτη απλώνει τραχηλιά της μέρας
την πολυκεντημένη από σπαρτά τραγούδια - πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
που βιαστικά ξεθηλυκώνει τα μεταξωτά της μέρας;
Σε μεσοφούστανα πρωταπριλιάς και σε τζιτζίκια δεκαπενταυγούστου,
πέστε μου, αυτή που παίζει, αυτή που οργίζεται, αυτή που ξελογιάζει,
τινάζοντας απ' τη φοβέρα τα κακά μαύρα σκοτάδια της,
ξεχύνοντας στους κόρφους του ήλιου τα μεθυστικά πουλιά,
πέστε μου, αυτή που ανοίγει τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων,
στο στήθος των βαθιών ονείρων μας, είναι η τρελή ροδιά;
| |
|
|
| |
|
|
|
|
|
Τόσο πολύ τη μέθυσε ο χυμός του ήλιου
που έγειρε το κεφάλι της και δέχτηκε να γίνει,
σιγά-σιγά: η μικρή Πορτοκαλένια!
Eτσι καθώς γλαυκόλαμψαν οι εφτά ουρανοί,
έτσι καθώς αγγίξαν μια φωτιά τα κρύσταλλα,
έτσι καθώς αστραψανε χελιδονοουρές,
σάστησαν πάνω οι άγγελοι και κάτω οι κοπελιές,
σάστησαν πάνω οι πελαργοί και κάτω τα παγόνια,
κι όλα μαζί συνάχτηκάν κι όλα μαζί την είδαν,
κι όλα μαζί τη φώναξαν: Πορτοκαλένια!
Μεθάει το κλήμα κι ο σκορπιός, μεθάει ο κόσμος όλος,
όμως της μέρας η κεντιά τον πόνο δεν αφήνει.
Τη λέει ο νάνος ερωδιός μέσα στα σκουληκάκια,
τη λέει ο χτύπος του νερού μες στις χρυσοστιγμές,
τη λέει κ' η δρόσο στου καλού βοριά το απανωχείλι:
-Σήκω μικρή, μικρή, μικρή πορτοκαλένια!
Oπως σε ξέρει το φιλί κανένας δεν σε ξέρει.
Μήτε σε ξέρει ο γελαστός θεός,
που με το χέρι του ανοιχτό στη φλογερή αντηλιά
γυμνή σε δείχνει στους τριανταδυό ανέμους!
| |
|
|
| |
|
|
| |
|
|
| |
Πριν απ' τα μάτια μου είσουν φως,
πριν απ' τον έρωτα Έρωτας,
κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα.
| |
|
|
| |
|
|
|
|
|
|


Απ' την Εφημερίδα της Κρήτης "Πατρίς" Τίτλος: Ξεφυλίζοντας την Ιστορία : 25 χρόνια από το δεύτερο Νόμπελ
Ο ΕΛΥΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟ :
Στις 19 Οκτωβρίου 1979 οι Έλληνες ξύπνησαν με μια ευχάριστη είδηση.
Το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας είχε απονεμηθεί από τη Σουηδική ακαδημία στον
Οδυσσέα Ελύτη. Ήταν η δεύτερη-και η τελευταία μέχρι σήμερα- φορά που το σημαντικό
αυτό βραβείο απονεμόταν σε Έλληνα. Ο πρώτος ήταν ο Γιώργος Σεφέρης...
Αυτή τη φορά με την απονομή του βραβείου Νόμπελ είχε κάθε λόγο να χαίρεται και το Ηράκλειο.
Εδώ είχε γεννηθεί και ανατραφεί ο Οδυσσέας Ελύτης, από το Ηράκλειο ξεκίνησε αυτή η διαδρομή
που τον έφερε στην λογοτεχνική καταξίωση, στον Όλυμπο των ποιητών... Γι' αυτό άλλωστε και τον τίμησε το Ηράκλειο...
Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης όπως ήταν το όνομα της οικογένειάς του γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1911 στο Ηράκλειο.
Τελευταίος από τα έξι παιδιά του Παναγιώτη Αλεπουδέλη και της Μαρίας Βρανά μεγάλωσε στη συνοικία των
Εφτά Μπαλτάδων, Αριάδνης και Πασιφάης γωνία. Η καταγωγή και από τους δυο γονείς του ήταν από τη
Μυτιλήνη, τον οικισμό Καλαμιάρης ο πατέρας , από το Παπάδο η μητέρα του. Στην Κρήτη είχαν έρθει από το
1895 όταν ο Παναγιώτης Αλεπουδέλης και ο αδερφός του Θρασύβουλος αποφάσισαν να κατασκευάσουν εδώ
εργοστάσιο σαπωνοποιίας.
Λίγα χρόνια μετά η οικογένεια εγκαταστάθηκε στον Πειραιά όπου μεταφέρθηκε και η έδρα της επιχείρησης
σαπωνοποιίας του πατέρα του. Ο οποίος και αυτή την εποχή συνδέεται στενά με τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Γι' αυτό και μετά το 1920 η οικογένειά του αντιμετώπισε ορισμένες επιθέσεις για την προσήλωσή της στις
βενιζελικές ιδέες. Το 1923 ταξίδεψαν στην Ιταλία, την Ελβετία, τη Γερμανία και τη Γιουγκοσλαβία.
Στη Λωζάνη ο ποιητής είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
συνέχεια

Διαβάστε για τον ποιητή:

Εις ανάμνησιν του τελευταίου εθνικού ποιητή Οδυσσέα Ελύτη.
του Βλάση Βλασίδη :
Στις 18 Μαρτίου του 1996 έφυγε από κοντά μας ο Οδυσσέας Ελύτης, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ευρωπαίους λογοτέχνες και ένας από τους κορυφαίους εκπροσώπους του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα.
Το πραγματικό του όνομα ήταν Οδυσσέας Αλεπουδέλης. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το 1911 από γονείς που κατάγονταν από τη Λέσβο. Με το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου εγκαταστάθηκε με τους γονείς του στην Αθήνα, όπου σπούδασε νομικά στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Το 1924 κάνει την εμφάνισή του στη Γαλλία το κίνημα του υπερρεαλισμού και με ηγέτη τον Αντρέ Μπρετόν.
Το κίνημα αυτό ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία του Ελύτη. Το δέχτηκε και το υπηρέτησε μέχρι το τέλος της ζωής του. Ομως ο Ελύτης δεν υπήρξε ποτέ ένας καθεαυτό υπερρεαλιστής. Ο ίδιος πίστευε ότι χρειαζόταν μια βουλητική παρέμβαση στον αυτοματισμό που θα τον οργάνωνε και θα τον κατεύθυνε από το ένα σημείο στο άλλο.
Στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-41 ο Ελύτης επιστρατεύτηκε και πολέμησε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός. Οι εμπειρίες από αυτόν τον πόλεμο σημάδευσαν για πάντα τη ζωή του.
Το 1979 ο Οδυσσέας Ελύτης, αυτός ο πνευματικός άνθρωπος που ήταν αφοσιωμένος αποκλειστικά στην ποίηση, τιμήθηκε με την ανώτερη τιμητική διάκριση στο χώρο της λογοτεχνίας, το βραβείο Νόμπελ, για το ποιητικό του έργο "Αξιον Εστί".
Στα ελληνικά γράμματα εμφανίστηκε το 1935 με ποιήματα που δημοσίευσε στο λογοτεχνικό περιοδικό "Τα Νέα Γράμματα". Από τότε θα συνεχίσει να γράφει ποιήματα και δοκίμια και να μεταφράζει τα καλύτερα έργα της ξένης λογοτεχνίας.
Στα ποιήματά του διακρίνει κανείς μια βαθιά αίσθηση της ζωής, υγεία και σφρίγος που εξωτερικεύονται με την παράθεση συνεχών απροσδιόριστων εικόνων, συνειρμικά δεμένες μεταξύ τους. Ο λόγος είναι συναισθηματικά φορτισμένος.
συνέχεια
|
«Οι δίοδοι του απανταχού Ελληνισμού
έχουν σίγουρα ανοίξει και είναι απαράδεκτο
αν δεν επιτύχουμε με την τεχνολογία που έχουμε».

|
|
|
|
ΕΝ ΣΙΩΠΗ ΦΩΤΟΣ ΕΑΡΙΝΟΥ :
«Μου δόθηκε, αγαπητοί μου φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνο από μερικά
εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ' όλα αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια
χωρίς διακοπή και μ' ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση, αντιστοιχεί
και στην υλικό-πνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη
σε έκταση χρόνου... Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα
υπήρχε. Συμβαίνει όμως να αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η
γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς
να λησμονεί κανείς ότι το μάκρος 25 αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που
να μην γράφτηκε ποίηση στην Ελληνική γλώσσα. Να το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο
αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα Ελληνική ποίηση».Τέλος ο Ελύτης αναφερόμενος στο
Διονύσιο Σολωμό και τον Κ. Π . Καβάφη, τους δυο πόλους της Ελληνικής ποίησης, που ακολούθησαν
οι μεγάλοι μας ποιητές Κάλβος, Παλαμάς, Σικελιανός, Σεφέρης, είπε:
« το πρόβλημα για μας που ακολουθήσαμε, ήτανε να επωμισθούμε τα υψηλά διδάγματα που μας
κληροδότησαν και, ο καθένας με τον τρόπο του, να τα' αρμόσουμε πάνω στη σύγχρονη ευαισθησία.
Πέραν από τα όρια της τεχνικής, οφείλαμε να φτάσουμε σε μια σύνθεση που από το ένα μέρος ν'
αναχωνεύει τα στοιχεία της Ελληνικής παράδοσης και από το άλλο να εκφράζει τα κοινωνικά και ψυχολογικά
αιτήματα της εποχής μας. Με άλλα λόγια να φτάσουμε να προβάλλουμε τον τύπο του «Ευρωπαίου - Έλληνα».
συνέχεια

Απ' την σελίδες του Νίκου Δήμου : Ελύτης και Novalis (Από το φως στο σκοτάδι - και πάλι στο φως) Ο σκοτεινός βαρόνος
Στην σύντομη ζωή του (1772 - 1801, δεν συμπλήρωσε ούτε τα 29 του χρόνια) ο Φρειδερίκος βαρόνος του Χάρντενμπεργκ (πλήρες όνομα: Georg Philipp Friedrich Freiherr von Hardenberg) έγραψε ένα αριστούργημα. Τους "Ύμνους στην Νύχτα" (Hymnen an die Nacht) που τον έκαναν διάσημο με το φιλολογικό του ψευδώνυμο Novalis.
Διακόσια σχεδόν χρόνια μετά, ο Οδυσσέας Ελύτης αφιερώνει στον Novalis ένα από τα τελευταία του ποιήματα. Πρόκειται για το "Ελεγείο του Grueningen" από την συλλογή "Τα Ελεγεία της Οξώπετρας". (Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό "Συντέλεια" τεύχος 2-3, 1991).
Η αφιέρωση δεν περιορίζεται μόνο στην προμετωπίδα. Είναι ουσιαστική. Το Ελεγείο αυτό του Ελύτη ανακαλεί τόσο τον άνθρωπο Hardenberg στου οποίου την ζωή και τα πάθη αναφέρεται, όσο και τον μυστικόπαθο ποιητή Novalis - με την τόσο βορινή νύκτια κοσμοθεωρία του.
Στο ιστορικό-θεματολογικό επίπεδο πρέπει να αναφερθεί πως το Ελεγείο δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς αρκετές γνώσεις γύρω από τη ζωή του Γερμανού ποιητή. Τα ονόματα και οι ημερομηνίες που αναφέρονται στους στίχους του παραμένουν γρίφοι για τον απληροφόρητο. (Ο Ελύτης, αντίθετα με τον Σεφέρη και άλλους, ποτέ δεν υπομνηματίζει τα ποιήματά του - δουλειά για τους ερευνητές!)
Ωστόσο αυτό που εκπλήσσει κυρίως όσους γνωρίζουν την ποίηση του Novalis είναι η προσέγγιση στο κοσμοθεωρητικό - ή καλύτερα υπερβατικό επίπεδο. Θεωρητικά ο γερμανός ρομαντικός αποτελεί τον ποιητικό αντίποδα του 'Ελληνα ηλιοπότη. Οπαδός του σκότους και της νύχτας, νοσταλγός του θανάτου, συμβολιστής, θρησκευόμενος, πιετιστής, μυστικιστής, πλατωνικός εραστής γυναικείων ειδώλων - τι σχέση μπορεί να έχει με τον ερωτικό μεσογειακό ποιητή που ήδη οι τίτλοι των συλλογών του υμνούν αδιάκοπα το φως;
"Οδός άνω κάτω μία και ωϋτή", έγραψεν ο Εφέσιος. Συμβαίνει άραγε το ίδιο με τους "Υμνους προς την Νύχτα" και το "Φωτόδεντρο"; Κι ο 'Ελληνας που κάποτε διακύρηξε: "Δεν ξέρω πια τη νύχτα φοβερή ανωνυμία θανάτου" πόσο προσεγγίζει τον Γερμανό που έγραψε: "Δοξασμένη ας είναι για μας η αιώνια νύχτα / δοξασμένος ο αιώνιος ύπνος".
Θα αντιπαραθέσουμε τα δύο ποιήματα - τον τρίτο 'Υμνο του Novalis (από τον
οποίο ο Ελύτης παραθέτει και αμετάφραστο απόσπασμα) και το Ελεγείο. Πριν όμως,
δύο γενικές παρατηρήσεις (που θα μπορούσαν να δώσουν αφορμή για χωριστές
μελέτες.
Φως - σκοτάδι - φώς
Στα τελευταία του κείμενα ο ποιητής του φωτός βλέπει διαφορετικά το σκοτάδι.
Και δεν μιλάω μόνο για το σαφώς νυκτερινό (και συννεφιασμένο) τοπίο στο
"Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου". Και στα άλλα βιβλία υπάρχει μια διαφορετική
στάση απέναντι στη νύχτα. Δεν θέλω να κουράσω με παραθέματα.
Νομίζω πως είναι φανερό στον επαρκή αναγνώστη πως με τα χρόνια, ο Ελύτης
ξεπέρασε την "ηλιακή μεταφυσική" της "τρίτης περιόδου" του για μια πιο σύνθετη
μορφή μυστικής εμπειρίας που εμπεριέχει και το σκότος.
Κάποτε έγραφε: "οι Ευρωπαίοι και οι Δυτικοί βρίσκουν πάντα το μυστήριο στη
σκοτεινιά, στη νύχτα, ενώ εμείς οι 'Ελληνες το βρίσκουμε στο φως που είναι κάτι
απόλυτο".
Στην τελευταία του περίοδο το πνευματικό τοπίο αλλάζει. Η σκιά δεν είναι μόνο
περίγραμμα του φωτός - αλλά παρουσία αυτοδύναμη. Όσο περνάνε τα χρόνια, το
σκοτάδι γίνεται πιο υπαρκτό - είναι αδύνατο να το αγνοήσεις. Πρέπει να το
υπερβείς.
Έτσι η πορεία δεν είναι πια ευθύγραμμη - προς το φως - είναι παλινδρομική ή
μάλλον σπειροειδής. Πάλι προς το φως μέσα από το σκοτάδι. Η εσωστρεφής αυτή
εποχή καθιερώνει τον Ελύτη σαν μεγάλο μυστικό και θρησκευτικό ποιητή (με την
ευρύτατη έννοια του θρησκεύεσθαι). Σε αυτήν φαίνεται να έχει πια υπερβεί την
αντίθεση Φως-Νύχτα. Ακολουθεί την κλασική πορεία του μυστικού που ανεβαίνοντας
προς το Ένα ξεπερνάει, αίρει τις φαινομενικές αντιθέσεις.
Η εξιστόρηση αυτής της μετάβασης από το φως στο σκοτάδι (και πάλι στο φως) θα
χρειαζόταν πολλή ανάλυση και τεκμηρίωση. Σίγουρα όμως η συνάντηση με τον Novalis
είναι ένας σημαντικός σταθμός σε αυτή τη διαδρομή.
Επιρροές
Έχει υπερτονισθεί η σχέση του Ελύτη με Γάλλους ποιητές. Σίγουρα είναι
σημαντική (αν και σημαντικότερη επίδραση παραμένουν οι αρχαίοι δικοί μας). Όμως
τα τελευταία χρόνια οι Γερμανοί εμφανίζονται όλο και περισσότερο στην ποίησή
του. Και σαν ονόματα - αλλά και σαν συνομιλητές.
Υπενθυμίζω ότι στον "Ταξιδιωτικό Σάκκο (ΟΤΤΩ ΤΙΣ ΕΡΑΤΑΙ)" του "Μικρού
Ναυτίλου" ανθολογούνται δύο στίχοι του Novalis (από τον 2ο και 3ο "Υμνους στην
Νύχτα") και δύο του Hoelderlin. Ο τελευταίος αυτός κατέχει καίρια θέση στο
δοκίμιο του ποιητή "Πρόσω ηρέμα" (από την "Ιδιωτική Οδό"). Εκεί αφηγείται ο
Ελύτης πως στο ταξίδι της ζωής του τον "παρακολουθούνε με άγρυπνο μάτι ο
Φρειδερίκος Χαίλντερλιν από την μια και ο Διονύσιος Σολωμός από την άλλη".
Παρακάτω τους ονομάζει "...αγίους όπως ο Σουηβίας και ο Ζακύνθου".
Στον Hoelderlin, δύο χρόνια πρεσβύτερο του Novalis, ο Ελύτης έχει ανακαλύψει
μια άλλη εικόνα της Πινδαρικής Ελλάδας, που πρέπει να του στάθηκε πολύτιμη. Η
δομή των τελευταίων ποιημάτων του έχει δανειστεί πολλά από την δωρική λιτότητα
των ύμνων του Hoelderlin. Σπασμένα ημιστίχια, κοντές φράσεις με αιφνιδιαστική
τελεία, παύσεις - όλα απηχήσεις. Και είναι χαρακτηριστικό ότι στα "Ελεγεία της
Οξόπετρας" ένα ολόκληρο ποίημα ασχολείται με την μοίρα εκείνου που "ευλαβέστατα
υπογραφόταν Scardanelli". (Κι ένα άλλο με τον Διονύσιο Σολωμό).
Θα ήταν χρήσιμη μια μελέτη της παρουσίας των Γερμανών ποιητών στο έργο του
Ελύτη. Από όσα γνωρίζω ο ποιητής είχε μάθει μικρός μερικά στοιχεία Γερμανικής
γλώσσας. Στα δώδεκά του χρόνια έκανε ένα ταξίδι στην Γερμανία (το οποίο και
αναφέρεται στο Ελεγείο). Οι γνώσεις του, του παρέχουν την δυνατότητα, παρ'όλο
που διαβάζει τους γερμανούς ποιητές σε γαλλική μετάφραση, να ανατρέχει στο
πρωτότυπο (οι εκδόσεις είναι συνήθως δίγλωσσες) και να ακούει τον πρωτογενή ήχο.
Η ιστορία της Σοφίας
Μερικά ακόμα στοιχεία από τον βίο του βαρόνου von Hardenberg απαραίτητα για
την κατανόηση των δύο ποιημάτων που θα ακολουθήσουν. (Βαρόνο von Hardenberg τον
αποκαλεί ο Ελύτης στην αφιέρωση, πράγμα που θα ξένιζε έναν γερμανό. Ο τίτλος
Freiherr είναι ο ταπεινότερος τίτλος ευγενείας και οι κάτοχοί του σπάνια τον
αναφέρουν. Είτε τον αποσιωπούν, είτε - αν είναι σνομπ - καλύπτονται από το "von"
που θα μπορούσε να υποδηλώνει και υψηλότερη βαθμίδα).
Στις 17 Νοεμβρίου 1794, ο Novalis συναντά για πρώτη φορά την δωδεκάχρονη
Sophie von Kuehn. ("Σε ένα τέταρτο αποφασίστηκε η ζωή μου"). Η συνάντηση έγινε
στον πύργο του Grueningen που ανήκε στην μητέρα της, η οποία είχε παντρευτεί σε
δεύτερο γάμο τον λοχαγό von Rockenthien. H Sophie ήταν ένα από τα έξη παιδιά της
από τον πρώτο γάμο.
Ο φίλος του Νovalis, ποιητής Ludwig Tieck, έγραψε αργότερα: "Η πρώτη ματιά
που έριξε σ' αυτή την ωραία και άπειρα γοητευτική μορφή, στάθηκε αποφασιστική
για όλη την υπόλοιπη ζωή του".
Αρραβωνιάστηκαν τον Μάρτιο του 1795. Τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου η κόρη
αρρωσταίνει βαριά - και μετά από αλλεπάλληλες εγχειρήσεις πεθαίνει, δεκαπέντε
χρόνων, στις 19 Μαρτίου 1797.
Στις 13 Μαΐου του ίδιου χρόνου (δεν είμαι σχολαστικός με τις ημερομηνίες -
υπάρχουν όλες στο ποίημα του Ελύτη) ο Novalis επισκέπτεται τον τάφο της
αγαπημένης του. Σημειώνει στο ημερολόγιό του:
"Το βράδυ επήγα στην Σοφία. Εκεί ήμουν απερίγραπτα χαρούμενος - αστραπιαίες
στιγμές ενθουσιασμού - φύσηξα μακριά μπροστά μου τον τάφο, σαν σκόνη - οι αιώνες
ήταν σαν στιγμές - ένιωθα την παρουσία της - πίστεψα πως θα 'πρεπε πάντα να
προηγείται - ".
Η νεκρή Σοφία έγινε Βεατρίκη για ένα ταξίδι όχι στον Παράδεισο αλλά σε έναν
άλλο υπέρ-τόπο. "Υψηλότερο χώρο" τον αποκαλεί ο Novalis, χώρο του "μετά-θανάτου"
θα τον ονομάσει ο Ελύτης. Ο νεαρός (μόλις 25 ετών) ποιητής αποστρέφει το πρόσωπο
από το φως της μέρας "τον βασιλέα της γήινης φύσης" και απευθύνεται στην νύχτα
την "βασίλισσα του κόσμου" ενός "άγιου κόσμου" που δεν υπόκειται στις δεσμεύσεις
της γήινης ύπαρξης. Δεν γνωρίζει την ανάγκη, την φθορά και τον χρόνο.
Δύο σύμβολα κυριαρχούν στους "Ύμνους": Φως και σκότος, ημέρα και νύχτα. Σ'
αυτά αντιστοιχούν το εδώ και το επέκεινα, η ζωή και ο θάνατος. ο τελευταίος
όμως, ως πλήρωση και λύτρωση. Η νύχτα δεν είναι μόνο "ένα περιεχόμενο του νοείν
(κόσμος ή εσώτερος κόσμος) αλλά και ένας τρόπος του νοείν (όργανο)". Γράφει:
"Πιο ουράνια από εκείνα τα απαστράπτοντα αστέρια μας φαίνονται τα άπειρα μάτια
που ανοίγει μέσα μας η Νύχτα".
Μέσο για την προσέγγιση με το σκότος είναι ο "άγιος ύπνος". Όχι ο φυσικός της
κουρασμένης καθημερινότητας αλλά ο ύπνος του κρασιού, του οπίου (αναφέρεται στον
δεύτερο ύμνο), του έρωτα, και, τελικά, του θανάτου.
'Έχουν γραφτεί πολλά για την μυστική εμπειρία του Novalis, τις μακρινές
πλατωνικές επιδράσεις και τις εγγύτερες των "πιετιστών" (pietismus) που
διατείνονταν πως ο άνθρωπος μπορεί να "ξαναγεννηθεί" και να λυτρωθεί. Οι
πιετιστές βέβαια ήταν φανατικοί Χριστιανοί. Αλλά και ο Novalis από τον τέταρτο
και κυρίως τον πέμπτο "Ύμνο" εισάγει την μορφή του Χριστού. Ο τάφος της Σοφίας
οδηγεί στον Άγιο Τάφο και ο Ιησούς παίζει για το πλήθος των ανθρώπων, τον ρόλο
που έπαιξε για τον Novalis η αγαπημένη. Γίνεται μεσολαβητής ανάμεσα στους δύο
κόσμους. Αυτή η κάπως απρόοπτη μετάλλαξη, έχει προβληματίσει αρκετούς
σχολιαστές. (Δεν θα επεκταθώ. Το κείμενό μου αφορά τον Ελύτη κι όχι τον Novalis
κι έτσι εδώ σημειώνω μόνο όσα στοιχεία θα βοηθήσουν στην προσέγγιση του
Ελεγείου).
Η αναγεννητική εμπειρία της 13ης Μαΐου 1797 κυοφόρησε τους Ύμνους στην
Νύχτα". (Δημοσιεύθηκαν το 1800). Η νεκρή Βεατρίκη έγινε ο "ήλιος της νύχτας" που
λυτρώνει από τα "δεσμά του φωτός". Το έργο αποτελείται από 6 μέρη. Τα τρία πρώτα
είναι σε πεζό λόγο, το τέταρτο και πέμπτο σε μικτό (στίχοι και πεζό) το έκτο
(και το μοναδικό που έχει ξεχωριστό τίτλο: "Νοσταλγία για τον Θάνατο") μόνο σε
στίχους.
Το ποίημα στο οποίο αναφέρεται ο Ελύτης είναι ο τρίτος Ύμνος, που αποτελεί
ποιητική μετάπλαση και ανάπτυξη της ημερολογιακής σημείωσης που αναφέραμε. Οι
μελετητές τον αποκάλεσαν Urhymne (πρωταρχικό ύμνο). Ίσως είναι σκόπιμο να δούμε
ολόκληρο το κείμενό του σε πρόχειρη μετάφραση.
Τρίτος Ύμνος
Άλλοτε που έχυνα δάκρυα πικρά, που η ελπίδα μου έλιωνε, αναλυμένη μέσα
στον πόνο κι εγώ στεκόμουν μόνος στο ξερό ύψωμα που έκρυβε σε στενό σκοτεινό
χώρο την μορφή της ζωής μου - μόνος όπως κανείς δεν υπήρξε μόνος, κυνηγημένος
από φόβο ανείπωτο - αδύναμος, σκέψη μοναχά της αθλιότητας.- Όπως κοιτούσα γύρω
για βοήθεια, μπροστά δεν μπορούσα και ούτε πίσω, και κρεμόμουνα με άπειρη
νοσταλγία στην ζωή που έφευγε, που έσβηνε: - εκεί ήρθε από το γαλανό μακρινό,
από τα ύψη της παλιάς μου ευδαιμονίας ένα δέος λυκαυγούς - και με μιας κόπηκε ο
λώρος της γέννας - τα δεσμά του φωτός. Μακριά έφυγε η γήινη μεγαλοπρέπεια και η
λύπη μου μαζί της, η μελαγχολία χύθηκε σε νέο ανεξιχνίαστο κόσμο - εσύ
ενθουσιασμέ της νύχτας, ελαφρέ ύπνε του ουρανού με εκάλυψες - η περιοχή ανέβηκε
απαλά ψηλότερα: πάνω από τον τόπο αιωρείτο το απελευθερωμένο, νεογέννητο πνεύμα
μου. Το ύψωμα έγινε σύννεφο σκόνης - μέσα από τα νέφη είδα εκστατικά τα
χαρακτηριστικά της αγαπημένης. Στα μάτια της αναπαυόταν η αιωνιότητα - έπιασα τα
χέρια της και τα δάκρυα έγιναν δεσμός, σπινθηροβόλος και αρραγής. Χιλιετηρίδες
τραβούσαν, χάνονταν στα βάθη σαν καταιγίδες. Στον λαιμό της έκλαψα γοητευμένα
δάκρυα για την καινούργια ζωή. - Ήταν το πρώτο μοναδικό όνειρο - και μόνο από
τότε νιώθω αιώνια αμετάβλητη πίστη στον ουρανό της νύχτας και στο φως
του, την αγαπημένη.
*
Αυτά ο Novalis. Νομίζω πως τώρα είναι καιρός να προσεγγίσουμε το "Ελεγείο του
Grueningen" του Οδυσσέα Ελύτη (όλα τα παραπάνω ήταν προετοιμασία). Η αρχή του
ηχεί σαν πλατειά ρομαντική μελωδία, με κυνηγητικό κέρας και απηχήσεις σκοτεινών
δασών - συμφωνία του Schumann ή του ύστερου Schubert.
Όχι εδώ δεν υπάρχει ούτε καν "μια σκούρα θάλασσα κι ένα κορίτσι στ' άσπρα", ή
τελευταία μεσογειακή εικόνα από το ήδη σκοτεινό "Ημερολόγιο ενός αθέατου
Απριλίου." Η ατμόσφαιρα είναι ρομαντική, σχεδόν γοτθική (μήπως οι ρομαντικοί δεν
μυθοποίησαν το γοτθικό;) και βόρεια.
Η ηρωίδα, Soeffchen (Σοφούλα), παρουσιάζεται στον πέμπτο στίχο, σαν
ανταπόκριση στο "μοναδικό όνειρο" (από τον "Τρίτον 'Υμνο", ο στίχος στα
γερμανικά). Το "θραύσμα γαλαζωπό από πέτρωμα" που υψώνει θυμίζει την ενασχόληση
του Novalis με την γεωλογία. Γρήγορα όμως, πριν καν σβήσει η εικόνα της κόρης
που "περιδιαβάζει κάτω απ' τις δεντροστοιχίες" εισάγεται η ημερομηνία του
θανάτου της. Κι εκεί ο ποιητής αρχίζει μιαν αντίστροφη μέτρηση με σκοπό:
...να σ' αποκαθηλώσω από τους αριθμούς της νύχτας.
Η πορεία θανάτου της Sophie von Kuhn εικονογραφείται μέρα με τη μέρα από τις
εννέα ως τις δεκαεννέα Μαρτίου. Έντεκα ενάριθμοι στίχοι όπου ο Ελύτης προσπαθεί
να δώσει μια ποιητική κλίμακα καθόδου στο Μαύρο.
Ωστόσο την αποκαθήλωση ακολουθεί μια εξαίσια παγανιστική αποθέωση, με
ερωτιδείς και "μουσική από μακρινούς αστερισμούς". Η μηδενική αρίθμηση δίνει τη
θέση της σε μια εικόνα παραδείσια. Που οδηγεί στο συμπέρασμα:
Ότι ο έρωτας δεν είναι αυτό που ξέρουμε μήτε
αυτό που οι μάγοι διατείνονται
Αλλά ζωή δεύτερη ατραυμάτιστη στον αιώνα.
Στους επόμενους στίχους ανακαλείται το όραμα του Novalis ("καταμεσίς Μαίου").
Η ανάκληση καταλήγει σε δύο ημιστίχια που στην μουσική τους θυμίζουν εντονότατα
Hoelderlin:
Αλλ' αν ατυχής υπήρξε η φορά των πραγμάτων
'Εκτοτε μέγιστον ήταν το μάθημα.
Το μάθημα ήταν η, μέσω του έρωτα, υπέρβαση του θανάτου.
Σύμφωνα με τον ορισμό του λεξικού ένα ελεγείο είναι "θρηνητικόν άσμα,
θρήνος". Όμως αυτό το ελεγείο (όπως και τα περισσότερα "της Οξόπετρας") ενώ
εμπεριέχει θρήνο, δεν είναι πένθιμο, δεν αποχαιρετά, ούτε μοιρολογεί. Είναι μια
εκπληκτικής ωριμότητας και σοφίας ενατένιση του Τέλους, από έναν μεγάλο
δημιουργό, που, ως την τελευταία στιγμή, ακουμπάει επάνω στον έρωτα και το
ωραίο. Απέναντι στον θάνατο βρίσκει "πατήματα και κρικέλια" (ας θυμηθούμε τον
Διγενή) και αντιπαραθέτει όραμα, ομορφιά και μετα-θάνατο.
Η πρώτη βιαστική ανάγνωση πείθει πως τα "Ελεγεία της Οξόπετρας" είναι
έργο-σταθμός στην πορεία του ποιητή. Πρόκειται για το σκοτεινό αντίστοιχο του
"Φωτόδεντρου". Αποτελούν μία στοχαστική και σπαρακτικά γυμνή "μελέτη θανάτου"
και ίσως γι αυτό (κι όχι μόνο για τον τίτλο) θυμίζουν μεγάλη ποίηση άλλου
Γερμανού ποιητή, τα "Ελεγεία του Duino" του Rainer Maria Rilke.
Ο Ελύτης, στα ογδόντα του, άγγιξε το ύψιστο όριο.
Μικρό σχολιαστικό υστερόγραφο: Η ιστορία του Novalis και της Sophie von
Kuehn (το υποκοριστικό που της είχε δώσει ο αγαπημένος της ήταν Soeffchen και
όχι Sofchen όπως λανθασμένα αναγράφεται στην πρώτη εμφάνιση του Ελεγείου) δεν
εκτυλίχθηκε στην Ρηνανία αλλά στην Θουριγγία (και την Σαξωνία), σε περιοχή που
μέχρι πριν λίγο ανήκε στην (τέως) Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία. Οι αναφορές στην
Ρηνανία μάλλον σχετίζονται με το νεανικό ταξίδι του ποιητή.
Απ' την σελίδες του Νίκου Δήμου

ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας
ο πετροπαιχνιδιάτορας
από την άκρη των ακρώ
κατηφοράει στο Ταίναρο
Φωτιά 'ναι το πηγούνι του
χρυσάφι το πιρούνι του.
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Εμείς ψωμί δεν έχουμε
και τέτοια δεν κατέχουμε
Χρόνους πολλούς μας πολεμάν
κι ανάσα δεν επήραμαν.
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Χαρά στους που 'ναι οι Δυνατοί
γι' αυτούς δεν έχει «εγώ» κι «εσύ»
Χαρά στους που 'ναι οι Δυνατοί
γι' αυτούς δεν έχει χόρταση.
Είναι νωρίς ακόμη
μες στον κόσμο αυτόν, μ' ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ' ακούς
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ' ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ' ακούς
Είμ' εγώ, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, μ'ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ' ακούς
Που μ' αφήνεις, που πας και ποιος, μ' ακούς
Σου κρατεί το χέρι πάνω απ' τους κατακλυσμούς
Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα 'ρθει μέρα, μ' ακούς
Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ' ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ' ακούς
Των ανθρώπων Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει
Απ' τις σελίδες της www.mathisis.com. Χριστιανισμός και ειδωλολατρεία στο έργο του Ελύτη. του Γιάννη Η. Ιωάννου
Η συνύπαρξη στοιχείων του Αρχαίου και του Νεοελληνικού πολιτισμού, στο έργο του Ελύτη, δημιουργεί την εντύπωση μιας φαινομενικής τουλάχιστον, αντίφασης, επειδή εξυπακούει την παράλληλη συνύπαρξη δυο αντιθετικών αντιλήψεων για τη ζωή.
Η Αρχαία Ελλάδα θεοποίησε και λάτρεψε τις αξίες της επίγειας ζωής. Ο Χριστιανισμός, υποτιμώντας την υλική υπόσταση μας διαγράφει τις αρχαίες ελληνικές αξίες στο όνομα της πνευματικότητας και του μεταφυσικού παραδείσου που κερδίζονται με τη μαζοχιστική απόρριψη της επίγειας ζωής.
Η Ελλάδα στην ενιαία κι αδιαίρετη μορφή κι έκφραση της αρνήθηκε να υιοθετήσει δογματικά τη μια ή την άλλη αντίληψη. Πιστή στην κοσμική ταυτότητα και καταγωγή της, αποδεχόμενη την ουσιαστική γενεσιουργό διττότητα του ανθρώπινου όντος σαν ύλη και σαν πνεύμα αναζήτησε την υπέρβαση της επίκτητης θεοκρατικής αντίφασης και αντελήφθη τη ζωή μέσα στη σφαίρα της αρμονικής και δημιουργικής ενότητας, έτσι όπως η ίδια η φύση το θέλησε. Συνέπεια της συμπεριφοράς αυτής, ήταν η οικοδόμηση ενός μακραίωνου ενιαίου πολιτισμού, εμπνευσμένου, πότε από την ειδωλολατρεία πότε από το Χριστιανισμό, αλλά και στις δυο περιπτώσεις υποταγμένου στην αυστηρότητα και την τελειότητα της Δημιουργίας σαν ενδιάμεσης κατάστασης ανάμεσα στο ανθρώπινο και το θείο. Η δημιουργική ικανότητα, φαίνεται να είναι, για τον θνητό, η μοναδική ένδειξη μιας υποτιθέμενης θεϊκής καταγωγής αλλά και η μοναδική οδός προς την αιωνιότητα. Σε δυο, φιλοσοφικά αντίθετες περιόδους της Ιστορίας της - την Αρχαία παγανιστική και τη βυζαντινή μονοθεϊστική, - η Ελλάδα κατόρθωσε, μέσα από την τέχνη, να προβάλει αριστουργηματικά το ενιαίο της ζωής.
Με την ίδια ευκολία, με την ίδια ειλικρίνεια, με τον ίδιο αισθησιασμό εξύμνησε την Αφροδίτη και την Παρθένο Μαρία, τον Απόλλωνα και τους τρεις Ιεράρχες, το Δία και το Χριστό. Δε μας ενδιαφέρει λοιπόν ποια από τις δύο φιλοσοφικές αντιλήψεις είναι η πιο αληθινή, η πιο ορθή, η πιο αυθεντικά ανθρώπινη. Ο άνθρωπος, στη βαθύτερη ουσία του, στην πολύπλοκη και πολυδιάστατη υπόσταση του, είναι ένας κόσμος απροσδιόριστος και οι πολιτισμοί που παράγονται από τις εκάστοτε κυρίαρχες φιλοσοφικές αντιλήψεις, δεν αποτελούν παρά μιαν αξιοποίηση των διάφορων και διαφορετικών όψεων της ζωής στην πορεία μας προς την αιωνιότητα. Οι θεοί και οι ήρωες, οι άγιοι και οι άγγελοι δεν είναι παρά τα αποτελέσματα της οργανικής επιθυμίας, της συνεχούς φυσιολογικής προσπάθειας του ανθρώπου για τη δικαιολόγηση, την κατανόηση και την εξέρευση των αρχέγονων νόμων που διέπουν τη σχέση του με τον κοσμικό του χώρο. Ακολουθώντας αυτό το σκεπτικό, ο Χριστιανισμός για την Ελλάδα και τον Ελύτη, ήταν και παραμένει το ίδιο αληθινός και το ίδιο αυθεντικός με την Αρχαιότητα.
συνέχεια

Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΕΛΥΤΗ
Εναλλακτικά εξερευνήστε το χρονολόγιο.
[ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλη] (1911-1996). Μεγάλος Έλληνας ποιητής, βραβευμένος με το βραβείο Νόμπελ (1979).
Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Τελευταίος από τα έξι παιδιά του Παναγιώτη Αλεπουδέλη και της Μαρίας Βρανά. Κατάγεται και από τους δυο γονείς του από τη Μυτιλήνη. Σε πολύ μικρή ηλικία εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου μεταφέρθηκε και η έδρα της επιχείρησης σαπωνοποιίας του πατέρα του. Μετά το 1920 η οικογένειά του αντιμετώπισε ορισμένες επιθέσεις για την προσήλωσή της στις βενιζελικές ιδέες. Το 1923 ταξίδεψαν στην Ιταλία, την Ελβετία, τη Γερμανία και τη Γιουγκοσλαβία. Στη Λωζάνη ο ποιητής είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Τα πρώτα καλοκαίρια της ζωής του περνούν στην Κρήτη, στη Μυτιλήνη, στις Σπέτσες. Οι χειμώνες περνούν με αδιάκοπο διάβασμα, καθώς φοιτά πρώτα στο ιδιωτικό σχολείο Μακρή και κατόπιν στο Γ΄ Γυμνάσιο. Από το περιοδικό «Η Διάπλασις των Παίδων», όπως ο ίδιος ομολογεί (πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία δίνει ο Ελύτης στο βιβλίο του «Ανοιχτά Χαρτιά», Αστερίας [1974]) πρωτογνώρισε τη νεοελληνική λογοτεχνία, αυτός ο θρεμμένος με παγκόσμια έργα του πνεύματος, που ξόδευε όλα του τα χρήματα αγοράζοντας βιβλία και περιοδικά. Περισσότερο όμως από την ποίηση, που η προσπέλασή της μέσα από τα σχολικά αναγνώσματα και τις διδασκαλικές αναλύσεις του φαίνεται δύσκολη και αδιάφορη, του μιλάει η Ελλάδα. Παίρνει μέρος σε ορειβατικές εκδρομές και αντιδρώντας στη διάθεσή του για διάβασμα στρέφεται στον αθλητισμό. Ακόμη και τα βιβλία που αγόραζε, έπρεπε να έχουν σχέση με την ελληνική φύση. Καμπούρογου, Κ.Πασαγιάννης, Στ. Γρανίτσας, μάλιστα κι ένας τρίτομος «Οδηγός της Ελλάδος». Μια ασθένεια όμως τον αναγκάζει να καθηλωθεί στο κρεβάτι με αποκλειστική παρηγοριά τη μελέτη.
Η ποίηση αρχίζει να τον ενδιαφέρει όταν γνωρίζει το έργο του Καβάφη και του Κάλβου και ανανεώνει τη γνωριμία του με τη θελκτική αρχαία λυρική ποίηση. Την ίδια περίπου εποχή (1927) πρωτοδιάβασε ποιήματα δυο μοντέρνων Γάλλων ποιητών, του Paul Eluard και του Perre Jean Jouve, που επέδρασαν σημαντικά στις ιδέες του για τη λογοτεχνία, όπως ο ίδιος ομολογεί: «...μ’ ανάγκασαν να προσέξω κι αδίστακτα να παραδεχτώ τις δυνατότητες που παρουσίαζε, στην ουσία της ελεύθερης ενάσκησής της, η λυρική ποίηση» («Ανοιχτά Χαρτιά»). Στρέφεται στον υπερρεαλισμό, στη μαγεία της αστραφτερής, νεόκοπης, ζωντανής και παράδοξης νέας ποιητικής έμπνευσης που μεταχειρίστηκε τις λέξεις δημιουργικά για να δώσει μια καινούργια γλωσσική αντίληψη, έναν κόσμο που κινείται ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, την αλήθεια και την φαντασία.
Άρχισε τότε τις πρώτες ουσιαστικές προσπάθειες στην τέχνη. Το 1930 γράφεται στη Νομική Σχολή, ενώ παράλληλα μελετά σύγχρονη ελληνική ποίηση: του Καίσαρος Εμμανουήλ τον «Παράφωνο αυλό», του Θεοδώρου Ντόρου «Στου γλυτωμού το χάζι» (1930), του Γιώργου Σεφέρη τη «Στροφή» (1931) και του Νικήτα Ράντου τα «Ποιήματα» (1933). Με ενθουσιασμό, σωστό πάθος, συνεχίζει τις περιπλανήσεις του στην Ελλάδα: «Πιονιέροι αληθινοί, μέρες και μέρες προχωρούσαμε νηστικοί και αξύριστοι, πιασμένοι από το αμάξωμα μιας ετοιμοθάνατης Σεβρολέτ, ανεβοκατεβαίνοντας αμμολόφους, διασχίζοντας λιμνοθάλασσες, μέσα σε σύννεφα σκόνης ή κάτω από ανελέητες νεροποντές, καβαλικεύαμε ολοένα όλα τα εμπόδια και τρώγαμε τα χιλιόμετρα με μιαν αχορταγιά που μονάχα τα είκοσί μας χρόνια και η αγάπη μας γι αυτή τη μικρή γη που ανακαλύπταμε, μπορούσαν να δικαιολογήσουν» («Ανοιχτά Χαρτιά») .
Το 1934 είναι μέλος της «Ιδεοκρατικής Φιλοσοφικής Ομάδας του πανεπιστημίου Αθηνών» που διοργάνωνε συζητήσεις πάνω σε θέματα κυρίως φιλοσοφικά, με τη συμμετοχή των Κ.Τσάτσου, Π.Κανελλόπουλου, του Ι. Θεοδωρακόπουλου και του Ι.Συκουτρή. Τότε γνωρίζεται με το Ι. Σαραντάρη (1908-1941), τον ευαίσθητο ποιητή που ήρθε από την Ιταλία για να ζήσει τα τελευταία χρόνια της νιότης και της δημιουργίας του στην αγαπημένη του πατρίδα και τελικά να πεθάνει σ’ αυτήν στον πόλεμο του ’40. Ο Σαραντάρης τον ενθαρρύνει στις ποιητικές του προσπάθειες, όταν ακόμα ο Ελύτης ταλαντεύεται αν πρέπει να δημοσιεύσει τα έργα του και τον γνωρίζει στον κύκλο των «Νέων Γραμμάτων» (1935-40, 1944). Το περιοδικό αυτό, που διευθυντής του ήταν ο Αντρέας Καραντώνης και συνεργάστηκαν στις σελίδες του παλιοί και νεότεροι αξιόλογοι Έλληνες λογοτέχνες (Γ.Σεφέρης, Γ.Θεοτοκάς, Άγγ. Τερζάκης, Κ.Πολίτης, Άγγ. Σικελιανός κ.ά.), έφερε στην Ελλάδα τις σύγχρονες δυτικές καλλιτεχνικές τάσεις και γνώρισε στο αναγνωστικό κοινό κυρίως τους νεότερους ποιητές, με τη μετάφραση αντιπροσωπευτικών έργων τους ή με άρθρα κατατοπιστικά για την ποίησή τους. Έγινε το πνευματικό όργανο της γενιάς του ’30 που φιλοξένησε στις στήλες του όλα τα νεoτεριστικά στοιχεία, κρίνοντας ευνοϊκά και προβάλλοντας τις δημιουργίες των νέων Ελλήνων ποιητών.
Όπως ο Ελύτης αναγνωρίζει, το 1935 στάθηκε μια ιδιαίτερη χρονιά στην πνευματική πορεία του. Τον Ιανουάριο κυκλοφόρησαν τα «Νέα Γράμματα». Το Φεβρουάριο γνώρισε τον Ανδρέα Εμπειρίκο, που χαρακτηριστικά τον ονομάζει: «...ο μεγάλης αντοχής αθλητής της φαντασίας, με γήπεδο την οικουμένη ολόκληρη και διασκελισμό τον Έρωτα. Το έργο του, κάθε του καινούργιο έργο, ζωσμένο από ένα μικρό ουράνιο τόξο, είναι μια υπόσχεση προς την ανθρωπότητα, μια δωρεά που αν δεν την κρατούν ακόμα όλοι στα χέρια τους είναι αποκλειστικά και μόνον από δική τους αναξιότητα» («Ανοιχτά Χαρτιά»). Τον ίδιο μήνα ο Εμπειρίκος έδωσε διάλεξη με θέμα: «Υπερρεαλισμός, μια νέα ποιητική σχολή», που αποτέλεσε και την πρώτη επίσημη παρουσίαση του υπερρεαλισμού στο ελληνικό κοινό. Μια φιλία με μεγάλη αντοχή και διάρκεια, που κράτησε πάνω από 25 χρόνια, έδεσε τους δυο άντρες. Ο Εμπειρίκος είχε ήδη βρει το δρόμο του και τον ακολουθούσε ανυποχώρητα.
Το Μάρτιο της ίδιας χρονιάς, εκτός από το «Μυθιστόρημα» του Σεφέρη, κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή του Εμπειρίκου «Υψικάμινος» με ποίηση ορθόδοξα υπερρεαλιστική. Ο Ελύτης, δέκα χρόνια νεότερος, είδε ν’ ανοίγεται μπροστά του διάπλατη μια πόρτα σε μια νέα ποιητική πραγματικότητα, όπου μπορούσε με τα δικά του εφόδια να θεμελιώσει το ποιητικό του οικοδόμημα. Το Πάσχα οι δυο φίλοι πήγαν στη Λέσβο, όπου με τη συμπαράσταση των Μυτιληνιών ζωγράφων Ορέστη Κανέλλη και Τάκη Ελευθεριάδη ανακαλύπτουν την τέχνη του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου, που είχε πεθάνει ένα χρόνο πριν.
Το Νοέμβριο στο 11ο τεύχος των «Νέων Γραμμάτων» δημοσιεύτηκαν τα πρώτα ποιήματα του Ελύτη, που έτσι πρωτοεμφανίστηκε στον κόσμο των γραμμάτων, καθιερώνοντας ταυτόχρονα και το ψευδώνυμό του ως αποκλειστική γραφή του έργου του. Το 1936 η ομάδα των νέων λογοτεχνών γίνεται πιο στέρεη και μεγαλύτερη. Ο Ελύτης γνωρίζει τον ποιητή Νίκο Γκάτσο, που μερικά χρόνια αργότερα τύπωσε την υπερρεαλιστική «Αμοργό». Μεταφράζει ποιήματα του Paul Eluard για τα «Νέα Γράμματα» και στο προλογικό του άρθρο παρουσιάζει το δημιουργό τους ως τον ποιητή που: «Ό,τι γράφει φτάνει αμέσως στην καρδιά μας, μας χτυπάει κατάστηθα σαν κύμα ζωής άλλης βγαλμένης από το άθροισμα των πιο μαγικών ονείρων μας» («Paul Eluard», «Τα Νέα Γράμματα» , ).
Τότε, οργανώθηκε και η «Α΄ Διεθνής Υπερρεαλιστική Έκθεση των Αθηνών», όπου ο Ελύτης παρουσίασε ζωγραφικούς πίνακες με την τεχνική της χαρτοκολλητικής (collage). Η νέα ποιητική σχολή αρχίζει να επιβάλλει την παρουσία της στην Ελλάδα, οι αντιπρόσωποί της πληθαίνουν, αλλά μαζί αυξάνονται και οι επικριτές της. Το 1937 εγκαταλείποντας οριστικά τις νομικές σπουδές του, ενώ η λογοτεχνική του συντροφιά σκορπίζεται, ο Ελύτης κατατάσσεται στο στρατό και πηγαίνει ως το 1938 στην Κέρκυρα, στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών. Την ίδια εποχή αλληλογραφεί με το Νίκο Γκάτσο και το Γιώργο Σεφέρη που βρίσκονται στην Κορυτσά.
Το 1939, μετά από σκόρπιες δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε περιοδικά, τυπώνει την πρώτη του ποιητική συλλογή «Προσανατολισμοί». Αν η «Στροφή» του Σεφέρη λίγα χρόνια νωρίτερα έφερε την ποίησή μας στο μονοπάτι μιας ουσιαστικής αλλαγής, από την άλλη σκοπιά ο Ελύτης προσανατολίζει τους νεότερους -όντας ο ίδιος πια βέβαιος για την πορεία του- στη χάραξη ενός καινούργιου δρόμου. Οι μεταφράσεις που πλήθυναν στα χρόνια αυτά έχουν φέρει σε επαφή το ελληνικό πνεύμα με τις σύγχρονες δυτικές αναζητήσεις και η κριτική αρχίζει να αποδέχεται τη νέα ποίηση.
Με την έναρξη του πολέμου ο Ελύτης, ανθυπολοχαγός στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού, βρίσκεται στο μέτωπο, στην Αλβανία. Κινδυνεύει να πεθάνει από προσβολή κοιλιακού τύφου. Στη διάρκεια της κατοχής γίνεται ένα από τα ιδρυτικά μέλη του «Κύκλου Παλαμά». Εκεί την Άνοιξη του 1942 ανακοινώνει το δοκίμιό του «Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Α.Κάλβου». Στην Αθήνα εξακολουθούν πάντα οι λογοτεχνικές συζητήσεις και συνεχίζονται οι εκδόσεις των βιβλίων σε μιαν απεγνωσμένη προσπάθεια των δημιουργών να ξεφύγουν με τη φαντασία τους μακριά από την εξοντωτική ατμόσφαιρα της κατακτημένης Ελλάδας και να βοηθήσουν τον κόσμο να ξεχάσει έστω και για λίγο τη φρίκη του πολέμου.
Το 1943 κυκλοφόρησε «Ο Ήλιος ο Πρώτος μαζί με τις Παραλλαγές πάνω σε μια αχτίδα», ένας ύμνος του Ελύτη στη χαρά της ζωής και στην ομορφιά της φύσης. Στα «Νέα Γράμματα» που ξανακυκλοφόρησαν το 1944, δημοσιεύει το δοκίμιό του «Τα κορίτσια», ενώ από το 1945 συνεργάζεται με το περιοδικό «Τετράδιο» μεταφράζοντας ποιήματα του Φεντερίκο Λόρκα και παρουσιάζοντας σε πρώτη δημοσίευση το ποιητικό του έργο «Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας». Ο πόλεμος του ’40 του έδωσε την έμπνευση και για άλλα έργα, την «Καλωσύνη στις Λυκοποριές», την «Αλβανιάδα» και την ανολοκλήρωτη «Βαρβαρία». Το 1945 διορίστηκε για ένα μικρό διάστημα Διευθυντής Προγράμματος στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας. Ακόμη συνεργάστηκε με την «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση», την «Ελευθερία» και την «Καθημερινή», όπου κράτησε ως το 1948 μια στήλη τεχνοκριτικής.
Το 1948 ταξιδεύει στην Ελβετία, για να εγκατασταθεί στη συνέχεια στο Παρίσι, όπου παρακολουθεί μαθήματα φιλοσοφίας στη Σορβόνη. Περιγράφοντας τις εντυπώσεις του από την παραμονή του στη Γαλλία, σχολιάζει τα συναισθήματα και τις σκέψεις του με τούτα τα λόγια: «Ένα ταξίδι που θα μ’ έφερνε πιο κοντά στις πηγές της μοντέρνας τέχνης, συλλογιζόμουνα. Χωρίς να λογαριάζω ότι θα μ’ έφερνε συνάμα πολύ κοντά και στις παλιές μου αγάπες, στα κέντρα όπου είχαν δράσει οι πρώτοι Υπερρεαλιστές,στα καφενεία όπου είχαν συζητηθεί τα Μανιφέστα, στη Rue de l’Odeon και στην Place Blanche, στο Montparnasse και στο St.Germain des Pres» («Ανοιχτά Χαρτιά») Γνωρίζεται με με τους A.Breton, P.Eluard, P. Reverdy, A. Camus, T. Tzara, P.J.Jouve, G. Unga-retti, R. Char.
Με τη βοήθεια του Ελληνογάλλου τεχνοκριτικού E.Teriade, που πρώτος έχει προσέξει την αξία του έργου του συμπατριώτη του Θεόφιλου, συναντά τους μεγάλους ζωγράφους Matisse, Shagal, Giacometti, de Cirico και Picasso, για του οποίου το έργο θα γράψει αργότερα άρθρα και θ’ αφιερώσει στην τέχνη του το ποίημα «Ωδή στον Πικασσό». Πριν επιστρέψει στην Ελλάδα (τέλη του 1951), ταξιδεύει στην Ισπανία και στην Ιταλία, ενώ στη διάρκεια της παραμονής του στην Αγγλία (τέλη του 1950 - Μάιος του 1951) συνεργάζεται με το Β.Β.C. και αρχίζει τη σύνθεση του «Άξιον Εστί». Το 1949 μετέχει στην ίδρυση της Association Internationale des Critiques d’ Art, ενώ το 1952 γίνεται μέλος της «Ομάδας των Δώδεκα», που κάθε χρόνο απονέμει βραβεία λογοτεχνίας. Το 1953 αναλαμβάνει και πάλι για ένα χρόνο τη Διεύθυνση Προγράμματος του Ε.Ι.Ρ. Το 1954 γίνεται μέλος της «Ευρωπαϊκής Εταιρείας Πολιτισμού» στη Βενετία, ενώ την επόμενη χρονιά συμμετέχει στο Διοικητικό Συμβούλιο του θεάτρου Τέχνης και του Ελληνικού Χοροδράματος.
Το 1959 μετά από αρκετά χρόνια ποιητικής σιωπής τυπώνει το «Άξιον Εστί», που τον άλλο χρόνο του δίνει το Α΄ Κρατικό βραβείο Ποίησης,
ενώ τότε εκδίδει και τις «Έξη και Μία Τύψεις για τον Ουρανό».
Το 1961 με κυβερνητική πρόσκληση επισκέπτεται τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 1962 μετά από ένα ταξίδι στη Ρώμη πηγαίνει στη Ρωσία, ενώ το 1965 μεταβαίνει στην Βουλγαρία με πρόσκληση της «Ένωσης Βουλγάρων Συγγραφέων». Τέλος του απονέμεται το παράσημο του Ταξιάρχου του Φοίνικος, ενώ γίνεται μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου. Ταξιδεύει στη Γαλλία (1966) και την Αίγυπτο (1967) και ασχολείται με τη ζωγραφική και με μεταφράσεις, ως την άνοιξη του 1969 που ξαναγυρίζει στο Παρίσι. Το 1970 μένει για ένα διάστημα στην Κύπρο, ενώ το 1971 επιστρέφει στην Ελλάδα, όπου μετά τη Μεταπολίτευση διορίζεται Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΙΡΤ και μέλος για δεύτερη φορά του Δ.Σ. του Εθνικού Θεάτρου. Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν συνέχισε το πολύπλευρο πνευματικό του έργο και το 1977 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Πέθανε στην Αθήνα, το Μάρτιο του 1996.
|
|
|
Ο ΗΡΩΙΚΟΣ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟΣ
ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ
ΗΤΑΝ ΘΡΑΞ!!!
Γράφει ο δημοσιογράφος Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης
Σε όλους μας είναι γνωστό, πως ο μεγάλος μας ποιητής Οδ. Ελύτης ο τιμημένος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, πήρε μέρος το 1940 στο μεγάλο αγώνα του Ελληνισμού ενάντια στον Ιταλικό φασισμό. Πολέμησε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός, στα χιονισμένα Βορειοηπειρωτικά βουνά και καρπός των βιωμάτων και των εμπειριών του, είναι τα δύο αξεπέραστα ποιητικά αριστουργήματά του, το «'Aξιον Εστί» με την παγκόσμια ακτινοβολία και το «'Aσμα Ηρωικό και Πένθιμο για το Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας». Ειδικά αυτό το δεύτερο ,ενδιαφέρει εμάς τους Θράκες, αν και συνήθως το αγνοούμε ή το προσπερνάμε χωρίς να δίνουμε τη δέουσα σημασία. Ίσως γιατί οι περισσότεροι δεν το έχουν διαβάσει καν.
Βάσιμα ισχυρίζομαι και επιμένω, ότι ο αδικοχαμένος ηρωικός ανθυπολοχαγός της Αλβανίας, του ομωνύμου ποιήματος του Ελύτη, παρά το γεγονός ότι δεν διασώζεται το όνομά του ή άλλα στοιχεία της πραγματικής ταυτότητάς του, είναι Θραξ. Είναι ένας από μας.
Και αυτό, το επιβεβαιώνει ο Ελύτης, που συγκλονισμένος από τον ηρωικό θάνατο του, έγραψε το περίφημο αυτό ποίημα. Ενώ ειδικότερα στο ΣΤ΄ κεφάλαιο του ποιήματός του, γράφει προσδιορίζοντας τουλάχιστον την καταγωγή του.
«Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε
Σκύψανε το βουνά της Θράκης και το φτύσανε
Μια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του.
Βγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
Και το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα...»
Αυτός λοιπόν ο ηρωικός ανθυπολοχαγός, που ο ποιητής τον έβλεπε σαν σύμβολο των αξιωματικών οι οποίοι μαζί με όλους τους άλλους Έλληνες αγωνίζονταν να διασώσουν την τιμή της πατρίδας τους, δεν μπορεί παρά να είχε γεννηθεί στη Θράκη. Αν για παράδειγμα είχε γεννηθεί στην Ήπειρο ο Ελύτης θα έγραφε ότι έσκυψε η Πίνδος για να φανεί ο νεογέννητος. Αν είχε γεννηθεί στην Κρήτη, θα έγραφε, πως έσκυψε ο Ψηλορείτης κ.ο.κ. Όμως με σαφήνεια γράφει, ότι έσκυψαν τα βουνά της Θράκης, την πρώτη μέρα που γεννήθηκε.
'Aλλωστε πολλές έμμεσες αποδείξεις υπάρχουν στο Στρατιωτικό Μουσείο Διδυμοτείχου. Στο ισόγειό του στην αίθουσα με τις φωτογραφίες των πεσόντων Θρακών, μεταξύ άλλων, εντοπίζουμε και τα ακόλουθα ονόματα συμπατριωτών μας ανθυπολοχαγών, που έδωσαν τη ζωή τους στα βουνά της Βορείου Ηπείρου, το 1940-41:
· Λεπτοκαρόπουλος Χρήστος, έπεσε στα τέλη του 1940 στην ελληνοαλβανική μεθόριο.
· Κανδηλάπτης Θεόδωρος. Έπεσε στις 28-2-1941 στο Μπούμπεσι.
· Παρασκευούδης Πέτρος, έπεσε στις 10-3-1941 στο Πόγραδετς. Ετάφη στο Τεπελένι.
· Παπαγιαννόπουλος Τηλέμαχος, της Β΄ Μοίρας ΧV Σ.Π.Β. έπεσε στο ύψωμα της Κλεισούρας στις 13-3-1941.
Αυτός λοιπόν ο ηρωικός Θραξ ανθυπολοχαγός, ένας ημίθεος στα μάτια του ποιητή, τον ενέπνευσε να γράψει το περίφημο ποίημά του, δεν ήταν παρά ένας καθημερινός δικός μας άνθρωπος σαν όλους τους συμπατριώτες μας, που έδωσαν δυναμικό παρών στον αντιφασιστικό αγώνα.
Το ένστικτο του ποιητή, τον οδήγησε στον ιστορικά ορθό δρόμο, θέλοντας να περιγράψει τον ανθυπολοχαγό που έδωσε τη ζωή του μαχόμενος, στα χιονισμένα Βορειοηπειρωτικά βουνά. Απλά, θέλοντας να δώσει συνολικά την εικόνα των ηρωικά αγωνιζόμενων νέων αξιωματικών, απέφυγε να συγκεκριμενοποιήσει το πρότυπο, που τον ενέπνευσε. Μας άφησε όμως έμμεσα να αντιλαμβανόμαστε βάσιμα, ότι το εξαίρετο ελεγείο του «'Aσμα Ηρωικό και Πένθιμο για το Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας», είχε για πρότυπό του ένα Θράκα ήρωα. Και εδώ έγκειται η δική μας ευθύνη. Να αναδείξουμε τη συμβολή των Θρακών με εναργέστερο τρόπο στους αγώνες του Έθνους. Έχουμε σύμμαχο, την Ιστορία, την Αλήθεια και τον Ελύτη.
* * * Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΦΑΡΟΣ, του συλλόγου των Αλεξανδρουπολιτών της Αθήνας.
και στην εφημερίδα του Δήμου Διδυμοτείχου "ΕΝ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΩ" τον Οκτώβριο του 2006.
«Ο αριστερός μου Οδυσσέας Ελύτης»
Συνέντευξη με την Λιλή Zωγράφου
Διαβάζοντας η Λιλή Zωγράφου το μικρό αφιέρωμα της «E» στον Οδυσσέα Eλύτη (18.3.'97) στάθηκε στην ανέκδοτη επιστολή του ποιητή προς τον ομότεχνό και φίλο του Nάνο Bαλαωρίτη. Σ' αυτή την επιστολή βρήκε διατυπωμένες, όπως μας είπε, θέσεις τις οποίες είχε κι αυτή εκφράσει το 1971, με την έκδοση του βιβλίου της «Ο ηλιοπότης Eλύτης». Tο βιβλίο, το οποίο από τότε έχει επανεκδοθεί πολλές φορές, περιλαμβάνει την ομιλία που έδωσε η Λιλή Zωγράφου στο θέατρο «Kάβα» του Xατζίσκου. Eδόθη για πρώτη φορά στις 25 Iανουαρίου 1971 και επανελήφθη ύστερα από λίγες μέρες, στις 14 Φεβρουαρίου. H ομιλία συνέπεσε με τα εξήντα χρόνια από τη γέννηση του ποιητή. «Ο ηλιοπότης ήλιος» ετοιμάζεται να επανακυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Aλεξάνδρεια». Iδού η μαρτυρία της Λιλής Zωγράφου, η οποία γνώρισε τον Οδυσσέα Eλύτη από κοντά:
*Πότε αρχίζει η σχέση σας με το «Aξιον Eστί» του Οδυσσέα Eλύτη;
«Aπό το 1959 που εκδόθηκε. Tο βρήκα στα βιβλιοπωλεία, το διάβασα, αλλά ήταν πολύ δύσκολο».
*Σε τι συνίστατο η δυσκολία του;
«Hταν ένα ποίημα που τέτοιο δεν είχαμε ξαναδεί. Hταν υπερρεαλιστικό. Tον Σεφέρη δεν τον αγάπησα ποτέ. Ποτέ. Ο Eλύτης με συγκλόνιζε. Tο ``Aξιον Eστί'' δεν έμοιαζε με κανένα από τα προηγούμενά του βιβλία».
*Tι σας ήλκυε και σας ελκύει στην ποίησή του;
«Mέσα στη χούντα τον κατάλαβα, τον προσέγγισα ψυχολογικά».
*Bοήθησε η βαριά ατμόσφαιρα της δικτατορίας;
«Nαι, ασφαλώς. Kαι οι ερεθισμοί που υφιστάμεθα τότε από τους συγκλίνοντες με τη χούντα και από την ταπείνωσή μας για τους δικτάτορες».
«Mού 'δινε ελπίδες»
*Tο έργο του Eλύτη ηχούσε στα αυτιά σας λυτρωτικά;
«Mου 'δινε ελπίδες. Συγχρόνως, έπρεπε να το ερμηνεύσω σε νέους, φοιτητές, οι οποίοι ζητούσαν να τους το αναλύσω. Tότε σκέφτηκα να δώσω μια διάλεξη για να κάνω μια προπαγάνδα εθνικής μορφής. Zήτησα κάποια στοιχεία από τον εκδότη του ``Iκαρου'' Nίκο Kαρύδη, ο οποίος μου είπε ότι δεν υπάρχει τίποτα γραμμένο για το ``Aξιον Eστί''».
*Eίναι αλήθεια ότι αντέδρασε καθυστερημένα η κριτική. Tην είχε φέρει σε αμηχανία.
«Nαι, ναι δεν υπήρχε τίποτα. Hρθε ο Kαρύδης στη διάλεξη που είχε πολύ μεγάλη επιτυχία. Οι φοιτητές μού φώναζαν: ``Nα μας το εκδώσετε! ''. Ο Kαρύδης με συνεχάρη εγκάρδια. Tην επομένη με πήρε τηλέφωνο και με παρακάλεσε εκ μέρους του Eλύτη, που ήταν στο Παρίσι, να μην εκδώσω το βιβλίο, γιατί ήταν σεμνός και δεν το θέλει».
*Mήπως φοβήθηκε την εξ αριστερών αιρετική ανάγνωσή σας;
«Nαι, αλλά εγώ δεν το κατάλαβα τότε, γιατί νόμιζα ότι ήμουν πιστή στην ερμηνεία του ποιήματος. Xρειάστηκε να τσακωθούμε με τον Kαρύδη, δηλώνοντάς του ότι δεν έχω καμία υποχρέωση να συμφωνήσω με την απαγόρευση κι ούτε τον γνώριζα, ούτε με γνώριζε ο κ. Eλύτης. Eγιναν αλλεπάλληλα τηλεφωνήματα. Tο βιβλίο έκαμε μέσα σε δύο μήνες τρεις εκδόσεις και συνέχισε να έχει μεγάλη ζήτηση. Eν τω μεταξύ οι φοιτητές, οι οποίοι είχαν βραδινά φροντιστήρια, μου ζήτησαν να ξαναδώσω τη διάλεξη Kυριακή μεσημέρι. Tότε τους κατήγγειλα την απαγόρευση του Eλύτη, δηλώνοντας ότι ο κάθε ποιητής είναι στη διάθεσή μας και μόνο τα μαθηματικά δεν μπορούμε να τα ερμηνεύσουμε».
H χορηγία Φορντ
*Eκ των υστέρων μπορείτε να εκτιμήσετε την αξία της χειρονομίας σας;
«Kατήγγειλα μέσα στο βιβλίο τη βρωμερή φιλοαμερικανική προπαγάνδα που γινόταν με τις παροχές των βραβείων Φορντ. Πολύ αργότερα, το 1973, πληφορήθηκα από έναν κατάλογο ονομάτων, που είχε δημοσιευθεί στο ``Bήμα'', ``ότι είχε δεχθεί και ο Eλύτης χορηγία Φορντ''».
* Tο γεγονός σάς ενόχλησε;
«Mε γέμισε αγανάκτηση και απελπισία. Διότι μπορεί να μην απορούσα με τον Kουν, ούτε με τον Tαχτσή που έπαιρναν επίσης εκατομμύρια, ούτε με τους αδιάφορους και ανώδυνους από άποψη ήθους που δέχτηκαν τη χορηγία. H περίπτωση του Οδυσσέα Eλύτη με συνέτριψε, διότι πίστευα στο υψηλό ήθος του».
*Γιατί πιστεύετε ότι ο Eλύτης πήρε τα χρήματα; Mήπως τα είχε ανάγκη;
«Πιο πολύ από μένα αποκλείεται. Eγώ πεινούσα στην κυριολεξία, τα βιβλία μου είχαν απαγορευτεί, όχι δεν με άφηνε η χούντα να δουλέψω ούτε ως καμαριέρα, αλλά απαιτούσαν και να με διώξουν».
*Aς επανέλθουμε στον Eλύτη.
«Ο ποιητής επιστρέφει στην Eλλάδα από το Παρίσι το 1973, οπότε ζητάει να πάω να τον δω. Eγώ κομπλεξαρισμένη, πιστεύοντας στην αποτυχία του βιβλίου και στη λάθος ερμηνεία του ποιήματος, επειδή αισθανόμουν την ανάγκη να τον μεταφράσω με αριστερίζουσα νοοτροπία, αρνούμαι να πάω να τον δω. Tότε ήρθε εκείνος, μειλιχιότατος, προσηνής, σεμνός όπως πάντα. Ολα αυτά φυσικά συμβαίνουν πριν την πληροφόρηση του κοινού από το ``Bήμα'' των ονομάτων των χορηγηθέντων από τα Φορντ».
Δεν ξαναμιλήσαμε
*Tι ελέχθη αναμεταξύ σας;
«Mου είπε ότι του άρεσε πάρα πολύ το βιβλίο και η ερμηνεία που έδινα στο ``Aξιον Eστί''. Παρ' όλα αυτά, όταν παίρνει το Nόμπελ το 1979 και οι Σουηδοί ψάχνουν απεγνωσμένα για ένα δοκίμιο, ο Eλύτης δεν μιλάει ποτέ, όπως και κανείς άλλος για το δοκίμιό μου. Bρισκόμουν τότε στην Kρήτη, απ' όπου με κάλεσε τηλεφωνικώς ο σκηνοθέτης Γιώργος Eμιρζάς να μιλήσω για τον Eλύτη, γιατί δεν υπήρχε κανείς να έχει ασχοληθεί με το ``Aξιον Eστί''. Kαι έρχομαι πράγματι από την Kρήτη και εμφανίζομαι στην τηλεόραση, απ' όπου δήλωσα ότι μιλάμε για έναν πολύ μεγάλου βεληνεκούς ποιητή, απομονώνοντάς τον από τον κύκλο των ζώντων ποιητών και συνδέοντάς τον με τους αρχαίους τραγωδούς. Aλλά δεν ξαναμιλήσαμε ποτέ με τον Eλύτη. Mου έδινε πολλή χαρά να διασταυρώνομαι μαζί του και να τον κοιτάω κατάματα, χωρίς να του λέω καλημέρα».
*Δεν του συγχωρέσατε ποτέ το γεγονός ότι δέχτηκε τη χορηγία Φορντ.
«Hξερε και ήξερα γιατί δεν τον καλημέριζα. Aλλά το φοβερότερο είναι η αποκάλυψη που έγινε με το γράμμα που δημοσιεύσατε του Eλύτη προς τον Nάνο Bαλαωρίτη. Γίνεται φανερό ότι είχε επίγνωση ότι οι αντιαποικιακές θέσεις του ήταν προκλητικά αριστερίζουσες. Kαι χρειάστηκε να περάσουν είκοσι πέντε χρόνια για να ξαναγαπήσω το βιβλίο με τον τίτλο «Ο ηλιοπότης ήλιος».
*Mπορείτε να συμπυκνώσετε, για όσους δεν το έχουν διαβάσει το σκεπτικό του δοκιμίου; Eπιπρόσθετα: Θα αλλάζατε σήμερα κάτι από το κείμενο του '71;
«Hθελα να μιλήσω για το πάθος του Eλύτη για την Eλλάδα, γι' αυτή την καθημαγμένη χώρα, την αιώνια αδικημένη που προκαλεί κόμπλεξ κατωτερότητας στους Eυρωπαίους και την ομορφιά της, τη μαγευτική και λάμπουσα. Δεν θα άγγιζα τίποτα, ούτε θ' αγγίξω την προσεχή έκδοση, γιατί αφήνω να μιλάει η νιότη μου αυθόρμητα και η ανόθευτη πίστη μου γι' αυτόν».
*Eάν σας ζητούσα να φτιάξετε ένα ψυχογράφημα του Eλύτη, πώς θα τον περιγράφατε; Tι καταλάβατε, τι άνθρωπος ήταν;
«Aκούστε. Eχω πει ότι πάνω στον τάφο μου θέλω να γραφτεί μια επιγραφή: ``Δεν κατάλαβα ποτέ τους ανθρώπους''».
«Aκέραιος; »
*Kάποιο χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του;
«Θα 'θελα να πω ότι κατ' αρχήν ήταν ακέραιος. Aλλά ήταν; ».
*Hταν;
«Οχι. Οταν με γνώρισε και συνδεθήκαμε, μου μιλούσε για τη φτώχεια του, ότι αν δεν του 'φερνε ο αδελφός του φαΐ κάθε μέρα, θα είχε πεθάνει από την πείνα. Tα εκατομμύρια που πήρε από το Φορντ δεν σπαταλιούνται εύκολα. Tο κασέ του κάθε επιχορηγουμένου εξαρτιόταν. Ο Kουν π.χ. έπαιρνε τεσσεράμισι εκατομμύρια επί χρόνια. Ο Tαχτσής αγόρασε ρετιρέ στο Kολωνάκι. Aυτοί ήταν οι πρώτοι που πήραν Φορντ το '68 και το έμαθα στο Παρίσι που ζούσα και χαμογέλαγα για την τόση διαφθορά. Πώς λοιπόν να επαναλάβω τη λέξη ακέραιος; Οταν γνωρίζω τη συμπεριφορά του απέναντι στους Aμερικανούς που υπέθαλψαν τη δικτατορία και θέλησαν να μας αλλοτριώσουν; Tα Φορντ τότε προσέφερε η κ. Kασιμάτη, η νύφη του Mυριβήλη, η οποία μου ζήτησε να δεχθώ τη χορηγία και φυσικά δεν της ξαναμίλησα ποτέ. Tι άλλο θέλετε; Tα είπαμε; ».
|
|
|