Since 1996
    
Έλληνες ποιητές στο διαΔίκτυο

  • Κώστας Βάρναλης

  • Νικηφόρος Βρεττάκος

  • Οδυσσέας Ελύτης

  • Γιώργος Σεφέρης

  • Κώστας Καρυωτάκης

  • Κώστας Κρυστάλλης

  • Μήτσος Λυγίζος

  • Κώστας Ουράνης

  • Νίκος Καζαντζάκης

  • Επόμενη Ενότητα..
    Ακολουθείτε το τόξο για την επόμενη ενότητα
    Home to LAND of GODS
    Προηγούμενη Ενότητα..Ανθολογία
    Έλληνες ποιητές στο διαΔίκτυο
    Οδυσσέας Ελύτης
    περιέχονται :

    1939 Προσανατολισμοί   : Ο έρωτας το αρχιπέλαγος Κλίμα της απουσίας Επίγραμμα Επτά νυχτερινά επτάστιχα Προσανατολισμοί ωρίων Επέτειος Διόνυσος οι Κλεψύδρες του αγνώστου Σποράδες Ελένη Ελιγμός Εύα Αιθρίες η Συναυλία των Γυακίνθων Η θητεία του καλοκαιριού Ωδή στη Σαντορίνη η Μαρίνα των βράχων Ηλικία της γλαυκής θύμισης Μελαγχολία του Αιγιαίου 'Ανεμος της παναγίας Βάθος Μορφή της Βοιωτίας Γέννηση της μέρας Ολος ο κόσμος Η πεντάμορφη στον κήπο

    1959 Aξιον εστί. : Η ΓΕΝΕΣΙΣ Ιδού εγώ λοιπόν Τη γλώσσα μου έδωσαν Στον πηλό το στώμα μου Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΟΠΟ Νέος πολύ και γνώρισα Τον πλούτο δεν έδωκες Τις ημέρες μου άθροισα Μόνος κυβέρνησα τη θλίψη μου ΟΙ ΗΜΙΟΝΗΓΟΙ 'Ενα το χελιδόνι Τα θεμέλιά μου στα βουνά Ο ποιητής των νεφών 'Ηρθαν ντυμένοι "φίλοι" 'Ηρθαν με τα χρυσά σειρήτια Με το λύχνο του 'αστρου Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΞΟΔΟΣ Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ Αυτός είναι ο πάντοτε αφανής Κατά προσωπό μου εχλεύασαν Αυτός, αυτός ο κόσμος ΤΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ ΜΕ ΤΙΣ ΤΣΟΥΚΝΙΔΕΣ Γύρισα τα μάτια 'Οπου, και να βρίσκεστε, αδελφοί Και στα βαθιά μεσάνυχτα Ανομίες εμίαναν τα χέρια μου Ναοί στο σχήμα τ' ουρανού Τις νεφέλες αφήνοντας πίσω τους Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ Της αγάπης αίματα Θεέ μου συ με θέλησες Ενωρίς εξύπνησα τις ηδονές Θα καρώ μοναχός ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ Ανοίγω το στώμα μου Σε χώρα μακρινή και αναμάρτητη Σε χώρα μακρινή και αρυτίδωτη ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ Παραθέσεις

    1960 Εξι και μια τύψεις για τον ουρανό : Ο αγράμματος και η ωραία Η αυτοψία Ο ύπνος των γενναίων Λακωνικόν Καταγωγή του τοπίου Ο άλλος Νώε

    1971 Το Φωτόδεντρο και η δέκατη τετάρτη ομορφιά : Των Βαϊων Η κόρη που έφερνε ο βοριάς Διέξ το μύρτον Περί πολιτείας Χωρίς πασμάκι Το κόκκινο άλογο Μικρή πράσινη θάλασσα Η Οδύσσεια Αρχέτυπον Το φωτόδεντρο Εκείνο που δε γίνεται Οσο διαρκούσε το άστρο Τα δύο του κόσμου Θεόκτιστη Δώρο ασημένιο ποιήμα

    1971 Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας : Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας Εσεις στεριές και θάλασσες Εμείς ψωμί δεν έχουμε Φύγανε τα πουλιά γι' άλλου Τέσσερις μήνες χτίζουμε Όνειρο πόκανα κρυφά 'Αλλος εβγήκε απ' τα βουνά Τ' άκουσε ο ήλιος κι έφριξε βρε συ Βοριά βρε συ Νοτιά Δρόμοι περπατημένοι κι απερπάτητοι Παράπονα κι αθιβολές Δύο συ και τρία γω Βότσαλο μέσα στα νερά Άκου κι εμάς που μόλις εγυρίσαμε Όμορφη και παράξενη πατρίδα Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας Τι να σας πω γυναίκες Βαπόρι στολισμένο

    1971 Το Μονόγραμμα : Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται Έτσι μιλώ για σένα και για μένα Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς Έχω δει πολλά και η γη μέσ' απ' το νου μου φαίνεται ωραιότερη Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί

    1972 Τα Ρω του Έρωτα : Μαρίνα    Τα Ελληνάκια    Τά 'δατε τα μάθατε    Του μικρού βοριά    Ανάμεσα Σύρο και Τζια    Το θαλασσνό τριφύλλι    Τα Τζιτζίκια    Η Ελένη    Ο ταχυδρόμος    Τπ δελφινοκόριτσο    Η ποδηλάτισσα    Το σπίτι το ακατοίκητο    Στην ξύλινη παράγκα    Σου το 'πα για τα σύννεφα    Η παναγία των κοιμητηρίων    Τύχη    Ο Αύγουστος    Τα κορίτσια του Ισπαχάν    Του Σωτήρος    Η ταράτσα και το παράθυρο    Το «τετράδιον της μαθήτριας»    Η ρουλέτα    Η Alfa Romeo    'Εχει κι ο φτωχός πουλί    Οι δυο παράδεισοι    Το μαγισσάκι    Τα όσα η μοίρα μου' γραφε    Ο ταμένος    'Ολα τα πήρε το καλοκαίρι    Το παράπονο    Ο Αγαμέμνων    Τα ρω του 'ερωτα    Μια φορά κι' έναν καιρό    Τέσσεροι στρατηγοί    Η καλόγρια η τσιγκάνα    Η κυρά η παντέρμη    Χαμός από αγάπη    Του πικραμένου    Θάνατος του Antonio Torres Xerentia    Η μικροπαντρεμένη    Τα μαχαίρια    Η σελίνη στο σιδεράδικο    Υπνοβάτικο τραγούδι   

    ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ (1974) : ΨΑΛΜΟΣ ΚΑΙ ΨΗΦΙΔΩΤΟ ΓΙΑ ΜΙΑΝ ΑΝΟΙΞΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ    ΔΩΔΕΚΑ ΝΗΣΩΝ ΑΓΓΕΛΟΣ    ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΠΙΚΑΣΣΟ    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ    Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ    ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ    ΕΛΥΤΟΝΗΣΟΣ ΚΟΙΝΩΣ ΕΛΥΤΟΝΗΣΙ   

    ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ (1978) : Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ    Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ    ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ    ΤΟ ΣΤΙΓΜΑ    ΠΑΤΜΟΣ    Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ    Ο ΤΡΩΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ    Η ΕΛΕΝΗ    ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΝΕΦΕΛΗΣ    PAX SAN TROPEZANA    Ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΓΗ    ΤΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ    ΚΑΘΕ ΦΕΓΓΑΡΙ ΟΜΟΛΟΓΕΙ    Ο ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ    Ο ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ    Η ΙΕΡΗ ΕΞΕΤΑΣΗ    Ο ΑΓΙΟΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΤΗΣ ΑΣΣΙΖΗΣ    ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ   

    Όλα τα βιβλία του Οδυσσέα Ελύτη μπορείτε να τα προμηθευτείτε από τις Εκδόσεις Ίκαρος:
    Βουλής 4, Σύνταγμα Αθήνα, 105 62. τηλ. 210 322 5152 fax 210 323 5262 email info@ekdoseis-ikaros.gr

    Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)
    Αποσπάσματα από το 'Εργο του :
    1939 Προσανατολισμοί    1959 Aξιον εστί.    1960 Εξι και μια τύψεις για τον ουρανό    1971 Το Φωτόδεντρο και η δέκατη τετάρτη ομορφιά    1971 Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας   1971 Το Μονόγραμμα   1972 Τα Ρω του Έρωτα    1974 Τα Ετεροθαλή    1978 Μαρία Νεφέλη    1982 Τρία ποιήματα σε τιμή ευκαιρίας    1984 Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου    1985 Ο μικρός ναυτίλος    1991 Τα ελεγεία της οξώπετρας    1995 Δυτικά της λύπης    1998. Εκ του πλησίον   'Aσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας:    1    2    3    4    5    6    7    8    9    10    11    12    13    14    Η τρελή ροδιά    Η πορτοκαλένια    Επίγραμμα   

    "Τα τοπία του Ελύτη, έγραψεν ο Μήτσος Παπανικολάου), έχουν όλη τη διαφανή και την καινούρια ομορφιά των τοπίων που καθάρισαν οι βροχές και οι άνεμοι, κι ακόμη των πρώτων τοπίων της δημιουργίας. Η φύση του είναι νέα και τόσο γοητευτική, σα να την αντικρίζουν για πρώτη φορά τα μάτια του παιδιού ή του κοιμισμένου. Κι εκεί μέσα ο ποιητής, παιδί κι αυτός, πλανιέται μες τις πιο απόκρυφες σκέψεις του, απαλλαγμένος εντελώς από τα δεσμά της λογικής..."

    "Ο Ελύτης ξεκίνησε από τον υπερρεαλισμό, αλλά δεν υπέταξε την ποίησή του στις αυστηρές επιταγές και προδιαγραφές του κινήματος. Συμπορεύτηκε μαζί του για ένα διάστημα, δανείστηκε στοιχεία και τα αναμόρφωσε, σύμφωνα με το προσωπικό του όραμα, σ’ έναν έλλογο και γλωσσικά έκπαγλο λυρισμό. Η υπερβατική διάσταση του υπερρεαλισμού διατηρήθηκε και αποτυπώθηκε με ευκρίνεια στα ζωγραφικά κολάζ του Ελύτη, που ο ίδιος εκτιμούσε και υπολόγιζε πάρα πολύ, θεωρώντας τα μιαν άλλην έκφραση της ποίησής του και τα ονόμαζε «συνεικόνες». Οι φραστικές εκπυρσοκροτήσεις που ακούγονται συχνά στα πάσης φύσεως κείμενά του βρίσκονται άλλοτε εντεύθεν και άλλοτε εκείθεν της ίδιας της γλώσσας. Ο λεκτικός του πλούτος δεν έχει ταίρι στα νεότερα γράμματά μας. Η ποίηση του Καβάφη, λ.χ., όπως και του Σεφέρη, έχει γραφτεί με τη χρήση περίπου 3.500 λέξεων. Οι λέξεις που χρησιμοποιεί ο Ελύτης είναι υπερδιπλάσιες: πλησιάζουν τις 8.000! Η ποίησή του έφερε έναν αέρα υγείας, τόλμης και φωτός, ως αναγκαία αντίδραση, τουλάχιστον στην πρώτη περίοδό της, στον καρυωτακισμό, ως κατάφαση στην ίδια τη ζωή. Ο πρώιμος χαρακτηρισμός του ως «ποιητή του Αιγαίου» (τον οποίον αργότερα ο ίδιος έβρισκε στενόχωρα περιοριστικό) μπορεί όντως να μην ανταποκρίνεται στη συνολική δημιουργική του πορεία, αλλά δεν αναιρεί την «ανακάλυψη» του Αιγαίου ως ποιητικού θέματος και, ταυτόχρονα, ως χώρου όπου": συνέχεια

    'Aσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας
     
    1

        Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος,
    που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός,
    καθώς εχιόνιζε απ' το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας,
    κι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες,

    εκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
    και μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη και νερό,
    που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
    μα όλος ο κόπος τ' ουρανού,
    όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
    πρωί στα πόδια του βουνού,

    τώρα, σαν από στεναγμό θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει,

    τώρα, η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα,
    πιάνει και σβήνει ένα-ένα τα λουλούδια επάνω της,
    μες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
    από λιμό χαράς κοίτουνται τα τραγούδια
    βράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
    κόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

    Χειμώνας μπαίνει ως το μυαλό. Κάτι κακό
    θ' ανάψει. Αγριέυει η τρίχα του αλογόβουνου,
    τα όρνια μοιράζονται ψηλά τις ψύχες τ' ουρανού.

     
    2

        Τώρα μες τα θολά νερά ένας ίσκιος νευριάζει.

    O άνεμος αρπαγμένος απ τις φυλλωσιές
    κάνει εμετό στη σκόνη του,
    τα φρούτα φτύνουν το κουκκούτσι τους,
    η γή κρύβει τις πέτρες της,
    ο φόβος σκάβει ένα λαγούμι και τρυπώνει τρέχοντας
    την ώρα που μες από τα ουράνια θάμνα
    το ούρλιασμα της συννεφολύκαινας
    σκορπάει στου κάμπου το πετσί θύελλα ανατριχίλας.
    Κ' ύστερα στρώνει στρώνει χιόνι χιόνι αλύπητο,
    κ' ύστερα πάει φρουμάζοντας στις νηστικές κοιλάδες,
    κ' ύστερα βάζει τους ανθρώπους ν' αντιχαιρετίσουνε: -φωτιά ή μαχαίρι!
    Γι' αυτούς που με φωτιά ή μαχαίρι κίνησαν
    κακό θ' ανάψει εδώ. Μην απελπίζεται ο σταυρός,
    μόνο ας προσευχηθούν μακριά του οι μενεξέδες!

     
      
     
    3

        Γι' αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή,
    λυώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης
    -ο θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο!

    Kάθε βροντή ένας θάνατος καβάλλα στον αέρα,
    καθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ
    στο θάνατο - κ' η μοίρα ό τι θέλει ας πεί.

    Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κ' ηύρε το θάρρος,
    καταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μες στον ήλιο,
    -κιάλια, τηλέμετρα, όλμοι κέρωσαν!

    Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!
    Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες!
    (Το κράνος κύλησε από την αριστερή μεριά...)

    Στο χώμα μόνο μια στιγμή κουνήθηκαν οι ρίζες,
    ύστερα σκόρπισε ο καπνός κ' η μέρα πήε δειλά
    να ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια.

    Mα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη οχιά
    -μολις σταμάτησε για λίγο μες στα δόντια ο θάνατος,
    κ' ύστερα χύθηκε μεμιάς ως τα χλομά του νύχια!

     
    4

        Τώρα κοίτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη,
    μ' ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά,
    μ' ένα κλαδάκι λησμονιάς στ' αριστερό του αφτί,
    μοιάζει μπαξές που τούφυγαν άξαφνα τα πουλιά,
    μοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά,
    μοιάζει ρολόι αγγέλου που σταμάτησε
    μόλις είπανε "γεια παιδιά!" τα ματοτσίνορα
    κ η απορία μαρμάρωσε...

    Κοίτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη...
    Αιώνες μαύροι γύρω του
    αλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή
    κ οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες
    ακούν με προσοχή,
    όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε,
    όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
    -όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή.

    Κάτω απ' τα πέντε κέδρα,
    χωρίς άλλα κεριά,
    κοίτεται στην τσουρουφλισμένη χλαίνη...
    άδειο το κράνος, λασπωμένο το αίμα,
    στο πλάι το μισοτελειωμένο μπράτσο,
    κι ανάμεσα απ τα φρύδια
    μικρό πικρό πηγάδι - δακτυλιά της μοίρας,
    μικρό πικρό πηγάδι κοκκινόμαυρο,
    πηγάδι όπου κρυώνει η θύμηση!

    Ω! μην κοιτάτε, ω μην κοιτάτε από πού του-
    από που τουφυγε η ζωή. Μην πήτε πως -
    μην πήτε πως ανέβηκε ψηλά ο καπνός του ονείρου!

    Eτσι λοιπόν η μια στιγμή, έτσι λοιπόν η μια-
    έτσι λοιπόν η μια στιγμή, παράτησε την άλλη,
    κι ο ήλιος ο παντοτεινός έτσι με μιας τον κόσμο!

     
      
     
    5

        λιε, δεν ήσουν ο παντοτεινός;
    Πουλί, δεν ήσουν η στιγμή χαράς που δεν καθίζει;
    Λάμψη, δεν ήσουν η αφοβιά του σύγνεφου;
    Κ' εσύ, περβόλι, ωδείο των λουλουδιών,
    κι' εσύ, ρίζα σγουρή, φλογέρα της μαγνόλιας!

    Eτσι καθώς τινάζεται μες στη βροχή το δεντρο
    και το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
    κ' ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
    και τα δυο ματια πάνε να δακρύσουν,
    γιατί; ρωτάει ο αητός, πούναι το παλικάρι;
    Κι' όλα τ' αητόπουλα απορούν: πούναι το παλικάρι!
    Γιατί; ρωτάει, στενάζοντας η μάνα, πούναι ο γιος μου;
    Κι όλες οι μάνες απορούν: πού νάναι το παιδί!
    Γιατί; ρωτάει ο σύντροφος, πού νάναι ο αδερφός μου;
    Κι όλοι του οι σύντροφοι απορούν: πού νάναι ο πιο μικρός!
    Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός.
    πιάνουν το χέρι, και παγώνει,
    πάν να δαγκάσουνε ψωμί, κ' εκείνο στάζει αίμα,
    κοιτούν μακριά τον ουρανό κ' εκείνος μελανιάζει
    -γιατί; γιατί; γιατί; γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος;
    γιατί ένα τέτιο ανόσιο ψωμί;
    γιατί ένας τέτιος ουρανός εκεί που πρωτα εκατοικούσε ο ήλιος!..

     
    6

        ΄Ηταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
    σκύψανε τα βουνά της θράκης να φανεί
    στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε,
    σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
    μια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μες το κλάμα του,
    βγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
    και το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα.
    Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι,
    καβάλλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν,
    ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
    ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
    κ' ήρθαν από της γης τα πέρατα
    οι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
    εκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά,
    εκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!

    Hταν γερό παιδί,
    τις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσα
    λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων,
    ήταν τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα του
    που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης,
    πιάνοντας ύστερα χορό μ' όλες τις νίφες λεύκες
    ώσπου ν' ακούσει και να χύσ' η αυγή το φως μες στα μαλλιά του,
    η αυγή, που μ' ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε
    στη σέλλα δυό μικρών κλαδιών να γρατσουνάει τον ήλιο,
    να βάφει τα λουλούδια
    ή, πάλι, με στοργή να σιγονανουρίζει
    τις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν...
    Α! τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του!
    Τι χάρτης περιφάνιας το γυμνό του στήθος,
    όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα!...

    Hταν γενναίο παιδί.
    Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του,
    με τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά,
    και με το κράνος του -γιαλιστερό σημάδι
    (φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό
    που δεν γνώρισε κακό ποτέ του)
    με τους στρατιώτες του ζερβά-δεξιά
    και την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του.
    -Φωτιά στην άνομη, φωτιά!
    Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
    τα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε, ύστερα λυώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
    το κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής,
    και το στώμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο,
    και τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας.
    Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
    -δεν έκλαψαν.
    Γιατί να κλάψουν;
    Hταν γενναίο παιδί!

     
      
     
    7

        Τα δέντρα είναι από κάρβουνο που η νύχτα δεν κορώνει.
    Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
    -τίποτε. Μες στην παγωνιά κουρνιάζουν τα βουνά
    γονατισμένα. Κι από τις χαράδρες, βουϊζοντας,
    απ' τα κεφάλια των νεκρών η άβυσσο ανεβαίνει...
    Δεν κλαίει πια ούτ' η λύπη. Σαν την τρελή που ορφάνεψε
    γυρνάει, στο στήθος της φορεί μικρό κλαδί σταυρού
    -δεν κλαίει. Μοναχ' από τα μελανά ζωσμένη Ακροκεραύνια
    πάει ψηλά και στήνει μια πλάκα φεγγαριού
    μήπως και δουν τον ίσκιο τους γυρνώντας οι πλανήτες
    και κρύψουν τις ακτίδες τους
    και σταματήσουν
    εκεί στο χάος ασθμαίνοντας εκστατικοί!...

    Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος,
    σφίγγεται η ερημιά στον μαύρο της μποξά,
    σκυφτή πίσω από μήνες-σύννεφα αφουκράζεται,
    τί νάναι που αφουκράζεται - σύννεφα, μήνες μακριά;

    Με τα κουρέλια των μαλλιών στους ώμους-αχ αφήστε την!
    μισή κερί μιση φωτιά μια μάνα κλαίει-αφήστε την!-
    στις παγωμένες άδειες κάμαρες όπου γυρνάει-αφήστε την!
    Γιατί δεν είναι η μοίρα χήρα κανενός
    κ' οι μάνες είναι για να κλαίν, οι άντρες για να παλεύουν,
    τα περιβόλια για ν' ανθούν των κοριτσιών οι κόρφοι,
    το αίμα για να ξοδεύεται, ο αφρός για να χτυπά,
    κ' η λευτεριά για ν' αστραφτογεννιέται αδιάκοπα!

     
    8

        Πέστε λοιπόν στον ήλιο νάβρει ένα καινούριο δρόμο,
    τώρα πια που η πατρίδα του σκοτείνιασε στη γη,
    αν θέλει να μη χάσει από την περιφάνια του!
    ή, τότε, πάλι, με χώμα και νερό,
    ας γαλαζοβολήσει αλλού μιαν αδελφούλα Ελλάδα!
    Πέστε στον ήλιο νάβρει ένα καινούριο δρόμο
    -μην καταπροσωπίσει πια ούτε μια μαργαρίτα!
    Στη μαργαρίτα πέστε νάβγει μ' άλλη παρθενιά!

    μη λερωθεί από δάκτυλα που δεν της πάνε!

    Χωρίστε από τα δάχτυλα τ' αγριοπερίστερα
    και μην αφήστε ήχο να πει το πάθος του νερού,
    καθώς γλυκά φυσά ουρανός μες σ' αδειανό κοχύλι,
    μη στείλτε πουθενά σημάδι απελπισιάς,
    μον' φέρτε από τις περιβόλες της παλικαριάς
    τις ροδωνιές όπου η ψυχή ανάδευε,
    τις ροδωνιές όπου η ανάσα του έπαιζε.
    Μικρή τη νύφη χρυσαλλίδα
    που αλλάζει τόσες ντυμασιές όσες ριπές το ατλάζι
    στον ήλιο, σαν μεθοκοπούν χρυσόσκον' οι χρυσόμυγες
    και παν με βιάση τα πουλιά ν' ακούσουνε απ' τα δέντρα
    ποιού σπόρου γέννα στύλωσε το φημισμένο κόσμο!

     
      
     
    9

        Φέρτε κανούρια χέρια, τι τώρα ποιός θα πάει
    ψηλά να νανουρίσει τα μωρά των άστρων!
    Φέρτε καινούρια πόδια, τι τώρα ποιός θα μπει
    στον πεντοζάλι πρώτος των αγγέλων!
    Kαινούρια μάτια -θε μου!-, τι τώρα πού θα παν
    να σκύψουν τα κρινάκια της αγαπημένης!
    Αίμα καινούριο, τι με ποιο χαράς χαίρε θ' ανάψουν!
    Και στόμα, στόμα δροσερόν από χαλκο κι αμάραντο,
    τι τώρα ποιος στα σύννεφα θα πει "γεια σας παιδιά!"

    Mέρα, ποιος θ' αψηφίσει τα ροδακινόφυλλα;
    νύχτα, ποιος θα μερέψει τα σπαρτά;
    Ποιος θα σκορπίσει πράσινα καντίλια μες στους κάμπους,
    ή θ' αλαλάξει θαρρετά κατάντικρυ απ' τον ήλιο,
    για να ντυθεί τις θύελλες καβάλλα σ' άστρωτο άλογο
    και να γενεί Αχιλλέας των ταρσανάδων;
    Ποιος θ' ανεβεί στο μυθικό και μαύρο ερημονήσι
    για ν' ασπαστεί τα βάτσαλα,
    και ποιος θα κοιμηθεί
    για να περάσει από τους Ευβοϊκούς του ονείρου
    νάβρει καινούρια χέρια, πόδια, μάτια,
    αίμα και λαλιά,
    να ξαναστυλωθεί στα μαρμαρένια αλώνια
    και να ριχτεί-αχ τούτη τη φορά!-
    και να ριχτεί του Χάρου με την αγιοσύνη του!

     
    10

        ΄Ηλιος, φωνί χαλκού, κι άγιο μελτέμι
    πάνω στα στήθη του ώμοναν: "Ζωή, να σε χαρώ!"
    Δύναμη εκεί πιο μαύρη δε χωρούσε,
    μόνο με φως χυμένο από δαφνόκλαδο
    κι ασήμι από δροσιά, μόνον εκεί ο σταυρός
    άστραφτε καθώς χάραζε η μεγαλοσύνη.
    Κ' η καλοσύνη με σπαθί στο χέρι πρόβελνε
    να πει μες απ' τα μάτια του και τις σημαίες τους: "Ζω!"

    Γεια σου μορέ ποτάμι όπουβλεπες χαράματα,
    παρόμιο τέκνο θεού, μ' ένα κλωνί ρογδιάς
    στα δόντια να ευωδιάζεται από τα νερά σου!
    Γεια σου και συ χωριατομουσμουλιά που αντρείευες
    κάθε πούθελε πάρει Αντρούτσος τα ονειρά του!
    Και συ βρυσούλα του μεσημεριού, που έφτανες ως τα πόδια του,
    και συ κοπέλα που ήσουνα η Ελένη του,
    που ήσουν το πουλί του, η Παναγιά του, η Πούλια του,
    γιατί και μια μόνο φορά μες στη ζωή αν σημάνει
    αγάπη ανθρώπου, ανάβοντας
    αστρον από άστρο, τα κρυφά στερεώματα,
    θα βασιλεύει πάντοτες παντού η θεία ηχώ,
    για να στολίζει με μικρές καρδιές πουλιών τα δάση.
    με λύρες από γιασεμιά τα λόγια των ποιητών.

    Kι όπου κακό κρυφό, να το παιδεύει,
    κι όπου κακό κρυφό, να το παιδεύει ανάβοντας!

     
      
     
    11

        Κείνοι που πράξαν το κακό - γιατί τους είχε πάρει
    τα μάτια η θλίψη - πήγαιναν τρικλίζοντας,
    γιατί τους είχε πάρει,
    τη θλίψη ο τρόμος, χάνονταν μέσα στο μαύρο σύγνεφο...
    Πίσω! και πιαχωρίς φτερά στο μέτωπο.
    Πίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδια,
    χωρίς τέρατα σίδερα και κουτουλιές φωτιάς!
    Eκεί που γδύν' η θάλασσα τ΄αμπέλια και τα ηφαίστεια
    στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι,
    στα βράχια της πατρίδας πάλι και με το μαντολίνο Ζάλογγο!
    Πίσω! Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα
    μυρίζοντας τη σάρκα κι όπου η τρικυμία βαστά
    όσο ένα γιασεμί λευκό στο θέρος της γυναίκας!

    Kείνοι που επράξαν το κακό - τους πήρε μαύρο σύγνεφο.
    Ζωή δεν είχαν πίσω τους, μ' έλατα και με κρύα νερά,
    μ' αρνί, κρασί και ντουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο,
    παπού δεν είχαν από δρυ κι από οργισμένο άνεμο,
    στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
    με πικραμένα μάτια.
    Τους πήρε μαύρο σύγνεφο - δεν είχαν πίσω τους αυτοί
    θειο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή,
    μάνα που νάχει σφάξει με τα χέρια της,
    ή μάνα μάνας που με βυζί γυμνό
    χορεύοντας νάχει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου!

    Kείνοι που επράξαν το κακό - τους πήρε μαύρο σύγνεφο,
    μα κείνος που τ' αντίκρυσε στους δρόμους τ' ουρανού
    ανεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος...

     
    12

        Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
    ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος...

    Λουλούδια αγοροκόριτσα του κρυφογνέφουνε
    και του μιλούν με μια ψηλή φωνή που αχνίζει στον αιθέρα,
    Γέρνουν και κατ' αυτόν τα δέντρα ερωτεμένα,
    με τις φωλιές χωμένες στη μασχάλη τους,
    με τα κλαδιά τους βουτηγμένα μες στο λάδι τού ήλιου.
    Θαύμα - τι θαύμα χαμηλά στη γη!
    Ασπρες φυλές μ' ένα γαλάζιο υννί χαράζουνε τους κάμπους,
    στράφτουν βαθιά οι λοφοσειρές
    και πιο βαθια τ' απρόσιτα όνειρα των βουνών της Άνοιξης!

    Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος,
    τόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του,
    φαίνεται μες στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινός,
    και στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων!..
    Στους όχτους του μονοπατιού συνάζονται τα ζώα,
    γρυλλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούνε.
    Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος
    γίγας που κανακεύει τα παιδιά του!

    Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο:
    Αύριο, αύριο, λένε, το Πάσχα τ' ουρανού!

     
      
     
    13

        Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο...

    Λένε γι' αυτόν που κάηκε μες στη ζωή
    όπως η μέλισσα μέσα στου θυμαριού το ανάβρυσμα,
    για την αυγή που πνίγηκε στα χωματένια στήθια
    ενώ μηνούσε μιαν ημέρα πάλλαμπρη,
    για τη νιφάδα που άστραψε μες στο μυαλό κ' εσβήστη,
    τότες που ακούστηκε μακριά η σφυριγματιά της σφαίρας
    και πέταξε ψηλά θρηνώντας η Αλβανίδα πέρδικα!
    Λένε γι' αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει,
    για τον βαθύ καημό του έρωτα της ζωής
    που είχε όταν δυνάμωνε μακριά ο αγέρας
    και κρώζαν τα πουλιά στου χαλασμένου μίλου τα δοκάρια,
    για τις γυναίκες που έπιναν την άγρια μουσική
    στο παραθύρι ορθές, σφίγγοντας το μαντίλι τους
    -κ' έπνιγ' η βαρυσυννεφιά τα βουρκωμένα στήθη-,
    για τις γυναίκες που απελπίζαν την απελπισιά
    προσμένοντας ένα σημάδι μαύρο στην αρχή του κάμπου.
    Ύστερα, δυνατά πέταλα έξω απ' το κατώφλι,
    λένε για το ζεστό και αχάιδευτο κεφάλι του,
    για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή
    τόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!

     
    14

        Τώρα χτυπάει πιο γλήγορα τ' όνειρο μες στο αίμα
    -του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημάινει:

    Ελευθερία.
    Εληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν τον δρόμο:
    Ελευθερία
    -για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος.
    Στεριές ιριδοχτυπημένες πέφτουν στά νερά,
    καράβια μ' ανοιχτά πανιά πλέουν μες στους λειμώνες,
    τα πιο αθόα κορίτσια
    τρέχουν γυμνά στα μάτια των αντρών
    κ' η σεμνότη φωνάζει πίσω από το φράχτη:
    Παιδιά! Δεν είναι άλλη γη ωραιότερη!...

    Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει!
    Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
    ολοένα εκείνος ανεβαίνει...
    Τώρα λάμπουνε γύρω του οι πόθοι, που ήταν μια φορά
    χαμένοι μες στης αμαρτίας τη μοναξιά,
    γειτόνοι της καρδιάς του οι πόθοι φλέγονται!
    Πουλιά τον χαιρετούν - του φαίνονται αδερφάκια του!
    Ανθρωποι τον φωνάζουν - του φαίνονται συντρόφοι του.
    "Πουλιά, καλά πουλιά μου, εδώ τελειώνει ο θάνατος!"
    "Σύντροφοι, σύντροφοι καλοί μου, εδώ η ζωή αρχίζει!"

    Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γιαλίζει στα μαλλιά του...
    Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο:
    Αύριο, αύριο, αύριο, το Πάσχα του Θεού!

     
      
     

    Η τρελή ροδιά

        Σ' αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς
    σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
    που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της
    με ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
    που σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο
    ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου;

    Oταν στους κάμπους που ξυπνούν τα ολόγυμνα κορίτσια
    θερίζουνε με τα ξανθά τους χέρια τα τριφύλλια
    γυρίζοντας τα πέρατα των ύπνων τους, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
    που βάζει ανύποπτη μες τα χλωρά πανέρια τους τα φώτα
    που ξεχειλίζει από κελαηδισμούς τα ονοματά τους - πέστε μου
    είναι η τρελή ροδιά που μάχεται τη συνεφιά του κόσμου;

    Στη μέρα που απ' τη ζήλεια της στολίζεται μ' εφτά λογιώ φτερά
    ζώνοντας τον αιώνιο ήλιο με χιλιάδες πρίσματα
    εκτυφλωτικά, πέστε μου, είναι η τρελή ροδιά
    που αρπάει μια χαίτη μ' εκατό βιτσιές στο τρέξιμο της
    ποτέ θλιμένη και ποτέ γκρινιάρα - πέστε μου, είναι η τρελή ροδιά
    που ξεφωνίζει την καινούργια ελπίδα που ανατέλλει;

    Πέστε μου είναι η τρελή ροδιά που χαιρετάει τα μάκρη
    τινάζοντας ένα μαντήλι φύλλα από δροσερή φωτιά,
    μια θάλασσα ετοιμόγεννη με χίλια δυο καράβια,
    με κύματα που χίλιες δυο φορές κινάν και πάνε
    σ' αμύριστες ακρογιαλιές - πέστε μου, είναι η τρελή ροδιά
    που τρίζει τάρμενα ψηλά στο διάφανο αιθέρα;

    Πανύψηλα με το γλαυκό τσαμπί που ανάβει κι' εορτάζει
    αγέρωχο, γεμάτο κίνδυνο, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
    που σπάει με φως καταμεσίς του κόσμου τις κακοκαιριές του δαίμονα
    που πέρα ως πέρα την κροκάτη απλώνει τραχηλιά της μέρας
    την πολυκεντημένη από σπαρτά τραγούδια - πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
    που βιαστικά ξεθηλυκώνει τα μεταξωτά της μέρας;

    Σε μεσοφούστανα πρωταπριλιάς και σε τζιτζίκια δεκαπενταυγούστου,
    πέστε μου, αυτή που παίζει, αυτή που οργίζεται, αυτή που ξελογιάζει,
    τινάζοντας απ' τη φοβέρα τα κακά μαύρα σκοτάδια της,
    ξεχύνοντας στους κόρφους του ήλιου τα μεθυστικά πουλιά,
    πέστε μου, αυτή που ανοίγει τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων,
    στο στήθος των βαθιών ονείρων μας, είναι η τρελή ροδιά;

     

    Η πορτοκαλένια

        Τόσο πολύ τη μέθυσε ο χυμός του ήλιου
    που έγειρε το κεφάλι της και δέχτηκε να γίνει,
    σιγά-σιγά: η μικρή Πορτοκαλένια!

    Eτσι καθώς γλαυκόλαμψαν οι εφτά ουρανοί,
    έτσι καθώς αγγίξαν μια φωτιά τα κρύσταλλα,
    έτσι καθώς αστραψανε χελιδονοουρές,
    σάστησαν πάνω οι άγγελοι και κάτω οι κοπελιές,
    σάστησαν πάνω οι πελαργοί και κάτω τα παγόνια,
    κι όλα μαζί συνάχτηκάν κι όλα μαζί την είδαν,
    κι όλα μαζί τη φώναξαν: Πορτοκαλένια!
    Μεθάει το κλήμα κι ο σκορπιός, μεθάει ο κόσμος όλος,
    όμως της μέρας η κεντιά τον πόνο δεν αφήνει.
    Τη λέει ο νάνος ερωδιός μέσα στα σκουληκάκια,
    τη λέει ο χτύπος του νερού μες στις χρυσοστιγμές,
    τη λέει κ' η δρόσο στου καλού βοριά το απανωχείλι:

    -Σήκω μικρή, μικρή, μικρή πορτοκαλένια!
    Oπως σε ξέρει το φιλί κανένας δεν σε ξέρει.
    Μήτε σε ξέρει ο γελαστός θεός,
    που με το χέρι του ανοιχτό στη φλογερή αντηλιά
    γυμνή σε δείχνει στους τριανταδυό ανέμους!

     
      
     

    Επίγραμμα

        Πριν απ' τα μάτια μου είσουν φως,
    πριν απ' τον έρωτα Έρωτας,

    κι όταν σε πήρε το φιλί
    Γυναίκα.

     

     
      

    Απ' την Εφημερίδα της Κρήτης "Πατρίς" Τίτλος: Ξεφυλίζοντας την Ιστορία : 25 χρόνια από το δεύτερο Νόμπελ Ο ΕΛΥΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟ : Στις 19 Οκτωβρίου 1979 οι Έλληνες ξύπνησαν με μια ευχάριστη είδηση. Το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας είχε απονεμηθεί από τη Σουηδική ακαδημία στον Οδυσσέα Ελύτη. Ήταν η δεύτερη-και η τελευταία μέχρι σήμερα- φορά που το σημαντικό αυτό βραβείο απονεμόταν σε Έλληνα. Ο πρώτος ήταν ο Γιώργος Σεφέρης... Αυτή τη φορά με την απονομή του βραβείου Νόμπελ είχε κάθε λόγο να χαίρεται και το Ηράκλειο. Εδώ είχε γεννηθεί και ανατραφεί ο Οδυσσέας Ελύτης, από το Ηράκλειο ξεκίνησε αυτή η διαδρομή που τον έφερε στην λογοτεχνική καταξίωση, στον Όλυμπο των ποιητών... Γι' αυτό άλλωστε και τον τίμησε το Ηράκλειο... Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης όπως ήταν το όνομα της οικογένειάς του γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1911 στο Ηράκλειο. Τελευταίος από τα έξι παιδιά του Παναγιώτη Αλεπουδέλη και της Μαρίας Βρανά μεγάλωσε στη συνοικία των Εφτά Μπαλτάδων, Αριάδνης και Πασιφάης γωνία. Η καταγωγή και από τους δυο γονείς του ήταν από τη Μυτιλήνη, τον οικισμό Καλαμιάρης ο πατέρας , από το Παπάδο η μητέρα του. Στην Κρήτη είχαν έρθει από το 1895 όταν ο Παναγιώτης Αλεπουδέλης και ο αδερφός του Θρασύβουλος αποφάσισαν να κατασκευάσουν εδώ εργοστάσιο σαπωνοποιίας. Λίγα χρόνια μετά η οικογένεια εγκαταστάθηκε στον Πειραιά όπου μεταφέρθηκε και η έδρα της επιχείρησης σαπωνοποιίας του πατέρα του. Ο οποίος και αυτή την εποχή συνδέεται στενά με τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Γι' αυτό και μετά το 1920 η οικογένειά του αντιμετώπισε ορισμένες επιθέσεις για την προσήλωσή της στις βενιζελικές ιδέες. Το 1923 ταξίδεψαν στην Ιταλία, την Ελβετία, τη Γερμανία και τη Γιουγκοσλαβία. Στη Λωζάνη ο ποιητής είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον Ελευθέριο Βενιζέλο. συνέχεια



    Διαβάστε για τον ποιητή:
    Οδυσσέας Ελύτης-Μια προσευχή γι' αυτόν    Pathfinder clubs - Ποίηση-Poetry-Poιsie-Poesia-Poesνa    Μελοποιημένη Ελληνική Ποίηση    by Karyatis Οδυσσέας Ελύτης    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ (1911-1996)    ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ ΑΡΗΣ ΜΠΕΡΛΗΣ    Μαρία Πάτση Μαθήτρια Γ' τάξης 6ου Γυμνασίου Σερρών     Elytis Odysseas poetry in an Art page(by giokou)    ΕΛΛΑΔΑ - «Ο αριστερός μου Οδυσσέας ...     Ο Οδυσσέας Ελύτης εναντίον ενός κόσμου που δεν αποδεχόταν η συνείδηση του     dimakis Οδυσσέας Ελύτης   
    Mathisis.com - Ελύτης Οδυσσέας    Αντίβαρο - Αφιέρωμα των Νέων στους ...     Orthodoxy in Modern Greek Poetry    Εις ανάμνησιν του τελευταίου εθνικού ποιητή Οδυσσέα Ελύτη του Βλάση Βλασίδη     Οδυσσέας Ελύτης    Λογοτεχνικά περιοδικά. Οδυσσέας Ελύτης    Τέχνη Οδυσσέας Ελύτης    Οδυσσέας Ελύτης    ΕΝ ΣΙΩΠΗ ΦΩΤΟΣ ΕΑΡΙΝΟΥ    in.gr -Νέες Κυκλοφορίες-    Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ 30' Τάκης Παπατσώνης     ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ    Οδυσσέας Ελύτης    ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ     Κάποιοι αγαπημένοι μου στοχαστές είναι οι:    Νίκος Δήμου ... Προσεγγίσεις" 1979    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ    Poetry of Odysseas Elytis     ODYSSEAS ELYTIS (Iraklio, Creta, 1911)     The Nobel Prize in Literature 1979    Odysseas Elytis (1911-1996) - also spelled Odysseas Elytes, original surname Alepoudhelis     Odysseas Elytis Oxopetra Westlich der Trauer    Odysseas Elytis: "The Age of Blue Memory"    Gift Silver Poem    Odysseas Elytis Biographie    Photoalbum Odysseas Elytis     Odysseas Elytis (1911-1996)     Odysseas Elytis (1911-1996)     Πρωτοπορεία    Ελληνική Πρεσβεία Σαντιάγο     Μια ενδιαφέρουσα εικονική προταση για τον Ελύτη     Οδυσσέας Ελύτης - 18 Μαρτίου, 1996    ... ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ (1943). Οδυσσέας Ελύτης     Ξεφυλίζοντας την Ιστορία : 25 χρόνια     ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ Η ζωή και το έργο του Οδυσσέα Ελύτη    



    Εις ανάμνησιν του τελευταίου εθνικού ποιητή Οδυσσέα Ελύτη. του Βλάση Βλασίδη : Στις 18 Μαρτίου του 1996 έφυγε από κοντά μας ο Οδυσσέας Ελύτης, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ευρωπαίους λογοτέχνες και ένας από τους κορυφαίους εκπροσώπους του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα.
    Το πραγματικό του όνομα ήταν Οδυσσέας Αλεπουδέλης. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το 1911 από γονείς που κατάγονταν από τη Λέσβο. Με το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου εγκαταστάθηκε με τους γονείς του στην Αθήνα, όπου σπούδασε νομικά στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
    Το 1924 κάνει την εμφάνισή του στη Γαλλία το κίνημα του υπερρεαλισμού και με ηγέτη τον Αντρέ Μπρετόν. Το κίνημα αυτό ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία του Ελύτη. Το δέχτηκε και το υπηρέτησε μέχρι το τέλος της ζωής του. Ομως ο Ελύτης δεν υπήρξε ποτέ ένας καθεαυτό υπερρεαλιστής. Ο ίδιος πίστευε ότι χρειαζόταν μια βουλητική παρέμβαση στον αυτοματισμό που θα τον οργάνωνε και θα τον κατεύθυνε από το ένα σημείο στο άλλο.
    Στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-41 ο Ελύτης επιστρατεύτηκε και πολέμησε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός. Οι εμπειρίες από αυτόν τον πόλεμο σημάδευσαν για πάντα τη ζωή του.
    Το 1979 ο Οδυσσέας Ελύτης, αυτός ο πνευματικός άνθρωπος που ήταν αφοσιωμένος αποκλειστικά στην ποίηση, τιμήθηκε με την ανώτερη τιμητική διάκριση στο χώρο της λογοτεχνίας, το βραβείο Νόμπελ, για το ποιητικό του έργο "Αξιον Εστί".
    Στα ελληνικά γράμματα εμφανίστηκε το 1935 με ποιήματα που δημοσίευσε στο λογοτεχνικό περιοδικό "Τα Νέα Γράμματα". Από τότε θα συνεχίσει να γράφει ποιήματα και δοκίμια και να μεταφράζει τα καλύτερα έργα της ξένης λογοτεχνίας.
    Στα ποιήματά του διακρίνει κανείς μια βαθιά αίσθηση της ζωής, υγεία και σφρίγος που εξωτερικεύονται με την παράθεση συνεχών απροσδιόριστων εικόνων, συνειρμικά δεμένες μεταξύ τους. Ο λόγος είναι συναισθηματικά φορτισμένος. συνέχεια

    «Οι δίοδοι του απανταχού Ελληνισμού
    έχουν σίγουρα ανοίξει και είναι απαράδεκτο
    αν δεν επιτύχουμε με την τεχνολογία που έχουμε».


    ΕΝ ΣΙΩΠΗ ΦΩΤΟΣ ΕΑΡΙΝΟΥ : «Μου δόθηκε, αγαπητοί μου φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνο από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ' όλα αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ' ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση, αντιστοιχεί και στην υλικό-πνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου... Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως να αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι το μάκρος 25 αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μην γράφτηκε ποίηση στην Ελληνική γλώσσα. Να το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα Ελληνική ποίηση».Τέλος ο Ελύτης αναφερόμενος στο Διονύσιο Σολωμό και τον Κ. Π . Καβάφη, τους δυο πόλους της Ελληνικής ποίησης, που ακολούθησαν οι μεγάλοι μας ποιητές Κάλβος, Παλαμάς, Σικελιανός, Σεφέρης, είπε:

    « το πρόβλημα για μας που ακολουθήσαμε, ήτανε να επωμισθούμε τα υψηλά διδάγματα που μας κληροδότησαν και, ο καθένας με τον τρόπο του, να τα' αρμόσουμε πάνω στη σύγχρονη ευαισθησία. Πέραν από τα όρια της τεχνικής, οφείλαμε να φτάσουμε σε μια σύνθεση που από το ένα μέρος ν' αναχωνεύει τα στοιχεία της Ελληνικής παράδοσης και από το άλλο να εκφράζει τα κοινωνικά και ψυχολογικά αιτήματα της εποχής μας. Με άλλα λόγια να φτάσουμε να προβάλλουμε τον τύπο του «Ευρωπαίου - Έλληνα». συνέχεια

    Απ' την σελίδες του Νίκου Δήμου : Ελύτης και Novalis (Από το φως στο σκοτάδι - και πάλι στο φως) Ο σκοτεινός βαρόνος Στην σύντομη ζωή του (1772 - 1801, δεν συμπλήρωσε ούτε τα 29 του χρόνια) ο Φρειδερίκος βαρόνος του Χάρντενμπεργκ (πλήρες όνομα: Georg Philipp Friedrich Freiherr von Hardenberg) έγραψε ένα αριστούργημα. Τους "Ύμνους στην Νύχτα" (Hymnen an die Nacht) που τον έκαναν διάσημο με το φιλολογικό του ψευδώνυμο Novalis.
    Διακόσια σχεδόν χρόνια μετά, ο Οδυσσέας Ελύτης αφιερώνει στον Novalis ένα από τα τελευταία του ποιήματα. Πρόκειται για το "Ελεγείο του Grueningen" από την συλλογή "Τα Ελεγεία της Οξώπετρας". (Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό "Συντέλεια" τεύχος 2-3, 1991).
    Η αφιέρωση δεν περιορίζεται μόνο στην προμετωπίδα. Είναι ουσιαστική. Το Ελεγείο αυτό του Ελύτη ανακαλεί τόσο τον άνθρωπο Hardenberg στου οποίου την ζωή και τα πάθη αναφέρεται, όσο και τον μυστικόπαθο ποιητή Novalis - με την τόσο βορινή νύκτια κοσμοθεωρία του.
    Στο ιστορικό-θεματολογικό επίπεδο πρέπει να αναφερθεί πως το Ελεγείο δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς αρκετές γνώσεις γύρω από τη ζωή του Γερμανού ποιητή. Τα ονόματα και οι ημερομηνίες που αναφέρονται στους στίχους του παραμένουν γρίφοι για τον απληροφόρητο. (Ο Ελύτης, αντίθετα με τον Σεφέρη και άλλους, ποτέ δεν υπομνηματίζει τα ποιήματά του - δουλειά για τους ερευνητές!)
    Ωστόσο αυτό που εκπλήσσει κυρίως όσους γνωρίζουν την ποίηση του Novalis είναι η προσέγγιση στο κοσμοθεωρητικό - ή καλύτερα υπερβατικό επίπεδο. Θεωρητικά ο γερμανός ρομαντικός αποτελεί τον ποιητικό αντίποδα του 'Ελληνα ηλιοπότη. Οπαδός του σκότους και της νύχτας, νοσταλγός του θανάτου, συμβολιστής, θρησκευόμενος, πιετιστής, μυστικιστής, πλατωνικός εραστής γυναικείων ειδώλων - τι σχέση μπορεί να έχει με τον ερωτικό μεσογειακό ποιητή που ήδη οι τίτλοι των συλλογών του υμνούν αδιάκοπα το φως;
    "Οδός άνω κάτω μία και ωϋτή", έγραψεν ο Εφέσιος. Συμβαίνει άραγε το ίδιο με τους "Υμνους προς την Νύχτα" και το "Φωτόδεντρο"; Κι ο 'Ελληνας που κάποτε διακύρηξε: "Δεν ξέρω πια τη νύχτα φοβερή ανωνυμία θανάτου" πόσο προσεγγίζει τον Γερμανό που έγραψε: "Δοξασμένη ας είναι για μας η αιώνια νύχτα / δοξασμένος ο αιώνιος ύπνος".

    Θα αντιπαραθέσουμε τα δύο ποιήματα - τον τρίτο 'Υμνο του Novalis (από τον οποίο ο Ελύτης παραθέτει και αμετάφραστο απόσπασμα) και το Ελεγείο. Πριν όμως, δύο γενικές παρατηρήσεις (που θα μπορούσαν να δώσουν αφορμή για χωριστές μελέτες.

    Φως - σκοτάδι - φώς

    Στα τελευταία του κείμενα ο ποιητής του φωτός βλέπει διαφορετικά το σκοτάδι. Και δεν μιλάω μόνο για το σαφώς νυκτερινό (και συννεφιασμένο) τοπίο στο "Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου". Και στα άλλα βιβλία υπάρχει μια διαφορετική στάση απέναντι στη νύχτα. Δεν θέλω να κουράσω με παραθέματα.

    Νομίζω πως είναι φανερό στον επαρκή αναγνώστη πως με τα χρόνια, ο Ελύτης ξεπέρασε την "ηλιακή μεταφυσική" της "τρίτης περιόδου" του για μια πιο σύνθετη μορφή μυστικής εμπειρίας που εμπεριέχει και το σκότος.

    Κάποτε έγραφε: "οι Ευρωπαίοι και οι Δυτικοί βρίσκουν πάντα το μυστήριο στη σκοτεινιά, στη νύχτα, ενώ εμείς οι 'Ελληνες το βρίσκουμε στο φως που είναι κάτι απόλυτο".

    Στην τελευταία του περίοδο το πνευματικό τοπίο αλλάζει. Η σκιά δεν είναι μόνο περίγραμμα του φωτός - αλλά παρουσία αυτοδύναμη. Όσο περνάνε τα χρόνια, το σκοτάδι γίνεται πιο υπαρκτό - είναι αδύνατο να το αγνοήσεις. Πρέπει να το υπερβείς.

    Έτσι η πορεία δεν είναι πια ευθύγραμμη - προς το φως - είναι παλινδρομική ή μάλλον σπειροειδής. Πάλι προς το φως μέσα από το σκοτάδι. Η εσωστρεφής αυτή εποχή καθιερώνει τον Ελύτη σαν μεγάλο μυστικό και θρησκευτικό ποιητή (με την ευρύτατη έννοια του θρησκεύεσθαι). Σε αυτήν φαίνεται να έχει πια υπερβεί την αντίθεση Φως-Νύχτα. Ακολουθεί την κλασική πορεία του μυστικού που ανεβαίνοντας προς το Ένα ξεπερνάει, αίρει τις φαινομενικές αντιθέσεις.

    Η εξιστόρηση αυτής της μετάβασης από το φως στο σκοτάδι (και πάλι στο φως) θα χρειαζόταν πολλή ανάλυση και τεκμηρίωση. Σίγουρα όμως η συνάντηση με τον Novalis είναι ένας σημαντικός σταθμός σε αυτή τη διαδρομή.

    Επιρροές

    Έχει υπερτονισθεί η σχέση του Ελύτη με Γάλλους ποιητές. Σίγουρα είναι σημαντική (αν και σημαντικότερη επίδραση παραμένουν οι αρχαίοι δικοί μας). Όμως τα τελευταία χρόνια οι Γερμανοί εμφανίζονται όλο και περισσότερο στην ποίησή του. Και σαν ονόματα - αλλά και σαν συνομιλητές.

    Υπενθυμίζω ότι στον "Ταξιδιωτικό Σάκκο (ΟΤΤΩ ΤΙΣ ΕΡΑΤΑΙ)" του "Μικρού Ναυτίλου" ανθολογούνται δύο στίχοι του Novalis (από τον 2ο και 3ο "Υμνους στην Νύχτα") και δύο του Hoelderlin. Ο τελευταίος αυτός κατέχει καίρια θέση στο δοκίμιο του ποιητή "Πρόσω ηρέμα" (από την "Ιδιωτική Οδό"). Εκεί αφηγείται ο Ελύτης πως στο ταξίδι της ζωής του τον "παρακολουθούνε με άγρυπνο μάτι ο Φρειδερίκος Χαίλντερλιν από την μια και ο Διονύσιος Σολωμός από την άλλη". Παρακάτω τους ονομάζει "...αγίους όπως ο Σουηβίας και ο Ζακύνθου".

    Στον Hoelderlin, δύο χρόνια πρεσβύτερο του Novalis, ο Ελύτης έχει ανακαλύψει μια άλλη εικόνα της Πινδαρικής Ελλάδας, που πρέπει να του στάθηκε πολύτιμη. Η δομή των τελευταίων ποιημάτων του έχει δανειστεί πολλά από την δωρική λιτότητα των ύμνων του Hoelderlin. Σπασμένα ημιστίχια, κοντές φράσεις με αιφνιδιαστική τελεία, παύσεις - όλα απηχήσεις. Και είναι χαρακτηριστικό ότι στα "Ελεγεία της Οξόπετρας" ένα ολόκληρο ποίημα ασχολείται με την μοίρα εκείνου που "ευλαβέστατα υπογραφόταν Scardanelli". (Κι ένα άλλο με τον Διονύσιο Σολωμό).

    Θα ήταν χρήσιμη μια μελέτη της παρουσίας των Γερμανών ποιητών στο έργο του Ελύτη. Από όσα γνωρίζω ο ποιητής είχε μάθει μικρός μερικά στοιχεία Γερμανικής γλώσσας. Στα δώδεκά του χρόνια έκανε ένα ταξίδι στην Γερμανία (το οποίο και αναφέρεται στο Ελεγείο). Οι γνώσεις του, του παρέχουν την δυνατότητα, παρ'όλο που διαβάζει τους γερμανούς ποιητές σε γαλλική μετάφραση, να ανατρέχει στο πρωτότυπο (οι εκδόσεις είναι συνήθως δίγλωσσες) και να ακούει τον πρωτογενή ήχο.

    Η ιστορία της Σοφίας

    Μερικά ακόμα στοιχεία από τον βίο του βαρόνου von Hardenberg απαραίτητα για την κατανόηση των δύο ποιημάτων που θα ακολουθήσουν. (Βαρόνο von Hardenberg τον αποκαλεί ο Ελύτης στην αφιέρωση, πράγμα που θα ξένιζε έναν γερμανό. Ο τίτλος Freiherr είναι ο ταπεινότερος τίτλος ευγενείας και οι κάτοχοί του σπάνια τον αναφέρουν. Είτε τον αποσιωπούν, είτε - αν είναι σνομπ - καλύπτονται από το "von" που θα μπορούσε να υποδηλώνει και υψηλότερη βαθμίδα).

    Στις 17 Νοεμβρίου 1794, ο Novalis συναντά για πρώτη φορά την δωδεκάχρονη Sophie von Kuehn. ("Σε ένα τέταρτο αποφασίστηκε η ζωή μου"). Η συνάντηση έγινε στον πύργο του Grueningen που ανήκε στην μητέρα της, η οποία είχε παντρευτεί σε δεύτερο γάμο τον λοχαγό von Rockenthien. H Sophie ήταν ένα από τα έξη παιδιά της από τον πρώτο γάμο.

    Ο φίλος του Νovalis, ποιητής Ludwig Tieck, έγραψε αργότερα: "Η πρώτη ματιά που έριξε σ' αυτή την ωραία και άπειρα γοητευτική μορφή, στάθηκε αποφασιστική για όλη την υπόλοιπη ζωή του".

    Αρραβωνιάστηκαν τον Μάρτιο του 1795. Τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου η κόρη αρρωσταίνει βαριά - και μετά από αλλεπάλληλες εγχειρήσεις πεθαίνει, δεκαπέντε χρόνων, στις 19 Μαρτίου 1797.

    Στις 13 Μαΐου του ίδιου χρόνου (δεν είμαι σχολαστικός με τις ημερομηνίες - υπάρχουν όλες στο ποίημα του Ελύτη) ο Novalis επισκέπτεται τον τάφο της αγαπημένης του. Σημειώνει στο ημερολόγιό του:

    "Το βράδυ επήγα στην Σοφία. Εκεί ήμουν απερίγραπτα χαρούμενος - αστραπιαίες στιγμές ενθουσιασμού - φύσηξα μακριά μπροστά μου τον τάφο, σαν σκόνη - οι αιώνες ήταν σαν στιγμές - ένιωθα την παρουσία της - πίστεψα πως θα 'πρεπε πάντα να προηγείται - ".

    Η νεκρή Σοφία έγινε Βεατρίκη για ένα ταξίδι όχι στον Παράδεισο αλλά σε έναν άλλο υπέρ-τόπο. "Υψηλότερο χώρο" τον αποκαλεί ο Novalis, χώρο του "μετά-θανάτου" θα τον ονομάσει ο Ελύτης. Ο νεαρός (μόλις 25 ετών) ποιητής αποστρέφει το πρόσωπο από το φως της μέρας "τον βασιλέα της γήινης φύσης" και απευθύνεται στην νύχτα την "βασίλισσα του κόσμου" ενός "άγιου κόσμου" που δεν υπόκειται στις δεσμεύσεις της γήινης ύπαρξης. Δεν γνωρίζει την ανάγκη, την φθορά και τον χρόνο.

    Δύο σύμβολα κυριαρχούν στους "Ύμνους": Φως και σκότος, ημέρα και νύχτα. Σ' αυτά αντιστοιχούν το εδώ και το επέκεινα, η ζωή και ο θάνατος. ο τελευταίος όμως, ως πλήρωση και λύτρωση. Η νύχτα δεν είναι μόνο "ένα περιεχόμενο του νοείν (κόσμος ή εσώτερος κόσμος) αλλά και ένας τρόπος του νοείν (όργανο)". Γράφει: "Πιο ουράνια από εκείνα τα απαστράπτοντα αστέρια μας φαίνονται τα άπειρα μάτια που ανοίγει μέσα μας η Νύχτα".

    Μέσο για την προσέγγιση με το σκότος είναι ο "άγιος ύπνος". Όχι ο φυσικός της κουρασμένης καθημερινότητας αλλά ο ύπνος του κρασιού, του οπίου (αναφέρεται στον δεύτερο ύμνο), του έρωτα, και, τελικά, του θανάτου.

    'Έχουν γραφτεί πολλά για την μυστική εμπειρία του Novalis, τις μακρινές πλατωνικές επιδράσεις και τις εγγύτερες των "πιετιστών" (pietismus) που διατείνονταν πως ο άνθρωπος μπορεί να "ξαναγεννηθεί" και να λυτρωθεί. Οι πιετιστές βέβαια ήταν φανατικοί Χριστιανοί. Αλλά και ο Novalis από τον τέταρτο και κυρίως τον πέμπτο "Ύμνο" εισάγει την μορφή του Χριστού. Ο τάφος της Σοφίας οδηγεί στον Άγιο Τάφο και ο Ιησούς παίζει για το πλήθος των ανθρώπων, τον ρόλο που έπαιξε για τον Novalis η αγαπημένη. Γίνεται μεσολαβητής ανάμεσα στους δύο κόσμους. Αυτή η κάπως απρόοπτη μετάλλαξη, έχει προβληματίσει αρκετούς σχολιαστές. (Δεν θα επεκταθώ. Το κείμενό μου αφορά τον Ελύτη κι όχι τον Novalis κι έτσι εδώ σημειώνω μόνο όσα στοιχεία θα βοηθήσουν στην προσέγγιση του Ελεγείου).

    Η αναγεννητική εμπειρία της 13ης Μαΐου 1797 κυοφόρησε τους Ύμνους στην Νύχτα". (Δημοσιεύθηκαν το 1800). Η νεκρή Βεατρίκη έγινε ο "ήλιος της νύχτας" που λυτρώνει από τα "δεσμά του φωτός". Το έργο αποτελείται από 6 μέρη. Τα τρία πρώτα είναι σε πεζό λόγο, το τέταρτο και πέμπτο σε μικτό (στίχοι και πεζό) το έκτο (και το μοναδικό που έχει ξεχωριστό τίτλο: "Νοσταλγία για τον Θάνατο") μόνο σε στίχους.

    Το ποίημα στο οποίο αναφέρεται ο Ελύτης είναι ο τρίτος Ύμνος, που αποτελεί ποιητική μετάπλαση και ανάπτυξη της ημερολογιακής σημείωσης που αναφέραμε. Οι μελετητές τον αποκάλεσαν Urhymne (πρωταρχικό ύμνο). Ίσως είναι σκόπιμο να δούμε ολόκληρο το κείμενό του σε πρόχειρη μετάφραση.

    Τρίτος Ύμνος

    Άλλοτε που έχυνα δάκρυα πικρά, που η ελπίδα μου έλιωνε, αναλυμένη μέσα στον πόνο κι εγώ στεκόμουν μόνος στο ξερό ύψωμα που έκρυβε σε στενό σκοτεινό χώρο την μορφή της ζωής μου - μόνος όπως κανείς δεν υπήρξε μόνος, κυνηγημένος από φόβο ανείπωτο - αδύναμος, σκέψη μοναχά της αθλιότητας.- Όπως κοιτούσα γύρω για βοήθεια, μπροστά δεν μπορούσα και ούτε πίσω, και κρεμόμουνα με άπειρη νοσταλγία στην ζωή που έφευγε, που έσβηνε: - εκεί ήρθε από το γαλανό μακρινό, από τα ύψη της παλιάς μου ευδαιμονίας ένα δέος λυκαυγούς - και με μιας κόπηκε ο λώρος της γέννας - τα δεσμά του φωτός. Μακριά έφυγε η γήινη μεγαλοπρέπεια και η λύπη μου μαζί της, η μελαγχολία χύθηκε σε νέο ανεξιχνίαστο κόσμο - εσύ ενθουσιασμέ της νύχτας, ελαφρέ ύπνε του ουρανού με εκάλυψες - η περιοχή ανέβηκε απαλά ψηλότερα: πάνω από τον τόπο αιωρείτο το απελευθερωμένο, νεογέννητο πνεύμα μου. Το ύψωμα έγινε σύννεφο σκόνης - μέσα από τα νέφη είδα εκστατικά τα χαρακτηριστικά της αγαπημένης. Στα μάτια της αναπαυόταν η αιωνιότητα - έπιασα τα χέρια της και τα δάκρυα έγιναν δεσμός, σπινθηροβόλος και αρραγής. Χιλιετηρίδες τραβούσαν, χάνονταν στα βάθη σαν καταιγίδες. Στον λαιμό της έκλαψα γοητευμένα δάκρυα για την καινούργια ζωή. - Ήταν το πρώτο μοναδικό όνειρο - και μόνο από τότε νιώθω αιώνια αμετάβλητη πίστη στον ουρανό της νύχτας και στο φως του, την αγαπημένη.

                                                                   *

    Αυτά ο Novalis. Νομίζω πως τώρα είναι καιρός να προσεγγίσουμε το "Ελεγείο του Grueningen" του Οδυσσέα Ελύτη (όλα τα παραπάνω ήταν προετοιμασία). Η αρχή του ηχεί σαν πλατειά ρομαντική μελωδία, με κυνηγητικό κέρας και απηχήσεις σκοτεινών δασών - συμφωνία του Schumann ή του ύστερου Schubert.

    Όχι εδώ δεν υπάρχει ούτε καν "μια σκούρα θάλασσα κι ένα κορίτσι στ' άσπρα", ή τελευταία μεσογειακή εικόνα από το ήδη σκοτεινό "Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου." Η ατμόσφαιρα είναι ρομαντική, σχεδόν γοτθική (μήπως οι ρομαντικοί δεν μυθοποίησαν το γοτθικό;) και βόρεια.

    Η ηρωίδα, Soeffchen (Σοφούλα), παρουσιάζεται στον πέμπτο στίχο, σαν ανταπόκριση στο "μοναδικό όνειρο" (από τον "Τρίτον 'Υμνο", ο στίχος στα γερμανικά). Το "θραύσμα γαλαζωπό από πέτρωμα" που υψώνει θυμίζει την ενασχόληση του Novalis με την γεωλογία. Γρήγορα όμως, πριν καν σβήσει η εικόνα της κόρης που "περιδιαβάζει κάτω απ' τις δεντροστοιχίες" εισάγεται η ημερομηνία του θανάτου της. Κι εκεί ο ποιητής αρχίζει μιαν αντίστροφη μέτρηση με σκοπό:

    ...να σ' αποκαθηλώσω από τους αριθμούς της νύχτας.

    Η πορεία θανάτου της Sophie von Kuhn εικονογραφείται μέρα με τη μέρα από τις εννέα ως τις δεκαεννέα Μαρτίου. Έντεκα ενάριθμοι στίχοι όπου ο Ελύτης προσπαθεί να δώσει μια ποιητική κλίμακα καθόδου στο Μαύρο.

    Ωστόσο την αποκαθήλωση ακολουθεί μια εξαίσια παγανιστική αποθέωση, με ερωτιδείς και "μουσική από μακρινούς αστερισμούς". Η μηδενική αρίθμηση δίνει τη θέση της σε μια εικόνα παραδείσια. Που οδηγεί στο συμπέρασμα:

                     Ότι ο έρωτας δεν είναι αυτό που ξέρουμε μήτε

                     αυτό που οι μάγοι διατείνονται

                     Αλλά ζωή δεύτερη ατραυμάτιστη στον αιώνα.

    Στους επόμενους στίχους ανακαλείται το όραμα του Novalis ("καταμεσίς Μαίου"). Η ανάκληση καταλήγει σε δύο ημιστίχια που στην μουσική τους θυμίζουν εντονότατα Hoelderlin:

                                             Αλλ' αν ατυχής υπήρξε η φορά των πραγμάτων

    'Εκτοτε μέγιστον ήταν το μάθημα.

    Το μάθημα ήταν η, μέσω του έρωτα, υπέρβαση του θανάτου.

    Σύμφωνα με τον ορισμό του λεξικού ένα ελεγείο είναι "θρηνητικόν άσμα, θρήνος". Όμως αυτό το ελεγείο (όπως και τα περισσότερα "της Οξόπετρας") ενώ εμπεριέχει θρήνο, δεν είναι πένθιμο, δεν αποχαιρετά, ούτε μοιρολογεί. Είναι μια εκπληκτικής ωριμότητας και σοφίας ενατένιση του Τέλους, από έναν μεγάλο δημιουργό, που, ως την τελευταία στιγμή, ακουμπάει επάνω στον έρωτα και το ωραίο. Απέναντι στον θάνατο βρίσκει "πατήματα και κρικέλια" (ας θυμηθούμε τον Διγενή) και αντιπαραθέτει όραμα, ομορφιά και μετα-θάνατο.

    Η πρώτη βιαστική ανάγνωση πείθει πως τα "Ελεγεία της Οξόπετρας" είναι έργο-σταθμός στην πορεία του ποιητή. Πρόκειται για το σκοτεινό αντίστοιχο του "Φωτόδεντρου". Αποτελούν μία στοχαστική και σπαρακτικά γυμνή "μελέτη θανάτου" και ίσως γι αυτό (κι όχι μόνο για τον τίτλο) θυμίζουν μεγάλη ποίηση άλλου Γερμανού ποιητή, τα "Ελεγεία του Duino" του Rainer Maria Rilke.

    Ο Ελύτης, στα ογδόντα του, άγγιξε το ύψιστο όριο.

     

    Μικρό σχολιαστικό υστερόγραφο: Η ιστορία του Novalis και της Sophie von Kuehn (το υποκοριστικό που της είχε δώσει ο αγαπημένος της ήταν Soeffchen και όχι Sofchen όπως λανθασμένα αναγράφεται στην πρώτη εμφάνιση του Ελεγείου) δεν εκτυλίχθηκε στην Ρηνανία αλλά στην Θουριγγία (και την Σαξωνία), σε περιοχή που μέχρι πριν λίγο ανήκε στην (τέως) Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία. Οι αναφορές στην Ρηνανία μάλλον σχετίζονται με το νεανικό ταξίδι του ποιητή.

    Απ' την σελίδες του Νίκου Δήμου

    ΑΦΗΓΗΤΗΣ Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας ο πετροπαιχνιδιάτορας από την άκρη των ακρώ κατηφοράει στο Ταίναρο Φωτιά 'ναι το πηγούνι του χρυσάφι το πιρούνι του.

    ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Εμείς ψωμί δεν έχουμε και τέτοια δεν κατέχουμε Χρόνους πολλούς μας πολεμάν κι ανάσα δεν επήραμαν.

    ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Χαρά στους που 'ναι οι Δυνατοί γι' αυτούς δεν έχει «εγώ» κι «εσύ» Χαρά στους που 'ναι οι Δυνατοί γι' αυτούς δεν έχει χόρταση.

    Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ' ακούς Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ' ακούς Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ' ακούς Μαχαίρι Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ' ακούς Είμ' εγώ, μ' ακούς Σ' αγαπώ, μ'ακούς Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ' ακούς Που μ' αφήνεις, που πας και ποιος, μ' ακούς Σου κρατεί το χέρι πάνω απ' τους κατακλυσμούς Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες Θα 'ρθει μέρα, μ' ακούς Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ' ακούς Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ' ακούς Των ανθρώπων Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει
    Απ' τις σελίδες της www.mathisis.com. Χριστιανισμός και ειδωλολατρεία στο έργο του Ελύτη. του Γιάννη Η. Ιωάννου Η συνύπαρξη στοιχείων του Αρχαίου και του Νεοελληνικού πολιτισμού, στο έργο του Ελύτη, δημιουργεί την εντύπωση μιας φαινομενικής τουλάχιστον, αντίφασης, επειδή εξυπακούει την παράλληλη συνύπαρξη δυο αντιθετικών αντιλήψεων για τη ζωή.

    Η Αρχαία Ελλάδα θεοποίησε και λάτρεψε τις αξίες της επίγειας ζωής. Ο Χριστιανισμός, υποτιμώντας την υλική υπόσταση μας διαγράφει τις αρχαίες ελληνικές αξίες στο όνομα της πνευματικότητας και του μεταφυσικού παραδείσου που κερδίζονται με τη μαζοχιστική απόρριψη της επίγειας ζωής.

    Η Ελλάδα στην ενιαία κι αδιαίρετη μορφή κι έκφραση της αρνήθηκε να υιοθετήσει δογματικά τη μια ή την άλλη αντίληψη. Πιστή στην κοσμική ταυτότητα και καταγωγή της, αποδεχόμενη την ουσιαστική γενεσιουργό διττότητα του ανθρώπινου όντος σαν ύλη και σαν πνεύμα αναζήτησε την υπέρβαση της επίκτητης θεοκρατικής αντίφασης και αντελήφθη τη ζωή μέσα στη σφαίρα της αρμονικής και δημιουργικής ενότητας, έτσι όπως η ίδια η φύση το θέλησε. Συνέπεια της συμπεριφοράς αυτής, ήταν η οικοδόμηση ενός μακραίωνου ενιαίου πολιτισμού, εμπνευσμένου, πότε από την ειδωλολατρεία πότε από το Χριστιανισμό, αλλά και στις δυο περιπτώσεις υποταγμένου στην αυστηρότητα και την τελειότητα της Δημιουργίας σαν ενδιάμεσης κατάστασης ανάμεσα στο ανθρώπινο και το θείο.
    Η δημιουργική ικανότητα, φαίνεται να είναι, για τον θνητό, η μοναδική ένδειξη μιας υποτιθέμενης θεϊκής καταγωγής αλλά και η μοναδική οδός προς την αιωνιότητα. Σε δυο, φιλοσοφικά αντίθετες περιόδους της Ιστορίας της - την Αρχαία παγανιστική και τη βυζαντινή μονοθεϊστική, - η Ελλάδα κατόρθωσε, μέσα από την τέχνη, να προβάλει αριστουργηματικά το ενιαίο της ζωής.

    Με την ίδια ευκολία, με την ίδια ειλικρίνεια, με τον ίδιο αισθησιασμό εξύμνησε την Αφροδίτη και την Παρθένο Μαρία, τον Απόλλωνα και τους τρεις Ιεράρχες, το Δία και το Χριστό. Δε μας ενδιαφέρει λοιπόν ποια από τις δύο φιλοσοφικές αντιλήψεις είναι η πιο αληθινή, η πιο ορθή, η πιο αυθεντικά ανθρώπινη. Ο άνθρωπος, στη βαθύτερη ουσία του, στην πολύπλοκη και πολυδιάστατη υπόσταση του, είναι ένας κόσμος απροσδιόριστος και οι πολιτισμοί που παράγονται από τις εκάστοτε κυρίαρχες φιλοσοφικές αντιλήψεις, δεν αποτελούν παρά μιαν αξιοποίηση των διάφορων και διαφορετικών όψεων της ζωής στην πορεία μας προς την αιωνιότητα. Οι θεοί και οι ήρωες, οι άγιοι και οι άγγελοι δεν είναι παρά τα αποτελέσματα της οργανικής επιθυμίας, της συνεχούς φυσιολογικής προσπάθειας του ανθρώπου για τη δικαιολόγηση, την κατανόηση και την εξέρευση των αρχέγονων νόμων που διέπουν τη σχέση του με τον κοσμικό του χώρο. Ακολουθώντας αυτό το σκεπτικό, ο Χριστιανισμός για την Ελλάδα και τον Ελύτη, ήταν και παραμένει το ίδιο αληθινός και το ίδιο αυθεντικός με την Αρχαιότητα. συνέχεια


    Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΕΛΥΤΗ

    Εναλλακτικά εξερευνήστε το χρονολόγιο.

    [ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλη] (1911-1996). Μεγάλος Έλληνας ποιητής, βραβευμένος με το βραβείο Νόμπελ (1979).

    Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Τελευταίος από τα έξι παιδιά του Παναγιώτη Αλεπουδέλη και της Μαρίας Βρανά. Κατάγεται και από τους δυο γονείς του από τη Μυτιλήνη. Σε πολύ μικρή ηλικία εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου μεταφέρθηκε και η έδρα της επιχείρησης σαπωνοποιίας του πατέρα του. Μετά το 1920 η οικογένειά του αντιμετώπισε ορισμένες επιθέσεις για την προσήλωσή της στις βενιζελικές ιδέες. Το 1923 ταξίδεψαν στην Ιταλία, την Ελβετία, τη Γερμανία και τη Γιουγκοσλαβία. Στη Λωζάνη ο ποιητής είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

    Τα πρώτα καλοκαίρια της ζωής του περνούν στην Κρήτη, στη Μυτιλήνη, στις Σπέτσες. Οι χειμώνες περνούν με αδιάκοπο διάβασμα, καθώς φοιτά πρώτα στο ιδιωτικό σχολείο Μακρή και κατόπιν στο Γ΄ Γυμνάσιο. Από το περιοδικό «Η Διάπλασις των Παίδων», όπως ο ίδιος ομολογεί (πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία δίνει ο Ελύτης στο βιβλίο του «Ανοιχτά Χαρτιά», Αστερίας [1974]) πρωτογνώρισε τη νεοελληνική λογοτεχνία, αυτός ο θρεμμένος με παγκόσμια έργα του πνεύματος, που ξόδευε όλα του τα χρήματα αγοράζοντας βιβλία και περιοδικά. Περισσότερο όμως από την ποίηση, που η προσπέλασή της μέσα από τα σχολικά αναγνώσματα και τις διδασκαλικές αναλύσεις του φαίνεται δύσκολη και αδιάφορη, του μιλάει η Ελλάδα. Παίρνει μέρος σε ορειβατικές εκδρομές και αντιδρώντας στη διάθεσή του για διάβασμα στρέφεται στον αθλητισμό. Ακόμη και τα βιβλία που αγόραζε, έπρεπε να έχουν σχέση με την ελληνική φύση. Καμπούρογου, Κ.Πασαγιάννης, Στ. Γρανίτσας, μάλιστα κι ένας τρίτομος «Οδηγός της Ελλάδος». Μια ασθένεια όμως τον αναγκάζει να καθηλωθεί στο κρεβάτι με αποκλειστική παρηγοριά τη μελέτη.

    Η ποίηση αρχίζει να τον ενδιαφέρει όταν γνωρίζει το έργο του Καβάφη και του Κάλβου και ανανεώνει τη γνωριμία του με τη θελκτική αρχαία λυρική ποίηση. Την ίδια περίπου εποχή (1927) πρωτοδιάβασε ποιήματα δυο μοντέρνων Γάλλων ποιητών, του Paul Eluard και του Perre Jean Jouve, που επέδρασαν σημαντικά στις ιδέες του για τη λογοτεχνία, όπως ο ίδιος ομολογεί: «...μ’ ανάγκασαν να προσέξω κι αδίστακτα να παραδεχτώ τις δυνατότητες που παρουσίαζε, στην ουσία της ελεύθερης ενάσκησής της, η λυρική ποίηση» («Ανοιχτά Χαρτιά»). Στρέφεται στον υπερρεαλισμό, στη μαγεία της αστραφτερής, νεόκοπης, ζωντανής και παράδοξης νέας ποιητικής έμπνευσης που μεταχειρίστηκε τις λέξεις δημιουργικά για να δώσει μια καινούργια γλωσσική αντίληψη, έναν κόσμο που κινείται ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, την αλήθεια και την φαντασία.

    Άρχισε τότε τις πρώτες ουσιαστικές προσπάθειες στην τέχνη. Το 1930 γράφεται στη Νομική Σχολή, ενώ παράλληλα μελετά σύγχρονη ελληνική ποίηση: του Καίσαρος Εμμανουήλ τον «Παράφωνο αυλό», του Θεοδώρου Ντόρου «Στου γλυτωμού το χάζι» (1930), του Γιώργου Σεφέρη τη «Στροφή» (1931) και του Νικήτα Ράντου τα «Ποιήματα» (1933). Με ενθουσιασμό, σωστό πάθος, συνεχίζει τις περιπλανήσεις του στην Ελλάδα: «Πιονιέροι αληθινοί, μέρες και μέρες προχωρούσαμε νηστικοί και αξύριστοι, πιασμένοι από το αμάξωμα μιας ετοιμοθάνατης Σεβρολέτ, ανεβοκατεβαίνοντας αμμολόφους, διασχίζοντας λιμνοθάλασσες, μέσα σε σύννεφα σκόνης ή κάτω από ανελέητες νεροποντές, καβαλικεύαμε ολοένα όλα τα εμπόδια και τρώγαμε τα χιλιόμετρα με μιαν αχορταγιά που μονάχα τα είκοσί μας χρόνια και η αγάπη μας γι αυτή τη μικρή γη που ανακαλύπταμε, μπορούσαν να δικαιολογήσουν» («Ανοιχτά Χαρτιά») .

    Το 1934 είναι μέλος της «Ιδεοκρατικής Φιλοσοφικής Ομάδας του πανεπιστημίου Αθηνών» που διοργάνωνε συζητήσεις πάνω σε θέματα κυρίως φιλοσοφικά, με τη συμμετοχή των Κ.Τσάτσου, Π.Κανελλόπουλου, του Ι. Θεοδωρακόπουλου και του Ι.Συκουτρή. Τότε γνωρίζεται με το Ι. Σαραντάρη (1908-1941), τον ευαίσθητο ποιητή που ήρθε από την Ιταλία για να ζήσει τα τελευταία χρόνια της νιότης και της δημιουργίας του στην αγαπημένη του πατρίδα και τελικά να πεθάνει σ’ αυτήν στον πόλεμο του ’40. Ο Σαραντάρης τον ενθαρρύνει στις ποιητικές του προσπάθειες, όταν ακόμα ο Ελύτης ταλαντεύεται αν πρέπει να δημοσιεύσει τα έργα του και τον γνωρίζει στον κύκλο των «Νέων Γραμμάτων» (1935-40, 1944). Το περιοδικό αυτό, που διευθυντής του ήταν ο Αντρέας Καραντώνης και συνεργάστηκαν στις σελίδες του παλιοί και νεότεροι αξιόλογοι Έλληνες λογοτέχνες (Γ.Σεφέρης, Γ.Θεοτοκάς, Άγγ. Τερζάκης, Κ.Πολίτης, Άγγ. Σικελιανός κ.ά.), έφερε στην Ελλάδα τις σύγχρονες δυτικές καλλιτεχνικές τάσεις και γνώρισε στο αναγνωστικό κοινό κυρίως τους νεότερους ποιητές, με τη μετάφραση αντιπροσωπευτικών έργων τους ή με άρθρα κατατοπιστικά για την ποίησή τους. Έγινε το πνευματικό όργανο της γενιάς του ’30 που φιλοξένησε στις στήλες του όλα τα νεoτεριστικά στοιχεία, κρίνοντας ευνοϊκά και προβάλλοντας τις δημιουργίες των νέων Ελλήνων ποιητών.

    Όπως ο Ελύτης αναγνωρίζει, το 1935 στάθηκε μια ιδιαίτερη χρονιά στην πνευματική πορεία του. Τον Ιανουάριο κυκλοφόρησαν τα «Νέα Γράμματα». Το Φεβρουάριο γνώρισε τον Ανδρέα Εμπειρίκο, που χαρακτηριστικά τον ονομάζει: «...ο μεγάλης αντοχής αθλητής της φαντασίας, με γήπεδο την οικουμένη ολόκληρη και διασκελισμό τον Έρωτα. Το έργο του, κάθε του καινούργιο έργο, ζωσμένο από ένα μικρό ουράνιο τόξο, είναι μια υπόσχεση προς την ανθρωπότητα, μια δωρεά που αν δεν την κρατούν ακόμα όλοι στα χέρια τους είναι αποκλειστικά και μόνον από δική τους αναξιότητα» («Ανοιχτά Χαρτιά»). Τον ίδιο μήνα ο Εμπειρίκος έδωσε διάλεξη με θέμα: «Υπερρεαλισμός, μια νέα ποιητική σχολή», που αποτέλεσε και την πρώτη επίσημη παρουσίαση του υπερρεαλισμού στο ελληνικό κοινό. Μια φιλία με μεγάλη αντοχή και διάρκεια, που κράτησε πάνω από 25 χρόνια, έδεσε τους δυο άντρες. Ο Εμπειρίκος είχε ήδη βρει το δρόμο του και τον ακολουθούσε ανυποχώρητα.

    Το Μάρτιο της ίδιας χρονιάς, εκτός από το «Μυθιστόρημα» του Σεφέρη, κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή του Εμπειρίκου «Υψικάμινος» με ποίηση ορθόδοξα υπερρεαλιστική. Ο Ελύτης, δέκα χρόνια νεότερος, είδε ν’ ανοίγεται μπροστά του διάπλατη μια πόρτα σε μια νέα ποιητική πραγματικότητα, όπου μπορούσε με τα δικά του εφόδια να θεμελιώσει το ποιητικό του οικοδόμημα. Το Πάσχα οι δυο φίλοι πήγαν στη Λέσβο, όπου με τη συμπαράσταση των Μυτιληνιών ζωγράφων Ορέστη Κανέλλη και Τάκη Ελευθεριάδη ανακαλύπτουν την τέχνη του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου, που είχε πεθάνει ένα χρόνο πριν.

    Το Νοέμβριο στο 11ο τεύχος των «Νέων Γραμμάτων» δημοσιεύτηκαν τα πρώτα ποιήματα του Ελύτη, που έτσι πρωτοεμφανίστηκε στον κόσμο των γραμμάτων, καθιερώνοντας ταυτόχρονα και το ψευδώνυμό του ως αποκλειστική γραφή του έργου του. Το 1936 η ομάδα των νέων λογοτεχνών γίνεται πιο στέρεη και μεγαλύτερη. Ο Ελύτης γνωρίζει τον ποιητή Νίκο Γκάτσο, που μερικά χρόνια αργότερα τύπωσε την υπερρεαλιστική «Αμοργό». Μεταφράζει ποιήματα του Paul Eluard για τα «Νέα Γράμματα» και στο προλογικό του άρθρο παρουσιάζει το δημιουργό τους ως τον ποιητή που: «Ό,τι γράφει φτάνει αμέσως στην καρδιά μας, μας χτυπάει κατάστηθα σαν κύμα ζωής άλλης βγαλμένης από το άθροισμα των πιο μαγικών ονείρων μας» («Paul Eluard», «Τα Νέα Γράμματα» , ).

    Τότε, οργανώθηκε και η «Α΄ Διεθνής Υπερρεαλιστική Έκθεση των Αθηνών», όπου ο Ελύτης παρουσίασε ζωγραφικούς πίνακες με την τεχνική της χαρτοκολλητικής (collage). Η νέα ποιητική σχολή αρχίζει να επιβάλλει την παρουσία της στην Ελλάδα, οι αντιπρόσωποί της πληθαίνουν, αλλά μαζί αυξάνονται και οι επικριτές της. Το 1937 εγκαταλείποντας οριστικά τις νομικές σπουδές του, ενώ η λογοτεχνική του συντροφιά σκορπίζεται, ο Ελύτης κατατάσσεται στο στρατό και πηγαίνει ως το 1938 στην Κέρκυρα, στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών. Την ίδια εποχή αλληλογραφεί με το Νίκο Γκάτσο και το Γιώργο Σεφέρη που βρίσκονται στην Κορυτσά.

    Το 1939, μετά από σκόρπιες δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε περιοδικά, τυπώνει την πρώτη του ποιητική συλλογή «Προσανατολισμοί». Αν η «Στροφή» του Σεφέρη λίγα χρόνια νωρίτερα έφερε την ποίησή μας στο μονοπάτι μιας ουσιαστικής αλλαγής, από την άλλη σκοπιά ο Ελύτης προσανατολίζει τους νεότερους -όντας ο ίδιος πια βέβαιος για την πορεία του- στη χάραξη ενός καινούργιου δρόμου. Οι μεταφράσεις που πλήθυναν στα χρόνια αυτά έχουν φέρει σε επαφή το ελληνικό πνεύμα με τις σύγχρονες δυτικές αναζητήσεις και η κριτική αρχίζει να αποδέχεται τη νέα ποίηση.

    Με την έναρξη του πολέμου ο Ελύτης, ανθυπολοχαγός στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού, βρίσκεται στο μέτωπο, στην Αλβανία. Κινδυνεύει να πεθάνει από προσβολή κοιλιακού τύφου. Στη διάρκεια της κατοχής γίνεται ένα από τα ιδρυτικά μέλη του «Κύκλου Παλαμά». Εκεί την Άνοιξη του 1942 ανακοινώνει το δοκίμιό του «Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Α.Κάλβου». Στην Αθήνα εξακολουθούν πάντα οι λογοτεχνικές συζητήσεις και συνεχίζονται οι εκδόσεις των βιβλίων σε μιαν απεγνωσμένη προσπάθεια των δημιουργών να ξεφύγουν με τη φαντασία τους μακριά από την εξοντωτική ατμόσφαιρα της κατακτημένης Ελλάδας και να βοηθήσουν τον κόσμο να ξεχάσει έστω και για λίγο τη φρίκη του πολέμου.

    Το 1943 κυκλοφόρησε «Ο Ήλιος ο Πρώτος μαζί με τις Παραλλαγές πάνω σε μια αχτίδα», ένας ύμνος του Ελύτη στη χαρά της ζωής και στην ομορφιά της φύσης. Στα «Νέα Γράμματα» που ξανακυκλοφόρησαν το 1944, δημοσιεύει το δοκίμιό του «Τα κορίτσια», ενώ από το 1945 συνεργάζεται με το περιοδικό «Τετράδιο» μεταφράζοντας ποιήματα του Φεντερίκο Λόρκα και παρουσιάζοντας σε πρώτη δημοσίευση το ποιητικό του έργο «Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας». Ο πόλεμος του ’40 του έδωσε την έμπνευση και για άλλα έργα, την «Καλωσύνη στις Λυκοποριές», την «Αλβανιάδα» και την ανολοκλήρωτη «Βαρβαρία». Το 1945 διορίστηκε για ένα μικρό διάστημα Διευθυντής Προγράμματος στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας. Ακόμη συνεργάστηκε με την «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση», την «Ελευθερία» και την «Καθημερινή», όπου κράτησε ως το 1948 μια στήλη τεχνοκριτικής.

    Το 1948 ταξιδεύει στην Ελβετία, για να εγκατασταθεί στη συνέχεια στο Παρίσι, όπου παρακολουθεί μαθήματα φιλοσοφίας στη Σορβόνη. Περιγράφοντας τις εντυπώσεις του από την παραμονή του στη Γαλλία, σχολιάζει τα συναισθήματα και τις σκέψεις του με τούτα τα λόγια: «Ένα ταξίδι που θα μ’ έφερνε πιο κοντά στις πηγές της μοντέρνας τέχνης, συλλογιζόμουνα. Χωρίς να λογαριάζω ότι θα μ’ έφερνε συνάμα πολύ κοντά και στις παλιές μου αγάπες, στα κέντρα όπου είχαν δράσει οι πρώτοι Υπερρεαλιστές,στα καφενεία όπου είχαν συζητηθεί τα Μανιφέστα, στη Rue de l’Odeon και στην Place Blanche, στο Montparnasse και στο St.Germain des Pres» («Ανοιχτά Χαρτιά») Γνωρίζεται με με τους A.Breton, P.Eluard, P. Reverdy, A. Camus, T. Tzara, P.J.Jouve, G. Unga-retti, R. Char.

    Με τη βοήθεια του Ελληνογάλλου τεχνοκριτικού E.Teriade, που πρώτος έχει προσέξει την αξία του έργου του συμπατριώτη του Θεόφιλου, συναντά τους μεγάλους ζωγράφους Matisse, Shagal, Giacometti, de Cirico και Picasso, για του οποίου το έργο θα γράψει αργότερα άρθρα και θ’ αφιερώσει στην τέχνη του το ποίημα «Ωδή στον Πικασσό». Πριν επιστρέψει στην Ελλάδα (τέλη του 1951), ταξιδεύει στην Ισπανία και στην Ιταλία, ενώ στη διάρκεια της παραμονής του στην Αγγλία (τέλη του 1950 - Μάιος του 1951) συνεργάζεται με το Β.Β.C. και αρχίζει τη σύνθεση του «Άξιον Εστί». Το 1949 μετέχει στην ίδρυση της Association Internationale des Critiques d’ Art, ενώ το 1952 γίνεται μέλος της «Ομάδας των Δώδεκα», που κάθε χρόνο απονέμει βραβεία λογοτεχνίας. Το 1953 αναλαμβάνει και πάλι για ένα χρόνο τη Διεύθυνση Προγράμματος του Ε.Ι.Ρ. Το 1954 γίνεται μέλος της «Ευρωπαϊκής Εταιρείας Πολιτισμού» στη Βενετία, ενώ την επόμενη χρονιά συμμετέχει στο Διοικητικό Συμβούλιο του θεάτρου Τέχνης και του Ελληνικού Χοροδράματος.

    Το 1959 μετά από αρκετά χρόνια ποιητικής σιωπής τυπώνει το «Άξιον Εστί», που τον άλλο χρόνο του δίνει το Α΄ Κρατικό βραβείο Ποίησης, ενώ τότε εκδίδει και τις «Έξη και Μία Τύψεις για τον Ουρανό». Το 1961 με κυβερνητική πρόσκληση επισκέπτεται τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 1962 μετά από ένα ταξίδι στη Ρώμη πηγαίνει στη Ρωσία, ενώ το 1965 μεταβαίνει στην Βουλγαρία με πρόσκληση της «Ένωσης Βουλγάρων Συγγραφέων». Τέλος του απονέμεται το παράσημο του Ταξιάρχου του Φοίνικος, ενώ γίνεται μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου. Ταξιδεύει στη Γαλλία (1966) και την Αίγυπτο (1967) και ασχολείται με τη ζωγραφική και με μεταφράσεις, ως την άνοιξη του 1969 που ξαναγυρίζει στο Παρίσι. Το 1970 μένει για ένα διάστημα στην Κύπρο, ενώ το 1971 επιστρέφει στην Ελλάδα, όπου μετά τη Μεταπολίτευση διορίζεται Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΙΡΤ και μέλος για δεύτερη φορά του Δ.Σ. του Εθνικού Θεάτρου. Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν συνέχισε το πολύπλευρο πνευματικό του έργο και το 1977 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Πέθανε στην Αθήνα, το Μάρτιο του 1996.

    Ο ΗΡΩΙΚΟΣ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟΣ
    ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ ΗΤΑΝ ΘΡΑΞ!!!
    Γράφει ο δημοσιογράφος Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

    Σε όλους μας είναι γνωστό, πως ο μεγάλος μας ποιητής Οδ. Ελύτης ο τιμημένος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, πήρε μέρος το 1940 στο μεγάλο αγώνα του Ελληνισμού ενάντια στον Ιταλικό φασισμό. Πολέμησε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός, στα χιονισμένα Βορειοηπειρωτικά βουνά και καρπός των βιωμάτων και των εμπειριών του, είναι τα δύο αξεπέραστα ποιητικά αριστουργήματά του, το «'Aξιον Εστί» με την παγκόσμια ακτινοβολία και το «'Aσμα Ηρωικό και Πένθιμο για το Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας». Ειδικά αυτό το δεύτερο ,ενδιαφέρει εμάς τους Θράκες, αν και συνήθως το αγνοούμε ή το προσπερνάμε χωρίς να δίνουμε τη δέουσα σημασία. Ίσως γιατί οι περισσότεροι δεν το έχουν διαβάσει καν.

    Βάσιμα ισχυρίζομαι και επιμένω, ότι ο αδικοχαμένος ηρωικός ανθυπολοχαγός της Αλβανίας, του ομωνύμου ποιήματος του Ελύτη, παρά το γεγονός ότι δεν διασώζεται το όνομά του ή άλλα στοιχεία της πραγματικής ταυτότητάς του, είναι Θραξ. Είναι ένας από μας.

    Και αυτό, το επιβεβαιώνει ο Ελύτης, που συγκλονισμένος από τον ηρωικό θάνατο του, έγραψε το περίφημο αυτό ποίημα. Ενώ ειδικότερα στο ΣΤ΄ κεφάλαιο του ποιήματός του, γράφει προσδιορίζοντας τουλάχιστον την καταγωγή του.

    «Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
    Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
    Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε
    Σκύψανε το βουνά της Θράκης και το φτύσανε
    Μια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του.
    Βγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
    Και το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα...»

    Αυτός λοιπόν ο ηρωικός ανθυπολοχαγός, που ο ποιητής τον έβλεπε σαν σύμβολο των αξιωματικών οι οποίοι μαζί με όλους τους άλλους Έλληνες αγωνίζονταν να διασώσουν την τιμή της πατρίδας τους, δεν μπορεί παρά να είχε γεννηθεί στη Θράκη. Αν για παράδειγμα είχε γεννηθεί στην Ήπειρο ο Ελύτης θα έγραφε ότι έσκυψε η Πίνδος για να φανεί ο νεογέννητος. Αν είχε γεννηθεί στην Κρήτη, θα έγραφε, πως έσκυψε ο Ψηλορείτης κ.ο.κ. Όμως με σαφήνεια γράφει, ότι έσκυψαν τα βουνά της Θράκης, την πρώτη μέρα που γεννήθηκε.

    'Aλλωστε πολλές έμμεσες αποδείξεις υπάρχουν στο Στρατιωτικό Μουσείο Διδυμοτείχου. Στο ισόγειό του στην αίθουσα με τις φωτογραφίες των πεσόντων Θρακών, μεταξύ άλλων, εντοπίζουμε και τα ακόλουθα ονόματα συμπατριωτών μας ανθυπολοχαγών, που έδωσαν τη ζωή τους στα βουνά της Βορείου Ηπείρου, το 1940-41:

    · Λεπτοκαρόπουλος Χρήστος, έπεσε στα τέλη του 1940 στην ελληνοαλβανική μεθόριο.
    · Κανδηλάπτης Θεόδωρος. Έπεσε στις 28-2-1941 στο Μπούμπεσι.
    · Παρασκευούδης Πέτρος, έπεσε στις 10-3-1941 στο Πόγραδετς. Ετάφη στο Τεπελένι.
    · Παπαγιαννόπουλος Τηλέμαχος, της Β΄ Μοίρας ΧV Σ.Π.Β. έπεσε στο ύψωμα της Κλεισούρας στις 13-3-1941.

    Αυτός λοιπόν ο ηρωικός Θραξ ανθυπολοχαγός, ένας ημίθεος στα μάτια του ποιητή, τον ενέπνευσε να γράψει το περίφημο ποίημά του, δεν ήταν παρά ένας καθημερινός δικός μας άνθρωπος σαν όλους τους συμπατριώτες μας, που έδωσαν δυναμικό παρών στον αντιφασιστικό αγώνα.

    Το ένστικτο του ποιητή, τον οδήγησε στον ιστορικά ορθό δρόμο, θέλοντας να περιγράψει τον ανθυπολοχαγό που έδωσε τη ζωή του μαχόμενος, στα χιονισμένα Βορειοηπειρωτικά βουνά. Απλά, θέλοντας να δώσει συνολικά την εικόνα των ηρωικά αγωνιζόμενων νέων αξιωματικών, απέφυγε να συγκεκριμενοποιήσει το πρότυπο, που τον ενέπνευσε. Μας άφησε όμως έμμεσα να αντιλαμβανόμαστε βάσιμα, ότι το εξαίρετο ελεγείο του «'Aσμα Ηρωικό και Πένθιμο για το Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας», είχε για πρότυπό του ένα Θράκα ήρωα. Και εδώ έγκειται η δική μας ευθύνη. Να αναδείξουμε τη συμβολή των Θρακών με εναργέστερο τρόπο στους αγώνες του Έθνους. Έχουμε σύμμαχο, την Ιστορία, την Αλήθεια και τον Ελύτη.

    Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης
    sitalkisking@yahoo.gr
    * * * Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΦΑΡΟΣ, του συλλόγου των Αλεξανδρουπολιτών της Αθήνας.
    και στην εφημερίδα του Δήμου Διδυμοτείχου "ΕΝ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΩ" τον Οκτώβριο του 2006.

    «Ο αριστερός μου Οδυσσέας Ελύτης»
    Συνέντευξη με την Λιλή Zωγράφου
    Διαβάζοντας η Λιλή Zωγράφου το μικρό αφιέρωμα της «E» στον Οδυσσέα Eλύτη (18.3.'97) στάθηκε στην ανέκδοτη επιστολή του ποιητή προς τον ομότεχνό και φίλο του Nάνο Bαλαωρίτη. Σ' αυτή την επιστολή βρήκε διατυπωμένες, όπως μας είπε, θέσεις τις οποίες είχε κι αυτή εκφράσει το 1971, με την έκδοση του βιβλίου της «Ο ηλιοπότης Eλύτης». Tο βιβλίο, το οποίο από τότε έχει επανεκδοθεί πολλές φορές, περιλαμβάνει την ομιλία που έδωσε η Λιλή Zωγράφου στο θέατρο «Kάβα» του Xατζίσκου. Eδόθη για πρώτη φορά στις 25 Iανουαρίου 1971 και επανελήφθη ύστερα από λίγες μέρες, στις 14 Φεβρουαρίου. H ομιλία συνέπεσε με τα εξήντα χρόνια από τη γέννηση του ποιητή. «Ο ηλιοπότης ήλιος» ετοιμάζεται να επανακυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Aλεξάνδρεια». Iδού η μαρτυρία της Λιλής Zωγράφου, η οποία γνώρισε τον Οδυσσέα Eλύτη από κοντά:

    *Πότε αρχίζει η σχέση σας με το «Aξιον Eστί» του Οδυσσέα Eλύτη;

    «Aπό το 1959 που εκδόθηκε. Tο βρήκα στα βιβλιοπωλεία, το διάβασα, αλλά ήταν πολύ δύσκολο».

    *Σε τι συνίστατο η δυσκολία του;

    «Hταν ένα ποίημα που τέτοιο δεν είχαμε ξαναδεί. Hταν υπερρεαλιστικό. Tον Σεφέρη δεν τον αγάπησα ποτέ. Ποτέ. Ο Eλύτης με συγκλόνιζε. Tο ``Aξιον Eστί'' δεν έμοιαζε με κανένα από τα προηγούμενά του βιβλία».

    *Tι σας ήλκυε και σας ελκύει στην ποίησή του;

    «Mέσα στη χούντα τον κατάλαβα, τον προσέγγισα ψυχολογικά».

    *Bοήθησε η βαριά ατμόσφαιρα της δικτατορίας;

    «Nαι, ασφαλώς. Kαι οι ερεθισμοί που υφιστάμεθα τότε από τους συγκλίνοντες με τη χούντα και από την ταπείνωσή μας για τους δικτάτορες».

    «Mού 'δινε ελπίδες»

    *Tο έργο του Eλύτη ηχούσε στα αυτιά σας λυτρωτικά;

    «Mου 'δινε ελπίδες. Συγχρόνως, έπρεπε να το ερμηνεύσω σε νέους, φοιτητές, οι οποίοι ζητούσαν να τους το αναλύσω. Tότε σκέφτηκα να δώσω μια διάλεξη για να κάνω μια προπαγάνδα εθνικής μορφής. Zήτησα κάποια στοιχεία από τον εκδότη του ``Iκαρου'' Nίκο Kαρύδη, ο οποίος μου είπε ότι δεν υπάρχει τίποτα γραμμένο για το ``Aξιον Eστί''».

    *Eίναι αλήθεια ότι αντέδρασε καθυστερημένα η κριτική. Tην είχε φέρει σε αμηχανία.

    «Nαι, ναι δεν υπήρχε τίποτα. Hρθε ο Kαρύδης στη διάλεξη που είχε πολύ μεγάλη επιτυχία. Οι φοιτητές μού φώναζαν: ``Nα μας το εκδώσετε! ''. Ο Kαρύδης με συνεχάρη εγκάρδια. Tην επομένη με πήρε τηλέφωνο και με παρακάλεσε εκ μέρους του Eλύτη, που ήταν στο Παρίσι, να μην εκδώσω το βιβλίο, γιατί ήταν σεμνός και δεν το θέλει».

    *Mήπως φοβήθηκε την εξ αριστερών αιρετική ανάγνωσή σας;

    «Nαι, αλλά εγώ δεν το κατάλαβα τότε, γιατί νόμιζα ότι ήμουν πιστή στην ερμηνεία του ποιήματος. Xρειάστηκε να τσακωθούμε με τον Kαρύδη, δηλώνοντάς του ότι δεν έχω καμία υποχρέωση να συμφωνήσω με την απαγόρευση κι ούτε τον γνώριζα, ούτε με γνώριζε ο κ. Eλύτης. Eγιναν αλλεπάλληλα τηλεφωνήματα. Tο βιβλίο έκαμε μέσα σε δύο μήνες τρεις εκδόσεις και συνέχισε να έχει μεγάλη ζήτηση. Eν τω μεταξύ οι φοιτητές, οι οποίοι είχαν βραδινά φροντιστήρια, μου ζήτησαν να ξαναδώσω τη διάλεξη Kυριακή μεσημέρι. Tότε τους κατήγγειλα την απαγόρευση του Eλύτη, δηλώνοντας ότι ο κάθε ποιητής είναι στη διάθεσή μας και μόνο τα μαθηματικά δεν μπορούμε να τα ερμηνεύσουμε».

    H χορηγία Φορντ

    *Eκ των υστέρων μπορείτε να εκτιμήσετε την αξία της χειρονομίας σας;

    «Kατήγγειλα μέσα στο βιβλίο τη βρωμερή φιλοαμερικανική προπαγάνδα που γινόταν με τις παροχές των βραβείων Φορντ. Πολύ αργότερα, το 1973, πληφορήθηκα από έναν κατάλογο ονομάτων, που είχε δημοσιευθεί στο ``Bήμα'', ``ότι είχε δεχθεί και ο Eλύτης χορηγία Φορντ''».

    * Tο γεγονός σάς ενόχλησε;

    «Mε γέμισε αγανάκτηση και απελπισία. Διότι μπορεί να μην απορούσα με τον Kουν, ούτε με τον Tαχτσή που έπαιρναν επίσης εκατομμύρια, ούτε με τους αδιάφορους και ανώδυνους από άποψη ήθους που δέχτηκαν τη χορηγία. H περίπτωση του Οδυσσέα Eλύτη με συνέτριψε, διότι πίστευα στο υψηλό ήθος του».

    *Γιατί πιστεύετε ότι ο Eλύτης πήρε τα χρήματα; Mήπως τα είχε ανάγκη;

    «Πιο πολύ από μένα αποκλείεται. Eγώ πεινούσα στην κυριολεξία, τα βιβλία μου είχαν απαγορευτεί, όχι δεν με άφηνε η χούντα να δουλέψω ούτε ως καμαριέρα, αλλά απαιτούσαν και να με διώξουν».

    *Aς επανέλθουμε στον Eλύτη.

    «Ο ποιητής επιστρέφει στην Eλλάδα από το Παρίσι το 1973, οπότε ζητάει να πάω να τον δω. Eγώ κομπλεξαρισμένη, πιστεύοντας στην αποτυχία του βιβλίου και στη λάθος ερμηνεία του ποιήματος, επειδή αισθανόμουν την ανάγκη να τον μεταφράσω με αριστερίζουσα νοοτροπία, αρνούμαι να πάω να τον δω. Tότε ήρθε εκείνος, μειλιχιότατος, προσηνής, σεμνός όπως πάντα. Ολα αυτά φυσικά συμβαίνουν πριν την πληροφόρηση του κοινού από το ``Bήμα'' των ονομάτων των χορηγηθέντων από τα Φορντ».

    Δεν ξαναμιλήσαμε

    *Tι ελέχθη αναμεταξύ σας;

    «Mου είπε ότι του άρεσε πάρα πολύ το βιβλίο και η ερμηνεία που έδινα στο ``Aξιον Eστί''. Παρ' όλα αυτά, όταν παίρνει το Nόμπελ το 1979 και οι Σουηδοί ψάχνουν απεγνωσμένα για ένα δοκίμιο, ο Eλύτης δεν μιλάει ποτέ, όπως και κανείς άλλος για το δοκίμιό μου. Bρισκόμουν τότε στην Kρήτη, απ' όπου με κάλεσε τηλεφωνικώς ο σκηνοθέτης Γιώργος Eμιρζάς να μιλήσω για τον Eλύτη, γιατί δεν υπήρχε κανείς να έχει ασχοληθεί με το ``Aξιον Eστί''. Kαι έρχομαι πράγματι από την Kρήτη και εμφανίζομαι στην τηλεόραση, απ' όπου δήλωσα ότι μιλάμε για έναν πολύ μεγάλου βεληνεκούς ποιητή, απομονώνοντάς τον από τον κύκλο των ζώντων ποιητών και συνδέοντάς τον με τους αρχαίους τραγωδούς. Aλλά δεν ξαναμιλήσαμε ποτέ με τον Eλύτη. Mου έδινε πολλή χαρά να διασταυρώνομαι μαζί του και να τον κοιτάω κατάματα, χωρίς να του λέω καλημέρα».

    *Δεν του συγχωρέσατε ποτέ το γεγονός ότι δέχτηκε τη χορηγία Φορντ.

    «Hξερε και ήξερα γιατί δεν τον καλημέριζα. Aλλά το φοβερότερο είναι η αποκάλυψη που έγινε με το γράμμα που δημοσιεύσατε του Eλύτη προς τον Nάνο Bαλαωρίτη. Γίνεται φανερό ότι είχε επίγνωση ότι οι αντιαποικιακές θέσεις του ήταν προκλητικά αριστερίζουσες. Kαι χρειάστηκε να περάσουν είκοσι πέντε χρόνια για να ξαναγαπήσω το βιβλίο με τον τίτλο «Ο ηλιοπότης ήλιος».

    *Mπορείτε να συμπυκνώσετε, για όσους δεν το έχουν διαβάσει το σκεπτικό του δοκιμίου; Eπιπρόσθετα: Θα αλλάζατε σήμερα κάτι από το κείμενο του '71;

    «Hθελα να μιλήσω για το πάθος του Eλύτη για την Eλλάδα, γι' αυτή την καθημαγμένη χώρα, την αιώνια αδικημένη που προκαλεί κόμπλεξ κατωτερότητας στους Eυρωπαίους και την ομορφιά της, τη μαγευτική και λάμπουσα. Δεν θα άγγιζα τίποτα, ούτε θ' αγγίξω την προσεχή έκδοση, γιατί αφήνω να μιλάει η νιότη μου αυθόρμητα και η ανόθευτη πίστη μου γι' αυτόν».

    *Eάν σας ζητούσα να φτιάξετε ένα ψυχογράφημα του Eλύτη, πώς θα τον περιγράφατε; Tι καταλάβατε, τι άνθρωπος ήταν;

    «Aκούστε. Eχω πει ότι πάνω στον τάφο μου θέλω να γραφτεί μια επιγραφή: ``Δεν κατάλαβα ποτέ τους ανθρώπους''».

    «Aκέραιος; »

    *Kάποιο χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του;

    «Θα 'θελα να πω ότι κατ' αρχήν ήταν ακέραιος. Aλλά ήταν; ».

    *Hταν;

    «Οχι. Οταν με γνώρισε και συνδεθήκαμε, μου μιλούσε για τη φτώχεια του, ότι αν δεν του 'φερνε ο αδελφός του φαΐ κάθε μέρα, θα είχε πεθάνει από την πείνα. Tα εκατομμύρια που πήρε από το Φορντ δεν σπαταλιούνται εύκολα. Tο κασέ του κάθε επιχορηγουμένου εξαρτιόταν. Ο Kουν π.χ. έπαιρνε τεσσεράμισι εκατομμύρια επί χρόνια. Ο Tαχτσής αγόρασε ρετιρέ στο Kολωνάκι. Aυτοί ήταν οι πρώτοι που πήραν Φορντ το '68 και το έμαθα στο Παρίσι που ζούσα και χαμογέλαγα για την τόση διαφθορά. Πώς λοιπόν να επαναλάβω τη λέξη ακέραιος; Οταν γνωρίζω τη συμπεριφορά του απέναντι στους Aμερικανούς που υπέθαλψαν τη δικτατορία και θέλησαν να μας αλλοτριώσουν; Tα Φορντ τότε προσέφερε η κ. Kασιμάτη, η νύφη του Mυριβήλη, η οποία μου ζήτησε να δεχθώ τη χορηγία και φυσικά δεν της ξαναμίλησα ποτέ.
    Tι άλλο θέλετε; Tα είπαμε; ».
    29/03/1997 "Eλευθεροτυπία"

    Οδυσσέας Ελύτης : Προσανατολισμοί
    
    
                 I
    
    Ο έρωτας
    Το αρχιπέλαγος
    Κι η πρώρα των αφρών του
    Κι οι γλάροι των ονείρων του
    Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει
    Ένα τραγούδι
    
    Ο έρωτας
    Το τραγούδι του
    Κι οι ορίζοντες του ταξιδιού του
    Κι η ηχώ της νοσταλγίας του
    Στον πιο βρεμένο βράχο της η αρραβωνιαστικιά προσμένει
    Ένα καράβι
    
    Ο έρωτας
    Το καράβι του
    Κι η αμεριμνησία των μελτεμιών του
    Κι ο φλόκος της ελπίδας του
    Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ένα νησί λικνίζει
    Τον ερχομό.
    
    
                 II
    
    Παιχνίδια τα νερά
    Στα σκιερά περάσματα
    Λένε με τα φιλιά τους την αυγή
    Που αρχίζει
    Ορίζοντας -
    
    Και τ' αγριοπερίστερα ήχο
    Δονούνε στη σπηλιά τους
    Ξύπνημα γαλανό μες στην πηγή
    Της μέρας
    Ήλιος -
    
    Δίνει ο μαΐστρος το πανί
    Στη θάλασσα
    Τα χάδια των μαλλιών
    Στην ξεγνοιασιά του ονείρου του
    Δροσιά-
    
    Κύμα στο φως
    Ξαναγεννάει τα μάτια
    Όπου η Ζωή αρμενίζει προς
    Τ' αγνάντεμα
    Ζωή -
    
    
          III
    
    Φλοίσβος φιλί στη χαϊδεμένη του άμμο — Έρωτας
    Τη γαλανή του ελευθερία ο γλάρος
    Δίνει στον ορίζοντα
    Κύματα φεύγουν έρχονται
    Αφρισμένη απόκριση στ' αυτιά των κοχυλιών
    
    Ποιος πήρε την ολόξανθη και την ηλιοκαμένη;
    Ο μπάτης με το διάφανό του φύσημα
    Γέρνει πανί του ονείρου
    Μακριά
    Έρωτας την υπόσχεση του μουρμουρίζει — Φλοίσβος.
    
     
    
    ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ
    
                Ι
    
    Όλα τα σύννεφα στη γη εξομολογήθηκαν
    Τη θέση τους ένας καημός δικός μου επήρε
    Κι όταν μες στα μαλλιά μου μελαγχόλησε
    Το αμετανόητο χέρι
    
    Δέθηκα σ' έναν κόμπο λύπης.
    
                II
    
    Η ώρα ξεχάστηκε βραδιάζοντας
    Δίχως θύμηση
    Με το δέντρο της αμίλητο
    Προς τη θάλασσα
    Ξεχάστηκε βραδιάζοντας
    Δίχως φτερούγισμα
    Με την όψη της ακίνητη
    Προς τη θάλασσα
    Βραδιάζοντας
    Δίχως έρωτα
    Με το στόμα της ανένδοτο
    Προς τη θάλασσα
    Κι εγώ - μες στη Γαλήνη που σαγήνεψα.
    
                III
    
    Απόγευμα
    Κι η αυτοκρατορική του απομόνωση
    Κι η στοργή των ανέμων του
    Κι η ριψοκίνδυνη αίγλη του
    Τίποτε να μην έρχεται Τίποτε
    Να μη φεύγει
    
    Όλα τα μέτωπα γυμνά
    Και για συναίσθημα ένα κρύσταλλο. 
     
    
    
    
    
    (.....................................................................)
    
    
    
    
     
    
    ΕΠΤΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ ΕΠΤΑΣΤΙΧΑ
    
                Ι
    
    Όνειρα κι όνειρα ήρθανε
    Στα γενέθλια των γιασεμιών
    Νύχτες και νύχτες στις λευκές
    Αϋπνίες των κύκνων
    
    Η δροσιά γεννιέται μες στα φύλλα
    Όπως μες στον απέραντο ουρανό
    Το ξάστερο συναίσθημα.
    
    II
    
    Ευνοϊκές αστροφεγγιές έφεραν τη σιωπή
    Και πίσω απ' τη σιωπή μια μελωδία παρείσαχτη
    Ερωμένη
    Αλλοτινών ήχων γόησσα 
    
    Μένει τώρα ο ίσκιος που ατονεί
    Και η ραϊσμένη εμπιστοσύνη του
    Και η αθεράπευτη σκοτοδίνη του — εκεί.
    
                III
    
     Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα
     Όλα τα δάχτυλα
    Σιωπή
    
     Έξω από τ' ανοιχτό παράθυρο του ονείρου
    Σιγά σιγά ξετυλίγεται
    Η εξομολόγηση
    Και σαν θωριά λοξοδρομάει προς τ' άστρα!
    
                IV
    
    Ένας ώμος ολόγυμνος
    Σαν αλήθεια
    Πληρώνει την ακρίβεια του
    Στην άκρια τούτη της βραδιάς
    Που φέγγει ολομόναχη
    Κάτω απ' τη μυστικιά ημισέληνο
    Της νοσταλγίας μου.
    
               V
    
    Την αφρούρητη νυχτιά πήρανε θύμησες
    Μαβιές
    Κόκκινες
    Κίτρινες
    
    Τ' ανοιχτά μπράτσα της γεμίσανε ύπνο
    Τα ξεκούραστα μαλλιά της άνεμο
    Τα μάτια της σιωπή.
    
                VI
    
    Ανεξιχνίαστη νύχτα πίκρα δίχως άκρη
    Βλέφαρο ανύσταχτο
    Πριν βρει αναφιλητό καίγεται ο πόνος
    Πριν ζυγιαστεί γέρνει ο χαμός
    
    Καρτέρι μελλοθάνατο
    Σαν ο συλλογισμός από τον μάταιο μαίανδρο
    Στην ποδιά της μοίρας του συντρίβεται.
    
                VII
    
    Το διάδημα του φεγγαριού στο μέτωπο της νύχτας
     Όταν μοιράζονται οι σκιές την επιφάνεια
    Της δράσης
    
    Κι ο πόνος μετρημένος από εξασκημένο αυτί
    Ακούσιος καταρρέει
    Μες στην ιδέα που αχρηστεύεται απ' το μελαγχολικό
    Σιωπητήριο.
    
    
    
    
    
    (.....................................................................)
    
    
    
     
    
    
    ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ 
    
                                   ΩΡΙΩΝ 
    
                                       α' 
    
    Συμβιβάστηκε με την πικρία ο κόσμος
    Διάττοντα ψεύδη αφήσανε τα χείλια
    Η νύχτα ελαφρωμένη
    Από το θόρυβο και τη φροντίδα
    Μέσα μας μετασχηματίζεται
    Κι η καινούρια σιωπή της λάμπει αποκάλυψη 
    
    Βρίσκομε το κεφάλι μας στα χέρια του Θεού. 
    
                                        β' 
    
    Μια προσευχή μεταμορφώνει τα ύψη της
    Αλλάζει κοίτη ο χρόνος
    Και γυμνούς από έγνοια επίγεια
    Σ' άλλα νοήματα μας οδηγεί 
    
    Πού είναι ο σφυγμός του εδάφους 
    Το αίμα στη μνήμη των προσώπων μας 
    Ο αυτούσιος πηγαιμός; 
    
                                       γ΄ 
    
    Των φθαρτών δακρύων απόγονοι
    Κωπηλάτες των ματαίων λιμνών
    Αφήσαμε το γήινο δέρμα
    Και στον ψίθυρο των δέντρων ψαύσαμε
    Τα λόγια μας
    Για τελευταία φορά 
    
    Τώρα στα μέτωπά μας γειτονέψανε άστρα! 
    
                                      δ' 
    
    Εικόνα ω! αναλλοίωτη 
    Φωτοχυσία 
    
    Ντύνεις κάθε μετέωρη έννοια 
    Που προσεγγίζει την ελπίδα μας 
    Προς την αταραξία 
    
    Εκεί το ερωτηματικό που μας αποχωρίζεται 
    
    Είσαι παντού Μοιράζεσαι
    Τις σκοτεινές μας άρπες
    Άϋλο περίβλημα. 
    
                                       ε΄ 
    
    Φύγαν τα μάτια μας αλλά προπορεύονταν οι ψυχές μας
    Στη συνάντησή τους μες στους ουρανούς
    Έλαμψε καθαρή στιγμή
    Τρεμούλιασμα εναγώνιο
    Το πιστό καθρέφτισμα των σωθικών μας 
    
    Πιο ψηλά 
    Στην ενωμένη μοναξιά των άστρων της
    Θρονιάζεται η Γαλήνη 
    
    Γιατί την απαλλάξαμε από το κορμί μας
    Γιατί την εξαντλήσαμε από τις ελπίδες μας
    Γιατί της φέραμε τάμα την Ιδέα μας 
    
    Ξαναγεννάει αισθήματα. 
    
                                      ς' 
    
    Μέσα μας αναλύθηκεν η Σιωπή
    Ο αρχάγγελός της άγγιξε τα μύχια
    Σ' ακατοίκητο χάος κύλησε τη μνήμη
    Όταν εχαρισθήκαμε σε μιαν απίστευτη όχθη 
    
    Όχθη των ελαφρών σκιών 
    Ονειρεμένη άλλοτε από δάκρυα 
    Τα χρυσά στίγματα μας κοίταξαν 
    Τόσο που αποσπασθήκαμε απ' το βάρος μας 
    Όπως αποσπασθήκαμε απ' την αμαρτία! 
    
                                   ζ'
     Νοητή λάμψη 
    Κυανό διάστημα 
    Κάθαρση της ψυχής! 
    Σαν να 'λειψε ο επίγειος θόρυβος 
    Σαν να σταμάτησε η κακία της μνήμης 
    Καθαρό πάλλεται 
    Το καινούριο μας όνειρο 
    Μας τραβάει απ' το χέρι αόρατο χέρι 
     Όπου Γαλήνη γίνεται ο αθώος ουρανός
     Όπου η Ψυχή ελέγχεται αναλλοίωτη. 
    
    
    ΕΠΕΤΕΙΟΣ 
    
                          ...even the wearist river
                 winds somewhere safe to sea!
    
    Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
    Στο σημάδι ετούτο που παλεύει
    Πάντα κοντά στη θάλασσα
    Νιάτα στα βράχια επάνω, στήθος
    Με στήθος προς τον άνεμο
    Που να πηγαίνει ένας άνθρωπος
    Που δεν είναι άλλο από άνθρωπος
    Λογαριάζοντας με τις δροσιές τις πράσινες
    Στιγμές του, με νερά τα οράματα
    Της ακοής του, με φτερά τις τύψεις του
     Α, Ζωή
    Παιδιού που γίνεται άντρας
    Πάντα κοντά στη θάλασσα όταν ο ήλιος
    Τον μαθαίνει ν' ανασαίνει κατά κει πού σβήνεται
    Η σκιά ενός γλάρου. 
    
    Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
    Άσπρο μέτρημα μελανό άθροισμα
    Λίγα δέντρα και λίγα
    Βρεμένα χαλίκια
    Δάχτυλα ελαφρά για να χαϊδέψουν ένα μέτωπο
    Ποιό μέτωπο
    Κλάψαν όλη τη νύχτα οι προσδοκίες και δεν είναι πια
    Κανείς δεν είναι
    Ν' ακουστεί ένα βήμα ελεύθερο
    Ν' ανατείλει μια φωνή ξεκούραστη
    Στο μουράγιο οι πρύμνες να παφλάσουν γράφοντας
    Όνομα πιο γλαυκό μες στον ορίζοντά τους
    Λίγα χρόνια λίγα κύματα
    Κωπηλασία ευαίσθητη
    Στους όρμους γύρω απ' την αγάπη.
    
    Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
    Χαρακιά πικρή στην άμμο που θα σβήσει
    - Όποιος είδε δυο μάτια ν' αγγίζουν τη σιωπή του
    Κι έσμιξε τη λιακάδα τους κλείνοντας χίλιους κόσμους
    Ας θυμίσει το αίμα του στους άλλους ήλιους
    Πιο κοντά στο φως
    Υπάρχει ένα χαμόγελο που πληρώνει τη φλόγα-
    Μα εδώ στο ανήξερο τοπίο που χάνεται
    Σε μια θάλασσα ανοιχτή κι ανέλεη
    Μαδά η επιτυχία
    Στρόβιλοι φτερών
    Και στιγμών που δέθηκαν στο χώμα
    Χώμα σκληρό κάτω από τ' ανυπόμονα
    Πέλματα, χώμα καμωμένο για ίλιγγο
    Ηφαίστειο νεκρό.
    
    Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
    Πέτρα ταμένη στο υγρό στοιχείο
    Πιο πέρα απ' τα νησιά
    Πιο χαμηλά απ' το κύμα
    Γειτονιά στις άγκυρες
    - Όταν περνάν καρίνες σκίζοντας με πάθος
    Ένα καινούριο εμπόδιο και το νικάνε
    Και μ' όλα τα δελφίνια της αυγάζ' η ελπίδα
    Κέρδος του ήλιου σε μι' ανθρώπινη καρδιά -
    Τα δίχτυα της αμφιβολίας τραβάνε
    Μια μορφή από αλάτι
    Λαξεμένη με κόπο
    Αδιάφορη άσπρη
    Πού γυρνάει προς το πέλαγος τα κενά των ματιών της
    Στηρίζοντας το άπειρο.
    
     
    
    ΔΙΟΝΥΣΟΣ
    
                                                           α΄
    
    Με δάδες που ξενύχτησαν μες στις οργιάζουσες πλαγιές των ξανθών ορχηστρίδων
    Και με γαλάζιους σταλακτίτες που μεγάλωσαν μέσα σε παραμύθια με ύαινες
    Αντάμα με χλωρές επαύλεις που ανοίγονται στο γέλιο τους και δε βρίσκουν πρωί
    Μα όλα τα πυροφάνια τις τρελαίνουν στέλνοντας τις οπτασίες τους άθικτες
    Μαζί με τις υδρίες των όρθρων που συμπερπατούν φωτοσκιασμένες με ήλεκτρο
    Και με τους πέπλους των ξεχτένιστων ελπίδων που ατενίζουν τον
    εαυτό τους πέρα στις μεταβλητές θωπείες των οριζόντων
    Οι ώρες έρχονται πού αγάπησαν τις ώρες μας
    Σαν άσπρες ξεγνοιασιές ανεμόμυλων οι ώρες έρχονται που αγάπησαν τις ώρες μας
    Με βήμα τελετουργικό σε λυγερή προϋπάντηση Μαρτίων οι ώρες
    έρχονται που αγάπησαν τις ώρες μας!
    
                                                       β'
    
    Ποια φωτοστέφανα ειδυλλίων! Ζαρκάδια φύγετε απ' εδώ φύγετε απ' την ευθυμία του καταρράκτη
    Που σπάζει όλο τον ήχο του τσαγρίζοντας τα μέτωπα των εσπερίων παρθένων
    Ουράνια τόξα πλεύσετε μες στους κρυστάλλους και τους ουρανούς
    που έστειλαν ως εδώ κεχριμπαρένια πλοιάρια
    Είναι μια μαγική φωτιά που ανοίγει τα ριπίδια των βουνοπλαγιών μέσα στα εμβρόντητα ταξίδια μας 
    Είναι μια χαίτη που κεντρίζεται απ' την τυχερή κατηφοριά των λαγκαδιών μιας νεότητας
    Γυαλίζοντας τις αιχμηρές ματιές μας όταν αναφλέγονται οι χιτώνες όλοι της εκστάσεως
    Όταν οι μνήμες εκπυρσοκροτούν και βγαίνουν από τα μικρά παράθυρά τους υάκινθοι
    Κυανοί και μυοσωτίδες με μικρούς ιβίσκους όλους χάρη όταν προσηλώνονται
    Στις ρέουσες πεδιάδες που γητεύουν τα σουραύλια μεθυσμένων επιθυμιών
    Στα μεγάλα τόξα των μεγάλων θριαμβευτών δάσους εφήβου.
     
    
                                                         γ΄
    
    Έλκηθρα δίδυμα σύρετε πυρσούς μέσα στο ανώνυμο τάνυσμα της ατμοσφαίρας
    Σκούνες γοργές του πόθου εξιστορήσετε το πέλαγος με ρόχθο και άνεμο
    Μάγουλα των νυμφών νιφτείτε όλη την άνοιξη ανασαίνοντάς την. 
    Κατά δω θα πνεύσει μια αιωνιότητα! 
    Σ' όλες τις κρήνες σ' όλες τις πηγές μια ιαχή θρυμματισμένη ξαναενώνεται 
    Ιαχή ζωής όλη ελιγμούς μέσ' από τις δροσιές ως την ηχώ της που σαλπίζει 
    Στα πεζούλια των άστρων το γενναίο σύναγμα των ασπίλων χεριών
    Των χεριών μας που έπλασαν με φως από καρδιά το ιδεατό τους σκίρτημα... 
    Ω! σαν μας ντύσουν οι ώρες το δικό τους ρίγος κι υψωθεί απ' τον τέτοιον ύμνο 
    το ενθουσιασμένο παρανάλωμα 
    Των κορμιών που κερδίζουν το αίμα τους σκύβοντας ολονυχτίς στις ρίζες της Χίμαιρας! 
     
    
                                                        δ' 
    
    Σαν τις φρεσκοχυμένες οπτασίες που στίλβουν την πολύεδρη τύχη
    των κυνηγητών τους μες στο ξάγναντο 
    Κι αφήνουν τα μαλλιά τους διθυραμβικά να πλέκονται μες στις λατάνιες φεγγερών στοών 
    Σαν φρούτα σπάνια που γιορτάζουνε το χνούδι του πιο χλοερού των θριάμβου
    Σπινθηροβολώντας στις παλάμες γυναικών που ωράισαν τη διαύγεια 
    0Σαν μύθοι που έσπασαν τις πύλες των βουβών ανακτόρων τους βοώντας μια καινούρια αλήθεια 
    Οι ώρες έρχονται που αγάπησαν τις ώρες μας
    Μ' ανοιξιάτικα χείλια και χορδές πτηνών που βγαίνουν απ' το σφρίγος τους 
    Χαράζοντας μια λεία καμπύλη στο κενό οι ώρες έρχονται που αγάπησαν τις ώρες μας... 
    Κι είν' όλος τους ο αιθέρας ποίημα πού πλαταίνει κι ανοίγεται 
    Σαν η πρώρα του ύπνου μπαίνει στη ζωή που ορέγεται άλλη ζωή 
    Σαν οι κόλποι ανοίγουνε κρυφό σφυγμό κι από τον κάθε χτύπο τους
    ένα κορίτσι βγαίνει τραγουδώντας μύρτα 
    Τραγουδώντας μες στα τούλια των χρωματιστών ανέμων α! υπάρξεις περιούσιες... 
    
     
                                                           ε΄ 
    
    Πυρρόξανθο μαστίγωμα! Πούπουλα εκτυφλωτικά σαν στροβιλίζονται μέσα στ' αλώνια 
    Κι ο άνεμος τα λυμαίνεται με θημωνιές που κρύβονται από τη μονομαχία του ήλιου
    Όταν αρχίζει στα ξανθά κεφάλια των πρωτόβγαλτων περιπετειών 
    Εκρήξεις - όταν οι βηματισμοί των πόθων φλέγονται τραντάζοντας τις θυμωμένες γέφυρες 
    Κι όλος ο κόπος στάζει σε διαμάντια 
    Κι όλος ο κόπος πέφτει από τη δόξα ημέρας που εγνώρισε το αχόρταγο ξεδίπλωμα της νεότητας... 
    Αίμα στην πράξη αυτή! Αίμα στις πράξεις μας- στις καυτερές αφές του γήινου κόσμου αίμα! 
    Γιατί πετάξαμε μιαν αγκαλιά φλοιούς με χαραγμένα ονόματα στην αμμουδιά που ελπίζει πάντα 
    Γιατί λασκάραμε όλα μας τα χαλινάρια κατακτώντας τις νωπές κοιλάδες της νοτιάς 
    Γιατί τρεμίσαμε τα βλέφαρα της κάθε μας συγκίνησης μέσα σε πανδαιμόνιο βόμβων και χρωματισμών 
    Πιστέψαμε τα Βήματα μας - ζήσαμε τα Βήματα μας- είπαμε τα Βήματα μας άξια! 
    
                                                        ς' 
    
    Μόχθος περιστεριών οι πλάτες της ημέρας γέρνουν στην ευδία του ήλιου τους
    Σύγκορμα τρέμουν τ' απαράμιλλα πουλιά στα λατρευτά ροδάκινα
    Είναι το φως που ενστερνισθήκανε και τ' ανυψώνει ως τις καρδιές μιας ύπαρξης που αλλάζει
    Όλους τους δρόμους των ζέφυρων προς τα εκεί που φλέγονται τα αισθήματα
    Που όλα τα στήθη σφίγγουν τις εικόνες τους ακατανίκητα έπαθλα μιας καθαρής ζωής
    Κι είν' η μεγάλη προσμονή σπόρος που σκίζει όλο το χώμα για να βρει την άνοιξη 
    Άπλωμα δύναμης βαθιά κι ως τ' άστρα που αγναντεύουν!
    Α τα γυμνά κορμιά στ' αετώματα του χρόνου χαραγμένα - οι κύκλοι των ωρών
    Που ήβραν τις ώρες μας και πάλεψαν σώμα με σώμα ώσπου να λάμψει ο Έρωτας
    Ο Έρωτας που μας παίρνει και μας ξαναδίνει σαν παιδιά μες στην ποδιά της Γης! 
    
                                                       η΄
    
    Κι αύριο είναι πρωί - μα εμείς σήμερα θα καλπάσουμε προς τις κρυψώνες του ήλιου 
    Με χρυσές μπρατσέρες θά 'βγουμε στον κίνδυνο πιο πέρ'  απ' τ'  ακρωτήριο της καλής ανταύγειας 
    Προς τις σπαθωτές φιλίες των υποσχέσεων που έστησαν κιόσκια μες στη μέση της χαράς 
    Υψώνοντας τις φλόγες των σαν τ' αλαφριά κορμιά της καλοσύνης 
    Θα ξαφνιάσουμε τις θαρραλέες σφενδόνες του οίστρου μιας ωκεανοπορίας 
    Χτυπώντας τις παλάμες μας ώσπου ν' ακούσ' η Γη κι ανοίξει όλα τα πέταλα των μυστηρίων της 
    Κι αύριο είναι πρωί  - μα εμείς σήμερα θα προσφέρουμε τις ώρες μας
    προσάναμμα στην αποφασισμένη προέλαση 
    Κι ας παν τα τραύματα της λύπης σ' άλλο μούχρωμα - σ' άλλον λιμναίο καθρέφτη να σωπάσουν 
    Ας κρυφτούν οι κύκνοι των ευαισθησιών μες στη χλωρίδα μιας ψιθυρισμένης οάσεως 
    Τα οργώματα της λεβεντιάς είναι για θούρια πρασινάδας λυγισμένης με άνεμο και λόγο! 
    
    
    
    
    
    
    ΟΙ ΚΛΕΨΥΔΡΕΣ ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ 
    
                                            Les temps est si clair que
                                             je tremble qu'il ne finisse...
                                                ANDRE BRETON
    
                                            Στον Ανδρέα Εμπειρίκο 
    
                                                           α΄
    
    Θυμώνει ο ήλιος, ο ίσκιος του αλυσοδεμένος κυνηγάει τη θάλασσα
    Ένα σπιτάκι, δυο σπιτάκια, η φούχτα που άνοιξε από τη δροσιά και μυρώνει τα πάντα
    Φλόγες και φλόγες τριγυρνούν ξυπνώντας τις κλειστές πόρτες  των γέλιων
    Είναι καιρός να γνωριστούνε οι θάλασσες με τους κινδύνους
    Τί θέλετε ρωτά η αχτίδα, και τί θέλετε ρωτά η ελπίδα κατεβάζοντας τ' άσπρο της ποκάμισο
    Μα ο άνεμος στέρεψε τη ζέστη, δυο μάτια σκέπτονται
    Και δεν ξέρουν που να καταλήξουν είναι τόσο πυκνό το μέλλον τους
    Μια μέρα θα 'ρθει που ο φελλός θα μιμηθεί την άγκυρα και θα κλέψει τη γεύση του βυθού
    
    Μια μέρα θα 'ρθει που ο διπλός εαυτός τους θα ενωθεί
    Πιο πάνω ή πιο κάτω από τις κορυφές που εράγισε το αποψινό τραγούδι
    Του Έσπερου, δεν έχει σημασία, η σημασία είναι άλλου
    
    Ένα κορίτσι, δυο κορίτσια, γέρνουν στα γιασεμιά τους κι αφανίζονται
    Μένει ένα ρυάκι να τα εξιστορήσει μα έσκυψαν να πιουν εκεί ακριβώς οι νύχτες
    Μεγάλα περιστέρια και μεγάλα αισθήματα καλύπτουν τη σιγή τους
    Φαίνεται πως το τέτοιο πάθος τους είναι ανεπανόρθωτο
    Και κανείς δεν ξέρει αν έρθει ο πόνος να γδυθεί μαζί τους
    Σπανίζουνε οι παγίδες, άστρα γνέφουνε στους εραστές τα μάγια τους
    Όλα σκιρτούνε, συσπειρώνονται - ήρθε φαίνεται πια η αθανασία
    Που ζητάνε τα χέρια σφίγγοντας τη μοίρα τους που άλλαξε σώμα κι έγινε άνεμος
    Δυνατός- η αθανασία φαίνεται ήρθε.
    
                                                         β'
    
    Υπερήφανα χόρτα, ο φίλος έχασε το φίλο του, όλα εκεί αναπαύονται
    Μια σκληρή φωνή κατοίκησε σ' αυτή την πεδιάδα
    Μια βουλιαγμένη σαύρα σύρθηκε στην επιφάνεια
    Εσείς πού ήσαστε όταν κόπηκε ο λαιμός μιας τέτοιας μέρας
    Πού ήσαστε, φύλλα με φύλλα, σιγοπερπατάει ο κόσμος
    Σκάζουν τα φρούτα στο κατώφλι ενός λυγμού
    Κανείς δεν αποκρίνεται
    
    Ω μεθυσμένο μονοπάτι που έψαξες έψαξες την τρυφερότητα
    Στα δάχτυλα του κόπου και σε τρόμαξαν οι αυγές που χάραζαν
    Ριψοκινδυνεύοντας το φως τους τυλιγμένο δάσος κάτω απ' τη σιωπή.
    
    Μήτε ριγμένα ζάρια δεν ξαμώνουν κατά τέτοιο τρόπο την έμπνευση
    Μήτε στυμμένοι θόρυβοι δεν εξαντλούνε κατά τέτοιο τρόπο την πνοή
    Πολύχρωμα φουγάρα πέμπουνε την άπιαστη μελαγχολία τους
    Στις αψίδες που τρέμουν, τρέμουν τα πουλιά επιδίδονται στο μέτρημα των ονείρων τους
    Ακούγεται η κωπηλασία στην τέφρα που άφησε σημάδια νεότητας
    Και κανείς δεν ξέρει από που ανοίγει αυτό το στήθος
    Και κανείς δεν ξέρει από πότε άρχισε να ζει
    Στις σγουρές αγωνίες τους νιώθουνται οι φωνές αποκεφαλισμένες
    Που τρυπούνε το έδαφος πύρινα κλαδιά μιας πολιτείας υδάτινης
    
    Ω Γαλήνη που λύνεσαι, ρευστή παρουσία στις κόρες των ματιών
    Στις άρπαγες του ύπνου στα μελίσσια των χωρών της θύμησης!
    
    
    
    
    (.....................................................................)
    
    
    
     
                                                         ε΄
    
    Είναι κοντά η πτυχή του ανέμου που θροεί τον γαλάζιο της περιστερεώνα - η χυμώδης πτυχή
    Που ζυγίζει στο χνούδι της ερεθισμένες αιώρες
    Όταν τα γέλια μυτερά σπάνε τα τσόφλια της αυγής αγγέλνοντας το ηλιόβγαλμα
    Κι όλο το πρόσωπο της γης λάμπει από μαργαρίτες
    Όχι, δεν είναι σήμερα η στερνή μας λέξη, δεν τελειώνει ο κόσμος
    Δε λιώνει σήμερα η ελπίδα μου, με χλωρά σπαρτά γεμίζει τις φωλιές των ήχων 
    
    Εύθυμα στόματα φίλησαν κορίτσια, στα κεράσια κρέμασαν την ηδονή
    Δέντρα μεγάλα στάζουνε ήλιο είναι άκακα και σκέπτονται  σαν ίσκιοι πού τρέχουνε
    Για κάτι ωραίο -σήμερα είναι ωραίο το προβαλλόμενο δράμα
    Δροσερό μεσημέρι αφησμένο σαν βάρκα που έπλευσε όλο πάθος
    Στοιβαγμένη τραγούδια και σινιάλα που τρέμουν σαν βουνοκορφές
    Μακριά μακριά είναι οι μαρμάρινες επαύλεις των γυμνών γυναικών
    Η καθεμιά τους ήτανε άλλοτε σταγόνα
    Η καθεμιά τους είναι τώρα φως
    Περνούνε το φουστάνι τους όπως περνά η μουσική στους λόφους το στεφάνι της
    Και ζούνε μες στον ύπνο τους κισσούς που ζώνουν
    Μακριά μακριά είναι οι καπνοί των λουλουδιών οι οριζόντιες λίμνες των ναρκίσσων
    Τιμονιέρηδες κεφάτοι οδηγούν εκεί τα σκάφη των γοητειών
    Γερμένοι στο 'να τους πλευρό - τ' άλλο τους είναι θαλερός τόπος ευωχιών
    Τόσες δα μέλισσες και τόσες δα κλεψύδρες ιστορούνε κι υφαίνουνε το ανθρώπινο είδος
    
    Σ' ένα πελώριο διάστημα χύνεται το φως 
    Γεμίζει οράματα γλυπτά κι είδωλα φέγγους 
    Είναι τα μάτια πια που κυριαρχούν - η γη τους είναι απλή και κορυφαία
    Καλοσύνης κοιτάσματα ένα ένα, σαν φλουριά κομμένα μες στον ήλιο 
    Μες στα χείλια, μες στα δόντια, ένα ένα τ' αμαρτήματα
    Της ζωής, αγαθά ξεφλουδισμένα. 
    
                                                         ς' 
    
    Νυχτερινό υφαντούργημα
    Των κρίνων φλοίσβος που γυμνώνει τ' αυτιά και διασκορπίζεται
    Νιώθω στους ώμους της ζωής το σκίρτημα που βιάζεται ν' αδράξει το έργο
    Νιότη που θέλει άλλη μια ευκαιρία αιωνιότητας
    Και στην εύνοια των ανέμων ρίχνει το κεφάλι της αδιαφορώντας
    
    Υπάρχει ένα στήθος που χωράει τα πάντα, μουσική που κυριεύει στόμα που ανοίγει
    Σ' άλλο στόμα - κόκκινο παιγνίδι κλαδεμένο απ' τον ίλιγγο
    Ακόμα ένα φιλί και θα σου πω για ποιο σκοπό τις σιωπές μου μάτωσα έτσι
    Ακόμα ένα χιλιόμετρο και θα σου δείξω γιατί βγήκα σ' ένα τέτοιο αγνάντεμα
    Όπου παθαίνεται ο λυγμός ζητώντας άλλ' αστέρια
    Ψάχνοντας με φθαρτές χειρονομίες την άμμο που άφησαν
    ανασκαμμένη των ερώτων οι σπασμοί
    
    Δόθηκαν τα φτερά στα δευτερόλεπτα
    Φεύγει ο κόσμος, άλλος έρχεται, στην παλάμη του διαβάζει ρόδα και γιορτές
    Φεύγει ο κόσμος, είμαι σ' ένα κύμα του, εμπιστεύομαι όλος στη φορά του
    Μέτωπα φέγγουν, δάχτυλα ερευνούν τον ύπνο που πιστεύουνε
    Μα ποια βουή, ποιο σπήλαιο είναι αυτό που καλεί την αγνότητα
    Γλάρου στιγμή οριζόντια επάνω από τα πάθη, βάρκα ευτυχισμένη ορμητήριο αναπάντεχο
    Θα βγω στις άσπρες πύλες του μεσημεριού χτυπώντας με λαλιές τα γαλανά αναστάσιμα
    Κι όλα τα κρύα νησιά θ' ανάψουν τα μαλλιά τους για να σεργιανίσουν
    Με αθώες φλόγες και με βότσαλα τα ερωτικά πελάγη
    Θα μηνύσω στα γυμνά καλοκαίρια την πιο σίγουρη στιγμή της πλώρης
    Που χαρούμενη σχίζει τις υγρές ελπίδες των απλών καλών ανθρώπων.
    
     
    
                                                           ζ΄
    
    Στην άγνοια ξεκουράζεται ο ουρανός
    Στην κουπαστή του ύπνου ο άνθρωπος
    Τυχερός αιχμάλωτος μιας φλόγας που αθωώνεται γράφοντας τ' αρχικά της στο σκοτάδι
    Απλωμένο σ' άλλον κόσμο των κλειστών βλεφάρων προνομιούχο
    
    Πιο κοντά στην κλειδαριά
    Μεγάλου μυστικού που ανύποπτο σαλεύει προς τη λύτρωση
    Εφαρμόζει ο πόθος τις εικόνες του, ζωή που υπάρχει σ' άλλη ζωή
    Αίμα που τρέχει από τα μάτια μου, στις πράξεις των ηρώων του (άστρο εχέμυθο)
    Και τρέμει ο μόχθος των χεριών μου, υψώνεται ως τα χρώματα του θυρεού της λήθης
    Βλέπω το γέλιο που έγραψε τη μοίρα του
    Βλέπω το χέρι που έδωσε το ρίγος του
    Και τυλίγομαι σύννεφα που εύκολα ξεδιαλύνει μια φτυαριά ουρανού καθάριου. 
    
    Έμπιστο φως ξαναγεμίζεις το άλσος μου, έτοιμος είμαι στο προσκάλεσμά σου
    Είμαστε δυο, και παρακάτω η ακροθαλασσιά πάλι με τις πιο γνώριμες κραξιές των γλάρων 
    Όπου κι αν βάλω πλώρη εδώ αράζω, το σκοτάδι με χρωστάει στο φως
    Η γη στη θάλασσα, ή φουρτούνα στη γαλήνη 
    
    Κρεμασμένος απ' τα κρόσσια μιας αυγής που εξάγνισε τα νύχτια παρελθόντα
    Γεύομαι τους καινούριους ήχους, άθλους της δροσιάς που επίστεψαν στα δέντρα 
    Μια χλωρή παρουσία προχωράει στις ρίζες της κι αποκτάει τη μέρα
    Σαν καρδιά που μπαίνει πια στη θέση της
    Σαν γυναίκα που νιώθει πια τα νιάτα της
    Και χαρίζει ανοίγοντας τους κόσμους των ματιών της ηδονή ανεξάντλητη
    Μέρα ξανθή, του ήλιου ανταμοιβή και του Έρωτα. 
    
     
    
                                      ΣΠΟΡΑΔΕΣ 
    
    ΕΛΕΝΗ
    
    Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι
    Μουσκέψανε τα λόγια πού είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
    Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!
    Κατά πού θ' απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δε μας λογαριάζει πια ο καιρός
    Κατά πού θ' αφήσουμε τα μάτια μας τώρα πού οι μακρινές γραμμές ναυάγησαν στα σύννεφα
    Τώρα που κλείσανε τα βλέφαρα σου απάνω στα τοπία μας
    Κι είμαστε -σαν να πέρασε μέσα μας η ομίχλη -
    Μόνοι ολομόναχοι τριγυρισμένοι απ' τις νεκρές εικόνες σου. 
    
    Με το μέτωπο στο τζάμι αγρυπνούμε την καινούρια οδύνη
    Δεν είναι ο θάνατος που θα μας ρίξει κάτω μια που Εσύ υπάρχεις
    Μια που υπάρχει άλλου ένας άνεμος για να σε ζήσει ολάκερη
    Να σε ντύσει από κοντά όπως σε ντύνει από μακριά η ελπίδα μας
    Μια που υπάρχει αλλού
    Καταπράσινη πεδιάδα πέρ' από το γέλιο σου ως τον ήλιο
    Λέγοντάς του εμπιστευτικά πως θα ξανασυναντηθούμε πάλι
    Όχι δεν είναι ο θάνατος που θ' αντιμετωπίσουμε
    Παρά μια τόση δα σταγόνα φθινοπωρινής βροχής
    Ένα θολό συναίσθημα
    Η μυρωδιά του νοτισμένου χώματος μες στις ψυχές μας που όσο παν κι απομακρύνονται
    
    Κι αν δεν είναι το χέρι σου στο χέρι μας
    Κι αν δεν είναι το αίμα μας στις φλέβες των ονείρων σου
    Το φως στον άσπιλο ουρανό
    Κι η μουσική αθέατη μέσα μας ω! μελαγχολική
    Διαβάτισσα όσων μας κρατάν στον κόσμο ακόμα
    Είναι ο υγρός αέρας η ώρα του φθινοπώρου ο χωρισμός
    Το πικρό στήριγμα του αγκώνα στην ανάμνηση
    Που βγαίνει όταν η νύχτα πάει να μας χωρίσει από το φως
    Πίσω από το τετράγωνο παράθυρο που βλέπει προς τη θλίψη
    Που δε βλέπει τίποτε
    Γιατί έγινε κιόλας μουσική αθέατη φλόγα στο τζάκι χτύπημα
    του μεγάλου ρολογιού στον τοίχο
    Γιατί έγινε κιόλας
    Ποίημα στίχος μ' άλλον στίχο αχός παράλληλος με τη βροχή δάκρυα και λόγια
    Λόγια όχι σαν τ' αλλά μα κι αυτά μ' ένα μοναδικό τους προορισμόν:  Εσένα!
    
    
    
    
    
    (.....................................................................)
    
    
    
     
     
    
    ΕΛΙΓΜΟΣ
    
    Στα μαβιά κρόσσια της οδύνης
    Στ' αγάλματα της αγωνίας
    Στις υγρές σιωπές
    Υπάρχει ένα πρόσωπο
    Τόσο πολύ βγαλμένο από τα δάκρυα
    Τόσο ακατανόητο
    Τόσο ζεστό στο χέρι που του γνέφει
    Έν' άλλο πρόσωπο
    Μια οπτασία με πυρσούς που σχίζει την ερήμωση
    Καβάλα η νύχτα στις οροσειρές της
    Με άστρα σαν νοήματα που σφεντονίστηκαν
    Άλλοτε απ' την παιδική τους ηλικία
    Και δίνουνε το κατευόδιο της ζωής
    Επάνω στις ανηφοριές του οίκτου.
    
    Υπάρχει
    Μια τρυφερή καμπύλη που χρωστά στον πόνο
    Την περιπέτεια της φωτοχυσίας της
    Ένας φακός που ενώνει τ' αμαρτήματα
    Σαν ύπτια σπλάχνα πού 'ριξεν ή τύχη
    Εκεί
    Ένας καλός απ' τη σκιά που τον μαγεύει τοίχος
    Κάνει γωνία πριν από το κλάμα 
    Ύστερα φτάνουν οι κορμοστασιές του ολέθρου
    Δέντρα με μόνη επίπλωση τα δάχτυλα τους
    Με μόνη πίστη την ξεριζωμένη τους λαλιά
    Είναι καλό να μη μιλάν εκείνοι που έζησαν
    Οι άλλοι βαστούν στα χέρια οιμωγές
    Τρέχοντας πέρα σαν αβάφτιστες φτερούγες 
    Έζησαν
    Ένα πηγάδι ανοίγει φόβους έπειτ' από κάθ' ελπίδα του
    Γιατί να τρέμει αυτό το σύρμα
    Τούτο το πουλί ποιο βλέμμα να τροφοδοτεί
    Τι θέλουμε 
    Υπάρχει 
    
    Ένα σβησμένο πρόσωπο σε κάθε αυλαία λήθης. 
    
     
    
    ΕΥΑ 
    
    Αφήνεσαι με κύμα στη σιωπή 
    Που ερημώνει την κατοικημένη ελπίδα μου 
    
    Ένα δασάκι πλάι στη φωτιά 
    Στοίχημα των νυχτερινών ανέμων
    Ένα βηματισμό σκιάς στην όχθη της Χίμαιρας
    Ένα δωμάτιο 
    Δωμάτιο των απλών ανθρώπων
    Ένα μυστικό 
    Πλυμένο κι απλωμένο στη ματιά που θέλγει  
    
    Στη ματιά σου ή στο ύψος του ήλιου της
    Όλος μου ο βίος γίνεται μια λέξη 
    Όλος ο κόσμος χώμα και νερό
    Κι όλες οι φλόγες των δαχτύλων μου
    Βιάζουν τα χείλη της ημέρας
    Κόβουν στα χείλη της ημέρας
    Το κεφάλι σου 
    
    Αντιμέτωπο στη μοναξιά του ονείρου. 
    
     
    
    ΑΙΘΡΙΕΣ 
    
                                    Τα μυρισμένα χείλη
                                    της ημέρας φιλούσι
                          το αναπαυμένον μέτωπον
                                       της οικουμένης...
                               ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ 
    
                Ι
    
    Όνομα δροσερό σαν να μεγάλωσε στο πέλαγος
    Ή να 'ζησε με μια γαλάζιαν άνοιξη στα στήθια
    Φέρνει σιμά τον κόσμο. Κι είναι η μέρα
    Που άρχισε από μέσα της η ενδόμυχη
    Ανατολή που ξέχασε τα δάκρυα
    Δείχνοντας μες στους χώρους των ματιών
    Γήινα θρύμματα ευτυχίας.
    
                II
    
    Ουρανός καθαρόαιμος
    Δάχτυλα που τα πήρε ρυάκι
    Περασμένο απ' τον ύπνο
    
    Στα χλωρά δαφνόφυλλα
    Γυμνή κείτεται ή μέρα.
    
                III
    
    Η στιλπνή αίσθηση παίρνεται στα μάτια
    Ύλη ξεσηκωμένη από το χώμα
    Επίπεδο του επάνω ανέμου
    Ω ταξίδι ευφρόσυνο
    
    Κάθε στιγμή πανί που αλλάζει χρώμα
    Και κανείς
    Κανείς ίδιος
    Στο απαράλλακτο διάστημα.
    
                IV
    
    Χρυσίζει ο κόπος του καλοκαιριού η δίκαιη
    Του ήλιου υπόσταση. Να στάχυα
    Πρόσωπα γυμνά
    Καμένα στο αίσθημα!
    
    Κι ο κάμπος κυματίζει ο Έρωτας
    Κυματίζει ο κρύφιος κόσμος
    
    Καθαρός ύμνος του βίου.
    
                V
    
    Τα κορίτσια που πάτησαν τα λίγα
    Λόγια μεγαλωμένα του ήλιου
    Γέλασαν! Και ποια κίνηση
    Στις άσπρες πασχαλιές
    Στις φυλλωσιές που ανίδεες
    Σκέπασαν τις κακές πράξεις των ίσκιων
    Τις κρυφές γαμήλιες σταλαγματιές
    
    Όνειρα νιόνυφα! Δεν τ' απαρνιέται ο χρόνος
    Και στο χνούδι του βρίσκουν την εικόνα τους.
    
                VI
    
    Λιγοστεύουν στα μάτια οι στέγες των πουλιών
    Φως πάλι φως η ψυχή πού μάχεται
    Υπερήφανη κλαγγή μακριά του κόσμου
    Όπλο και σφρίγος
    
    Κι η αλήθεια η φούχτα του νερού
    Καθαρού πριν απ' τη δίψα
    Στο άπειρο.
    
                VII
    
    Το σταφύλι αυτό πού δίψασε η ψυχή
    Γεμισμένη απτόητο άνεμο
    Η θητεία του καλοκαιριού
    Στα πεύκα και στα κύματα
    Ένας έρωτας άσπρος και γλαυκός
    
    Με γυμνές ώρες
    Που κρατάν στα δάχτυλα την ύπαρξη
    Κυματιστή
    Ξεφυλλισμένη
    Ελεύθερη
    Σαν φως
    Στα πλατιά ενδόμυχα δώματα.
    
                VIII
    
    Μια ιππασία στα σύννεφα
    
    Μια κάμαρη όπου γδύθηκε κορίτσι αγαπημένο
    Ένα μπουκέτο ημέρες ύστερ' από τη βροχή
    Ο ήλιος
    Εγώ
    Που έσκαψα τόσες νύχτες για να τον ξαφνιάσω
    Δίνοντας μια σπρωξιά στην αναμφίβολη
    Ευτυχία 
    
    Ναι το εαρινό απόσπασμα
    Μου αφήνει την καρδιά
    Μου αφήνει τη γοητεία
    Να νιώθομαι πάντοτε άλλου ενώ γερνώ εδώ πέρα
    
    Ω! λυγισμένη ευωδιά
    Κλωνάρι κρύο παιδί νερού
    Αγαθό μονοπάτι.
    
                IX
    
    Κύκνοι σαλεύουν τα πηγαία ονόματα της ώρας
    Ώρες κεντούν τα χέρια μου στη χαραυγή
    Σαν τόξα που σκιρτούν σε κάθε διάβα χίμαιρας
    Και παίζουν όπως παίζω
    Και γλιστρούν
    
    Οι ελπίδες έρχονται.
    
                Χ
    
    Κατάστηθα στο ρεύμα
    Ψάρι που ψάχνει διαύγεια σ' άλλο κλίμα
    Χέρι που δεν πιστεύει τίποτε 
    
    Δεν είμαι σήμερα όπως χτες
    Οι ανεμοδείχτες μ' έμαθαν να νιώθω
    Λιώνω τις νύχτες τις χαρές γυρίζω απ' την ανάποδη
    Σκορπάω τη λήθη ανοίγοντας έναν περιστερεώνα
    Φεύγοντας απ' την πίσω πόρτα τ'ούρανοϋ
    Χωρίς μιλιά στο βλέμμα
    Καθώς παιδί που κρύβει ένα γαρίφαλο
    Μες στα μαλλιά του.
    
                XI
    
    Χωρίς γυαλί στη δρόσο αυτή που κλαίει
    Από χαρά χωρίς γαζίες την άνοιξη
    Χαδιάρα που εμπιστεύεται τις φυλλωσιές της
    Σ' όλο τον ίσκιο της αναπνοής μου σήμερα
    Αύριο
    Γέλιο ανάσκελο
    Σ' ένα μαντίλι που έχασε τις τέσσερίς του άκρες
    Σκόρπια μοναξιά.
    
    
    
    
    (.....................................................................)
    
    
    
     
    
           XVII
    
    Έτσι μιλεί μικρή γαλαζοαίματη
    Που βγήκε από κοχύλι με δροσιά στα χείλη
    
    Φίλη ξανθή της θάλασσας.
    
          XVIII
    
    Μακρινή αφοσίωση μια μέρα ελπίζει
    Σφίγγει στο στήθος της τα δέντρα τα παιδιά της
    Κοιτάζει τη μελλούμενη σοδειά
    Φύλλα καρπούς ανθούς πολύκλαδα όνειρα 
    
    Θα 'χει βροχές κι ανέμους για να τ' αναθρέψει
    Θα 'χει κοιλάδες για να τ' αναπάψει
    Και για να τα πονέσει - μια βαθιά καρδιά.
    
          XIX
    
    Η σάρκα της ιτιάς η αρχέγονη φωτιά της νιότης
    Η ανεκμετάλλευτη μιλιά της ευωδιάς της γης
    Η ρίζα η σπίθα η αστραπή το σύννεφο
    
    Σκάψιμο δίχως τέλος με χαρά και ίδρωτα
    Μέσα στα μεταλλεία της καρδιάς
    Μέσα στα ματωμένα σπλάχνα της οδύνης
    Διάβα μέσ' από τους πορθμούς της θύμησης
    Πιο μακριά ολοένα πιο μακριά πιο πέρα
    Εκεί πού σβήνει τη μορφή της η έρημος.
    
           XX
    
    Κατασταλαγμένη μουσική
    Στους βυθούς των μενεξέδων
    Χώμα νοτισμένο από
    Αρχαία ρέμβη εφτάχρωμη
    
    Μόλις ακούγεται μακριά
    Το καρδιοχτύπι
    Κι οι αθώοι του καημοί
    Πίδακες χρυσανθέμων.
    
          XXI
    
    Μια τέτοια συντυχία
    Το ρόδο κι ο κρουνός της μέρας
    Το έμφυτο πάθος κι η αποθέωση
    
    Το κάθε τι προσάναμμα χαράς
    Το κάθε τι χέρι του χαίρε
    Μεγάλη ασβεστοχρισμένη αυγή
    Στην προσθαλάσσωση του πρώτου ονείρου
    Φλύαρη μαρμαρυγή
    Έξοδος
    Στην υπαίθρια λευτεριά των κρίνων.
    
     
    
    Η ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΤΩΝ ΓΥΑΚΙΝΘΩΝ
    
                                                           Ι
    
    Στάσου λιγάκι πιο κοντά στη σιωπή και μάζεψε τα μαλλιά της νύχτας
    αυτής που ονειρεύεται γυμνό το σώμα της. Έχει πολλούς ορίζοντες,
    πολλές πυξίδες, και μια μοίρα που καίει ακούραστη κάθε φορά και τα
    πενήντα δύο χαρτιά της. Ύστερα ξαναρχίζει με κάτι άλλο - με το
    χέρι σου, που του δίνει μαργαριτάρια για να βρει έναν πόθο, ένα νησίδιο ύπνου.
    Στάσου λιγάκι πιο κοντά στη σιωπή κι αγκάλιασε την πελώριαν
    άγκυρα που ηγεμονεύει στους βυθούς. Σε λίγο θα 'ναι στα σύννεφα.
    Κι εσύ δε θα καταλαβαίνεις, μα θα κλαις, θα κλαις για να σε φιλήσω,
    κι όταν πάω ν' ανοίξω μια σχισμή στο ψέμα, έναν μικρό γαλανό φεγγίτη 
    στη μέθη, θα με δαγκάσεις. Μικρή, ζηλιάρα της ψυχής μου
    σκιά, γεννήτρα μιας μουσικής κάτω απ' το σεληνόφωτο
    
    Στάσου λιγάκι πιο κοντά μου.
    
                                                          II
    
    Εδώ - μέσα στα πρώιμα ψιθυρίσματα των πόθων, ένιωσες για πρώτη
    φορά την οδυνηρή ευτυχία του να ζεις! Μεγάλα κι αμφίβολα πουλιά
    σχίζαν τις παρθενίες των κόσμων σου. Σ' ένα σεντόνι απλωμένο
    έβλεπαν οι κύκνοι τα μελλοντικά τους άσματα κι από κάθε πτυχή της
    νύχτας ξεκινούσαν τινάζοντας τα όνειρά τους μες στα νερά, ταυτίζοντας 
    την ύπαρξή τους με την ύπαρξη των αγκαλιών που πρόσμεναν.
    Μα τα βήματα που δεν έσβησαν τα δάση τους αλλά στάθηκαν στη
    γλαυκή κόχη τ' ουρανού και των ματιών σου τί γύρευαν; Ποιο έναστρο 
    αμάρτημα πλησίαζε τους χτύπους της απελπισίας σου;
    Μήτε η λίμνη, μήτε η ευαισθησία της, μήτε το εύφλεκτο φάντασμα
    δυο συνεννοημένων χεριών δεν αξιώθηκαν ποτέ ν' αντιμετωπίσουν
    ένα τέτοιο ρόδινο αναστάτωμα.
    
                                                          III
    
    Έμβρυο πιο φωτεινής επιτυχίας - μέρα λαξεμένη με κόπο πάνω 
    στ' αχνάρια του αγνώστου.
    
    Όσο πληρώνεται το δάκρυ, ξεφεύγει απ' τον ήλιο.
    Κι εσύ που μασάς τις ώρες σου σαν πικροδάφνη γίνεσαι οιωνός 
    τρυφερού ταξιδιού μες στην αθανασία.
    
                                                        IV
    
    Πέντε χελιδόνια - πέντε λόγια που έχουν εσένα προορισμό. Κάθε
    λάμψη κλείνει απάνω σου. Πριν απλοποιηθείς σε χόρτο αφήνεις τη
    μορφή σου απάνω στο βράχο που πονεί ανεμίζοντας τις φλόγες του
    προς τα μέσα. Πριν γίνεις γεύση μοναξιάς τυλίγεις τα θυμάρια θύμησες.
    
    Κι εγώ, φτάνω πάντοτε ίσια στην απουσία. Ένας ήχος κάνει το ρυάκι, 
    κι ό,τι πω, ό,τι αγαπήσω μένει άθικτο στους ίσκιους του. Αθωότητες 
    και βότσαλα στο βυθό μιας διαύγειας. Αίσθηση κρυστάλλου.
    
                                                       V
    
    Περνώντας και παίρνοντας το χνούδι της ηλικίας σου ονομάζεσαι
    
    ηγεμονίδα. Φέγγει το νερό σε μια μικρή παλάμη. Όλος ο κόσμος
    ανακατώνει τις μέρες του και στη μέση της μέθης του φυτεύει ένα
    μάτσο γυακίνθους. Από αύριο θα' σαι η επίσημη ξένη των αποκρύφων σελίδων μου.
    
                                                        VI
    
    Μέσα στα δέντρα τούτα που θα επιζήσουνε το αίθριο πρόσωπο σου.
    Η αγκαλιά που θα μετατοπίσει έτσι απλά τη δροσιά της. Ο κόσμος
    που θα μείνει χαραγμένος εκεί.
    Ω τα κλεισμένα λόγια που έμειναν μες στους φλοιούς των ελπίδων,
    στους βλαστούς των νιόκοπων κλαριών μιας φιλόδοξης μέρας - τα
    κλεισμένα λόγια που πικράνανε τ' ομοίωμα τους κι έγιναν οι Υπερηφάνειες.
    
                                                        VII
    
    Συγκίνηση. Τα φύλλα τρέμουν ζώντας μαζί και ζώντας χωριστά πάνω
    στις λευκές που μοιράζουν άνεμο. Πριν απ' τα μάτια σου είναι αυτός
    που φυγαδεύει αυτές τις θύμησες, αυτά τα βότσαλα - τις χίμαιρες! Η
    ώρα είναι ρευστή κι εσύ στυλώνεσαι πάνω της ακάνθινη. Συλλογίζομαι 
    αυτούς που δε δεχτήκανε ποτέ ναυαγοσωστικά. Που αγαπούν το
    φως κάτω απ' τα βλέφαρα, που σαν μεσουρανήσει ο ύπνος άγρυπνοι
    μελετούνε τ' ανοιχτά τους χέρια.
    Και θέλω να κλείσω τους κύκλους που άνοιξαν τα δικά σου δάχτυλα,
    να εφαρμόσω επάνω τους τον ουρανό για να μην είναι πια ποτέ ο
    στερνός τους λόγος άλλος.
    
    Μίλησε μου· αλλά μίλησε μου για δάκρυα.
    
                                                        VIII
    
    Στο βυθό της μουσικής τα ίδια πράγματα σ' ακολουθούν μετουσιωμένα. 
    Η ζωή παντού μιμείται τον εαυτό της. Κι εσύ κρατώντας το φώσφορο 
    στην παλάμη σου κυκλοφορείς ασάλευτη μέσα στις ίνες της
    πελώριας τύχης. Και τα μαλλιά σου ποτισμένα στην Ενάτη καμπυλώνουν 
    τις θύμησες και περνούν τους φθόγγους στο στερνό αέτωματης αμφιλύκης.
    Πρόσεξε! Η φωνή που άλλοτε ξεχνούσες ανθίζει τώρα στο στήθος
    σου. Το κοράλλι αυτό που ανάβει ολομόναχο είναι το τάξιμο που δεν
    έστερξες ποτές σου. Κι η μεγάλη πυρά που θα σ' αφάνιζε είναι αυτός
    ο ανάλαφρος ίλιγγος που σε δένει μ' απόχρωση αγωνίας στα λοίσθιατων μενεξέδων.
    
    Στο βυθό της μουσικής συνταξιδεύουμε...
    
                                                        IX
    
    Εγώ δεν έκανα τίποτε άλλο. Σε πήρα όπως εσύ πήρες την αμεταχείριστη 
    φύση και τη λειτούργησες είκοσι τέσσερις φορές στα δάση και
    τις θάλασσες. Σε πήρα μέσα στο ίδιο ρίγος που αναποδογύριζε τις λέξεις 
    και τις άφηνε πέρα σαν ανοιχτά και αναντικατάστατα όστρακα.
    Σε πήρα σύντροφο στην αστραπή, στο δέος, στο ένστιχτο. Γι' αυτό
    κάθε φορά που αλλάζω μέρα σφίγγοντας την καρδιά μου ως το ναδίρ,
    εσύ φεύγεις και χάνεσαι νικώντας την παρουσία σου, δημιουργώντας
    μια μοναξιά Θεού μια πολυτάραχη ανεξήγητη ευτυχία.
    
    Εγώ δεν έκανα τίποτε άλλο από κείνο πού βρήκα και μιμήθηκα σε Σένα!
    
                                                          Χ
    
    Ακόμα μια φορά μέσα στις κερασιές τα δυσεύρετα χείλη σου. Ακόμα
    μια φορά μέσα στις φυτικές αιώρες τ' αρχαία σου όνειρα. Μια φορά
    μέσα στ' αρχαία σου όνειρα τα τραγούδια που ανάβουν και χάνονται.
    Μέσα σ' αυτά που ανάβουν και χάνονται τα ζεστά μυστικά του κόσμου. Τα μυστικά του κόσμου.
    
                                                         XI
    
    Ψηλά στο δέντρο των άσπρων ταξιδιών με το εωθινό κορμί σου χορτάτο 
    από μαΐστρο ξεδιπλώνεις τη θάλασσα που γυμνή παίρνει και δίνει τη ζωή της 
    στα γυαλιστερά φύκια. Φέγγει το διάστημα και πολύ
    μακριά ένας άσπρος ατμός σφίγγεται στην καρδιά του σκορπίζοντας
    τα χίλια δάκρυα. Είσαι λοιπόν εσύ που ξεχνάς τον Έρωτα μες στα
    ρηχά νερά, στα ύφαλα μέρη της ελπίδας. Εσύ που ξεχνάς μέσα στα μεσημέρια φλόγες. 
    Εσύ πού σε κάθε λέξη πολύχρωμη βιάζεις τα φωνήεντα 
    συλλέγοντας το μέλι τους στην καρποδόχη!
    Όταν γυρίσει το φύλλο της ημέρας και βρεθείς άξαφνα ξανθή κι ηλιοκαμένη 
    μπρος στο μαρμάρινο αυτό χέρι που θα κηδεμονεύει τους
    αιώνες θυμήσου τουλάχιστον εκείνο το παιδί που φιλοδοξούσε καταμόναχο 
    μες στην οργή του πόντου να συλλαβίσει την ανυπέρβλητη
    ομορφιά της ομορφιάς σου. Και ρίξε μια πέτρα στον ομφαλό της θάλασσας, 
    ένα διαμάντι μέσα στη δικαιοσύνη του ήλιου.
    
                                                        XII
    
    Πάρε μαζί σου το φως των γυακίνθων και βάφτισέ το στην πηγή της
    μέρας. Έτσι κοντά στ' όνομά σου θα ριγήσει ο θρύλος, και το χέρι
    μου νικώντας τον κατακλυσμό θα βγει με τα πρώτα περιστέρια.
    Ποιος θα προϋπαντήσει αυτό το θρόισμα, ποιος θα τ' αξιωθεί σιμά
    του, ποιος είναι αυτός που θα σε προφέρει πρώτος όπως προφέρει ο
    μέγας ήλιος το βλαστάρι!
    Κύματα καθαρίζουνε τον κόσμο. Καθένας ψάχνει το στόμα του. Που
    είσαι φωνάζω κι η θάλασσα τα βουνά τα δέντρα δεν υπάρχουν.
    
    
    
    
    (.....................................................................)
    
    
    
     
    
                                                   XVII
    
    Τίποτε δεν έμαθες απ' αυτά που γεννήθηκαν κι απ' αυτά που πεθάνανε κάτω απ' τους πόθους. 
    Κέρδισες την εμπιστοσύνη της ζωής που δε σ' εδάμασε και συνεχίζεις τ' όνειρο. 
    Τι να πουν τα πράγματα και ποια να σε περιφρονήσουν!
    Όταν αστράφτεις στον ήλιο που γλιστράει επάνω σου σταγόνες 
    κι αθάνατους γυακίνθους και σιωπές, εγώ σ' ονομάζω μόνη πραγματικότητα. 
    Όταν γλιτώνεις το σκοτάδι και ξανάρχεσαι με την ανατολή,
    πηγή, μπουμπούκι, αχτίδα, εγώ σ' ονομάζω μόνη πραγματικότητα.
    Όταν αφήνεις αυτούς που αφομοιώνουνται μες στην ανυπαρξία και
    ξαναπροσφέρεσαι ανθρώπινη, εγώ από την αρχή ξυπνώ μέσα στην αλλαγή σου...
    Μην παίζεις πια. Ρίξε τον άσο της φωτιάς. Άνοιξε την ανθρώπινη γεωγραφία.
    
                                                   XVIII
    
    Μελαχρινή μαρμαρυγή — νανούρισμα των βλεφάρων πάνω απ' τη μυθική απλωσιά του κόσμου.
    
    Είναι καιρός που ρίχτηκε η σιωπή κατάστηθα στον άνεμο, είναι
    καιρός που ο άνεμος ένα ένα ονομάτισε τα σωθικά της.
    Τώρα η φύση πιάνεται απ' το χέρι τρέχοντας πέρα σαν παιδί, ξαφνιά-
    ζοντας τα μάτια της μ' έναν γαλάζιο παραπόταμο μ' ένα φωταγωγημέ-
    νο φύλλωμα, μ' ένα σύννεφο καινούριο σε μορφή αίθριας. Κι εγώ -
    σκαλίζοντας την καρδιά της καρυδιάς, πασπατεύοντας την άμμο της
    ακρογιαλιάς, βυθομετρώντας το απέραντο διάστημα έχασα τα σημά-
    δια που θα σε γεννούσανε. Που είσαι λοιπόν όταν στερεύει την ψυ-
    χή ο νοτιάς κι η Πούλια νεύει στη νυχτιά να λευτερώσει το άπειρο, που είσαι!
    
                                                    XIX
    
    Αυτό το μπουμπούκι της φωτιάς θ' ανοίξει όταν εσύ βαφτίσεις αλλιώς την παπαρούνα σου.
    
    Από τότε, όπου και να γεννηθείς πάλι, όπου και να καθρεφτιστείς,
    όπου και να συντρίψεις τ' ομοίωμα σου, το πάθος μου θα βρίσκεται
    στον Απρίλη του ανοίγοντας με την ίδια οδυνηρή ευκολία τις εφτά
    συλλογισμένες φλόγες του.
    
                                                     XX
    
    Τόσο φως, που κι η γυμνή γραμμή απαθανατίστηκε. Το νερό σφάλισε
    τους όρμους. Το μονάκριβο δέντρο ιχνογράφησε το διάστημα.
    Τώρα δέ μένει παρά να 'ρθεις εσύ ω! σμιλεμένη από την πείρα των
    ανέμων και ν' αντικαταστήσεις το άγαλμα. Δέ μένει παρά να' ρθεις
    εσύ και να γυρίσεις τα μάτια σου προς το πέλαγος που πια δε θα 'ναι
    άλλο από τ' ολοζώντανο το αδιάκοπο το αιώνιο ψιθύρισμα σου.
    
    Δε μένει παρά να τελειώσεις στους ορίζοντες.
    
                                                      XXI
    
    Έχεις μια γη θανάσιμη που τη φυλλομετράς αδιάκοπα και δεν κοιμάσαι. 
    Τόσους λόφους λες, τόσες θάλασσες, τόσα λουλούδια. Κι η μια
    καρδιά σου γίνεται πληθυντική εξιδανικεύοντας την πεμπτουσία
    τους. Κι όπου κι αν προχωρήσεις ανοίγεται το διάστημα, κι όποια 
    λέξη κι αν στείλεις στο άπειρο μ' αγκαλιάζει. Μάντεψε, κοπίασε, νιώσε:
    
    Από την άλλη μεριά είμαι ο ίδιος.
    
     
    
    Η ΘΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ 
    
     
    
    ΩΔΗ ΣΤΗ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ
    
    Βγήκες από τα σωθικά βροντής
    Ανατριχιάζοντας μες στα μετανιωμένα σύννεφα
    Πέτρα πικρή, δοκιμασμένη, αγέρωχη
    Ζήτησες πρωτομάρτυρα τον ήλιο
    Για ν' αντικρίσετε μαζί τη ριψοκίνδυνη αίγλη
    Ν' ανοιχτείτε με μια σταυροφόρο ηχώ στο πέλαγος 
    
    Θαλασσοξυπνημένη, αγέρωχη
    Όρθωσες ένα στήθος βράχου
    Κατάστιχτου απ' την έμπνευση της όστριας
    Για να χαράξει εκεί τα σπλάχνα της η οδύνη
    Για να χαράξει εκεί τα σπλάχνα της η ελπίδα
    Με φωτιά με λάβα με καπνούς
    Με λόγια που προσηλυτίζουν το άπειρο
    Γέννησες τη φωνή της μέρας
    
    Έστησες ψηλά
    Στην πράσινη και ρόδινη αιθεροβασία
    Τις καμπάνες που χτυπάει ο ψηλορείτης νους
    Δοξολογώντας τα πουλιά στο φως του μεσαυγούστου 
    Πλάι από ρόχθους, πλάι από καημούς αφρών
    Μέσ' από τις ευχαριστίες του ύπνου
    Όταν η νύχτα γύριζε τις ερημιές των άστρων
    
    Ψάχνοντας για το μαρτυρίκι της αυγής,
    Ένιωσες τη χαρά της γέννησης
    Πήδησες μες στον κόσμο πρώτη
    Πορφυρογέννητη, αναδυόμενη
    Έστειλες ως τους μακρινούς ορίζοντες
    Την ευχή που μεγάλωσε στις αγρυπνίες του πόντου
    Για να χαϊδέψει τα μαλλιά της πέμπτης πρωινής.
    
    Ρήγισσα των παλμών και των φτερών του Αιγαίου
    Βρήκες με λόγια που προσηλυτίζουν το άπειρο
    Με φωτιά με λάβα με καπνούς
    Τις μεγάλες γραμμές του πεπρωμένου σου
    
    Τώρα μπροστά σου ανοίγεται η δικαιοσύνη
    Τα μελανά βουνά πλέουν στη λάμψη
    Πόθοι ετοιμάζουν τον κρατήρα τους
    Στην παιδεμένη χώρα της καρδιάς
    Κι από το μόχθο της ελπίδας νέα γη ετοιμάζεται
    
    Για να βαδίσει εκεί με αετούς και λάβαρα
    Ένα πρωί γεμάτο ιριδισμούς
    Η φυλή που ζωντανεύει τα όνειρα
    Η φυλή που τραγουδάει στην αγκαλιά του ήλιου. 
    
    Ω κόρη κορυφαίου θυμού
    Γυμνή αναδυομένη
    Άνοιξε τις λαμπρές πύλες του ανθρώπου
    Να ευωδιάσει ο τόπος από την υγεία
    Σε χιλιάδες χρώματα ν' αναβλαστήσει το αίσθημα
    Φτεροκοπώντας ανοιχτά
    Και να φυσήξει από παντού η ελευθερία 
    
    Άστραψε μες στο κήρυγμα του άνεμου
    Την καινούρια και παντοτινή ομορφιά
    Όταν ο ήλιος των τριών ωρών υψώνεται
    Πάνγλαυκος παίζοντας το αρμόνιο της Δημιουργίας.
    
    
    
    
    (.....................................................................)
    
    
    
     
     
    
    Η ΜΑΡΙΝΑ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ
    
    Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα πού γύριζες
    Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
    Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους
    Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
    Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χίμαιρας
    Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
    Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
    Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
    Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
    Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα διοσμαρίνια
    
    —Μα πού γύριζες
    Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
    Σού 'λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες
    Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
    Ή πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
    Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.
    
    Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
    Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
    Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
    Και τ' άρωμα των γυακίνθων - Μα πού γύριζες
    
    Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα
    Ήταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
    Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
    Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομά του
    Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών
    Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας. 
    
    Άκουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
    Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
    Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
    Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
    Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη. 
    
    Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι
    Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
    Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους
    Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
    Ή για να πας καβάλα στον μαΐστρο. 
    
    Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο
    Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
    Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμα σου.
    
     
    
    ΗΛΙΚΙΑ ΤΗΣ ΓΛΑΥΚΗΣ ΘΥΜΗΣΗΣ
    
    Ελαιώνες κι αμπέλια μακριά ως τη θάλασσα
    Κόκκινες ψαρόβαρκες πιο μακριά ως τη θύμηση
    Έλυτρα χρυσά του Αυγούστου στον μεσημεριάτικο ύπνο
    Με φύκια ή όστρακα. Κι εκείνο το σκάφος
    Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, που διαβάζει ακόμη στην ειρήνη
    του κόλπου των νερών Έχει ο Θεός
    
    Περάσανε τα χρόνια φύλλα ή βότσαλα
    Θυμάμαι τα παιδόπουλα, τους ναύτες που έφευγαν
    Βάφοντας τα πανιά σαν την καρδιά τους
    Τραγουδούσαν τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
    Κι είχαν ζωγραφιστούς βοριάδες μες στα στήθια.
    
    Τί γύρευα όταν έφτασες βαμμένη απ' την ανατολή του ήλιου
    Με την ηλικία της θάλασσας στα μάτια
    Και με την υγεία του ήλιου στο κορμί - τι γύρευα
    Βαθιά στις θαλασσοσπηλιές μες στα ευρύχωρα όνειρα
    Όπου άφριζε τα αισθήματα του ο άνεμος
    Άγνωστος και γλαυκός, χαράζοντας στα στήθια μου
    το πελαγίσιο του έμβλημα
    
    Με την άμμο στα δάχτυλα έκλεινα τα δάχτυλα
    Με την άμμο στα μάτια έσφιγγα τα δάχτυλα
    Ήτανε η οδύνη —
    Θυμάμαι ήταν Απρίλης όταν ένιωσα πρώτη φορά το ανθρώπινο βάρος σου
    Το ανθρώπινο σώμα σου πηλό κι αμαρτία
    Όπως την πρώτη μέρα μας στη γη
    Γιόρταζαν τις αμαρυλλίδες — Μα θυμάμαι πόνεσες
    Ήτανε μια βαθιά δαγκωματιά στα χείλια
    Μια βαθιά νυχιά στο δέρμα κατά κει που χαράζεται παντοτινά του ο χρόνος
    
    Σ' άφησα τότες
    
    Και μια βουερή πνοή σήκωσε τ' άσπρα σπίτια
    Τ' άσπρα αισθήματα φρεσκοπλυμένα επάνω
    Στον ουρανό που φώτιζε μ' ένα μειδίαμα.
    
    Τώρα θα 'χω σιμά μου ένα λαγήνι αθάνατο νερό
    Θα 'χω ένα σχήμα λευτεριάς ανέμου που κλονίζει
    Κι εκείνα τα χέρια σου όπου θα τυραννιέται ο Έρωτας
    Κι εκείνο το κοχύλι σου όπου θ' αντηχεί το Αιγαίο.
    
    
    
    
    (.....................................................................)
    
    
    
     
    
    ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ
    
    Ποιος ειρμός ψυχής στις αλκυόνες του απογέματος!
    Ποια νηνεμία στις φωνές της μακρινής στεριάς!
    Ο κούκος μες στων δέντρων το μαντίλι
    Κι η μυστική στιγμή του δείπνου των ψαράδων
    Κι η θάλασσα που παίζει με τη φυσαρμόνικα
    Το μακρινό μαράζι της γυναίκας
    Της ωραίας που γύμνωσε τα στήθη της
    Όταν η θύμηση μπήκε στις φωλιές
    Κι οι πασχαλιές ράντισαν με φωτιά τη δύση!
    
    Με το καΐκι και με τα πανιά της Παναγίας
    Έφυγαν κατευόδιο των ανέμων
    Οι εραστές της ξενιτιάς των κρίνων
    Αλλά η νύχτα πώς εδώ κελάρυσε τον ύπνο
    Με γάργαρα μαλλιά στους φεγγερούς λαιμούς
    Ή στις μεγάλες άσπρες παραλίες
    Και πώς με το χρυσό σπαθί του Ωρίωνα
    Σκόρπισε και ξεχύθηκε ψηλά
    Η σκόνη από τα όνειρα των κοριτσιών
    Που ευώδιασαν βασιλικό και δυόσμο!
    
     
    
    Στα τρίστρατα όπου στάθηκεν η αρχαία μάγισσα
    Καίοντας με ξερό θυμάρι τους άνεμους
    Οι λυγερές σκιές αλαφροπερπατήσανε
    Μ' ένα σταμνί γεμάτο αμίλητο νερό στο χέρι
    Εύκολα σαν να μπαίναν στον Παράδεισο
    Κι από την προσευχή των γρύλων που άφρισε τους κάμπους
    Οι όμορφες ξεπροβάλανε με δέρμα φεγγαριού
    Για να χορέψουνε στο μεσονύχτιο αλώνι... 
    
    Ω σημάδια που περνάτε μες στο βάθος
    Του νερού που κρατάει έναν καθρέφτη
    Εφτά κρινάκια που λαμποκοπάτε 
    
    Όταν ξαναγυρίσει το σπαθί του Ωρίωνα
    Θα 'βρει φτωχό ψωμί κάτω από το λυχνάρι
    Αλλά ψυχή στη χόβολη των άστρων
    Θα 'βρει μεγάλα χέρια διακλαδωμένα στο άπειρο
    Έρημα φύκια στερνοπαίδια του γιαλού
    Χρόνια πετράδια πράσινα
    
    Ω πράσινο πετράδι - ποιος θυελλομάντης είδε
    Να σταματάς το φως στη γέννηση της μέρας
    Το φως στη γέννηση των δυο ματιών του κόσμου!
    
     
    
    ΑΝΕΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
    
    Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια
    Δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας τον έρημο Αύγουστο
    Είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου
    Βήμα χαμένο. Ή αν δεν ήτανε η καρδιά στη θέση της
    Ήταν η θύμηση της γης με την ωραία γυναίκα
    Η ευχή που λαχτάρησε μέσ' απ' τους κόρφους του βασιλικού
    Να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!
    
    Ώρα της νύχτας! Κι ο βοριάς πλημμυρισμένος δάκρυα
    Μόλις ερίγησε η καρδιά στο σφίξιμο της γης
    Γυμνή κάτω από τους αστερισμούς των σιωπηλών της δέντρων
    
    Γεύτηκες τα πικρά χαλίκια στους βυθούς του ονείρου
    Την ώρα που τα σύννεφα λύσανε τα πανιά
    Και δίχως ήμαρτον κανέν' από την αμαρτία χαράχτηκε
    Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. Μπορείς να δεις ακόμη
    Πριν απ' την αρχική φωτιά την ομορφιά της άμμου
    Όπου έπαιζες τον όρκο σου κι όπου είχες την ευχή
    Εκατόφυλλη, ανοιχτή στον άνεμο της Παναγίας!
    
     
    
    ΒΑΘΟΣ
    
    Αρχίσαμε μια λέξη που να μη χωράει τον ουρανό αλλά να τυραννεί
    την άνεση του ανέμου καθώς ξεχύνεται στις χτυπημένες από την
    άρμη της προσδοκίας στεριές ή πάνω στα κρύα μουράγια όπου βαδίζει 
    από αιώνες απόκληρος της λησμονιάς ο ίσκιος. Ορκισμένη χώρα!
    Παλιά πουλιά γεμάτα σύννεφα, πότε κατά τη δύση που χαράζει στα
    στήθια μας έλη ανίας, πότε κατά την ανώριμη καρδιά που ζητάει να
    μπει πεισματικά στη φύση...
    Ακόμη θυμόμαστε τα κουρέλια μιας πυρκαγιάς γενναιόφρονης, τα
    πειράματα ενός χαρταετού που σάστισε τα δάχτυλά μας ψηλά στον
    αγέρα ή στην αρχή ενός δρόμου όπου σταθήκαμε για ν' αναζητήσουμε 
    μια γυναίκα γεμάτη ανταποκρίσεις γεμάτη σκιές στοργής ταιριασμένης 
    στα τολμηρά κεφάλια μας. Ακόμη θυμόμαστε την αγνότητα
    που την είχαμε βρει τόσο αινιγματική, πλυμένη σε μιαν αυγή που
    αγαπούσαμε γιατί δεν ξέραμε πως μέσα μας, ακόμη πιο βαθιά, ετοιμάζαμε 
    άλλα όνειρα πιο μεγάλα που θά 'πρεπε να σφίξουν στην
    αγκαλιά τους ακόμη περισσότερο χώμα, περισσότερο αίμα, περισσότερο νερό, 
    περισσότερη φωτιά, περισσότερον Έρωτα!
    
     
    
    ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΒΟΙΩΤΙΑΣ
    
    Εδώ που η έρημη ματιά φυσάει τις πέτρες και τ' αθάνατα
    Εδώ που ακούγονται βαθιά τα βήματα του χρόνου
    Που ανοίγουνε μεγάλα σύννεφα χρυσά εξαφτέρυγα
    Πάνω από τη μετόπη τ' ουρανού
    Πες μου από που ξεκίνησε η αιωνιότητα
    Πες μου ποιο το σημάδι που πονείς
    Και ποιο το ριζικό της ελεμίνθας
    
    Ω γη της Βοιωτίας που σε φέγγει ο άνεμος
    Τι γίνηκεν η ορχήστρα των γυμνών χεριών κάτω απ' τ' ανάχτορα
    Το έλεος που ανέβαινε σαν ιερός καπνός
    Που είναι οι πύλες με τ' αρχαία πουλιά που τραγουδούσαν
    Κι η κλαγγή που ξημέρωνε τη φρίκη των λαών
    Όταν ο ήλιος έμπαινε σαν θρίαμβος
    Όταν η μοίρα σπάραζε στη λόγχη της καρδιάς
    Κι άναβαν τα εμφύλια κελαηδίσματα
    Τι γίνηκαν οι αθάνατες μάρτιες σπονδές
    Οι ελληνικές γραμμές μες στο νερό της χλόης 
    
    Λαβώθηκαν τα μέτωπα κι οι αγκώνες
    Ο χρόνος από τον πολύ ουρανό κύλησε ρόδινος
    Οι άνθρωποι προχωρήσανε
    Γεμάτοι οδύνη και όνειρο
    Στυφή μορφή! Εξευγενισμένη από τον άνεμο
    Θύελλας καλοκαιρινής που τα πυρρόξανθα ίχνη
    Αφήνει στις γραμμές των λόφων και των αετών
    Στις γραμμές της παλάμης σου του πεπρωμένου
    
    Τι ξέρεις ν' αντικρίζεις και τι ξέρεις να φορείς
    Ντυμένη από τη μουσική των χόρτων και πως προχωρείς
    Μέσα απ' τα ρείκια ή τις αλισφακιές
    Στο τελικό σημείο του βέλους
    
    Σ' αυτό το κοκκινόχωμα της Βοιωτίας
    Μέσα στων βράχων το ερημικό εμβατήριο
    Θ' ανάψεις τα χρυσά δεμάτια της φωτιάς
    Θα ξεριζώσεις την κακή καρποφορία της θύμησης
    Θ' αφήσεις μια πικρή ψυχή στην άγρια μέντα!
    
     
    
    ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ
    
    Όταν η μέρα τεντωθεί από το κοτσάνι της κι ανοίξει όλα
    τα χρώματα πάνω στη γη
    Όταν από φωνή σε στόμα σπάσει ο σταλαγμίτης
    Όταν ο ήλιος κολυμπήσει σαν ποτάμι σ' έναν κάμπο αθέριστο
    Και τρέξει ένα πανί βοσκόπουλο των μελτεμιών μακριά
    Πάντα η στολή σου είναι στολή νησιού είναι μύλος που γυρίζει
    ανάποδα τα χρόνια
    Τα χρόνια που έζησες και που τα ξαναβρίσκω να πονούν
    στο στήθος μου τη ζωγραφιά τους
    Η μια βερικοκιά σκύβει στην άλλη και το χώμα πέφτει από
    την αγκαλιά του ξυπνητού νερού
    Η σφήκα στο κορμί του φλόμου ανοίγει τα φτερά της
    Ύστερα ξαφνικά πετάει και χάνεται βουίζοντας
    Κι από σταλαγματιά σε φύλλο κι από φύλλο σε άγαλμα όσο πάει
    και πιο πολύ μεταμορφώνεται ο καιρός
    Παίρνει τα πράγματα που σε θυμίζουν κι όσο πάει και πιο πολύ
    τα συγγενεύει μες στον έρωτά μου
    Ο ίδιος πόθος ξαναϋφαίνεται
    Ο κορμός όλος φλέγεται του δέντρου του ήλιου της καλής καρδιάς
    
    Έτσι σε βλέπω ακόμη στην αχτίδα της αιώνιας μέρας
    Ν' ακούς το χτυποκάρδι της στεριάς
    Η γέννηση δεν άλλαξε ούτε μια χαρά σου
    
    Άφηνες μια μεγάλη νύφη αφρού ανεβαίνοντας
    Τίναζες το κεφάλι σου σαπουνισμένο από την πρωινή ομορφιά
    Η αιθρία πλάταινε τα μάτια σου
    Δεν ήταν αίνιγμα που να μη σβήνει πια που να μη γίνεται καπνός
    σε στόμα αιόλου
    Άλλαζες με τα χέρια σου τις εποχές
    Βάζοντας χιόνια και βροχές, λουλούδια, θάλασσες
    Κι η μέρα χώριζε από το κορμί σου, ανέβαινε, άνοιγε, μεγάλη
    ευχή πάνω στα ηλιοτρόπια 
    
    Τι ξέρει τώρα ο τζίτζικας από την ιστορία που άφησες, τι ξέρει ο γρύλος
    Η καμπάνα του χωρίου που ανοίγεται στον άνεμο
    Η κάμπια, ο κρόκος, ο αχινός, το αλφάκι του νερού
    Μυριάδες στόματα φωνάζουνε και σε καλούν
    Έλα λοιπόν απ' την αρχή να ζήσουμε τα χρώματα
    Ν' ανακαλύψουμε τα δώρα του γυμνού νησιού
    Ρόδινοι και γαλάζιοι τρούλοι θ' αναστήσουν το αίσθημα
    Γενναίο σαν στήθος το αίσθημα έτοιμο να ξαναπετάξει
    Έλα λοιπόν να στρώσουμε το φως
    Να κοιμηθούμε το γαλάζιο φως στα πέτρινα σκαλιά του Αυγούστου
    
    Ξέρεις, κάθε ταξίδι ανοίγεται στα περιστέρια
    Όλος ο κόσμος ακουμπάει στη θάλασσα και τη στεριά
    Θα πιάσουμε το σύννεφο θα βγούμε από τη συμφορά του χρόνου
    Από την άλλην όψη της κακοτυχιάς
    Θα παίξουμε τον ήλιο μας στα δάχτυλα
    Στις έξοχες της ανοιχτής καρδιάς
    Θα δούμε να ξαναγεννιέται ο κόσμος.
    
     
    
    ΟΛΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ
    
    Έταξα στην ίριδα μια γη καλύτερη μιαν εποχή γεμάτη χώμα φρέσκο
    από χαμομήλι αμόλυντο στα γυμνά πόδια που θυμιάζουνε με φούρια
    πράσινη τη λαχτάρα της νεροκορφής καθώς θαμπώνουν τους δρόμους 
    όπου χτυπούν οι πέρδικες τη βαθιά καρδιά της ευφωνίας. 
    Γέμισα κάτασπρα πουλιά τον άνεμο που θα πάει στα πρωινά εγκαίνια της θάλασσας!
    Και να τώρα που είμαστε και οι δυο μας έτοιμοι, κρατιόμαστε απ' τα
    χέρια, η ποδιά μας είναι παιδική, πότε ρόδινη πότε πράσινη, τα κλωνάρια μας αμάραντα.
    Όταν φυσούμε ανοίγει ο πέπλος το πλατύ ριγήλισμα της άμμου στα
    ωραία χρόνια που θα 'ρθουν γεμάτα νανουρίσματα και κορμιά ναϊάδων 
    στάζοντας φύκια με πολλές διαμαντόπετρες τραγουδιών που θα
    ξαναγυρίσουν ανέγγιχτα στο βάθος τ' ουρανού. Από κει θ' αρχίσει
    κι ο μόχθος, κι η ευτυχία θα μπει στα κρύσταλλα που περιμέναμε χωρίς άλλες 
    κορυφογραμμές χωρίς άλλα νησιά χωρίς άλλες ιστορίες
    από κείνες που ταιριάζουν στα στήθια μας αλλά και στα στήθια όλου
    του κόσμου γιατί όλος ο κόσμος μπορεί να μιλήσει με φωνή πορφύρας 
    για την ευτυχία του γιατί όλος ο κόσμος αγαπάει τα πράματα που
    τον αγαπούνε και τρέχει στην απέραντη χλωρασιά της ψυχής του
    όπως τρέχει ο καταρράχτης στα βουνά, ο ύμνος στα χρυσά μαλλιά
    των παλικαριών της Δικαιοσύνης.
    
     
    
    Η ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ
    
    Ξύπνησες τη σταλαγματιά της μέρας
    Επάνω στην αρχή του τραγουδιού των δέντρων
    Ω τι ωραία που είσαι
    Με τα χαρούμενα μαλλιά σου ξέπλεκα
    Και με τη βρύση που ήρθες ανοιχτή
    Για να σ' ακούω που ζεις και που διαβαίνεις!
    
    Ω τι ωραία που είσαι
    Τρέχοντας με το χνούδι της κορυδαλλένιας
    Γύρω από τις μοσκιές που σε φυσούνε
    Καθώς φυσάει ο στεναγμός το πούπουλο
    Μ' ένα μεγάλον ήλιο στα μαλλιά
    Και με μια μέλισσα στη λάμψη του χορού σου
    
    Ω τι ωραία που είσαι
    Με το καινούριο χώμα πού πονείς
    Από τη ρίζα έως την κορυφή των ίσκιων
    Ανάμεσα στα δίχτυα των ευκάλυπτων
    Με τον μισό ουρανό μέσα στα μάτια σου
    Και με τον άλλον στα μάτια που αγαπάς 
    
    Ω τι ωραία που είσαι
    Καθώς ξυπνάς τον μύλο των ανέμων
    Και γέρνεις τη φωλιά σου αριστερά
    Για να μην πάει χαμένος τόσος έρωτας
    Για να μην παραπονεθεί ούτε μια σκιά
    Στην ελληνίδα πεταλούδα που άναψες 
    
    Ψηλά με την αυγερινή ευφροσύνη σου 
    Γεμάτη από τη χλόη της ανατολής 
    Γεμάτη απ' τα πρωτάκουστα πουλιά
    Ω τι ωραία που είσαι 
    Ρίχνοντας τη σταλαγματιά της μέρας 
    Επάνω στην αρχή του τραγουδιού των δέντρων! 
     
    
     (.....................................................................)
    
    
    Οδυσσέας Ελύτης

    Οδυσσέας Ελύτης : 'Αξιον Εστί

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
    Πλεονακις επολεμησαν με εκ νεοτητος μου,
    και γαρ ουκ ηδυνηθησαν μοι1.
    Ψαλμος ΡΚΗ
     Η ΓΕΝΕΣΙΣ
    
    Στην αρχη το φως και η ωρα η πρωτη
    που τα χειλη ακομη στον πηλο
    δοκιμαζουν τα πραγματα του κοσμου
    Αιμα πρασινο και βολβοι στη γη χρυσοι
    Πανωραια στον υπνο της απλωσε και η θαλασσα 
    γαζες αιθερος τις αλευκαντες
    κατω απο τις χαρουπιες και τους μεγαλους ορθιους φοινηκες 
    Εκει μονος αντικρισα 
    τον κοσμο
    κλαιγοντας γοερα
    Η ψυχη μου ζητουσε Σηματωρο και Κηρυκα
    Ειδα τοτε θυμαμαι 
    τις τρεις Μαυρες Γυναικες2.
    vα σηκωνουν τα χερια κατα την Ανατολη 
    Χρυσωμενη τη ραχη τους και το νεφος που αφηναν
    λιγο-λιγο σβηνοντας 
    δεξια Και φυτα σχηματων αλλων
    Ηταν ο ηλιος με τον αξονα του μεσα μου
    πολυαχτιδος ολος που καλουσε Και
    αυτος αληθεια που ημουνα Ο πολλους αιωνες πριν
    Ο ακομη χλωρος μες τη φωτια Ο ακοπος απ' τον ουρανο
    Ενιωσα ηρθε κι εσκυψε 
    πανω απο το λικνο μου 
    ιδια η μνημη γιναμενη παρον 
    τη φωνη πηρε των δεντρων, των κυματων:
    "Εντολη σου, ειπε, αυτος ο κοσμος
    και γραμμενος μες τα σπλαχνα σου ειναι
    Διαβασε και προσπαθησε
    και πολεμησε" ειπε
    "Ο καθεις και τα οπλα του" ειπε
    Και τα χερια του απλωσε οπως κανει 
    νεος δοκιμος Θεος για να πλασει μαζι αλγηδονα3 και ευφροσυνη.
    Πρωτα συρθηκαν με δυναμη
    και ψηλα πανω απο τα μπεντενια ξεκαρφωθηκαν πεφτοντας
    οι Εφτα Μπαλταδες
    κατα πως η καταιγιδα
    στο σημειο μηδεν οπου ευωδιαζει
    απ' αρχης παλι ενα πουλι
    καθαρο παλιννοστουσε το αιμα
    και τα τερατα επαιρναν την οψη του ανθρωπου 
    Τοσο ευλογο το Ακατανοητο
    Ψστερα και οι ανεμοι ολης της φαμιλιας μου εφτασαν
    τ' αγορια με τα φουσκωμενα μαγουλα 
    και τις πρασινες ουρες ομοια Γοργονες
    και οι αλλοι γεροντες γνωριμοι παλαιοι οστρακοδερμοι γενειοφοροι
    Και το νεφος εχωρισαν στα δυο Και αυτο παλι στα τεσσερα
    και το λιγο που απομεινε φυσηξαν στο Βορρα
    Με πλατυ πατησε ποδι στα νερα και αγερωχος ο μεγας Κούλες4
    Η γραμμη του οριζοντα ελαμψε
    ορατη και πυκνη και αδιαπεραστη
    ΑΥΤΟΣ ο πρωτος υμνος
    
    ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ αληθεια που ημουνα Ο πολλους αιωνες πριν
    Ο ακομη χλωρος μες τη φωτια Ο Αχειροποιητος
    με το δαχτυλο εσυρε τις μακρινες
    γραμμες
    ανεβαινοντας καποτε ψηλα με οξυτητα
    και φορες πιο χαμηλα οι καμπυλες απαλες
    μια μεσα στην αλλη
    στεριες μεγαλες που ενιωσα
    να μυριζουνε χωμα οπως η νοηση
    Τοσο ηταν αληθεια
    που πιστα μ' ακολουθησε το χωμα
    εγινε σε μεριες κρυφες πιο κοκκινο
    και αλλου με πολλες μικρες πευκοβελονες
    Υστερα πιο νωχελικα
    οι λοφοι οι κατωφερειες
    αλλοτε και το χερι αργο σε αναπαυση
    τα λαγκαδια οι καμποι
    κι αξαφνα παλι βραχοι αγριοι και γυμνοι
    δυνατες πολυ παρορμησεις
    Μια στιγμη που εσταθηκε να στοχαστει
    κατι δυσκολο ή κατι το υψηλο:
    ο Ολυμπος, ο Ταϋγετος
    "Κατι που να σου σταθει βοηθος
    και αφου πεθανεις" ειπε
    Και στις πετρες μεσα τραβηξε κλωστες
    κι απ' τα σπλαχνα της γης ανεβασε σχιστολιθο
    ενα γυρο σ' ολη την πλαγια τα πλατια στερεωσε σκαλοπατια
    Εκει μονος απιθωσε
    κρηνες5 λευκες μαρμαρινες
    μυλους ανεμων
    τρουλους ροδινους μικρους
    και ψηλους διατρητους περιστεριωνες
    Αρετη6 με τις τεσσερις ορθες γωνιες
    Κι επειδη συλλοστηκεν ωραια που ειναι στην αγκαλια ο ενας του αλλου
    γεμισαν ερωτα οι μεγαλες γουρνες
    αγαθα σκυψανε τα ζωα μοσκαρια και αγελαδες
    σα να μη ητανε στον κοσμο πειρασμος κανενας
    και να μη ειχαν γινει ακομη τα μαχαιρια
    "Η ειρηνη θελει δυναμη να την αντεξεις" ειπε
    και στροφη γυρω του κανοντας μ' ανοιχτες παλαμες εσπειρε
    φλομους κροκους καμπανουλες
    ολων των ειδων της γης τ' αστερια
    τρυπημενα στο ενα φυλλο τους για σημειο καταγωγης
    και υπεροχή και δυναμη
    
    ΑΥΤΟΣ
    ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας!
    ΑΛΛΑ ΠΡΙΝ ακουσω αγερα ή μουσικη
    που κινουσα σε ξαγναντο να βγω
    (μιαν απεραντη κοκκινη αμμο ανεβαινα
    με τη φτερνα μου σβηνοντας την Ιστορια)
    παλευα τα σεντονια Ηταν αυτο που γυρευα
    και αθωο και ριγηλο σαν αμπελωνας
    και βαθυ και αχαραγο σαν η αλλη οψη τ' ουρανου
    Κατι λιγο ψυχης μεσα στην αργιλλο
    Τοτε ειπε και γεννηθηκεν η θαλασσα
    και ειδα και θαυμασα
    Και στη μεση της εσπειρε κοσμους μικρους κατ' εικονα και ομοιωση μου:
    Ιπποι πετρινοι με τη χαιτη ορθη
    και γαληνιοι αμφορεις
    και λοξες δελφινιων ραχες
    η Ιος η Σικινος η Σεριφος η Μηλος
    "Καθε λεξη κι απο 'να χελιδονι
    για να σου φερνει την ανοιξη μεσα στο θερος" ειπε
    Και πολλα τα λιοδεντρα
    που να κρησαρουν7 στα χερια τους το φως
    κι ελαφρο v' απλωνεται στον υπνο σου
    και πολλα τα τζιτζικια
    που να μην τα νιωθεις
    οπως δε νιωθεις το σφυγμο στο χερι σου
    αλλα λιγο το νερο
    για να το 'χεις Θεο και να κατεχεις τι σημαινει ο λογος του
    και το δεντρο μοναχο του
    χωρις κοπαδι
    για να το κανεις φιλο σου
    και να γνωριζεις τ' ακριβο του τ' ονομα
    φτενο στα ποδια σου το χωμα
    για να μην εχεις που ν' απλωσεις ριζα
    και να τραβας του βαθους ολοενα
    και πλατυς επανου ο ουρανος
    για να διαβαζεις μονος σου την απεραντοσυνη
    
    ΑΥΤΟΣ
    ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας!
    "ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ αυτον αναγκη να τον βλεπεις και να τον λαβαινεις"
    ειπε: Κοιταξε! Και τα ματια μου εριξαν τη σπορα
    γρηγορωτερα τρεχοντας κι απο βροχη
    τα χιλιαδες απατητα στρεμματα
    Σπιθες ριζα μες το σκοτος πιανοντας και νερων άξαφνων πιδακες
    Η σιγη που εκχερσωνα για ν' αποθεσω
    γονους φθογγων και χρησμων φυτρα χρυσα
    Το ξιναρι ακομη μες τα χερια μου
    τα μεγαλα ειδα κοντοποδα φυτα, γυριζοντας το προσωπο
    άλλα υλακωντας άλλα βγαζοντας τη γλωσσα:
    Να το σπαραγγι να ο ριθιος
    να το σγουρο περσεμολο
    το τζεντζεφυλλι και το πελαργονι
    ο στυφνος και το μαραθο
    Οι κρυφες συλλαβες οπου πασχιζα την ταυτοτητα μου ν' αρθρωσω
    "Ευγε, μου ειπε, και αναγνωση γνωριζεις
    και πολλα μελλει να μαθεις
    αν το Ασημαντο εμβαθυνεις
    Και μια μερα θα 'ρθει βοηθους ν' αποκτησεις
    Θυμησου:
    τον αγχεμαχο Ζεφυρο, το ερεβοκτονο ροδι
    τα φλεγομενα ωκυποδα φιλια"
    Και ο λογος του χαθηκε σαν ευωδια
    Η ωρα εννια χτυπησε περδικα τη βαθεια καρδια της ευφωνιας
    αλληλεγγυα σταθηκαν τα σπιτια
    και μικρα και τετραγωνα
    με καμάρα λευκη και λουλακί πορτοφυλλο
    Κατω απ' την κληματαρια
    ωρες εκει ρεμβασα
    με μικρα-μικρα τιτυβισματα
    κοασμους, τρυσμους, το μακρινο κουκουρισμα:
    Να το πιπινι να το λελεκι
    να το γυφτοπουλι
    ο νυχτοπατης και η νεροκοτα
    ηταν και ο μπομπιρας εκει και το αλογακι8 που λεν της Παναγιας
    Η στερια με τα σκελη μου γυμνα στον ηλιο
     και παλι οι δυο θαλασσες
    και η τριτη αναμεσα - λεμονιες κιτριες μανταρινιες -
    και ο αλλος μαϊστρος με τ' απανω του υψηλο μπογαζι9
    αλλοιωνοντας τ' οζονιο10 τ' ουρανου
    Χαμηλα στων φυλλων τον πυθμενα
    η τριβιδα η λεια
    τ' αυτακια των ανθων
    κι ο θαλλος ο αδημονωντας και ειναι 
    
    ΑΥΤΟΣ
    ο κοσμος ο  μικρος, ο μεγας
    
    
    Υστερα και το φλοισβο ενοησα και τον μακρυ ατελειωτο ψιθυρο των δεντρων
    Ειδα πανω στο μολο αραδιασμενα τα κοκκινα σταμνια
    και πιο σιμα στο ξυλινο παραθυροφυλλο
    κει που κοιμομουνα με το 'να πλάι
    λαλησε πιο δυνατα ο βοριας
    Και ειδα 
    Κορες ομορφες και γυμνες και λειες ωσαν το βοτσαλο
    με το λιγο μαυρο στις κοχες των μηρων
    και το πολυ και πλουσιο ανοιχτο στις ωμοπλατες
    να φυσουν ορθιες μεσα στην Κοχυλα
    και αλλες γραφοντας με κιμωλια
    λογια παραξενα, αινιγματικα:
    ΡΩΕΣ; ΑΛΑΣΘΑΣ, ΑΡΙΜΝΑ,
    ΟΛΗΙΣ, ΑΪΑΣΑΝΘΑ; ΥΕΛΤΗΣ11
    μικρες φωνες πουλιων και υακινθων
    ή αλλα λογια του Ιουλιου
    Σημαινοντας οι εντεκα
    πεντε οργιες του βαθους
    περκες γοβιοι σπαροι
    με πελωρια σβαραχνα12 και κοντες πρυμναιες ουρες
    Ανεβαινοντας εβρισκα σπογγους
    και σταυρους θαλασσης
    και λιγνες αμιλητες ανεμωνες
    και πιο ψηλα στα χειλη του νερου
    πεταλιδες τριανταφυλλιες
    και μισανοιχτες πίνες και αρμυρήθρες
    "Ακριβα λογια, μου ειπε, ορκοι παλαιοι
    που εσωσε ο Καιρος και η σιγουρη ακοη των μακρυνων ανεμων"
    Και σιμα στο ξυλινο παραθυροφυλλο
    κει που κοιμομουνα με το 'να πλάι
    δυνατα στο στηθος μου εσφιξα το μαξιλαρι
    και τα ματια μου δακρυα γιοματα
    Ημουν στον εκτο μηνα των ερωτων
    και στα σπλαχνα μου σαλευε σπορος ακριβος
    
    ΑΥΤΟΣ
    ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας
    
    "ΑΛΛΑ ΠΡΩΤΑ θα δεις την ερημια και θα της δωσεις το δικο σου νοημα, ειπε
    Πριν απο την καρδια σου 'θα 'ναι αυτη
    και μετα παλι αυτη θ' ακολουθησει
    Τουτο μονο να ξερεις:
    Ο,τι σωσεις μες στην αστραπη καθαρο στον αιωνα θα διαρκεσει"
    Και ψηλα πολυ πανω απ' τα κυματα
    εστησε τα χωρια των βραχων
    Εκει σκονη εφτανε ο αφρος
    άπλερη γιδα ειδα να γλειφει τις ρωγμες
    με το ματι λοξο και το λιγο κορμι σα χαλαζιας
    Εζησα τις ακριδες και τη διψα και τα τραχια στις αρμοσιες τους δαχτυλα
    χρονους τακτους οσους η Γνωση οριζει
    Στα χαρτια σκυφτος και στα βιβλια τ' απυθμενα
    με σκοινι λιανο κατεβαινοντας
    νυχτες και νυχτες
    το λευκο αναζητησα ως την υστατη ενταση
    του Μαυρου Την ελπιδα ως τα δακρυα
    Τη χαρα ως την ακρα απογνωση
    Να σταλθει βοηθεια τοτε κριθηκε η στιγμη
    και ο κληρος επεσε στις βροχες
    κελαρυσανε ολη μερα ρυακια
    ετρεξα σαν τρελος
    στις πλαγιες εσχισα σχινο και πολυ μυρτο μες στη φουχτα μου εδωσα
    να δαγκασουνε οι πνοες
    "Η αγνοτητα, ειπε, ειναι αυτη
    στις πλαγιες το ιδιο και στα σπλαχνα σου"
    Και τα χερια του απλωσε οπως κανει
    γεροντας γνωστικος Θεος για να πλασει μαζι πηλο και ουρανοσυνη
    Λιγο μολις πυραχτωσε τις κορφες
    αλλ' αδαγκωτο πρασινο στις ρεματιες το χορτο καρφωσε
    μεντα λεβαντα λουιζα
    και μικρες πατημασιες αρνιων
    ή αλλου παλι απο τα υψη πεφτοντας
    οι ψιλες κλωστες το ασημι, δροσερα μαλλια κοπελας που ειδα και που εποθησα
    Υπαρκτη γυναικα
    "Η αγνοτητα, ειπε, ειναι αυτη"
    και γεματος λαχταρα χάιδεψα το σωμα
    φιλια δοντια με δοντια· υστερα ενας μεσ στον αλλο
    Τρικυμισα
    οπως καβος πατησα βαθεια
    που αερα πηρανε οι σπηλιες
    Ηχω με το λευκο σανταλι περασε μια στιγμη
    γοργα κατω απο τα νερα η ζαργανα
    και ψηλα το λοφο εχοντας ποδι Και τον ηλιο κεφαλι κερασφορο13
    ν' ανεβαινει Αβαδιστος ειδα Ο Μεγας Κριος
    Και αυτος αληθεια που ημουνα Ο πλολλους αιωνες πριν
    Ο ακομη χλωρος μες στην φωτια Ο ακοπος απ' τον ουρανο
    ψιθυρισε οταν ρωτησα:
    -Τι το καλο; Τι το κακο;
    - Ενα σημειο Ενα σημειο
    και σ' αυτο πανω ισορροπεις και υπαρχεις
    κι απ' αυτο πιο περα ταραχη και σκοτος
     κι απ'αυτο πιο πισω βρυγμος των αγγελων
    -Ενα σημειο Ενα σημειο
    και σ' αυτο μπορεις απεραντα να προχωρησεις
    ή αλλιως τιποτε δεν υπαρχει πια
    Και ο ζυγος που, ανοιγοντας τα χερια μου, εμοιαζε
    να ζυγιαζει το φως και το ενστικτο ητανε
    
    ΑΥΤΟΣ
    ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας !
    
    ΕΠΕΙΔΗ ΚΑΙ ΩΡΕΣ γυριζαν οπως οι μερες
    με πλατια μενεξεδενια φυλλα στο ρολόι του κηπου
    Δειχτης ημουν εγω
    Τριτη Τεταρτη Πεμπτη
    ο Ιουνιος ο Ιουλιος ο Αυγουστος
    Εδειχνα την αναγκη που μου ερχοταν άρμη
    καταπροσωπο Εντομα κοριτσιων
    Μακρινες αστεροπες της Ιριδας -
    "Ολα τουτα καιρος της αθωοτητας
    ο καιρος του σκυμνου και του ροδαμου
    ο πολυ πριν την αναγκη" μου ειπε
    Και τον κινδυνο εσπρωξε με το 'να δαχτυλο 
    Στην κορφη του καβου φορεσε μελανο φρυδι
    Απο μερος αγνωστο φωσφορο εχυσε
    "Για να βλεπεις, ειπε, απο μεσα
    στο κορμι σου φλεβες καλιο, μαγγανιο
    και τ' αποτιτανωμενα
    παλαια καταλοιπα του ερωτα"
    Και πολυ τοτε σφιχθηκε η καρδια μου
    ηταν το πρωτο τριξιμο του ξυλου μεσα μου
    μιας νυχτος που εσιμωνε ισως
     η φωνη του γκιωνη
    καποιου που ειχε σκοτωθει
    το αιμα γυριζοντας πανω στον κοσμο
    Ειδα περα, μακρια, στην ακρα της ψυχης μου
    μυστικα να διαβαινουνε
    φαροι ψηλοι ξωμαχοι Στους γκρεμους τραβερσωμενα καστρα
    Τ' αστρο της τραμουντανας Την αγια Μαρινα14 με τα δαιμονικα
    Και πολυ πιο βαθια πισω απ' τα κυματα
    στο Νησι με τους κολπους των Ελαιωνων15
    Μια στιγμη μου εφανηκε θωρουσα Εκεινον
    που το αιμα του εδωσε για να σαρκωθω
    τον τραχυ του Αγιου16 δρομο ν' ανεβαινει
    μια φοραν ακομη
    Μια φοραν ακομη
    στα νερα της Γερας ν' ακουμουμπα τα δαχτυλα
    και τα πεντε ν' αναβουνε χωρια
    ο Παπαδος ο Πλακαδος ο Παλαιοκηπος
    ο Σκοπελος και ο Μεγαρος17
    εξουσια και κληρος της γενιας μου.
    "Αλλα τωρα, ειπε, η αλλη σου οψη
    αναγκη ν' ανεβει στο φως"
    και πολυ πριν με το νου μου βαλω
    ή σημαδι φωτιας ή σχημα ταφου
    Κατα κει που δεν εσωνε κανεις να δει
    με τα χερια εμπρος του
    σκυβοντας
    τα μεγαλα ετοιμασε Κενα στη γη
    και στο σωμα του ανθρωπου:
    το κενο του Θανατου για το βρεφος το ερχομενο
    το κενο του φονικου για τη Δικαια κριση
    το κενο της Θυσιας για την ιση Ανταποδοση
    το κενο της Ψυχης για την Ευθυνη του Αλλου
    Και η Νυχτα πανσες
    παλιας
    πριονισμενης απο νοσταλγια Σεληνης
    με του ερημου μυλου τα χαλασματα και την ακακη ευωδια της κοπρου
    πηρε μερος μεσα μου
    Διαστασεις αλλαξε στα προσωπα· μοιρασε αλλιως τα βαρη
    Το σκληρο μου σωμα ηταν η αγκυρα κατεβασμενη μεσα στους ανθρωπους 
    οπου ηχος αλλος κανεις
    μονο γδουποι γοοι και κοπετοι
    και ρωγμες επανω στην αναστροφη οψη
    Ποιας φυλης ο γονος νά 'μουν
    τοτε μονο εννοησα
    που η σκεψη του Αλλου
    διαγωνια σαν ακμη γυαλιου
    και Ορθον ως περα με χαραζε
    Ειδα μεσα μου στα σπιτια καθαρα σαν να μην ηταν τοιχοι
    με το λυχνο στο χερι να περνουν γεροντισσες
    τα χαρακια στο μετωπο και στο ταβανι
    και αλλοι νεοι με το μουστακι που εζωναν αρματα στη μεση τους
    αμιλητοι
    δυο δαχτυλα πανω στη λαβη
    εδω και αιωνες.
    "Βλεπεις, ειπε, ειναι οι Αλλοι
    και δεν γινεται Αυτοι χωρις Εσενα
    και δε γινεται μ' Αυτους χωρις, Εσυ
    Βλεπεις, ειπε, ειναι οι Αλλοι
    και αναγκη πασα να τους αντικρισεις
    η μορφη σου αν θελεις ανεξαλειπτη να 'ναι
    και να μεινη αυτη.
    Επειδη πολλοι φορουν το μελανο πουκαμισο
    και οι αλλοι μιλουν τη γλωσσα των χοιρογρυλλιων
    και ειναι οι Ωμοφαγοι και οι Αξεστοι του Νερου
    οι Σιτοφοβοι και οι Πελδινοι18 και οι Νεοκονδορες
    ορμαθος19 και αριθμος των ακρων του σταυρου
    της Τετρακτιδος.
    Αν αληθεια κρατησεις και τους αντικρισεις, ειπε,
    η ζωη σου θ' αποκτησει αιχμη και θα οδηγησεις, ειπε
    Ο καθεις και τα οπλα του, ειπε
    Και αυτος αληθεια που ημουνα Ο πολλους αιωνες πριν
    Ο ακομη χλωρος μες στη φωτια Ο ακοπος απ' τον ουρανο
    Περασε μεσα μου Εγινε
    αυτος που ειμαι
     Η ωρα τρεις της νυχτας
    λαλησε μακρια πανω απ' τα παραπηγματα
    ο πρωτος πετεινος
    Ειδα για μια στιγμη τους Ορθιους Κιονες τη Μετωπη με τα Ζωα Δυνατα
    και ανθρωπους φερνοντας Θεογνωσια
    Πηρε οψη ο Ηλιος Ο Αρχαγγελος αει δεξια μου
    
    ΑΥΤΟΣ εγω λοιπον
    και ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας
    
    
    
     
    ΤΑ ΠΑΘΗ
    
    Α'
    
    Ιδου εγω λοιπον,
    ο πλασμενος για τις μικρες Κορες και τα νησια του Αιγαιου·
    ο εραστης του σκιρτηματος των ζαρκαδιων
    και μυστης των φυλλων της ελιας·
    ο ηλιοποτης και ακριδοκτονος.
    Ιδου εγω καταντικρυ
    του μελανου φορεματος των αποφασισμενων
    και της αδειας των ετων, που τα τεκνα της αμβλωσε,
    γαστερας, το αγκρισμα!
    Λυνει αερας τα στοιχεία και βροντη προσβαλλει τα βουνα.
    Μοιρα των αθωων, παλι μονη, νά σε, στα Στενα !
    Στα Στενα τα χερια μου αδειασα
    κι αλλα πλουτη δεν ειδα, κι αλλα πλουτη δεν ακουσα
    παρα βρυσες να τρεχουν
    Ρόδια ή Ζεφυρο ή Φιλιά.
    Ο καθεις και τα οπλα του, ειπα:
    Στα Στενα τα ροδια μου θ' ανοιξω
    Στα Στενα φρουρους τους ζεφυρους θα στησω
    τα φιλια τα παλια θ' απολυσω που η λαχταρα μου αγιασε !
    Λυνει αερας τα στοιχεία και βροντη προσβαλλει τα βουνα.
    Μοιρα των αθωων, εισαι η δικη μου η Μοιρα !
    
    
    
     
    Β'
    
    ΤΗ γλωσσα μού δωσαν ελληνικη·
    το σπιτι φτωχικο στις αμμουδιες του Ομηρου.
    Μοναχη εγνοια η γλωσσα μου στις αμμουδιες του Ομηρου.
    Εκει σπαροι και περκες
    ανεμοδαρτα ρηματα20
    ρευματα πρασινα μες τα γαλαζια
    οσα ειδα στα σπλαχνα μου ν' αναβουνε
    σφουγγαρια, μεδουσες
    με τα πρωτα λογια των Σειρηνων
    οστρακα ροδινα με τα πρωτα μαυρα ριγη.
    Μοναχη εγνοια η γλωσσα μου με τα πρωτα μαυρα ριγη.
    Εκει ρόδια, κυδωνια
    θεοι μελαχρινοι, θειοι και εξάδελφοι
    το λαδι αδειαζοντας μες στα πελωρια κιουπια·
    και πνοες απο τη ρεματια ευωδιαζοντας
    λυγαρια και σχινο
    σπαρτο και πιπεροριζα
    με τα πρωτα πιπισματα των σπινων,
    ψαλμωδιες γλυκες με τα πρωτα-πρωτα Δοξα Σοι !
    Εκει δαφνες και βαγια
    θυμιατο και λιβανισμα
    τις πάλες ευλογωντας και τα καριοφιλια.
    Στο χωμα το στρωμενο με τ' αμπελομαντιλα
    κνισες21, τσουγκρισματα
    και Χριστος Ανεστη
    με τα πρωτα σμπαρα των Ελληνων.
    Αγαπες μυστικες με τα πρωτα λογια του ΥΜΝΟΥ22.
    Μοναχη εγνοια η γλωσσα μου, με τα πρωτα λογια του Υμνου !
    
    
    
     
    α'
    
    Στον πηλο το στομα  *  μου ακομη και σε ονομαζε
    Ροδινο νεογνο  *  στικτή πρωτη δροσια
    Κι απο τοτε σού πλαθε  *  βαθια χαραματα
    Τη γραμμη των χειλιων  *  και τον καπνο της κομης
    Την αρθρωση σού 'δινε  *  και στο λαμδα και στο εψιλον23
    Την αερινη ασφαλτη  *  περπατηξια
    
    Κι απ' την ιδια εκεινη  *  στιγμη μεσα μου ανοιγοντας
    Αγνωστη φυλακη  *  φαια κι ασπρα πουλια
    Στον αιθερα εριζοντας  *  ανεβηκαν κι ενιωσα
    Πως για σενα τα αιματα  *  για σενα τα δακρυα
    Στους αιωνες το παλεμα  *  το φριχτο και το υπεροχο
    Η σαγηνη για σενα και  *  η ομορφια
    
    Στα πνευστα των δεντρων  *  και κρουοντας ο πυρριχιος
    Δορατα και σπαθια  *  να λες ακουσα Εσυ
    Μυστικα προσταγματα  *  και παρθενοβιωτα
    Με την εκλαμψη πρασινων  *  αστερων λογια
    Και πανω απ' την αβυσσο  *  αιωρουμενη γνωρισα
    ΤΟΥ ΣΠΑΘΙΟΥ ΣΟΥ ΤΗΝ ΚΟΨΗ  *  ΤΗΝ ΤΡΟΜΕΡΗ !
    
    
    
     
    ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΡΩΤΟ
    
    Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ
    
    Ξημερωνοντας τ' Αγιαννιου, με την αυριο των φωτων, λαβαμε τη διαταγη να κινησουμε 
    παλι μπροστα, για τα μερη οπου δεν εχει καθημερινες και σκολες. Επρεπε, λεει, να 
    πιασουμε τις γραμμες που κρατουσανε ως τοτε οι Αρτινοι, απο Χειμαρρα ως Τεπελενι. 
    Λογω που εκεινοι πολεμουσανε απ' την πρωτη μερα, συνεχεια, και ειχαν μεινει σκεδον 
    οι μισοι και δεν αντεχανε αλλο.
    	
    Δωδεκα μερες κιολας ειχαμε μεις πιο πισω, στα χωρια. Κι απανω που συνηθιζε τ' αυτι 
    μας παλι στα γλυκα τριξιματα της γης, και δειλα συλλαβιζαμε το γαβγισμα του σκυλου 
    ή τον αχο της μακρινης καμπανας, να που ηταν αναγκη, λεει, να γυρισουμε στο μονο 
    αχολόι που ξεραμε: στο αργο και στο βαρυ των κανονιων, στο ξερο και στο γρηγορο των 
    πολυβολων.
    	
    Νυχτα πανω στη νυχτα βαδιζαμε ασταματητα, ενας πισω απ' τον αλλο, ιδια τυφλοι. Με 
    κοπο ξεκολλωντας το ποδαρι απο τη λασπη, οπου, φορες, εκατοβουλιαζε ισαμε το γονατο. 
    Επειδη το πιο συχνα ψιχαλιζε στους δρομους εξω, καθως μες στην ψυχη μας. Και τις λιγες 
    φορες οπου καναμε σταση να ξεκουραστουμε, μητε που αλλαζαμε κουβεντα, μοναχοι 
    σοβαροι κι αμιλητοι, φεγγοντας μ' ενα μικρο δαδι, μια-μια εμοιραζομασταν τη σταφιδα. 
    Η φορες παλι, αν ηταν βολετο, λυναμε βιαστικα τα ρουχα και ξυνομασταν με λυσσα ωρες 
    πολλες, οσο να τρεξουν τα αιματα. Τι μας ειχε ανεβει η ψειρα ως το λαιμο, κι ηταν αυτο πιο 
    κι απ' την κουραση ανυποφερτο. Τελος, καποτε, ακουγοτανε στα σκοτεινα η σφυριχτρα, 
    σημαδι οτι κινουσαμε, και παλι σαν τα ζα τραβουσαμε μπροστα να κερδισουμε δρομο, πριχου 
    ξημερωσει και μας βαλουνε στοχο τ' αεροπλανα. Επειδη ο Θεος δεν κατεχε απο στοχους ή 
    τετοια, κι οπως το 'χε συνηθιο του, στην ιδια παντοτε ωρα ξημερωνε το φως.
    	
    Τοτες, χωμενοι μες στις ρεματιες, γερναμε το κεφαλι απο το μερος το βαρυ, οπου δε βγαινουνε 
    ονειρα. Και τα πουλια μάς θυμωναν, που δε διναμε ταχα σημασια στα λογια τους - ισως και 
    που ασκημιζαμε χωρις αιτια την πλαση. Αλλης λογης εμεις χωριατες, μ' αλλω λογιω ξιναρια 
    και σιδερικα στα χερια μας, που ξορκισμενα να 'ναι.
    	
    Δωδεκα μερες κιολας, ειχαμε μεις πιο πισω στα χωρια κοιταξει σε καθρεφτη, ωρες πολλες, το 
    γυρο του προσωπου μας. Κι απανω που συνηθιζε ξανα το ματι τα γνωριμα παλια σημαδια, 
    και δειλα συλλαβιζαμε το χείλο το γυμνο ή το χορτατο απο τον υπνο μαγουλο, να που τη δευτερη 
    τη νυχτα σαμπως παλι αλλαζαμε, την τριτη ακομη πιο πολυ, την υστερη, την τεταρτη, πια φανερο, 
    δεν ειμασταν οι ιδιοι. Μονε σα να πηγαιναμε μπουλουκι ανακατο, θαρρουσες, απ' ολες τις γενιες 
    και τις χρονιες, αλλοι των τωρινων καιρων κι αλλοι πολλα παλιων, πού 'χαν λευκανει απ' τα 
    περισσια γενια. Καπεταναιοι αγελαστοι με το κεφαλοπανι, και παπαδες θερια, λοχιες του 97 
    ή του 12, μπαλτατζηδες βλοσυροι πανου απ' τον ωμο σειώντας το πελεκι, απελάτες και 
    σκουταροφοροι με το αιμα επανω τους ακομη Βουργαρων και Τουρκών. Ολοι μαζι, διχως μιλια, 
    χρονους αμετρητους αγκομαχωντας πλάι-πλάι, διαβαιναμε τις ραχες, τα φαραγγια, διχως να 
    λογαριαζουμε αλλο τιποτε. Γιατι καθως οταν βαρουν απανωτες αναποδιες τους ιδιους τους 
    ανθρωπους παντα, συνηθαν στο Κακο, τελος του αλλαζουν ονομα, το λεν Γραμμενο ή Μοιρα 
    - ετσι κι εμεις επροχωρουσαμε ισια πανου σ' αυτο που λεγαμε Καταρα, οπως θα λεγαμε 
    Ανταρα ή Συννεφο. Με κοπο ξεκολλωντας το ποδαρι απο τη λασπη οπου πολλες φορες 
    εκατοβουλιαζε ισαμε το γονατο. Επειδη το πιο συχνα, ψιχαλιζε στους δρομους εξω καθως μες 
    στην ψυχη μας.
    	
    Κι οτι ημασταν σιμα πολυ στα μερη οπου δεν εχει καθημερινες και σκολες, μητε αρρωστους και γερούς, 
    μητε φτωχους και πλουσιους, το καταλαβαιναμε. Γιατι κι ο βροντος περα, κατι σαν πισω απ' τα βουνα,
    δυναμωνε ολοενα, τοσο που καθαρα στο τελος να διαβαζουμε το αργο και το βαρυ των κανονιων, το ξερο
    και το γρηγορο των πολυβολων. Υστερα και γιατι ολοενα πιο συχνα, τυχαινε τωρα ν' απαντουμε, απ' τ' 
    αλλο μερος vα 'ρχονται, οι αργες οι συνοδειες με τους λαβωμενους. Οπου απιθωνανε χαμου τα φορεια οι 
    νοσοκομοι, με τον κοκκινο σταυρο στο περιβραχιωνιο, φτυνοντας μεσα στις παλαμες, και το ματι τους αγριο 
    για τσιγαρο. Κι οπου σαν ακουγανε για που τραβουσαμε, κουνουσαν το κεφαλι, αρχινωντας ιστοριες για 
    σημεια και τερατα. Ομως εμεις το μονο που προσεχαμε ηταν εκεινες οι φωνες μεσα στα σκοτεινα, που 
    ανεβαιναν, καυτες ακομη απο την πισσα του βυθου ή το θειαφι. "Όι, όι μανα μου", "όι, όι μανα μου", και 
    καποτε, πιο σπανια, ενα πνιχτο μουσουνισμα, ιδιο ροχαλητο, που 'λεγαν, οσοι ξερανε, ειναι αυτος ο 
    ρογχος του θανατου.
    	
    Ηταν φορες που εσερνανε μαζι τους κι αιχμαλωτους, μολις πιασμενους λιγες ωρες πριν, στα ξαφνικα 
    γιουρουσια που κάναν τα περιπολα. Βρωμουσανε κρασι τα χνωτα τους, κι οι τσεπες γιοματες κονσερβα 
    ή σοκολατες. Ομως εμεις δεν ειχαμε, οτι κομμενα τα γιοφυρια πισω μας, και τα λιγα μουλαρια 
    μας κι εκεινα ανημπορα μεσα στο χιονι και στη γλιστραδα της λασπουριας.
    	
    	Τελος καποια φορα, φανηκανε μακρια οι καπνοι που ανεβαιναν 
    μεριες-μεριες, κι οι πρωτες στον οριζοντα κοκκινες, λαμπερες φωτοβολιδες.
    
    
    
     
    β'
    
    Νεος πολυ και γνωρισα των εκατο χρονω φωνες
    Οχι του δασους μια στιγμη στα στέρνα ο πευκινος τριγμος
    Μονο του σκυλου που αλυχτα στα βουνα τ' ανδροβαδιστα
    Των χαμηλων σπιτιων καπνοι και κεινων που ψυχορραγουν
    Η ανομολογητη ματια του κοσμου του αλλου η ταραχη
    
    Οχι που αργουν στον ανεμο των πελαργων μικρες κρωξιες
    Πεφτει η γαληνη σα βροχη και γρουζουν τα κηπευτικα
    Μονο του ζωου που σπαρταρα τα πνιχτα κι ασυλλαβιστα
    Της Παναγιας δυο φορες ο μαυρος γυρος των ματιων
    Στην πεδιαδα της ταφης και στην ποδια των γυναικων
    
    Μονο της θυρας χτυπημα κι οταν ανοιξεις πια κανεις
    Μητε σημαδι καν χεριου στη λιγη παχνη των μαλλιων
    Χρονους πολλους κι αν καρτερω γαληνεμο δεν ελαβα
    Στων αδερφων τη μοιρασια μου δοθη ο κληρος ο λειψος
    Η πετροκολλητη σαγη2424 
    και το ζακονι2525 των φιδιων
    
    
    
     
    Γ'
    
    ΤΟΝ πλουτο δεν εδωκες ποτε σε μενα
    τον ολοενα ερημουμενο απο τις φυλες των Ηπειρων
    κι απ' αυτες παλι αλαζονικα, ολοενα, δοξαζομενο!
    Ελαβε τον Βοτρυ26 ο Βορρας
    και τον Σταχυ ο Νοτος
    τη φορα του ανεμου εξαγοραζοντας
    και των δεντρων τον καματο δυο και τρεις φορες
    ανοσια εξαργυρωνοντας.
    Αλλο εγω,
    παρεξ θυμαρι στην καρφιδα του ηλιου δεν εγνωρισα
    και παρεξ
    τη σταγονα του νερου στ' ακοπα γενια μου δεν ενιωσα
    μα τραχυ το μαγουλο εθεσα στο τραχυτερο της πετρας
    αιωνες και αιωνες.
    Εκοιμηθηκα πανω στην εγνοια της αυριανης ημερας
    οπως οστρατιωτης επανω στο ντουφεκι του.
    Και τα ελεη της νυχτας ερευνησα
    οπως ο ασκητης το Θεο του.
    Απο τον ιδρωτα μου εδεσαν διαμαντι
    και στα κρυφα μου αντικαταστησανε την παρθενα του βλεμματος.
    Εζυγισανε τη χαρα μου και τη βρηκανε, λεει, μικρη
    και την πατησανε χαμου σαν εντομο.
    Τη χαρα μου πατησανε και στην πετρα την κλεισανε
    και στερνά την πετρα μού αφησανε,
    την τρομερη ζωγραφια μου.
    Με πελεκι βαρυ τη χτυπουν, με σκαρπελο σκληρο την τρυπουν,
    με καλεμι πικρο τη χαραζουν, την πετρα μου.
    Κι οσο τρωει την υλη ο καιρος, τοσο βγαινει πιο καθαρος
    ο χρησμος απ' την οψη μου:
    
    ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ
    ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ Τ' ΑΓΑΛΜΑΤΑ
    
    
    
     
    Δ'
    
    Τις ημερες μου αθροισα και δε σε βρηκα
    πουθενα, ποτε, να μου κρατεις το χερι
    στη βοη των γκρεμων και των αστρων τον κυκεωνα μου !
    Πηραν αλλοι τη Γνωση και αλλοι την Ισχυ
    το σκοταδι με κοπο χαραζοντας
    και μικρες προσωπιδες, τη χαρα και τη θλιψη,
    στη φθαρμενη την οψη αρμοζονζας.
    Μονος, οχι εγω, προσωπιδες δεν αρμοσα,
    τη χαρα και τη θλιψη μου πισω εριξα,
    γενναιοδωρα πισω μου εριξα,
    την Ισχυ και τη Γνωση.
    Τις ημερες μου αθροισα κι εμεινα μονος.
    Ειπαν οι αλλοι: γιατι; κι αυτος να κατοικησει 
    το σπιτι με τις γλαστρες και τη λευκη μνηστη.
    Αλογα τα πυρρα και τα μαυρα μου αναψαν γινατι γι' αλλες, πιο λευκες Ελενες !
    Γι' αλλη, πιο μυστικην αντρεια λαχταρησα
    κι απο κει που με μποδισαν, ο αορατος, καλπασα
    στους αγρους τις βροχες να γυρισω
    και το αιμα πισω να παρω των νεκρων μου των αθαφτων !
    Ειπαν οι αλλοι: γιατι; κι εκεινος να γνωρισει 
    κι εκεινος τη ζωη μεσα στα ματια του αλλου.
    Αλλου ματια δεν ειδα, δεν αντικρισα
    παρα δακρυα μεσα στο Κενο που αγκαλιαζα
    παρα μπορες μεσα στη γαληνη που αντεχα.
    Τις ημερες μου αθροισα και δε σε βρηκα
    και τα οπλα ζωστηκα και μονος βγηκα
    στη βοη των γκρεμων και στων αστρων τον κυκεωνα μου !
    
    
    
     
    γ'
    
    Μονος κυβερνησα τη θλιψη μου
    Μονος αποικησα τον εγκαταλειμμενο Μάιο
    Μονος εκολπωσα τις ευωδιες
    Επανω στον αγρο με τις αλκυονιδες
    Τάισα τα λουλουδια κιτρινο βουκολισα τους λοφους
    Επυροβολησα την ερημια με κοκκινο !
    Ειπα: δε θά 'ναι το Αδικο τιμιοτερο απ' το αιμα !
    Το χερι των σεισμων το χερι των λιμων
    Το χερι των εχτρων το χερι των δικων
    Μου, εφρενιασαν εχαλασαν ερημαξαν αφανησαν
    Μια και δυο και τρεις φορες
    Παραδοθηκα κι απομεινα στον καμπο μονος
    Παρθηκα και πατηθηκα σαν καστρο μονος
    Το μυνημα που σηκωνα τ' αντεξα μονος !
    
    Μονος απελπισα το θανατο
    Μονος εδαγκωσα μες στον Καιρο με τα δοντια πετρινα
    Μονος εκινησα για το μακρυ 
    Ταξιδι σαν της σαλλπιγγας μες στους αιθερες !
    ηταν στη δυναμη μου η Νεμεση το ατσαλι κι η ατιμια
    Να προχωρησω με τον κορνιαχτο και τ' αρματα
    Ειπα: με μονο το σπαθι του κρυου νερου θα παραβγω 
    Και ειπα: με μονο το Ασπιλο του νου μου θα χτυπησω !
    Στο πεισμα των σεισμων στο πεισμα των λιμων
    Στο πεισμα των εχτρων στο πεισμα των δικων
    Μου, αναντισα κρατηθηκα ψυχωθηκα κραταιωθηκα
    Μια και δυο και τρεις φορες
    Θεμελιωσα τα σπιτια μου στη μνημη μονος
    Πηρα και στεφανωθηκα την αλω μονος
    Το σταρι που ευαγγελισα το 'δρεψα μονος !
    
    
    
     
    ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ
    
    ΟΙ ΗΜΙΟΝΗΓΟΙ
    
    	Τις ημερες εκεινες εφτασαν επιτελους υστερα απο τρεις σωστες εβδομαδες 
    οι πρωτοι στα μερη μας ημιονηγοι. Και ελεγαν πολλα για τις πολιτειες που 
    διαβηκαν, Δέλβινο, Αγιοι Σαραντα, Κορυτσα. Και ξεφορτωναν τη ρεγγα και 
    το χαλβα κοιταζοντας να ξετελεψουν μια ωρα αρχυτερα και να φυγουνε. 
    Οτι δεν ηταν συνηθισμενοι και τους ετρομαζε το βροντισμα στα βουνα και 
    το μαυρο γενι στη φαγωμενη την οψη μας.
    
    	Και συνεβηκε τοτες ενας απ' αυτους να 'χει μαζι του κατι παλιες 
    εφημεριδες. Και διαβαζαμε ολοι απορημενοι, μ' ολο που το 'χαμε κιολας 
    ακουστα, πως επανηγυριζαν στην πρωτευουσα και πως ο κοσμος εσηκωνε, 
    λεει, ψηλα στα χερια τους φανταρους που γυριζανε με αδειες απο τα γραφεια 
    της Πρεβεζας και της Αρτας. Και σημαινανε ολη μερα οι καμπανες, και το 
    βραδυ στα θεατρα λεγανε τραγουδια και παριστανανε στη σκηνη τη ζωη μας 
    για να χειροκροτα ο κοσμακης.
    
    	Βαρεια σιωπη επεσε αναμεσο μας, επειδη κι η ψυχη μας ειχε μηνες 
    τωρα μεσα στις ερημιες αγριεψει, και, χωρις  να το λεμε, πολυ λογαριαζαμε 
    τα χρονια μας. Μαλιστα μια στιγμη δακρυσε ο λοχιας ο Ζωης κι εκανε περα 
    τα χαρτια με τις ειδησεις του κοσμου, ανοιγοντας τα πεντε δαχτυλα καταπανω 
    τους. Και οι αλλοι εμεις δε λεγαμε τιποτε, μοναχα με τα ματια του δειχναμε 
    κατι σαν ευγνωμοσυνη.
    
    	Τοτε ο Λευτερης, που τυλιγε παρεκει τσιγαρο, καρτερικα, σα να 'χε 
    παρει απανω του την ανημπορια ολακερης της Οικουμενης, γυρισε και "Λοχια" 
    ειπε "τι βαρυγκομας; Αυτοι που 'ναι ταγμενοι για τη ρεγγα και το χαλβα, σ' αυτα 
    παντοτε θα ξαναγυριζουν. Και οι αλλοι στα δεφτερια τους που δεν εχουνε τελειωμο, 
    και οι αλλοι στα κρεβατια τους τα μαλακα που τα στρωνουν μα δεν τα οριζουν. 
    Αλλα κατεχε οτι μοναχα εκεινος που παλευει το σκοταδι μεσα του θα 'χει μεθαυριο 
    μερτικο δικο του στον ηλιο". Και ο Ζωης : "Τι λοιπον, θαρρεις οτι δεν εχω κι εγω 
    γυναικα και χωραφια και βασανα της καρδιας που καθομαι και φυλαω δωνα στις 
    εξοριες;" Του αποκριθηκε ο Λευτερης: "Αυτα που δεν αγαπα κανεις, αυτα λοχια 
    μου, να φοβαται, τι τα 'χει απο τα πριν χαμενα κι ας τα σφιγγει οσο θελει απανω 
    του. Αλλά τα πραματα της καρδιας τροπος δεν ειναι να χαθουν, εννοια σου, και 
    γι ' αυτα οι εξοριες δουλευουν. Αργα-γρηγορα κεινοι που ειναι ναν τα βρουν, θα 
    τα βρουν". Παλι ρωτησε ο λοχιας Ζωης: "Και ποιος λες ταχα του λογου σου οτι θαν 
    τα βρει;" Τοτε ο Λευτερης, αργα, δειχνοντας με το δαχτυλο: "Εσυ κι εγω κι οτι αλλο 
    δειξει, αδερφε μου, η ωρα τουτη που μας ακουει".
    
    	Και ευθυς ακουστηκε στον αερα η σκοτεινη σφυριγματια της οβιδας που 
    εφτανε. Και πεσαμε ολοι καταγης μπρουμυτα, πανω στις σκαρπες, οτι γνωριζαμε 
    αποξω τα σημαδια του Αορατου, και με τ' αυτι μας οριζαμε απο πριν το μερος οπου 
    θα 'σμιγε η φωτια το χωμα ν' ανοιξει και να χυθει. Και δεν επειραξε η φωτια κανεναν. 
    Κατι μουλαρια μοναχα σηκωθηκαν στα πισινα τους ποδαρια και αλλα ταραχτηκαν 
    και σκορπισαν. Και μεσα στην καπνα που κατακαθιζε θωρουσες να τρεχουνε πισω 
    τους χειρονομωντας οι ανθρωποι που τα 'χανε φερει με κοπους ισαμε κει. Και τα 
    προσωπα τους χλωμα, και ξεφορτωναν τη ρεγγα και το χαλβα κοιταζοντας να 
    ξετελεψουν μια ωρα αρχυτερα και να φυγουνε, οτι δεν ηταν μαθημενοι και τους 
    ετρομαζε το βροντισμα στα βουνα και το μαυρο γενι στη φαγωμενη την οψη μας.
    
    
    
     
    δ'
    
    ΕΝΑ το χελιδονι  *  κι η Ανοιξη ακριβη
    Για να γυρισει ο ηλιος  *  θελει δουλεια πολλη
    Θελει νεκρους χιλιαδες  *  να 'ναι στους Τροχους
    Θελει κι οι ζωντανοι  *  να δινουν το αιμα τους.
    
    Θε μου Πρωτομαστορα  *  μ' εχτισες μεσα στα βουνα
    Θε μου Πρωτομαστορα  *  μ' εκλεισες μες στη θαλασσα!
    
    Παρθηκεν απο Μαγους  *  το σωμα του Μαγιου
    Το 'χουνε θαψει σ' ενα  *  μνημα του πελαγου
    Σ' ενα βαθυ πηγαδι  *  το 'χουνε κλειστο
    Μυρισε το σκοτα  *  δι κι ολη η Αβυσσο.
    
    Θε μου Πρωτομαστορα  *  μεσα στις πασχαλιες και Συ
    Θε μου Πρωτομαστορα  *  μυρισες την Ανασταση!
    
    Σαλεψε σαν το σπερμα  *  σε μητρα σκοτεινη
    Το φοβερο της μνημης  *  εντομο μες στη γη
    Κι οπως δαγκωνει αραχνη  *  δαγκωσε το φως
    Ελαμψαν οι γιαλοι  *  κι ολο το πελαγος.
    
    Θε μου Πρωτομαστορα  *  μ' εζωσες τις ακρογιαλιες
    Θε μου Πρωτομαστορα  *  στα βουνα με θεμελιωσες!
    
    
    
     
    Ε'
    
    ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΜΟΥ στα βουνα
    και τα βουνα σηκωνουν οι λαοι στον ωμο τους
    και πανω τους η μνημη καιει
    ακαυτη βατος.
    Μνημη του λαου μου σε λενε Πινδο και σε λενε Αθω.
    Ταραζεται ο καιρος
    κι απ' τα ποδια τις μερες κρεμαζει
    αδειαζοντας με παταγο τα οστα των ταπεινωμενων.
    Ποιοι, πως, ποτε ανεβηκαν την αβυσσο;
    Ποιες, ποιων, ποσων οι στρατιες;
    Τ' ουρανου το προσωπο γυριζει κι οι εχθροι μου εφυγαν μακρυα.
    Μνημη του λαου μου σε λενε Πινδο και σε λενε Αθω.
    Εσυ μονη απ' τη φτερνα τον αντρα γνωριζεις
    Εσυ μονη απ' την κοψη της πετρας μιλας.
    Εσυ την οψη των αγιων οξυνεις
    κι εσυ στου νερου των αιωνων την ακρη συρεις
    πασχαλιαν αναστασιμη !
    Αγγιζεις το νου μου και πονει το βρεφος της Ανοιξης !
    Τιμωρεις το χερι μου και στα σκοτη λευκαινεσαι !
    Παντα παντα περνας τη φωτια για να φτασεις τη λαμψη.
    Παντα παντα τη λαμψη περνας
    για να φτασεις τη ψηλα τα βουνα τα χιονοδοξα.
    Ομως τι τα βουνα; Ποιος και τι στα βουνα;
    Τα θεμελεια μου στα βουνα
    και τα βουνα σηκωνουν οι λαοι στον ωμο τους
    και πανω τους η μνημη καιει
    ακαυτη βατος !
    
    
    
    
     
    Ζ' 
    
    Ο ΠΟΙΗΤΗΣ των νεφων και των κυματων κοιμαται μεσα μου !
    Στη θηλή της θυελλας τα σκοτεινα του χειλη
    και η ψυχη του παντοτε με της θαλασσης το λαχτισμα
    πανω στα ποδια του ορους !
    Ξεριζωνει δρυς και δριμυς κατεβαινει ο θρηϊκιος.
    Μικρα καραβια στου καβου το γυρισμα
    ξαφνου μπαταρουν και χανονται.
    Και παλι προβαινουν ψηλα μες στα νεφη
    απ' την αλλη μερια του βυθου.
    Στις αγκυρες εχουν κολλησει τα φυκια
    στα γενια θλιμμενων αγιων.
    Ωραιες αχτιδες γυρω στην οψη
    την αλω του ποντου δονουν.
    Νηστικοι κατα κει τ' αδεια ματια γυριζουν οι γεροντες
    Κι οι γυναικες τη μαυρη σκια τους επανω
    στον αχραντο ασβεστη φορουν.
    Μαζι τους εγω, το χερι κινω
    Ποιητης των νεφων και των κυματων !
    Στο στενο τενεκε με το χρωμα βουτω
    τα πινελα μαζι τους και βαφω:
    Τα καινουργια σκαρια
    τα χρυσα και τα μαυρα εικονισματα !
    Βοηθος και σκεπη μας Άη Καναρη ! 
    Βοηθος και σκεπη μας Άη Μιαουλη !
    Βοηθος και σκεπη μας Αγιά Μαντω !
    
    
    
     
    Ζ' 
    
    ΗΡΘΑΝ
    ντυμενοι "φιλοι"
    αμετρητες φορες οι εχθροι μου
    το παμπαλαιο χωμα πατωντας.
    Και το χωμα δεν εδεσε ποτε με τη φτερνα τους.
    Εφεραν 
    το Σοφο, τον οικιστη και το Γεωμετρη,
    Βιβλους γραμματων και αριθμων,
    την πασα Υποταγη και Δυναμη,
    το παμπαλαιο φως εξουσιαζοντας.
    Και το φως δεν εδεσε ποτε με τη σκεπη τους.
    Ουτε μελισσα καν δε γελαστηκε το χρυσο ν' αρχινισει παιχνιδι·
    ουτε ζεφυρος καν, τις λευκες να φουσκωσει ποδιες.
    Εστησαν και θεμελειωσαν
    στις κορφες, στις κοιλαδες, στα πόρτα
    πυργους κραταιους κι επαυλεις
    ξυλα και αλλα πλεουμενα,
    τους Νομους, τους θεσπιζοντας τα καλα και συμφεροντα,
    στο παμπαλαιο μετρο εφαρμοζοντας.
    Και το μετρο δεν εδεσε ποτε με τη σκεψη τους.
    Ουτε καν ενα χναρι θεου στην ψυχη τους σημαδι δεν αφησε·
    ουτε καν ενα βλεμμα ξωθιας τη μιλια τους δεν ειπε να παρει.
    Εφτασαν
    ντυμενοι "φιλοι"
    αμετρητες φορες οι εχθροι μου,
    τα παμπαλαια δωρα προσφεροντας.
    Και τα δωρα τους αλλα δεν ητανε
    παρα μονο σιδερο και φωτια.
    Στ' ανοιχτα που καρτερεγαν δαχτυλα
    μονον οπλα και σιδερο και φωτια
    Μονον οπλα και σιδερο και φωτια.
    
    
    
     
    Η' 
    
    ΗΡΘΑΝ
    με τα χρυσα σειρητια
    τα πετεινα του Βορρα και της Ανατολης τα θηρια !
    Και τη σαρκα μου στα δυο μοιραζοντας
    και στερνα στο συκωτι μου επανω εριζοντας
    εφυγαν.
    "Γι ' αυτους, ειπαν, ο καπνος της θυσιας,
    και για μας της φημης ο καπνος,
    αμην."
    Και την ηχω σταλμενη απο τα περασμενα
    ολοι ακουσαμε και γνωρισαμε.
    την ηχω ακουσαμε γνωρισαμε ξανα
    με στεγνη φωνη τραγουδησαμε :
    Για μας, το ματωμενο σιδερο
    και τριπλα εργασμενη προδοσια.
    Για μας η αυγη στο χαλκωμα
    και τα δοντια τα σφιγμενα ως την ωρα την υστερη
    ο δολος και τ' αορατο γαγγαμο27.
    Για μας το συρσιμο της γης
    ο κρυφος ορκος μες στα σκοτεινα
    των ματιων η απονια
    κι η ποτε καμια, καμια ποτε Ανταποδοση.
    Αδελφοι μάς εγελασαν !
    "Γι' αυτους, ειπαν, ο καπνος της θυσιας,
    και για μας της φημης ο καπνος,
    αμην."
    Αλλα συ μες στο χερι μας το λυχνο του αστρου
    με το λογο σου αναψες, του αθωου στομα
    θυρα της Παραδεισος !
    Την ισχυ του καπνου στο μελλον βλεπουμε 
    της πνοης σου παιγνιο
    και το κρατος και τη βασιλεια του !
    
    
    
      
    ε' 
    
    ΜΕ ΤΟ ΛΥΧΝΟ του αστρου * στους ουρανους εβγηκα
    Στο αγιαζι των λειμωνων28 * στη μονη ακτη του κοσμου
    Που να βρω την ψυχη μου * το τετραφυλλο δακρυ !
    
    Λυπημενες μυρσινες * ασημωμενες υπνο
    Μου ραντισαν την οψη * Φυσω και μονος παω
    Που να βρω την ψυχη μου * το τετραφυλλο δακρυ !
    
    Οδηγε των ακτινων * και των κοιτωνων Μαγε
    Αγυρτη που γνωριζεις * το μελλον μιλησε μου
    Που να βρω την ψυχη μου * το τετραφυλλο δακρυ !
    
    Τα κοριτσια μου πενθος * για τους αιωνες εχουν
    Τ' αγορια μου τουφεκια * κρατουν και δεν κατεχουν
    Που να βρω την ψυχη μου * το τετραφυλλο δακρυ !
    
    Εκατογχειρες νυχτες * μες στο στερεωμα ολο
    Τα σπλαχνα μου αναδευουν * Αυτος ο πονος καιει
    Που να βρω την ψυχη μου * το τετραφυλλο δακρυ !
    
    Με το λυχνο του αστρου * στους ουρανους γυριζω
    Στο αγιαζι των λειμωνων * στη μονη ακτη του κοσμου
    Που να βρω την ψυχη μου * το τετραφυλλο δακρυ !
    
    
    
     
    ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΡΙΤΟ
    
    Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΞΟΔΟΣ
    
    	Τις ημερες εκεινες εκαναν συναξη μυστικη τα παιδια και λαβανε την αποφαση, 
    επειδη τα κακα μαντατα πληθαιναν στην πρωτευουσα, να βγουν εξω σε πλατειες με 
    το μονο πραγμα που τους ειχε απομεινει : μια παλαμη τοπο κατω απο τ' ανοιχτο 
    πουκαμισο, με τις μαυρες τριχες και το σταυρουδακι του ηλιου. Οπου ειχε κρατος 
    η Ανοιξη.
    
    	Και επειδη σιμωνε η μερα που το Γενος ειχε συνηθιο να γιορταζει τον αλλο 
    Σηκωμο, τη μερα παλι εκεινη ορισανε για την Εξοδο. Και νωρις εβγηκανε 
    καταμπροστα στον ηλιο, με πανου ως κατου απλωμενη την αφοβια σα σημαια, οι 
    νεοι με τα πρησμενα ποδια που τους ελεγαν αλητες. Και ακολουθουσανε αντρες 
    πολλοι, και γυναικες, και λαβωμενοι με τον επιδεσμο και τα δεκανικια. Οπου εβλεπες 
    αξαφνα στην οψη τους τοσες χαρακιες, που 'λεγες ειχανε περασει μερες πολλες μεσα 
    σε λιγην ωρα.
    
    	Τετοιας λογης αποκοτιες, ωστοσο, μαθαινοντες οι Αλλοι, σφοδρα ταραχτηκαν. 
    Και τρεις φορες με το ματι αναμετρωντας το εχει τους, λαβανε την αποφαση να βγουν 
    εξω σε δρομους και σε πλατειες, με το μονο πραγμα που τους ειχε απομεινει: μια 
    πηχη φωτια κατω απ' τα σιδερα, με τις μαυρες κανες και τα δοντια του ηλιου. Οπου 
    μητε κλωνος μητε ανθος, δακρυο ποτε δεν εβγαλαν. Και χτυπουσανε οπου να 'ναι, 
    σφαλωντας τα βλεφαρα με απογνωση. Και η Ανοιξη ολοενα τους κυριευε. Σαν να μην 
    ητανε αλλος δρομος πανω σ' ολακερη τη γη, για να περασει η Ανοιξη παρα μοναχα 
    αυτος, και να τον ειχαν παρει αμιλητοι, κοιταζοντας πολυ μακρια, περ' απ' την ακρη 
    της απελπισιας, τη Γαληνη που εμελλαν να γινουν, οι νεοι με τα πρησμενα ποδια που 
    τους ελεγαν αλητες, και οι αντρες, και οι γυναικες, και οι λαβωμενοι με τον επιδεσμο 
    και τα δεκανικια.
    
    	Και περασανε μερες πολλες μεσα σε λιγην ωρα. Και θερισανε πληθος τα θηρια, 
    και αλλους εμαζωξαν. Και την αλλη μερα εστησανε στον τοιχο τριαντα.
    
    
    
     
    ς'
    
    ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ηλιε νοητε  *  και μυρσινη συ δοξαστικη
    μη παρακαλω σας μη  *  λησμοναται τη χωρα μου!
    
    Αετομορφα εχει τα ψηλα βουνα  *  στα ηφαιστεια κληματα σειρα
    και τα σπιτια πιο λευκα  *  στου γλαυκου το γειτονεμα!
    
    Της Ασιας αν αγγιζει απο τη μια  *  της Ευρωπης λιγο αν ακουμπα
    στον αιθερα στεκει να  *  και στη θαλασσα μονη της!
    
    Και δεν ειναι μητε ξενου λογισμος  *  και δικου της μητε αγαπη μια
    μονο πενθος αχ παντου  *  και το φως ανελεητο!
    
    Τα πικρα μου χερια με τον Κεραυνο  *  τα γυριζω πισω απ' τον Καιρο
    τους παλιους φιλους καλω  *  με φοβερες και μ' αιματα!
    
    Μα 'χουν ολα τα αιματα ξαντιμεθει  *  κι οι φοβερες αχ λατομηθει
    και στον εναν ο αλλος μπαι  *  νουν εναντιον οι ανεμοι!
    
    Της Δικαιοσυνης ηλιε νοητε  *  και μυρσινη συ δοξαστικη
    μη παρακαλω σας μη  *  λησμονατε τη χωρα μου !
    
    
    
      
    Θ' 
    
    ΑΥΤΟΣ ειναι
    ο παντοτε αφανης δικος μας Ιουδας !
    Θυρες επτα τον καλυπτουνε
    και στρατιες επτα παχυνονται στην διακονια του.
    Μηχανες αερος τον απαγουνε
    και βαρυν απο γουνα και ταρταρουγα,
    στα Ηλυσια μεσα και στους Λευκους Οικους τον αποθετουνε.
    Και γλωσσα καμια δεν εχει, επειδη ολες δικες του -
    Και καμια γυναικα, επειδη ολες δικες του -
    Ο Παντοδυναμος !
    Θαυμαζουν οι αφελεις
    και σιμα στη λαμψη του κρυσταλλου χαμογελουν οι μαυροφορεμενοι,
    και σκιρτουν των αντρων του Λυκαβητου
    οι ημιγυμνες τιγρισσες !
    Αλλα πορος κανεις για να περασει ο ηλιος τη φημη του στο μελλον,
    Και ημερα Κρισεως καμια, επειδη
    εμεις αδελφοι, εμεις η μερα της Κρισεως
    και δικο μας το χερι που θ' αποθεωθει -
    καταπροσωπο ριχνοντας τα αργυρια !
    
    
    
       
    Ι'
    
    ΚΑΤΑΠΡΟΣΩΠΟ ΜΟΥ εχλευασαν οι νεοι Αλεξανδρεις:
    ιδεστε, ειπαν, ο αφελης περιηγητης του αιωνος !
    Ο αναισθητος
    που οταν ολοι εμεις θρηνουμε αυτος αγαλια
    και οταν ολοι παλι αγαλιουμε
    αυτος αναιτια σκυθρωπιαζει.
    Στις κραυγες μας μπροστα προσπερνα και αδιαφορει
    και τα σε μας αορατα με το αυτι στην πετρα,
    σοβαρος και μονος προσεχει.
    Ο χωρις φιλον κανενα
    μητε οπαδο,
    που εμπιστευεται μονον το σωμα του
    και το μεγα μυστηριο στ' αγκαθοφυλλα μεσα του ηλιου αναζητει,
    αυτος ειναι,
    ο αποβλητος απο τις αγορες του αιωνος !
    Επειδη νου δεν εχει
    και απο ξενα δακρυα κερδος δε βγανει
    και στο θαμνο που καιει την αγωνια μας
    μοναχα καταδεχεται να ουρει.
    Ο αντιχριστος και αναλγητος δαιμονιστης του αιωνος !
    Που οταν ολοι εμεις πενθουμε,
    αυτος ηλιοφορει.
    Και οταν ειρηνη αγγελουμε,
    μαχαιροφορει.
    Καταπροσωπο μου οι νεοι Αλεξανδρεις εχλευασαν !
    
    
    
     
    ζ'
    
    ΑΥΤΟΣ αυτος ο κοσμος * ο ιδιος κοσμος ειναι
    Των ηλιων και του κονιορτου * της τυρβης και του αποδειπνου
    Ο υφαντης των αστερισμων * ο ασημωτης των βρυων
    Στη χαση του θυμητικου * στο εβγα των ονειρων
    Αυτος ο ιδιος κοσμος * αυτος ο κοσμος ειναι
    Κυμβαλο κυμβαλο * και ματαιο γελιο μακρινο !
    
    Αυτος αυτος κοσμος * ο ιδιος κοσμος ειναι
    Ο σκυλευοντας την ηδονη * ο βιαζοντας τις κρηνες
    Ο πανω απ' τους Κατακλυσμους * ο κατω απ' τους Τυφωνες
    Ο γαμψος, ο κυφος * ο δασυς, ο πυρρος
    Τις νυχτες με τη συριγγα * τις μερες με τη φορμιγγα
    Στα σκυρα των πολιτειων * στους αρτεμωνες των αγρων
    Αυτος ο πλατυκεφαλος * αυτος ο μακρυκεφαλος
    Ο εκουσιος * ο ακουσιος
    Ο υιος Αγγειθ * και ο Σολομων
    
    Αυτος αυτος κοσμος * ο ιδιος κοσμος ειναι
    Της Αμπωτης και του οργασμου * των τυψεων και της νεφωσης
    Ο ευρέτης των ζωδιακων * ο τολμητιας των θόλων
    Στην ακρη της εκλειπτικης * κι οσο που φτανει η Χτισις
    Αυτος ο ιδιος κοσμος * αυτος ο κοσμος ειναι
    Βουκινο βουκινο * και ματαιο νεφος μακρινο !
    
    
    
     
    ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ
    
    ΤΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ ΜΕ ΤΙΣ ΤΣΟΥΚΝΙΔΕΣ
    
    	ΜΙΑΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΝΗΛΙΑΓΕΣ μερες εκεινου του χειμωνα, ενα πρωι 
    Σαββατου, σωρος αυτοκινητα και μοτοσυκλετες εζωσανε το μικρο 
    συνοικισμο του Λευτερη, με τα τρυπια τενεκεδενια παραθυρα και 
    τ' αυλακια των οχετων στον δρομο. Και φωνες αγριες βγανοντας, 
    εκατεβηκανε ανθρωποι με χυμενη την οψη στο μολυβι και μαλλια 
    ολόισα ιδιο αχερο. Προσταζοντας να συναχτουν οι αντρες ολοι στο 
    οικοπεδο με τις τσουκνιδες. Και ηταν αρματωμενοι απο πανου ως 
    κατου, με τις μπουκες χαμηλα στραμμενες κατα το μπουλουκι. Και 
    μεγαλος φοβος επιανε τα παιδια, επειδη τυχαινε, σχεδον ολα, να 
    κατεχουνε καποιο μυστικο στην τσεπη ή στην ψυχη τους. Αλλα 
    τροπος αλλος δεν ητανε, και χρεος την αναγκη κανοντας, λαβανε θεση 
    στη γραμμη, και οι ανθρωποι με το μολυβι στην οψη, το αχερο στα 
    μαλλια και τα κοντα μαυρα ποδηματα, ξετυλιξανε γυρω τους το 
    συρματοπλεγμα. Και κοψανε στα δυο τα συγνεφα, οσο που το 
    χιονονερο αρχισε να πεφτει, και τα σαγονια με κοπο κρατουσανε 
    τα δοντια στη θεση τους, μηπως τους φυγουν ή σπασουνε.
    
    
    	Τοτε, απ τ' αλλο μερος φανηκε αργα βαδιζοντας να 'ρχεται 
    Αυτος με το Σβησμενο Προσωπο, που σηκωνε το δαχτυλο κι οι ωρες 
    ανατριχιαζαν στο μεγαλο ρολόι των αγγελων. Και σε οποιον λαχαινε 
    να σταθει μπροστα, ευθυς οι αλλοι τον αρπαζανε και τον εσουρνανε 
    χαμου πατωντας τον. Ωσπου εφτασε καποτε η στιγμη να σταθει και 
    μπροστα στον Λευτερη. Αλλα εκεινος δε σαλεψε. Σηκωσε μονο αργα 
    τα ματια του και τα πηγε με μιας τοσο μακρια - μακρια μεσα στο 
    μελλον του - που ο αλλος ενιωσε το σκουντημα κι εγειρε πισω με 
    κιντυνο να πεσει. Και σκυλιαζοντας, εκανε ν' ανασηκωσει το μαυρο 
    του πανι, ναν του φτυσει καταμουτρα. Μα παλι ο Λευτερης δε σαλεψε.
    
    	Πανω σε κεινη τη στιγμη, ο Μεγαλος Ξενος, αυτος που ακολουθουσε 
    με τα τρια σειρητια στο γιακα, στηριζοντας τα χερια στη μεση του, 
    καγχασε: οριστε, ειπε, οριστε οι ανθρωποι που θελουνε , λεει, ν' 
    αλλαξουνε την πορεια του κοσμου ! Και μη γνωριζοντας οτι ελεγε την 
    αληθεια ο δυστυχης, καταπροσωπο τρεις φορες του καταφερε το 
    μαστιγιο. Αλλα τριτη φορα ο Λευτερης δε σαλεψε. Τοτε, τυφλος απο τη 
    λιγη περαση που 'χε η δυναμη στα χερια του, ο αλλος, μη γνωριζοντας 
    τι πραττει, τραβηξε το περιστροφο και του το βροντησε συρριζα 
    στο δεξι του αυτι.
    
    	Και πολυ τρομαξανε τα παιδια, και οι ανθρωποι με το μολυβι στην 
    οψη και τα κοντα μαυρα ποδηματα, κερωσαν. Επειδη πηγανε κ' ηρθανε 
    γυρω τα χαμοσπιτα, και σε πολλες μεριες το πισσοχαρτο επεσε και 
    φανηκανε μακρια, πισω απο τον ηλιο, οι γυναικες να κλαινε γονατιστες, 
    πανω σ' ενα ερμο οικοπεδο, γεματο τσουκνιδες και μαυρα πηχτα αιματα. 
    Ενω σημαινε δωδεκα ακριβως το μεγαλο ρολόι των αγγελων.
    
    
    
    
     
    η'
    (..................................)
    
    Φυσηξεν η νυχτα * σβησανε τα σπιτια
    κι ειναι αργα στην ψυχη μου
    Δεν ακουει κανενας * οπου κι αν χτυπησω
    η μνημη με σκοτωνει
    Αδελφοι μου, λεει * μαυρες ωρες φτανουν
    ο καιρος θα δειξει
    Των ανθρωπων εχουν * οι χαρές μιανει
    τα σπλαχνα των τερατων
    
    Γυρισα τα ματια * δακρυα γιοματα
    κατα το παραθυρι
    Φωναξα στις πυλες * κι η φωνη μου πηρε
    τη θλιψη των φονιαδων
    Μες στης γης το κεντρο * φανηκε ο πυρηνας
    που ολο σκοτεινιαζει
    Κι η αχτιδα του ηλιου * γινηκεν, ιδεστε
    ο μιτος του Θανατου !
    
    
    
     
    ΙΑ'
    
    ΟΠΟΥ, φωναζω, και να βρισκεστε, αδελφοι,
    οπου και να πατει το ποδι σας,
    ανοιξετε μια βρυση,
    τη δικη σας βρυση του Μαυρογενη.
    Καλο το νερο
    και πετρινο το χερι του μεσημεριου
    που κρατει τον ηλιο στην ανοιχτη παλαμη του.
    Δροσερος ο κρουνος θ' αγγαλιασω.
    Η λαλια που δεν ξερει απο ψεμα
    μεγαλοφωνα το νου μου ν' απαγγειλει,
    ευαναγνωστα να γινουν τα σωθικα μου.
    Δεν μπορω,
    η αγχονη τα δεντρα μου εξουθενωσε
    και τα ματια μαυριζουν.
    Δεν αντεχω
    και τα σταυροδρομια που ηξερα εγιναν αδιεξοδα.
    Σελδζουκοι ροπαλοφοροι καραδοκουν.
    Χαγάνοι ορνεοκεφαλοι βυσσοδομουν.
    Σκυλοκοιτες και νεκροσιτοι κι ερεβομανεις
    κοπροκρατουν το μελλον.
    Οπου και να σας βρισκει το κακο, αδελφοι,
    οπου και να θολωνει ο νους σας,
    μνημονευετε Διονυσιο Σολωμο
    και μνημονευετε Αλεξανδρο Παπαδιαμαντη.
    Η λαλια που δεν ξερει απο ψεμα
    θ' αναπαυσει το προσωπο το μαρτυριου
    με το λιγο βαμμα του γλαυκου στα χειλη.
    Καλο το νερο
    και πετρινο το χερι του μεσημεριου
    που κρατει τον ηλιο στην ανοιχτη παλαμη του.
    Οπου και να πατει το ποδι σας, φωναζω,
    ανοιξετε, αδελφοι,
    μια βρυση ανοιξετε,
    τη δικη σας βρυση ανοιξετε,
    την δικη σας βρυση του Μαυρογενη !
    
    
    
     
    ΙΒ' 
    
    ΚΑΙ ΣΤΑ ΒΑΘΙΑ μεσανυχτα, στους ορυζωνες του υπνου
    απνοια που με τυρρανα και κακο κουνουπι της Σεληνης !
    Τα σεντονια παλευω και τα ματια πηχτα
    στο σκοταδι ματαια δοκιμαζω:
    Ανεμοι γεροντες γενειοφοροι
    των παλαιων μου θαλασσων φρουροι και κλειδοκρατορες
    εσεις που κατεχετε το μυστικο
    συρετε μου στα ματια ενα δελφινι
    Στα ματια ενα δελφινι συρετε μου
    να 'ναι ταχυ, κι ελληνικο, και να 'ναι η ωρα εντεκα !
    Να περνα και να σβηνει την πλακα του βωμου
    και ν' αλλαζει το νοημα του μαρτυριου
    Οι αφροι του λευκοι να ν' αναπηδουν επανω
    τον Ιερακα και τον Ιερεα να πνιξουν !
    Να περνα και να λυνει το σχημα του Σταυρου
    και στα δεντρα το ξυλο να επιστρεφει
    Ο βαθυς τριγμος να μου θυμιζει ακομη
    οτι αυτος που ειμαι, υπαρχω !
    Η ουρα του η πλατια να μου αυλακωνει
    απο το δρομο ανεχαραγο τη μνημη
    Και στον ηλιο παλι να με αφηνει
    σαν αρχαιο χαλικι των Κυκλαδων !
    Τα σεντονια παλευω και τα χερια τυφλα
    στο σκοταδι ματαια δοκιμαζω:
    Ανεμοι γεροντες γενειοφοροι
    των παλαιων μου θαλασσων φρουροι και κλειδοκρατορες
    εσεις που κατεχετε το μυστικο
    στην καρδια μου την Τριαινα χτυπησετε μου
    και σταυρωσετε μου την με το δελφινι
    Το σημειο που ειμαι αληθεια ο ιδιος
    με την πρωτη νεοτητα ν' ανεβω
    στο γλαυκο τ' ουρανου - κι εκει να εξουσιασω !
    
    
    
    
      
    ΙΓ'
    
     ΑΝΟΜΙΕΣ εμιαναν τα χερια μου, πως να τ' ανοιξω;
    Κουστωδιες29 γεμισανε τα ματια μου, που να κοιταξω;
    Γιοι των ανθρωπων,τι να πω;
    Τα φριχτα σηκωνει η γης κι η ψυχη τα φριχτοτερα !
    Ευγε πρωτη νεοτης μου και αδαμαστο χειλι
    που το βοτσαλο διδαξες της τρικυμιας
    και στις μπορες μεσα, της βροντης αντιμιλησες
    Ευγε πρωτη νεοτης μου !
    Τοσο χωμα στις ριζες μου εριξες, που κι η σκεψη μου χλόισε !
    Τοσο φως μες στο αιμα μου, που κι η αγαπη μου πηρε
    το κρατος και το νοημα τ' ουρανου.
    Καθαρος ειμαι απ' ακρη σ' ακρη
    και στα χερια του Θανατου αχρηστο σκευος
    και στα νυχια των αγροικων λεια κακη.
    Γιοι των ανθρωπων, να φοβουμαι τι;
    Παρετε μου τη θαλασσα με τους ασπρους βοριαδες,
    το πλατυ το παραθυρο γεματο λεμονιες,
    τα πολλα κελαηδισματα, και το κοριτσι το ενα
    που και μονον αν αγγιξα η χαρα του μου αρκεσε
    παρετε μου, τραγουδησα !
    Παρετε μου τα ονειρα, πως να διαβασετε;
    Παρετε μου τη σκεψη, που να την πειτε;
    Καθαρος ειμαι απ' ακρη σ' ακρη.
    Με το στομα φιλωντας εχαρηκα το παρθενο κορμι.
    Τις ιδεες μου ολες ενησιωτησα.
    Στη συνειδηση μου εσταξα λεμονι.
    
    
    
      
    ΙΔ'
    
    ΝΑΟΙ στο σχημα τ' ουρανου
    και κοριτσια ωραια
    με το σταφυλι στα δοντια που μας πρεπατε !
    Πουλια το βαρος της καρδιας μας ψηλα μηδενιζοντας
    και πολυ γαλαζιο που αγαπησαμε !
    Φυγανε φυγανε
    ο Ιουλιος με το φωτεινο πουκαμισο
    και ο Αυγουστος ο πετρινος με τα μικρα του ανωμαλα σκαλια.
    Φυγανε
    και στα ματια μεσα των βυθων ανερμηνευτος εμεινε ο αστεριας
    και στα βαθη μεσα των ματιων ανεπιδοτο εμεινε το ηλιοβασιλεμα !
    Και των ανθρωπων η φρονηση εκλεισε τα συνορα.
    Τειχισε τις πλευρες του κοσμου
    και απο το μερος τ' ουρανου σηκωσε τις εννεα επαλξεις
    και στην πλακα επανω του βωμου σφαγιασε το σωμα
    τους φρουρους πολλους εστησε στις εξοδους.
    Και των ανθρωπων η φρονηση εκλεισε τα συνορα.
    Ναοι στο σχημα τ' ουρανου
    και κοριτσια ωραια
    με το σταφυλι στα δοντια που μας πρεπατε !
    Πουλια το βαρος της καρδιας μας ψηλα μηδενιζοντας
    και πολυ γαλαζιο που αγαπησαμε !
    Φυγανε φυγανε
    ο Μαϊστρος με το μυτερο του σανταλο
    και ο Γραίγος ο ασυλλογιστος με τα λοξα του κοκκινα πανια.
    Φυγανε
    και βαθια κατω απο το χωμα συννεφιασε ανεβαζοντας
    χαλικι μαυρο
    και βροντες, η οργη των νεκρων
    και αργα στον ανεμο τριζοντας
    εγυρισανε παλι με το στηθος μπροστα
    φοβερα, των βραχων τ' αγαλματα !
    
    
    
    
    θ'
    
    ΤΙΣ ΝΕΦΕΛΕΣ αφηνοντας πισω τους * Ταξιδευουν των βραχων τ' αγαλματα
    Με το στηθος μπροστα σα ν' αμπωχνουνε * Στους ανεμους μεσα τα μελλοντα
    Μην οι γυπες τα παρουν κι αυτα * μυρωδια και χιμηξουν !
    
    Η καμπανα σημαινοντας θανατο * Των χωριων τα κοπαδια κατεβηκαν
    Στις πλαγιες που αγναντευουν το πελαγο * Και φωνη τούς ανεμους εταραξεν
    Αχ η πεινα μας εχει, παιδια * την ψυχη σκοτεινιασει !
    
    Στων εθνων τα κρυμμενα εργοστασια * Με το σταρι ετοιμαζουνε μεταλλα
    Το θεριο που δε θελουνε θρεφουνε * Και το στομα του να γιγαντωνεται
    Ωσπου να μη μεινει κανεις * και τα κοκαλα τριξουν !
    
    Αλλα πριν στην κοιλαδα που σειστηκε * Λες και στένων ο Αδης εβοησε
    Των σπιτιων οι σκεπες ξεκαρφωθηκαν * Και το θαυμα τ' ανελπιστο φανηκαν
    Οι γυναικες ν' ακουν σιωπηλα * στων βρεφων τους το κλαμα !
    
    Η ζωη που το θανατο γευτηκε * Σαν τον ηλιο γυμνη ξαναγυρισε
    Και μην εχοντας αχ αλλο τιποτε * Η ζωη που τα παντα σπαταλησε 
    Στα χαλασματα καρφωσε μια * παπαρουνα που λαμπει !
    
    Αν ποτε το γερακι ξαναδινε * Τη φωνη του προβατου που σπαραξε
    Με τ' αυτι στο χορταρι θ' ακουγαμε * Των νεκρων την οργη πως γυμναζεται
    Το σκοταδι ν' αρπαξει μεμιας * κι απ' την αλλη να δειξει !
    
    
    
     
    ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟ
    
    Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ
    
    	Ειπεν ο λαος μου: το δικαιο που μου διδαξαν επραξα και ιδου αιωνες 
    αποκαμα ν' απαντεχω εξω απο την κλειστη θυρα της αυλης των προβατων. 
    Γνωριζε τη φωνη μου το ποιμνιο και στην καθε σφυριγματια μου 
    αναπηδουσε και βελαζε. Αλλοι ομως, και πολλες φορες ιο ιδιοι που πενευανε 
    την καρτερια μου, απο δεντρα και μαντρες πηδωντας, επατουσανε πρωτοι 
    το ποδι αυτοι μες στη μεση της αυλης των προβατων. Και ιδου παντα γυμνος 
    εγω και χωρις ποιμνιο κανενα, στεναζεν ο λαος μου. Και στα δοντια του 
    γυαλιζεν η αρχαια πεινα, και η ψυχη του ετριξε πανω στην πικρα της καθως 
    που τριζει επανω στο χαλικι το αρβυλο του απελπισμενου.
    
    	Τοτες αυτοι που κατεχουνε τα πολλα, ν' ακουσουνε τετοιο τριξιμο, 
    τρομαξαν. Επειδη το καθε σημαδι καταλεπτως γνωριζουνε και συχνα, μιλια 
    μακρια διαβαζουνε στο συμφερον τους. Παρευθυς λοιπον τα πεδιλα τ' 
    απατηλα ποδεθηκαν. Και μισοι πιανοντας τους αλλους μισους, απο τό 'να 
    και τ' αλλο μερος τραβουσανε, τετοια λογια λεγοντας: αξια και καλα τα εργα 
    σας, και οριστε αυτη αυτη που βλεπετε η θυρα η κλειστη της αυλης των 
    προβατων. Ασηκωστε το χερι και μαζι σας εμεις, και  φροντιδα δικη μας η 
    φωτια και το σιδερο. Σπιτικα μη φοβαστε, φαμελιες μη λυπαστε, και ποτε 
    σε γιου ή πατερα ή μικρου αδερφου τη φωνη, πισω μη κανετε. Ειδέ τυχει 
    κανεις απο σας κι ή φοβηθει κι ή λυπηθει κι ή κανει πισω, να ξερει: επανω 
    του η φωτια που φεραμε και το σιδερο.
    
    	Και το λογο τους πριν αποσωσουν ειχε παρει ν' αλλαζει ο καιρος, 
    μακρια στο μαυραδι των νεφων και σιμα στο κοπαδι των ανθρωπων. Σα να 
    περασε αγερας χαμηλα βογγωντας και ν' αποριξε αδεια τα κορμια, διχως 
    μια σταλα θυμηση. Το κεφαλι μπλαβο και αλαλα αψηλα στραμμενο, μα το 
    χερι βαθια μεσα στην τσεπη, γραπωμενο απο κομματι σιδερο, της φωτιας 
    ή απ' τ' αλλα, πό 'χουν τη μυτη σουγλερη και την κοψη αθερα. Και βαδιζανε 
    καταπανου στον εναν ο αλλος, μη γνωριζοντας ο ενας τον αλλο. Και 
    σημαδευε κατα πατερα ο γιος και κατ' αδερφου μικρου ο μεγαλος. Που 
    πολλα σπιτικα πομεινανε  στη μεση, και πολλες γυναικες απανωτα δυο και 
    τρεις φορες μαυροφορεσανε. Και που αν εκανες να βγεις λιγακι παραοξω, 
    τιποτε. Μονο αγερας βουιζοντας μεσα στα μεσοδοκια και στα λιγα καμενα 
    λιθαρια μεριες-μεριες οι καπνοι βοσκωντας τα κουφαρια των σκοτωμενων.
    
    	Μηνες τριαντα τρεις και πλεον βαστηξε το Κακο. Που τη θυρα 
    χτυπουσανε ν' ανοιξουνε της αυλης των προβατων. Και φωνη προβατου 
    δεν ακουστηκε παρεχτος επανω στο μαχαιρι. Και φωνη θυρας ουτε, 
    παρεχτος στην ωρα που 'γερνε μες στις φλογες τις υστερες να καει. 
    Επειδη αυτος ο λαος μου η θυρα και αυτος ο λαος μου η αυλη και το 
    ποιμνιο των προβατων.
    
    
    
      
    ι'
    
    ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ αιματα * με πορφυρωσαν
    Και χαρες ανειδωτες * με σκιασανε
    Οξειδωθηκα μες στην * νιοτια
    των ανθρωπων
    Μακρινη Μητερα * Ροδο μου Αμαραντο
    
    Στ' ανοιχτα του πελαγου * με καρτερεσαν
    Με μπομπαρδες τρικαταρτες * και μου ριξανε
    Αμαρτια μου νά 'χα * κι εγω 
    μιαν αγαπη
    Μακρινη Μητερα * Ροδο μου Αμαραντο
    
    Τον Ιουλιο καποτε * μισανοιξανε 
    Τα μεγαλα ματια της * μες στα σπλαχνα μου
    Την παρθενα ζωη μια * στιγμη
    να φωτισουν
    Μακρινη Μητερα * Ροδο μου Αμαραντο
    
    Κι απο τοτε γυρισαν * καταπανω μου
    Των αιωνων οργητες * ξεφωνιζοντας
    "Ο πού σ' ειδε, στο αιμα * ζει
    και στην πετρα"
    Μακρινη Μητερα * Ροδο μου Αμαραντο
    
    Της πατριδας μου παλι * ομοιωθηκα
    Μες στις πετρες ανθισα * και μεγαλωσα
    Των φονιαδων το αιμα * με φως 
    ξεπληρωνω
    Μακρινη Μητερα * Ροδο μου Αμαραντο
    
    
    
     ΙΕ'
    
    ΘΕΕ ΜΟΥ συ με θελησες και να, στο ανταποδιδω
    Τη συγγνωμη δεν εδωσα,
    την ικεσια δεν εστερξα,
    την ερημια την αντεξα σαν το χαλικι.
    Τι, τι, τι αλλο μου μελλεται;
    Τα κοπαδια των αστρων οδηγω στην αγγαλη σου
    κι η Αυγη , πριν προλαβω, στα διχτυα της με παρασυρει,
    που συ τη θελησες !
    Λοφους με καστρα και πελαγη με καρποφορα
    στεριωνω στον ανεμο
    κι η καμπανα τα πινει, αργα, του δειλινου,
    που συ τη θελησες !
    Υψωνω χορτα σα να φωναζω μ' ολα τα φρενα μου
    και να τα παλι που καταπεφτουν
    απο το καμα του Ιουλιου,
    που συ θελησες !
    Τι λοιπον, τι αλλο, τι νεο μου μελλεται;
    Ιδου που εσυ μιλεις κι εγω αληθευω.
    Σφεντοναω την πετρα και βρισκει επανω μου.
    Ορυχεια βαθαινω και τους ουρανους εργαζομαι.
    Τα πουλια κυνηγω και στο βαρος τους χανομαι.
    Θεε μου συ με θελησες και να, στο ανταποδιδω.
    Τα στοιχεια που εισαι,
    ημερες και νυχτες,
    ηλιοι κι αστερες, θυελλες και γαληνη,
    ανατρεπω στην ταξη κι εναντιον τα βαζω
    του δικου μου θανατου,
    που συ τον θελησες !
    
    
    
      ΙS'
    
    ΕΝΩΡΙΣ εξυπνησα τις ηδονες
    ενωρις τη λεύκα μου αναψα
    με το χερι μπροστα στη θαλασσα προχωρησα
    εκει μονος την εστησα :
    Φυσηξες και με κυκλωσαν οι τρικυμιες
    ενα-ενα μου πηρες τα πουλια -
    Θεε μου με φωναζες και πως να φυγω ;
    Κοιταξα μες στο μελλον τους μηνες και τα χρονια
    που ξανα θα γυρισουνε χωρις εμενα
    και δαγκωθηκα τοσο βαθια
    που αργα το αιμα μου ενιωσα ν' αναβλυζει ψηλα
    και να σταζει απ' το μελλον μου.
    Εσκαψα μες στο χωμα την ωρα που ημουν ο ενοχος
    και τρεμοντας εσηκωσα το θυμα στα χερια μου
    και του μιλησα τοσο απαλα που αργα τα ματια του ανοιξαν και σταλαξανε τη δροσια
    στο χωμα που ημουν ο ενοχος.
    Εριξα το σκοταδι στο κρεβατι του ερωτα
    με του κοσμου τα πραγματα στο νου μου γυμνα
    και το σπερμα μου τιναξα τοσο μακρια
    που αργα οι γυναικες γυρισαν μες στον ηλιο και πονεσαν
    και γεννησανε παλι τα ορατα.
    Θεε μου με φωναζες και πως να φυγω ;
    Ενωρις εξυπνησα τις ηδονες
    ενωρις τη λεύκα μου αναψα
    με το χερι μπροστα στη θαλασσα προχωρησα
    εκει μονος την εστησα:
    Φυσηξες και λαχταρησαν τα σωθικα μου
    ενα-ενα μου γυρισαν τα πουλια !
    
    
    
      
    ια'
    
    ΘΑ ΚΑΡΩ Μοναχος * των θαλερων πραγματων
    Σεμνα θα υπηρετω * την ταξη των πουλιων
    Στον ορθρο της Συκιας * απο τις νυχτες θα 'ρχομαι
    Καταδροσος * να φερω στην ποδιά μου
    Το κυανο * το ροδινο το μωβ
    Και τις γενναίες του νερου * ν' αναβω
    Σταγονες * ο γενναιοτερος
    
    Εικονισματα θα * 'χω τ' αχραντα κοριτσια
    Ντυμενα στου πελα * γους μονο το λινο
    Θα δεομαι να πα * ρει της μυρτιας το ενστικτο
    Η αγνοτη μου * και τους μυωνες θηριου
    Το ποταπο * το δυστροπο το αχνο
    Στα σφριγηλα σωθικα * να πνιξω
    Για παντα * ο σφριγηλατοτερος
    
    Θα περασουν καιροι * πολλων ανομηματων
    Του κερδους της τιμης * των τυψεων του δαρμου 
    Λυσσωντας θα χιμαει * ο Βουκεφαλας του αιματος
    Τις ασπρες μου * λαχταρες να λαχτισει
    Την αντρεια * τον ερωτα το φως
    Και κραταιές οσφραινοντας * τις να χλι-
    μιντρισει * ο κραταιοτερος.
    
    Αλλα τοτε στις έξ * των υψωμενων κρινων
    Που η κριση μου θα κα * νει ρηγμα του Καιρου
    Η ενδεκατη εντολη * θ' αναδυθει απ' τα ματια μου 
    θα 'ναι αυτος * ο κοσμος ή δε θα 'ναι
    Ο Τοκετος * η Θεωσις το Αεί
    Που με τα δικαια της ψυχης * μου θα 'χω 
    Κηρυξει * ο δικαιοτερος
    
    
    
     
    ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΕΚΤΟ
    
    
    ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ
    
    	ΧΡΟΝΟΥΣ ΠΟΛΛΟΥΣ μετα την Αμαρτια που την ειπανε Αρετη μεσα 
    στις εκκλησιες και την ευλογησαν. Λειψανα παλιων αστρων και γωνιες 
    αραχνιασμενες τ' ουρανου σαρωνοντας η καταιγιδα που θα γεννησει 
    ο νους του ανθρωπου. Και των αρχαιων Κυβερνητων τα εργα 
    πληρωνοντας η Χτισις, θα φριξει. Ταραχη θα πεσει στον Αδη, και το 
    σανιδωμα θα υποχωρησει απο την πιεση τη μεγαλη του ηλιου. Που 
    πρωτα θα κρατησει τις αχτιδες του, σημαδι οτι καιρος να λαβουνε 
    τα ονειρα εκδικηση. Και μετα θα μιλησει και θα πει: εξοριστε 
    Ποιητη, στον αιωνα σου, λεγε, τι βλεπεις ;
    
    -Βλεπω τα εθνη, αλλοτες αλαζονικα, παραδομενα στη σφηκα 
    και στο ξυνοχορτο.
    -Βλεπω τα πελεκια στον αερα σκιζοντας προτομες Αυτοκρατωρων 
    και στρατηγων.
    -Βλεπω τους εμπορους να εισπραττουν σκυβοντας το κερδος των 
    δικων τους πτωματων.
    -Βλεπω την αλληλουχια των κρυφων νοηματων.
    
    	Χρονους πολλους μετα την Αμαρτια που την ειπανε Αρετη μεσα 
    στις εκκλησιες και την ευλογησαν.Αλλα πριν, ιδου θα γινουν οι ωραιοι 
    που ναρκισσευτηκαν στις τριοδους Φιλιπποι και Ροβερτοι. Θα φορεσουν 
    αναποδα το δαχτυλιδι τους, και με καρφι θα χτενισουνε το μαλλι τους, 
    και με νεκροκεφαλες θα στολισουνε το στηθος τους, για να δελεασουν τα 
    γυναια. Και τα γυναια θα καταπλαγουν και θα στερξουν. Για να εβγει 
    αληθινος ο λογος, οτι σιμα η μερα οπου το καλλος θα παραδοθει στις 
    μυγες της αγορας. Και θα αγαναχτησει το κορμι της πορνης μην εχοντας 
    τι αλλο να ζηλεψει. Και θα γινει κατηγορος η πορνη σοφων και μεγιστανων, 
    το σπερμα που υπηρετησε πιστα, σε μαρτυρια φερνοντας. Και θα τιναξει 
    πανουθε την καταρα, κατα την Ανατολη το χερι τεντωνοντας και φωναζοντας: 
    εξοριστε Ποιητη, στον αιωνα σου, λεγε, τι βλεπεις;
    
    	-Βλεπω τα χρωματα του Υμηττου στη βαση την ιερη του Νεου 
    Αστικου μας Κωδικα.
    -Βλεπω τη μικρη Μυρτω, την πορνη απο την Σικινο, στημενη πετρινο 
    αγαλμα στην πλατεια της Αγορας με τις Κρηνες και τα ορθα Λεονταρια.
    -Βλεπω τους εφηβους και βλεπω τα κοριτσια στην ετησια Κληρωση 
    των Ζευγαριων.
    -Βλεπω ψηλα, μες στους αιθερες το Ερέχθειο των Πουλιων.
    
    	Λειψανα παλιων αστρων και γωνιες αραχνιασμενες τ' ουρανου 
    σαρωνοντας η καταιγιδα που θα γεννησει ο νους του ανθρωπου. Αλλα 
    πριν, ιδου θα περασουν γενεες το αλετρι τους πανω στη στερφα γης. 
    Και κρυφα θα μετρησουν την ανθρωπινη πραματεια τους οι Κυβερνητες, 
    κηρυσσοντας πολεμους. Οπου θα χορταστουνε ο Χωροφυλακας και ο 
    Στρατοδικης. Αφηνοντας το χρυσαφι στους αφανεις, να εισπραξουν αυτοι 
    τον μιστό της υβρης και του μαρτυριου. Και μεγαλα πλοια θ' ανεβασουν 
    σημαιες, εμβατηρια θα παρουν τους δρομους, οι εξωστες να ρανουν με 
    ανθη το Νικητη. Που θα ζει στην οσμη των πτωματων. Και του λακκου σιμα 
    του το στομα, το σκοταδι θ' ανοιγει στα μετρα του, κραζοντας: εξοριστε Ποιητη, 
    στον αιωνα σου, λεγε, τι βλεπεις ;
    -Βλεπω τους Στρατοδικες να καινε σαν κερια, στο μεγαλο τραπεζι 
    της Αναστασεως.
    -Βλεπω τους Χωροφυλακους να προσφερουν το αιμα τους, θυσια 
    στην καθαριοτητα των ουρανων.
    -Βλεπω τη διαρκη επανασταση φυτων και λουλουδιων.
    -Βλεπω τις κανονιοφορους του Ερωτα.
    
    	Και των αρχαιων Κυβερνητων τα εργα πληρωνοντας η Χτισις, θα φριξει. 
    Ταραχη θα πεσει στον Αδη, και το σανιδωμα θα υποχωρησει απο την πιεση τη 
    μεγαλη του ηλιου. Αλλα πριν, ιδου θα στεναξουν οι νεοι και το αιμα τους αναιτια 
    θα γερασει. Κουρεμενοι καταδικοι θα χτυπησουν την καραβανα τους πανω στα 
    καγγελα. Και θα αδειασουν ολα τα εργοστασια, και μετα παλι με την επιταξη θα 
    γεμισουν, για να βγαλουνε ονειρα συντηρημενα σε κουτια μυριαδες, και χιλιαδων 
    λογιων εμφιαλωμενη φυση. Και θα 'ρθουνε χρονια χλωμα και αδυναμα μεσα στη 
    γαζα. Και θα 'χει ο καθενας τα λιγα γραμμαρια της ευτυχιας. Και θα 'ναι τα 
    πραγματα μεσα του κιολας ωραια ερειπια. Τοτε, μην εχοντας αλλη εξορια, που 
    να θρηνησει ο Ποιητης, την υγεια της καταιγιδας απο τ' ανοιχτα του του στηθη 
    αδειαζοντας, θα γυρισει για να σταθει στα ωραια μεσα ερειπια. Και τον πρωτο 
    λογο του ο στερνος των ανθρωπων θα πει, ν' αψηλωσουν τα χορτα, η γυναικα στο 
    πλάι του σαν αχτιδα του ηλιου να βγει. Και παλι θα λατρεψει τη γυναικα και θα την 
    πλαγιασει στα χορτα καθως του εταχθη. Και θα λαβουνε τα ονειρα εκδικηση, και θα 
    σπειρουνε γενεες στους αιωνες των αιωνων !
    
    
    
      ιβ'
    
    Ανοιγω το στομα μου * κι αναγαλιαζει το πελαγος
    Και παιρνει τα λογια μου * στις σκοτεινες του σπηλιες
    Και στις φωκιες τις μικρες * τα ψιθυριζει
    τις νυχτες που κλαιν * των ανθρωπων τα βασανα.
    
    Χαραζω τις φλεβες μου * και κοκκινιζουν τα ονειρα
    Και τσερκουλα30 γινονται * στις γειτονιες των παιδιων
    Και σεντονια στις κοπε * λες που αγρυπνουνε
    Κρυφα για ν' ακουν * των ερωτων τα θαυματα.
    
    Ζαλιζει τ' αγιοκλημα * και κατεβαινω στον κηπο μου
    Και θαβω τα πτωματα * των μυστικων μου νεκρων
    Και το λωρο το χρυσο * των προδομενων 
    Αστερων τους κο * βω να πεσουν στην αβυσσο.
    
    Σκουριαζουν τα σιδερα * και τιμωρω τον αιωνα τους 
    Εγω που δοκιμασα * τις μυριαδες αιχμες
    Κι απο γιουλια και ναρκισ * σους το καινουργιο
    Μαχαιρι ετοιμα * ζω  που αρμοζει στους Ηρωες.
    
    Γυμνωνω τα στηθη μου * και ξαπολυουνται οι ανεμοι
    Κι ερειπια σαρωνουνε * και χαλασμενες ψυχες
    Κι απ' τα νεφη τα πυκνα * της καθαριζουν 
    Τη γη, να φανουν * τα Λιβαδια τα Παντερπνα !
    
    
    
    ΙΖ'
    
    ΣΕ ΧΩΡΑ μακρινη και αναμαρτητη τωρα πορευομαι.
    Τωρα μ' ακολουθουν αναλαφρα πλασματα
    με τους ιριδισμους του πόλου στα μαλλια
    και το πραο στο δερμα χρυσαφισμα.
    Μες στα χορτα προβαινω, με το γονατο πλωρη
    κι η ανασα μου διωχνει απ' την οψη της γης
    τις στερνες τολυπες του υπνου.
    Και τα δεντρα βαδιζουν στο πλάι μου, εναντιον του ανεμου.
    Μεγαλα μυστηρια βλεπω και παραδοξα :
    Κρηνη την κρυπτη της Ελενης.
    Τριαινα με δελφινι το σημαδι του Σταυρου.
    Πυλη λευκη το ανοσιο συρματοπλεγμα.
    Οθε με δοξα θα περασω.
    Τα λογια που με προδωσαν και τα ραπισματα εχοντας
    γινει μυρτιες και φοινικοκλαρα :
    Ωσαννα σημαινοντας ο ερχομενος !
    Ηδονη καρπου βλεπω τη στερηση.
    Ελαιωνες λοξους με γαλαζιο αναμεσα στα δαχτυλα
    τους χρονους της οργης πισω απ' τα σιδερα.
    Και γιαλον απεραντο, απο μαγγανεια31 ωραιων ματιων βρεμενο,
    τον βυθο της Μαρινας.
    Οπου αγνος θα περπατησω.
    Τα δακρυα που με προδωσαν και οι ταπεινωσεις εχοντας
    γινει πνοες και ανεσπερα πουλια:
    Ωσαννα σημαινοντας ο ερχομενος !
    Σε χωρα μακρινη και αναμαρτητη τωρα πορευομαι.
    
    
    
     ΙΗ'
    
    ΣΕ ΧΩΡΑ μακρινη και αριτιδωτη τωρα πορευομαι.
    Τωρα μ' ακολουθουν κοριτσια κυανα 
    κι αλογακια πετρινα
    με τον τροχισκο του ηλιου στο πλατυ μετωπο.
    Γενεες μυρτιας μ' αναγνωριζουν 
    απο τοτε που ετρεμα στο τεμπλο του νερου,
    αγιος, αγιος, φωναζοντας.
    Ο νικησαντας τον Αδη και τον Ερωτα σωσαντας,
    αυτος ο Πριγκηπας των Κρινων.
    Κι απο κεινες παλι τις πνοες της Κρητης,
    μια στιγμη ζωγραφιζομουν.
    Για να λαβει ο κροκος απο τους αιθερες δικαιο.
    Στον ασβεστη τωρα τους αληθινους μου νομους 
    κλεινω κι εμπιστευομαι.
    Μακαριοι, λεγω, οι δυνατοι που αποκρυπτογραφουνε το Ασπιλο.
    Γι αυτων τα δοντια η ρογα που μεθα,
    στων ηφαιστειων το στηθος και στο κλημα των παρθενων.
    Ιδου, ας ακολουθησουνε τα βηματα μου !
    Σε χωρα μακρινη και αρυτιδωτη τωρα πορευομαι.
    Τωρα το χερι του Θανατου
    αυτο χαριζει τη Ζωη
    και ο υπνος δεν υπαρχει.
    Χτυπα η καμπανα του ΄μεσημεριου
    κι αργα στις πετρες τις πυρρέσ χαραζονται τα  γραμματα:
    ΝΥΝ και ΑΕΙ και ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ.
    Αιεν, αιεν και νυν τα πουλια κελαηδουν 
    ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το τιμημα.
    
    
    
     ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ
    
    ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το φως και η πρωτη
    χαραγμενη στην πετρα ευχη του ανθρωπου
    η αλκη32 μες στο ζωο που οδηγει τον ηλιο
    το φυτο που κελαηδησε και βγηκε η μερα
    
    Η στερια που βουτα και υψωνει αυχενα
    ενα λιθινο αλογο που ιππευει ο ποντος
    οι μικρες κυανες φωνες μυριαδες
    η μεγαλη λευκη κεφαλη Ποσειδωνος
    
    ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χερι της Γοργονας
    που κρατα το τρικαταρτο σα να το σωζει
    σα να το κανει ταμα στους ανεμους
    σα να λεει να τ' αφησει και παλι οχι
    
    Ο μικρος ερωδιος33 της εκκλησιας
    η εννια το πρωι σαν περγαμοντο
    ενα βοτσαλο απεφθο μεσα στο βαθος
    τ' ουρανου του  γλαυκου φυτειες και στεγες
    
    ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΟΡΕΣ ΑΝΕΜΟΙ που ιερουργουνε
    που σηκωνουν το πελαγος σα Θεοτοκο
    που φυσουν και αναβουνε τα πορτοκαλια
    που σφυριζουν στα ορη κι ερχονται
     Οι αγενειοι δοκιμοι της τρικυμιας
    οι δρομεις που διανυσαν τα ουρανια μιλια
    οι Ερμηδες με το μυτερο σκιαδι
    και του μαυρου καπνου το κηρυκειο
    
    Ο Μαϊστρος, ο Λεβαντες, ο Γαρμπης
    ο Πουνεντες, ο Γραιγος, ο Σιροκος
    η Τραμουντανα, η Οστρια
    
    ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το ξυλινο τραπεζι
    το κρασι το ξανθο με την κηλιδα του ηλιου
    του νερου τα παιχνιδια στο ταβανι
    στη γωνια το φυλλοδεντρο που εφημερευει
    
    Οι λιθιες και τα κυματα χερι με χερι
    μια πατουσα που συναξε σοφια στην αμμο
    ενας τζιτζικας που επεισε χιλιαδες αλλους
    η συνειδηση παμφωτη σαν καλοκαιρι.
    
    ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το καμα που κλωτσαει
    στο γιοφυρι απο κατω τα ωραια κοτρονια
    τα σκατα των παιδιων με την πρασινη μυγα
    ενα πελαγος βραζοντας και διχως τελος
     Οι δεκαεξι νοματοι που τραβουν την τρατα 
    ο ακαθιστος γλαρος ο αργοπλευστης
    οι φωνες οι αδεσποτες της ερημιας
    ενος ισκιου μεσα στον τειχο
    
    ΤΑ ΝΗΣΙΑ με το μινιο και με το φουμο
    τα νησια με το σπονδυλο καποιανου Δια
    τα νησια με τους ερημους ταρσαναδες
    τα νησια με τα ποσιμα γαλαζια ηφαιστεια
    
    Στο μελτεμι τα ορτσαροντας με κοντρα-φλοκο
    Στο γαρμπη τ' αρμενιζοντας ποντζα-λαμπαντα
    εως ολο το μακρος τους τ' αφρισμενα
    με λιτριδια μαβια και με ηλιοτροπια
    
    Η Σιφνος, η Αμοργος, η Αλοννησος
    η Θασος, η Ιθακη, η Σαντορινη
    η Κως, η Ιος, η Σικινος
    
    ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο πετρινο πεζουλι
    αντικρυ του πελαγους η Μυρτω να στεκει
    σαν ωραιο οκτω ή σαν κανατι
    με την ψαθα του ηλιου στο ενα χερι
     Το πορωδες και ασπρο μεσημερι
    ενα πουπουλο υπνου που ανεβαινει
    το σβησμενο χρυσαφι μες στους πυλωνες
    και το κοκκινο αλογο που δραπετευει
    
    Του κορμου του αρχαιου του δεντρου η Ηρα
    ο δαφνωνας ο απεραντος ο φωτοφαγος
    ενα σπιτι σαν αγκυρα κατω στο βαθος
    η Κυρα-Πηνελοπη με την ηλακατη
    
    Της αντιπερα οχθης των πουλιων ο βοσπορος
    ενα κτιριο απ' οπου ο ουρανος εχυθηκε
    η γλαυκη ακοη μιση κατω απ' το πελαγος
    μακροσυσκιοι ψιθυροι νυμφών και σφένταμων
    
    ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ εορταζοντας τη μνημη
    των αγιων Κηρυκου και Ιουλιτης
    ενα θαυμα να καιει στους ουρανους τ' αλωνια
    ιερεις και πουλια να τραγουδουν το χαιρε :
    
    ΧΑΙΡΕ η Καιομενη και χαιρε η Χλωρη
    Χαιρε η Αμεταμελητη με το πρωραιο σπαθι
    
    Χαιρε η που πατεις και τα σημαδια σβηνονται
    Χαιρε η που ξυπνας και τα θαυματα γινονται
    
     Χαιρε του παραδεισου των βυθων η Αγρια
    Χαιρε της ερημίας των νησων η Αγια
    
    Χαιρε η Ονειροτοκος χαιρε η Πελαγινη
    Χαιρε η Αγκυροφορος και η Πενταστέρινη
    
    Χαιρε με τα λυτα μαλλια η χρυσιζοντας τον ανεμο
    Χαιρε με την ωραια λαλια η δαμαζοντας τον δαιμονα
    
    Χαιρε που καταρτιζεις τα Μηναια των κηπων
    Χαιρε που αρμοζεις τη ζωνη του Οφιουχου
    
    Χαιρε η ακριβοσπαθιστη και σεμνη
    Χαιρε η προφητικια και δαιδαλικη
    ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χωμα που ανεβαζει
    μιαν οσμη κεραυνου σαν θειαφι
    του βουνου ο πυθμενας οπου θαλλουν
    οι νεκροι ανθη της αυριον
    
    Ο χωρις δισταγμους ενστικτος νομος
    ο σφυγμος ο ταχυς παικτης του βιου 
    ο αιματινος θρομβος ο σωσιας του ηλιου
    κι ο κισσος ο αλτης των χειμωνων
    
    ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ο ροπτρο-σκαραβαιος34
    το παρατολμο δοντι μες στο ψυχος του ηλιου
    ο Απριλης που ενιωσε ν' αλλαζει φυλο
    της πηγης το μπουμπουκι ο,τι που ανοιγει
    
    Το χειραμαξο γερνοντας με τό 'να πλάι
    μια χρυσομυγα που αναψε φωτια στο μελλον
    του νερου η αορατη αορτη που παλλει
    και γι ' αυτο ζωντανη κρατα η γαρδενια
    
    ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ τα οικοσιτα της Νοσταλγιας
    τα λουλουδια τα νηπια της βροχης που τρεμουν
    τα μικρα και τετραποδα στο μονοπατι
    Τ' αψηλα στους ηλιους και τα ρεμβοκινητα
    Τα σεμνα με την κοκκινη αρρεβωνα
    τα κομπαζοντας εφιππα μες στους λειμωνες
    τα σε καθαρο ουρανο εργασμενα
    τα στοχαστικα και τα χιμαιροποικιλτα
    
    Το κρινο, το Τριανταφυλλο, το Γιασεμι
    ο Μενεξες, η Πασχαλια, ο Υακινθος
    το Γιουλι, το Ζαμπακι, το Αστρολουλουδο
    
    ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το συννεφο στη χλοη
    στο βρεμενο αστραγαλο το "φρτ" της σαυρας
    το βαθυ της Μνησαρετης βλεμμα
    που δεν ειναι αρνιου και αφεση δινει
    
    Της καμπανας ο ανεμος ο χρυσεγερτης
    ο ιππεας που παει ν' αναληφτει στη δυση 
    και ο αλλος ιππεας ο νοητος που παει
    της φθορας τον καιρο ν' ανασκολισει
    
    Μιας νυχτος Ιουνιου η νηνεμια
    γιασεμια και φουστανια στοπεριβολι
    το ζωακι των αστρων που ανεβαινει
    της χαρας η στιγμη λιγο πριν κλαψει
     Ενας κομπος ψυχης κι ουτε πια λεξη
    σαν παραθυρο αδειο η Αρετουσα
    και ο ερωτας ελθοντ' εξ' οράνω
    πορφυριαν παρθεμενον χλαμυν35
    
    ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ η πόα της ουτοπιας
    τα κοριτσια οι παραπλανημενες Πλειαδες
    τα κοριτσια τ' Αγγεια των Μυστηριων
    τα γεματα ωσ πανω και τ' απυθμενα
    
    Τα στυφα στο σκοταδι και ομως θαυμα
    τα γραμμενα στο φως και ομως μαυριλα
    τα στραμμενα επανω τους οπως οι φαροι
    τα ηλιοβορα και τα σεληνοβαμονα
    
    Η Ερση, η Μυρτω, η Μαρινα
    η Ελενη, η Ρωξανη, η Φωτεινη
    η Αννα, η Αλεξανδρα, η Κυνθια
    
    Των ψιθυρων η επωαση μες στα κοχυλια
    μια χαμενη σαν ονειρο : η Αριγνώτα36
    ενα φως μακρινο που λεει : κοιμησου
    σαστισμενα φιλια σαν πληθος δεντρα
    Το λιγακι πουκαμισο που τρωει ο αερας
    το χνουδακι το χλόινο πανω στην κνημη
    του αιδοιου το μενεξεδενιο αλατι
    και το κρυο νερο της Πανσεληνου
    
    ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το μακρινο τραγουδι
    ο μυχός της Ελενης με το κυματακι
    τα φραγκοσυκα φεγγοντας μες στη μασχαλη
    ερειπιωνες37 του μελλοντος και της αραχνης
    
    Τα νυχτερια τ' ατελειωτα μεσα στα σπλαχνα
    το ρολόι το άυπνο που δεν φελαει 
    ενα μαυρο κρεβατι που ολο πλεει
    στα τραχια τα παραλια του Γαλαξια
    
    ΤΑ ΚΑΡΑΒΙΑ τα ορθια με το μαυρο ποδι
    τα καραβια οι αιγες των Υπερβορειων38
    τα βια οι πεσσοι39 του Πολικου και του Υπνου
    τα καραβια οι Νικοθοες κι οι Ευαδνες
    
    Τα γεματα βοριαδες και φουντουκι του Ορους
    τα μυριζοντας μουργα και χαρουπι αρχαιο
    τα γραμμενα στη μασκα τους καθως οι Αγιοι
    τα την ιδια στιγμη λοξα και ακινητα
     Η Αγγελικα, ο Πολικος, οι Τρεις Ιεραρχαι
    Ο Ατρομητος, η Αλκυων, η Ναυκρατουσα
    το Μαρακι, το Εχει ο Θεος, η Ευαγγελιστρια
    
    ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το κυμα που αγριευει
    και σηκωνεται πεντα οργιες επανω
    τα χυμενα μαλλια στο ορνεο που γυριζει
    και χτυπιεται στα τζαμια με την καταιγιδα
    
    Η Μαρινα καθως προτου να υπαρξει
    με του σκυλου το καυκαλο και τα δαιμονια
    η Μαρινα το κερας της Σεληνης
    η Μαρινα ο χαλασμος του κοσμου
    
    Τα μουραγια ξεσκεπαστα στη σοροκαδα
    ο παπας των νεφων που αλλαζει γνωμη
    τα καημενα τα σπιτια που το ενα στο αλλο 
    ακουμπουνε γλυκα και αποκοιμιουνται
    
    Της μικρης βροχης το λυπημενο προσωπο
    η παρθενα ελια το λοφο ανηφοριζοντας
    ουτε μια φωνη στα κουρασμενα συννεφα
    της πολιχνης το σαλιγγαρακι που εσπασε
     ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ο πικρος και μονος 
    ο απο πριν χαμενος εσυ νά 'σαι
    Ποιητης που δουλευει το μαχαιρι
    στο ανεξιτηλο τριτο του χερι:
    
    ΟΤΙ ΑΥΤΟΣ ο Θανατος και αυτος η Ζωη
    Αυτος το Απροβλεπτο και αυτος οι Θεσμοι
    
    Αυτος η ευθεια του φυτου η το σωμα τεμνοντας
    Αυτος η εστια του φακου η το πνευμα καιγοντας
    
    Αυτος η διψα η μετα την κρηνη
    Αυτος ο πολεμος ο μετα την ειρηνη
    
    Αυτος ο θεωρος των κυματων ο Ιων
    Αυτος ο Πυγμαλιων40 πυρος και τερατων
    
    Αυτος η θρυαλλιδα41 που απο τα χειλη αναβει 
    Αυτος η αορατη σηραγγα που υπερκερα42 τον Αδη
    
    Αυτος ο Ληστης της ηδονης που δε σταυρωνεται
    Αυτος ο Οφις που με το Σταχυ ενωνεται
    
    Αυτος το σκοτος και αυτος η ομορφη αφροσυνη
    Αυτος των ομβρων του φωτος η εαροσυνη
     ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το γυρισμα του Λυκου
    στο ρυγχος του ανθρωπου και αυτο στου αγγελου
    τα εννεα σκαλια που ανεβηκε ο Πλωτινος43
    το χασμα του σεισμου που εγιομισε ανθη
    
    Το λιγακι που αγγιζοντας αφηνει ο γλαρος
    και φωτιζει τα βοτσαλα σαν αθωοτης
    η γραμμη που χαραζεται μες στην ψυχη σου 
    και το πενθος μηνα του Παραδεισου
    
    ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το πριν της οπτασιας 
    αχερουσιο σαλπισμα και πυρινη ωχρα
    το καιουμενο ποιημα και ηχειο θανατου
    οι δορυαιχμες λεξεις και αυτοκτονες
    
    Το ενδομυχο φως που ασπρογαλιαζει
    κατ' εικονα και ομοιωση του απειρου
    τα χωρις εκμαγειο44 βουνα που βγαζουν
    απαραλλαχτες οψεις οψεις του αιωνιου
    
    ΤΑ ΒΟΥΝΑ με την οιηση45 των ερειπιων
    τα βουνα τα βαρυθυμα, τα μαστοφορα
    τα βουνα τα σαν υφαλα μιας οπτασιας
    τα κλεισμενα ολουθε και τα σαρανταπορα
     Τα γεματα ψιλοβροχο σαν μοναστηρια
    τα χωμενα στο πουσι46 των προβατων
    τα ηρεμα πηγαινοντας καθως βουκολοι
    με το μαυρο ζιμπουνι και με το πανωμαντιλο
    
    Η Πινδος, η Ροδοπη, ο Παρνασσος
    ο Ολυμπος, η Τυμφρηστος, ο Ταϋγετος
    η Διρφυς, ο Αθως, ο Αινος
    
    ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το διασελο που ανοιγει
    αιωνιου γαλαζιο οδο στα νεφη
    μια φωνη που παραπεσε μες στην κοιλαδα 
    μια ηχω που σαν βαλσαμο την ηπιε η μερα
    
    Των βοδιων η προσπαθεια που σερνουν
    τους ελαιωνες προς τη δυση
     ο καπνος ο αταραχος που παει
    των ανθρωπων τα εργα να διαλυσει
    
    ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το περασμα του λυχνου
    το γεματο χαλασματα και μαυρους ισκιους
    η σελιδα που γραφτηκε κατω απ' το χωμα
    το τραγουδι που ειπε η Λυγερη στον Αδη
     Τα ξυλογλυπτα τερατα πανω σρο τεμπλο
    οι αρχαιες οι λευκες οι ιχθυοφορες
    οι ερασμιες Κορες με το πετρινο χερι
    ο λαιμος της Ελενης ωσαν παραλια
    
    Τ' ΑΣΤΕΡΟΕΝΤΑ δεντρα με την ευδοκια
    η παρασηματικη ενος αλλου κοσμου
    η παλια δοξασια οτι υπαρχει παντα 
    το πολυ σιμα και ομως αορατο
    
    Η σκια που τα γερνει με το πλάι στο χωμα 
    ενα κατι του κιτρινου στη θυμηση τους
    η αρχαια τους ορχηση πανω απο τους ταφους
    η σοφια τους η αδιατιμητη
    
    Η Ελια, η Ροδια, η Ροδακινια
    το Πευκο, η Λευκα, ο Πλατανος
    ο Δρυς, η Οξυα, το Κυπαρισσι
    
    ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το αναιτιο δακρυ
    ανατελλοντας αργα στα ωραια ματια
    των παιδιων που κρατιουνται χερι-χερι
    των παιδιων που κοιταζουνται και δε μιλιουνται
     Των ερωτων το τραυλισμα πανω στα βραχια
    ενας φαρος που εκτονωσεν αιωνων θλιψη
    το τριζονι το επιμονο καθως η τυψη
    και το μαλλινο ερημο μεσα στ' αγιαζι
    
    Ο στυφος μες στα δοντια επιορκος δυοσμος
    δυο χειλη που αδυνατο να στερξουν - και ομως
    το "αντιο" στα τσινορα που λιγο λαμπει
    και μετα ο για παντοτε θολος κοσμος
    
    Το αργο και βαρυ των καταιγιδων οργανο
    στην καταστραμμενη του φωνη ο Ηρακλειτος
    των φονιαδων η αλλη πλευρα  η αθεατη
    το μικρο "γιατι" που εμεινε αναπαντητο
    
    ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χερι που επιστρεφει 
    απο φονο φριχτον και τωρα ξερει
    ποιος αληθεια ο κοσμος που υπερεχει
    ποιο το "νυν" και ποιο το "αιεν" του κοσμου :
    
    ΝΥΝ το αγριμι της μυρτιας Νυν η κραυγη του Μαη
    ΑΙΕΝ η ακρα συνειδηση Αιεν η πλησιφαη
    
    Νυν νυν η παραισθηση και του υπνου η μιμική
    Αιεν αιεν ο λογος και Τροπις η αστρικη
     Νυν των λεπιδοπτερων το νεφος το κινουμενο
    Αιεν των μυστηριων το φως το περιιπταμενο
    
    Νυν το περιβλημα της Γης και η Εξουσια
    Αιεν η βρωση της Ψυχης και η Πεμπτουσια
    
    Νυν της Σεληνης το μελαγχρωμα το ανιατο
    Αιεν το χρυσοκυανο του Γαλαξια σελαγισμα47
    
    Νυν των λαων το αμαλγαμα και ο μαυρος Αριθμος
    Αιεν της Δικης το αγαλμα και ο μεγας Οφθαλμος
    
    Νυν η ταπεινωση των Θεων η σποδος του Ανθρωπου
    Νυν Νυν το μηδεν
    
    και ΑΙΕΝ Ο ΚΟΣΜΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ, Ο ΜΕΓΑΣ !
    
    
    
    
    
     
    Παραθέσεις
    
    1 Πολλες φορες, απ' τα νιατα μου με πολεμησαν αλλα δεν με νικησαν
    
    2 Οι τρεις μοιρες. Κατα την ελληνικη μυθολογια ερχονται την τριτη 
    	νυχτα μετα την γεννηση και λενε στον ανθρωπο το μελλον του
    
    3 Πονος, λυπη
    
    4 Κούλες: Πυργος (βενετσιανικος πυργος στο λιμανι του Ηρακλειου;)
    
    5 Βρυσες
    
    6 Αρετη με τις τεσσερις ορθες γωνιες: υπονοει το απλο αρχιτεκτονικο 
    	στυλ των νησιων
    
    7 κοσκινιζουν
    
    8 ειδος ακριδας που μοιαζει με αλογο, στην Μακεδονια λεγεται και 
    	αλογακι του Χριστου
    
    9 ρευμα αερος
    
    10  δυσοσμο και δηλητηριωδες αεριο, δημιουργειται απο το οξυγονο 
    	με την επιδραση του ηλιακου φωτος
    
    11 Αναγραμμα-κρυπτογραφια των λεξεων: ΕΡΩΣ, ΘΑΛΑΣΣΑ, 
    	ΜΑΡΙΝΑ, ΗΛΙΟΣ, ΑΘΑΝΑΣΙΑ, ΕΛΥΤΗΣ
    
    12 βραγχια (αναπνευστικα οργανα των ψαριων)
    
    13 με κερατα (κερας φερω)
    
    14 Αγια Μαρινα: αγια της Λεσβου. Αγαπημενο ονομα του Ελυτη. 
    	(ετυμολογικα: μάρε (λατ.) = θαλασσα). Ο ποιητης 
    	εγραψε και το ποιημα: Η Μαρινα των βραχων.
    
    15  Εννοει την Λεσβο, πατριδα του ποιητη
    
    16  Ο Αγιος Θεοδωρος της Λεσβου (ενας απο τους πιο νεους 
    	αγιους της Ορθοδοξιας) που θεωρειται κατα την λαϊκη 
    	παραδοση και σαν προγονος του Ελυτη
    
    17 Χωρια της Λεσβου (στον κολπο της Γερας)
    
    18 πελδινός: σκουροχρωμος
    
    19 σωρος
    
    20 ρηματα: λογια
    
    21 μυρωδια ψητου
    
    22 ο εθνικος μας Υμνος του Δ. Σολωμου (1798-1857)
    
    23 λαμδα και εψιλον: Λ Ε υτερια
    
    24 σαγή: εξαρτηματα υποζυγιου του αλογου (αλλα και οπλισμος). 
    	Εδω ισως: βαρυ φορτιο
    
    25 ζακόνι: συνηθεια, χούι
    
    26 Σταφυλι
    
    27 γαγγαμο= διχτυ
    
    28 λειμων = λιβαδι
    
    29 Κουστωδια: στρατιωτικη φρουρα
    
    30 ροδα για κυλισμα (παιδικο παιγνιδι)
    
    31 μαγεια
    
    32 δυναμη
    
    33  ερωδιος = ελόβιο πουλί , ο ψαροφαγος
    
    34  ροπτρον (απο το ρημα: ρεπω) = μεταλλινο κατσκευασμα στις 
    	εξωπορτες για να χτυπουν οι επισκεπτες
    
    35 ερωτας που ηρθε απ τον ουρανο τυλιγμενος με την πορφυρη 
    	χλαμυδα (κομματι απο τα ποιηματα της Σαπφως)
    
    36 Προκειται για την Ανακτορία και οχι για την "Αριγνώτα" 
    	(Ελυτης: Σαπφω, Εκδ. Ικαρος, 1996, σελ. 89-91): κωυ]δέ 
    	νύν Ανακτορι[ας τίς ε]μναι[σθ' ού] παρεοισας...απύ Σαρδίων 
    	πόλλακι τυίδε νών εχοισα· ώς πε δεζώομεν βεβάως εχεν 
    	σε θέασ' ικέλαν αριγνώται σάι δέ μάλιστ' έχαιρε μολπαι...(Σαμπως 
    	και τωρα την Ανακτορια πού 'φυγε μακριά μας λέω 
    	τή θυμάται πια κανείς; πολλές φορές από τις μακρινές Σαρδεις εδώ 
    	σε μας γυρίζει ο λογισμός της· εδώ που σαν θεά
    	φανερωνόταν μαγεμενη απ' το γλυκό τραγουδι σου).
    
    37 ερειπιωνας = τοπος με πολλα ερειπια
    
    38 Υπερβορειοι : μυθικος λαος που κατοικουσε στην βορειο Ελλαδα. 
    	Κοντα τους διεμενε κατα τους χειμερινους μηνες 
    	ο Απολλων. Ο Πινδαρος τους θεωρει μακαριους και ευδαιμονες 
    	ανθρωπους που ζουσαν χωρις εγνοιες και προβληματα.
    
    39 πεσσος = τετραγωνη κολονα στην οποια στηριζεται ο θόλος. 
    	Ακομη: πούλι απο παιγνιδι 
    
    40 Πυγμαλιων: Κυπριος βασιλιας, ο οποιος συμφωνα με τις 
    	<Μεταμορφωσεις> του Οβιδιου μη βρισκοντας γυναικα 
    	που να του ταιριαζει, εκανε ενα αγαλμα γυναικας και το 
    	ερωτευτηκε. Η Αφροδιτη τον λυπηθηκε και εμφυσησε ζωη στο 
    	αγαλμα (Γαλατεα). Ο Πυγμαλιων απεκτησε κατα την παραδοση  
    	απο την Γαλατεα την κορη Παφο.
    
    41 φιτιλι
    
    42 υπερκερω = υπερφαλαγγιζω
    
    43 Πλωτινος: φιλοσοφος απο την Αιγυπτο (205-270 μ.Χ.), 
    	θεμελειωτης της νεοπλατωνικης φιλοσοφιας
    
    44 πλαστικη υλη, στην οποια γινεται αποτυπωση μορφης ή σχηματος
    
    45 υπεροψια, αλαζονια
    
    46 ομιχλη
    
    47λαμψη, φεγγοβολημα
    
    
    Οδυσσέας Ελύτης

    Οδυσσέας Ελύτης : 'Εξι και μία τύψεις για τον ουρανό
     
        Ο ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΩΡΑΙΑ
    
    Συχνά, στην Κοίμηση του Δειλινού, η ψυχή της έπαιρνε αντίκρυ
    απ' τα βουνά μιαν αλαφράδα, μόλο που η μέρα ήταν σκληρή και η αύριο άγνωστη.
    
    Όμως, όταν σκοτείνιαζε καλά κι έβγαινε του παπά το χέρι πάνω από
    το κηπάκι των νεκρών, Εκείνη
    
    Μόνη της, Όρθια, με τα λιγοστά της νύχτας κατοικίδια -το φύσημα
    της δεντρολιβανιάς και την αθάλη του καπνού από τα καμίνια 
    στης θαλάσσης την έμπαση αγρυπνούσε
    
    Αλλιώς ωραία!
    Λόγια μόλις των κυμάτων ή μισομαντεμένα σ' ένα θρόισμα, κι άλλα
    που μοιάζουν των αποθαμένων κι αλαφιάζονται μέσα στα κυπαρίσσια, 
    σαν παράξενα ζώδια, τη μαγνητική δορυφορώντας κεφαλή της άναβαν. 
    Και μία καθαρότη απίστευτη άφηνε, σε μέγα βάθος μέσα της, το αληθινό τοπίο να φανεί
    
    Όπου, σιμά στον ποταμό, παλεύανε τον 'Αγγελο οι μαύροι άνθρωποι,
    δείχνοντας με ποιόν τρόπο γεννιέται η ομορφιά
    Ή αυτό που εμείς, αλλιώς, το λέμε δάκρυ.
    
    Κι όσο βαστούσε ο λογισμός της, ένιωθες, εξεχείλιζε την όψη που
    έλαμπε με την πίκρα στα μάτια και με τα πελώρια, σαν παλιάς Ιεροδούλου, ζυγωματικά
    Τεντωμένα στ' ακρότατα σημεία του Μεγάλου Κυνός και της Παρθένου.
    
    «Μακριά απ' τη λοιμική της πολιτείας, ονειρεύτηκα στο πλάι της
    μιαν ερημιά, όπου το δάκρυ να μην έχει νόημα, κι όπου το μόνο
    φως να 'ναι από την πυρά που κατατρώγει όλα μου τα υπάρχοντα.
    
    »Ώμο τον ώμο οι δυο μαζί ν' αντέχουμε το βάρος από τα μελλούμε-
    να, ορκισμένοι στην άκρα σιγαλιά και στη συμβασιλεία των άστρων
    
    »Σαν να μην κάτεχα, ο αγράμματος, πως είναι κει ακριβώς, μέσα
    στην άκρα σιγαλιά, που ακούγονται οι πιο αποτρόπαιοι κρότοι
    
    »Και πως, αφότου αβάσταχτη έγινε στου αντρός τα στέρνα η μοναξιά, 
    σκόρπισε κι έσπειρε άστρα!»
    
    
    
     Η ΑΥΤΟΨΙΑ
    
    Λοιπόν, εβρέθηκε ο χρυσός της λιόριζας να 'χει σταλάξει στα φύλλα της καρδίας του.
    Κι από τις τόσες φορές οπού ξαγρύπνησε, σιμά στο κηροπήγιο, καρτερώντας 
    τα χαράματα, μια πυράδα παράξενη του 'χε αρπάξει τα σωθικά.
    
    Λίγο πιο κάτω από το δέρμα, η κυανωπή γραμμή του ορίζοντα έντονα
    χρωματισμένη. Και άφθονα ίχνη γλαυκού μέσα στο αίμα.
    
    Οι φωνές των πουλιών, που 'χε σ' ώρες μεγάλης μοναξιάς αποστηθί-
    σει, φαίνεται να ξεχύθηκαν όλες μαζί, τόσο που δεν εστάθη βολετό 
    να προχωρήσει σε μεγάλο βάθος το μαχαίρι.
    
    Μάλλον η πρόθεση άρκεσε για το Κακό
    Που τ' αντίκρισε -είναι φανερό- στη στάση την τρομαχτική του
    αθώου. Ανοιχτά, περήφανα τα μάτια του, κι όλο το δάσος να σαλεύει 
    ακόμη πάνω στον ακηλίδωτον αμφιβληστροειδή.
    
    Στον εγκέφαλο τίποτε, πάρεξ μια ηχώ ουρανού καταστραμμένη.
    Και μονάχα στην κόγχη από τ' αριστερό του αυτί, λίγη, λεπτή, 
    ψιλούτσικη άμμο, καθώς μέσα στα όστρακα. Οπού σημαίνει ότι
    πολλές φορές είχε βαδίσει πλάι στη θάλασσα, κατάμονος, 
    με το μαράζι του έρωτα και τη βοή του άνεμου.
    
    Όσο γι' αυτά τα ψήγματα φωτιάς πάνω στην ήβη, δείχνουν ότι στ' αλήθεια 
    πήγαινε ώρες πολλές μπροστά, κάθε φορά οπού έσμιγε γυναίκα.
    Θα 'χουμε πρώιμους καρπούς εφέτος.
    
    
    
    
    Ο ΥΠΝΟΣ ΤΩΝ ΓΕΝΝΑΙΩΝ
    
    Μυρίζουν ακόμη λιβανιά, κι έχουν την όψη καμένη από το πέρασμά
            τους στα Σκοτεινά Μεγάλα Μέρη.
    
    Κει που μεμιάς τους έριξε το Ασάλευτο
    
    Μπρούμυτα, σ' ένα χώμα που κι η πιο μικρή ανεμώνα του θα' φτανε
            να πικράνει τον αέρα του Άδη
    
    (Το' να χέρι μπρος, έλεγες πολεμούσε ν'αρπαχτεί  απ' το μέλλον,
            τ' άλλο κάτω απ' την έρμη κεφαλή, στραμμένη με το πλάι
    
    Σαν να θωρεί στερνή φορά, μέσα στα μάτια ενός ξεκοιλιασμένου
            αλόγου, σωρό τα χαλάσματα καπνίζοντας)
    
    Κει τους απάλλαξε ο Καιρός. Η φτερούγα η μια, η πιο κόκκινη, κά-
            λυψε τον κόσμο, την ώρα που η άλλη, αβρή, σάλευε κιόλας μες
            στο διάστημα.
    
    Και καμιά ρυτίδα ή τύψη, αλλά σε βάθος μέγα
    
    Το παλιό αμνημόνευτο αίμα που αρχινούσε με κόπο να χαράζεται,
            μέσα στη μελανάδα τ' ουρανού
    
    Ήλιος νέος, αγίνωτος ακόμη
    
    Που δεν έσωνε να καταλύσει την πάχνη των αρνιών από το ζωντανό
            τριφύλλι, όμως πριν καν πετάξει αγκάθι αποχρησμοδοτούσε το
            έρεβος...
    
    Κι απαρχής Κοιλάδες, Όρη, Δέντρα, Ποταμοί
    
    Πλάση από γδικιωμένα αισθήματα έλαμπε, απαράλλαχτη και ανα-
            στραμμένη, να τη διαβαίνουν οι ίδιοι τώρα, με θανατωμένο μέ-
            σα τους τον Δήμιο
    
    Χωρικοί του απέραντου γαλάζιου!
    
    Μήτε η ώρα δώδεκα χτυπώντας μες στα έγκατα, μήτε η φωνή του Πό-
            λου κατακόρυφα πέφτοντας, αναιρούσανε τα βήματα τους.
    
    Διάβαζαν άπληστα τον κόσμο με τα μάτια τ' ανοιχτά για πάντα, κει
            που μεμιάς τους έριξε το Ασάλευτο
    
    Μπρούμυτα, κι όπου με βία κατέβαιναν οι γύπες να ευφρανθούν τον
            πηλό των σπλάχνων τους και το αίμα.
    
    
    
    
    
    (.....................................................................)
    
    
    
     
    
    
    
    
     ΛΑΚΩΝΙΚΟΝ 
    
    Ο καημός του θανάτου τόσο με πυρπόλησε, που η λάμψη μου επέστρεψε στον ήλιο. 
    Κείνος με πέμπει τώρα μέσα στην τέλεια σύνταξη της πέτρας και του αιθέρος 
    Λοιπόν, αυτός που γύρευα, είμαι. 
    Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο
    Χειμώνα ελάχιστε
    Η ζωή καταβάλλει τον οβολό του φύλλου της ελιάς
    Και στη νύχτα μέσα των αφρόνων μ' ένα μικρό τριζόνι κατακυρώνει
    πάλι το νόμιμο του Ανέλπιστου.
    
    
    
      ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΤΟΠΙΟΥ
    
                                                         ή
                                    ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΛΕΟΥΣ
    
    Μονομιάς, η σκιά της χελιδόνας θέρισε τα βλέμματα των νοσταλγών της: Μεσημέρι.
    Άδραξε μυτερό χαλίκι, κι αργά, με δεξιοσύνη, ο ήλιος, πάνω απ' τον
    ωμό της Κόρης του Ευθυδίκου, χάραξε τα πτερύγια των ζεφύρων.
    
    Το φως δουλεύοντας τη σάρκα μου, φάνηκε μια στιγμή στο στήθος το
    μενεξεδί αποτύπωμα, κει που η τύψη μ' άγγιξε κι έτρεχα σαν τρελός. 
    Ύστερα, μες στα πλάγια φύλλα ο ύπνος μ' αποστέγνωσε, κι έμεινα μόνος. Μόνος.
    
    Ζήλεψα τη σταλαγματιά που απαρατήρητη δόξαζε τα σκίνα. Όμοια
    να 'μουν στο έκπαγλο μάτι που αξιώθηκε να δει το τέλος του Ελέους!
    
    Ή μήνα κι ήμουν; Στην τραχύτη του βράχου, ανάρραγου από την κορφή 
    ως τα βάραθρα, γνώρισα τα πεισματικά σαγόνια μου. 
    Που σπάραζαν το κτήνος μέσα στον άλλον αιώνα.
    
    Και η άμμο πέρα, κατακαθισμένη από την ευφροσύνη που μου 'δωκεν 
    η θάλασσα, κάποτε, σαν βλαστήμησαν οι άνθρωποι κι άνοιγα τις οργιές 
    με βιάση να ξεδώσω μέσα της· να 'ταν αυτό που γύρευα; η αγνότητα;
    
    Το νερό αναστρέφοντας το ρέμα του, μπήκα στο νόημα της μυρσίνης
    όπου φυγοδικούν οι ερωτευμένοι. Άκουσα ξανά το μετάξι που
    έψαυε τα τριχωτά μου στήθη ασθμαίνοντας. Και η φωνή «χρυσέ μου», 
    νύχτα, μέσα στη ρεματιά, που έκοβα το στερνό πρυμνήσιο
    των άστρων και πρόσεχε να πάρει σχέδιο τ' αηδόνι.
    
    Τι λαχτάρες αλήθεια και τι χλευασμούς εδέησε να περάσω, 
    με το λίγο του όρκου στα δυο μάτια και τα δάχτυλα έξω απ' τη φθορά.
    Τέτοιες χρονιές -α ναι- θα 'ταν που εργαζόμουν να γίνει τόσο
    τρυφερό το απέραντο γαλάζιο!
    
    Είπα. Και στρέφοντας το πρόσωπο, μες στο φως ξανά το αντίκριζα να
    με ατενίζει. Δίχως έλεος.
    Κι ήταν αυτό η αγνότητα.
    Όμορφη, κι απ' των χρόνων το σκίασμα συλλογισμένη, κάτω απ' τον
    σημαφόρο του ήλιου, η Κόρη του Ευθυδίκου δάκρυζε
    
    Που μ' έβλεπε να περπατώ, πάλι μέσα στον κόσμο αυτόν, χωρίς
    θεούς, αλλά βαρύς απ' ό,τι, ζώντας, αφαιρούσα του θανάτου.
    Μονομιάς, η σκιά της χελιδόνας θέρισε τα βλέμματα των νοσταλγώντης: Μεσημέρι.
    
    
    
     Ο ΑΛΛΟΣ ΝΩΕ
    
    Έριξα τους ορίζοντες μες στον ασβέστη, και με χέρι αργό αλλά 
    σίγουρο πήρα να χρίσω τους τέσσερις τοίχους του μέλλοντος μου.
    
    Η ασέλγεια, είπα, είναι καιρός ν' αρχίσει τώρα το ιερατικό της στάδιο, 
    και σε μια Μονή Φωτός ν' ασφαλίσει την υπέροχη στιγμή
    που ο άνεμος έξυσε λίγο συννεφάκι πάνω από τ' ακρότατο δέντρο της γης.
    
    Κείνα που μόνος μόχθησα να βρω, για να κρατήσω το ύφος μου μέσα
    στην καταφρόνια, θα 'ρθουν -από το δυνατό του ευκαλύπτου
    οξύ ως το θρόισμα της γυναίκας- να σωθούν στης ασκητείας
    μου την Κιβωτό.
    
    Και το πιο μακρινό και παραγκωνισμένο ρυάκι, κι απ' τα πουλιά το
    μόνο που μ' αφήκαν, το σπουργίτι, κι από το πενιχρό της πίκρας
    λεξιλόγιο, δύο, καν τρία, λόγια: ψωμί, καημός, αγάπη...
    
    (Ω Καιροί που στρεβλώσατε το ουράνιο τόξο, κι απ' το ραμφί του
    σπουργιτιού αποσπάσατε το ψίχουλο, και δεν αφήσατε μήτε μια
    τόση δα φωνούλα καθαρού νερού να συλλαβίσει στη χλόη την αγάπη μου
    Εγώ, που αδάκρυτος υπόμεινα την ορφάνια της λάμψης, ω Καιροί, δε συγχωρώ.)
    
    Κι όταν, ο ένας του άλλου τρώγοντας τα σπλάχνα, λιγοστέψει ο άνθρωπος, κι από τη μια στην άλλη
    Γενεά, κυλώντας το Κακό, αποθηριωθεί μες στο παντερειπωτικό ουράνιο
    Τα λευκά της μοναξιάς μου μόρια, πάνω από τη σκουριά του χαλα-
    σμένου κόσμου στροβιλίζοντας, θα παν να δικαιώσουν τη μικρή μου σύνεση
    Κι αρμοσμένα πάλι τους ορίζοντες μακριά θ' ανοίξουν, ένα ένα στα
    χείλη του νερού να τρίξουν τα λόγια τα πικρά
    
    Το παλιό μου της απελπισίας νόημα δίνοντας
    Ωσάν δάγκωμα σε φύλλο ουρανικού ευκαλύπτου, η αγία των ηδονών ημέρα να μυρίσει
    Και γυμνή ν' ανέβει το ρεύμα του Καιρού η γυναίκα η Χλοοφόρος
    Που μ' αργότη ανοίγοντας βασιλική τα δάχτυλα, μια για πάντα θα στείλει το πουλί
    Στων ανθρώπων τον ανίερο κάματο, από κει που έσφαλε ο Θεός, να στάξει
    Τρίλια της Παράδεισος!
    
    
    
    
    
    (.....................................................................)
    
    
    
     
    
    Οδυσσέας Ελύτης

    Οδυσσέας Ελύτης : Το φωτόδεντρο
     
          ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ
    
    Πρέπει να 'ταν των Βαΐων τ' ουρανού επειδή και τα πουλιά 
    κατέβαιναν μ' ένα κλαδάκι πράσινο στο ράμφος και στον ύπνο μου
    
    Ένα κορίτσι δίχως λόγο είχε σταθεί κι άφηνε το μπλουζάκι του ξεκούμπωτο
    
    Γυαλί στο φως και μέσα του πλακάκια της κουζίνας όσο το μάτι μου
    έπαιρνε     ανεμίζοντας τούλια μια κορμοστασιά διπλή απ' το σπίτι
    σε ύψος με τα δάχτυλα στο πόμολο το αόρατο
    
    Νταγκ λάμψη αέρας νταγκ λάμψη αέρας ασταμάτητα Όπως
    ύστερα που κάποιος άγιασε και τα καινούρια φαίνονται κι εκείνα σαν παλαιά
    
    Και τα παιδιά που γύριζαν από το πετροκάραβο με τα χταπόδια
    κι οι γυναίκες απ' το ελαιοτριβείο κι η φωνή του γαϊδάρου ξημερώματα
    πάνω από τα μποστάνια πόσα χρόνια  πόσους αιώνες
    
    «Αναντάμ μπαμπαντάμ» έλεγε η μάνα μου και το χέρι της 
    το αρθριτικό σταματούσε σαν φύλλο της μπεγκόνιας
    
    Τέλος Κι οι μνήμες παν κι αυτές πίσω απ' τα πράγματα 
    να τα προφτάσουν  Όπου τα παλαιά φαίνονται πάλι κι εκείνα σαν καινούρια
    
    Θρυλική θα μείνει στους μεταγενέστερους η μέρα που κανείς δεν
    είπε να βαρυγκομήσει     αλλ' οργιές ανοιχτά στα φυλλώματα φέγγανε     
    στιλπνά λεμόνια ηλιίσκοι των αιθέρων.
    
    
     
     Η ΚΟΡΗ ΠΟΥ 'ΦΕΡΝΕ Ο ΒΟΡΙΑΣ
    
    Σε μεγάλη απόσταση μέσα στην ευωδιά του δυόσμου αναλογίστηκα
    που πάω κι είπα για να μη μ' έχει του χεριού της η ερημιά
    να βρω εκκλησάκι να 'χω να μιλήσω.
    
    Η βοή απ' το πέλαγος μου 'τρωγε σαν την αίγα μαύρο σωθικό 
    και μου άφηνε άνοιγμα ολοένα πιο καλεστικό στις Ευτυχίες    
    Όμως τιποτα κανείς
    
    Μόνο πύρωνε τριγύρω της αγριελιάς η μαντοσύνη
    
    Κι όλη στο μάκρος της αφρόσκονης έως ψηλά πάνω από το κεφάλι μου η πλαγιά    
    χρησμολογούσε και σισύριζε     με τρεμίσματα μωβ μυριάδες και χερουβικά εντομάκια     
    Ναι ναι συμφωνούσα οι θάλασσες αυτές θα εκδικηθούνε     
    Μια μέρα οι θάλασσες αυτές θα εκδικηθούνε
    
    Όπου απάνου κει  από τον ερειπιώνα της αποσπασμένη  φάνηκε    
     να κερδίζει σε ύψος  κι όμορφη που δε γίνεται άλλο μ' όλα τα
    χούγια των πουλιών στο σείσιμό της  η κόρη που 'φερνε ο Βοριάς
    κι εγώ περίμενα
    
    Κάθε οργιά πιο μπρος με το που απίθωνε στηθάκι να του αντιστα-
    θεί ο αέρας  κι από μια τρομοκρατημένη μέσα μου χαρά που ανέβαι-
    νε ως το βλέφαρο να πεταρίσει
    
    Άι θυμοί κι άι τρέλες της πατρίδας!
    
    Σπούσαν πίσω της αφάνες φως κι άφηναν μες στον ουρανό     
    κάτι σαν άπιαστα του Παραδείσου σήματα
    
    Πρόκανα μια στιγμή να δω  μεγαλωμένη τη διχάλα των ποδιών 
    κι όλο το μέσα μέρος  με το λίγο ακόμη σάλιο της θαλάσσης     
    Ύστερα μου 'ρθε η μυρωδιά της όλο φρέσκο ψωμί 
    κι άγρια βουνίσια γιάμπολη
    
    Έσπρωξα τη μικρή ξύλινη πόρτα και άναψα κερί     
    Που μια ιδέα μου είχε γίνει αθάνατη.
    
    
    
    
    
    (.....................................................................)
    
    
    
     
    
    
    
     
    ΔΙΕΞ ΤΟ ΜΥΡΤΟΝ
    
    Έτσι για κάτι ελάχιστο που μήτε το έλαβα ποτέ
    Μια λάμψη έστω Κυριολεχτικά πουλήθηκα
    
    «Διέξ το μύρτον» που θα 'λεγε κι ο Αρχίλοχος
    
    Μυστικά     τα κλοπιμαία του χρόνου
    Να περάσω πάσχισα
    Στις διχάλες ενός κοριτσιού το ακήρυχτο ακόμη καλοκαίρι
    
    Το μύδι ενός φιλιού στα χείλη του Ιουλίου
    
    Εορτάζοντας μιας ναυμαχίας
    Την επέτειο     στον πρωραίο ιστό
    Τα κόκκινα του μαύρου με τον γαλάζιο ατμό
    
    Για να 'ναι η στιγμή όπου ο Θεός μου απίστησε
    
    Ο ήλιος όπου εκτίω ειρκτή μεσοούρανα
    Συρμένες έξω
    Οι βάρκες των σπιτιών
    
    Και πέρα να διαβαίνει το κανηφόρο πέλαγος.
    
    
     
       ΠΕΡΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ
    
    Από τέσσερις πέτρες και λίγο θαλασσινό νερό είχα κάνει Ναό που
    καθόμουν να τον φυλάγω
    
    Πλάκωνε το μεσημέρι και αυτό που λέμε σκέψη μες στη ρώγα του
    μαύρου χτυπούσε σταφυλιού να σπάσει
    
    Κάτι θα 'πρεπε να γίνεται μέσα στον ουρανό που να το πιάνει κανέ-
    νας με το σώμα σαν ονείρωξη
    
    «Αργά     στη μεγάλη απ' την αντήχηση αίθουσα σίμωσε το κλουβί
    ο γενειοφόρος κι άνοιξε το καγκελάκι  Τόσος μόχθος αιώνων για
    μια κίνηση μικρή σαν του κλειδούχου που όλοι την εύχονταν αλλά
    κανείς δεν την αποτολμούσε
    
    Σάλεψαν τα παραπετάσματα και ο ήχος του πουλιού πριν 
    απ' το είδωλό του ακόμη έφτανε ψαύοντας την οροφή
    
    Έφεγγε γύρω στα γλυπτά και πάνω από το περιστύλιο ακινητούσε
    μια στιγμή σαν ίλιγγος  που χτυπιόντουσαν τα δέντρα στο βορινό
    παράθυρο κι έβλεπες να μετατοπίζεται το σέλας ώσπου
    
    Να την     η γυμνή γυναίκα  με την πράσινη άχνη στα μαλλιά και το
    χρυσό συρμάτινο γιλέκο  ήρθε και κάθισε απαλά πάνω στις πλάκες
    με τα πόδια μισάνοιχτα
    
    Που αυτό μες στη συνείδησή μου πήρε το νόημα λουλουδιού όταν
    του ανοίγει ο κίνδυνος την πρώτη τρυφεράδα Και κατόπιν    ακριβώς όπως
    
    Μέσα στην Αποκάλυψη περάσανε με τη σειρά τα τέσσερα αλόγα:
    το μαύρο  το ασημί  το ένοχο και τ' ονειροπαρμένο δίχως σέλα
    ή αναβάτη  θέλοντας να δείξουν πως η δόξα τους παρήλθε
    
    Και πως τα πλήθη πίσω τους που οδεύουν  πανστρατιά παν να κα-
    ταποθούν από τη γέννα του Παραδείσου καθώς ήτανε γραμμένο
    
    Αντικρύ της ο άντρας άνοιξε το ρούχο  και τ' ωραίο του ζώο κινήθη-
    κε μπροστά για μια ζωή στη χώρα των δασών και των ήλιων.»
    
    Μύρισα μέσα στον αέρα το σώμα της συκιάς όπως μου ερχόταν
    φρέσκο ακόμη απ' τις μπογιές της θάλασσας
    
    Που κουνήθηκα πάνω του εωσότου  ξύπνησα γλυκά  και το γάλα
    του ένιωσα να μου κολλάει ανάμεσα στα πόδια
    
    Με μανία συνέχιζα να γράφω «Περί Πολιτείας» μες 
    στην άκρα κατάνυξη του απέραντου γλαυκού
    
    Και στα διάφανα μεγάλα φύλλα  Μια στιγμή φάνηκαν τα νησιά
    και ακόμα πιο ψηλά μες στον αιθέρα οι τρόποι όλοι που 'χανε να
    πετάνε τα πουλιά     σκαλί σκαλί ως το άπειρο.
    
     
     
                                         ΧΩΡΙΣ ΠΑΣΜΑΚΙ
    
    Ποιος νικούσε στο πρόσωπο που για να δεις μισόκλεινες τα μάτια
    Τέτοιο ανέβα θεϊκό από μίλια κοράλλια
    
    Στα τρεμάμενα τα σκουλαρίκια     κομματάκια θάλασσας
    Η Κιλικία η μακρινή μελαχρινή χωρίς γιασμάκι
    
    Και το χρυσαφένιο φτυάρι που άδειαζε μες στους ουρανούς την άμμο
    Μια Δευτέρα πρωινή και χτύπησε τ' όστρακο
    Είδαμε να τινάζονται  βέργες ήλιου και η Πεντάτευχος
    Επάνω στα νερά  μα ο έρωτας φάνηκε στα γείσα
    
    Είναι αυτός που νικούσε     και σε μάγουλο εννύχευε την ώρα που
    Από τ' αρτεσιανά των υακίνθων μόσχος
    Ολονύχτιος έφτανε και τη φρέσκια ζέστη με κουβάδες
    Περιχυόταν η ομορφιά γυμνή σαν ένα μόνο διαμάντι.
    
     
     
                                      ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΑΛΟΓΟ
    
    Στον τοίχο που ανατρίχιασε κι όλη μου την αφή γύρισε πίσω
    ιστορημένη σε άλογο κόκκινο άκουγα τον καλπασμό τλακ-τλακ
    μέσα στον άλλο κόσμο:
    
    -Ε που πας Γυναίκα με το μυτερό καπέλο και άλλο δεν αντέχω
    
    - Στις τζιτζιφιές τις κόκκινες πηγαίνω και στα κρεμαστά νερά που
    βαφτισμένον σ' έχω
    
    -Έφτασαν άνθρωποι κακοί κι από τα χρόνια μου έκλεψαν μια μέρα
    
    - Είναι ο αέρας περαστός εκεί και μένουν οι κακοί από πέρα
    
    - Δώσε φιλάκι του Χριστού στο πιο μικρό λουλούδι πες να με θυμάται
    
    - Πως μίκρυνε θα πω η αυλή και το παιδί που σ' έκοψε κοιμάται
    
    - Μαστόροι εσείς και παραγιοί φέρτε μου έναν κουβά με ασβέστη
    
    - Κι εγώ πηγαίνω του Θεού να πω     Γεια κι αληθώς Ανέστη.
    
     
     
                               ΜΙΚΡΗ ΠΡΑΣΙΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
    
    Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ
    Που θα 'θελα να σε υιοθετήσω
    Να σε στείλω σχολείο στην Ιωνία
    Να μάθεις μανταρίνι και άψινθο
    
    Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ
    Στο πυργάκι του φάρου το καταμεσήμερο
    Να γυρίσεις τον ήλιο και ν' ακούσεις
    Πως η μοίρα ξεγίνεται και πως
    Από λόφο σε λόφο συνεννοούνται
    Ακόμα οι μακρινοί μας συγγενείς
    Που κρατούν τον αέρα σαν αγάλματα
    
    Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ
    Με τον άσπρο γιακά και την κορδέλα
    Να μπεις απ' το παράθυρο στη Σμύρνη
    Να μου αντιγράψεις τις αντιφεγγιές στην οροφή
    Από τα Κυριελέησον και τα Δόξα σοι
    Και με λίγο Βοριά λίγο Λεβάντε
    Κύμα το κύμα να γυρίσεις πίσω
    
    Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ
    Για να σε κοιμηθώ παράνομα
    Και να βρίσκω βαθιά στην αγκαλιά σου
    Κομμάτια πέτρες τα λόγια των Θεών
    Κομμάτια πέτρες τ' αποσπάσματα του Ηράκλειτου.
    
     
    
     
    
    
    
    (.....................................................................)
    
    
    
     
    
     
     
                                            Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ
    
    Σκαμπανέβαζε το σπίτι μες στα περιβόλια κι από τα μεγάλα τζάμια
    του θωρούσες     μια να χάνονται αντίκρυ τα βουνά     
    μια ν' ανεβαίνουνε ως τα ύψη πάλι
    
    Από το κεφαλόσκαλο ψηλά    μ' ένα χιτώνιο ναυτικό στους ώμους
    ο πατέρας μου έμπηγε τις φωνές  κι όλοι τρεχοκοπούσανε δεξιά
    κι αριστερά     ποιος να στεριώσει ένα μαδέρι     ποιος να μαζέψει
    βιαστικά τις τέντες     προτού ένας τέτοιος ξαφνικός πουνέντες μας μπατάρει
    
    Έτσι κι αλλιώς     στα μέρη τα δικά μας πάντα ταξιδεύαμε
    
    Π ρ ό σ ω
    
    Και με προσοχή     σαν να το ξέραμε από τότε πως ανέκαθεν υπήρξε
    η πίκρα  κι η Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ
    
    Πρόσω ήρεμα
    
    Έπρησεν δ' άνεμος μέσον ιστίον αμφί δε κύμα στείρη  πορφύρεον
    μεγάλ' ίαχε νηός ιούσης
    
    Και τις χώρες παραπλέαμε των Λωτοφάγων με τη διαρκή πανσέληνο    
     ανασηκωμένα πάνω στα νερά νησιά μαύρα και οστεώδη     
    άλλοτε ήταν η Αιολία όπου οι άνθρωποι γύριζαν 
    στον ύπνο τους ανάλογα με τον καιρό
    
    Κι όπως έχουν να λένε δυο φορές το χρόνο στις Ισημερίες    
    μικρά λευκά παιδιά  μηδαμινά στο ζύγι  έπεφταν συνεχώς σαν απαλές
    νιφάδες και με το πρώτο που άγγιζαν έλιωναν κι έμενε η δροσιά
    
    Θυμάμαι κάποιο πόρτο έξω απ' τους δρόμους τους γνωστούς     
    όπου δεν ήταν εύκολο να πιάσεις και όπου οι κάτοικοι τη νύχτα 
    έφεγγαν σαν πυγολαμπίδες
    
    Δόξα να 'χει ο Θεός εμείς γυρίζαμε παντού ξεφορτώναμε λάδι
    και κρασί και παίρναμε σ' αντάλλαγμα λουλούδια τόνους απ' αυτά
    που τα λεν στη γλώσσα τους οι ιθαγενείς τριαντάφυλλα  μπουκαλά-
    κια με απόσταγμα σπάνιο γιασεμιού ή ακόμη και γυναίκες
    
    Έξαφνα μια κοπέλα χτυπημένη από το βλέμμα του Ταξιάρχη 
    που την πήρα σκλάβα μου και ακόμη ως σήμερα που γράφω 
    μόνο αυτή μου παραστέκει 
    
    Όλο δεξιά
    
    Στο σημείο το ίδιο σαν σταματημένοι  που οι στεριές αργούσαν να φανούν
    
    «Νόμισες εσύ σταμάτησες άλλ' οι άλλοι που μάκρυναν  αυτοί σε
    ακινητούν» έλεγε διορθώνοντας τη σκέψη μου ο πατέρας
    
    Και τα λόγια του ένα ένα στο τετράδιο με τις πεταλούδες κάρφωνα
    
    Μ' άλλα λόγια που άρπαζε από το καλάθι των σοφών ο αέρας ή
    απ' της γύφτισσας το στόμα (είχε κάνει χρόνους όρνεο και κατέβαζε
    γνώση απ' τα βουνά)
    
    Πολλά δίχως ειρμό σαν από κάποιο ποίημα σχισμένο 
    παραδείγματος χάριν «Το νερό που 'σπασε η τρυγόνα κι ομόρφυνε η πληγή μου»
    ή «τίποτα να μην έχω εγώ μονάχα εσένα»
    
    Κι ό,τι άρχιζα να σκέφτομαι μου το συνέχιζε ο αέρας και πολλές
    φορές μου το 'παιρναν τα ιστιοφόρα με σωρούς καρπούζια και άλλα οπωρικά
    
    Στο επάνω καμαράκι με τον στρογγυλό φεγγίτη
    
    Ολοένα η γύφτισσα έψαχνε μες στο φλιτζάνι του καφέ     
    κι ολοένα σκυφτοί πάνω από χάρτες παλαιούς κι εξάντες συζητούσανε
    οι εφτά σοφοί του κόσμου: ο Θαλής ο Μιλήσιος    
    ο Ιμπν Αλ Μανσούρ ο Συμεών ο νέος Θεολόγος ο Παράκελσος  ο Χάρντενμπεργκ
    ο Γιώργης ο ψαράς  κι ο Αντρέας Μπρετόν
    
    Γραμμή
    
    Και να μάθεις υπάρχουνε χιλιάδες τρόποι αλλά να μπεις     έτσι
    στα μέλλοντα θέλει ευπιστία
    
    Θέλει να 'χεις γνωρίσει τη Μαρία τη μεγάλη και τη Μαρία τη μικρή
    που το ρόδι το βάζουν στο κρεβάτι    κι είναι Μάιος πάντα ως το πρωί
    
    Κάπου εκεί πρέπει να 'τανε κι η δική μου Εγγύς Ανατολή  επειδή
    
    Και το Ρόδο του Ισπαχάν και τη Φαριζάντ τη φημισμένη  που 'χε
    από το 'να μέρος τα χρυσά μαλλιά και απ' τ' άλλο τ' ασημένια     
    μες στην κλειδαρότρυπα τις είχα
    
    Στο στενόμακρο δωμάτιο που η θάλασσα το πήγαινε 
    μια δω μια κει κι εγώ το ισορροπούσα
    
    Με λαχτάρα να δω     πως το πόδι μεγαλώνει κει που πάει να χωρίσει
    απ' τ' άλλο κι η γυαλάδα στο γόνατο ή αν είχα τύχη κάποτε κι ο
    αχινός μια στιγμή σε βάθη ανεξερεύνητα
    
    Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά και νεράκι μέντας μου έτρεχε στον
    ουρανίσκο άντρας ε μεθαύριο κάποια γνώμη θα 'χα κι εγώ
    
    Κράτει
    
    Που να δώσω να το καταλάβουν οι πλειοψηφίες πως η δύναμη μόνο
    σκοτώνει και πως το σπουδαιότερο:
    
    Η άνοιξη και αυτή προϊόν του ανθρώπου είναι
    
    Πόντισον 
    
    Έσκυβα ν' ακούσω μέσα μου
    
    Και μια ζεστασιά σαν από πλάσμα ερωτευμένο με χτυπούσε     που
    δεν ήξεραν τα φούλια     κι έβγαιναν κιόλας άσπρα σαν να είχα αγα-
    πηθεί
    
    Στα πλεγμένα κλαδιά και στα διπλά τα φύλλα     που σ' έπιανε από τα
    ρουθούνια μια υγρασία λιγωτική     του ψίλυθρου τα χνότα και το κά-
    τουρο του δέντρου     άξαφνα η άλλη όψη
    
    Ριπιδωτός ιωδόκοσμος Κόρες Κυρές η βιόλα η βιενλαβιέλα     τα
    σπαθιά του Οσμάν και το τρίκλινο του Νικηφόρου
    
    Που  και  μόνον  το  παγόνι  του  έπιανε  μια  τετραωρία  επάνω  στα
    νερά     με τη σούρα εδώ κι εκεί της νεροφίδας
    
    Ή που εάν οσμίζονταν βροχή σε τριών και τεσσάρων ημερών
    απόσταση καραδοκούσε ώσπου ο ήχος έπεφτε και τα κουκάκια
    
    Μπλε και ροζ μυριάδες τρόμαζαν κι έτρεμαν
    
    Αλλ' ειρήνη του περιβολάρη έφερνε η φωνή  και τότε όλο το
    σύδεντρο αγκυροβολούσε.
    
     
     
                                              ΑΡΧΕΤΥΠΟΝ
    
    Του βότσαλου που εκρούστηκε η μπαρούτη  
    μου ξανάφερε το Λιγονέρι και μιαν ακρογιαλιά
    
    Όπου ως φαίνεται είχα πρωτοϊδεί Γυναίκα και τι πάει να πει     
    τα μεσάνυχτα φωτιστικά ροδόδεντρα να βλέπεις    ύστερα κατάλαβα
    
    Που τη βρήκα να είναι περιστέρι
    
    Που τη βρήκα να είναι ο Ύπνος με τσαμπιά σταγόνων μες στην αγκαλιά
    
    Που τη βρήκα σ' ένα ταρατσάκι να την ξηλώνει ο δυνατός αέρας
    
    Ώσπου τέλος δεν έμεινε παρά ένας ώμος και το μέρος το δεξί από τα μαλλιά
    
    Πάνω από τα χαλάσματα     και ο πρώτος Έσπερος.
    
     
     
                                         ΤΟ ΦΩΤΟΔΕΝΤΡΟ
    
                                                         Ι
    
    Ζούσε ακόμη  μ' ένα λαχούρι σκοτεινό στους ώμους η μητέρα μου
    όταν πρώτη φορά μου πέρασε απ' το νου 
    να βρω ένα τέλος μες στην ευτυχία
    
    Με τραβούσε ο θάνατος  όπως η λάμψη η δυνατή όπου δε βλέπεις
    τίποτε άλλο  Και δεν ήθελα να ξέρω δεν ήθελα να μάθω 
    τι τον έκανε η ψυχή τον κόσμο
    
    Κάποτε    ο γάτος που μου ανέβαινε στον ώμο στύλωνε πέρα τα
    χρυσά του μάτια κι ήταν τότε που ένιωθα μιαν αντιφεγγιά να μου
    'ρχεται απ' αντίκρυ σαν αγιάτρευτη όπως λένε νοσταλγία
    
    Κι άλλες πάλι φορές που ακούγονταν από την κάτω σάλα το μάθη-
    μα του πιάνου     με το μέτωπο στο τζάμι     κοίταζα μακριά  πάνω
    απ' τους σωρούς τα ξύλα  μια ψιχάλα κάτασπρα πουλιά να σπάει στο
    μόλο και να γίνεται αχνή
    
    Άγνωστο πως συζούσε μέσα μου ο αδικημένος     αλλά ίσως
    
    Να μου 'χε ακούσει σε μια μακρινή πρωτομαγιά ο αέρας το παράπονο     
    επειδή να: μία ή δύο φορές το Τέλειο φάνηκε στα μάτια μου
    κι υστέρα πάλι τίποτε
    
    Ίδια πουλί πριν του προλάβεις τη λαλιά  που πάει το πήρε ο ήλιος
    μες στα κόκκινα και βασιλεύει.
    
                                                        II
    
    Κατέβαιναν οι άλλοι όταν ανέβαινα  κι άκουσα στ' άδεια δωμάτια
    το τακούνι μου Έτσι κάπως μες στην εκκλησιά όταν ο Θεός δεν
    είναι Ειρηνικά γίνονται και τα χείριστα
    
    Θα ερχόταν κάποιος  όμως Ίσως κι η αγάπη  αλλά Στις δύο το
    μεσημέρι που έσκυβα στο παράθυρό μου να πετύχω 
    κάτι θυμωμένο ή άτυχο ήταν μόνο το φωτόδεντρο
    
    Εκεί στο πίσω μέρος της αυλής μες στις βρομούσες και στα παλιοσίδερα     
    όμως Δίχως ποτέ κανείς να το ποτίσει αλλά     
    Παίζοντας με το σάλιο μου να το ξαμώσω από ψηλά     
    περνούσαμε τις μέρες ώσπου
    
    Μονομιάς σπούσε η άνοιξη τους τοίχους μου 'φευγε το περβάζι
    απ' τον αγκώνα κι έμενα μπρούμυτα μες στον αέρα να κοιτώ
    
    Τι λογής είναι η αλήθεια όλο φύλλα στρογγυλά  κι από το 
    μέρος του ήλιου κασσιτερωμένα κόκκινα πέντε δέκα 
    εκατοντάδες αρπαγμένα εφ' όρου ζωής απ' το άγνωστο
    
    Ακριβώς όπως εμείς Και ας μαίνονταν οι συμφορές τριγύρω     ας
    πέθαιναν οι άνθρωποι  ας έφτανε από τα κατάβαθα του Αρνιού 
    ξανασταλμένος ο απόηχος του πολέμου τίποτε αυτό  μια στιγμή
    σταματούσε να δοκιμαστεί αν θ' αντέξει
    
    Τέλος επροχωρούσε αμείλικτο μέσα στο φως όπως ο Ιησούς
    Χριστός κι όλοι οι ερωτευμένοι.
    
                                                     III
    
    Ανάθεμα που 'χε πραΰνει όλ' η όξω η θάλασσα (και μέσα βάθαινε 
    το σπίτι) κι εμένα στο κρεβάτι μου παρατημένος να με αγγίζουν 
    όλων των λογιώ οι σταυροί
    
    Των λουλουδιών και των ανθρώπων που δούλευαν στο σπίτι 
    απ' τον καιρό των πρώτων Χριστιανών     
    Της Θεία-Βατάνας που τρεμόσβηνε
    όλη νύχτα μες στις άδειες κάμαρες σαν το καντήλι
    
    Και της Θεία-Μελισσινής που 'χε μόλις γυρίσει απ' τη 
    Συντέλεια κι έλεγες κάτι από το βυσσινί της 
    Παναγίας έσκεπε ακόμη τ' αραιά της τα μαλλιά
    
    (Λύπη λύπη μου που δε μιλιέσαι αλλά σκάφος βρεμένο στην 
    πανσέληνο είσαι και αστείρευτη παραμυθία     
    μες στον ύπνο μου να ρυμουλκείς μοσχονήσια 
    με αναμμένο το μισό στερέωμα ένας
    
    Αχ ερωτευμένος είμαι και το μόνο που ζητώ αχ μόνο αυτό δεν έχω)
    
    Έπλεαν κομμάτια ξύλα κι ευτυχίες καμένες απ' το πέρασμα 
    του θυμιατού στης κοντινής Ανατολής τους λόφους     
    χρυσοποίκιλτα σεράγια και σοφία χυμένη στο γυαλί
    
    Το ελάχιστο θέλησα και με τιμώρησαν με το πολύ.
    
     
    
                                                     IV
    
    Τώρα στο μακρινό νησί κανένα σπίτι δεν υπήρχε πια     μόνο αν
    φυσούσε από νοτιά στη θέση του έβλεπες ένα μοναστήρι     
    που ψηλά το συνέχιζαν τα σύννεφα     και από κάτω στα ύφαλα     
    γλουπακώντας     τα πρασινωπά νερά του 'γλειφαν τα τοιχία 
    με τις βαριές μεγάλες σιδερόπορτες
    
    Έφερνα γύρους κι έβγαζα φως κοκκινωπό     
    από το να 'χω παιδευτεί και από το να 'μαι μόνος
    
    Άσκοποι εντελώς καλόγεροι έψελναν και μελετούσαν κι ούτε που
    μου άνοιγε κανείς να ξαναδώ σε τι μεριές μεγάλωσα  σε τι μεριές με
    μάλωνε η μητέρα μου     που πρωτοφύτρωσε και για ποιανού τη χάρη
    το φωτόδεντρο  εάν υπάρχει ακόμη
    
    Από κάπου ο καπνός περνούσε από το βλέμμα του αγίου Ισίδωρου
    ίσως πέμπονταν το μήνυμα ότι
    
    Τα δεινά μας καλώς έχουν και η τάξη δεν πρόκειται ν' ανατραπεί
    
    Αχ που 'σαι τώρα καημένο μου φωτόδεντρο που 'σαι φωτόδεντρο
    παραμιλούσα κι έτρεχα τώρα σε θέλω τώρα που έχασα ως και
    τ' όνομά μου
    
    Που πια κανένας δεν πενθεί τ' αηδόνια   κι όλοι γράφουν ποιήματα.
    
     
    
    
    
    (.....................................................................)
    
    
    
     
     
     
                                ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΔΕ ΓΙΝΕΤΑΙ
    
    Να 'χε η νοσταλγία σώμα 
    να το σπρώξω απ' το παράθυρο έξω!     
    Να τσακίσω εκείνο που δε γίνεται!     
    Κορίτσι που από το γυμνό σου στήθος     
    σαν από σχεδία κάποτε μ' έσωσε ο Θεός
    
    Και ψηλά πάνω απ' τα τείχη 
    με την ημισέληνο με πήγε     
    μην κι από δική μου Ακριτομύθια φανερωθείς     
    και οι Τύχες σε βάλουν στο σημάδι    
     Όπως κι έγινε     
    Γιατί τέτοια θέλει κι αγαπά η ζωή που 
    εμείς άλλου πιστεύουμε πως είναι
    
    Κι από τ' άλλο μέρος της αγάπης     
    από τ' άλλο μέρος του θανάτου
    υπνοβατούμε ώσπου     
    αβάσταχτα περισφιγμένο     
    κείνο που μας έγι-
    νε σάρκα της σαρκός     
    σαν το φώσφορο μέσα μας πάρει φωτιά και
    ανάψει και ξυπνήσουμε
    
    Ίσια  ναι  πάει ο χρόνος     
    αλλ' ο έρωτας κάθετα     
    και ή κόβονται στα δύο     
    ή που δεν απαντήθηκαν ποτέ     
    Αλλ' αυτό που μένει σαν
    
    Άμμος από δυνατόν αέρα στα δωμάτια     
    και η αράχνη     κι έξω στο κατώφλι
    
    Ο λύκος με το στρογγυλό το μάτι που ολολύζει     
    πιθανά φαίνονται όλα     
    και προπάντων τα βουνά της Κρήτης που μικρός τα 'χα στο
    χιόνι και τα ξαναβρήκα δροσερά     μα τι σημαίνει
    
    Που κι ελεύθερος να μείνεις που και νικητής     
    πάλι ο ήλιος γέρνει κι είναι ολόγυρα σου
    
    Σιγαλιά γεμάτη ακτές καταστραμμένες     
    όπου ακόμη κατεβαίνουνε
    τα σύννεφα να φάνε χόρτο     
    λίγο πριν για πάντα σκοτεινιάσει
    
    Σαν να πήραν τέλος οι άνθρωποι     
    και να μην έχει μείνει άλλο τίποτα
    καίριο να ειπωθεί.
    
     
     
                             ΟΣΟ ΔΙΑΡΚΟΥΣΕ ΤΟ ΑΣΤΡΟ
    
    Το καρπούζι μου πάγωνε τα δόντια κι έμενε
    Η Ελένη μισάνοιχτη όσο διαρκούσε το άστρο
    
    «Αυτό που βλέπεις είναι το βάρος του βουνού
    Βγαλμένο στην εσάρπα με τις έξι Χίμαιρες
    
    Αυτός εκεί ο κομήτης Φελσφεβόρ
    
    Χρόνους πολλούς πριν φτάσει 
    και μοιάζει ακόμη του Χριστού
    
    Στο πρόσωπο και στη χαρά 
    που κάνει ο άνεμος πριν σβήσει
    
    Αυτή με τα μαλλιά σαν κέρας είναι ο πυρετός
    Που θα γυαλίσει τα παιδιά και ίσως τα πάρει
    
    Και αυτά οι κλωστές στην άμμο της γαλήνης
    Θα ιδούμε ακόμη και άλλα
    Θα φανεί μια στιγμή ο Ερμής Τρισμέγιστος
    Κάτω απ' τους τσίγκους με τη συννεφιά και με το φθόριο
    
    Ή μπορεί ν' ακουστεί και η φυσαρμόνικα
    Μαύρη στο μαύρο και που δεν εξηγιέται.»
    
    Και τ' άστρο διαρκούσε όσο η Ελένη κοίταζε
    Και το καρπούζι πάγωνε τα δόντια.
    
     
     
                                       ΤΑ ΔΥΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
    
    Βράδυ αράχνης     τι ωραία μυρίζει γύρω μου η απελπισία
    
    Έχει τη δύναμη σιμά πολύ και αόρατης γαζίας     
    όπως τότε που βάδιζα μ' ένα κορίτσι     
    ανύποπτος     μες στις περιοχές τις άγνωστες του
    Παραδείσου     και γεμάτος γαβγίσματα λυπητερά 
    γύριζε μακριά μου ο κόσμος
    
    Ουριήλ Γαβριήλ     και απόψε τι     
    που ξανάρχομαι και πάω μεταμ-
    φιεσμένος σε ευτυχή     
    να ξεγελάσω το δρόμο της Σελήνης!
    
    Έφυγαν βαυκαλισμένες     
    όπως βάρκες Ενετών από βιόλα ντ' αμόρε
    οι μέρες μου στα ύπτια     
    φορτωμένες μυτερά καρφιά και άσπρα γα-
    ρίφαλα (ω παιδάκια
    
    Με το λίγο σουσάμι ακόμη στο πιγούνι     
    βαρύ χρόνο σηκώσατε και
    αντάμα πήγατε στο φούντο    
     αλλ' ευγένεια πήρε το χαμόγελό σας
    από του πρασίνου τη μεριά    
     Και από την άλλη πέτρωσε)
    
    Άθελα έτσι  όλα πάνε μες στης Αλησμόνης τα νερά     
    κλωνάρια γιούσουρι και αργά βατίκια 
    στο ταλάντεμα τα λιγνοκάλαμα και η
    σέπια του βυθού
    
    Σαν να μόνο τα ονειρεύεται η Σελήνη     
    μα πραγματικά τα βλέπει
    εκείνη
    
    Και την ώρα που κλαίμε ή τα μάτια κλείνουμε να φανταστούμε τι
    γραμμένο ακόμη απομένει κατακέφαλα μας να βρει     αναστεναγμός
    ακούγεται άλλος κι από κει που πηγάζουνε οι ροδώνες     μια δρο-
    σιά μυριστική με συνοδεία κιθάρας χύνεται
    
    Ποταμός του Αυγούστου μες στις πεδιάδες     
    Που και που επιπλέουν
    σπίτια και συστάδες ανθρώπων που 
    μισούνται κι ερωτεύονται     κάτω
    απ' τις φιστικιές ανάβουν τα
    
    Πάλαι ποτέ φιλιά  ξανά και ξανά στις μύτες των ποδιών ο ίδιος
    όρκος και τα ίδια εναντίον της μοίρας λόγια πικρά  εωσότου
    
    Φτάσουν όλα στην περίφημη δέκατη τέταρτη ομορφιά και αργότερα
    στη γέμιση την πλήρη  τέλος απ' το 'να πλάι ξεφτίσουν και φανεί το
    γυμνό δέρμα της γης  με την άνοιξη έτοιμη να επιτεθεί και τους κέ-
    λητες φεύγοντας
    
    Ουριήλ Γαβριήλ εσείς κρατούσατε τα ηνία όταν άκουσα τον καλπασμό     και αλήθεια ήταν
    
    Σαν επιφοίτηση να μου ήρθε από ψηλά μια στάλα υδρόγειος     
    που φωτίστηκε όλη των ονείρων η ερημιά     
    ενώ μέσα στα σκοτεινά φυλλώματα
    
    Ζωή άλλη τρίτη     
    από δυο ιδέες κοντά κοντά βαλμένες     
    να φωνάζει σαν μωρό νεογέννητο άρχισε!
    
     
    
    
    
    (.....................................................................)
    
    
    
     
    
     
     
                                            ΘΕΟΚΤΙΣΤΗ
    
    Και να πάρεις θέση στη γη σαν την Κυπριανή στη Σίφνο ή στην
    Αμοργό τη Χοζοβιώτισσα  δύσκολο πολύ
    
    Θέλει χάδι το χώμα και ψιθύρισμα παρόμοιο με του καβαλάρη στο
    αυτί του αλόγου  Και το ρήγμα μέσα σου
    
    Να μην έχει κιόλας απ' τις πέτρες γίνει αντιληπτό  αλλά να περπατάς 
    ξυπόλυτος λίγη χαρά να δώσεις της τσουκνίδας     και από το
    γυμνό κορμί
    
    Των δεκαπέντε χρόνων να γνωρίζεις  ποιο το μέρος της αθανασίας
    που χάνεται για να το ξαναφέρεις πίσω  εάν
    
    Πεις ελληνικά τη λέξη Θεοκτίστη οπόταν και το χέρι σου θ' ακολουθήσει
    
    Κοίτα! Ίδιοι μοιάζουν οι άνεμοι που σκουραίνουν τα βράχια και της
    θάλασσας δίνουν όψη προπατορική όμως πιο μοναχική τότε η καρδιά σου
    
    Κάτι άλλο αποζητάει Έσωσε να' ναι από Θεού τα αισθήματα  Και ο ήλιος
    
    Σ' ένα του  μιας στιγμής σταμάτημα που ο χρόνος ούτε το 'νιωσε
    πρόφτασε ιερατική του ασβέστη να προσδώσει αίγλη και ομορφιά
    
    Την των ερωτευμένων  που χωρίς να το ξέρουν της θεότητας το
    σχήμα έχουνε πάρει  Έτσι ένα πρωί
    
    Που δε γύρισε πίσω η αθλιότη από μια σταγόνα καθαρή σώμα λαβαίνουν 
    και ανεβαίνουν τα στρουθιά τσίου-τσίου τα νερά εναντιωμένα παίζουν    
     και το σύννεφο έρχεται φορέας ειρήνης
    
    Από μια σ' άλλη ανθρώπου ανάσα με το νου της η βερβένα τρέχει
    και το παραπεταμένο απ' όλους μοσχομπίζελο  με το θάρρος της
    αγνοίας χτυπά που πια χωρίς προσπάθεια πας  ελεύθερος και πάνω
    από τις Εξουσίες
    
    Τότε ιδρύεται φως  Κι ένα χέρι που είναι το δικό σου  στο ψημένο
    επάνω χώμα και στο γαλάζιο το άγριο  να χαράζει αρχίζει σαν ιδεό-
    γραμμα τη μικρή δέσποινα Θεοκτίστη
    
    Να τι πρώτο χρειάζεται Μένουν βέβαια πολλά βουνά μεγάλα διαφανή 
    και αλλά κινούμενα στο αντίθετο του πεπρωμένου ρεύμα     που
    και μόνον ότι το στοχάστηκες     μία κάποια χρυσάχνη στο επάνω
    διάζωμα τ' ουρανού διαρκεί
    
    Ώστε λες     δίκαιο θα 'χε ο Υπερίων που μιλούσε «γι' άλλες μνήμες
    ευγενέστερων καιρών»     και     προσέθετε     «μας υπολείπεται πολλή
    και ωραία δουλειά όσο ν' αγρεύσομε το Μεγαλείο».
    
     
     
                                  ΔΩΡΟ ΑΣΗΜΕΝΙΟ ΠΟΙΗΜΑ
    
    Ξέρω πως είναι τίποτε όλ' αυτά και πως η γλώσσα που μιλώ δεν
    έχει αλφάβητο
    
    Αφού και ο ήλιος και τα κύματα είναι μια γραφή συλλαβική που την
    αποκρυπτογραφείς μονάχα στους καιρούς της λύπης και της εξορίας
    
    Κι η πατρίδα μια τοιχογραφία μ' επιστρώσεις διαδοχικές 
    φράγκικες ή σλαβικές που αν τύχει και βαλθείς 
    για να την αποκαταστήσεις πας αμέσως φυλακή  και δίνεις λόγο
    
    Σ' ένα πλήθος Εξουσίες ξένες μέσω της δικής σου πάντοτε
    
    Όπως γίνεται για τις συμφορές
    
    Όμως ας φανταστούμε σ' ένα παλαιών καιρών αλώνι που μπορεί να
    'ναι και σε πολυκατοικία  ότι παίζουνε παιδιά και ότι αυτός που χάνει
    
    Πρέπει σύμφωνα με τους κανονισμούς     
    να πει στους άλλους και να δώσει μιαν αλήθεια
    
    Οπόταν βρίσκονται στο τέλος 
    όλοι να κρατούν στο χέρι τους ένα μικρό
    
    Δώρο ασημένιο ποίημα.
    
    Οδυσσέας Ελύτης

    Οδυσσέας Ελύτης : ο Ήλιος ο Ηλιάτορας
     
    ΑΦΗΓΗΤΗΣ 
    Ο ΗΛΙΟΣ 
    ΑΝΕΜΟΙ 
    ΚΟΡΙΤΣΙ 
    ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ 
    ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ 
    ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ 
     
    
    ΑΦΗΓΗΤΗΣ 
    
    Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας 
        ο πετροπαιχνιδιάτορας  
    
    από την άκρη των ακρώ 
        κατηφοράει στο Ταίναρο 
    
    Φωτιά 'ναι το πηγούνι του
        χρυσάφι το πιρούνι του. 
    
     
    
                    Ο ΗΛΙΟΣ 
    
    Εσεις στεριές και θάλασσες
        τ' αμπέλια κι οι χρυσές ελιές 
    
    ακούτε τα χαμπέρια μου
        μέσα στα μεσημέρια μου
    
    «Σ' όλους τους τόπους κι αν γυρνώ
        μόνον ετούτον αγαπώ!»
    
    Από τη μέση του εγκρεμού
        στη μέση του αλλού πελάγου
    
    κόκκινα κίτρινα σπαρτά
        νερά πράσινα κι άπατα
    
    «Σ' όλους τους τόπους κι αν γυρνώ
        μόνον ετούτον αγαπώ!»
    
    Με τα μικρά χαμίνια του
        καβάλα στα δελφίνια του 
    
    με τις κοπέλες τις γυμνές
        που καίγονται στις αμμουδιές 
    
    με τους λοξάτους πετεινούς
        και με τα κουκουρίκου τους!
    
     
    
               ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ 
    
    Εμείς ψωμί δεν έχουμε 
        και τέτοια δεν κατέχουμε 
    
    Χρόνους πολλούς μας πολεμάν
        κι ανάσα δεν επήραμαν. 
    
     
    
                 ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ 
    
    Φύγανε τα πουλιά γι' άλλου 
        μα εγώ στο κύμα του γιαλού  
    
    θεμέλιωσα το σπιτικό 
        να τ' αποσώσω δεν μπορώ.
    
     
    
                 ΟΛΕΣ ΜΑΖΙ 
    
    Τέσσερις μήνες χτίζουμε 
        και τους οχτώ γκρεμίζουμε  
    
    και κάθε γινωμένη ελιά 
        στοιχίζει και μια φαμελιά. 
    
     
    
             ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ 
    
    Όνειρο πόκανα κρυφά
        για τα παιδιά π' ανάθρεφα 
    
    Ποιος το 'λεγε πως θε να μου
        τα στείλουνε του σκοτωμού. 
    
     
    
              ΟΛΕΣ ΜΑΖΙ 
    
    Άλλος εβγήκε απ' τα βουνά 
        κι άλλος απ' τα πλεούμενα  
    
    με το πουκάμισο χακί 
        κατάρα οι ξένοι κι οι εδικοί. 
    
     
    
             ΑΦΗΓΗΤΗΣ 
    
    Τ' άκουσε ο ήλιος κι έφριξε
        το φως το κόκκινο έριξε 
    
    Πήραν να καίγονται οι κορφές
        κι όλες οι πάνω γειτονιές. 
    
     
    
               Ο ΗΛΙΟΣ 
    
    Ωρ'τι 'ναι τούτ' η αποκοτιά 
        βρε συ Βοριά βρε συ Νοτιά 
    
    Πουνέντε και Λεβάντε μου
        ένα ραπόρτο κάντε μου. 
    Τα δύο του κόσμου (Παραλλαγή)  
    
    
    
    
    (...................................................................................................)
    
    
    
    
     
    
                         ΑΝΕΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ 
    
    Δρόμοι περπατημένοι κι απερπάτητοι
        Ποιος τους εδιάβη πέρα ποιος δεν τους πατεί 
    
    Μα ο που τους πήρε κι ήμπε μες στα αίματα
        Μήτε Θεός μήτ' άλλος δεν τον σταματά 
    
    Κατακαημένη πλάση που σε γήτεψαν 
        Όλ' οι τρελοί του κόσμου κι εστρατήγεψαν! 
    
     
    
                          ΑΦΗΓΗΤΗΣ 
    
    Παράπονα κι αθιβολές 
        γύρισε ο κόσμος τρεις φορές  
    
    Γιόμα βραδύ μεσάνυχτα 
        κι όλα τα δώματα ανοιχτά  
    
    Στ' αλώνια και στις εμπατές 
        ξυπνούν οι ελαφροΐσκιωτες  
    
    σύρνουν ανάβουνε μαλλί 
        στων αστεριών τη χόβολη  
    
    και τους μικρούς αγγέλους σταμ 
        ατάν και παίζουν αμ στραμ νταμ  
    
    Καημέ που πάρα εβάρυνες
        τον κόσμο δεν εμάρανες  
    
    Τα μαύρα λεν και τ' άσπρα σου
        οι άνεμοι κι όλο τα φυσούν  
    
    Κι ένα κορίτσι εννιά χρονώ
        για λόγου τραγουδά ολονώ. 
    
     
    
                  ΚΟΡΙΤΣΙ 
    
    Δύο συ και τρία γω
        πράσινο πεντόβολο 
    
    μπαίνω μέσα στον μπαξέ
        γεια σου κύριε Μενεξέ 
    
    Σιντριβάνι και νερό
        και χαμένο μου όνειρο 
    
    Τζίντζιρας τζιντζίρισε
        το ροδάνι γύρισε 
    
    Χοπ αν κάνω δεξιά
        πέφτω πάνω στη ροδιά 
    
    Χοπ αν κάνω αριστερά
        πάνω στη βατομουριά 
    
    Το 'να χέρι μου κρατεί
        μέλισσα θεόρατη 
    
    τ' άλλο στον αέρα πιάνει
        πεταλούδα που δαγκάνει.
    
     
    
           ΧΟΡΟΣ 
    
    Βότσαλο μέσα στα νερά 
        του κοριτσιού η αποθυμιά  
    
    Κύκλοι και πως ανοίγουνε
        και με τα σένα σμίγουνε  
    
    ψηλά στη γλάστρα του βουνού
        χρυσό γεράνι τ' ουρανού  
    
    Ήλιε μου και τρισήλιε μου 
        ένα σου λόγο στείλε μου. 
    
     
    
                         ΑΝΕΜΟΙ 
    
    Άκου κι εμάς που μόλις εγυρίσαμε 
        νησιά και πολιτείες που γνωρίσαμε  
    
    Κρήτη και Μυτιλήνη Σάμο κι  Ικαριά
        Νάξο και Σαντορίνη Ρόδο Κέρκυρα 
    
    Σπίτια μεγάλα κι άσπρα σπίτια βουερά 
        πάνω στη μαύρη πέτρα πάνω στα νερά 
    
    Ξάνθη Θεσσαλονίκη Βέροια Καστοριά 
        Γιάννενα Μεσολόγγι Σπάρτη και Μιστρά 
    
    Καμπαναριά και στέγες μες στη συννεφιά
        κι όλα μαζί μια λύπη και μιαν ομορφιά. 
    
     
    
                         Ο ΗΛΙΟΣ 
    
    Όμορφη και παράξενη πατρίδα 
        Ωσάν αυτή που μου 'λαχε δεν είδα  
    
    Ρίχνει να πιάσει ψάρια    πιάνει φτερωτά
        Στήνει στη γη καράβι     κήπο στα νερά  
    
    Κλαίει φιλεί το χώμα     ξενιτεύεται 
        Μένει στους πέντε δρόμους     αντρειεύεται  
    
    Κάνει να πάρει πέτρα     τηνε παρατά 
        Κάνει να τη σκαλίσει     βγάνει θάματα  
    
    Μπαίνει σ' ένα βαρκάκι     πιάνει ωκεανούς
        Ξεσηκωμούς γυρεύει     θέλει τύραννους  
    
    Πέντε μεγάλους βγάνει     πάνω τους βαρεί 
        Να λείψουν απ' τη μέση     τους δοξολογεί. 
    
     
    
    
    
    (...................................................................................................)
    
    
    
    
     
    
     
    
                ΑΦΗΓΗΤΗΣ 
    
    Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας 
        ο πετροπαιχνιδιάτορας  
    
    λίγο το στόμα του άνοιξε 
        κι ευθύς εμύρισε άνοιξη  
    
    Τα δέντρα κελαηδήσανε
        τα ζωντανά σουνίσανε  
    
    κι οι άνεμοι χρωματιστούς
        γεμίσανε χαρταετούς. 
    
     
    
                           Ο ΗΛΙΟΣ 
    
    Τι να σας πω γυναίκες τι να μη σας πω
        παρηγοριά κι αλήθεια που να μην ντραπώ 
    
    Μόνο να σας ακούω πότε θλίβομαι
        πιάνω τα σκοτεινά στα νέφη κρύβομαι
    
    Πότε μα το Θεό περηφανεύομαι
        βάζω τα κόκκινα μου και πορεύομαι 
    
    Στα χώματα όπου η ρίζα μ' αφουκράστηκε
        γύρισε τ' άνθος κι από μένα πιάστηκε 
    
    Με το φαρμάκι δένει κόμπο στα κρυφά
        το γιατρικό που σώζει κι όλ' η ομορφιά 
    
    Το φως όπου σηκώνω και τον έρωτα
        έννοια σας μήτ' εγώ δεν τα 'χω απλέρωτα 
    
    Μέσα μου ρίχνει ο χρόνος ασταμάτητα
        του κόσμου όλα τα βρόμικα και τ' άπλυτα
    
    Κι όσον καιρό κρεμιέμαι πάνω απ' τα νερά
        κι όσον περνώ στα μακρινά τα Τάρταρα 
    
    Τυραγνίες ζηλοφθονίες φόνους παιδεμούς
        τ' αλέθω για τους χρόνους τους μελλούμενους
    
    Τ' αλέθω τα γυρίζω και τα πάω στη γη
        που 'δωσε το σκοτάδι    φως για να το πιει
    
    Κουράγιο περιστέρες και ανεμώνες μου
        Οι ωραίες κι οι συντροφιαστές κι οι μόνες μου 
    
    Όπου μαυρίλα κλώθεται και γνέθεται
        Ήλιοι μικροί γενείτε κι όλο αλέθετε 
    
    Σ' ευλογημένη μέρα βγάζει το κακό
        σε δημοσιά πλατιά το στενοσόκακο 
    
    Κι είναι στη σκοτεινιά και στην ερήμωση
        όπου ριζώνει κι ευωδιάζει η θύμηση 
    
    Ρίζα πικρή μου ρίζα και κρυφή πηγή
        δώσε την περηφάνια πάρε την οργή
    
    Σ' όλα τα σπίτια σ' όλα τα παράθυρα
        δάφνες και κουμαριές και φοινικόκλαρα 
    
    Σ' ένα μακρύ τραπέζι κόκκινο κρασί 
        νέοι και γέροι κι άντρες ξεμανίκωτοι  
    
    Πάρτε μεράκι φλόγα λόγο μάλαμα 
        πάρτε μικρό λαγούτο πάρτε μπαγλαμά  
    
    Ν' αρχίσει το τραγούδι ν' ανεβεί ο καημός 
        να πάρει και να δώσει ο νους κι ο λογισμός  
    
    Τι με το «χα» και με το «νο» και με το «νται»
        όλα του κόσμου τ' άδικα     ξε-χά-νο-νται. 
    
     
    
                      ΤΟ ΤΡΕΛΟΒΑΠΟΡΟ 
    
                              Τραγούδι  
    
    Βαπόρι στολισμένο βγαίνει στα βουνά
        κι αρχίζει τις μανούβρες «βίρα μάινα» 
    
    Την άγκυρα φουντάρει στις κουκουναριές
        φορτώνει φρέσκο αέρα κι απ' τις δυο μεριές 
    
    Είναι από μαύρη πέτρα κι είναι απ' όνειρο
        κι έχει λοστρόμο αθώο ναύτη πονηρό 
    
    Από τα βάθη φτάνει τους παλιούς καιρούς
        βάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμούς 
    
    Έλα Χριστέ και Κύριε λέω κι απορώ
        τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο 
    
    Χρόνους μας ταξιδεύει δε βουλιάξαμε
        χίλιους καπεταναίους τους αλλάξαμε 
    
    Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε
        μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε 
    
    Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
        παντοτινό     τον Ήλιο τον Ηλιάτορα!
    
    Οδυσσέας Ελύτης

    Οδυσσέας Ελύτης : το Μονόγραμμα
     
    Θα πενθώ πάντα -μ' ακούς;- για σένα,
    μόνος, στον Παράδεισο
    
                                               Ι
    
    Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
    Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
    Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός 
    
    Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
    
    Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
    Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
    Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.
    
      
                                            II
    
    Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
    Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ' άλλα που πέρασαν
    Εάν είναι αλήθεια
    
    Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά
    Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
    Τα «πίστεψέ με» και τα «μη»
    Μια στον αέρα, μια στη μουσική
    
    Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας
    Που γύρευαν ν' ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο
    Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
    Και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί
    Πάνω απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτες
    Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
    Κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από
            τους καταρράχτες
    
    Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
    Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
    Στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
    Τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά
    Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
    Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
    Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.
    
      
                                                    III
    
    Έτσι μιλώ για σένα και για μένα 
    
    Επειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
    Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
    Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ' αχανή σεντόνια
    Να μαδάω γιασεμιά - κι έχω τ;η δύναμη
    Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
    Μέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
    Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε
    
    Ακουστά σ' έχουν τα κύματα
    Πως χαϊδεύεις, πως φιλάς
    Πως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε»
    Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
    Πάντα εμείς το φως κι η σκιά
    
    Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
    Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
    Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
    Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
    Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
    Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
    Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
    Επειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
    Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:
    
    Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
    Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
    Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
    Καμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
    Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή
    
    Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
    Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
    Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
    Να μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι
    Επειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
    Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς
    Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
    
    Να μιλώ για σένα και για μένα.
    
      
                                             IV
    
    Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ' ακούς
    Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ' ακούς
    Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ' ακούς
    Μαχαίρι
    Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
    Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ' ακούς
    Είμ' εγώ, μ' ακούς
    Σ' αγαπώ, μ'ακούς
    Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
    Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ' ακούς
    Που μ' αφήνεις, που πας και ποιος, μ' ακούς 
    
    Σου κρατεί το χέρι πάνω απ' τους κατακλυσμούς
    
    Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
    Θα 'ρθει μέρα, μ' ακούς
    Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
    Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ' ακούς
    Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ' ακούς
    Των ανθρώπων
    Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει 
    
    Στα νερά ένα ένα, μ' ακούς
    Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ' ακούς
    Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ' ακούς
    Όπου κάποτε οι φιγούρες
    Των Αγίων
    Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ' ακούς
    Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ' ακούς
    Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
    Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
    Πουθενά δεν πάω, μ' ακούς
    Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ' ακούς
    Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ' ακούς
    Της αγάπης
    Μια για πάντα το κόψαμε
    Και δε γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς
    Σ' άλλη γη, σ' άλλο αστέρι, μ' ακούς
    Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
    Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ' ακούς
    
    Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς
    
    Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούς
    Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούς
    Μες στη μέση της θάλασσας
    Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ' ακούς
    Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς
    Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
    Άκου, άκου
    Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -ακούς;
    Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει -ακούς;
    Είμ' εγώ που φωνάζω κι είμ' εγώ που κλαίω, μ' ακούς
    Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς.
    
      
                                               V
    
    Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
    Με σοφές παραμάνες και μ' αντάρτες απόμαχους
    Από τι να 'ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού
    Την ανταύγεια στο πρόσωπο του νερού του τρεμάμενου
    Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να 'ρθω
    Που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
    Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό 
    
    Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
    Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
    Στα μέρη τ' αψηλά της Κρήτης τίποτα
    Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι 
    
    Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ' όλο το γύρο
    Του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά
    Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά
    
    Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού
    Μάτια της περηφάνιας και του διάφανου
    Βυθού, μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό
    Τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο
    Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς
    Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
    Με τ' άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης
    
    Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
    Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή
    Να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή
    Που κανείς να μην έχει δει και ακούσει
    Τίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
    Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυρο
    Για σένα ούτε η γερόντισσα μ' όλα της τα βοτάνια 
    
    Για σένα μόνο εγώ, μπορεί και η μουσική
    Που διώχνω μέσα μου αλλ' αυτή γυρίζει δυνατότερη
    Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
    Το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο
    Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
    Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
    Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.
    
      
                                                    VI
    
    Έχω δει πολλά και η γη μέσ' απ' το νου μου φαίνεται ωραιότερη
    Ωραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς
    Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
    Τα μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μες στα κύματα
    Ωραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
    Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνά
           της θάλασσας
    
    Έτσι σ' έχω κοιτάξει που μου αρκεί
    Να 'χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
    Μες στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνει
    Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν' ακολουθεί
    
    Και να παίζει με τ' άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!
    Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
    Πριν από την αγάπη και μαζί
    Για τη ρολογιά και για το γκιούλ μπρισίμι
    Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθεί
    Μόνος, και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο
    Μόνος, και ας είμ' εγώ η πατρίδα που πενθεί
    Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο
    Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ' ολοστρόγγυλο
    Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
    Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούς
            τον Παράδεισο!
    
        
                                         VII
    
    Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
    Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα
    
    Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
    Έχω ρίξει μες στ' άπατα μιαν ηχώ
    Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
    
    Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
    Και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.
    
    
    Οδυσσέας Ελύτης

    Οδυσσέας Ελύτης : τα Ρω του 'ερωτα
     
    ΜΙΚΡΕΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ
    
                   ΜΑΡΙΝΑ
    
    Δώσε μου δυόσμο να μυρίσω
        λουίζα και βασιλικό
    Μαζί μ' αυτά να σε φιλήσω
        και τι να πρωτοθυμηθώ 
    
    Τη βρύση με τα περιστέρια
        των Αρχαγγέλων το σπαθί
    Το περιβόλι με τ' αστέρια
        και το πηγάδι το βαθύ 
    
    Τις νύχτες που σε σεργιανούσα
        στην άλλη ν άκρη τ' ουρανού
    Και ν' ανεβαίνεις σε θωρούσα
        σαν αδελφή του Αυγερινού 
    
        Μαρίνα πράσινό μου αστέρι
    Μαρίνα φως του Αυγερινού
        Μαρίνα μου άγριο περιστέρι
    και κρίνο του καλοκαιριού.
    
     
    
           ΤΑ ΕΛΛΗΝΑΚΙΑ
    
    Τον Μάρτη περικάλεσα
        και τον μικρό Νοέμβρη
    Τον Αύγουστο τον φεγγερό
        κακό να μη μας έβρει 
    
    Γιατ' είμαστε μικρά παιδιά
        είμαστε δυο Ελληνάκια
    Μες στα γαλάζια πέλαγα
        και στ' άσπρα συννεφάκια 
    
    Γιατ' είμαστε μικρά παιδιά
        κι η αγάπη μας μεγάλη
    Που αν τη χωρέσουμε απ' τη μια
        περσεύει από την άλλη 
    
    Κύματα σύρετε ζερβά
        κι εσείς τα σύννεφα δεξιά
    Φάληρο με Περαία
        μια γαλανή σημαία.
    
    
    
    
     (....................................................................................................)
    
    
    
    
     
    
    ΤΑ 'ΔΑΤΕ ΤΑ ΜΑΘΑΤΕ
    
    Ήταν μια θεία θέληση
        κι ενός αγίου τάμα
    
    Εμείς οι δυο να σμίξουμε
        και να γενεί το θάμα: 
    
    Οι βάρκες ν' ανεβαίνουνε
        ως τα ψηλά μπαλκόνια
    
    Κι οι ορτανσίες να πετούν
        καθώς τα χελιδόνια 
    
    Ν' ανάβουν οι άγιοι κερί
        στη χάρη των δυονώ μας
    
    Και τα ψαράκια να φυλούν
        την άκρη των ποδιών μας
    
    Όλος ο κόσμος ν' απορεί
        μωρέ τι να 'ν' και τούτο
    Με το μπουζούκι να λαλεί
        και το μικρό λαγούτο: 
    
    -Τα 'δατε τα μάθατε
        μια αγάπη που εγεννήθη
    Άνθρωπος δεν την κατελεί
        κι ο Άδης ενικήθη.
    
     
    
     
    
    ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΒΟΡΙΑ 
    
    Του μικρού Βοριά παράγγειλα
        να 'ναι καλό παιδάκι
    Μη μου χτυπάει πορτόφυλλα
        και στο παραθυράκι 
    
    Γιατί στο σπίτι που αγρυπνώ
        η αγάπη μου πεθαίνει
    Και μες στα δάκρυα την κοιτώ
        που μόλις ανασαίνει 
    
    Με πιάνει το παράπονο
        γιατί στον κόσμο αυτόνα
    Τα καλοκαίρια τα 'χασα
        κι έφτασα στο χειμώνα 
    
    Σαν το καράβι που άνοιξε
        τ' άρμενα κι αλαργεύει
    θωρώ να χάνονται οι στεριές
        κι ο κόσμος λιγοστεύει 
    
    Γεια σας περβόλια γεια σας ρεματιές
        γεια σας φιλιά και γεια σας αγκαλιές
    Γεια σας οι κάβοι κι οι ξανθοί γιαλοί
        γεια σας οι όρκοι οι παντοτινοί. 
    
     
    
    
    
     (....................................................................................................)
    
    
    
    
     
    
     
    
    ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΥΡΟ ΚΑΙ ΤΖΙΑ
    
    Ανάμεσα Σύρο και Τζια
    μικρή φυτρώνει νεραντζιά
    η μικρή μου η κοπελιά
    
    Πόχει τις ρίζες στο βυθό
    και τα κλαδιά στον ουρανό
    το κορίτσι που αγαπώ 
    
    Πλάσμα δεν είναι ανθρωπινό
       δεν είναι μήτε ξωτικό
       το κορίτσι που αγαπώ 
    
    Μα 'χει τον ήλιο φορεσιά
       τα κύματα περπατηξιά
       η μικρή μου η Παναγιά 
    
    Χάιντε νύφη της θαλάσσης
       τι φαμίλιες θα χαλάσεις 
    
    Νύφη μέσα στα μπουγάζια
       με τα πέπλα τα γαλάζια 
    
    Άνεμος να μη σε πιάσει
       λούλουδο μη σου χαλάσει 
    
    Κι αν γενεί ποτέ το θάμα
       κι αγαπήσεις κάνω τάμα
    
    Να σου στείλω μια μπρατσέρα
       με τον Πολικόν Αστέρα.
    
     
    
    
    ΤΟ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΤΡΙΦΥΛΛΙ
    
    Μια φορά στα χίλια χρόνια
        του πελάγου τα τελώνια
    Μες στα σκοτεινά τα φύκια
        μες στα πράσινα χαλίκια
    Το φυτεύουνε και βγαίνει
        πριν ο ήλιος ανατείλει
    Το μαγεύουνε και βγαίνει
        το θαλασσινό τριφύλλι
    
    Κι όποιος το 'βρει δεν πεθαίνει
        κι όποίος το 'βρει δεν πεθαίνει
    
    Μια φορά στα χίλια χρόνια
        κελαηδούν αλλιώς τ' αηδόνια
    Δε γελάνε μήτε κλαίνε
        μόνο λένε μόνο λένε:
    -Μια φορ&ά στα χίλια χρόνια
        γίνεται η αγάπη αιώνια
    Να 'χεις τύχη να 'χεις τύχη
        κι η χρονιά να σου πετύχει
    
    Κι από τ' ουρανού τα μέρη
        την αγάπη να σου φέρει
    
    Το θαλασσινό τριφύλλι
        ποιος θα βρει να μου το στείλει
    Ποιος θα βρει να μου το στείλει
        το θαλασσινό τριφύλλι.
    
     
    
              ΤΑ ΤΖΙΤΖΙΚΙΑ
    
    Η Παναγιά το πέλαγο
        κρατούσε στην ποδιά της
    Τη Σίκινο την Αμοργό
        και τ' άλλα τα παιδιά της 
    
    Από την άκρη του καιρού
        και πίσω απ' τους χειμώνες
    Άκουγα σφύριζε η μπουρού
        κι έβγαιναν οι Γοργόνες 
    
    Κι εγώ μέσα στους αχινούς
        στις γούβες στ' αρμυρίκια
    Σαν τους παλιούς θαλασσινούς
        ρωτούσα τα τζιτζίκια: 
    
    Ε σεις τζιτζίκια μου άγγελοι
        γεια σας κι η ώρα η καλή
    Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει;
        κι 'ολ' αποκρίνονταν μαζί: 
    
    -Ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει.
    
      
    
    
    
     (....................................................................................................)
    
    
    
    
     
    
    
     
                     Η ΕΛΕΝΗ
    
    Σήκωνε το κλουβί
    μια δω μια κει
        κι ο ήλιος πήγαινε απ' την άλλη
        ν' ανάψει τ' όμορφο κεφάλι
    Μια δω μια κει
    ο ήλιος κάθε Κυριακή 
    
    Φώναζε στην αυλή
    ψι ψι, ψι ψι
        κι ο γάτος σήκωνε ποδάρι
        μέσ' απ' τα μάτια της να πάρει
    Ψι ψι, ψι ψι
    την αστραπή τους τη χρυσή 
    
    Πήγαινε ν' ανεβεί
    σκαλί σκαλί
        την αγκαλιά ρούχα γεμάτη
        κι έλεγαν οι αγγέλοι να τη
    Σκαλί σκαλί
    την πιο μικρή μας αδερφή 
    
    Κάτασπρο γιασεμί
    και μυ- και μυ-
        και μυστικέ μου Αποσπερίτη
        πάρτε με πάρτε με στην Κρήτη
    Και μη και μη
    και μη ρωτάτε το γιατί.
    
     
    
    Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ
    
    Κάθε πρωί όπου ξυπνώ
        τρέχω στην πόρτα και κοιτώ 
    
    Τρίτη Κυριακή Δευτέρα
        κι άλλη μια χαμένη μέρα 
    
    Πάνε κι έρχονται ολοένα
        τα βαπόρια και τα τρένα 
    
    Ταχυδρόμε ανάθεμα σε
        μόνο εμένα δε θυμάσαι 
    
    Πιάνει ο κόσμος περιστέρια
        κι εγώ μένω μ' άδεια χέρια 
    
    -Γράμμα τέτοιο δε λαβαίνεις
        άδικα μην περιμένεις 
    
    Δε σου το 'χουνε γραμμένο
        κι αν σου το 'χουν πάει άλλου 
    
    Άλλος μένει εκεί που μένεις
        και το δίνουνε αυτουνού 
    
    Ίσως να 'ναι και σταλμένο
        σ' άνθρωπο του φεγγαριού 
    
    Ή και παραπεταμένο
        σε μιαν άκρη τ' ουρανού.
    
     
    
    ΤΟ ΔΕΛΦΙΝΟΚΟΡΙΤΣΟ
    
    Εκεί στης Ύδρας τ' ανοιχτά και των Σπετσώ
        να σου μπροστά μου ένα δελφινοκόριτσο 
    
    Μωρέ του λέω που 'ν' το μεσοφόρι σου
        έτσι γυμνούλι πάς να βρεις τ' αγόρι σου; 
    
    ?Αγόρι εγώ δεν έχω μου αποκρίνεται
        βγήκα μια τσάρκα για να δω τι γίνεται 
    
    Δίνει βουτιά στα κύματα και χάνεται
        ξανανεβαίνει κι απ' τη βάρκα πιάνεται 
    
    Θε μου συχώρεσε μου σκύβω για να δω
        κι ένα φιλί μου δίνει το παλιόπαιδο 
    
    Σαν λεμονιά τα στήθη του μυρίζουνε
        κι όλα τα μπλε στα μάτια του γυαλίζουνε
    
    ?Χάιντε μωρό μου ανέβα και κινήσαμε
        πέντε φορές τους ουρανούς γυρίσαμε.
    
     
    
     
    
    Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΩΝ
    
    Η ΠΟΔΗΛΑΤΙΣΣΑ
    
    Το δρόμο πλάι στη θάλασσα περπάτησα
        που' κανε κάθε μέρα η ποδηλάτισσα 
    
    Βρήκα τα φρούτα που 'χε το πανέρι της
        το δαχτυλίδι που 'πεσε απ' το χέρι της 
    
    Βρήκα το κουδουνάκι και το σάλι της
        τις ρόδες το τιμόνι το πεντάλι της 
    
    Βρήκα τη ζώνη της βρήκα σε μιαν άκρη
        μια πέτρα διάφανη που 'μοιαζε με δάκρυ 
    
    Τα μάζεψα ένα ένα και τα κράτησα
        κι έλεγα που 'ναι που 'ναι η ποδηλάτισσα 
    
    Την είδα να περνά πάνω απ' τα κύματα
        την άλλη μέρα πάνω από τα μνήματα 
    
    Την τρίτη νύχτωσ' έχασα τ' αχνάρια της
        στους ουρανούς άναψαν τα φανάρια της.
    
     
    
    
    
     (....................................................................................................)
    
    
    
    
     
    
     
    
    ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟ ΑΚΑΤΟΙΚΗΤΟ
    
    Από τον πάνω δρόμο πάω και κοιτώ
        που 'ναι το μαύρο σπίτι το ακατοίκητο 
    
    Κι αν είναι η νύχτα σκοτεινή
        μες στον αέρα πιάνω
    Μια κοριτσίστικη φωνή
        κι ένα σκοπό στο πιάνο 
    
    Μαρία και Βασιλική
        χλωμή σαν Παναγίτσα
    Με την νταντέλα τη λευκή
        και τη χρυσή καρφίτσα 
    
    Φύσα Νοτιά μου κι άδικα λυπήθηκα
        σ' άλλους καιρούς μπορεί και ν' αγαπήθηκα.
    
     
    
    ΣΤΗΝ ΞΥΛΙΝΗ ΠΑΡΑΓΚΑ
    
    Φθινόπωρο και πάλι μου γυρίζει ο νους
        στην ξύλινη παράγκα με τους αίλανθους
    
    Στον Φίλιπ και στην Άννα και στην Αιρήν
        που 'ρχονταν κάθε χρόνο απ' το Αμπερντήν 
    
    Κορίτσι κοριτσάκι που για χάρη του
        είχε τσακίσει ο ήλιος το κοντάρι του
    
    Το σήκωσε το πήγε πάνω απ' τα βουνά
        κρατούσε ένα ματσάκι από κυκλάμινα
    
    Έγινε κάτι λάθος μες στα ριζικά
        στους ουρανούς δεν ήξεραν εγγλέζικα
    
    Χτύπησε μια μικρή καμπάνα ντιν ντιν ντιν
        στην ξύλινη παράγκα και στο Αμπερντήν.
    
     
    
    
    ΣΟΥ ΤΟ 'ΠΑ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ
    
    Σου το 'πα για τα σύννεφα
        σου το 'πα για τα μάτια τα κλαμένα
        για τα σημάδια που άφησαν τα χέρια μας
        πάνω στα τραπεζάκια τα βρεμένα
    Στα φανερά και στα κρυφά
        σου το 'πα για τα σύννεφα
        Για σένα και για μένα 
    
    Σου το 'πα με τα κύματα
        σου το 'πα με τη σκοτεινή ρουφήχτρα
        με το σκυλί και με το κλεφτοφάναρο
        με τον καφέ και με τη χαρτορίχτρα
    Ψιθυριστά και φωναχτά
        σου το 'πα με τα κύματα
        Σου το 'πα μες στη νύχτα 
    
    Σου το 'πα τα μεσάνυχτα
        σου το 'πα τη στιγμή που δε μιλούσες
        που με το νου μου λίγο μόνο σ' άγγιζα
        κι άναβε το φουστάνι που φορούσες
    Από κοντά κι από μακριά
        σου το 'πα τα μεσάνυχτα
        Με τ' άστρα που κοιτούσες.
    
     
    
    Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΩΝ
    
    Πέτρες επήρα και κλαδιά
        τα φύτεψα στην αμμουδιά
    Και μια ψυχή μελέτησα
        το λόγο δεν αθέτησα 
    
    Με τον καιρό με τον καιρό
        έγινε αλήθεια τ' όνειρο
    Οι πέτρες μεγαλώσανε
        και τα κλαδιά φυτρώσανε 
    
    Τα κυπαρίσσια τα κελιά
        σου τα 'κανα παραγγελιά
    Τις πόρτες τις αμπάρες σου
        και τις οχτώ καμάρες σου
    
    Στο μέρος το πιο δροσερό
        έστησα το καμπαναριό
    Και κύματα και κύματα
        γύρω σου τ' άσπρα μνήματα 
    
    Έλα Κυρά και Παναγιά
        με τ' αναμμένα σου κεριά
    Δώσε το φως το δυνατό
        στον Ήλιο και στο Θάνατο. 
    
     
    
    
    
     (....................................................................................................)
    
    
    
    
     
    
     
    
    ΤΥΧΗ
    
    Λάμπει τ' ασημί του σπάρου
        μες στο μάρμαρο της Πάρου
    Στου μεσημεριού το φως
        το τραγούδι της Σαπφώς
    
    Λάμπει λάμπει κι η χαρά μου
        μες στην άσπρη κάμαρα μου
    
    Κωπηλάτες του θανάτου
        να 'χει Ελλάδες κι εκεί κάτου;
    Να με πάτε να με πάτε
        σαν νησάκι που κοιμάται 
    
    Και βουές γεμίζει μόνον
        στους αιώνες των αιώνων.
    
     
    
    Ο ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ
    
    Ο Αύγουστος ελούζονταν μες στην αστροφεγγιά
    κι από τα γένια του έσταζαν άστρα και γιασεμιά 
    
    Αύγουστε μήνα και Θεέ σε σένανε ορκιζόμαστε
    πάλι του χρόνου να μας βρεις στο βράχο να φιλιόμαστε 
    
    απ' την Παρθένο στον Σκορπιό χρυσή κλωστή να ράψουμε
    κι έναν θαλασσινό σταυρό στη χάρη σου ν' ανάψουμε 
    
    Ο Αύγουστος ελούζονταν μες στην αστροφεγγιά
    κι από τα γένια του έσταζαν άστρα και γιασεμιά.
    
     
    
    ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΟΥ ΙΣΠΑΧΑΝ
    
    Μισοφέγγαρο ασημί
        βγαίνει μες στο γιασεμί
    Τα κορίτσια το κοιτάν
        απ' τους κήπους του Ισπαχάν 
    
    Κι ένας άγγελος με γένια
        στέκει πάνω στα μπεντένια:
    Τέτοια νύχτα ποιος κοιμάται
        το Θεό δεν τον φοβάται; 
    
    Άγγελε τι μας το λες
        φέρε κόκκινες στολές
    Να γίνουμε τα μαμούδια
        πάνω στα χρυσά λουλούδια 
    
    Ράντισέ μας όνειρο
        το γαριφαλόνερο
    Να γεμίσουμε τη λύπη
        από κείνο που μας λείπει 
    
    Κάνε τη στερνή τη χάρη
        του γερο - περιβολάρη
    και του απαρηγόρητου
        να 'ρθει πια το αγόρι του 
    
    Γέρνει ο κήπος με το πλάι
        μες στους ουρανούς και πάει
    Με το φως επανωφόρι
        στέκει ο άγγελος στην πλώρη: 
    
    -Κοιμηθείτε κοιμηθείτε
        το Θεό παντού θα βρείτε
    Στο κρεβάτι και στον τάφο
        σας το γράφω σας το γράφω 
    
    Μισοφέγγαρο ασημί
        γέρνει μες στο γιασεμί
    Τραγουδάνε και το παν
        τα κορίτσια του Ισπαχάν.
    
     
    
    ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ
    
    Άντρας δεν είναι ούτε γυναίκα
        ούτε μας έρχεται απ' τη Μέκκα
    
    Είναι παιδί μελαχρινό
        μας έρχεται απ' τον ουρανό
    
    Κι έχει τα πλούτη του εδωπέρα
        στη γης και στο χρυσόν αέρα 
    
    Έχει μια θάλασσα με φάρους
        που ανάβουν μόνο για τους γλάρους 
    
    Έχει εκκλησιές που τις πηγαίνει
        όπου του λεν οι πικραμένοι 
    
    Κι ένα λαγωνικό που πιάνει
        τις έγνοιες πάνω στο ταβάνι
    
    Κανείς δεν ξέρει πως τον λένε
        μια του γελούνε μια του κλαίνε 
    
    Και πότε ζει πότε πεθαίνει
        πότε τους άλλους ανασταίνει 
    
    Τις αλυσίδες όλες σπάει
        και μ' ανοιχτές φτερούγες πάει.
    
     
    
    
    
     (....................................................................................................)
    
    
    
    
     
    
     
    
    Η ΤΑΡΑΤΣΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ
    
                             α'
    
    Στα σύρματα μπουγάδες απλωμένες
        φέγγουν οι τοίχοι φέγγουνε οι αντένες
    
    Αύγουστο μήνα μέσα στο φεγγάρι
        παν οι ταράτσες παν χωρίς βαρκάρη 
    
    Κάπου σε μια κουζίνα πλένουν πιάτα
        μυρίζει ψάρι και αγγουροσαλάτα 
    
    Κι ένας ψηλός αντίκρυ από μια σκάλα
        με το τσιγάρο του κάνει σινιάλα 
    
    Ελάτε άγγελοι ώρα σας να βγείτε
        με τα δικά σας κιάλια να μας δείτε
    
    Να δείτε που φυλάγω καραούλι
        σκαρφαλωμένος πάνω στο πεζούλι.
    
                                   β'
    
    Όπα και να σου - μέσα στο σκοτάδι
        ένα παρά - παράθυρο που ανάβει:
    
    Βλέπω βιβλία βλέπω ένα κομμάτι
        απ' τον καθρέφτη βλέπω το κρεβάτι 
    
    και στα σεντόνια μισοξαπλωμένο
        ένα κορίτσι - πως το περιμένω!
    
    Κάθε που το 'να γόνατο σηκώνει
        μια μυρωδιά κανέλας με λιγώνει 
    
    Και κάθε που το χέρι του γυρίζει
        στο μέρος που σγουραίνει και μαυρίζει 
    
    Με παίρνει τ' αεράκι και πηγαίνω
        στου Παραδείσου τα περβόλια μπαίνω.
    
     
    
    ΤΟ «ΤΕΤΡΑΔΙΟΝ ΤΗΣ ΜΑΘΗΤΡΙΑΣ»
    
    Κοιμάμαι κι ονειρεύομαι προβλήματα
        όλα τα πυθαγόρεια θεωρήματα
    Τα θαύματα της τριγωνομετρίας
        μέσα στο μπλε «Τετράδιον της Μαθήτριας» 
    
    Απ' την αρχή την Κάθοδο των Αχαιών
        τις μάχες των Ελλήνων κατά των Περσών
    Να μάθω για τον πόλεμο της Τροίας
        μέσα στο μπλε «Τετράδιον της Μαθήτριας» 
    
    Των αγοριών τα κεφαλαία ονόματα
        και τα γυμνά σχεδιασμένα σώματα
    Παλιόλογα και λόγια της λατρείας
        μέσα στο μπλε «Τετράδιον της Μαθήτριας».
    
     
    
    Η ΡΟΥΛΕΤΑ
    
    Βγήκαν τα νιάτα ψεύτικα
        στα γηρατειά ερωτεύτηκα
    Μεγάλη πόρτα βρήκα
        μετάνιωσα - δεν μπήκα
    είπα τι κι έτσι τι κι αλλιώς
        άλλαξε ρούχα ο Μανολιός 
    
    Στο κόκκινο ποντάρισα
        πέντε φορές λαχτάρησα
    Τ' ακούμπησα στο μαύρο
        ποιος τα 'χασε να τα 'βρω
    Είπα να παίξω και στα δυο
        γύρισε κι ήρθε το ζερό 
    
    Μες στη ζωή μας βρε παιδιά
        έρχεται πρώτ' η αναποδιά
    Ένα πιάνεις δέκα χάνεις
        δέκα ζεις μια θα πεθάνεις.
    
     
    
    Η ALFA ROMEO
    
    Θαύμασα τον Παρθενώνα
        και στην κάθε του κολόνα
        βρήκα τον χρυσό κανόνα
    
    Όμως σήμερα το λέω
        βρίσκω το καλό κι ωραίο
        σε μια σπορ Alfa Romeo 
    
    Καλοκαίρια και χειμώνες
        να 'ναι γύρω μου ελαιώνες
        πίσω μου όλ' οι αιώνες 
    
    Κι όπου μπρος μου ο δρόμος βγάζει
        και σε πειρασμό με βάζει
        δώσ' του να πατάω το γκάζι 
    
    Με τη δύναμη του λιόντα
        και με του πουλιού τα φόντα
        πιάνω τα εκατόν ογδόντα
    
    Γεια σας θάλασσες και όρη
        γεια σας κι έχω βάλει πλώρη
        για της Αστραπής την Κόρη.
    
     
    
    ΕΧΕΙ ΚΙ Ο ΦΤΩΧΟΣ ΠΟΥΛΙ
    
    Να 'χεις στόλους και βαπόρια
        και πλεούμενα πελώρια
    
    Με το δένε και το λύνε
        λίγο βέβαια δεν είναι
    
    Όμως της ζωής το αλάτι
    
        βρίσκεται μες στο κρεβάτι
    
    Μια μονάχα μες στις δέκα
        να 'ναι αληθινή γυναίκα
    
    Και τα τέτοια δεν τα θέλει
        κύριε Γιώργο κύριε Τέλη
    
    Μάθετέ το είναι καιρός
        ίδια τα 'δωκε ο Θεός
    
    Τι λιγάκι τι πολύ
        έχει κι ο φτωχός πουλί.
    
     
    
    ΟΙ ΔΥΟ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΙ
    
    Δύο είν' οι Παράδεισοι
        που λέει κι η παράδοση: 
    
    Είν'  ένας μες στους ουρανούς
        που μήτε τον χωράει ο νους 
    
    Κι όπου αδερφέ μου για να πας
        θα 'ναι από δίπλα του παπάς 
    
    Είν' ένας άλλος έδωνα
        κι ας μην τον βλέπεις πουθενά 
    
    Όρη θάλασσες και βράχοι
         μοιάζει λίγος κι όλα τα 'χει
    
    Έχει βιόλες έχει κρίνα
        Σεραφείμ με μαντολίνα
    
    Έχει γλύκες έχει τρέλες
        του διαόλου τις κοπέλες 
    
    Μοιάζει λίγος κι όλα τα 'χει
        να βουτάς κι ό,τι σου λάχει. 
    
     
    
    
    
     (....................................................................................................)
    
    
    
    
     
    
    
    ΤΟ ΜΑΓΙΣΣΑΚΙ
    
    Από τους χρόνους τους παλιούς                 το 'χω βαθύ μεράκι
        να βγω στις πέρα θάλασσες                    να βρω το Μαγισσάκι 
    
    Τ' άπιαστο σαν αερικό                                 στην εμορφιά του Μάης
        που αν κάνεις να τον μυριστείς               αλίμονο σου -εκάης 
    
    Έβγα έβγα Μαγισσάκι                                Τι ζουμπούλια και τι κρίνα
        χτύπα χτύπα το ραβδάκι                               Τι κι ετούτα τι κι εκείνα
    Ντο και ρε και μι και φα                              Ντο και ρε και φα και μι
        μες στα ροζ τα σύννεφα                              φούχτα μου και δύναμη 
    
    Ποιος θα μου δώκει δύναμη                       κι ένα μακρύ καμάκι
        να βγω στις πέρα θάλασσες                        να βρω το Μαγισσάκι
    Που 'ναι σπηλιά του ο ουρανός                   άγγελος η μαμά του
        κι αφρός το φουστανάκι του                        στην άκρια του κυμάτου  
    
    Χτύπα χτύπα το ραβδάκι                             Τα παπιά και τα βαπόρια
        χύνε το νερό στ' αυλάκι                               παν μαζί και πάνε χώρια 
    Φα και ρε και μι και ντο                            Έξι τέσσερα κι οχτώ
        μες στο μπλε το ξάγναντο                          γούρι μου και φυλαχτό 
    
    Ανοίξτε πύλες κι εκκλησιές                       ν' ανάψω ένα κεράκι
        να κάνει θαύμα στα κρυφά                        για με το Μαγισσάκι 
    
    Που να κοιμάμαι ξυπνητός                        να τρέχω ξαπλωμένος
        και να με λεν χωρίς καρδιά                       μα να 'μ' ερωτευμένος.
    
     
    
    ΤΑ ΟΣΑ Η ΜΟΙΡΑ ΜΟΥ' ΓΡΑΦΕ
    
    Τα όσα η μοίρα μου 'γραφε
        κι άλλος κανείς δεν ξέρει
    Τα βρήκα μέσα στον καφέ
        τα διάβασα στο χέρι 
    
    Ποτάμι βρήκα σκοτεινό
        μια σφαλιγμένη πόρτα
    Κοράκια πάνω στο βουνό
        και φίδια μες στα χόρτα 
    
    Μακάρι να 'μουν σαν τα ζά
        που βοσκούνε στον κάμπο
    Γράμματα να μη γνώριζα
        μες στα μυστήρια να 'μπω 
    
    Μυστήρια τέτοια δε συμφέ-
        να ψάχνω δε συμφέρει
    Φέρτε μου δεύτερο καφέ
        κι αλλάξτε μου το χέρι.
    
     
    
    Ο ΤΑΜΕΝΟΣ
    
    Σηκώθηκε ο Πουνέντες και λυσσά
        της Παναγίας φτάνει ως τα μισά
    
    Στάζουν οι πέπλοι λάμπουν τα χρυσάφια
    σκαμπανεβάζουν γύρω τα χωράφια
    
    Από παιδί σαν να 'σουν εκκλησιά
        παλιό μου καλοκαίρι σ' έζησα
    
    Θυμάμαι που οι άγγελοι τρομαγμένοι
        ανεβοκατέβαιναν οι καημένοι
    
    Κι όλο ζητούσα πως την Ομορφιά
        να τηνε κατεβάσω απ' τα καρφιά
    
    Κι όλο μ' έριχνε κάτου θυμωμένος
        Εκείνος όπου του ήμουνα ταμένος.
    
     
    
    ΟΛΑ ΤΑ ΠΗΡΕ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
    
    Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
        τ' άγριο μαλλί σου στην τρικυμία
        το ραντεβού μας η ώρα μία
    Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
        τα μαύρα μάτια σου το μαντίλι
        την εκκλησούλα με το καντήλι
    Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
        κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι 
    
    Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
        με τα μισόλογα τα σβησμένα
        τα καραβόπανα τα σχισμένα
    Μες στις αφρόσκονες και τα φύκια
        όλα τα πήρε τα πήγε πέρα
        τους όρκους που έτρεμαν στον αέρα
    Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
        κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι.
    
     
    
    ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ
    
    Εδώ στου δρόμου τα μισά
        έφτασε η ώρα να το πω
    Άλλα είν' εκείνα που αγαπώ
        γι' αλλού γι' αλλού ξεκίνησα 
    
    Στ' αληθινά στα ψεύτικα
        το λέω και τ' ομολογώ
    Σαν να 'μουν άλλος κι όχι εγώ
        μες στη ζωή πορεύτηκα 
    
    Όσο κι αν κανείς προσέχει
        όσο κι αν τα κυνηγά
    Πάντα πάντα θα 'ναι αργά
        δεύτερη ζωή δεν έχει.
    
     
    
    Ο ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
    
    Γρήγορα που σκοτεινιάζει. Φθινοπώριασε
        δεν αντέχω τους ανθρώπους άλλο. Χώρια εσέ 
    
    Που μιλάς και η νύχτα κλαίει σαν το σκύλο σου
        προδομένος απομένει - ποιος; Ο φίλος σου 
    
    Αγαμέμνων Αγαμέμνων άμοιρε που σου-
        που σου 'μελλε να το 'βρεις απ' τη γυναίκα σου 
    
    Ασ' τον άνεμο να λέει άσ' τον να λυσσά
        κάποιος θα 'ναι ο Αγαμέμνων κάποια η φόνισσα 
    
    Κάποτε κι εσύ θα φτάσεις - ποιος; Ο νικητής
       αλλά βασιλιάς μιας χώρας ακατοίκητης
    
    Και το ένα σου Αγαμέμνων και το δέκα σου
        θα μετράει στα δάχτυλα της η γυναίκα σου.
    
     
    
    ΤΑ ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
    
    1. Αρχή του κόσμου πράσινη
             κι αγάπη μου θαλασσινή
        Την κλωστή σου λίγο λίγο
             τραγουδώ και ξετυλίγω 
    
    2. Διαβάζω μέσα στο νερό
             το άλφα το βήτα και το ρω
        Τα δυο γυμνά σου πόδια
             τους κήπους με τα ρόδια 
    
    3. Σ' έκανα πουκάμισό μου
             σε φορώ και περπατάω
        Με το σώμα το μισό μου
             στο δικό σου που κρατάω 
    
    4. Σου 'χτισα μια Σαντορίνη
             με καμάρες και πορτιά
        Να γυρνάς σαν το λυθρίνι
             μες στη δροσερή φωτιά 
    
    5. Θα κλείσω μια θα κλείσω δυο
             την απαλάμη των χαδιώ
        Θα κλείσω δυο θα κλείσω τρεις
             την Τύχη κι άμε να τη βρεις 
    
    6. Έλα να γίνουμε δυο ζώα
             σε μακρινούς να πάμε τόπους
        Όπου τα πλάσματα τ' αθώα
             να μας φαντάζονται γι' ανθρώπους 
    
    7. Άκουσα μες στον ύπνο σου
             που κολυμπούσε ο κύκνος σου
        Τα δύο μας τα ονόματα
             ν' αλλάζουν χίλια χρώματα 
    
    8. Τα χέρια μου τ' αδίσταχτα
             πιάναν την άνοιξη πριν φτάσει
        Τα μάτια σου τ' ανύσταχτα
             της ρίχνανε άνθη να χορτάσει 
    
    9. Βγήκε απ' το κόκκινο το μαύρο
             και τώρα που να πάει δεν ξέρει
        Κόκκινα που 'ναι όλα τα μέρη
             Το 'να που απόμεινε ίσως θα 'βρω 
    
    10. Μου 'φυγ' ένα συννεφάκι
              πάει τη λύπη στα βουνά
          Ψάχνει να χτίσει ένα σπιτάκι
              στο πάντα και στο πουθενά 
    
    11. Σ' ένα λιμανάκι μωβ
              ξύπνησα τα χαράματα
          Όχι να μη γίνω Ιώβ
              μήτε να μάθω γράμματα 
    
    12. Στήνει καρτέρι ο κεραυνός
              χώρια να μας πετύχει
          Μα 'ναι μεγάλος ο ουρανός
              και τοσοδούλα η Τύχη 
    
    13. Φύγε από κει μωρέ πουλί
              και γέρνει η βάρκα μας πολύ
          Μόνο σου πέταξε και δες:
              ίσα που παίρνει δυο καρδιές 
    
    14. Σταμάτα μου την αστραπή
              ν' ανάψω ένα τσιγάρο
          Και πες του σύννεφου να πει
              πως θα 'ρθω να σε πάρω 
    
    15. Την αγάπη μια τη λες
              την ντύνεσαι τη γδύνεσαι
          Όσο που γίνονται πολλές
              και πάλι σ' όλες δίνεσαι
    
    16. Περνώντας απ' τις λυγαριές
              κάποιος μου το μουρμούρισε
          Το 'παν οι σκύλοι στις αυλές
              κι η γάτα το χουρχούρισε 
    
    17. Κάνε με Μωαμεθανό
              να προσκυνώ στη Μέκκα
          Και να σε πάρω μια και δυο
              κι εφτά φορές γυναίκα 
    
    18. Ο που ξέρει ελληνικά
              πέντε κι έξι έντεκα
          Κι ο που ξέρει μόρτικα
              δύο αλλ' αλλιώτικα 
    
    19. Η χαρά μου για να παίξει
              διάλεξε κοπέλες έξι
          Καθεμιά κι από μια λέξη
              να τη λέει ώσπου να φέξει 
    
    20.Ένα κύμα μέσα σ' όλα
              έγια λέσα έγια μόλα
          Πήρε τα κρυφά μας λόγια
              να τα κάνει κομπολόγια 
    
    21. Αυτό που λέμε «σ' αγαπώ»
              στα δέντρα θα το τρίξω
          Με τον αέρα να σ' το πω
              και να σου το φυσήξω 
    
    22. Λένε πως κατιτίς κοιμάται
              μέσα στης θάλασσας τον πάτο
          Κάποια που πια δεν το θυμάται
              μ' έχασε σαν σταυρό εκεί κάτω 
    
    23. Σαν κάποιος ν' αναστέναξε
              ή να 'κοψ' έναν μενεξέ
          Ραγίστηκεν ο ουρανός
              και φάνηκε ο κατάμονος 
    
    24. Τι να 'γινε το μαξιλάρι
              που 'χε απ' τα λόγια μας γεμίσει
          Στον ουρανό θα το 'χει πάρει
              άγγελος για ν' αποκοιμίσει
              κάτι που πια δε θα γυρίσει 
    
    25. Μόνο που κοιτάχτηκες
              μέσα στο πηγάδι
          Στην ηχώ σου πιάστηκες
              σαν σε παραγάδι
    
    26. Να σου δένω τα μαλλιά
              με χρυσόν αστάχυ
          Και να λένε τα πουλιά:
              ο που τα 'βρε ας τα 'χει 
    
    27. Μες στου κήπου το σκοτάδι
              φέγγεις μόνο με το χάδι
          Όμως όταν μπεις στο σπίτι
              σβήνεις τον Αποσπερίτη 
    
    28. Να 'χα μια γομολάστιχα
              να πιάνει στα Γραμμένα
          Να σβήσω τα τετράστιχα
              και να κρατήσω εσένα.
    
     
    
    ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΠΡΕΧΤ
    
    ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ
    
    Μια φορά κι έναν καιρό
        ζούσ' ένα παιδί καλό
    που το πότιζαν φαρμάκι
        κι είχε μείνει τ' ορφανό
    δίχως φαΐ δίχως νεράκι 
    
    Παιδί παιδάκι της οχιάς
        παιδί παιδάκι μου καρτέρα
    κάποτε θα 'ρθει θα 'ρθει η μέρα
        όπου θα πιεις όπου θα φας
    όπου θα βρεις άλλη μητέρα.
    
     
    
    ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΙ
    
    Τέσσερις στρατηγοί κινάν και παν
        για πόλεμο στο μακρινό το Ιράν
    
    Μα ο πρώτος από πόλεμο δεν κάτεχε
        ο δεύτερος στις κακουχίες δεν άντεχε
    ο τρίτος ήταν υποκείμενο γελοίο
        κι ο τέταρτος φοβότανε το κρύο
    
    Τέσσερις στρατηγοί κινάν και παν
        αλλά δε φτάνουνε ποτέ στο Ιράν.
    
     
    
    
    
     (....................................................................................................)
    
    
    
    
     
    
     
    
    Η ΚΑΛΟΓΡΙΑ Η ΤΣΙΓΓΑΝΑ
    
    Βουνά και σύγνεφα μακριά
        σ' όλα τα γύρω σιγαλιά
    
    Κάμποι και δέντρα μες στη ζέστη
        και τα τοιχία μες στον ασβέστη
    
    Σ' ένα αχερόχρωμο πανί
        κεντά η καλόγρια η μικρή 
    
    Άχου τι όμορφα κεντάει
        το χεράκι της πως πάει
    
    Βάνει πουλιά βάνει δεντρά
        βάνει και τ' άστρα τα χρυσά
    
    Βάνει στις τέσσερις τις κόχες
        τέσσερις αγριομολόχες 
    
    Σ' ένα αχερόχρωμο πανί
        κεντά η καλόγρια η μικρή 
    
    Μα κάθε τόσο αναστενάζει
        και κάτι με το νου της βάζει
    
    Λίγο το χέρι σταματά
        μες στον αέρα και κοιτά
    
    Στα μάτια της που ανοιγοκλειούν
        δυο καβαλάρηδες περνούν 
    
    Κι υστέρα πάλι στο πανί
        κεντά η καλόγρια η μικρή 
    
    Τι ποτάμια! Τι χορτάρια!
        Τι λιοτρόπια! Τι φεγγάρια!
    
    Πλάσματα της αρεσιάς της
        της ονειροφαντασιάς της.
    
     
    
    Η ΚΥΡΑ Η ΠΑΝΤΕΡΜΗ
    
    Σκάβουν το χώμα οι πετεινοί
        σκάβουν ζητώντας την αυγή
    την ώρα που απ' τα σκοτεινά
        η Κυρά η Παντέρμη ροβολά 
    
    Μαύρη μαυρίλα είν' η ψυχή της
        κι ωχρό μπακίρι το πετσί της
    τα στήθια της ωσάν τ' αμόνια
        που τα χτυπούν χωρίς συμπόνια 
    
    -Παντέρμη τι ζητάς εδώ
        μόνη σου δίχως σύντροφο;
    
    -Κι αν είναι κάτι να ζητώ
        πε μου σε γνοιάζει εσένανε;
    Ζητάω κείνο που ζητώ
        ζητάω την ίδια εμένανε 
    
    -Παντέρμη πες ποιος ο καημός σου
        ποιος ο αγιάτρευτος καημός σου; 
    
    -Ποιος ο καημός μου; Μαύρη πίσσα
        'γίνη η λινή μου η πουκαμίσα
    και μες στο σπίτι σαν τρελή
        σούρνω το ξέπλεκο μαλλί 
    
    -Παντέρμη λούσε το κορμί σου
        λούσ' το χελιδονονερό
    κι άσε Κυρά μου την ψυχή σου
        ασ' τηνε να 'βρει αναπαμό 
    
    Άχου τσιγγάνικες ψυχές
        όλο κρυφές νεροσυρμές
    πίκρες μαζί και θάματα
        στα μακρινά χαράματα.
    
     
    
    ΧΑΜΟΣ ΑΠΟ ΑΓΑΠΗ
    
    -Τι να 'ναι κείνο που φωτά
        Μάνα στα δώματα ψηλά; 
    
    -Κοιμήσου γιε μου κι είναι αργά
        σήμανε η ώρα έντεκα
    -Μάνα στα μάτια μου για δες
        λάμπουνε τέσσερις φωτιές
    -Δεν είναι τίποτα έλα πια
        είν' τα μπακίρια αστραφτερά 
    
    Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη
        φέγγαν οι τοίχοι απ' τον ασβέστη 
    
    Τη φυσαρμόνικα γλυκά
        παίζανε Σεραφείμ μικρά
    
    -Μάνα μου ευθύς που ξεψυχήσω
        μηνύσετέ το στους ανθρώπους
    
    Κατά Βοριά κατά Νοτιά
        μαντάτα στείλετε πικρά
    
    Οι πόρτες τ' ουρανού χτυπούσαν
        όλα τα δάση αχολογούσαν 
    
    Ψηλά δεν έβλεπες κανένα
        κι οι φλόγες φούντωναν ολοένα.
    
     
    
    ΤΟΥ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΥ
    
    Είκοσι τρεις του Θεριστή
        στου Πικραμένου την αυλή
    πάνε και λεν παν και του λένε:
        αν το μπορείς δυστυχισμένε 
    
    Στο περιβόλι σου έβγα απόψε
        και τα λουλούδια σου όλα κόψε 
    
    Γράψε στη θύρα σου σταυρό
        βάλ' από κάτου τ' όνομά σου
    τι θα φουντώσουν στα πλευρά σου
        ταχιά τσουκνίδες κι αγριάδες
    
    Πάρε κεριά πάρε λαμπάδες
        τα χέρια μάθε να σταυρώνεις
    και πόνου από την ερημιά
        γέψου της νύχτας τη δροσιά 
    
    Τι πριν περάσουν μήνες δυο
        θα κείτεσαι στα σάβανα
    
    Στους ουρανούς ψηλά προβαίνει
        ο Ταξιάρχης και πηγαίνει
    πόχει το σύννεφο σπαθί
        στράφτει και πάει και δε μιλεί
    
    Κι είκοσι τρεις του Θεριστή
        μέσα στην έρμη την αυλή
    Τα μάτια ανοίγει ο Πικραμένος
        της μοίρας ο σημαδεμένος 
    
    Κι είκοσι τρεις του Αυγούστου
        γέρνει και τα σφαλεί.
    
     
    
    
    
     (....................................................................................................)
    
    
    
    
     
    
     
    
    ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΝΤΟΝΙΟ ΤΟΡΡΕΣ ΧΕΡΕΝΤΙΑ
    
    Ξάφνου στον ποταμό από πέρα
        φωνές ξέσκισαν τον αέρα 
    
    Ωσάν του κάπρου δαγκωνιές
        έμπηγε στα ποδήματα
    χίμαγε κι έκανε βουτιές
        και δελφινιού πηδήματα
    
    Η τραχηλιά του η κρεμεζιά
        μούσκεψε μες στα αίματα
    μα οι κάμες ήταν έξι
        δεν μπόρειε πια ν' αντέξει 
    
    Αχ Αντονίτο ελ Καμπορίο
        φεγγαρομελαψέ μου
    κι αντρογαρούφαλέ μου
        αχ Αντονίτο ελ Καμπορίο
    π' άξιζες μια Βασίλισσα
        μνημόνεψε την Παναγιά
    τι τώρα θα σε φάει το κρύο
        τι τώρα θα πεθάνεις πια 
    
    Στην άκρη εκεί του ποταμού
        τρεις γλώσσες βγήκε το αίμα του
    κι ανάγειρε την κεφαλή
        με τα σφιγμένα χείλη 
    
    Μα τότε πια καμιά φωνή
        μόνο φωτίστη ο ουρανός
    κι άγγελος βεργολυγερός
        ήρθε και τ' άναψε καντήλι.
    
     
    
    Η ΜΙΚΡΟΠΑΝΤΡΕΜΕΝΗ
    
    Πέρα στην ακροποταμιά
        την πήγα και την ξάπλωσα
    ήτανε μικροπαντρεμένη 
    
    Μα εγώ τη νόμιζα κορίτσι
        που κάτι άλλο περιμένει 
    
    Μεμιάς σβηστήκαν τα λαμπιόνια
        κι άναψαν όλα τα τριζόνια 
    
    Τα δυο της στήθη τα μικρά
        μέσα στα μισοσκότεινα
    τ' άγγιξα και μυρίσανε
        σαν γυάκινθοι που ανθίσανε 
    
    Από το γύρο του λαιμού
        έβγαλα τη γραβάτα μου
    
    Εκείνη όσο που να το πεις
        έβγαλε το φουστάνι της
    Εγώ τη ζώνη την πιστόλα
        εκείνη τα λινά της όλα 
    
    Τέτοιο δέρμα τέτοια χείλη
        δεν τα βρίσκεις σε κοχύλι
    τέτοιο θάμπος τέτοια χάρη
        σε γυαλί και σε φεγγάρι 
    
    Το σώμα της σπαρταριστό
        σαν ψάρι φρεσκοτράβηχτο
    μισό φωτιά μισό δροσιά
        μου άφηνε μες στα σωθικά 
    
    Τι μου 'λεγε δε θα το πω
        γεμάτος άμμο και φιλιά
    την πήρα και τη σήκωσα 
    
    Τον άνεμο από μια μεριά
        σπάθιζαν τα νερόκρινα.
    
     
    
    ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ
    
    Καταμεσής στη ρεματιά
        λάμπουνε τα μαχαίρια
    
    Ωσάν ψάρια αστραφτερά
        που κανείς δεν τα προφταίνει
    και το αίμα τα ομορφαίνει 
    
    Μες στις άγριες πρασινάδες
        ανεβαίνουν με το πλάι
    πάνω σ' αψηλές φοράδες 
    
    Άγγελοι μαύροι έφερναν
        μέσα στο φως το αγριωπό
    μαντίλες και χιονόνερο 
    
    Ο Χουάν Αντόνιο στην πλαγιά
        πέφτει με μια λαβωματιά 
    
    Έχει ανεμώνες στο πλευρό
        και ρόδι έχει στον κρόταφο 
    
    Κατάκοπο από τις φωνές
        το απόβραδο μες στις συκιές
    σωριάζεται λιπόθυμο 
    
    Κι οι μαύροι άγγελοι ολοένα
        με τα μεγάλα τους φτερά
    πετούσαν μες στο ηλιόγερμα.
    
     
    
    Η ΣΕΛΗΝΗ ΣΤΟ ΣΙΔΕΡΑΔΙΚΟ
    
    Μπήκε στα κλεφτά η Σελήνη
        με τ' άσπρο της το νυχτικό
    μπήκε στο σιδεράδικο
        τ' αγόρι στο περβάζι
    κάθεται και κοιτάζει
    
    Στην αχνή που τηνε τυλίγει
        τα μπράτσα η Σελήνη ανοίγει
    και το παιδί κοιτάει κοιτάει
        δυο στήθη από σκληρό καλάι 
    
    -Μη Σελήνη φύγε φύγε
        τι αν έρθουν οι τσιγγάνοι
    την καρδιά σου θα την κάνουν
        δαχτυλίδι και γιορντάνι 
    
    Μες στα λιόφυτα περνάνε
        οι τσιγγάνοι κι όλο πάνε
    με τα κεφάλια τους στητά
        τα βλέφαρα μισόκλειστα 
    
    Αχ τι λέει το νυχτοπούλι
        μες στα δέντρα τι μεράκι
    αψηλά η Σελήνη πάει
        κι απ' το χέρι της κρατάει
    ένα μελαψό αγοράκι.
    
     
    
    ΥΠΝΟΒΑΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
    
    Όλα η ψυχή μου τα ζήτα
        πράσινα να 'ναι πράσινα
    τον άνεμο τη φυλλωσιά
        τ' άλογο πάνω στα βουνά
    τη βάρκα μες στη θάλασσα 
    
    Μες στη σκιά που τηνε ζώνει
        ρεμβάζει επάνω στο μπαλκόνι
    πράσινο δέρμα και μαλλί
        το μάτι κρύο και ασημί 
    
    - Σύντροφε πάρε τ' άλογο μου
        κι όλ' η αρματωσιά δικιά σου
    το σπίτι σου να 'ναι δικό μου
        να 'ναι δική μου η φαμελιά σου
    
    Σύντροφε καταματωμένος
        έρχομαι απ' τ' αψηλό φαράγγι
    αχ έτσι το 'φερε η ανάγκη 
    
    -Έννοια σου γιε μου κι αν μπορούσα
        ευθύς το πράγμα θα το κλειούσα
    μα δεν ορίζω πια δικό μου
        κάνε μήτε το σπιτικό μου 
    
    - Σύντροφε πες μου και πατέρα
        που 'ναι η πικρή σου θυγατέρα; 
    
    -Χρόνους και χρόνους εκεί μένει
        και πάντα εκεί θα περιμένει
    όμορφη μελαψή και μόνη
        πάνω στο πράσινο μπαλκόνι 
    
    Όλα η ψυχή μου τα ζήτα
        πράσινα να 'ναι πράσινα
    τον άνεμο τη φυλλωσιά
        τ' άλογο πάνω στα βουνά 
    τη βάρκα μες στη θάλασσα. 
    
    Οδυσσέας Ελύτης

    Οδυσσέας Ελύτης : ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ (1974)
        ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ  (1974)
    
     ΠΡΩΤΗ ΣΕΙΡΑ
    
     
    
                  ΨΑΛΜΟΣ ΚΑΙ ΨΗΦΙΔΩΤΟ
           ΓΙΑ ΜΙΑΝ ΑΝΟΙΞΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
    
    'Aνοιξη θρύψαλο μενεξεδί
    'Aνοιξη χνούδι περιστέρας
    'Aνοιξη σκόνη μυριόχρωμη
    
        Στ' ανοιχτά χαρτιά και στα βιβλία
        Κιόλας φυσούσε χλιαρό αεράκι
        Με τσιγγάνες που άρπαζε
        Σαν
        Χαρταετούς
        Ψηλά
        Και πουλιά που δοκίμαζαν το νέο τιμόνι τους
    
    'Aνοιξη πίκρισμα του σκίνου
    'Aνοιξη άζωτο της αμασχάλης
    'Aνοιξη σουσάμι αόρατο
    
        Από σύρμα που άξαφνα έσυρνε φωτιά
        Στη γωνιά του δρόμου με τις Καρυάτιδες
        Στρίβοντας
        Ένα τραμ
        Εστρίγκλιζε
        Στ' άδεια οικόπεδα η μασιά του ήλιου εσκάλιζε
        Την τσουκνίδα και το σαλιγκαρόχορτο
    
    'Aνοιξη μυρμηκιά της μέρας
    'Aνοιξη αίμα του βολβού
    'Aνοιξη οπλοπολυβόλο απύλωτο
    
        Στων ωραίων γυναικών τα χέρια
        Όπου τύχει
        Ριπές
        Θάνατοι
        Εκατομμύρια σπερματοζωάρια
        Στων ωραίων γυναικών τα χέρια
        Τα δυνατά λουλούδια με τον ήλιο μέσα τους 
    
    'Aνοιξη τσίτι τσιτωμένο
    'Aνοιξη σφήκα του χεριού
    'Aνοιξη «μη» «θα μας δούνε» «τέρας» 
    
        Και το τέρας που γύριζε σαν τη λαντέρνα
        Μια παράξενη
        Άλλη
        Γειτονιά
        Και η χούφτα η βάναυση που ακαρτερούσε:
        Χάιντε η ριξιά να βρει το ζάρι της
        Κι η τζαμαρία το θαρραλέο λιθάρι της!
    
    'Aνοιξη κρύσταλλο και νίκελ
    'Aνοιξη παραπάτημα των κήπων
    'Aνοιξη «Μήνιν άειδε...»
    
        Θεά! Και τι σγουρά τα σκοτεινά τα μέρη!
        Και τα χείλη τι ζάχαρη βιολέτας!
        Και τι κηπάκι
        Τα λυτά
        Νωπά
        Μαλλιά
        Στην απαλή κοιλιά η ανάσα τι ταξίδι!
    
    'Aνοιξη μισοζαλισμένο ερείπιο
    'Aνοιξη κεφαλή Διός και πέλαγος
    'Aνοιξη Mercury Air Sedan
    
        Οι καμπάνες ανοίγανε μακριά
        Στο κενό του γλαυκού κάτω απ'  τα βλέφαρα
        Μια ρουφήχτρα
        Που κατάπινε
        Άσπρα
        Πούπουλα
        Οι ορμόνες της μουριάς κυρίευαν τα ύψη 
    
    'Aνοιξη μούρο αδάγκωτο
    'Aνοιξη βιδωτό φιλί
    'Aνοιξη χάσμα της λιποθυμίας 
    
        Το ντουβάρι ορέγονταν κι αλλά καρφιά
        Στην ώχρα μέσα η μνήμη του Νοσοκομείου ξυπνούσε
        Το τραγούδι που άστραφτε από τις χρυσόμυγες
        Κι έφερνε
        Γύρους
        Χαμηλά
        Στην αυλή με το κόκκινο κι άσπρο πλακάκι
    
    'Aνοιξη βούισμα στους κροτάφους
    'Aνοιξη αμόνι και σφυρί
    'Aνοιξη πρόσθια καταβύθιση
    
        Κάποιος απ' τ' ανοιχτό παράθυρο έριχνε
        Λόγια που σπούσαν σαν αμύγδαλα
        Κάκτος
        Κάστωρ
        Κόνδωρ
        Ιέραξ
        Ενώ στ' αντικρινό το Παρθεναγωγείο 
    
    'Aνοιξη 37 και 2
    'Aνοιξη Lone Amour και Liebe
    'Aνοιξη no nein και non! 
    
        Τα κορίτσια δάγκωναν στη γομολάστιχα
        Και τινάζανε πίσω το κεφάλι
        Σαν 
        Να τραβούσαν
        Έξω 
        Του σφαγμένου πετεινού τα σπλάχνα
        Τα κομμάτια τα σπλάχνα μες στα δόντια τους 
    
    'Aνοιξη δόντι λυσσαλέο
    'Aνοιξη φούξια του παροξυσμού
    'Aνοιξη αρτεσιανόν ηφαίστειο 
    
        Κι άλλα κρυμμένα πίσω απ' το φεγγίτη
        Που πάλευαν τις ρόδινες κορδέλες
        Μια στιγμού-
        Λα μόνο
        Τα γυμνά στήθη 
        Τα τρεμάμενα σπάρτα μες στους κάμπους
        Όπου ευφραίνονται οι ακρίδες 
    
    'Aνοιξη σάλτο της ακρίδας
    'Aνοιξη μήτρα σκοτεινή
    'Aνοιξη πράξη ακατονόμαστη 
    
    Στ' ανοιχτά χαρτιά και στα βιβλία 
    Μια κηλίδα 
    Μωβ 
    Πήγαιν' 
    Ερχότανε 
    Τα χυμένα νερά τα γυμνωμένα μέλη 
    Λάμπανε πίσω απ' το παντζούρι 
    
    'Aνοιξη 'Aνοιξη σαλπάροντας
    'Aνοιξη 'Aνοιξη σημαιοστόλιστη
    'Aνοιξη «αντίο αντίο παιδιά!» 
    
    1939 
    
     
    
    
    
     (....................................................................................................)
    
    
    
    
     
    
     
     
                        ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΠΙΚΑΣΣΟ
    
                                          Ι
    
    Όπως όταν
                     βάζουν φωτιά σ' ένα φιτίλι τρίχινο
    Τρέχοντας υστέρα μακριά οι άνθρωποι των λατομείων
    Και κάνουνε σινιάλα σαν τρελοί
    Και μια ριπή του ανέμου άξαφνη σέρνει στις ρεματιές τα ψάθινα
            καπέλα τους
    Όπως όταν
                     ένα βιολί ολομόναχο παραμιλάει στα σκοτεινά
    Μελαγχολικά η καρδιά του ερωτευμένου ανοίγει την Ασία της
    Οι παπαρούνες μες στη λάμψη της χειροβομβίδας
    Και τα πέτρινα χέρια μες στις ερημιές που ασάλευτα και τρομερά
            δείχνουν κατά την ίδια θέση πάντα
    Φωνάζουν
    Σημαίνουν
    Η ζωή δεν είναι ερημητήριο
    Η ζωή δεν αντέχει στη σιωπή
    Με θερμοπίδακες και με χιονοστιβάδες πάει ψηλά ή κυλιέται χαμηλά
            και ψιθυρίζει λόγια αγάπης
    Λόγια που ό,τι κι αν πουν δε λεν ποτέ τους ψέματα
    Λόγια που ξεκινούν πουλιά και φτάνουν «πυρ αιθόμενον»
    Γιατί δεν έχει δυο στοιχεία ο κόσμος - δε μοιράζεται
    Παύλε Πικασσό - κι η χαρά με τη λύπη στο μέτωπο του ανθρώπου
            μοιάζουν
    Juego de luna y arena - σμίγουν εκεί που ο ύπνος
    Αφήνει να μιλούν τα σώματα - εκεί που ζωγραφίζεις
    Το Θάνατο ή τον Έρωτα
    Ίδια γυμνούς και ανυπεράσπιστους κάτω απ' τα τρομερά ρουθούνια 
           του Βοριά
    Γιατί έτσι μόνο υπάρχεις. 
    
    Αλήθεια Πικασσό Παύλε υπάρχεις
    Και μαζί με σένα εμείς υπάρχουμε
    Ολοένα χτίζουν μαύρες πέτρες γύρω μας - αλλά συ γελάς
    Μαύρα τείχη γύρω μας - αλλά συ μεμιάς
    Ανοίγεις πάνω τους μυριάδες πόρτες και παράθυρα
    Να ξεχυθεί στον ήλιο κείνη αχ η πυρρόξανθη κραυγή
    Που μ' έρωτα παράφορο μεγαλύνει και διαλαλεί τ' αέρια τα υγρά
            και τα στερεά του κόσμου ετούτου
    Έτσι που να μη μάχεται πια κανένα το άλλο
    Έτσι που να μη μάχεται πια κανείς τον άλλον
    Να μην υπάρχει εχτρός
    Πλάι πλάι να βαδίζουνε το αρνί με το λεοντάρι
    Κι η ζωή αδερφέ μου ωσάν τον Γουαδαλκιβίρ των άστρων
    Να κατρακυλάει με καθαρό νερό και με χρυσάφι
    Χιλιάδες λεύγες μες στα όνειρά της
    Χιλιάδες λεύγες μες στα όνειρά μας... 
    
                                          II 
    
    Έτσι μπαίνει το μαχαίρι στη σάρκα - κι η άχνα του ζεστού
            ψωμιού έτσι ανεβαίνει. Αλλά
    Το τρίξιμο της αψηλής οξιάς
    Στα βουνά που ο κεραυνός σεβάστηκε - αλλά και
    Τα πλήθη στις πλατείες που τρικυμίζουν με μαντίλια κόκκινα
    Πρωτομαγιά -
    Τα μεγάλα μαύρα μάτια σου ζεστοβολούν τον κόσμο
    Μέσα τους λιάζεται η Μεσόγειος και τεντώνουν τον τραχύ
            λαιμό τους οι αίγαγροι των βράχων
    Αγερομπασιά -
    Τα πλατιά μαλλιαρά στήθη σου σαν θειαφισμένο αμπέλι
    Και το δεξί το χέρι σου έντομο μυθικό
    Πάει κι έρχεται στ' άσπρα χαρτιά στο φως και στο σκοτάδι
    Πάει κι έρχεται βουίζοντας
    Και ξεσηκώνει χρώματα και σχήματα
    Όχι μόνο απ' αυτά που βάζουν οι νοικοκυρές το Μέγα Σάββατο
           στα ράφια τους
    Θύμησες φεγγαριού των αρρεβωνιασμένων
    Όλο πούλιες χρυσές και ρόμβους ρόδινους
    Αλλά κι απ' τ' άλλα που μπορεί να δει κανείς όταν τον πιάνει
           ένα βαθύ μεράκι
    Μέσα στα καροτσάκια των παιδιών
    Μέσα στις σούστες τις διπλές των ντελμπεντέρηδων
    Μέσα στ' αυγά της χελώνας
    Μέσα στις όχεντρες που δέρνονται με τη φωτιά
    Ή ακόμα μες στα δάση των Ηπείρων τ' απέραντα
    - Πέφτοντας η νύχτα -
    Όταν οι μαύροι σταυροπόδι γύρω απ' τη φωτιά ψάλλουν όλοι μαζί
           το «αλληλούια» με τις φυσαρμόνικες...
    Τι 'ναι αυτό λοιπόν που δεν καίγεται - τι 'ναι αυτό που αντέχει
    Στα μεγάλα υψίπεδα του Έρωτα στα χαμένα μνημεία των Αζτέκων
    Στο λειψό φεγγάρι στον γεμάτο ακανθοφόρο ήλιο - τι 'ναι αυτό
            που δε λέγεται
    Όμως κάποτε σε στιγμές περίσσειας θεϊκής φανερώνεται
    Πικασσό: με το θάμπος που ξεχύνει ο Γαλαξίας στο άπειρο
    Πικασσό: με το πείσμα που γυρνάει κατά τον Βορρά η μαγνητική
            βελόνα
    Πικασσό: καθώς καίει ο χάλυβας μες στα χυτήρια
    Πικασσό: καθώς χάνεται στα βάθη ένα θωρηκτό ανοικτής θαλάσσης
    Πικασσό: μες στο ασύμμετρο της υπερρεαλιστικής χλωρίδας
    Πικασσό: μες στο ευσύνοπτο της χιλιομετρικής πανίδας
    Πικασσό: Παλόμα
    Πικασσό: Ιπποκένταυρε
    Πικασσό: Guernica 
    
                                         III 
    
    Νικά η περήφανη καρδιά τα μαύρα σκότη - και τον γόρδιο κόβει
            δεσμό των πραγμάτων καθώς ξίφος η περήφανη καρδιά
    Είναι σπουδαίο πράγμα ο άνθρωπος μόνο να το σκέφτεσαι
    Τα στάχυα όταν λυγίζουνε τον ουρανό
    Είναι η κοπέλα που κοιτάει μέσα στα μάτια τον αγαπημένο της
    Είναι η γλυκιά κοπέλα που λέει «σ' αγαπώ»
    Την ώρα που οι μεγάλες πολιτείες
    Γυρίζοντας αργά πάνω στον άξονά τους
    Δείχνουν τετράγωνα παράθυρα κακοφωτισμένα
    Λείψανα παλιών ανθρώπων με τριγωνικά κεφάλια που στριφογυρίζουν
            το 'να μάτι τους
    Κλίμακες μες στις κλίμακες διαδρόμους μες στους διαδρόμους
    ΚΙΝΔΥΝΟΣ 
    ΑΔΙΕΞΟΔΟΝ 
    ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ 
    Ο μισός αλογάνθρωπος ο απαγωγέας καλπάζει - κι η γυναίκα
            με τη γιγαντιαία πατούσα
    Στον αέρα τεντώνει τα οριζόντια μπράτσα της
    Έτη μετά Χριστόν πικρά
    Παρά λίγη καρδιά θα 'ταν ο κόσμος άλλος
    θα 'τανε άλλη του κόσμου η εκκλησιά 
    Όμως να! ο καλός Σαμαρείτης κλαίει λησμονημένος και στα πόδια
            του δένει ρίζα παμπάλαιη δρακοντιά  
    
    Την ώρα που εσύ θηρίο 
    Εσύ Παύλε Πικασσό 
    Πικασσό Παύλε που μες στ' αμάραντα μάτια σου 
    Χώρεσες όσα δεν μπόρεσε να χωρέσει ο Θεός μέσα σ' εκατομμύρια 
            στρέμματα φυτεμένης γης
    Δουλεύεις το πινέλο σου σαν να τραγουδάς
    Σαν να χαϊδεύεις λύκους ή σαν να καταπίνεις πυρκαγιές
    Σαν να πλαγιάζεις νύχτα-μέρα με μια γυναίκα νυμφομανή
    Σαν να πετάς πορτοκαλόφλουδες στη μέση ενός γλεντιού
    Ενώ εσύ θυελλοχαϊδεμένε 
    Πικασσό Παύλε αρπάζεις το Θάνατο από τους καρπούς των χεριών
    Και τον παλεύεις ωσάν ωραίο κι ευγενικό Μινώταυρο
    Που όσο χάνει εκείνος το αίμα του τόσον εσύ αντρειεύεσαι
    Παίρνεις περνάς αφήνεις ξαναπιάνεις 
    Λουλούδια ζώα φιλιά ευωδιές κοπριές κοτρόνια και διαμάντια
    Για να τα εξισώσεις όλα μέσα στο άπειρο καθώς η ίδια η κίνηση της 
            γης που μας έφερε και που θα μας πάρει
    Και ζωγραφίζεις για σένα και για μένα
    Και ζωγραφίζεις για όλους τους συντρόφους μου
    Και ζωγραφίζεις για όλα τα χρόνια που πέρασαν που περνούν και 
    που θα περάσουν.
    
    1948 
    
    
    
    
    
    
    
    
    
    
    
     (....................................................................................................)
    
    
    
    
     
    
     
                         ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ
    
    Θ' ανάψω δάφνες να φλομώσει ο ουρανός
    Μήπως και μυριστείς πατρίδα και γυρίσεις
    Μέσ' απ' τα δέντρα που σε γνώριζαν και που γι' αυτό
    Τη στιγμή του θανάτου σου άξαφνα τινάξανε άνθος
    
    Εμάς τους γύφτους άσε μας
    Τους «οικούντας εν τοις κοίλοις»
    Τι δε νογάμε από γιορτή
    
    Και τα πουλιά δε βάνουμε προσάναμ-
    Μα στον ύπνο μας καθώς μας είχες μυήσει
    Δώθε από τη φθορά πλέκουμε τους κισσούς
    Μακριά σου πιο κι απ' το Α του Κενταύρου 
    
    «Ως εν τινι φρουρά εσμέν»
    Μαργωμένοι μες στο χρόνο
    Κι από τραγούδι αμάθητοι 
    
    Μόνος εσύ ο αιρετικός της ύλης αλλ'
    Ομόθρησκος των αετών το ύστερο άλμα
    Τόλμησες. Κι οι ποιμένες σ' είδανε της Πρεμετής
    Μες στης άλλης χαράς το φως να οδοιπορείς πιο νέος 
    
    Τι κι αν ο κόσμος μάταιος
    Έχεις μιλήσει ελληνικά
    Ως «εις τον έπειτα χρόνον» 
    
    Κι από την ομιλία σου ακόμη
    Βγάνουν θυμίαμα οι θαλασσινοί κρίνοι
    Και κάποιες θρυλικές κοπέλες κατά σε
    Μυστικά στρέφουνε τον καθρέφτη του ήλιου. 
    
    1955 
    
     
    
    (........................................................)
    
    
     ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ    
    
     
                                  Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
                                        ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΠΛΑΙ
    
    Να 'ταν η στενοχώρια να γεννούσε καν ένα πουλί    σκισιματιά που
    θα τραβούσε    πάνου ως κάτου     μες στου μέσα κόσμου τη μαυρί-
    λα    κι αψιθιά με τι δριμύτη απ' τα βουνά της Κρήτης θ' άναβε μες
    στον Άδη σαν αηδονολαλιά
    
    Πόρπη ασημένια Ελένη
    
    Βρέξε βασιλικό τα χέρια σου να δροσιστώ σαν να 'χω μες στα χάδια
    σου διαβάσει τις επιστολές του Παύλου
    
    (Σήκωνε το κλουβί
    μια δω μια κει
    κι ο ήλιος πήγαινε απ' την άλλη
    ν' ανάψει τ' όμορφο κεφάλι
    μια δω μια κει
    ο ήλιος κάθε Κυριακή)
    
    Πήραν τους τρεις ανέμους οι βοσκοί    κι εσύ τον τέταρτο τραβάς και
    φέγγεσαι    που να θωρώ πίσω απ' το σώμα σου να τρέχουν όρη και
    νησιά    του γραίγου όλα τα ερημόλογα και τα κατσούλια της αυλής
    όπου μεγάλωσες    παραδεισένια
    
    Ελένη χώρα του Ήδυπνου
    
    Που λέω αλήθεια πόσο πρέπει να υπόφερε ο ουράνιος κηπουρός για
    να 'βγει τέτοια μέντα η ομορφιά σου
    
    (Φώναζε στην αυλή
    ψι-ψι  ψι-ψι
    
    κι ο γάτος σήκωνε ποδάρι
    μέσ' απ' τα μάτια της να πάρει
    ψι-ψι  ψι-ψι
    την αστραπή τους τη χρυσή)
    
    Κι όπως παντού νυχτώνει κάποτε    όμως    (ίδια μες στην αγάπη) ένα
    φωσάκι καταμόναχο φωνάζει «εγώ» «εγώ»    κι ούτε τ' ακούει κανέ-
    νας    μόνο μια θύμηση ανεβαίνει σαν λευκή μορφή καταθαλάσσης
    γυρισμένη    έτσι κι εσένα 
    
    Σελήνη Ελένη αναβρυτή 
    
    Κάποιου το δάκρυ που δεν έδειξες    τη σκοτεινή καρδιά θα τιμωρεί
    και δεν αντέχει    κοίτα    στο λιγούλι γιασεμί της νύχτας όλο το δαι-
    μονολόγι 
    
    (Κάτασπρο γιασεμί 
    και μυ- και μυ- 
    και μυστικέ μου Αποσπερίτη 
    πάρτε με πάρτε με στην Κρήτη 
    και μη και μη 
    και μη ρωτάτε το γιατί). 
    
    1962
    
     (........................................................)
    
     
                                    ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ
                         ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ 
    
                                                          Ι 
    
    Έτσι καθώς εστέκονταν    ορθός μπροστά στην Πύλη κι άπαρτος μες
    στη λύπη του 
    
    Μακριά του κόσμου που η ψυχή του γύρευε να λογαριάσει στο φάρ-
    δος Παραδείσου    Και σκληρός πιο κι απ' την πέτρα που δεν τον
    είχανε κοιτάξει τρυφερά ποτέ - κάποτε τα στραβά δόντια του άσπρι-
    ζαν παράξενα 
    
    Κι όπως περνούσε με το βλέμμα του λίγο πιο πάνω απ' τους ανθρώ-
    πους    κι έβγανε απ' όλους    Έναν     που του χαμογελούσε    τον
    Αληθινόν    που ο χάρος δεν τον έπιανε 
    
    Πρόσεχε να προφέρει καθαρά τη λέξη θάλασσα έτσι που να γυαλί-
    σουν μέσα της όλα τα δελφίνια    Κι η ερημιά πολλή που να χωρά ο
    Θεός    κι η κάθε μια σταγόνα σταθερή στον ήλιο ν' ανεβαίνει
    
    Νέος ακόμα είχε δει στους ώμους των μεγάλων τα χρυσά να λάμπουν
    και να φεύγουν    Και μια νύχτα    θυμάται    σ' ώρα μεγάλης τρικυ-
    μίας βόγκηξε ο λαιμός του πόντου τόσο που θολώθη    μα δεν έστερ-
    ξε να του σταθεί
    
    Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε. 
    
                                                          II
    
    Θεέ μου και τώρα τι    Που 'χε με χίλιους να παλέψει    χώρια με τη
    μοναξιά του    ποιος    αυτός που 'ξερε μ' ένα λόγο του να δώσει ολά-
    κερης της γης να ξεδιψάσει    τι
    
    Που όλα του τα 'χαν πάρει    Και τα πέδιλά του τα σταυροδετά και το
    τρικράνι του το μυτερό και το τοιχίο που καβαλούσε κάθε απομεσή-
    μερο να κρατάει τα γκέμια ενάντια στον καιρό σαν ζόρικο και πηδη-
    χτό βαρκάκι
    
    Και μια φούχτα λουίζα    που την είχε τρίψει στα μάγουλα ενός κορι-
    τσιού    μεσάνυχτα    να το φιλήσει (πως κουρναλίζαν τα νερά του
    φεγγαριού στα πέτρινα τα σκαλοπάτια τρεις γκρεμούς πάνω απ' τη
    θάλασσα...)
    
    Μεσημέρι από νύχτα    Και μήτ' ένας πλάι του    Μονάχα οι λέξεις
    του οι πιστές που 'σμιγαν όλα τους τα χρώματα ν' αφήσουν μες στο
    χέρι του μια λόγχη από άσπρο φως
    
    Και αντίκρυ    σ' όλο των τειχών το μάκρος    μυρμηκιά οι χυμένες
    μες στο γύψο κεφαλές όσο έπαιρνε το μάτι του
    
    «Μεσημέρι από νύχτα - όλ' η ζωή μια λάμψη!»    φώναξε κι όρμησε
    μες στο σωρό    σύρνοντας πίσω του χρυσή γραμμή ατελεύτητη
    
    Και αμέσως ένιωσε    ξεκινημένη από μακριά    η στερνή χλωμάδα
    να τον κυριεύει.
                                                         III
    
    Τώρα    καθώς του ήλιου η φτερωτή ολοένα γυρνούσε και πιο γρήγο-
    ρα    οι αυλές βουτούσαν μέσα στο χειμώνα κι έβγαιναν πάλι κατα-
    κόκκινες απ' τα γεράνια
    
    Κι οι μικροί δροσεροί τρούλοι όμοια μέδουσες γαλάζιες έφταναν κά-
    θε φορά και πιο ψηλά στ' ασήμια που τα ψιλοδούλευε ο αγέρας
    γι' άλλων καιρών    πιο μακρινών    το εικόνισμα
    
    Κόρες παρθένες    φέγγοντας η αγκαλιά τους ένα θερινό ξημέρωμα
    φρέσκα βαγιόφυλλα και της μυρσίνης της ξεριζωμένης των βυθών
    σταλάζοντας ιώδιο    τα κλωνάρια
    
    Του 'φερναν    Ενώ κάτω απ' τα πόδια του άκουγε    στη μεγάλη κα-
    ταβόθρα να καταποντίζονται    πλώρες μαύρων καραβιών    τ' αρχαία
    και καπνισμένα ξύλα    όθε    με στυλωμένο μάτι ορθές ακόμη Θεο-
    μήτορες επιτιμούσανε 
    
    Αναποδογυρισμένα στις χωματερές αλόγατα    σωρός τα χτίσματα
    μικρά μεγάλα    θρουβαλιασμός και σκόνης άναμμα μες στον αέρα 
    
    Πάντοτε με μια λέξη μες στα δόντια του    άσπαστη    κειτάμενος 
    
                                                                          Αυτός 
    
                                                            ο τελευταίος Έλληνας! 
    
    1969 
    
     (........................................................)
    
    
     
     
                                              ΕΛΥΤΟΝΗΣΟΣ 
    
                                            ΚΟΙΝΩΣ ΕΛΥΤΟΝΗΣΙ
    
     
    
    Φέγγαν οι αλατόπετρες και στη μεγάλη
    Αλαλησιά του μεσημεριανού πελάγου τίποτα. Μόνον δώσ' του
            ο άνεμος
    Δώσ' του με το ράντιστρο. Και δύο ή τρία πουλιά
    Δυνατά κι ελεύθερα σαν ευτυχίες.
    
    Έτσι για να 'χω ζήσει αντίθετα
    Στα ερχόμενα και να μην έχω
    Λάβει τίποτα ευτυχώς
    Παρεχτός από τα χέρια μου όλα
    Τώρα πάλι ακουγόμουν
    Καταμόνας όπως ο ασκητής
    Προτού ανεβεί απ' τα σπλάχνα του μια Νέα Καμένη
    
    Δεξιά βουτούσε ο βράχος κι από τ' άλλο μέρος υψω-
    Νε κεφάλι να παλέψει ο αγρίμης
    Μπουρμπούλες νερό στα φαγωμένα πόδια του όλο και τρίφτανε άχνη
    Σπούσε πέτρες ο ήλιος και ψηλά κρώζαν οι άγγελοι
    
    Χιλιετηρίδες υστέρα
    Που το νερό αναπήδησε
    Να γίνει κατοικήσιμη ως και η πίκρα
    Φαίνονται ακόμα κοίτα
    Χαμηλά βουνά ξωκλήσια φάροι
    Περασμένα τωρινά μου
    Από το μέρος το άγνωστο. Και τώρα;
    
    Στρίβοντας τ' ακρωτήρι σειρές κατεβατές
    Τ' αμπέλια μ' ένα γαλαξία πρασίνων του παλιού καιρού. Και πάσπαλη
    Φερμένη απ' τις λευκές Μαρίες των κυμάτων
    Διακόσια μέτρα φάρδος ολοένα Παράδεισος 
    
    Πώς να 'ναι τώρα οι άνθρωποι; Άραγες
    Να φοβούνται ακόμη; Στους αγρούς τους γερτούς
    Να ελπίζουνε άλλον ουρανό;
    Κερασιές να υπάρχουνε;
    Και ποια τώρα να κάνει
    Στον ασβέστη επάνω με τις ζωγραφιές
    Αγία το θαύμα της;
    
    Το Θεό τον έπιανες μες στον αέρα
    Μύριζε μέλισσα και χθεσινή βροχή βουνού
    Μια στιγμή τραγουδώντας από δίπλα σου περνούσε κείνη που είχες δει
    Στον κήπο με τις αυταπάτες και όμως ούτε που άγγιζες 
    
    Αλλού. Είναι αλλού
    Που το θαύμα το αέναο γίνεται
    Πάνω από το Μεγάλο Κάστρο
    Το χέρι αυτό που θα γυρίσει
    Στους καιρούς πίσω τ' άχρηστα
    Θ' ανοίξει σαν ηλίανθος
    Και δρομείς με την ελληνική λαλιά θα παν το μήνυμα
    
    Οργιές από του λόφου τα ύψη αχούσαν τα ερημόνησα
    Μακριά στα βάθη σαν βαρύ θηρίο η Ασία κοιμόταν
    Ένα κορίτσι μόλις κομμένο απ' τη βερβένα
    Σάλευε στ' αεράκι και το πόδι του έλαμπε
    
    Όπως οι λέξεις όταν κάνει αιθρία
    Μία στην άλλη δίνονται
    Νιωσμένο φανερώνεται
    Το κορίτσι που κρατεί ένα κάνιστρο
    Γεμάτο μ' αχινούς και βιολέτες θαλάσσης
    Λες: είναι αυτές οι αγάπες σου
    Μ' ευωδιά και μ' αγκάθι 
    
    Παλεμένο στ' άγρια το πυργί των δώδεκα μηνών γυρνούσε 
    Στους καιρούς κόντρα κι άκουγες τα ευ των δέντρων να ευστοχούν
    Περαστικός ένας μικρός Ιούλιος μοίραζε 
    Τους Νόμους: ο καθείς και η λυγαριά του διαλαλούσε 
    
    Κι η μέρα που απελπίστηκες
    Επιστρεμμένη σαν ηχώ αλλ' απέραντη
    Και οι λύπες οι μικρές
    Με το κρυφό τους κόκκινο λουλούδι
    Σκιές τρεμάμενες άπιαστα φυλλώματα
    Των ουρανών επάνω στο νερό
    Που ο νους μόνον εγγίζει 
    
    Σήμαιναν οι καμπάνες της Αγίας Παρασκευής ανήμερα
    Και κομμάτια κομμάτια τα τετράγωνα μεγάλα σπίτια
    Τα 'παιρνε το μπουγάζι. Τρεις ώρες πιο ψηλά
    Μ' ανοιχτό πανί τα καΐκια ρυμουλκούσαν τις στέγες 
    
    Και ας μην ένιωσε ποτέ κανείς
    Του μέλλοντος αρχαιολόγος
    Και των επουρανίων 
    Πόσα δάκρυα χύθηκαν. Όμως μάταια όχι.
    Επειδή τα δάκρυα είναι κι αυτά
    Πατρίδα που δε χάνεται 
    Κει που γυάλισαν κάποτε ύστερα η αλήθεια ήρθε. 
    
    1971  
     
    
    
    
     (....................................................................................................)
    
    
    
    
     
    Οδυσσέας Ελύτης

    Οδυσσέας Ελύτης : ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ (1978)
     Εγώ δε λέγω υμίν μη αντιστήναι τω πονηρώ
    ΜΑΤΘΑΙΟΣ, ε', 39.1
    
                       Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ 
    
    Μ.Ν. Περπατώ μες στ' αγκάθια μες στα σκοτεινά
              σ' αυτά που 'ναι να γίνουν και στ' αλλοτινά
             κι έχω για μόνο μου όπλο μόνη μου άμυνα
             τα νύχια μου τα μωβ σαν τα κυκλάμινα.  
    
      Α.   Παντού την είδα. Να κρατάει ένα ποτήρι και να κοιτάζει στο
             κενό. Ν' ακούει δίσκους ξαπλωμένη χάμου. Να περπατάει στο
             δρόμο με φαρδιά παντελόνια και μια παλιά γκαμπαρντίνα.
             Μπρος από τις βιτρίνες των παιδιών. Πιο θλιμμένη τότε. Και
              στις δισκοθήκες, πιο νευρική, να τρώει τα νύχια της. Καπνίζει
             αμέτρητα τσιγάρα. Είναι χλωμή κι ωραία. Μ' αν της μιλάς
             ούτε που ακούει καθόλου. Σαν να γίνεται κάτι άλλου - που
             μόνο αυτή τ' ακούει, και τρομάζει. Κρατάει το χέρι σου σφι-
             χτά, δακρύζει, αλλά δεν είναι εκεί. Δεν την έπιασα ποτέ και
             δεν της πήρα τίποτα.  
    
    Μ.Ν. Τίποτα δεν κατάλαβε. Όλη την ώρα μου 'λεγε «θυμάσαι;» Τι
              να θυμηθώ. Μονάχα τα όνειρα θυμάμαι γιατί τα βλέπω νύχτα.
              Όμως τη μέρα αισθάνομαι άσχημα - πως να το πω: απροε-
              τοίμαστη. Βρέθηκα μέσα στη ζωή τόσο άξαφνα - κει που δεν
              το περίμενα καθόλου. Έλεγα «μπα θα συνηθίσω». Κι όλα γύ-
              ρω μου έτρεχαν. Πράγματα κι άνθρωποι έτρεχαν, έτρεχαν -
              ώσπου βάλθηκα κι εγώ να τρέχω σαν τρελή. Αλλά, φαίνεται, το
              παράκανα. Επειδή -δεν ξέρω- κάτι παράξενο έγινε στο τέ-
              λος. Πρώτα έβλεπα τον νεκρό κι ύστερα γινόταν ο φόνος.
              Πρώτα ερχόταν το αίμα κι ύστερα ο χτύπος κι η κραυγή. Και
              τώρα όταν ακούω να βρέχει δεν ξέρω τι με περιμένει... 
    
      Α.   «Γιατί δε θάβουν τους ανθρώπους όρθιους σαν μητροπολιτά-
             δες;» -έτσι μου 'λεγε. Και μια φορά, θυμάμαι, καλοκαίρι στο
             νησί, που γυρίζαμε όλοι από ξενύχτι, ξημερώματα, πηδήσαμε
    
             απ' τα κάγκελα στον κήπο του Μουσείου. Χόρευε πάνω στις
             πέτρες και δεν έβλεπε τίποτα. 
    
    Μ.Ν. Έβλεπα τα μάτια του. Έβλεπα κάτι παλιούς ελαιώνες. 
    
      Α.   Έβλεπα μιαν επιτύμβια στήλη. Μια κόρη ανάγλυφη πάνω στην
             πέτρα. Έμοιαζε λυπημένη και κρατούσε στη χούφτα της ένα
             μικρό πουλί.  
    
    Μ.Ν. Εμένα κοίταζε, το ξέρω, εμένα κοίταζε. Κοιτάζαμε κι οι δυο την
              ιδία πέτρα. Κοιταζόμασταν μεσ' απ' την πέτρα.  
    
      Α.   Ήταν ήρεμη και κρατούσε στη χούφτα της ένα μικρό πουλί.
    
    Μ.Ν. Ήτανε καθιστή. Κι ήτανε πεθαμένη. 
    
      Α.   Ήτανε καθιστή και κρατούσε στη χούφτα της ένα μικρό πουλί.
             Δε θα κρατήσεις ποτέ σου ένα πουλί εσύ - δεν είσαι αξία!  
    
    Μ.Ν. Ω, αν μ' αφήνανε, αν μ' αφήνανε.  
    
      Α.   Ποιος να σ' αφήσει; 
    
    Μ.Ν. Αυτός που δεν αφήνει τίποτα.           
    
      Α.   Αυτός, αυτός που δεν αφήνει τίποτα
             κόβεται απ' τη σκιά του κι αλλού περπατά.  
    
    Μ.Ν. Είναι τα λόγια του άσπρα κι είναι ανείπωτα
              κι είναι τα μάτια του βαθιά κι ανύπνωτα...  
    
      Α.   Μα' χε πάρει όλο το πάνω μέρος απ' την πέτρα. Και μαζί
             μ' αυτήν και τ' όνομά της.  
    
    Μ.Ν. ΑΡΙΜΝΑ... σαν να τα βλέπω ακόμη χαραγμένα τα γράμματα μέ-
              σα στο φως... ΑΡΙΜΝΑ ΕΦΗ ΕΛ...  
    
      Α.   Έλειπε. Όλο το πάνω μέρος έλειπε. Γράμματα δεν υπήρχανε
             καθόλου. 
    
    Μ.Ν. ΑΡΙΜΝΑ ΕΦΗ ΕΛ... εκεί, πάνω σ' αυτό το ΕΛ, η πέτρα είχε κοπεί
              και σπάσει. Το θυμάμαι καλά.  
    
      Α.   Στ' όνειρό της φαίνεται θα το 'χε δει κι αυτό για να το θυμάται. 
    
    Μ.Ν. Στ' όνειρό μου, ναι. Σ' έναν ύπνο μεγάλο που θα 'ρθει κάποτε
              όλο φως και ζέστη και μικρά πέτρινα σκαλιά., θα περνάνε στο
              δρόμο αγκαλιασμένα τα παιδιά όπως σε κάτι παλιές ταινίες ιτα-
              λιάνικες. 
              Από παντού θ' ακούς τραγούδια και θα βλέπεις πελώριες γυναί-
              κες σε μικρά μπαλκόνια να ποτίζουν τα λουλούδια τους.  
    
      Α.   Ένα μεγάλο θαλασσί μπαλόνι θα μας πάρει τότε ψηλά, μια δω,
             μια κει, θα μας χτυπά ο αέρας. Πρώτα θα ξεχωρίσουν οι αση-
             μένιοι τρούλοι, κατόπιν τα καμπαναριά. Θα φάνουν οι δρόμοι
             πιο στενοί, πιο ίσιοι απ' ό,τι φανταζόμασταν. Οι ταράτσες με
             τις κάτασπρες αντένες για την τηλεόραση. Και οι λόφοι ένα
              γύρο κι οι χαρταετοί - ξυστά θα περνάμε από δίπλα τους.
             Ώσπου κάποια στιγμή θα δούμε όλη τη θάλασσα. Οι ψυχές
             επάνω της θ' αφήνουν μικρούς λευκούς ατμούς.  
    
    Μ.Ν. Έχω σηκώσει χέρι καταπάνου στα βουνά τα μαύρα και τα δαι-
              μονικά του κόσμου τούτου. Έχω πει στην αγάπη «γιατί» και την
              έχω κυλήσει στο πάτωμα. Έγιναν οι πόλεμοι και ξανάγιναν και
              δεν έμεινε ούτ' ένα κουρέλι να το κρύψουμε βαθιά στα πράγ-
              ματά μας και να το λησμονήσουμε. Ποιος ακούει; Ποιος άκου-
              σε; Δικαστές, παπάδες, χωροφύλακες, ποια είναι η χώρα σας;
              Ένα κορμί μου μένει και το δίνω. Σ' αυτό καλλιεργούνε, όσοι
              ξέρουν, τα Ιερά, όπως οι κηπουροί στην Ολλανδία τις τουλί-
              πες. Και σ' αυτό πνίγονται όσοι δεν έμαθαν ποτέ από θάλασσα
              κι από κολύμπι... 
              Ροές της θάλασσας κι εσείς των άστρων μακρινές επιρροές - 
                παρασταθείτε μου! 
    
      Α    Έχω σηκώσει χέρι καταπάνου στα
             δαιμονικά του κόσμου τ' ανεξόρκιστα
             κι από το μέρος το άρρωστο γυρίστηκα
             στον ήλιο και στο φως αυτοεξορίστηκα!  
    
    Μ.Ν. Κι απ' τις φουρτούνες τις πολλές γυρίστηκα
              μες στους ανθρώπους αυτοεξορίστηκα! 
    
     
    
                                    Α' 
    
    Η Μαρία Νεφέλη λέει: 
    
                             ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ
    
    Ροές της θάλασσας κι εσείς
    των άστρων μακρινές επιρροές - παρασταθείτε μου! 
    απ' τα νερά της νύχτας τ' ουρανού κοιτάξετε 
    πως ανεβαίνω
    αμφίκυρτη 
    σαν τη νέα Σελήνη 
    και σταλάζοντας αίματα. 
    Ποιητή τζιτζίκι μου εγκαταλειμμένο 
    μεσημέρι δεν έχει πια κανείς· 
    σβήσε την Αττική κι έλα κοντά μου. 
    Θα σε πάω στο δάσος των ανθρώπων 
    και θα σου χορέψω γυμνή με ταμ ταμ και προσωπίδες 
    και θα σου δοθώ μέσα σε βρυχηθμούς και ουρλιάσματα. 
    Θα σου δείξω τον άνθρωπο Baobab 
    και τον άνθρωπο Phagus Carnamenti 
    τη γερόντισσα Cimmulius και το σόι της όλο 
    το σαρακοφαγωμένο απ' τα παράσιτα· 
    θα σου δείξω τον άντρα Bumbacarao Uncarabo 
    τη γυναίκα του Ibou-Ibou 
    και τα παραμορφωμένα τέκνα τους 
    τα μανιταρόσκυλα 
    τον Cingua Banga και την Iguana Brescus
    Μη φοβάσαι 
    με το χέρι μπροστά καθώς φανός θυέλλης 
    θα σε οδηγήσω 
    και θα σου χιμήξω· 
    τα νύχια μου θα μπουν στις σάρκες σου 
    
    
    
    Και ο Αντιφωνητής: 
    
                       ΤΟ ΣΤΙΓΜΑ 
    
    Ό,τι να δεις - καλώς το βλέπεις
    αρκεί να 'ναι: Αναγγελία.
    Το ελάχιστο νέφος ουριοδρομώντας η Σελήνη
    των δέντρων ο αλιγάτορας
    και η σκυθρωπή των λιμνοθαλασσών γαλήνη
    με το πατ-πατ το μακρινό της γκαζομηχανής
    αν ο κόσμος μια για πάντα ειπώθηκε: Αναγγελία.
    
    Ποίηση ω Αγία μου - συγχώρεσέ με
    αλλ' ανάγκη να μείνω ζωντανός
    να περάσω από την άλλην όχθη·
    οτιδήποτε θα 'ναι προτιμότερο
    παρά η αργή δολοφονία μου από το παρελθόν.
    Κι αν απάνω μου μείνει ανεξάλειπτη
    κάθε λαίλαπα σαν εγκαυστική
    θα' ρθει το πλήρωμα των ημερών
    βουστροφηδόν θα εξαφανίσω τον εαυτό μου. 
    
    Εξόν κι αν μήτε αυτός υπάρχει
    αν στα βάθη μέσα των ωκεανών
    βυθίζοντας οι μέρες οι ξανθές πήραν μαζί τους
    μια για πάντα το είδωλο
    το Φωτόδεντρο
    με τους χίλιους εκτυφλωτικούς των πουλιών σχίστες
    και τους Μήνες ολόγυρα στις μύτες των ποδιών
    συλλέγοντας μες στην ποδιά τους
    κρόκους μικρούς γυρίνους των αιθέρων.
    Είναι που οι άνθρωποι δεν το θελήσανε ειδαλλιώς...
    
    
    
    (.................................................................................)
    
    
    
    
       
    
    
                            ΠΑΤΜΟΣ
    
    Είναι πριν τον γνωρίσεις που αλλοιώνει ο θάνατος· 
    από ζώντας με τις δαχτυλιές του επάνω μας
    ημιάγριοι το μαλλί αναστατωμένο σκύβουμε
    χειρονομώντας πάνω σ' ακατανόητες άρπες. Αλλ'
    ο κόσμος φεύγει...
    Αϊ αϊ δυο φορές τ' ωραίο δε γίνεται
    δε γίνεται η αγάπη.
    
    Κρίμας κρίμας κόσμε
    σ' εξουσιάζουν μέλλοντες νεκροί· 
    και κανείς κανείς δεν έλαχε
    δεν έλαχε ν' ακούσει ακόμη
    καν φωνήν αγγέλων καν υδάτων πολλών
    καν εκείνο το «έρχου» που σε νύχτες αϋπνίας μεγάλης
            ονειρεύτηκα 
    
    Εκεί εκεί να πάω σ' ένα νησί πετραδερό 
    που ο ήλιος το λοξοπατάει σαν κάβουρας 
    κι όλος τρεμάμενος ο πόντος ακούει κι αποκρίνεται. 
    
    Πάνοπλη με δεκάξι αποσκευές με sleeping bags και χάρτες
    πλαστικούς σάκους κοντάμετρα και τηλεοπτικούς φακούς
    κιβώτια με φιάλες μεταλλικό νερό
    κίνησα -δεύτερη φορά- και τίποτα.
    
    Κιόλας η ώρα εννιά στο μόλο της Μυκόνου
    έσβηνα μες στα ούζα και στα εγγλέζικα
    θαμώνας ενός ουρανού ελαφρού όπου όλα
    τα πράγματα βαραίνουν δυο φορές το βάρος τους 
    
     
    
    Και ο Αντιφωνητής:  
    
                            Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ
    
    Στενός ο δρόμος - τον πλατύ δε γνώρισα ποτέ
    ανίσως κι ήταν μια φορά μονάχα
    τότες που σε φυλούσα κι άκουα θάλασσα... 
    
    Κι είναι από τότες λέω - είναι η ίδια η θάλασσα
    φτάνοντας μες στον ύπνο μου που 'φαγε τη σκληρή την πέτρα
    κι άνοιξε τ' αχανή διαστήματα. Λόγια που έμαθα
    σαν περάσματα ψαριών πράσινα
    με γαλάζια κιμωλία χαρακωμένα
    παραμιλητά που ξυπνητός ξεμάθαινα
    και πάλι κολυμπώντας ένιωθα κι ερμήνευα
    Ιωάννης των ερώτων
    μπρούμυτα
    στις κουβέρτες κρεβατιού επαρχιακού ξενοδοχείου
    με το γλόμπο γυμνό στην άκρη από το σύρμα
    και τη μαύρη κατσαρίδα σταματημένη πάνω απ' το νιπτήρα.
    Προς τι προς τι να 'σαι άνθρωπος
    ο βαθμός της πολυτέλειας μες στο ζωικό βασίλειο
    τι μπορεί να σημαίνει
    εξόν κι αν έχεις ώτα ακούειν
    μη φoβού α μέλλεις πάσχειν.
    
    Εγώ δεν εφοβήθηκα
    εγώ διόλου ταπεινά όμως υπόμεινα
    εγώ το θάνατο είδα τρεις φορές
    εγώ με διώξανε απ' τις πόρτες έξω.
    
    Αν έχεις ώτα ακούειν. Εγώ άκουσα
    βουή σαν από πελαγίσιον κόχυλα
    
     Η Μαρία Νεφέλη λέει:
    
    ενώ τεντώνεται από τ' άστρα ο λώρος
    να κοπεί και χάνεσαι... 
    
    Κοιμήθηκα όπως μόνον μπορεί να κοιμηθεί κανείς
    πάνω σ' ένα κρεβάτι που το ζέσταναν οι ράχες άλλων
    βάδιζα λέει σε παραλία ερημική
    όπου η σελήνη αιμορραγούσε και δεν άκουγες παρά
    του άνεμου τα πατήματα πάνω στα σάπια ξύλα.
    Ως το γόνατο μες στα νερά πήρα να φέγγω
    από μέσα μου μεράκι αλλόκοτο
    άνοιξα τα πόδια 
    σιγά σιγά τα σπλάχνα μου άρχισαν
    μωβ κυανά πορτοκαλιά να πέφτουν
    με στοργή σκύβοντας τα 'πλενα ένα ένα
    προσεχτικά προπάντων στα σημεία που έβλεπα
    να 'χουν αφήσει ουλές οι δαγκωνιές του Αόρατου. 
    
    Ώσπου τα μάζεψα όλα στην ποδιά μου
    δίχως να βηματίσω προχωρούσα
    φυσούσε η μουσική και μ' έσπρωχνε
    κομμάτια θάλασσες εδώ - κομμάτια θάλασσες πιο πέρα.
    Θε μου που πάει κανείς όταν δεν έχει μοίρα
    που πάει κανείς όταν δεν έχει αστέρι
    άδειος ο ουρανός άδειο το σώμα
    και μόνο η πίκρα στρογγυλή γεμάτη
    μες στη σελήνη τη μισή σαλεύοντας τ' αγκάθια της
    ένας ακόμη που δε γίνεται ποτέ να πιάσεις
    θηλυκός αχινός. 
    
    Επάνω κει ξύπνησα μες στο ξένο σπίτι·
    πασπατεύοντας μέσα στα σκοτεινά το χέρι μου
    πάνω στο ψαλιδάκι των νυχιών έβρισκε την αιχμή.
    Λύση της συνεχείας του δέρματος 
    
    
      (........................................................)
    
      
    
    Η Μαρία Νεφέλη λέει:   
    
                       Ο ΤΡΩΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 
    
    Τουλάχιστον αν ζούσαμε από την ανάποδη
    να τα βλέπαμε όλα ίσια: Μπα. Η αναποδιά
    έχει μια μονιμότητα πεισματική·
    αποτελεί όπως λέμε τον κανόνα.
    Όπου σημαίνει ότι αν καταφέρνουμε να ζούμε
    βέβαια ζούμε από τις εξαιρέσεις.
    Προσποιούμαστε ότι δε συμβαίνει τίποτε
    ακριβώς για να συμβεί επιτέλους κάτι
    έξω και πάνω από τη χλεύη.
    Ένα κεράσι την ώρα που χειμάζονται
    μέσα του όλες οι αθλιότητες
    και αυτό στο πείσμα τους καθάριο παντοδύναμο
    άψογο λάμπει δείχνοντας
    ποια θα μπορούσε να 'ταν η υπεροχή του ανθρώπου. 
    
    Η σταγόνα το αίμα κάθε Απρίλιο
    δωρεάν και για όλους. 
    
    Δυστυχείς εμπροσθοφυλακές και ανάστροφοι
    οδηγοί των βαρέων αρμάτων τ' ουρανού
    ως και τα σύννεφα είναι ναρκοθετημένα
    το νου σας: από μας η άνοιξη εξαρτάται. 
    
    Να ξαναδώσουμε στα πόδια μας το χώμα. 
    Το πράσινο στο πράσινο τον άνθρωπο του Νεάντερταλ 
    στον άνθρωπο του Νεάντερταλ. Δεν ωφελούν πια 
            οι μυώνες 
    θέλει αγάπη θηριώδη
    θέλει πήδημα τίγρισσας μες στις ιδέες. 
    
    
    Και ο Αντιφωνητής:
    
                        Η ΕΛΕΝΗ 
    
    Η Μαρία Νεφέλη αναμφισβήτητα
    είναι κορίτσι οξύ
    αληθινή απειλή του μέλλοντος·
    κάποτε λάμπει σαν μαχαίρι
    και μια σταγόνα αίμα επάνω της
    έχει την ίδια σημασία που είχε άλλοτε
    το Λάμδα της Ιλιάδας. 
    
    Η Μαρία Νεφέλη πάει μπροστά
    λυτρωμένη από την απεχθή έννοια του αιώνιου κύκλου.
    
    Και μόνο με την ύπαρξή της
    αποτελειώνει τους μισούς ανθρώπους.
    
    Η Μαρία Νεφέλη ζει στους αντίποδες της Ηθικής
    είναι όλο ήθος.
    
    Όταν λέει «θα κοιμηθώ μ' αυτόν»
    εννοεί ότι θα σκοτώσει ακόμη μια φορά την Ιστορία.
    Πρέπει να δει κανείς τι ενθουσιασμός που πιάνει τότε
            τα πουλιά.
    
    Έξαλλου με τον τρόπο της
    διαιωνίζει τη φύση της ελιάς.
    Γίνεται ανάλογα με τη στιγμή
    πότε ασημένια πότε βαθυκύανη.
    Γι' αυτό και οι αντίπαλοι ολοένα
    εκστρατεύουν - κοιτάξετε:
     
    
    Η Μαρία Νεφέλη λέει: 
    
    Όσο υπάρχουνε Αχαιοί θα υπάρχει μία ωραία Ελένη
    και ας είναι αλλού το χέρι αλλού ο λαιμός 
    
    Κάθε καιρός κι ο Τρωικός του πόλεμος. 
    
    Μακριά μέσα στ' απώτατα βάθη του Αμνού
                                       ο πόλεμος συνεχίζεται.
    
    Και ο Αντιφωνητής: 
    
    άλλοι με τις κοινωνικές τους θεωρίες
    πολλοί κραδαίνοντας απλώς λουλούδια 
    
    Κάθε καιρός κι η Ελένη του. 
    
    Από τον στοχασμό σου πήζει ο ήλιος μες στο ρόδι
                                                            κι ευφραίνεται. 
    
    
    
    ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΝΕΦΕΛΗΣ
    
    «Κρίμας το κορίτσι» λένε
    το κεφάλι τους κουνάν
    Τάχατες για μένα κλαίνε
    δε μ' απορατάν!
    
    Μες στα σύννεφα βολτάρω
    σαν την όμορφη αστραπή
    κι ό,τι δώσω κι ό,τι πάρω
    γίνεται βροχή.
    
    Βρε παιδιά προσέξετέ με
    κόβω κι απ' τις δυο μεριές·
    το πρωί που δε μιλιέμαι
    βρίζω Παναγιές
    
    και το βράδυ οπού κυλιέμαι
    στα γρασίδια καθενού
    λες και κονταροχτυπιέμαι
    ντρούγκου-ντρούγκου-ντρου.
    
    Τη χαρά δεν τη γνωρίζω
    και τη λύπη την πατώ
    Σαν τον άγγελο γυρίζω
    πάνω απ' τον γκρεμό.
    
     
    
                                     Β' 
    
    Ο Αντιφωνητής λέει:
    
                            PAX SAN TROPEZANA
    
    Τι βουβάλα που 'χει γίνει τώρα τελευταία η γη!
    Πορπατάει στα τέσσερα και ρουθουνίζει από χαρά 
    ντέεε οξ! 
    Δόξα να 'χουν οι καθεστωτικοί πατέρες 
    ειρήνη βασιλεύει 
    ζώα μικρά μετά μεγάλων εκεί πλοία διαπορεύονται...  
    
    Βυζιά βαμμένα παντελόνια δίχρωμα 
    ψάθες υπερμεγέθεις όλων των ειδών 
    οικόσημα πλουσίων πριγκίπων υποψηφίων μαζοχιστών
    συγγραφείς εξ αποστάσεως 
    ηθοποιοί των εικοσιτεσσάρων ωρών 
    ουρούν στη θάλασσα κι εκβάλλουνε μικρές κραυγές 
    μειξοευρωπαϊστί: 
    ου-ου ου-ου!  
    
    Ψηλά στον ουρανό κενά μαύρα 
    χαίνουν και η ώσμωση 
    των ψυχών αφήνει να ξεχύνεται πυκνόρρευστος καπνός. 
    Κάποτε διαφαίνεται το βλέμμα ενός αγίου 
    άγριον όσο ποτέ 
    «δεν έχει σημασία η σημασία είναι αλλού» 
    χρωματιστά πασπατευτά παν πλήθη 
    με μισόκλειστα μάτια μπουσουλώντας 
    ντέεε οξ! 
    Pax
    Pax San Tropezana
    ειρήνη βασιλεύει. 
     
    
    Και η Μαρία Νεφέλη: 
    
                       Ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΓΗ
    
    Αχ δεν είναι αυτός πλανήτης
    όλο κότες και πρόβατα
    και βλακώδεις άλλες κύπτουσες υπάρξεις.
    Άκρη-άκρη του Σύμπαντος ο αμελητέος
    με τους τόσους δα ωκεανίσκους του
    με τα Ιμαλαϊάκια του
    με τα τέσσερα δις των απτεροδιπόδων του
    μαχόμενων αέναα υπέρ βωμών και εστιών
    πετρελαιοπηγών και άλλων πλουτοφόρων περιοχών.
    Δεν είναι αυτός πλανήτης
    στουμπωμένος δηλητηριώδη αέρια
    έκθετος σε βροχές μετεωριτών
    σε σκέψεις φιλοσόφων
    σε μακρούς αγώνες για την ελευθερία
    (τη δική μας πάντοτε -ποτέ των άλλων).
    Ένα σκάκι για κόρακες εξασκημένους
    να κερδίζουν πάντοτε και από τις δύο πλευρές
    «μαύρα πουλιά» που λεν «μαύρα μαντάτα».
    
    Όχι όχι δεν είναι αυτός πλανήτης
    μάλλον είναι μία πλάνη ήτις οδηγεί πολύ μακριά
    στον Δία στον Χριστό στον Βούδα στον Μωάμεθ
    που εδέησε κάποτε κι εκείνοι
    ν' ατονήσουν ώστε όλοι εμείς
    από μια κεκτημένη απλώς ταχύτητα
    να μένουμε στη στάση του προσκυνημένου.
    Η αντίστροφη μέτρηση ως τον τέλειο πλήρη αφανισμό.
    Το μόνο πράγμα που θα μείνει ανέπαφο
    
     
    
    Ο Αντιφωνητής λέει: 
    
    Μειξοευρωπαϊστί τα πάντα λέγονται 
    γίνονται ξεγίνονται 
    μ' ευκολίες με δόσεις. 
    Καιρός των ανταλλακτικών: 
    σπάει λάστιχο-βάζεις λάστιχο 
    χάνεις Jimmy-βρίσκεις Bob.
    C' est tres pratique που 'λεγε κι η Annette
    η ωραία σερβιτόρισσα του Tahiti. 
    Της είχανε υπογράψει δεκαεννέα εραστές τα στήθη της 
    μαζί με τον τόπο της καταγωγής τους 
    μια μικρή τρυφερή γεωγραφία. 
    
    Όμως θαρρώ στο βάθος ήταν ομοφυλόφιλη. 
    
    Τρώγε την πρόοδο
            και με τα φλούδια και με τα κουκούτσια της.
    
     
    
                       ΤΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ 
    
    Πέσαν στον ύπνο οι βλάστημοι και να: βρήκε το θάρρος 
    το φεγγάρι μας να ξεμυτίσει. Μίλησε πάλι το βουνό 
    ιερές ακατανόητες έλξεις 
    από φύλλο σε φύλλο 
    το ελαφάκι του νερού και η κάππαρη. 
    Με το πλάι σταματημένα και αποκοιμισμένα 
    τ' αλόγα πανύψηλα 
    και κάτου ως πέρα η μισή κοιλάδα στ' άσπρα. 
    Θάρρος. Τώρα. Είναι η στιγμή 
    
    
    Και η Μαρία Νεφέλη: 
    
    είναι η εκδίκηση. 
    Το σίδερο και η πέτρα έχουν τον τρόπο τους 
    θα μας καταβάλουν 
    και θα περάσουμε μια νέα λίθινη εποχή 
    θα τρομοκρατηθούμε ανάμεσα στους εξαγριωμένους 
            βροντόσαυρους· 
    τότε ίσως νοσταλγήσουμε
    την ακρίβεια και την τελειότητα
    ενός ρολογιού Patek Philippe..  
    
    Ε σεις Κύριοι της Τεχνοκρατίας
    λίγο πιο δεξιά παρακαλώ:
    κρατήστε μου μια θέση στο Α του Κενταύρου
    και πάλι βλέπουμε.  
    
    Δυστυχώς και η Γη
                                   με δικά μας έξοδα γυρίζει.
     
    
                       ΚΑΘΕ ΦΕΓΓΑΡΙ ΟΜΟΛΟΓΕΙ 
    
    Κάθε φεγγάρι ομολογεί και μες στα δέντρα κρύβεται μην
             και το καταλάβεις· 
    έχεις ανακατώσει τόσο τους καιρούς που μήτε ο ίδιος ξέρεις
             από που το μήνυμα θα λάβεις. 
    
    Εσύ 'σαι ο ένας απ' αυτούς που του 'δωσαν χαρτί μεγάλο
            για να γράψει και δεν έστερξε την πένα του να πιάσει· 
    που του 'ρθε η τύχη σαν λακκάκι μες στο μάγουλο και που
           δεν είπε μπάρεμ να χαμογελάσει. 
    
    Ο Αντιφωνητής λέει: 
    
    να βγεις Θεέ μου από την αφάνεια. 
    Σε λουτήρες μέσα με πλακάκια λεία ωραίες γυναίκες 
    γέρνοντας μες στους υδρατμούς 
    σημειώνουν την απόκλιση: ο πλανήτης φεύγει. 
    Θα φανεί το κέλυφος γεμάτο τρύπες 
    μαύρες και αστραπές και αργά 
    θα γυρίσει ο άνθρωπος από το μέσα μέρος 
    εωσότου ολότελα χαθεί. 
    Θάρρος. Τώρα.
    Την ηδονή να σώσω καν Θεέ μου. 
    Δώσε μου το εγχειρίδιο.  
    
    Είναι αγένεια
                να κάνεις του Χάρου χειροφιλήματα.
     
    
                       Ο ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ 
    
    Δεν σκαμπάζω γρυ από προπατορικά αμαρτήματα
    και άλλα των Δυτικών εφευρήματα.
    Όμως αλήθεια εκεί μακριά
    στη δροσιά των πρώτων ημερών
    πριν από το καλύβι της μητέρας μας
    τι ωραία που ήταν! 
    
    Τα λευκά των αγγέλων σαν να τα θυμάμαι
    κλείναν μπροστά μα τ' άφηναν ξεκούμπωτα
    ίδια κορίτσια με ποδιές απ' αυτά που δουλεύουνε 
    στα κομμωτήρια
    θαύμα -και όλα τα γεράνια  
    
    
    Και η Μαρία Νεφέλη: 
    
    Εσύ 'σαι αυτός που του 'ριξαν το δίχτυ μέσα στο λουτρό να τον
    σκοτώσουν μα κρατάει μες στο βασίλειό του ακόμη · 
    
    που σπρώχνει την αγάπη απ' το παράθυρο κι υστέρα κλαίγεται
    και λέει ότι τον αδικούν οι νόμοι. 
    
    Κάθε φεγγάρι ομολογεί κι εσύ κάνεις πως τάχα δεν καταλαβαίνεις.
    Ξέρεις ότι φορείς τον ήλιο -και ότι πριν εκείνο κατεβεί εσύ
    ανεβαίνεις.  
    
    Δίνε δωρεάν το χρόνο
                         αν θες να σου μείνει λίγη αξιοπρέπεια.
    
     
    
                       Ο ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ
    
    Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
    Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν
    έμενα στο προσκέφαλό μου μπρούμυτα
    τιμωρημένη
    ώρες και ώρες.
    Ένιωθα το δωμάτιό μου ανέβαινε
    δεν ονειρευόμουν -ανέβαινε
    φοβόμουνα και μου άρεσε.
    Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω
    κάτι σαν την «ανάμνηση του μέλλοντος»
    όλο δέντρα που έφευγαν βουνά που άλλαζαν όψη
    χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
    
    
    
    (........................................................)
    
    
     
    
    Ο Αντιφωνητής λέει: 
    
                        Η ΙΕΡΗ ΕΞΕΤΑΣΗ
    
    Έννοια σου κι απ' αυτά που σου αφαιρεί
    σου προσθέτει ο πόνος Άνθρωπε
    Ψυχοσυντήρητε
    που καυχησιολογείς
    
    Όσο θες πολέμα
                               δεν έχει φτέρνες η Τελειότητα 
    
    Κι είναι ανάγκη να πάμε μπροστά
    να γεμίσουμε όλα τα Κενά
    εάν όχι και ν' αυτοκαταστραφούμε αντλώντας δύναμη
            από τα περασμένα.
    Ένας καιρός θα' ρθει να κελαηδήσουμε όρθιοι
    και στην ομορφιά γενναίοι.
    Αργά-γρήγορα
    τα πουλιά θα μας εξημερώσουν
    Ίτε παίδες...
    
    Η αληθινή γενναιότητα
    πρέπει να βαφτιστεί στο πέλαγος
    και να φέρει κάτι απ' το μελτέμι
    στους ογδόους ορόφους των πολυκατοικιών
    πρέπει ν' αφήσει τα πεδία των μαχών
    ν' αναπτυχθεί στον έρωτα και στα βιβλία
    να βγει μ' άλλο ομορφότερο όνομα
    κι εκεί να περιμένει 
    
    
    
    Και η Μαρία Νεφέλη: 
    
                       Ο ΑΓΙΟΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΤΗΣ ΑΣΣΙΖΗΣ
    
    Τι κρίμας που δε βρέθηκε το Linguaphone της ηδονής
            ακόμη! 
    Τώρα που η «φύσις» λιγοστεύει και σπανίζει ο άνεμος
    και οι άνθρωποι σήπονται σε δάση ολότελα φανταστικά
    θα 'ταν υψίστη σοφία να συμβιβαστούν οι άγιοι 
            με το σώμα τους 
    ν' ακούσουν πάλι των αγγέλων τη λαλιά να πέφτει
    σαν ψιλή βροχούλα εαρινή
    την ώρα που η κάθε είδους γνώση φλέγεται... 
    
    Μην πείτε: θα βρεθεί ένα δίκιο και για μας.
    Μην περιμένετε από την πολιτική και από την επιστήμη
    τίποτε. Ο νεότευκτος είναι και ο πιο παλαιός
    κόσμος ανάποδος. 
    
    Μη ματαιοπονείτε.  
    
    Με την ομορφιά μου εγώ 
    θα καταργήσω την έννοια του βιβλίου·  
    
    θα επινοήσω τα νέα λουλούδια
    και θα τα δρέψω από τα σπλάχνα μου
    και θα στέψω βασιλιά στην κόχη των μηρών μου
    το δημόσιο ρόδο.
    
    απ' αυτό θα πνεύσει ο άνεμος
    της αληθινής αγνότητας
    όπου λίγοι θα επιζήσουν άνθρωποι
    
     
    
    Ο Αντιφωνητής λέει:
    
    να της ριχτούν και να τη βλαστημήσουν
    να τη δέσουν πιστάγκωνα και τη δικάσουν. 
    
    Κάθε καιρός κι η Ιερή του Εξέταση. 
    
    Το «κενό» υπάρχει
                                όσο δεν πέφτεις μέσα του.
     
    
    Και η Μαρία Νεφέλη: 
    
    όμως όλα τα πουλιά
    τσιμπολογώντας τις ρώγες των μαστών μου. 
    
    Κάθε καιρός κι ο άγιος Φραγκίσκος της Ασσίζης του.
    
    Προσπάθησε να οδηγήσεις την τεχνική τελειότητα
                                        στη φυσική της κατάσταση.
    
     
    
    ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ
    
    Πρώτη φορά σ' ενός νησιού τα χώματα
    δύο του Νοεμβρίου ξημερώματα
    
    βγήκα να δω τον κόσμο και μετάνιωσα
    τα «ζόρικα» που λεν αμέσως τα 'νιωσα.
    
    Μήνες εννέα πριν την πρώτη μέρα μου
    δούλευα για το σπέρμα του πατέρα μου
    
    και πεντακόσιους τρεις κατά συνέχεια
    μετά - για την ψευτιά και την ανέχεια.
    
    Δύσκολο δύσκολο της γης το πέρασμα
    και να μη βγαίνει καν ένα συμπέρασμα.
    
    Μέσα στον εαυτό μου τόσο κρύφθηκα
    που μήτε ο ίδιος δεν τον αντελήφθηκα.
    
    Ώσπου μια μέρα το 'φερε η περίσταση
    κι αγάπησα χωρίς καμιάν αντίσταση
    
    αλλά και στην προσπάθεια την ελάσσονα
    πάντοτε βρε παιδιά μου τα θαλάσσωνα
    
    πρώτον διότι κυνηγούσα το Άπιαστο
    και δεύτερον γιατ' ήμουν είδος Άμοιαστο.
    
    Εφ' ω και αφού την τύχη μου σιχτίρισα
    πίσω στον εαυτό μου ξαναγύρισα.
     
    
                                      Γ΄
    
    Η Μαρία Νεφέλη λέει:
     
    
                            ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΘΛΙΨΗ 
    
    Γεια σου θλίψη
    Καλημέρα θλίψη 
    έντομο που φωλιάζεις μέσα μου
    κι ολονυχτίς καραδοκείς πότε θ' ανοίξω μάτι... 
    
    Στην αρχή σ' έχω λησμονήσει·
    κοιτάζω τις γραμμές του ταβανιού -
    άξαφνα πατείς και μπαίνεις
    στη συνείδηση.  
    
    Έρχεσαι να πικράνεις τον πρωινό καφέ
    ν' αποσπάσεις κάτι απ' την ελάχιστη χαρά
    του χεριού μου στο πόμολο του παραθύρου
    φέρνεις ανωμαλίες στο νερό του μπάνιου
    προκαλείς το πρώτο δυσάρεστο τηλεφώνημα
    είσαι τέρας 
    μικροσκοπικός Μινώταυρος που ζητάει τροφή
    και συντηρείται με το ελάχιστο...  
    
    Τρως τρως Μινώταυρε· 
    είναι σάρκες αυτές δεν είναι αέρας 
    έτσι που πας δε θ' απομείνει τίποτε.  
    
    Γεια σου θλίψη 
    Καλημέρα θλίψη 
    έχεις εγκατασταθεί μονίμως μέσα μας 
    είσαι χειρότερη από τους ιούς και τους βακίλους 
    οι φιλόσοφοι σ' εξετάζουν στο φασματοσκόπιο 
    έχεις δώσει λαβή σε μιαν εξαίρετη λογοτεχνία 
    
    
    (........................................................) 
    
    Και ο Αντιφωνητής:  
    
                       Η ΠΑΡΘΕΝΟΓΕΝΕΣΗ 
    
    Σπάρτα 
                σπάρτα κι ασφένταμοι
    μανιτάρια και σαλίγκαροι 
    άπραγα κοριτσάκια της βροχής πού μ' έχετε συλλάβει;
    Εκεί; Στα τρίτα ύψη; Απ' ανθόσκονη κήπων των αόρατων;
    Εγώ τότε είμαι. Το βεβαιώνω. Εγώ. 
    Ναι για κει γεννιόμουν για κει μ' ανάγγελλε το φως
    που σας έδωκε της αστραπής τούτη τη δύναμη.  
    
    Τι να μην είχα πεθάνει από καιρό και να 'χα 
    δει ώσπερ οι ανακύπτοντες εκ της θαλάσσης 
    ιχθύες κείνη που ήταν η ως 
    αληθώς γη. 
    Αυτήν θέλω να δω και αυτήν να κατοικήσω 
    την αλουργή και θαυμαστήν τα κάλλη την χρυσοειδή 
    την λευκή την γύψου και χιόνος λευκοτέραν...  
    
    Ανεβάσετέ με στους περιστρεφόμενους ανάμεσα
    τροχίσκους των αιθέρων στους καταιγισμούς
    αφήσετέ με των εσπεριδοειδών μήπως κι από 'να
    σ' άλλο σώμα το βάρος μου αλλαχτεί σε λάμψη
    εκτυφλωτική τριγύρω αθώων πλασμάτων
    που εγώ μόνον τα θέλησα και άλλος κανείς.  
    
    Σπάρτα
                σπάρτα κι ασφένταμοι
    αενάκια και χελιδρονιές
    τεμπερόριζες κι αγριομαντιλίδες
    άπραγα κοριτσάκια της βροχής δεξιά της άνοιξης φυλάξετέ μου
     
    
    Η Μαρία Νεφέλη λέει: 
    
    περιμένω το μήνυμα - τον πρώτο πετεινό μέσα στον Άδη
    κάτι σαν το σαξόφωνο με ανταύγεια ουρανική
    κοριτσάκια που τρέχουνε καβάλα σε καουτσουκένιους
            δράκοντες. 
    
    Η Γη τώρα μονάχα αποκαλύπτεται πόσο μεγάλη στην
            πραγματικότητα είναι.
    Βροντάει ο Ζευς
    μαυρίλα
    βροντάει ο Ζευς
    δεν είναι ήττα μήτε νίκη αυτό.
    Κάτι άλλο ας τολμήσουμε οι ενταφιασμένοι.  
    
    Όποιος μπορεί και φορτίζει την ερημιά
                    έχει ακόμη ανθρώπους μέσα του.
    
     
    (........................................................)
     
    
                       Ο ΣΤΑΛΙΝ 
    
    Αναβοσβήνοντας θα γράψω την τροχιά μου
    πάνω από τους καθεδρικούς ναούς και πάνω από τους πύργους 
    παλαιών εστεμμένων όπως η λάμψη εκείνη 
    άλλοτε πάνω από τη Βηθλεέμ. 
                                                            Ναι το χλωμό μου πρόσωπο
    τα μακριά μαλλιά μου οι μάγοι τα γνωρίζουν.
    Γι' αυτά μιλούν - γι' αυτήν την ουρανόπεμπτη παρθένα
    που εν ειρήνη ευδόκησε να πει: το νου σας
    οι πολλοί παραποιούν τον Ένα.  
    
    Εάν εγώ είμαι αυτή δεν έχει σημασία· 
    μία φωνή οφείλει να 'ναι αυτόματη κι επαναληπτική 
    σαν όπλο με βεληνεκές που πιάνει αιώνες· 
    κι εγώ κινώ από τους Μογγόλους 
    φτάνω σαν τον υπερσιβηρικό 
     
    
    Και ο Αντιφωνητής: 
    
    θα σηκώσεις μια φωνή στεντόρεια
    τη φωνή του ζώου του πληγωμένου 
    
    ω Μαρία Νεφέλη ωραία
    ω Νεφέλη Μαρία εραλδική. 
    
    Κάπου ανάμεσα Τρίτη και Τετάρτη
            πρέπει να παράπεσε η αληθινή σου μέρα. 
     
    
                       Η ΟΥΓΓΡΙΚΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ
    
    Ακούσατε τα λόγια της παρθένας:
    τους πολλούς παραποιεί ο Ένας. 
    
    Ανάλογα με τους καιρούς ντύνεται τον χιτώνα
    του Στρατηγού και ανακηρύσσεται «δια βοής» στην Αγορά
    ο Υπέρτατος
    
    Άρχων που περιβάλλεται τη μεγαλοπρεπή πορφύρα
    με σκήπτρο και με στέμμα ελέω Θεού
    που ευλογεί με τιάρα και με μίτρα - που εν ονόματι
    του Κόμματος και του Λαού προχωράει με κάννες και  μ' ερπύστριες 
    
    (άντε συ χελιδόνι - τσιουτσίουσε αν κοτάς!) 
    
    εωσότου το Σώμα του Στρατού και το Σώμα του Ανθρώπου
    γίνουν όπως το θέλησε και η θεωρία -Ένα.
    Προπαντός η σκοπιμότητα
    
     
    
    Η Μαρία Νεφέλη λέει:
    
    μ' ένα φωσάκι ατομικό κι ένα κλαδί μυρτιάς στο χέρι. 
    
    Το λέω λοιπόν και ας μην έχει αξία
    μιας που μου το 'φερε η ομοιοκαταληξία. 
    Προτού προφτάσει ο Ένας και με αλλάξει 
    προτού επιβάλει μια. «καινούρια τάξη» 
    το ξαναλέω και γεια σας - πάω φυλακή: 
    ένα φεγγάρι ανήκει στην Αμερική 
    μα μια ψυχή που δεν πουλιέται - στα Μάταλα ή στο Κατμαντού. 
    
    Κάθε καιρός κι ο Στάλιν του. 
    
    Όταν ακούς «τάξη»
                                      ανθρωπινό κρέας μυρίζει.
     
    
    Και ο Αντιφωνητής: 
    
    φτάνει κι εκείνη από ψηλά σαν άγγελος του Ρούβλιεφ 
    είναι τέρας· 
    ποιο το φως το αληθινόν κανείς δεν ξέρει.  
    
    Προσοχή Μαρία Νεφέλη - κατά δω το αυτόματο 
    κι εσείς όσοι οπλισμένοι 
    νάνοι του παραμυθιού μάγισσες και θηρία 
    γυναίκες άντρες με τσαπιά ξινάρια 
    πέτρες απ' το λιθόστρωτο βενζιναντλίες αμάξια 
    επάνω του! 
                           (ω Παρθένα μου το 'λεγες Συ)  
    
    Κάθε καιρός κι η Ουγγρική του εξέγερση.  
    
    Αν είναι να πεθάνεις πέθανε
                αλλά κοίτα να γίνεις ο πρώτος πετεινός
                            μέσα στον Άδη.
     
    
                ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ
    
                                        1
    
    Ότι μια μέρα θα δαγκάσεις μες στο νέο λεμόνι
    και θ' αποδεσμεύσεις
    τεράστιες ποσότητες ήλιου από μέσα του.
    
                                       2
    
    Ότι όλα τα ρεύματα των θαλασσών
    άξαφνα φωτισμένα θα σε δείξουν
    ν' ανεβάζεις τη θύελλα στο ηθικό επίπεδο.
    
                                       3
    
    Ότι και μες στο θάνατό σου πάλι θα 'σαι
    σαν το νερό στον ήλιο
    που γίνεται ψυχρό από ένστικτο.
    
                                       4
    
    Ότι θα κατηχηθείς απ' τα πουλιά
    κι ένα φύλλωμα λέξεων θα σε ντύσει
    ελληνικά να μοιάζεις αήττητη.
    
                                       5
    
    Ότι μια σταλαγματιά θ' αποκορυφωθεί
    ανεπαίσθητα στα τσίνορα σου
    πέρ' απ' τον πόνο και μετά πολύ το δάκρυ.
    
                                       6    
    
    Ότι όλη του κόσμου η απονιά θα γίνει πέτρα
    ηγεμονικά να καθίσεις
    μ' ένα πουλί πειθήνιο στην παλάμη σου.
    
                                      7
    
    Ότι μόνη σου τέλος θ' αρμοστείς
    αργά στο μεγαλείο
    της ανατολής και του ηλιοβασιλέματος.
    
    
    Οδυσσέας Ελύτης














      

    The LAND of GODS Since October 1996   Oakville Ontario Canada
    Click here to Make this page your start Page
    σήμερα: