Since 1996
LAND of GODS: Ενότητες, Ανθολογίες & άλλα:
  1. LAND of GODS: η ΠρώτηΣελίδα

  2. τα δικά μου γραψίματα και άλλα..

  3. Κώστας Δουρίδας,
    Καπνόν Αποθρώσκοντα:
    Γράμμα στον Έλληνα της Διασποράς

  4. Γη των πατέρων μου
    τρισαγαπημένη ΑΡΚΑΔΙΑ

  5. Ανθολογία:
    το Δημοτικό τραγούδι..

  6. Ανθολογία:
    ποιήματα τα αγαπημένα

  7. Ανθολογία:
    Νεοελληνική Πεζογραφία

  8. Σελίδες απ' την Ελληνική
    Λογοτεχνία στο διαΔίκτυο

  9. το Έργο του
    Οδυσσέα Ελύτη

  10. Ανθολογία:
    Έλληνες ποιητές και
    συγγραφείς στο διαΔίκτυο

  11. Ανθολογία:
    τα Μικρά Ενθυμήματα:
    (Αφιέρωμα για τα ΔΕΚΑΧΡΟΝΑ)
    της LAND of GODS 1996 - 2006

  12. Σύγχρονη Αρκαδική
    και Γορτυνιακή Ανθολογία

  13. LAND of GODS
    ...FTP... κ.α.

  14. τα Απομνημονεύματα
    του Γιάννη Μακρυγιάννη
    (Ολόκληρο το βιβλίο)

  15. τα Απομνημονεύματα
    του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

  16. LAND of GODS: a Little Bit
    of Greece: Newspapers & more..

  17. LAND of GODS:
    το περιοδικό μας
    το "Έλα να δεις"

  18. Ανθολογία:
    στην ΑΚΡΗ του ματιού..
    Για να δείτε καλύτερα αυτή
    την Σελίδα χρησιμοποιήστε
    Internet Explorer)

  19. 4 Ανθολογίες της EELSPH :
    'Ελληνες Συγγραφείς των Πέντε Ηπείρων
    γράφουν και δημιουργούν

  20. Κριτικές Αναλύσεις
    στο ανέκδοτο βιβλίο του
    "Καπνόν Αποθρώσκοντα"

  21. Ανθολογία:
    LAND of GODS:
    το Ποίημα της ημέρας

  22. Ανθολογία:
    LAND of GODS:
    ο Στίχος της ημέρας

  23. η LAND of GODS
    στο FaceBook

  24. ο Ελληνισμός της Διασποράς

  25. Βιβλία και Αφιερώματα

  26. το Καρδαρίτσι
    μέσα απ' τις Φωτογραφίες

  27. LAND of GODS:
    Μηνύματα και επιστολές..

  28. LAND of GODS:
    Συνεντεύξεις | αναλύσεις | γνώμες
    και ο καλός ο Λόγος
    των Φίλων..

  29. η Μετάφραση
    της Ρέας Φραγκοφίνου

  30. LAND of GODS:
    Καινούρια και Παλιά..

  31. η LAND of GODS
    μέσα από το Google.. (Α)

  32. η LAND of GODS
    μέσα από το Google.. (Β)

  33. ο Κώστας Δουρίδας
    μέσα από το Google..

  34. Κώστας Δουρίδας,
    Καπνόν Αποθρώσκοντα :
    Γράμμα στον Έλληνα της Διασποράς
    στο GOOGLE

  35. δείτε Φωτογραφίες
    -ίσως και την δική σας!-
    μέσα από το GOOGLE..

  36. Πάμε Καρδαρίτσι??
    (η Ιστοσελίδα του Συλλόγου)

Κώστας
Ουράνης

Προηγούμενη  σελίδα Κεντρική σελ. της ΕνότηταςΕπόμενη  σελίδα

Home to LAND of GODS
Ανθολογία: Έλληνες ποιητές και συγγραφείς στο διαΔίκτυο
Κώστας Βάρναλης| Νικηφόρος Βρεττάκος| Οδυσσέας Ελύτης| Γιώργος Σεφέρης| Κωστής Παλαμάς | Γιάννης Ψυχάρης| 'Aγγελος Τερζάκης | Νίκος Καζαντζάκης| Μ. Καραγάτσης| Κώστας Καρυωτάκης| Κώστας Κρυστάλλης| Μήτσος Λυγίζος| Κώστας Ουράνης| Κική Δημουλά | Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο| ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ : Φοβάμαι... | Φώτης Κόντογλου| Αλκυόνη Παπαδάκη | ΝΙΚΟΣ ΣΠΑΝΙΑΣ | Μήτσος Παπανικολάου | Γιάννης Σκαρίμπας | Τάσος Λειβαδίτης | Θωμάς Γκόρπας | Ανδρέας Καρκαβίτσας | Καραντώνης Ανδρέας| Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης | Κωνσταντίνος Καβάφης |

Βιογραφικά     τα Ποιήματα : Η Αγάπη     Της αγάπης     Το Κορίτσι των δεκατριών χρονών     Ερωτικό     Θα πεθάνω ένα πένθιμο     Περαστικές    Η Ζωντανή νεκρή    ΕΡΩΤΙΚΑ IV     Νοσταλγίες     Ταξίδι στα Κύθηρα     Vita nuova     Ένα καράβι φεύγει...    ΖΩΗ    ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ     Αν νοσταλγώ     Ταορμίνα     Φθινοπωρινό Πάρκο     Τελευταία Σχεδιάσματα (απόσπασμα...)     τα Πεζά Οι ποιητές των κρίνων    Ο Ταΰγετος (απόσπασμα από το βιβλίο "Ελλάδα")    Απόσπασμα από το έργο του «Αποχρώσεις»    The Raven,μετάφραση Κώστας Ουράνης   


(1890-1953)

Θα μπορούσαμε να τον πούμε ο τελευταίος ρομαντικός των Γραμμάτων μας, γράφει ο Μιχαήλ Περάνθης, Γλυστρώντας πάνω απ' τα κύματα της λύπης, που ήταν όλοκληρη ψυχική, αντιπαρέρχονταν την καθημερνότητα, ξέφυγε την πεζολογία των πρακτικών ημερών και μετατοπίζονταν σε μια περιοχή καμωμένη από το δικότου κλίμα, όπου η νοσταλγία του εύρισκε τροφή και η θλίψη του διέξοδο.

Αν διέφερε σε κάτι από τους ρομαντικούς, ήταν πως οι μετατοπίσεις, η φυγή του, ο αποδημητισμός του, δεν πραγματεύονταν μόνο στη φαντασία. Τα ζούσε, το ταξίδι και την αλλαγή. Η φυγή γίνονταν πραγματοποιημένο τραγούδι, μια ζώσα μεταρσίωση ανάμεσα στην ονειροπόληση που προηγείτο και στην νοσταλγία που ακολουθούσε"

              Η Αγάπη
    Α! τι ωφελεί να καρτεράς όρθιος στην πόρτα του σπιτιού
και με τα μάτια στους νεκρούς τους δρόμους στυλωμένα,
αν είναι νάρθει θε ναρθεί, δίχως να νοιώσεις από πού,
και πίσω σου πλησιάζοντας με βήματα σβημένα

θε να σου κλείσει απαλά με τ' άσπρα χέρια της τα δυο
τα ματια που κουράστηκαν τους δρομους να κυττάνε'
κι όταν, γελώντας, να της πεις θα σε ρωτήσει: "ποια είμαι εγώ;"
απ' της καρδιάς το σκίρτημα θα καταλάβεις ποια 'ναι.

Δεν ωφελεί να καρτεράς! Αν είναι νάρθει, θε ναρθει'
κλειστά όλα νάναι, αντίκρυ σου να στέκεται θα δεις ορθή
κι ανοίγοντας τα χέρια της πρώτη θα σ' αγκαλιάσει.

Αλλιώς, κι αν είναι όλοφωτο το σπίτι για να την δεχτείς
κι έτσι ως την δεις τρέξεις σ' αυτήν κι ομπρός στα πόδια της συρθείς,
αν είναι νάρθει θε ναρθει, αλλιώς θα προσπεράσει.

              Της αγάπης
    Νά 'ξερες πώς λαχτάριζα τον ερχομό σου, Αγάπη
που ίσαμε τα σήμερα δε σ' έχω νοιώσει ακόμα,
μα που ένστικτα το είναι μου σ' αναζητούσεν, όπως
τη γόνιμη άξαφνη βροχή το στεγνωμένο χώμα!

Πόσες φορές αλλοίμονο! δε γιόρτασα, θαρρώντας
πως επι τέλους έφτασες, Εσύ που είχες αργήσει:
Σα μυγδαλιά, που ηλιόλουστες ημέρες του χειμώνα
την ξεγελάνε, βιαζονταν κι εμέ η ψυχή ν' ανθήσει.

Μα δεν ερχόσουνα ποτές και, μέρα με τη μέρα,
τ' άνθια σωριάζονταν στη γης από τον κρύο αγέρα
κι είναι η ψυχή μου πιο γυμνή παρά προτού ν 'ανθίσει'

Και σήμερα, που η Νιότη μου γέρνει αργά στη δύση,
του ερχομού σου σβήνεται κι η τελευταία ελπίδα:
-Φοβάμαι πως επέρασες, Αγάπη και δεν σ'είδα!...

              Το Κορίτσι των δεκατριών χρονών
    Σβέλτη, γοργή και γλιστερή σα φίδι, όλη την ώρα
που να την πιάσω τέντωνα τα χέρια , ξεγλιστρούσε
και, πάντα προκαλώντας με κι όλο ξεφεύγοντάς μου,
ευτυχισμένη, - ολόκαρδα και ειρωνικά εγελούσε.

Μ' απάνω στο κυνηγητό κι απάνω στο παιγνίδι,
κάθε που σμίγαν τα κορμιά και κόλλαγαν στην πάλη,
εκείνη πια δεν γέλαγεν αθώα σαν κα πρώτα
κι εμένα ως κύμα ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι.

Και, μια στιγμή, που άρπαξα τη μέση της και μ' άγρια
επιθυμία την κράτησα μέσα στη αγκαλιά μου,
σκλαβώνοντας τα πόδια της μέσα στα γονατά μου,

Την είδα που αφέθηκε γλυκά στο σφιξιμό μου,
ενώ τα μάτια εγλάρωναν και τρέμανε τα χείλη:
κι ένοιωσα ότι μέσα της εξύπνησε το θήλυ.

              Ερωτικό
    Δεν μπορώ να ξέρω, δεν μπορώ να πω
αν θα σ'αγαπώ
ίσαμε να φτάσω στη στερνή την ώρα
όπως, κι όσο, τώρα'

Ούτ' ο ερωτάς μου που σα ρόδο ανθεί,
αν θα μαραθεί
πάλι σαν το ρόδο που το καίει το θέρο,
δεν μπορώ να ξέρω.

Ο,τι ξέρω είναι πως, απ' την ημέρα
που 'γινες δική μου
άνοιξαν κλεισμένες πύλες -και το θαύμα
μπήκε στη ξωή μου'

Ολα αλλάξαν όψη απ' το φως που εντός μου
σκορπισε η χαρά,
σαν στα βαλτοτόπια που τα πλυμμυρίζουν
ζωντανά νερά.

Εχω πια ξεχάσει όσα νοσταλγούσα
κι ό,τι είχα ποθήσει:
Τώρα με φτερώνει μια καινούρια νιότη
που δεν είχα ζήσει.

Τη ζωή τη βλέπω σάμπως μεσ' από να
μαγικό γυαλί
κι απ' ό,τι ζητούσα μού δωσ' η αγάπη
τόσο πιο πολύ,

πού να λέω αν όπως ήρθε μιαν ημέρα
φύγει πάλι πίσω
κι απομείνω μόνος, κι όπως ήμουν πρώτα,
-κάλλιο να μην ζήσω.

              Θα πεθάνω ένα πένθιμο
    Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
μεσ' στην κρύα μου κάμαρα, όπως έζησα μόνος'
στη στερνή αγωνία μου τη βροχή θε ν' ακούω
και τον κούφιο τον θόρυβο που ανεβάζει ο δρόμος

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
μέσα σ'επιπλα ξένα και σε σκόρπια βιβλία,
θα με βρουν στο κρεββάτι μου. θε ναρθεί ο αστυνόμος
θα με θάψουν σαν άνθρωπο που δεν είχε ιστορία.

Απ' τους φίλους που παίζαμε πότε-πότε χαρτιά
θα ρωτήσει κανένας τους έτσι απλά: "-Τον Ουράνη
μην τον είδε κανείς; Εχει μέρες που χάθηκε!..."
Θ' απαντήσει άλλος παίζοντας: "-Μ' αυτός έχει πεθάνει".

Μια στιγμή θα κιτάξουνε ο καθένας τον άλλον,
θα κουνήσουν περίλυπα και σιγά το κεφάλι,
θε να που: Τ' ειν' ο άνθρωπος!... Χτες ακόμα ζούσε!"
Και βουβά το παιγνίδι τους θ' αρχινήσουνε πάλι.

Κάποιος θάναι συνάδελφος στα "ψιλά" που θα γράψει
πως "προώρως απέθανεν ο Ουράνης στην ξένη,
νέος γνωστός εις τους κύκλους μας, πούχε κάποτ' εκδώσει
συλλογήν με ποιήματα πολλά υποσχομένην".

Κι αυτός θάναι ο στερνός της ζωής μου επιτάφιος.
Θα με κλάψουνε βέβαια μόνο οι γέροι γονιοί μου
και θα κάνουν μνημόσυνο με περίσιους παπάδες
όπου θάναι όλοι οι φίλοι μου κι ίσως-ίσως οι οχτροί μου.

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
σε μια κάμαρα ξένη στο πολύβοο Παρίσι,
και μια Κίττυ θαρώντας πως την ξέχασα γι' άλλην
θα μου γράψει ένα γράμμα -και νεκρό θα με βρίσει.

              Περαστικές
    Γυναίκες που σας είδα σ' ένα τραίνο
τη στιγμή που κινούσε γι άλλα μέρη'
γυναίκες που σας είδα σ' άλλου χέρι
με γέλιο να περνάτε ευτυχισμένο'
γυναίκες, σε μπαλκόνια να κοιτάτε
στο κενό μ' ένα βλέμμα ξεχασμένο,
ή από ένα πλοίο σαλπαρισμένο
μ'ένα μαντήλι αργά να χαιρετάτε:
να ξέρατε με πόση νοσταλγία,
στα δειλινά τα βροχερά και κρύα,
σας ξαναφέρνω στην αναμνησή μου,
γυναίκες, που περάσατε μιαν ώρα
απ ' τη ζωή μου μέσα -και που τώρα
κρατάτε μου στα ξένα την ψυχή μου!

              Η Ζωντανή νεκρή
    Δεν πέθανες! Στην κάμαρα ακόμα τ' αρωμά σου
είναι απλωμένο ως τώρα δα να μ' άφησες, κι απάνω
στον καναπέ ατέλειωτο μένει το κεντημά σου
και το κομμάτι που παιζες είναι ανοιχτό στο πιάνο.
Απάνω στο τραπέζι μου πάντα η δική σου εικόνα,
που πάντα με την ήμερη ματιά της με κοιτάζει,
και δεν είναι ο άνεμος, μα είσαι εσύ, την πόρτα
που μισανοίγεις για να μπεις την ώρα που βραδυάζει.
Δεν πέθανες. Είσαι παντού και είσαι μέσα σε όλα:
στων ρόδων το ξεφύλλισμα, στο στεναγμό του αγέρα,
στα νέφη που χρυσίζουνε σαν πάει να σβήσει η μέρα
κι ως και τις νύχτες δίπλα μου σε νοιώθω ξαπλωμένη...
Δεν πέθανες. Αδιάφορο οι μήνες κι αν περνάνε:

τότε οι νεκροί πεθαίνουνε, όταν τους λησμονάνε!

              ΕΡΩΤΙΚΑ IV
    Δεν είμαι εγώ που τη ζωή σου
ήρθα σαν ήλιος να φωτίσω:
το φώς στα μάτια μου που λάμπει
δικό σου-και σ'το στέλνω πίσω!

Του μαγικού του κόσμου αν έχω
ανοίξει διάπλατη τη θήρα,
το μυστικό χρυσό κλειδί της
από το χέρι σου το πήρα.

Κι αν απ'τα βάθη ενός ληθάργου
βγήκα,σ'εσένα το χρωστάω,
σ'εσένα τους χυμούς που νοιώθω,
τη νέα γλώσσα που μιλάω!

              Νοσταλγίες
   Μοιάζω στους γέρους ναυτικούς με τις ρυτιδωμένες
και τις σφιγγώδεις τις μορφές, που είδα στην Ολλανδία,
παράμερα στων λιμανιών τους φάρους καθισμένους,
να βλέπουνε, αμίλητοι, να φεύγουνε τα πλοία.
Τα μάτια τους, που είχανε δει κυκλώνες και ναυάγια,
λαχταριστά, νοσταλγικά τα παρακολουθούσαν,
καθώς σηκώναν τις βαριές που τρίζαν άγκυρές τους
και μπρος στους φάρους ήρεμα, πελώρια περνούσαν.
Σε λίγο στην απέραντη τη θάλασσα αλαργεύαν
και χάνονταν αφήνοντας στην πορφυρή τη δύση
έναν καπνό που αυλάκωνε τον ουρανό πριν σβήσει:
κι όμως οι γέροι ναυτικοί ακίνητοι στους φάρους,
με τη μεγάλη πίπα τους σβησμένη πια στο στόμα,
προς τα καράβια που 'φυγαν εκοίταζαν ακόμα"

              Ταξίδι στα Κύθηρα
    Τ' ωραίο καράβι έτοιμο στο χαρωπό λιμάνι,
γιορταστικά με γιασεμιά και ρόδα στολισμένο,
με τις παντιέρες του αλαφριές στην ανοιξιάτικη αύρα
και τ' Όνειρό μας στο χρυσό πηδάλιο καθισμένο,
μας πήρε για τα Κύθηρα, τα θρυλικά, όπου μέσα
σε δέντρα και λούλουδα και γάργαρα νερά
υψώνεται ο μαρμάρινος ναός για τη λατρεία
της Αφροδίτης-του έρωτα τη θριαμβική θεά.
Μα το ταξίδι ήταν μακρύ κ' η χειμωνιά μας βρήκε!...
Οι φανταχτερές κι ανάλαφρες παντιέρες μουσκευτήκαν,
τα χρώματα ξεβάψανε και τ' άνθη εμαραθήκαν
και, κάπου από τους άξενους τους ουρανούς, το πλοίο
απόμεινε ακυβέρνητο στο κύμα τ' αφρισμένο
με το φτωχό μας Όνειρο στην πρύμνη πεθαμένο

              Vita nuova
    Δεν θέλω πια παρά να ζω έτσι όπως ένα δέντρο,
όπου θροΐζει ανάλαφρα σε πρωινό του Απρίλη
μεσ' σ' έναν κάμπο ειρηνικό, γεμάτον φως γαλάζιο
και παπαρούνες κόκκινες και άσπρο χαμομήλι.
Δεν θέλω πια παρά να ζω έτσι σαν ένα ρόδο,
που άνθισε κατάμονο μέσα σε πράο χειμώνα
σ' ένα πεζούλι φτωχικό κ' ηλιόφωτο, που να 'χει
ασβεστωμένο τοίχωμα να του κρατάει το χώμα.
Θεέ μου! άσε με να ζω σαν ένα από τα μύρια,
τ' ανώφελα τα έντομα που από το φως μεθάνε
και τη ζωή τους στους ανθούς ανάμεσα περνάνε,
μακριά απ' τον κόσμο μοναχό, σ' ένα λευκό σπιτάκι:
και να 'χω μέσα στην ψυχή μου των γέρων την ειρήνη
και στην καρδιά μου των φτωχών την ένθεη καλοσύνη

Ένα καράβι φεύγει...
    Ένα μεγάλο τετρακάταρτο καράβι
αφήνει αγάλια το λιμάνι - προς το βράδυ.
Η νηνεμία των νερών, καθώς τη σχίζει,
μ' αντιφεγγίσματα λευκών πανιών γεμίζει.
Είν' ένα ξενικό καράβι, στα πλευρά του
με κόπο συλλαβίζει ο κόσμος τ' όνομά του.
Από ποια μακρινά έχει έρθει μέρη
και το πού πάει - κανένας δεν το ξέρει.
Ούτε έν' άσπρο μαντίλι δεν το χαιρετάει,
τώρα που απ' τ' ακρολίμανο σιγά περνάει.
Μόνο οι γυναίκες το κοιτάν απ' τα μπαλκόνια,
σα ν' απολησμονήθηκαν εκεί από τα χρόνια.
Και τώρα που στο πέλαγο αρμενίζει
κι ο δειλινός ο ήλιος το φωτίζει,
- λάμπουν από χρυσάφι τα κατάρτια,
πορφύρες κυματίζουνε στα ξάρτια -,
οι άνθρωπου που κοιτάν στην παραλία
νιώθουν πιο άδεια, πιο στενή την πολιτεία
και πιο γυμνή ο καθένας τη ζωή του
- σαν κάτι να τους έφυγε μαζί του..."

              ΖΩΗ
    Κάποιες φορές,σα βράδιαζεν αργά στην κάμαρά μας,
τ΄ωχρό κεφάλι γέρνοντας στην αγκαλιά μου απάνω
και με θλιμμένο ανάβλεμμα στυλά κοιτάζοντάς με,
"θα με ξεχάσεις;" ρώταγες "καλέ μου,σαν πεθάνω;"

Δε σ΄απαντούσα.Τη φωνή την πνίγαν οι λυγμοί μου,
κι΄έσφιγγα με παροξυσμό τ΄αδύνατο κορμί σου,
σα νά΄θελα μες στη ζωή να σε κρατήσω ενάντια
στο Χάρο,για,αν δεν μπόραγα,να πήγαινα μαζί σου.

Γιατ΄ήσουν όλη μου η ζωή,χαρά της και σκοπός της,
κι΄όσο κι΄αν εστρεφόμουνα πίσω στα περασμένα
δεν έβλεπα,δεν ένιωθα κοντά μου άλλη από σένα.

Μου φαίνονταν αδύνατο δίχως εσέ να ζήσω.
Και τώρα που με άφησες,με φρίκη αναλογιέμαι
το θάνατό σου,αγάπη μου,πως πάω να συνηθίσω.

ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ
    Α το αχαμνό, του Θερβάντες ο ήρωας περνάει·
και πίσω του, στο στωϊκό γαϊδούρι του καβάλα,
ο ιπποκόμος του ο χοντρός αγάλια ακολουθάει.
Αιώνες που ξεκίνησε κ' αιώνες που διαβαίνει
με σφραγισμένα επίσημα, ερμητικά τα χείλια,
και με τα μάτια εκστατικά, το χέρι στο κοντάρι,
πηγαίνοντας στα γαλανά της Χίμαιρας βασίλεια...
Στο πέρασμά του από τους πλατειούς του κόσμου δρόμους, όσοι
τον συντυχαίνουν, για τρελλό τον παίρνουν, τον κοιτάνε,
τον δείχνει ο ένας του αλλουνού - κ' ειρωνικά γελάνε.
Ω ποιητή! παρόμοια στο διάβα σου οι κοινοί
οι άνθρωποι χασκαρίζουνε. Ασε τους να γελάνε:

οι Δον Κιχώτες παν μπροστά κ' οι Σάντσοι ακολουθάνε!

              Αν νοσταλγώ
    Αν νοσταλγώ – δεν είναι εσάς, αγάπες περασμένες,
και τις στιγμές τις ευτυχείς μαζί σας που έχω ζήσει!
- Τα ρόδα σας τα μάρανα στα χέρια μου και τώρα
μέσα στης Μνήμης το παλιό βιβλίο τα ’χω κλείσει.

Μα είναι κάποιες άγνωστες, περαστικές γυναίκες,
που μια στιγμή σταυρώσανε το βλέμμα τους μαζί μου!
- Τέτοιες, που μείναν ο γλυκύς κι ανέφικτός μου πόθος,
ενώ – ποιος ξέρει! – θ’ άλλαζαν για πάντα τη ζωή μου!…

Αν νοσταλγώ – δεν είναι εσάς, πόλεις όπου έχω ζήσει,
πόλεις που σας εγνώρισα και που σας έχω αφήσει,
μα κείνες, ταξιδεύοντας, που αντίκρισα ένα βράδυ

κι είδα – μακριά – τα φώτα τους τα’ άπειρα να χορεύουν
(που ήταν σα να με φώναζαν, που ήταν σα να μου γνεύουν!)
και που το πλοίο προσπέρασε, πλέοντας στο σκοτάδι…

              Ταορμίνα
    Όλο λέω να φύγω μιαν ημέρα,
όλο λέω να πάω στην Ταορμίνα...
Σε πέλαγο γαλάζιας νοσταλγίας
στ' όνειρο τραγουδάει σα σειρήνα
- Ταορμίνα! Ταορμίνα!
Ω κάλεμα γλυκό σαν των πουλιώνε
σε πρωινές βραγιές το Μάη το μήνα!
Κι όλο λέω να φύγω κι όλο λέω
τα πάντα στη ζωή μου να τ' αφήσω
να διπλομανταλώσω όλες τις πόρτες,
και δίχως κάνε να κοιτάξω πίσω,
μ' άτρεμα τα φτερά ν' αποδημήσω!
Πώς τρικυμίζει μέσα μου η λαχτάρα
ν' αφήσω τη ζωή μου- για να ζήσω!
Τα βράδια , πλάι στη λάμπα μου σκυμμένος,
ξέθωρους χάρτες ναυτικούς κοιτάω,
μπροστά μου έχω παμπάλαια βιβλία
που κάθε τόσο τα φυλλομετράω:
Το δρόμο που θα πάρω μελετάω.
Μα τα χρόνια περνάνε- κι όλο μένω.
Πάντα κάτι τυχαίνει- και δεν πάω...
Κι ούτε θα πάω ποτές... Η Ταορμίνα
(κι αν υπάρχει) για μένα θε να μένει
του εξόριστου ονείρου μου η πατρίδα,
σα μια ευτυχία που μου 'ναι ταγμένη
και που ό,τι κι αν συμβεί, με περιμένει.

              Φθινοπωρινό Πάρκο
    Ω! πόσον είναι πένθιμο μες στη βροχή το πάρκο,
με τα χλωμά λουλούδια του που γέρνουν λαβωμένα
και τα βρεγμένα αγάλματα που γύρω τους σαπίζουν
σωροί τα φύλλα που 'φερε ο αγέρας μαραμένα...

Οι λεωφόροι του, έρημες, απέραντες και κρύες,
φαντάζουν μέσα στο τεφρό, στυγνόν ορίζοντά του
-με τα ψηλά τα δέντρα τους γυμνά σκελετωμένα-
σα να οδεύουν στο βουβό βασίλειο του θανάτου.

Τριγύρω απ' τις δεξαμενές οι αρχαϊκές υδρίες
πλέον δεν καθρεφτίζονται, όπως τα καλοκαίρια,
με τ' άσπρα που κατέβαιναν να πιούνε, περιστέρια:

μόνο του αναβρυτηρίου το μουσικό το κλάμα,
μαζί με τη ψιλή βροχή και με τον κρύο αγέρα,
σκορπιέται μάταιο στη γυμνή, σπαραχτικήν ημέρα.

              Τελευταία Σχεδιάσματα (απόσπασμα...)
    Καρπό δεν έκοψα κανένα
από το δέντρο της ζωής,
μονάχα μάζεψα ό,τι βρήκα
να 'ναι πεσμένο καταγής...

... Τώρα γυρίζω και κοιτάζω
και τη ζωή αναμετρώ:
-πόσο μεγάλη ήταν η φόρα,
-πόσο το πήδημα μικρό!

              "Οι ποιητές των κρίνων")

Ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και δημοσιογράφος (πραγματικό όνομα Κώστας Νιάρχος). Έζησε τα παιδικά του χρόνια και έκανε τις εγκύκλιες σπουδές του διαδοχικά στο Λεωνίδιο, Ναύπλιο και Κωνσταντινούπολη. Στην Αθήνα ήρθε στα 18 του χρόνια και εργάστηκε για λίγο στην Ακρόπολη του Γαβριηλίδη. Πήγε κατόπιν στο εξωτερικό για να σπουδάσει αλλά έζησε μποέμικη ζωή, προσβλήθηκε από φυματίωση και έμεινε δύο χρόνια στο σανατόριο του Νταβός στην Ελβετία. Το 1920 διορίστηκε γενικός πρόξενος της Ελλάδας στη Λισσαβόνα, ενώ το 1924 επέστρεψε στην Αθήνα και εργάστηκε ως δημοσιογράφος.

Στα Γράμματα ο Ουράνης πρωτοεμφανίστηκε το 1908 και έκτοτε συνεργάστηκε με όλα σχεδόν τα αξιόλογα περιοδικά της Αθήνας και της Αλεξάνδρειας. Τη νεανική του συλλογή Σαν όνειρο, που τύπωσε το 1909, την αποκύρηξε και θεώρησε ως πρώτη συλλογή του την Spleen του 1912 (η λέξη σημαίνει μελαγχολία, υποχονδρία και πλήξη), στην οποία όμως τα πεζολογικά στοιχεία και η δυσκαμψία του στίχου δίνουν μετριότατα αποτελέσματα. Ουσιαστικά η προσωπική ποιητική του προσφορά παρουσιάζεται με τις Νοσταλγίες (1920) και συμπληρώνεται με τις Αποδημίες, μια συλλογή ποιημάτων δημοσιευμένων σε διάφορα περιοδικά, που συγκεντρώθηκαν για πρώτη φορά στη μεταθανάτια έκδοση με το γενικό τίτλο Ποιήματα (1953). Επίσης μεταθανάτια συγκεντρώθηκε, χάρη στις φροντίδες της δεύτερης γυναίκας του, της κριτικού Αλκη Θρύλου, η διάσπαρτη σε περιοδικά και εφημερίδες, όπως και σε εξαντλημένα βιβλία του, ποικίλη εργασία του. Έτσι, εκδόθηκαν σε ομοιόμορφους τόμους, τα ταξιδιωτικά του: Ιταλία (1953), Ισπανία (1954), Γλαυκοί δρόμοι (1955), Ελλάδα (1956), Από τον Ατλαντικό στη Μαύρη Θαλασσα (1957), τα αφηγήματα, χρονογραφήματα, συνεντεύξεις κτλ.: Αναβίωση (1955), Αποχρώσεις (1956) και τα κριτικά του: Δικοί μας και ξένοι (1954 - 56, σε τρεις τόμους) και Στιγμιότυπα (1958). Στην ανάθεση του Αλκη Θρύλου οφείλεται και η βιογραφία του Ουράνη (1908 - 61) του Π. Μαρκάκη, που εκδόθηκε το 1962.

Ως ποιητής ο Ουράνης, με τη βαθιά και ουσιαστικά κοσμοπολίτικη παιδεία του, επηρεασμένος από τον Μπωντλαίρ και τους Γάλλους «ποιητές της παρακμής» (όπως αυτοχαρακτηρίζονταν πριν επικρατήσει ο όρος συμβολιστές), καλλιέργησε μια ποίηση χαμηλών τόνων, στην οποία επικρατούσαν τα αισθήματα της ανίας, της συγκρατημένης απελπισίας, της νοσταλγίας και της φυγής. Ωστόσο, οι καταστάσεις αυτές, κυρίαρχες στους γαλλικούς κυρίως λογοτεχνικούς κύκλους, στα τέλη του 19ου αιώνα, μεταφερμένες τώρα σε μια άλλη εποχή, την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με μια διαφορετική περιρρέουσα ατμόσφαιρα, η οποία ευνοούσε ιδιαίτερα τα νέα εικονοκλαστικά αισθητικά κινήματα, έμοιαζαν να κατάγονται μάλλον από φιλολογικές επιρροές, παρά από εμπειρίες ζωής. Μολαταύτα ο Ουράνης για τους συνοδοιπόρους του, στο πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα, θεωρήθηκε σημαντικός ποιητής. Ακόμη και η ατιμέλητη μορφή των στίχων του και οι αλλεπάλληλες χασμωδίες του είχαν εκληφθεί ως ηθελημένοι εκφραστικοί τρόποι και ως στοιχεία ύφους, τα οποία συνόδευαν οργανικά τα ποιητικά του θέματα. Θα ήταν υπερβολή να το υποστήριζε κανείς σήμερα. Όμως θα πήγαινε και στο άλλο άκρο αν έλεγε ότι από αυτή τη βαρύρυθμη και πεζολογική ποίηση, όπου κάποιοι ρεαλιστικοί τόνοι διαβρώνουν το ρομαντισμό της, δεν σώζεται συχνά μια ατμόσφαιρα εποχής με διαχρονικά στοιχεία. Μια προσεκτική και ευαίσθητη ανθολόγηση του ποιητικού του έργου μπορεί να το πιστοποιήσει, όπως και να επισημάνει τις διαστάσεις του.

Ο Ουράνης παραμένει ποιητής και στα ταξιδιωτικά του έργα, τα διηγήματα, τα αφηγήματα και τα χρονογραφήματά του. Ο άκρατος υποκειμενισμός του τα χρωματίζει με θερμούς τόνους, έτσι που να φανερώνονται ως αυτοβιογραφικές εκμυστηρεύσεις, συνθήκη όμως που μειώνει την εμβέλεια των κριτικών του μελετημάτων, χωρίς ωστόσο αυτά να χάνουν τη σχετική σημασία τους.

              Ο Ταΰγετος (απόσπασμα από το βιβλίο "Ελλάδα")

Κανένα βουνό απ' όσα είδα στη ζωή μου - από το Μόν Μπλάν με τα - αιώνια απάτητα χιόνια ίσαμε τις πιο άγριες ισπανικές «σιέρρες» δε μου έκανε ποτέ την εντύπωση που αισθάνθηκα, που δέχθηκα, κατάστηθα θα έπρεπε να πω, όταν από μια ψηλή καμπή του αμαξιτού δρόμου προς τη Σπάρτη αντίκρισα τον Ταΰγετο σ' όλο τούτο επιβλητικό ύψος. Δε φανταζόμουν ποτέ ότι θα υπήρχε βουνό με τέτοιο χαρακτήρα, τέτοιαν ατομικότητα. Η εικόνα του ήταν άφθαστα μεγαλοπρεπής. Παρουσιάζεται στηριγμένος σε τεράστιες, συμπαγείς πλαγιές, παρόμοιες με στηρίγματα τειχών, χρώματος μοβ και μολυβένιου, και «οι κορφές του, που έχουν σχήματα πυραμίδων ξεκόβονται στο γαλανό ουρανό κατακάθαρα και σκληρά. Δεν υπάρχουν, όπως συμβαίνει μ' άλλα ψηλά βουνά, μικρότερες βουνοσειρές να τον μισοκρύβουν και να εμποδίζουν ν' αγκαλιάσει κανείς με μια ματιά ολόκληρο το ύψος του. Από την κοιλάδα της Σπάρτης, όπου κάνει φιδίσιους ελιγμούς ο Ευρώτας, και που απλώνεται σα μια θάλασσα πρασινάδας, ο Ταΰγετος σηκώνεται ανεμπόδιστος, ίσιος, ώριμος και δυνατός με μια περήφανη ανάταση - ίσαμε το ύψος των χιονοσκεπασμένων κορυφών του. Καθώς εμφανίζεται έτσι, δε δίνει μόνο μια εντύπωση μεγαλείου, αλλά και μια βαθιά συγκίνηση.

Δεν τον φαντάζεται κανείς άψυχο: παγερή αιωνιότητα ύλης. Καθώς υψώνεται θεόρατος και δυνατός, σκιάζοντας τη μεγάλη πεδιάδα, φαντάζει σα μια έμψυχη παρουσία, σα να είναι ο τιτανικός φρουρός της - και δίνει πραγματικά το μάθημα εκείνο της ενέργειας και της δύναμης, που ένοιωσε ο Μωρίς Μπαρρές, όταν τον είδε και με το όποιο εξήγησε το πολεμικό θαύμα της αρχαίας Σπάρτης. Αληθινά, αφού δει κανείς τον Ταΰγετο, εννοεί καλύτερα, εννοεί εντελώς, πως υπήρξε η φυλή αυτή περήφανη, η εξαίσια ανδρική, η λιτή, η αυστηρή και πολεμόχαρη, που έζησε στην κοιλάδα αυτή της Σπάρτης χωρίς να νοιώσει ποτέ την ανάγκη να περιτειχίσει Ακροπόλεις για να καταφεύγει σ' αυτές σε ώρες εχθρικών επιδρομών. Οι άνθρωποι που αντίκριζαν καθημερινά τον Τιτάνα αυτόν που λέγονταν Ταΰγετος, που ανέπνεαν τον αέρα που κατεβαίνει από τις κορυφές του, που αισθάνονταν όχι το βάρος του πάνω στην πεδιάδα τους, αλλά το αγέρωχο ύψος του, δεν ήταν δυνατό, στις εποχές εκείνες των πολέμων και των στενών πατρίδων, να μη αναπτυχθούν σε χαλύβδινους και περήφανους πολεμιστές και να μη θέσουν τη φυλή τους ανώτερη και από τον πολιτισμό των Αθηνών ...

'Αλλοτε, πριν δω ακόμα τον Ταΰγετο, θεωρούσα κι εγώ, μαζί με όλους τους άλλους, κατώτερη τη φυλή αυτή που χάθηκε από το πρόσωπο της γης χωρίς να αφήσει στους αιώνες τίποτα για να θυμίζει τη διάβασή της: ούτε ναό, ούτε ένα έργο τέχνης. Τώρα αισθάνομαι ότι oι Σπαρτιάτες «άφησαν» ως μνημείο τους τον Ταΰγετο γιατί, εμπνεόμενοι από την περήφανη παρουσία του, ύψωσαν σαν την ψυχή τους ίσαμε την ψηλότερη κορφή του κι έγιναν ένα μ' αυτόν...

Από την ιστοσελίδα ΟΡΕΙΒΑΣΙΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

              Απόσπασμα από το έργο του «Αποχρώσεις»:

Συλλογιέμαι κάποιες μικρές λησμονημένες κωμοπόλεις απομακρυσμένων επαρχιών, όταν βρέχει, το χειμώνα, παγερά και μονότονα- κι ο ουρανός είναι μολυβένιος, κι όλα είναι μουσκεμένα, και τα παλιά σπίτια μοιάζουν πιο παλιά, κι η γύμνια των δέντρων είναι πιο σπαραχτική, κι οι άνισοι δρόμοι είναι έρημοι κι είναι σα να μην οδηγούν πουθενά…

Αν δεν ήταν μια καμινάδα που καπνίζει, ένα βρεγμένο σκυλί που τρέχει με την ουρά ανάμεσα στα σκέλια να χωθεί κάπου, θα ‘λεγε κανένας πως είναι ακατοίκητες. Τα παράθυρα είναι κλειστά, οι πόρτες, φουσκωμένες από το νερό, δεν ανοίγουν, στις αυλές είναι σωριασμένα σαπισμένα φύλλα και στα μεγάλα έρημα λιακωτά τα λουλούδια έχουν μαραθεί στις γλάστρες τους.

...Κάποτε σαν ένα φάντασμα, παρουσιάζεται σ’ ένα τζάμι παραθύρου μια θαμπή μορφή, κοιτάει τον ουρανό που είναι μολυβένιος, τη βροχή που δε σταματάει, το δρόμο που δεν οδηγεί πουθενά- κι αποσύρεται ξανά, θαμπή και ανώνυμη, σαν μέσα σε βάθη ανυπαρξίας.

Οι ώρες, οι μέρες περνάν χωρίς αλλαγή-ναρκωμένες από το κρύο, σκεβρωμένες από την υγρασία. Οι άνθρωποι μέσα στα σπίτια τους έχουν τη σκυθρωπή απάθεια των φυλακισμένων που ξεπέρασαν την απόγνωση. Παν κι έρχονται με κάτι τον νυσταγμένο στις κινήσεις τους- και χωρίς να λένε τίποτε μεταξύ τους. Από τότε που βρέχει, εξάντλησαν και την κουβέντα και τις σκέψεις τους. Οι νέες πιάνουν κι αφήνουν άθυμα τα μυθιστορήματα – γιατί τα έχουν μάθει απ’ έξω. Οι πατέρες, κοντά στο τζάκι, ανασκαλεύουν μηχανικά τις στάχτες, κι οι γυναίκες, μην έχοντας να κάνουν τίποτα, είναι σαν εξουθενωμένες από τη συναίσθηση της αχρηστίας τους. Τα σπίτια είναι βυθισμένα σε μια παγερή σιωπή. Ακόμα κι οι πετεινοί έχουν ναρκωθεί μέσα στα κοτέτσια τους. Μονάχα ένα πρόβατο, δεμένο σε μια καμάρα, βελάζει λυπητερά και δίχως αιτία.

...'Aξαφνα, από μια γωνιά του δρόμου προβάλλει μια σιλουέτα γυναίκας κάτω από μιαν ομπρέλα. Και σα να τους το μήνυσαν –ποιος; πότε;- δυο, τρεις, πέντε θαμπές μορφές φαίνονται αμέσως πίσω από τα τζάμια τους, κατάπληκτες για το μεγάλο, το απίθανο αυτό γεγονός και προσπαθούν να διακρίνουν ποια είναι αυτή- η κυρία ειρηνοδίκου νάναι ή η κυρία υπαστυνόμου;- που βγήκε με τέτοιο καιρό από το σπίτι της και πηγαίνει έτσι μονάχη της μέσα στη βροχή και στην ερημιά...

Η γυναίκα είχε πια χαθεί στο βάθος του γυμνού δρόμου, μα οι μορφές είναι ακόμα πίσω από τα τζάμια κι απορούν και σκανδαλίζονται κι αναρωτιούνται τι τάχα να συμβαίνει και βγήκε η κυρία ειρηνοδίκου- ή μήπως ήταν η κυρία υπαστυνόμου;- και που να πήγαινε; Κι αν δεν είχε τρελαθεί να περπατάει έτσι μέσα στη βροχή και την ερημιά, ενώ όλος ο κόσμος είναι κλεισμένος στα σπίτια του, τα βυθισμένα στην παγερή σιωπή τους.

              The Raven,μετάφραση Κώστας Ουράνης:

Κάποια φορά, μεσάνυχτα, ενώ εμελετούσα κατάκοπος κι αδύναμος ένα παλιό βιβλίο μιας επιστήμης άγνωστης, άκουσα ένα κρότο σα να χτυπούσε σιγανά κανείς στη ξώπορτά μου. "Κανένας ξένος", σκέφτηκα "οπού χτυπά τη πόρτα, τούτο θα είναι μοναχά και όχι τίποτ' άλλο". Θυμάμαι ήταν στον ψυχρό και παγερό Δεκέμβρη και κάθε λάμψη της φωτιάς σα φάντασμα φαινόταν. Ποθούσα το ξημέρωμα, μάταια προσπαθούσα να δώσει με παρηγορία στη λύπη το βιβλίο, για τη γλυκιά Ελεονόρα μου, την όμορφη τη κόρη όπως οι αγγέλοι τη καλούν, ενώ εδώ δεν έχει για πάντα ούτε όνομα. Και τ' αλαφρό μουρμουρητό που κάναν οι κουρτίνες με άγγιζε, με γέμιζε με τρόμους φανταχτούς, και για να πάψει τ' άγριο το χτύπημα η καρδιά μου σηκώθηκα φωνάζοντας: "Θα είναι κάποιος ξένος όπου ζητά να κοιμηθεί έδω στη κάμαρά μου αυτό θα είναι μοναχά και περισσότερο όχι".

Τώρα μου φάνηκε η ψυχή πιο δυνατή για τούτο, "Κύριε" είπα, "ή Κυρά, ζητώ να συγχωρείστε, γιατί εγώ ενύσταζα κι ο κρότος ήταν λίγος, ήσυχος, που δεν άκουσα εάν χτυπά η πόρτα" κι άνοιξα στους αγέρηδες ορθάνοιχτη τη πόρτα σκοτάδι ήταν γύρω μου και όχι τίποτ' άλλο.

Μες στο σκοτάδι στάθηκα ώρα πολλή μονάχος, γεμάτος τρόμους κι όνειρα που πρώτη φορά τότε η λυπημένη μου ψυχή στα βάθη της επήρε, μα η σιγή ήταν άσωστη και το σκοτάδι μαύρο κι "Ελεονόρα" μοναχά ακούγονταν η ηχώ από τη λέξη που 'βγαινε απ' τα ανοιχτά μου χείλη. Αυτό μονάχα ήτανε και όχι τίποτ' άλλο.

Γυρίζοντας στη κάμαρα με μια καρδιά όλο φλόγα, άκουσα πάλι να χτυπούν πιο δυνατά από πρώτα. "Σίγουρα κάποιος θα χτυπά από το παραθύρι, ας πάω να δω κι ας λύσω πια ετούτο το μυστήριο, ας ησυχάσει η μαύρη μου καρδιά και θα το λύσω, θα είναι οι αγέρηδες και όχι τίποτ' άλλο.

'Ανοιξα το παράθυρο κι ένα κοράκι μαύρο με σχήμα μεγαλόπρεπο στη κάμαρα μου μπήκε και χωρίς διόλου να σταθεί ή ν' αμφιβάλλει λίγο, επήγε και εκάθισε στη πέτρινη Παλλάδα απάνω από τη πόρτα μου, γιομάτο σοβαρότη. Κουνήθηκεν, εκάθισε και όχι τίποτ' άλλο.

Το εβενόχρωμο πουλί που σοβαρό καθόταν τη λυπημένη μου ψυχή έκανε να γελάσει. "Χωρίς λοφίο", ρώτησα, "κι αν είν' η κεφαλή σου δεν είσαι κάνας άνανδρος, αρχαϊκό κοράκι, που κατοικείς στις πένθιμες ακρογιαλιές της Νύχτας; Στ' όνομα της Πλουτωνικής της Νύχτας, τ' όνομά σου!" Και το κοράκι απάντησε: "Ποτέ από 'δω και πια".

Ξεπλάγηκα σαν άκουσα το άχαρο πουλί ν' ακούει τόσον εύκολα τα όσα το ρωτούσα αν κι η μικρή απάντηση που μου 'δωσε δεν ήταν καθόλου ικανοποιητική στα όσα του πρωτόπα, γιατί ποτέ δεν έτυχε να δεις μες στη ζωή σου ένα πουλί να κάθεται σε προτομή γλυμμένη απάνω από τη πόρτα σου να λέει: "Ποτέ πια".

Μα το Κοράκι από κει που ήταν καθισμένο δεν είπε άλλη λέξη πια σα να 'ταν η ψυχή του από τις λέξεις: "Ποτέ πια", γεμάτη από καιρό. Ακίνητο καθότανε, χωρίς ένα φτερό του να κινηθεί σαν άρχιζα να ψιθυρίζω αυτά: "Τόσοι μου φίλοι φύγανε ως και αυτές οι Ελπίδες κι όταν θε να 'ρθει το πρωΐ κι εσύ θε να μου φύγεις". Μα το πουλί απάντησε: "Ποτέ από δω και πια".

Ετρόμαξα στη γρήγορη απάντηση που μου 'πε πάντα εκεί ακίνητο στη προτομήν απάνω. "Σίγουρα" σκέφτηκα, "αυτό που λέει και ξαναλέει θα είναι ό,τι έμαθε από τον κύριό του που αμείλικτη η καταστροφή θα του κοψ' το τραγούδι που θα 'λεγεν ολημερίς και του 'καμε να λέει λυπητερά το "Ποτέ πια" για τη χαμένη ελπίδα".

Μα η θέα του ξωτικού πουλιού μ' έφερε γέλιο κι αρπάζοντας το κάθισμα εκάθισα μπροστά του και βυθισμένος σ' όνειρα προσπάθησα να έβρω τι λέει με τη φράση αυτή, το μαύρο το Κοράκι, το άχαρο, τ' απαίσιο, ο τρόμος των ανθρώπων, σαν έλεγε τις θλιβερές τις λέξεις: "Ποτέ Πια!".

Κι έτσι ακίνητος βαθιά σε μαύρες σκέψεις μπήκα χωρίς μια λέξη μοναχά να πω εις το Κοράκι που τα όλο φλόγα μάτια του μες στη καρδιά με καίγαν. Έτσι σκεφτόμουν έχοντας στο βελουδένιο μέρος του παλαιού καθίσματος γερμένο το κεφάλι, στο μέρος που το χάϊδευαν η λάμψη της καντήλας, εκεί όπου η αγάπη μου δε θ' ακουμπήσει πια!

Τότε ο αγέρας φάνηκε σα να 'ταν μυρωμένος από 'να θυμιατήριο αόρατο που αγγέλοι και Σεραφείμ το κούναγαν και τ' αλαφρά τους πόδια ακούγονταν στο μαλακό χαλί της κάμαράς μου. "Ναυαγισμένε" φώναξα, "αναβολή σου στέλνει με τους αγγέλους, ο Θεός και μαύρη λησμοσύνη για τη χαμένη αγάπη σου την όμορφη Λεονόρα. Πιες απ' το μαύρο το πιοτό της Λήθης και λησμόνα εκείνην όπου χάθηκε". Και το Κοράκι είπε: "Ποτέ από δω και πια!".

Είπα: "Προφήτη των κακών, είτε πουλί είτε δαίμων είτε του μαύρου πειρασμού αποσταλμένε συ είτε στης άγριας θύελλας το μάνιασμα χαμένε, αλλ' άφοβε, στον κόσμο αυτόπου κατοικεί ο Τρόμος, πες μου με ειλικρίνεια, υπάρχει δω στον κόσμο της λύπης κανά βάλσαμο που δίνει η Ιουδαία; Πες μου!", μα κείνο απάντησε: "Ποτέ από δω και πια!".

"Προφήτη", είπα, "δαίμονα, της Συφοράς πουλί, Προφήτης όμως πάντοτε, στον Ουρανό σ' ορκίζω, που απλώνεται από πάνω μας παρηγορήτρα αψίδα, εις του Θεού το όνομα που οι δυο μας τον λατρεύουν, πες μου αν στον Παράδεισο θε ν' αγκαλιάσω κείνη, εκείνη που οι άγγελοι τη λεν Ελεονόρα"; Και το κοράκι απάντησε: "Ποτέ από δω και πια!".

"Ας γίν' η μαύρη φράση σου το σύνθημα να φύγεις", εφώναξα αγριωπός πηδώντας κει μπροστά του. "Πήγαινε πάλι να χαθείς στην άγρια καταιγίδα ή γύρνα στις ακρογιαλιές της Πλουτωνείου Νύχτας ούτ' ένα μαύρο σου φτερό δε θέλω δω ν' αφήσεις ενθύμηση της φράσης σου της ψεύτικης και πλάνας βγάλ' απ' τη δόλια μου καρδιά το ράμφος που 'χεις μπήξει και σύρε τη φανταστική μορφή σου στα σκοτάδια!" Και το Κοράκι απάντησε: "Ποτέ από δω και πια!".

Και το Κοράκι ακίνητο στη προτομή όλο μένει, στης Αθηνάς τη προτομή απάνω από τη πόρτα και τ' αγριωπά τα μάτια του σα του Διαβόλου μοιάζουν όταν μονάχος σκέφτεται. Και το θαμπό λυχνάρι ρίχνει σκια στο πάτωμα σαν πέφτει στο Κοράκι. Και η ψυχή μου ανήμπορη δε θα μπορέσει πια να βγει απ' τον αμφίβολο τον κύκλο της Σκιάς που φαίνεται στο πάτωμα. Ποτέ από δω και πια!

The Raven
by Edgar Allan Poe
[First published in 1845]





The LAND of GODS Since October 1996   Oakville Ontario Canada
Make Land of Gods Your Home Page