Since 1996
LAND of GODS: Ενότητες, Ανθολογίες & άλλα:
  1. LAND of GODS: η ΠρώτηΣελίδα

  2. τα δικά μου γραψίματα και άλλα..

  3. Κώστας Δουρίδας,
    Καπνόν Αποθρώσκοντα:
    Γράμμα στον Έλληνα της Διασποράς

  4. Γη των πατέρων μου
    τρισαγαπημένη ΑΡΚΑΔΙΑ

  5. Ανθολογία:
    το Δημοτικό τραγούδι..

  6. Ανθολογία:
    ποιήματα τα αγαπημένα

  7. Ανθολογία:
    Νεοελληνική Πεζογραφία

  8. Σελίδες απ' την Ελληνική
    Λογοτεχνία στο διαΔίκτυο

  9. το Έργο του
    Οδυσσέα Ελύτη

  10. Ανθολογία:
    Έλληνες ποιητές και
    συγγραφείς στο διαΔίκτυο

  11. Ανθολογία:
    τα Μικρά Ενθυμήματα:
    (Αφιέρωμα για τα ΔΕΚΑΧΡΟΝΑ)
    της LAND of GODS 1996 - 2006

  12. Σύγχρονη Αρκαδική
    και Γορτυνιακή Ανθολογία

  13. LAND of GODS
    ...FTP... κ.α.

  14. τα Απομνημονεύματα
    του Γιάννη Μακρυγιάννη
    (Ολόκληρο το βιβλίο)

  15. τα Απομνημονεύματα
    του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

  16. LAND of GODS: a Little Bit
    of Greece: Newspapers & more..

  17. LAND of GODS:
    το περιοδικό μας
    το "Έλα να δεις"

  18. Ανθολογία:
    στην ΑΚΡΗ του ματιού..
    Για να δείτε καλύτερα αυτή
    την Σελίδα χρησιμοποιήστε
    Internet Explorer)

  19. 4 Ανθολογίες της EELSPH :
    'Ελληνες Συγγραφείς των Πέντε Ηπείρων
    γράφουν και δημιουργούν

  20. Κριτικές Αναλύσεις
    στο ανέκδοτο βιβλίο του
    "Καπνόν Αποθρώσκοντα"

  21. Ανθολογία:
    LAND of GODS:
    το Ποίημα της ημέρας

  22. Ανθολογία:
    LAND of GODS:
    ο Στίχος της ημέρας

  23. η LAND of GODS
    στο FaceBook

  24. ο Ελληνισμός της Διασποράς

  25. Βιβλία και Αφιερώματα

  26. το Καρδαρίτσι
    μέσα απ' τις Φωτογραφίες

  27. LAND of GODS:
    Μηνύματα και επιστολές..

  28. LAND of GODS:
    Συνεντεύξεις | αναλύσεις | γνώμες
    και ο καλός ο Λόγος
    των Φίλων..

  29. η Μετάφραση
    της Ρέας Φραγκοφίνου

  30. LAND of GODS:
    Καινούρια και Παλιά..

  31. η LAND of GODS
    μέσα από το Google.. (Α)

  32. η LAND of GODS
    μέσα από το Google.. (Β)

  33. ο Κώστας Δουρίδας
    μέσα από το Google..

  34. Κώστας Δουρίδας,
    Καπνόν Αποθρώσκοντα :
    Γράμμα στον Έλληνα της Διασποράς
    στο GOOGLE

  35. δείτε Φωτογραφίες
    -ίσως και την δική σας!-
    μέσα από το GOOGLE..

  36. Πάμε Καρδαρίτσι??
    (η Ιστοσελίδα του Συλλόγου)

Θωμάς
Γκόρπας

Προηγούμενη  σελίδα Κεντρική σελ. της ΕνότηταςΕπόμενη  σελίδα

Home to LAND of GODS
Ανθολογία: Έλληνες ποιητές και συγγραφείς στο διαΔίκτυο
Κώστας Βάρναλης| Νικηφόρος Βρεττάκος| Οδυσσέας Ελύτης| Γιώργος Σεφέρης| Κωστής Παλαμάς | Γιάννης Ψυχάρης| 'Aγγελος Τερζάκης | Νίκος Καζαντζάκης| Μ. Καραγάτσης| Κώστας Καρυωτάκης| Κώστας Κρυστάλλης| Μήτσος Λυγίζος| Κώστας Ουράνης| Κική Δημουλά | Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο| ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ : Φοβάμαι... | Φώτης Κόντογλου| Αλκυόνη Παπαδάκη | ΝΙΚΟΣ ΣΠΑΝΙΑΣ | Μήτσος Παπανικολάου | Γιάννης Σκαρίμπας | Τάσος Λειβαδίτης | Θωμάς Γκόρπας | Ανδρέας Καρκαβίτσας | Καραντώνης Ανδρέας| Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης | Κωνσταντίνος Καβάφης |
    τα ΜΙΚΡΑ ενθυμήματα..
    
Αφιέρωμα στον Δημήτρη Γκανά
Click to download the main image download main image Click to download the main image
Θωμάς Γκόρπας
α' Αφιέρωμα στην ποίησή του (1935-2003) Των :
Κώστα Βούλγαρη,   Βαγγέλη Κάσσου,   Γιώργου Λίλλη,   Βασίλη Ρούβαλη,   Γιώργου Μπλάνα
  β' Γκορπισμός (απόσπασμα)   Μόνο οι γυναίκες   ΜΙΚΡΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ( Περί ποιήσεως πάλι ( Από δω και από κει   Οδύνη   Πλάνα   Τα ίδια και τα ίδια (απόσπασμα)   Οι θρησκευτικοί ποιηταί   Αναπόληση )   (Ανέκδοτο κείμενο του Θωμά Γκόρπα) Καφενεία της Αθήνας   Βιογραφικό και άλλα..
Από την σελίδα του Χρήστου Δημάκη και το λογοτεχνικό περιοδικό "η λέξη" http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/lexi/176/lexi176.html

Θωμάς Γκόρπας






Εγώ αγαπώ τον Κάλβο εσύ το Σολωμό
μας χωρίζει μια αλλαγή βλέμματος
ή άβυσσος;
 

Ως προέκταση της πραγματικότητας...

Του Κώστα Βούλγαρη

Είχα την τύχη να μαθητεύσω κοντά στον Θωμά Γκόρπα. Περί τα τρία χρόνια, στα μέσα της δεκαετίας του '80, η παρέα μας ήταν καθημερινή και πάντα κατέληγε σε μεταμεσονύκτιες περιπλανήσεις στο κέντρο της Αθήνας, με τον Θωμά να μιλά ασταμάτητα. Ακουγα, και σπανίως μιλούσα. Αλλωστε, ήταν σχεδόν αδύνατο να τον διακόψεις. Επιζητούσε όμως την προσοχή σου, μια λέξη, ένα νεύμα, ό,τι τέλος πάντων διατηρούσε, έστω και υποτυπωδώς, τη συνθήκη της συνομιλίας.

Ενώ σου έδινε απλόχερα έναν απίστευτο όγκο πληροφοριών και εναυσμάτων, σχεδόν πάντα ξέφευγε, από το θέμα του, από το μέτρο των πραγμάτων, σαν να τον παρέσυρε η ίδια η δίνη του λόγου του. Οι αφηγήσεις του, για πρόσωπα του λογοτεχνικού σιναφιού ή της πολιτικής και της τέχνης, συχνά κατέληγαν σε εξωφρενικά συμβάντα, που δεν συνέβησαν ποτέ, σε ακραίες πράξεις, που δεν τις έπραξαν οι αναφερόμενοι, στην απόδοση ιδιοτήτων που δεν είχαν. Χαφιέδες, ομοφυλόφιλοι, πουλημένοι σε κάθε μικρή ή μεγάλη εξουσία, κλέφτες λογοτεχνικών ιδεών ή χειρογράφων, ανομολόγητες ερωτικές σχέσεις και χυδαίες προτάσεις, χρηματισμοί και σκοπιμότητες, συνιστούσαν τον κόσμο όσων, «λίγο πριν τα τριάντα λίγο πριν τα σαράντα», έσπαζαν και περνούσαν στην άλλη όχθη, αφήνοντας στην όχθη του Θωμά τη νεανική τους ανάμνηση, ό,τι όντως άξιζε από αυτούς.

Ποτέ δεν του είπα ότι τα πράγματα δεν ήταν έτσι. Πως υπερέβαλλε, πως κατασκεύαζε δικές του ιστορίες, που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Γιατί η κάθαρση δεν μπορούσε παρά να είναι μέρος και στιγμή της ατέρμονης αφήγησής του. Και έτσι συνέβη. Ενα βράδυ, μετά από επτά οκτώ ώρες γκορπικού μονολόγου και τρεις ώρες πεζοπορίας, σταμάτησε, με κοίταξε, και μου πέταξε μια φράση καταπάνω στη σημαίνουσα, δύσπιστη σιωπή μου: «Ο,τι λέω, είναι προέκταση της πραγματικότητας».

Αυτό ήταν κι ο ίδιος ο Γκόρπας. Από εδώ και το ποιητικό του στίγμα. Κολυμπούσε μέσα στα ρεύματα που συνέθεσαν το μετασουρρεαλιστικό φάσμα, και μας έδωσαν ένα πλήθος κινηματικών ή εναλλακτικών καλλιτεχνικών εκφράσεων στα χρόνια του '60 και του '70. Το αίτημα του σουρρεαλιστικού κινήματος για την ανάδειξη της «υπερπραγματικότητας», έβρισκε τώρα εφαρμογή πάνω στον ίδιο του το σώμα, στην ανάδειξη τής μετά από αυτό πραγματικότητας, που τη δημιούργησε η δράση του, η ύπαρξή του, οι τομές που επέφερε. Η μετασουρρεαλιστική προέκταση της υπερπραγματικότητας του σουρρεαλισμού, λοιπόν.

Ο Γκόρπας ανήκε σε ό,τι ονομάστηκε ελληνικό μπητ, το οποίο, ταυτόχρονα με τις αντίστοιχες πρωτοπορίες του Σαν Φραντσίσκο και του Παρισιού, έδωσε κάποια εξαιρετικά ενδιαφέροντα, όμως απελπιστικά ανολοκλήρωτα δείγματα των νέων αισθητικών προταγμάτων. Ο τίτλος της πρώτης του ποιητικής συλλογής, «Σπασμένος καιρός» (1957), σήμερα διαβάζεται ως υπαινιγμός του κατακερματισμένου μεταπολεμικού κοσμοειδώλου, επισημαίνει το ιστορικό όριο των συνεκτικών μορφών και αφηγήσεων του μοντερνισμού. Η ποίησή του συνιστά μια μετασεφερική τομή, που μόνο σ' έναν βαθμό αξιοποιήθηκε από τους ποιητές του '70.
 
Οντολογικό σημείο αναφοράς του το Πατάρι του Λουμίδη, το οποίο, φυσικά, ο ίδιος με τα κείμενά του το υπεραξίωσε και το εξιδανίκευσε ως σημείο κινηματικής αναφοράς, το κατέστησε πραγματική μήτρα ενός κινήματος που θα μπορούσε, πράγματι, να έχει υπάρξει ως πραγματικό κίνημα.

Μέντοράς του, εκεί στο Πατάρι, ο Τέος Σαλαπασίδης. Ο μόνος, σύγχρονός του, τον οποίο αποδεχόταν ανεπιφύλακτα, καθ' ολοκληρίαν. Που τον θαύμαζε και τον σεβόταν. Ηταν βέβαια ο δικός του Σαλαπασίδης, αυτός που είχε δημιουργήσει ο Γκόρπας. Μα αυτός ο Σαλαπασίδης του Γκόρπα ήταν τόσο πειστικός και γοητευτικός, που με οδήγησε, στα μέσα της δεκαετίας του '90, στην έρευνα των στοιχείων της ζωής του, των καταλοίπων του έργου του, σ' ένα αφιέρωμά μου στον Πολίτη, σ' έναν μικρό τόμο γι' αυτόν. Γιατί η αφήγηση του Γκόρπα, που πάντα ήταν προέκταση της πραγματικότητας, κατέληγε να γίνεται υλική δύναμη. Οπως ήταν φυσικό, όταν παρουσίασα τον Σαλαπασίδη που βρήκα στα περιοδικά, στα αρχεία, στις αφηγήσεις των υπόλοιπων φίλων του, διαπιστώθηκε η απόκλιση από τον Σαλαπασίδη του Γκόρπα, ο οποίος, προφανώς, δεν δέχθηκε αυτήν την πραγματικότητα, δεν συμβιβάστηκε μαζί της. Απομακρυνθήκαμε, επικοινωνούσαμε πια μέσω τρίτων. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, περνούσε από το γραφείο του Γιάννη Γκίκα, στην οδό Γερανίου. Αφηνε έναν πάκο χαρτιά, συνήθως δυσεύρετα δημοσιεύματα από παλιά περιοδικά, με το επιχείρημα πως δεν του χρειάζονταν και ίσως να ενδιέφεραν κάποιον άλλο, που όντως τον ενδιέφεραν διακαώς... Περνούσα εγώ, μου τα έδινε ο Γκίκας, και άφηνα κάποια άλλα χαρτιά, που ίσως ενδιέφεραν κάποιον... Μαζί και φύλλα εφημερίδων ή τεύχη περιοδικών που περιείχαν αναφορές, δικές μου ή άλλων, στον Γκόρπα. Ετσι πήγαμε μέχρι το τέλος.
 
Ακριβώς αυτό ήταν ο Γκόρπας και στις εξαιρετικά διορατικές φιλολογικές και γραμματολογικές του αναδιφήσεις. Προεκτείνοντας, με τη χάρη του παραμυθά, την εικόνα της δεκαετίας του '20, εξιδανικεύοντας τους καταραμένους ελάσσονες της εποχής, τοποθετώντας τους, προκλητικά, αρκετά σκαλοπάτια πιο πάνω από τους καθιερωμένους, έδειχνε προς τα εκεί όπου οδηγείται η φιλολογική έρευνα των τελευταίων ετών, δηλαδή στην ανάδειξη των νεωτερικών στοιχείων της λογοτεχνίας αυτής της δεκαετίας, καθώς και στην επισήμανση του βίαιου εξοβελισμού της από τη γενιά του '30, που την παράχωσε στην «παράδοση». Σε εκείνη την παράδοση, που για τον Γκόρπα, αλλά και για αρκετούς σήμερα, είχε δημιουργήσει, πλησιάζοντας στο 1930, τους όρους για μια διαφορετική δεξίωση των αιτημάτων του μοντερνισμού, οπωσδήποτε πιο ριζοσπαστική, γειωμένη στις νεοελληνικές πραγματικότητες∙ μια εν δυνάμει «από τα κάτω» τομή, η οποία θα παρείχε το έδαφος να ολοκληρωθεί και η αντίστοιχη του μεταπολέμου, του Γκόρπα και των συνοδοιπόρων του. Βέβαια τα ίδια έχει υποστηρίξει για τη δεκαετία του '20 και ο Αγγελος Ελεφάντης, στην πιο σημαντική στιγμή της πνευματικής του διαδρομής, όσον αφορά τα τεκταινόμενα, ακριβώς την ίδια περίοδο, στην Αριστερά («Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης»). Εδώ όμως η συζήτηση ανοίγεται σε εκτάσεις που δεν μπορεί να τις διαχειριστεί ένα σύντομο κείμενο ή κι ένα αφιέρωμα σαν το παρόν, εμφιλοχωρεί στους πυρίκαυστους κοινούς τόπους λογοτεχνίας και ιστορίας, σε μια από τις πλέον προβληματικές σχέσεις της Μεταπολίτευσης. Η ιδέα για μια συνάντηση θα χρειαζόταν ένα τραπέζι, μια υπόγεια ταβέρνα, μπόλικο κρασί, μερικά χιλιόμετρα μεταμεσονύκτιου αθηναϊκού δρόμου, ατέλειωτη υπομονή, και τον Θωμά να μιλά ασταμάτητα, να κατεδαφίζει, να τροποποιεί και να προεκτείνει κι αυτήν εδώ την πραγματικότητα, της σύμπτωσης και της συνάντησης. Θα χρειαζόταν η πολιτική πτέρυγα της Αριστεράς να δεχθεί την αισθητική της υστέρηση, ώστε να εισπράξει το διαφεύγον κέρδος που συνεχώς παράγεται στους κόλπους της.

Οπως όλες οι ωραίες ιδέες, όμως, κι αυτή θα ήταν ανεδαφική, αν αδυνατούσε να διαχειριστεί την πραγματικότητα, η οποία, επί του προκειμένου, τώρα επιστρέφει με τα ποιήματα του Γκόρπα, που κερδίζουν τη μάχη τους με τον χρόνο, παίρνοντας πίσω το αίμα τόσων και τόσων, άδοξων που 'ναι.

kvoulgar@otenet.gr









Η ποιητική μέθοδος του Θωμά Γκόρπα

Του Βαγγέλη Κάσσου

Σε ένα ποίημά του, ο Θωμάς Γκόρπας καταλήγει με τους εξής στίχους: «Οσοι νομίζουν πως αντιγράφω τον Πρεβέρ / ας συνεχίσουν να διαβάζουν άλλα ποιήματα / αρκούντως σοβαρά και προοδευτικά... / Αμήν».

Οι στίχοι αυτοί έχουν δύο κατηγορίες αποδεκτών: στην πρώτη ανήκουν οι αναγνώστες της ποίησής του γενικά, και ειδικότερα εκείνοι που τον εκλαμβάνουν ως «χαριτολόγο και συντηρητικό Πρεβέρ». Σ' αυτούς ο Γκόρπας συνιστά, ειρωνικά, να συνεχίσουν να διαβάζουν άλλα ποιήματα αρκούντως σοβαρά και προοδευτικά... Στη δεύτερη κατηγορία αποδεκτών ανήκουν ορισμένοι ομότεχνοί του, με τους οποίους δείχνει να δυσφορεί, επειδή τον συσχετίζουν με τον Πρεβέρ, ενώ γνωρίζουν πολύ καλά ότι το αληθινό ποιητικό του ίνδαλμα, όπως και το δικό του ποιητικό του κατόρθωμα, βρίσκονται πολύ υψηλότερα από τον Ζακ Πρεβέρ.

Αλλά ποιο ήταν το αληθινό ποιητικό ίνδαλμα του Γκόρπα; Ο ίδιος υποστήριζε: «Εγώ έρχομαι από τον Κάλβο, τον Τριαντάφυλλο Σποντή, τον Στασινό Μικρούλη, τον Καρασούτσα, τον Βαλαβάνη, τον Παπαδιαμαντόπουλο, τον Καμπά, τον Μαλακάση, τον Λιμπεράκη, τον Βάρναλη, τον Φιλύρα, τον Καρυωτάκη. Γι' αυτό και συναντήθηκα με τον Εμπειρίκο, τον Εγγονόπουλο, τον Ελύτη, την Πολυδούρη και τον Ζώτο». Ενδεχομένως όλοι αυτοί που αναφέρει, και που υπήρξαν πράγματι οι φιλολογικές του αγάπες, να τον έχουν επηρεάσει ως προς την ουσία των ποιητικών και γενικά των πνευματικών του αναζητήσεων. Οσον αφορά, όμως, τη μέθοδο ανάπτυξης της ποιητικής του, ο Γκόρπας «μαθήτευσε» στον πολύ σημαντικό Γάλλο ποιητή Λεόν-Πωλ Φαργκ (1876-1947). Παρουσιάζοντας τον ποιητή αυτόν στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα (1937), ο Μήτσος Παπανικολάου (1900-1943) έγραφε: «Τα περισσότερα από τα ποιήματά του έχουν γραφτεί σε πρόζα, μα η πρόζα τους δεν έχει καμιά σχέση με τη συνηθισμένη. Είναι τόσο πλούσια και ποιητική, ώστε μόνο η λέξη «ποίημα» της ταιριάζει. Είναι κομμάτια γεμάτα αγωνία, σχεδόν γεμάτα τρέλλα, κάτι σαν το ημερολόγιο της ψυχής ενός ποιητή, όπου αναγράφονται όλες οι συγκινήσεις στη μεγαλύτερή τους ένταση. Δεν υπάρχουν λέξεις που να τις περιφρονεί. Τις παίρνει όλες, από τις πιο επιστημονικές ως τις πιο απλές, ανακατεύει την αργκό με διάφορους τεχνικούς ιδιωματισμούς, κι όταν δεν του φτάνουν αυτές, φτιάχνει μόνος του ή παραμορφώνει τις γνωστές. Και με το ανακάτωμα αυτό δημιουργεί ένα όργιο πραγματικό λέξεων, που φτάνει μέχρι παραληρήματος. Δημιουργεί τις πιο κωμικές εκφράσεις, τις πιο απροσδόκητες φράσεις, όπου η αισχρολογία ανακατώνεται με τη βλαστήμια, η ηχητική εντύπωση με το πιο καταπληκτικό συνταίριασμα ιδεών, κι όλα αυτά σαν υφασμένα με εικόνες, εικόνες νέες, καινούργιες, γρήγορες, σαν αστραπές τολμηρές».

Την ποιητική μέθοδο του Λεόν-Πωλ Φαργκ, όπως πολύ επιτυχημένα την έχει συνοψίσει ο Μ. Παπανικολάου, ακολουθεί κατά βάση ο Θωμάς Γκόρπας. Χωρίς, βεβαίως, να αντιγράφει τον Γάλλο ποιητή -δεν το είχε εξάλλου ανάγκη- ακολούθησε με συνέπεια και επιτυχία τη διδαχή του Φαργκ: το ποίημα είναι πρωτίστως ψυχική ακολουθία και δευτερευόντως ακολουθία λεκτική. Με την αφετηρία αυτή, και λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανθρώπινη συνείδηση δεν είναι μονοσήμαντα «συνείδηση ωδικού πτηνού», ο ποιητής, εφόσον επιθυμεί να καταθέσει το ημερολόγιο της ψυχής του με απόλυτη ειλικρίνεια, οφείλει να μην αποκλείει ούτε την αισχρολογία ούτε τη βλαστήμια, αφού με αυτές αποδίδονται επακριβώς αντίστοιχα «σκληρά συναισθήματα», που δεν απουσιάζουν από καμιά ανθρώπινη συνείδηση.

Πρόκειται, ασφαλώς, για μια ποιητική μέθοδο υψηλής διακινδύνευσης. Ο Γκόρπας την επωμίστηκε με θάρρος. Για την επιτυχία, όμως, του εγχειρήματος, το θάρρος του αυτό δεν θα ήταν αρκετό, αν δεν υποστηριζόταν, όχι μόνον από ένα γνήσιο ποιητικό ταλέντο, αλλά και από μια διαρκή άσκηση στη «μέθοδο της ψυχικής ακολουθίας» στην ποίηση. Στον Γκόρπα συνέτρεξαν οι τρεις αυτές προϋποθέσεις και το αποτέλεσμα υπήρξε εξαιρετικό. Για παράδειγμα, είναι ο μόνος Ελληνας ποιητής που κατάφερε να τιθασεύσει αισθητικά τη «λέξη του Καμπρόν» (πρβλ. το ποίημά του «Νυχτερινή έξοδος» από τη συλλογή «Παλιές ειδήσεις» [1966], τώρα στον τόμο «Τα Ποιήματα» [1957-1983], εκδόσεις Κέδρος 2006, σελ. 42-43), κάτι που δεν κατάφερε ούτε ο Οδυσσέας Ελύτης, ο απαράμιλλος αυτός τεχνίτης στη «μέθοδο της λεκτικής ακολουθίας» στην ποίηση (πρβλ. την ποιητική σύνθεσή του «Μαρία Νεφέλη» [1978], τώρα στον τόμο «Ποίηση», εκδόσεις Ικαρος 20054, σελ. 415).









Θωμάς Γκόρπας, Ανάμνηση

Στην πατρίδα
εσύ ξεκίναγες τη μέρα, εσύ ξεκίναγες τη νύχτα,
εσύ ξεκίναγες τ' όνειρο σε ταξίδι χωρίς επιστροφή.
Τώρα χαθήκαμε μες στη μεγάλη πολιτεία που πίνει το αίμα μου
γιατί είναι μόνο κόκκαλα και θέλει να περπατήσει.
Τώρα χαθήκαμε μες στη μεγάλη πολιτεία που μου σπάει τα βήματα
για να με δοκιμάσει.
Πολύ απλό που χάθηκες, αγάπη μου,
όπως χάθηκαν τόσα καλοκαίρια
με τους καημούς και με τα σχέδια πεθαμένα
στα δύο μου χέρια.
Ήσουν το χέρι που άγγιζε την καρδιά μου δημιουργώντας φως,
πίκρα και μένα, χαμηλή μουσική.
Ήσουν γιασεμί μεθυσμένο μες στο φεγγάρι,
ήσουν το φεγγάρι ξαπλωμένο σε σκοτεινό σοκάκι,
ήσουν σκοτεινό σοκάκι, σφαγμένο μες στην καρδιά μου.
Κι εγώ πουλί να κελαηδεί καθισμένο
στο αριστερό σου στήθος.
Μα τώρα χαθήκαμε ο ένας για τον άλλο, αγάπη μου,
σάμπως ο ένας απ’ τους δυο μας νάναι πεθαμένος.

1957








Η κατακραυγή του κίβδηλου

Του Γιώργου Λίλλη

Η καλλιτεχνική πορεία του Θωμά Γκόρπα δεν επηρεάστηκε από εγχώρια λογοτεχνικά ρεύματα αλλά από το κίνημα των μπητ, την αίσθηση της απόλυτης ελευθερίας του «Δρόμου» του Κέρουακ, την επαναστατικότητα του Μπάροουζ, το «Ουρλιαχτό» του Γκίνσμπεργκ, ενωμένα σ' ένα προσωπικό όραμα όπου κυριαρχεί η μυθολογία έντονων εικόνων και βιωμάτων. Η περιπλάνηση, η συνειδητοποίηση του κατακερματισμού των ιδανικών, η αγάπη του για το λαϊκό χωρίς να ολισθαίνει στον λαϊκισμό, καλλιτέχνης που με πάθος υπερασπίστηκε την ιδιαιτερότητά του να μιλά αληθινά χωρίς να φοβάται τις επιπτώσεις του κοινωνικού του εγκλεισμού.

Τα ποιήματά του αντικρούουν την καθεστηκυία τάξη. Οι στίχοι του κυοφορούν έναν επαναστατικό δυναμισμό στον πυρήνα τους, η φωνή του αντικατοπτρίζεται πιστά στα πιστεύω του, συνδράμει στην κοσμογονία τους, στην πιστή αναπαράσταση ενός φθίνοντος κόσμου. Στυλίτης της ανορθόδοξης γραφής, μοναδική περίπτωση στα εγχώρια λογοτεχνικά μας είδη, δεν κατατάχθηκε σε γενιές, η γλώσσα του πηγάζει από τις πιο ακραίες εκφράσεις της ελληνικής, πατώντας σ' ένα λαϊκό πρότυπο, που κι αυτό κλίνει προς την αργκό και τη γλώσσα του περιθωρίου. Και πίσω απ' όλο αυτό το γυμνό τοπίο, όπου τα γεγονότα καταγράφονται με το ψυχρό μάτι ενός αμφισβητία, ο Γκόρπας δημιούργησε την εικόνα ενός τρυφερού αντισυμβατικού:

Παντού πωλούνται οικόπεδα παντού
πωλούνται φάρμακα ακριβά για τις αρρώστιες που δεν ήρθανε ακόμα.
Ηδη οι «τυχεροί» και οι «έξυπνοι» ψάχνουν πυρετωδώς
μες στις αυριανές μας σκέψεις...
Ηδη αποθηκεύονται νέες πουστιές νέες ρουφιανιές και Δυστυχώς ακόμα...
Δελφοί πού είναι λοιπόν οι γκάνγκστερς
που θα διανυκτερεύσουνε στα μπιχλιμπιδωτά οτέλς σου
πού είναι των μεγαλομπακάληδων οι κόρες
που τις κατατρυπάνε εσατζήδες και ποδοσφαιριστές
πού είναι οι σαφρακιασμένοι κινηματογραφικοί αστέρες
που πίνουνε χασίσι για όλους τους μπουζουκτσήδες της Ελλάδας

Αποφεύγοντας την καλολογία, ο Γκόρπας οδήγησε τον εαυτό του στα όρια της ποιητικής έκφρασης. Η αισθητική του καταχράται το ωραίο, επιλέγει να αναπαραστήσει το προϋπάρχον παράλογο που βρίσκεται γύρω μας με την ελευθεροστομία του, μια τεχνική απελευθέρωσης από τα δεσμά να ειπωθούν όλα με τον πιο ωραίο τρόπο. Καταλύει τους κανόνες, απελευθερώνεται από τους καθιερωμένους λογοτεχνικούς τρόπους έκφρασης και επιβάλλει στη φωνή του την ιδιοτροπία της ανατρεπτικότητας. Μάχιμος της ευκολίας, κοινωνικά περιθωριοποιημένος, ανένταχτος, άσκησε καυστική κριτική, τάχθηκε ενάντια σε κάθε τι που στρεβλώνει την αλήθεια και λοβοτομεί την προσπάθεια να παραμείνει ο άνθρωπος ακέραιος στην πνευματικότητα που αντιπροσωπεύει:

Ο Μπάμπης ο Χαράλαμπος ο Χάρης
αστήρ δεν έγινε του σινεμά μα έγινε πορτιέρης
με μόνιμη γυναίκα και με καθαρά πουκάμισα επιτέλους
και σίγουρα τσιγάρα και τέρμα τα όνειρα
πήζοντας στα χαμόγελα των ψεύτηδων και των χέστηδων της ζωής.

Μ' αυτόν τον τρόπο, ο Γκόρπας εξελίσσεται σ' έναν προφήτη του καιρού του. Το ότι δεν φοβάται να μιλήσει χωρίς περιστροφές, προσφέρει στον λόγο του το σθένος μιας ειλικρινής φωνής, σ' έναν κόσμο παραμορφωμένων ειδώλων και ψεύτικων ομολογιών. Με την ευθύτητά του, όσο κι αν σοκάρει μερικές φορές, όσο κι αν επιφανειακά τα ποιήματά του έχουν την τάση να υπερβάλλουν, όσο κι αν η γραφή του ολισθαίνει σε γλωσσικές παραδοξότητες, ο Γκόρπας κατέγραψε δραματικά την πάλη του με τον ίδιο του τον εαυτό, σ' έναν κόσμο που του φαινόταν αδύνατον να ενταχθεί. Παρέμεινε αντισυμβατικός, εχθρός της απλούστευσης, ένας οργισμένος έφηβος εγκλωβισμένος στο ενήλικό του σώμα, σε μια εποχή όπου οι πνευματικά ελεύθεροι αποκόβονται, και τέλος αποτραβιούνται ηθελημένα από τις δραστηριότητες της κοινωνικής τους δράσης. Στο έργο του διακρίνεται έντονα αυτή η αντιπαλότητα, αυτό το άγχος για την αναμέτρηση με το κίβδηλο, η αγωνία να διαφυλάξει τα όνειρα και τις αξίες του. Ενας εύθραυστος άνθρωπος που φόρεσε το προσωπείο του αναρχικού για να προστατευτεί από την εξουσία των πνευματικών λόμπι. Τα ποιήματά του κρύβουν στον πυρήνα τους την ευαισθησία του, έναν λυρικό τόνο που έρχεται σε αντίθεση με τον επαναστατικό του λόγο. Εκεί κρύβεται η αθωότητά του, η ποιητική του ευδαιμονία.

Ο Γκόρπας ανήκει στους καλλιτέχνες οραματιστές. Το έργο του είναι μια πραγματεία πάνω στην υπαρξιακή αγωνία του πνευματικού ανθρώπου ο οποίος συνειδητοποιεί τον εγκλεισμό του. Η γραφή του γίνεται ένας τρόπος υγιούς αντιδιαστολής του ψέματος και της αλήθειας. Χρήσιμος όσο ποτέ άλλοτε, ειδικά στην τελματώδη πνευματική περίοδο που διανύουμε, κοιμούμενων συνειδήσεων και ευκολίας, ο Γκόρπας προφητεύει τον εκφυλισμό των αξιών, τάσσεται υπέρμαχος της ελευθερίας και συγχρόνως αντιτάσσεται στην υποδούλωση του ανθρώπου. Το αιρετικό του κήρυγμα, κατακραυγή ενάντια στο κίβδηλο.

lillis@e-poema.eu









Στον Μεγάλο Δρόμο του Γκόρπα

Του Βασίλη Ρούβαλη

Κάθε ποίημα του Θωμά Γκόρπα περιέχει ένα μείγμα μελαγχολικού στοχασμού και διάθεσης ανατρεπτικής, σκαμπρόζικης ίσως, αλλά ταυτόχρονα επιζητούμενης, ενώπιον της πραγματικότητας που προσδοκούσε να απαθανατίσει το βλέμμα του. Η γενιά που δεν βίωσε την «πικρή εποχή», εννοώ η δική μου (η βιολογική αλλά και λογοτεχνική), είναι δύσκολο να τοποθετηθεί επακριβώς απέναντι στη νοηματοδότηση του γκορπικού σύμπαντος. Αποφεύγοντας λοιπόν την παγίδα της φιλολογικής ανάλυσης, γύρω από τους τρόπους διείσδυσης ή περιγραφής αυτού του σύμπαντος, το ενδιαφέρον μπορεί να εστιαστεί τόσο στην απευθείας θεώρηση του ποιητή από τον σημερινό αναγνώστη όσο και στη «συνομιλία» του με τους νεότερους δημιουργούς: ο ποιητής προβάλλει εαυτόν στο παρόν με την πατίνα του χωροχρόνου του, η αλήθεια -η εξομολογημένη ποιητική κατάθεσή του- δεν αμφισβητείται ή δεν δύναται να αμφισβητηθεί a priori χάρη στην καθαρότητά της, με άλλα λόγια η ειρωνεία, η συγκατάβαση, η μοχθηρία, ο ενθουσιασμός, η με όρους παράδοση αλλά και η έξαψη των στίχων του, είναι αυθόρμητες, βεβαιωμένες κι ακέραιες εκφάνσεις του εγώ του.
Γράφοντας, επί παραδείγματι:

(...) Φυλάγοντας τη νιότη ξέρω πως φυλάγω το λαό / χίλιες φορές τους προδομένους αγαπώ / έχω τον ήλιο μα δεν παίζω το Θεό / τον ήλιο τον μοιράζω όλον στους φτωχούς / τους φίλους μου μοιράζω σε φυλάκια εφόδου / στους τόπους ταξιδεύω με τους στεναγμούς / και το εισιτήριο ποτέ ποτέ μετ' επανόδου

θέλει να εμπαίξει το δικό του «παρών» στην εποχή που έζησε, ενώ σ' αυτό το παιχνίδισμα (γνώριμο μέσον της ποιητικής του) προσδίδει τον χαρακτήρα ήπιας καταγγελίας και ψύχραιμης πραγματογνωμοσύνης. Αναλυτικότερα, ο Γκόρπας διαθέτει την ιστορική αίσθηση, κι ως εκ τούτου γνωρίζει ότι η συνεισφορά του στην αποτίμηση του κόσμου μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα από την αυτοκριτική, το σαρδόνιο χαμόγελο, την πλάγια υπόδειξη του μέλλοντος. Γι' αυτό:

(...) Δεν έχει απομείνει τίποτε για να προπαγανδίσουμε / τίποτε δεν μπορούμε πια να θυμηθούμε - για το καλό μας...

και την ίδια στιγμή κοιτάζει σαρκαστικά γύρω του:

Το παν σ' αυτό τον τόπο / είναι να λησμονάς / να βρίσκεις και τον τρόπο / μπριζόλες να μασάς. / Μπριζόλες «γκόμενες» και γιωταχί / ιδού οι Ελληνες σκατοαστοί.

είτε άλλοτε ενδοσκοπεί, ξεδιπλώνει τα μύχιά του, για να μαρτυρήσει το πραγματικό ζητούμενο, το ουσιώδες και καταληκτικό:
 
(...) παλιές φωτογραφίες και μακρυμπάνι της μνήμης / πεταλούδα που γλιτώνει απ' τη φωτιά / φωτιά που γλιτώνει απ' τα νερά / χαρά που γλιτώνει απ' τα γεράματα / βιολέτες σ' άσπρο λαιμό / άσπρο άλογο που τρέχει σε μαύρο ουρανό / μαύρος ήλιος καλοκαιρινός / άσπρος ήλιος χειμωνιάτικος / λεμόνι κάρβουνο γλυκό του κουταλιού / νύχτα στρωμένη τσιγάρα / λέξεις...

Ο Γκόρπας συγκαταλέγεται στους εκπροσώπους της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, αλλά, τουλάχιστον με τον τρόπο που διαβάζω κι αντιλαμβάνομαι τις ακίδες της ποίησής του, «κλείνει το μάτι» στην εμμονή όλων όσοι πιστεύουν αφελή και υποχόνδρια την περιοδολόγηση και την ομαδοποίηση των ποιητών: καθένας γράφει για τον εαυτό του με φιλοδοξία και έπαρση, αποστασιοποιημένος από το κοινό γίγνεσθαι και πεπεισμένος για την πραγματική πραγματικότητα που πλάθει εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή. Ο Γκόρπας είναι σύγχρονος, με άλλα λόγια προσεγγίσιμος και διεισδυτικός, ισορροπημένος στην αντίληψη περί ποιητικής πράξης και συνάμα καλπάζων με το θυμικό του, κάποτε απρόβλεπτος ή και υπερβατικός στους στόχους του.

Δεν έχουν σημασία οι διάφοροι χαρακτηρισμοί για την προσωπικότητά του: αθυρόστομος, περιθωριακός, προλετάριος ή χολωμένος ιδεαλιστής, ακατάσχετος ρομαντικός, ρεμπέτης ή λαϊκός πανηγυριώτης της Ρούμελης, συνθηματολόγος και ρεαλιστικός σκιαγράφος της γειτονιάς, της πόλης, της χώρας του. Οχι, ο Γκόρπας αποτελεί μια γνήσια ποιητική φωνή -φέρνοντας συνειρμικά στον νου το curriculum vitae του Νίκου Καρούζου- που αφουγκράζεται την αμφισβήτηση και την ανατροπή ως σίγουρα κι αποδοτικά αξιακά συστήματα, με στίχο-ανάσα που ηχεί δυνατά, με γλώσσα αυθεντική και νευρώδη (τη λεγόμενη και «γκορπική»), με προτάσεις ισοπεδωτικές, γύρω από την πολιτική και κοινωνική εξέλιξη, τη θέση του καλλιτέχνη ενώπιον των σειρήνων της εποχής του, κι αντίστοιχα την ιδεατή πρόσληψη της ποίησης από τον πομπό και τους δέκτες του.

Η χειμαρρώδης εκφορά του λόγου του φαίνεται αμέσως:

Εγώ αγαπώ τον Κάλβο εσύ το Σολωμό / μας χωρίζει μια αλλαγή βλέμματος / ή άβυσσος;

όπως και η κραυγή του:

(...) Η Ελλάς ανέκαθεν υπήρξεν / αξιέραστος κόρη της οποίας οι σπουδαίοι ερασταί /  (όρα και στρατηγόν Μακρυγιάννην) / παραμένουν / ακόμα μέσα στα χαρτιά αμελέτητοι και μακρινοί / συγγενείς / δια την λεγομένην μάζαν που με κάτι / ψευτογκόμενους / που τους αλλάζει σαν πουκάμισα / καλά τα περνάει - α! ονόματα δε λέμε...

Όταν λέει ότι «Οι ποιητές λιγόστεψαν αμάν πόσο λιγόστεψαν / κ' οι φίλοι...», θέλει να υπενθυμίσει, προς κάθε αποδέκτη, ότι όσο κι αν οι πολλαπλές αλλαγές φαίνεται να επηρεάζουν τον σύγχρονο άνθρωπο, παραμένει η ηθική που πρεσβεύει ο λόγος. Γιατί είναι φανερό ότι δημιουργεί προϋποθέσεις για επανεξέταση της ποίησης ως οργάνου διαμαρτυρίας ή ως πεδίου έκφρασης του ατομικού και του συλλογικού, κι επιπλέον ότι συναισθάνεται προτιμότερη τη δική του ουτοπία, τους δικούς του κανόνες στο ποιητικό παιχνίδι. Επειδή στην ποίησή του απέφευγε να μακρηγορεί, ας επισημανθεί ο υπόρρητος λυρικός κυνισμός του, όπως φαίνεται στον παραπάνω στίχο, η δραματικότητα κι ο άναρχος αισθητικός διάκοσμος που επιλέγει. Ενα ακόμη δείγμα, συμπληρωματικά: Στην Ελλάδα / πλειοψηφούν συντριπτικώς τα ερείπια / δεξιά κι αριστερά και μεταξύ αυτών πάλι ερείπια / όπως λογουχάρη οι Δελφοί / Ντέλφι για τους ξένους μας... 

Ο Γκόρπας διαβάζεται με την ελευθεριότητα που ο ίδιος πρεσβεύει στα ποιήματά του. Η χαρμολύπη του είναι επίκαιρη, όπως κι ο σχολιασμός του αντισυμβατικός, και οι εξάρσεις του, οι εκφραστικές και νοηματικές, συν-κινούν. Γι' αυτό, κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει κανένας λόγος να δοκιμάσει κανείς να ολοκληρώσει το πορτρέτο του ποιητή, να τον αναλύσει αποδομητικά ή να τον εξυψώσει σε κάτι διαφορετικό απ' ό,τι συνεχίζει να είναι. Και είναι ο ίδιος μέσα από τα ποιήματά του:

(...) Και τούτο δω τ' αβάσταχτο ποίημα που βγαίνει σαν παιδί μέσα απ' τα σπλάχνα μου ωραίο χυδαίο τρομερό επιδεκτικό σε βίαιες αντιδράσεις χωρίς αρχή και χωρίς τέλος ένα Χαίρε σε σας που τώρα περπατάτε στο Μεγάλο Δρόμο μ' όλη μου την πίστη μ' όλη μου την αγάπη ένα Χαίρε που σκίζει στα δυο το Τώρα στο Χτες και στο Αύριο...

editor@e-poema.eu









Ο προλετάριος χαρταετός του Θωμά Γκόρπα

Του Γιώργου Μπλάνα

Αν πρόκειται για την ποίηση, η ψυχή -η ψυχή εν γένει- μπορεί να είναι ένα πλάσμα ολόκληρο και ξεχωριστό, με τη δική του ιστορία, μια ιστορία που ξεπερνά την ιστορία κάθε ψυχής και σέρνεται από την καταβολή του λόγου που ισορροπεί άναρχος και ανυπότακτος στην άκρη της γλώσσας -όχι του λόγου που τακτοποιεί τα έγγραφά του στο δημόσιο γραφείο ιστορικής ευταξίας- και χώνεται στα πράγματα για να φτάσει εκεί που δεν φτάνουν τα δάχτυλα. Γι' αυτό ίσως ένας μισθοφόρος σαν τον Αρχίλοχο, κι ένας κλέφτης σαν τον Βιγιόν, κι ένας φτωχοδιάβολος σαν τον Ορχάν Βελλή, κι ένας χωριάτης σαν τον Γκόρκι, κι ένας εργάτης σαν τον Μπουκόβσκι, δεν αρκέστηκαν στη χρήση των πραγμάτων, αλλά άπλωσαν τις λέξεις τους κατεπάνω τους. Ψαύεις με τα δάχτυλα, ψαύεις και με τις λέξεις, αλλά πιο βαθιά. Και ψαύεις με τις λέξεις, γιατί νιώθεις λίγο τυφλός μέσα στην πράξη των δαχτύλων και κάπως φωτισμένος μέσα στην ταχύτητα των λόγων. Τότε ίσως η ποίηση να είναι μια αποκάλυψη ή μια σειρά αποκαλύψεων με πρακτικό χαρακτήρα. Ας είμαστε ρεαλιστές: άλλοι βιδώνουν βίδες και άλλοι σχεδιάζουν ουρανοξύστες. Πόσες βίδες έχει ένας ουρανοξύστης;
 
Ο Θωμάς Γκόρπας, ένας άνθρωπος που διέσχισε τον βίο του σαν αγρίμι που χτυπιέται στο κλουβί του, και δεν απαίτησε ποτέ τίποτε περισσότερο από μια νυχτερινή γωνιά για να καπνίζει και να γράφει ποιήματα (παρ' όλο που ουκ ολίγα ποιήματά του είναι αποτέλεσμα βαθύτατης σκέψης και εκφραστικής αρτιότητας), έθεσε  με τρόπο χαρακτηριστικό τη σχέση της ψυχής με την ποίηση. «Ποίηση», λέει κάπου, «είναι ένας χαρταετός, που ξέφυγε απ' τα χέρια μικρού παιδιού». Λέει, αλλά τι λέει ο στίχος του; Λέει πως η ποίηση σχετίζεται πάντα με το πρωτογενές πάθος του παιδιού, που θέλει να γνωρίσει τον κόσμο για να ξεφύγει από τον πόνο της βαριάς πτώσης του σ' αυτόν. Λέει πως η ποίηση είναι ένα παιχνίδι με το ουράνιο στοιχείο. Λέει πως η ποίηση είναι ο σπαραγμός που βιώνεις, όταν τα ποιήματα γεννιούνται από τα χέρια σου, μαθαίνουν να πετούν στα χέρια σου, και ύστερα σε ξεπερνούν ως οντότητες ανάερες. Λέει πως τα ποιήματα έχουν γήινα υλικά, αλλά απευθύνονται στον πνευματικό ορίζοντα του πάθους. Αυτά λέει και έτσι πρέπει να τον διαβάσουμε τον Θωμά Γκόρπα. Αλλιώς, δεν έχουμε πολλές πιθανότητες να κερδίσουμε κάτι από την ποίησή του. Οπως δεν θα είχαμε καμιά πιθανότητα να κερδίσουμε κάτι από την ποίηση του Αρχίλοχου, αν παραβλέπαμε την οδηγία του: «Δουλειά μου ο πόλεμος και η ποίηση επίσης».

Ο Θωμάς Γκόρπας έγραψε ποίηση με καθημερινά υλικά και καθημερινές μεθόδους και καθημερινούς ρυθμούς. Η ποίησή του έχει την επιθετικότητα με την οποία οι σκληρές επιφάνειες του γύρω μας κόσμου αρπάζουν αμέσως τις βολικές ιδέες και τις κάνουν τμήμα τους. Πρόκειται για την παραγωγή ενός είδους αλήθειας που ακυρώνει συνεχώς την αξία των ιδεών, αλλά με έναν τρόπο θρηνητικό, σαν να μην ήταν τα πράγματα απόλυτα σίγουρα για τον εαυτό τους, σαν να γυρεύουν πάντα μια θέση ανάμεσα στις ιδέες, αλλά όχι απαρνούμενα την ύπαρξή τους. Η εμπειρία αυτή δεν είναι καθόλου εύκολο να μελετηθεί -από την κριτική σκοπιά- γιατί τα στοιχεία της δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ. Αποτελεί μέρος ενός αιτήματος αρκετά αρχαίου, το οποίο όμως τέθηκε με κάποια ξεχωριστή ένταση στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν οι λαϊκές μάζες εισέβαλαν, για μίαν ακόμα φορά, στο ιστορικό προσκήνιο. Πρόκειται για τη διεκδίκηση του δικαιώματος της ποίησης να θεμελιώνεται στο βίωμα του ποιητή και όχι στο υλικό της προηγούμενης ποίησης. Ο Μαγιακόβσκι το έθεσε διαυγέστατα στο δεύτερο τεύχος της επιθεώρησης Λιεφ, στα 1923: «Εσείς που τάχα λέγεστε ποιητές! Πότε θα πετάξετε επιτέλους τις μεταξωτές σας λύρες; Πότε θα καταλάβετε πως το να γράφετε για καταιγίδες μόνο απ' όσα διαβάσατε στις εφημερίδες είναι σαν να μην γράφετε καθόλου για καταιγίδες;». Και το διερεύνησε με σαφήνεια ο Ιωσήφ Φρήντμαν, στο δοκίμιό του «Η Προλεταριακή Λογοτεχνία στις Η.Π.Α.»: «Οποιον ρόλο κι αν έπαιξε η τέχνη στο παρελθόν, όποιο ρόλο κι αν παίξει στην κοινωνία του μέλλοντος, οι σημερινοί κοινωνικοί αγώνες την έκαναν ένα είδος ανταρτοπόλεμου. Συχνά, ο συγγραφέας που αντιμετωπίζει τον σύγχρονο κόσμο από την οπτική γωνία του προλεταριάτου, δεν είναι καν εργάτης. Ο πόλεμος, η ανεργία, η οικονομική κρίση που απλώνεται σαν επιδημία, συνδέουν τους συγγραφείς της μεσαίας τάξης με το προλεταριάτο. Η εμπειρία τους γειτονεύει ή ταυτίζεται με την εμπειρία της εργατικής τάξης. Βλέπουν την προηγούμενη ζωή τους, και τις ζωές των γύρω τους με άλλα μάτια. Ο τρόπος με τον οποίο συλλαμβάνουν την εμπειρία σχετίζεται με την κοινωνική τάξη στην οποία αυτόβουλα προσδέθηκαν. Γράφουν από την πλευρά του προλεταριάτου, δημιουργούν αυτό που ονομάζουμε προλεταριακή λογοτεχνία».

Αναγκαστικά, από αυτήν την ποίηση, την ποίηση που ονομάστηκε σε παγκόσμιο επίπεδο «Προλεταριακή», με τελευταίο μεγάλο εκπρόσωπό της -στο ανάλογο αμερικανικό ρεύμα- τον Τσαρλς Μπουκόβσκι, δεν μπορούμε να ζητήσουμε παρά μόνο πτήσεις ξαφνικές, που συχνά οδηγούν σε εξαιρετικές αλήθειες, έστω και αν δίνουν την εντύπωση μιας απότομης πτώσης. Ωστόσο, είναι μονάχα η στάση του ποιητή απέναντι στο βίωμά του, και όχι η τέχνη του καθ' εαυτή, που τον τοποθετούν σε μια «τάξη» γραμματολογική. Γιατί, νομίζω, πολύ λίγοι ποιητές θα είχαν την ετοιμότητα ή την ικανότητα να διακινδυνεύσουν δυο στίχους, όπως οι παρακάτω του Θωμά Γκόρπα:
      
Οταν παλιώνουν οι πατάτες,
φυτρώνουν.
Οταν παλιώνουν τα όνειρα,
λυτρώνουν.

Η δαιμόνια τεχνική των δύο αυτών στίχων υποβάλει αμέσως δύο άλλες ιδέες, πως οι πατάτες μπορεί να λυτρώνουν και τα όνειρα να φυτρώνουν. Ο σαρκασμός τινάζει στον αέρα τα πάντα, με τον ίδιο τρόπο που ένα παιδί θέλει να διαλύσει τα πάντα γύρω του, όταν του φεύγει από τα χέρια του ο χαρταετός του. Εν πάση περιπτώσει, ο κόσμος μας είναι ήδη από καιρό τόσο χαλασμένος, ώστε καθένας άνθρωπος -και ο ποιητής- θα μπορούσε να κερδίσει αρκετά αν εκχωρούσε στον εαυτό του ένα απλό πιάτο με πατάτες, αφήνοντας τα όνειρα να φυτρώσουν μέσα του. Οσο πιο δύσκολη γίνεται η ζωή γύρω μας, τόσο καλύτερα μπορούμε να εκτιμήσουμε την ποίηση του Θωμά Γκόρπα. Είναι ένα είδος επαναστατικής δράσης, και όχι παρηγοριάς, οι στίχοι του.

yorgosblanas@hotmail.com









 





Γκορπισμός
(απόσπασμα)

Γκόρπα, Γκόρπα, (Ποιος είναι; Να πα' να τον μάθετε) μόνο εμείς ψιλιαστήκαμε, μόνο εμείς πήραμε τόσο σοβαρά αυτή την υπόθεση, γι' αυτό κι όλα τριγύρω πολτός, φρενολογικές κλινικές, από δω προκύπτουν τ' αναρχούμενα κείμενα, τα γραφτά μας χωρίς κώλο ούτε μύτη. Δεν υπάρχει για μας κοινωνικό ψεύδος είτε γιατί ήρθαμε πολύ νωρίς, είτε πολύ αργά, δεν υπάρχει συγγραφικό ψεύδος γιατί διαλυθήκαμε μαζί με τα πράγματα και πού να κάθεσαι τώρα να συνθέτεις;

Μάριος Χάκκας, "Ο μπιντές"









Μόνο οι γυναίκες

Από του Βάρναλη τις μέρες
ώς τα μερόνυχτα του Γκόρπα
πολλά αλλάξανε
της γης οι κολασμένοι δεν βρυχώνται,
η καβαλίνα κι η ροδακινιά εξοστρακίσθηκαν
και το κρασί δεν είναι άρωμα και πτήσις και αφρός
μόνο οι γυναίκες,
α, οι γυναίκες, δύστυχε Θωμά,
όσο περνούν τα χρόνια γίνονται πιο όμορφες
και πιο φασίστρες
και πράμα φυσικό
μάς βασανίζουν περισσότερο.

Χρίστος Ρουμελιωτάκης, "Ξένος ειμί"









ΜΙΚΡΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

Περί ποιήσεως πάλι

Μνήμη Τάκη Σινόπουλου

Δημοτικό Τραγούδι
Χριστόπουλος ήχος μπουζουκιού
Κάλβος ήχος πλατάνων
Σολωμός ήχος γιασεμιών
Παλαμάς ήχος τίποτε
Μαλακάσης ήχος πόλεως σαν παίρνει να βραδιάζει
Καβάφης ήχος πόλεως προχωρημένο βράδι
Βάρναλης ήχος του μέλλοντος από παλιές καμπάνες
Φιλύρας ήχος προπολεμικής ταβέρνας
Σικελιανός ήχος ματισμένος από αρχαίες πομπές και σύγχρονα
φαγοπότια
Καρυωτάκης ήχος πόλεως που κοιμάται
Σεφέρης ήχος του παλαμικού τίποτε
Εμπειρίκος ήχος που συνεχίζεται μες στα ποιήματά μας
Λαϊκό Τραγούδι

["Τα θεάματα", 1982]









Από δω και από κει

Από δω ανθρακιά και πλήξη από κει τα όνειρά μας.
Το γνήσιον η απομίμησις και οι ενδιάμεσες σπαθιές στον αέρα
για να τρομάξουμε τους τρομαγμένους.









Οδύνη

Το πέραν του ποιήματος είναι μια δύσις φεγγαριού στην οδό
Ιουλιανού μετά το οδυνηρό σώσιμο των τσιγάρων ξημερώνοντας...









Πλάνα

Στο πρώτο πλάνο υπάρχει μια ερημιά
γεμάτη χρώματα στολίδια ραντεβού και μίση
στο δεύτερο η αγάπη
στο τρίτο πάλι μια ερημιά και βουτηγμένη τώρα σε πηχτό σκοτάδι
στο τέταρτο πάλι η αγάπη τώρα τυφλή και μεθυσμένη
στο πέμπτο πάλι μια ερημιά μαύρη και στάζει αίμα
στο έκτο ούτε ερημιά ούτε αγάπη με ή χωρίς φως ή σκοτάδι
στο έκτο μεταμεσονύκτιος δρόμος καλοκαιρινός
και ένας άντρας βιαστικός καπνίζοντας τον διασχίζει
η νύχτα λάμπει σαν ημέρα και μονάχα το γλυκό αεράκι
δροσίζει τα καμένα φύλλα της καρδιάς του...









Τα ίδια και τα ίδια
(απόσπασμα)

Ο Σεφέρης επιτέλους πέθανε οριστικά
"στο φέρετρό του ακούμπησε" η Ελλάδα
αυτός πού ακούμπαγε κανείς δε λέει...
Στην κηδεία του πήγανε και πεθαμένοι
φίλοι γνωστών διευθύνσεων κ' εχθροί
φυλετικών και άλλων διακρίσεων...









Οι θρησκευτικοί ποιηταί

Το γάλα το άγριο γάλα! Τελευταία συχνά
μ' επισκέπτονται παλιά αιμοστάζοντα αγριόσυκα
όνειρα σεξουαλικά ρεύσις κατάρρευσις των ιδεών
και των γούστων των παλιών μου φίλων...
Τα μεσημέρια παίζουν τάβλι με τις ώρες
παίζουν ξερή τα πενηντάρικα και τα τομάρια
τρώγονται χύνουνε χολή την πίνουνε οι έρημοι.
Εν συνεχεία επιστρέφουν στο καφέ-μπινέ
κι αράζουν περιμένοντας εκπλήξεις.
Εκπλήξεις βέβαια δεν έρχονται έρχεται
το σούρουπο και μέσα του ανεβαίνουν τη Σταδίου
καταλήγουνε σε κεντρικό εκκλησάκι
(όλα τα 'χει τελοσπάντων αυτή η Αθήνα
εξόν πράσινον και δημόσια ουρητήρια...)
κ' ενταφιάζονται εντός του εσπερινού περιττόν
ο ένας θάβει τον άλλο με μάτια κλειστά
ανταλλάσσουν εντυπώσεις κ' έτσι βελτιώνουν
τη φίρμα τους στη λαχαναγορά πού και πού
παριστάνουν και τον Κόντογλου πού Κόντογλου
είναι γελοίοι - αν το μάθουνε κι αυτό
πάει τετέλεσται...









Αναπόληση

Θα καταργήσω τον ουρανό θα καταργήσω τη γη
και θ' αφήσω μόνο ένα ουζερί
για ένα πιοτό για ένα τραγούδι για ένα χορό
κ' εσύ
να περνάς απ' έξω.









(Ανέκδοτο κείμενο του Θωμά Γκόρπα)

Καφενεία της Αθήνας

Δύσκολο να βρεις τώρα καφενείο που να 'ναι ένας χώρος ζεστός, "δικός μας". Δύσκολο να βρεις την Αθήνα τώρα.
Ο Κάπταιν Μοντεσάντος τώρα είναι σε μιαν άκρη της μνήμης μας: ζαρωμένος, χλωμός, πεινασμένος και φοβισμένος...
 
Τότε, στο καφενείον "Η Ακρόπολις", στην πλατεία Καρύτση, μεσημέρι-βράδυ καλλιγραφούσε τους στίχους του σ' εκλεκτά χασαπόχαρτα, μας έλεγε ιστορίες παλιές απ' τα πέλαγα, μας έλεγε γι' αρχοντικά της οδού Νικοδήμου και για τις γυναίκες τους, μας έλεγε Μπωντλαίρ, Βερλαίν και Ρεμπώ στην δική του μετάφραση, μας έλεγε για μιαν ωραία ανηψιά του που ντρέπονταν γι' αυτόν επειδή ήταν ξέμπαρκος, μας έλεγε για το τελευταίο μεγάλο χαρτοπαικτικό παιγνίδι του στην Μαρσίλια, μας έλεγε...

Κι ο Φάνης κι ο Παναγής κ' εγώ γράφαμε "μοντέρνο" στίχο, αλλά τα έργα μας τα κρύβαμε απ' το γέρο. Αυτό μας έλειπε - να μην τα κρύβαμε... Θα χάναμε τις ιστορίες του και τ' άλλα και κυρίως αυτόν τον ίδιο το γέρο - καπετάνιο...
 
Ο Φάνης κι ο Παναγής από χρόνια και χρόνια έχουν ξεχάσει ότι κάποτε, τότε, έγραφαν στίχους.
 
Καφενείον "η Ακρόπολις", μέτριος βραστός, τσιγάρα "Τέλειον", παπούτσια μοκασέν, μαλλιά χαίτη, μουστάκι α λα Τσε, τότε.
Η βροχή της Αθήνας, η βροχή πίσω απ' την τζαμαρία του καφενείου, η Αθήνα μετά την βροχή, εμείς μες στην ψιλή αθηναϊκή βροχή.
Το εργένικο δωμάτιο είχε ένα ντιβάνι, ένα τραπεζάκι πτυσσόμενο, μια κρεμάστρα, μια βαλίτσα ξεκοιλιασμένη κι ανοιγμένη πάντα, το καλάθι "απ' το χωριό". Μήτε μια καρέκλα -για κάμποσο καιρό.
 
Το δωμάτιο τον χειμώνα ήταν κρύο, ήταν υγρό, έπιανε και μούχλα. Μόνο με το τσιγάρο το πολεμούσες. Και συχνά, όταν δεν υπήρχε ούτε τσιγάρο, με την ανάμνηση τοπίων απ' τη γενέθλια γη.
 
Έτσι εύκολα μαθαίνει κανείς το ξενύχτι. Η επιστροφή στο "σπίτι" παρετείνετο επ' αόριστον... Τα ταβερνάκια της Πλάκας, τα διανυκτερεύοντα καφενεία της πλατείας Συντάγματος, Ζαχαράτου και Αντωνιάδη, το Βυζάντιον, τα "γαλακτοτροφεία" της πλατείας Ομονοίας Γαλλία και Ολύμπια και Μέγας Αλέξανδρος ήταν πιο σπίτι απ' το "σπίτι".
 
Οι θρύλοι συνήθως γίνονται από πολύ καθημερινά πράγματα κι απ' ανθρώπους που τότε ούτε που υποψιάζονταν πως θα γίνουν θρύλοι κάποτε: το Βυζάντιον, το Ελληνικόν...
 
Τα βιβλία μας απ' το Μοναστηράκι κι απ' τα καρότσια: Αθηνάς, Αιόλου, Χαυτεία. Το φαΐ μας απ' τα υπόλοιπα των "...με κρέας".

Η Αθήνα τότε τέλειωνε στου Μαυρομάτη - στα σίδερα, στο Παγκράτι - στου Μπαμπέτα, στα Πετράλωνα, στην οδό Πανόρμου, στην Πλατεία Κυριακού...
Η Αθήνα κάποτε κάποτε άρχιζε και τέλειωνε στην οδό Σταδίου.

Δεν μπόρεσα να μάθω ακόμα τι αγαπάει κανείς τελικά στη ζωή του.

Αλλοι λένε για μας ότι αγαπήσαμε τόσα και τόσα. Οταν ο ίδιος λες πως αγάπησες κάτι το λες και το ξαναλές και καμαρώνεις αυτό το κάτι, σίγουρα δεν τ' αγάπησες πραγματικά.
 
Εμείς λέμε: Η Αθήνα μάς αγάπησε...
Την ευχαριστούμε για την αγάπη της. Είμαστε συγκινημένοι απ' την αγάπη της.

Τα παλιά καφενεία της Αθήνας κατεδαφίστηκαν μέσα μας. Και τα λίγα που μένουν κι αυτά όπου να 'ναι θα κατεδαφιστούν μέσα μας.

Είναι πάντα καινούργιο ό,τι δεν παλιώνει μέσα μας.


[Το αφιέρωμα αναδημοσιεύεται αυτούσιο -με τα βασικά όσο και τα επιμέρους κείμενα, τη μικρή ανθολόγηση και το ανέκδοτο κείμενο του Θωμά Γκόρπα- από το λογοτεχνικό ένθετο «Αναγνώσεις» της εφημερίδας «Κυριακάτικη Αυγή», τχ. 209, 24/12/2006]







Θωμάς Γκόρπας (1935-2003), Αφιερωμένα Εξαιρετικά

ΙΟΥΝ 15

Κατηγορία: Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν", καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκας

Θωμάς Γκόρπας, Τα Ποιήματα, Κέδρος 2006

Το πατάρι

Στον Τέο Σαλαπασίδη

Ο Λουμίδης τω καρώ εκείνω ήταν ένας μόντζος. Εκεί καθόμαστε πρωιά μεσημέρια βράδια και χαζέυαμει ήλιους και φεγγάρια μέσα απ’ τα τζάμια του και τα μελλοντικά τραγούδια μέσα απ τα σπλάχνα μας. Χαμηλοτάβανο σκοτεινό βρόμικο πατάρι ραϊσμένα μάρμαρα ταπεζιών μαδημένες καρέκλες ξεκοιλιασμένοι καναπέδες απαίσιο ντεκόρ και μόνο ο Τάκης χαμογελούσε. Χαμογελούσε για όλους μας μας πίστωνε μας έφερνε στη ζούλα και καμιά σοκολάτα κανένα μπισκότο.

Αλήθεια τι απόγιναν όλοι εκείνοι οι άνθρωποι; πως απεστατεύθη ο θρυλικός ιερός λόχος των ωραίων καταραμένων; Μαλλιά χαίτες μαύρες μπλούζες πανταλόνια φανέλα γρι ή μαύρη μαύρα ή καφέ μοκασέν κάλτσες γκρι γκρενά ή μαύρες λετιασμένα γοητευτικά τρενς κοτ… Οι ποιηταί και οι ζωγράφοι. Οι περισσότεροι κάτι έπαθαν λίγο πριν τα τριάντα λίγο πριν τα σαράντα. Ό, τι παθαίνουν τόσοι και τόσοι με το χωριό τους με το ξενύχτι με το φόβο της ζωής που το λένε φόβο του θανάτου με τα ποιήματα με το μαρξισμό – με την επανάσταση. Το πατάρι ήταν δικό μας κι όλα τα άλλα στην Αθήνα ξένα. Κι απ’ τους παλιούς μόνο ένας Βάρναλης ή ένας Εμπειρίκος άντεχαν ν’ ανεβαίνουν κάπου κάπου.

Περνούσαν τα χρόνια λιγόστευαν οι φωνές θόλωναν τα μάτια το Πατάρι και ο Τάκης του δεν πάθαιναν τίποτε. ¶λλοι παντρεύονταν βλαχοπούλες άλλοι χάνονταν στα πέρατα άλλοι στις νευρολογικές κλινικές άλλοι επέστρεφαν στο κόμμα άλλοι άρχιζαν ν’ ασχολούνται με αμερικάνικες δουλειές άλλοι άρχιζαν να συχνάζουν στου κ. Ελύτη και στου κ. Ρίτσου άλλοι το γύριζαν στο πεζό άλλοι στο καλαματιανό άλλοι πήγαιναν να φάνε μαζί με το κ. Θεοδωράκη άλλοι πήγαιναν στο συσσίτιο της Χρήστου Λαδά άλλοι το’ ριχναν στο πιοτό άλλοι έπεφταν στα σκατά κι άλλοι την κοπάναγαν στα Παρίσια για σπουδές τάχα.

Ο προφήτης από δεύτερο χέρι Μιχάλης Κατσαρός όταν το ποίημα για τους για τους χαμένους ήταν κι αυτός ένας χαμένος ήδη.

Μετά τις φωτιές του 1965 μερικοί που απεδείχθησαν ατάλαντοι ή εξ επαγγέλματος πεινασμένοι και καλλοί με όλους άρχισαν να βάζουν χέρι και στο θρύλο του Παταριού. Κι όταν έφεξε η 21 Απριλίου για πρώην και νυν αριστερούς το Πατάρι του Λουμίδη ήταν προ πολλού ένα ακόμα κωλάδικο ένα ακόμα πουτανάδικο κι ο Τάκης τους είχε πάψει να πιστεύει να πιστώνει να φέρνει να χαμογελάει.

Που λέτε παιδιά ήταν μεγάλη υπόθεση τότε να φωτογραφίζεσαι με στο ομαδικό χνότο ωραίος μεγαλειώδης πεινασμένος πικρός – όχι πικραμένος – καταραμένος καταραμένος καταραμένος. Έξω απ’’ τα μαντριά μακριά απ΄τις γλυκές της εποχής μαθαίνουμε τη μοναξιά της επιστροφής εμείς είκοσι τριάντα ένδοξοι καταναλωταί μακεδονικών τσιγάρων και καφέ εσπρέσο.

Εγώ που ήμουνα ο πιο νέος και ο πιο χωριάτης απεδείχθη πως ήμουνα το πιο γέρο κόκαλο το πιο βαθύ μάτι. Ανάμεσα στο Μεσολόγγι των ιερών κοκάλων και του Παλαμά και στο Μεσολόγγι της ατελείωτης βροχής και των καημών είχα διαλέξει το δεύτερο. Ήμουν και λίγο πονηρός μίλαγα τελευταίος ή δεν μίλαγα καθόλου. Έτσι μπορώ σήμερα να θυμάμαι την αγαπημένη Σταδίου το Βυζάντιον του Μπάμπη και των εργατικών της αυγής τα πλακιώτικα κουτούκια τα κολωνακιώτικα καρβουνιάρικα τα διανυκερεύοντα της Ομόνοιας πανσελήνους επί της Ακροπόλεως κατουρήματα επί της Πλατείας Συντάγματος ολίγα μακαρόνια με σάλτσα και ένα ψωμί γωνιά ένα πακέτο Κιρέτσιλερ για όλη την παρέα αναμνήσεις ξερονησιών για όλη την παρέακαι τον Τέο Σαλαπασίδη τον καλύτερο όλων μας.

Θυμάμαι χωρίς να κατεβάζω τα μάτια χωρίς να μπερδεύω τα πράγματα. Εσύ Μεγάλη Μικρά μπορείς να χαμογελάς και να σκέφτεσαι τα δικά σου εγώ πάντως τώρα είμαι πάλι δεκαεννιά είκοσι και είκοσι πέντε χρονώ πάλι ονειρεύομαι τα ίδια και τα ίδια μόνο που έχω σταματήσει νισάφι να κουβαλάω νερό…

Χολερικά ανθρωπάκια στερημένα και λειψά πρώην σύντροφοί μου στη δίψα και στην πείνα στα όνειρα και στα φαρμάκια φαίνεται πως πριν είκοσι και πριν δέκα χρόνια επένδυαν σε ζωγραφιές και ποιήματα μιλώντας για τη ζωή και για το θάνατο για τη φιλία και για τον έρωτα για… και για… στη δική μου ποίηση δεν υπάρχει ούτε ένα για.. μέσα της έβαζα και βάζω όλα αυτά που οι άλλοι λένε χωρίς να το πιστεύουν ότι δεν μπαίνουν μέσα.

Η Ποίηση περ’ απ’ τα βιβλία και τις εποχές περ’ απ’ τους γαμπρίζοντες και τα βεγγαλικά μέρα μεσημέρι όπως όλα αυτού του Κόσμου κοιτάει πίσω για να βλέπει μπροστά. Και τα πατάρια και οι λεγόμενοι φιλολογικοί καφενέδες γίνονται το σπίτι των ποιητών κάποτε και το ταμπούρι της ελευθερίας κι όποιος το ρίξει πέφτει και τον πλακώνει.

Τα κόκαλα του θρύλου της παρέας μου τώρα τα γλείφουν σκυλιά και κοπρόσκυλα. Που λέτε παιδιά τα ράσα δεν κάνουν το παπά ο παπάς κάνει τα ράσα. Θυμάμαι πως λειτούργησα πριν τυπώσω στίχους μου. Τώρα μερικοί δεν ξέρουν που να με βάλουν άλλοι με ανακαλύπτουν με μαύρη ευχαρίστηση άλλοι με τρόμο άλλοι λένε πως και τότε μ’ αγαπούσαν άλλοι πως και τώρα μ’ αγαπάνε και ας μην τους αγαπάω εγώ πια άλλοι που το ‘ κοψαν το γράψιμο με ρωτούν αν γράφω ακόμα άλλοι που το ξανάρχισαν αποκαταστημένοι στην κοινωνία με ρωτάν γιατί δεν τυπώνω τα’ αριστουργήματά μου κι αυτοί που έκοψαν και το γράψιμο και τη γλώσσα τους και το πουλί τους Δε μου λένε τίποτε με νοήματα τα θέλουν πάλι.

Στο Λουμίδη τω καιρώ εκείνω δεν ονειρευόμασταν τίποτε για τον εαυτό μας. Τω καιρώ εκείνω που να φανταζόμαστε πως η Αθήνα μας θα γέμιζε κωλάδικα σκατοβραβεία συνταξιούχους ποιητάς του Δημοσίου και δηλωμένους ποιητάς κ’ αιτούντας. .. αν όντως θάβω ζωγράφους ποιητές και φίλους μου καθώς λένε καμπόσοι αποτυχημένοι ζωγράφοι ποιητές και φίλοι μου φαίνεται πως υπάρχουν πεθαμένοι
Και
Σκατά στο λάκκο τους.

Αθήνα 1972









ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΚΤΙΟΣ ΑΓΩΝ

Μπαρ Ω Ρεβουάρ μπαρ Μπαρίν μπαρ Μουν Σουάρ μπαρ Τετ α Τετ μπαρ μπαρ μπαρ αλονύχτια ψιλή βροχή ταξί γνωστοί ουίσκυ κ’ εγγλέζικα τσιγάρα.

Ήμαστε τρείς ο ένας κατετρύχετο απ΄την ιδέα ότι ξημερώνοντας έπρεπε να καταλήξουμε σπίτι του να βρει κάτι στίχους του Μαγιακόφσκυ που τους αγαπάει πολύνα μας τους διαβάσει ενώ θα πίνουμε το τελευταίο μας ουίσκυ μας αλλά φευ δεν θκμάται που τους έχει και τους έχει ξέχασει κι αυτό του τη δίνει σχεδόν κλαίει δεν αντέχι να ξημερωθεί παρά στο δρόμο…

Τα μαγαζιά έχουν αλλάξει κ’ η παρέα ακόμα κ’ η μεταμεσονύχτια ψιλή βροχή της Αθήνας είναι διαφορετική…

Εμείς ήμαστε στο μπαρ το μπαρ το πηγαίνουμε όπου θέλαμε στα χωριά της νιότης μας σε πλατεία καλοκαιρινή σε ακροθαλασσιά σε δρόμο εξοχικό σε προαύλιο εξωκκλησιού στο κάστρο κάτω από τσίγκο παλαιού παντοπωλείου ενώ βρέχει.
Κάθε τόσο ερχόνταν κύματα κύματα τσάι του βουνού φλισκούνι και ρίγανη σύκα καρύδια μύγδαλα ψωμί και τυρί κρασί και τσιγάρα Χυμόπουλος.
¶γνωστον αν τα λουλούδια του άλγους που παίζουν το γύρω γύρω όλοι με τα μαλλιά μας έρχονταν από ‘ να βαθύ σιωπηλό παρελθόν ή από ένα μεθυσμένο φωωνακλάδικο μέλλον…

Καιρός να ξαναγίνουμε χωρικοί έλεγε και ξανάλεγε ο ένας. Να τα μαζέψουμε κάποτε και να πάμε πάλι στο χωριό μας… άλλαξε κοπέλα μου την μουσική μη μου τη δίνεις και εσύ νυχτιάτικα άλλαξε ταμπλώ. Όλα τα τραγούδια σου λένε για θάλασσα πουλιά και δέντρα δάκρυα κι αγάπες φιλιά και της μάνας τους το κέρατο άλλαξε σε παρακαλώ κοριτσάκι μου ταμπλώ Δε μας βλέπεις που είμαστε χτισμένοι με τσιγάρα πιοτά και καφέδες και της Παναγιάς τα μάτια…
Λοιπόν ήταν μια που την είχε πατήσει είπε ο δεύτερος. Εγώ σ’ αγαπώ μου έλεγε δεν είμαι σαν τις άλλες που γνώρισες και σε κατέστρεψαν! Σ’ αγαπάω και θα σ’ αλλάξω! Θα σε κάνω άλλον άνθρωπο! Θα σου μετριάσω το τσιγάρο θα σου μετριάσω το πιοτό θα σου μετριάσω τους καφέδες. Θα σου δένω την γραβάτα σου πουλάκι μου! Θα σου αγοράζω βιβλία ωραία βιβλία αισιόδοξα όχι αυτά τα μαύρα και άραχλα που διαβάζεις… Θ’ ακούμε μουσική… Θα σου γνωρίσω και τα’ άλλα παιδιά θα πηγαίνουμε όλοι μαζί. Εγώ σ’ αγαπώ αγάπη μου και θα…
Θα… θα… θα… όταν ξανασυνάντησα τη Θα δυό χρόνια μετά το τραγικό τέλος του αισιόδοξου ειδυλλίου μας ήταν παντρεμένη μ’ έναν εφοριακό. Βλέπω που λέτε μια κύρια Θα θλιμμένη να πίνει και να καπνίζει και να φυσάει τον καπνό… Ήταν «βιαστική» θλιμμένη και ωραιότερη όσο ποτέ και μου μιλούσε «πληγωμένη» χαδιάρικα καταπίνοντας και μερικά δάκρύα… Δε φταιω εγώ εσύ φταις που δεν μ’ αγάπησες ούτε τοσοδά τότε πάντως Δε σου κρατάω κακία έτσι είναι η ζωή εσύ τραβούσες ένα δρόμο που δεν ήταν για μένα…. Αχ αχ αχ αχ να ‘ ξέρες τι τραβάω Θοδωρή μου…

Ξέρετε μάγκες είπε ο πρώτος. Ο Μαγιακόφσκυ δεν αυτοκτόνησε δεν αυτοκτόνησε ακριβώς δηλαδή… δεν … τελοσπάντων δεν είναι αυτή η κουβέντα γι’ αυτό το κωλοχανείο.
Ο δεύτερος έτρεξε να προλάβει ήταν βλέπετε ηθοποιός. Τον έχετε διαβάσει τον «Κοριό». Λοιπόν να βρούμε ένα υπόγειο μια μεγάλη υπόγα στα πέριξ της Πλάκας οι υπόγες είναι σχετικά φτηνές. Πενήντα θέσεις εκατό θέσεις Δε θέλουμε περισσότερες…
Θοδωρή κοφ’ το! Ανάβει ο πρώτος. Μόνο μες στα ουισκάδικα σου έρχονται οι καλές ιδέες για το θέατρο. Κοφ’ το γιατί θα κάνω εμετό!
Ο Θοδωρής το έκοψε κ’ εγώ τον ρώτησα. Την ξέρεις καλά την Έρση; Την Έρση; Ναι την ξέρω. Απ’ την καλύτερη στρόφα. Και σαν ηθοποιός και σαν άνθρωπος. Γι’ αυτό πεινάει…
Να πάει να πηδηχτεί για να μην πεινάει είπε ανόρεχτα ο πρώτος και σωπάσαμε κι’ οι τρεις. Ύστερα λέω: σαν πολύ καθίσαμε εδώ μέσα. ¶ρχισαν να μπαίνουν ψυγειάδες και μπακάληδες. ..
Να πάρουμε τηλέφωνο το Στρατή. Να πάρουμε πρώτα τηλέφωνο το Στρατή να τον χέσουμε και φεύγουμε είπε ο πρώτος. Πήρε πάλι βραβείο ο κόπανος… Α σιχτίρ! Εσύ Θωμά με το Στρατή μοιάζεις σε πολλά σου το έχω ξαναπεί. Εκείνος είναι βέβαια υποτονικός. Διαφορά ταμπεραμέντου. Χεσ’ τον τον πούστη δεν τον παίρνουμε πάμε να φύγουμε.

Ταξί! Ας το μου λεει ο πρώτος. Να το περπατήσουμε λιγάκι. Ρε κωλοκαλλιτέχνες Δε νοσταλγήσατε λιγάκι την αθηναϊκή βροχή; αν δεν έχετε καμιά ιδέα να σας πάω εγώ σ’ ένα καταπληκτικό μαγαζί αλλά εκεί μάγκες θα είμαστε σεμνοί είναι και λίγο πουτανάδικο.









ΑΠΟΦΟΙΤΟΙ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ
Μνήμη Γιώργη Ζάρκου

Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου
Εσύ που στο σχολείο σήκωνες το χέρι για να πεις
Όχι το μάθημα μα την αλήθεια
Σήκωνε πάντα αυτό το χέρι που το γέννησε
Της δικαιοσύνης ο καημός κ’ η σιγουριά του αύριο.

Νεολαίε με το χαρτί του γυμνάσιου
Τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν
Πάνω σε τραπέζια καφενείων
Καταχνιασμένων από την τσιγαρίλα
Και τις ανάσες πεινασμένων
Τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν
Πάνω σε μεγάλες πόρτες
Που Δε θ’ ανοίξουν ποτέ από μέσα.

Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου
Είσαι η φωτιά που ετοιμάζει η απελπισία
Και θα κάψει τις σημαίες των αρχόντων.
Και αν το ψωμί κ’ η γνώση ανταλλάσσονται
Με τα’ άλλο χαρτί που εσύ δεν έχεις
Μην αρνηθείς γι’ αυτό το ρόλο που σου ανάθεσε ο καιρός.
Οι μέρες μας κυλούν σαν χειμωνιάτικα ποτάμια
Στους δρόμους φέγγουν φαναράκια μίσους
Στους δρόμους αλαφιάζονται οι μικρές παρέες
Καθώς απ’ τις γωνιές οι μισθοφόροι
Με στιλέτα ξεμπουκάρουν και παγίδες.
Όμως τα δαγκωμένα λόγια ακολουθούν τραγούδια.









Η ΠΟΙΗΣΗ
Μνήμη Δημήτρη Χριστολούδου

Το χειρότερο και το καλύτερο στη ζωή ποιητή
Να χτίζεις για τους άλλους πύργους και παλάτια
Παίρνοντας πέτρα απ’ το νταμάρι της καρδιάς σου
Σκαμμένης απ’ τα χαμόγελα τα πάρε και τα δάκρυα
Παίρνοντας χρώμα και γυαλί απ’ την μεγάλη σου αγάπη
Που γίνεται βράδι πρωί κομμάτια….









Πατάρι

Ανάμεσα από καφέ εσπρέσο και ντουμάνια
Οι νέοι ποιητές σκαλίζουν στην καρδιά του κόσμου
Για φρέσκους δρόμους για φρέσκα λιμάνια
……………………………………………………………..

κάποτε τέλειωσε αυτή η ιστορία
κ’ οι ποιητές λιγόστεψαν αμάν πόσο λιγόστεψαν
τόσοι πουλάν στην αγορά όσο τα τελευταία τους ρετάλια
τόσοι αγοράζουν γιατρικά πανάκριβα για μια ποίηση ξεγραμμένη
πια
οι ποιητές λιγόστεψαν αμάν πόσο λιγόστεψαν
κ’ οι φίλοι…









ΚΑΙ ΠΕΡΑΝ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ
Μνήμη Σταμάτη Μαράντου

Στα χείλη των ερυθρών χαραδρών ανθούν λευκά λουλούδια
Στα δροσερά υπόγεια των καλοκαιριών αιχμαλωτίζονται
Καρδίες
Παιδιών η απελπισία ηχεί και πέραν της Ποιήσεως ακόμη
Και των ενδόξων Ρεμπέτικων Τραγουδιών.
Όσο και αν εκτιμήσουμε τη ματαιότητα
Όσο να εκποιήσουμε την τρυφερότητα
Μας πήραν σβάρνα τα χρόνια…
Μετράω τις τρύπες στο σκοτάδι
Φιλίες έρωτες απλήρωτες δουλειές
Απ’ όλν τούτο δοκιμάζω πυρετωδώς
Και το καινούριο μου χάδι…
Τόσοι τυχάρπαστοι καμπλεξαριμένοι
Απ’ τα καταπληκτικά μου πουκάμισα
Τα εξ’ ίσου καταπληκτικά μου λόγια
Και τα παραμύθια φίλων που μ’ αγάπησαν
Πέραν του δέοντος και πέραν της Ποιήσεώς μου
Είανι αδύνατον να με φανταστούν στα περασμένα χρόνια
Χαρμανιασμένο για τσιγάρο περισσότερο και από γυναίκα
Χαρμανιασμένο για γυναίκα περισσότερο κι από πρωτοφανή τοπία.
Εγώ τώρα πρέπει να είμαι ένας άλλος
Διάφορος σε πολλά του Θωμά παλαιοτέρων ημερών
Τώρα πρέπει να είμαι κάτι μεταξύ σοφού και αγρίας παρθένας
Τα δικά σου γυαλιά με τα οποία βλέπω κ’ εγώ καλά
Ένα αβασίλευτο ηλιοβασίλεμα…
Και βεβαίως η Ποίησις πια Δε με εκφράζει
Η Ποίησις σαν τη γυναίκα πιο πολύ σ’ αγάπησε κ’ εσύ
Τη διώχνεις Δε με εκφράζει καν η ελπίδα για την επόμενη μέρα
Ολόκληρος έχω γίνει ένα βάθος ένα χρώμα
Ένα κυρίαρχον χρώμα.









ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ ΠΑΛΑΙΩΝ ΦΙΛΩΝ
Μνήμη Νίκου Καρούζου

Ένας φίλος ήρθε απόψε από τα παλιά…
Πρόκειται περί αγάπης ή αναμνήσεως της αγάπης;
Παντού στην Αθήνα τραύματα νωχελικά
Μόνον η αδέσποτη νύχτα της μένει ακόμα δική μας
Σαν σκυλί σαν προδομένη αγάπη σαν διάχυτο λαϊκό τραγούδι
Γιομάτο ευγένεια.
Βέρα Βόδη μια αδάμαστη ακόμα γυναίκα ή ναυαγισμένη αδιάφορο
Στην άλλη μεριά ενός μεθυσμένου τηλεφώνου
Είναι γυμνή κ’ έχει στο σώμα της τόπους τόπους πληγές
Ή κρέμες νυκτός αδιάφορο αδιάφορο αδιάφορο
Γιατί τώρα αυτή τη στιγμή στην Πλατεία Κολωνακίου ώρα δύο
Μετά τα μεσάνυχτα
Εγώ και ο φίλος μου είμαστε δυό δίδυμες πηγές εξάρσεως
Ή δυό άνθη πεθαμένα στη γέννα τους
Ή δυό λαμπρά αυτοελεγχόμενα πέη
Οι πεθαμένοι φίλοι μας οι χαμένοι φίλοι μας οι καφέδες και τα
Τσιγάρα μας
Οι παπαγάλοι οι λεχρίτες οι σβηστοί.
Βέρα Βόδη ωραίο όνομα ποιητικό θαυμάσιες λέξεις όπως
Βραδινό αγέρι ανεμώνες μελαγχολική μουσική.
Πρέπει να βασανίζονται να ταπεινώνονται οι ωραίες λέξεις όπως
Βραδινό αγέρι ανεμώνες μελαγχολική μουσική.
Πρέπει να βασανίζονται να ταπεινώνονται οι ωραίες λέξεις
Όπως οι ωραίες γυναίκες μπας και αγαπηθούν στο τέλος.
Οι χασάπηδες της χαράς είναι σαν άγριοι σεμνοί βασιλιάδες
Όταν πέφτουν δάκρυα στο ποτήρι το κρασί βάφεται
Όταν πέφτουν τραγούδια ματώνει
¶λλα με τίποτε Δε νερώνει
Ούτε με Βέρες Βόδη ούτε με Χρίστους ούτε με γλυκές κάμαρες.
Οι σύγχρονες κάμερες είναι συντριπτικές των αναμνήσεων.
Θα πάρω ταξί θα πάρω τσιγάρα θα πάρω λαχεία θα πάρω το
Δρόμο του γυρισμού
Και θα τον πάρω ακριβώς γιατί κανένας Δε με περιμένει
Τι Προμηθέας τι τραγουδιστής τι πρώτη αγάπη το ίδιο κάνει.
Από ένα σημείο και πέρα σβήνουν α φώτα
Δεν έχει φώτα δεν έχει λιμάνια δεν έχει φαρμακεία γενικώς
Διανυκτερεύοντα έχει
Την αθέατη πλευρά του θανάτου που ξεδιπλώνεται ανοίγει λίγο
Λίγο και τα μάτια
Γίνονται τεράστια στα μπαλκόνια τους
Έρχονται τα ΄φύλλα της καρδιάς ν’ αγναντέψουν
Καπνίζοντας το τσιγάρο τους να ονειροπολήσουν
Τα πήρε ο ύπνος κ’ έγειραν
Για πάντα.
Πριν και μετά τη Βέρα Βόδη σκοτάδι
Πριν και μετά το σκοτάδι
Πριν και μετά τα’ άνθη του αίματος σκοτάδι
Και μόνο το τραγούδι καταργεί τα άκρα
Τα φάρμακα τις υπερβολικές δόσεις χαράς
Τα’ άσπρα σπιτάκια και τα πράσινα άλογα.
Υπάρχουμε ως ανοιχτές πληγές κόντρα στα καλά λόγια
Τα καλά παιδιά και τα καλά λάδια
Υπάρχουμε ως υπογραφές κόκινες κατακόκινες της φωτιάς
Σ’ απίθανα σημεία της νύχτας.
Δεν αφήνουμε απλώς τραγούδια πίσω μας στο μέλλον αλλά
Τα κομμάτια μας
Και κάπου μακριά ακόμα άρχισαν να κατασκευάζονται τα νέα
Μουσικά όργανα.









ΒΡΟΧΗ ΕΙΚΟΝΩΝ
Στο Ζακ Πρεβέρ

Μου φεύγουν οι λέξεις σαν πρωινά πουλιά ξαναγυρίζουν το βράδι
Κατεβαίνουν την πλαγία αρνιά το βέλασμά τους γίνεται χάδι για
Την καρδιά. Πουλιόνται φτερά στην αγορά μα εγώ μαραζώνω δεν
Έχω λεφτά ούτε για τα τσιγάρα μου που λέμε ούτε ψεύτικα κατοχικά
Που τα έδιναν τότε στα παιδιά να παίζουν για να μην κλαίνε.

Παλιώνουν οι φίλοι παλιώνουν οι καημοί της μάνας μου τα μαγαζιά
Όλα παλιώνουν σ’ αυτόν τον ψεύτη ντουνιά έξον απ’ τα τραγούδια και
Μερικές γυναίκες γυμνές μέσα τους.

Πέταλα καρδιές πουλιών ούζα και πρώτα φώτα με το σούρουπο τα τελευταία
Λόγια στην αγάπη το μαχαίρι τα γιαχαρά και ή μαχαιριά.
Ένα χαμάλης κάνει το τελευταίο του θέλημα εσύ χτυπάς το στήθος σου και εγώ
Καπνίζω…









ΝΤΑΛΚΑΔΕΣ
Στον Ανδρέα Εμπειρίκο

Η τέντα του καλοκαιρινού κινηματογράφου είναι σαν μεγάλο ατλαζωτό φυσερό κάνει ήχο όταν ανοίγει ή κλείνει. Σαν το ήχο που κάνουν τα καράβια μπαίνοντας ή βγαίνοντας απ’ το λιμάνι.
Το ίδιο ήχο κάνουν και πάμπολλα ποιήματα του Εμπειρίκου οι βεντάλιες κάποτε των γυναικών.

Πηγαίνουμε στα δάση πηγαίνουμε στα έρημα λιμάνια πηγαίνουμε πηγαίνουμε σε καλοκάγαθα νοικοκυρεμένα μαγαζιά σε άκρα της πολέως για να κάνουμε επαφή με το μακρινό το μέλλον το μέλλον μας τα’ ανώνυμα σουραύλια του παρελθόντος τα επώνυμα προσκλητήρια.

Η μισή τραγουδάει η άλλη μισή μελαγχολεί περιμένοντας ολόκληρη. Από τα παιδικά μου χρόνια στη σημερινή καρδιά μου εισελαύνουν φράχτες νυχτερινή και της μέρας χαρμόσυνα κουδουνίσματα.

Η Ποίηση είναι ένας δρόμος σπαρμένος με καρφιά είναι μια στρατιά καρφιά όπου φιλοξενούν στο ρετιρέ τους ρόδα.
Εσύ δεν είσαι καμωμένη από ρόδα δεν είσαι καρφί αλλά μια απελπισμένη άγνωστη παραλία που έχασε για πάντα κολυμβητάς και βάρκες και ψαρέματα και τα ελάχιστα εκείνα μοναδικά ζευγάρια τα τόσο ευχαριστημένα και θλιμμένα.

Όταν με κυνήγαγε η πολιτική με κυνήγαγες κ’ εσύ. Τώρα που σε κυνηγάω εγώ έγινα σαν την πολιτική και ίσως πλέον αφόρητος και πλέον ανελέητος απ’ αυτήν.

Σ’ αγαπάω σημαίνει τρυπάω με καρφίτσα παλιά σύννεφα και πέφτει βροχή. Μαζεύω τη βροχή όπως μια κόρη μαζεύει παπαρούνες στον αγρό. Μεταξύ των σπλάχνων μου και των χειλιών μου συναντάω πάλι τη λέξη πλάγια αλλά αυτή από καιρό δεν είναι λέξη πια αλλά τα μαλλιά σου ή φωτιά συνθλιβομένη από φορμαρισμένα ερωτικά φύλλα χείλη δροσιάς.

Πλάγια διαλεγμένη από καουμπόυς μια κατακίτρινη από το κακό της αγκαλιά πλάγιά διαλεγμένη για το φετινό καλοκαίρι - που σε γέμισε άνθη δακρύων και πληγών κ’ επικίνδυνη νοσταλγία λυσσασμένη.
Έχουμε μιαν ακρογιαλιά μα δεν έχουμε καρδιά για πέταμα έχουμε γένια μα δεν έχουμε χτένια μας τα φέρνουν άλλοι.
Σ’ ορισμένες περιοχές της νύχτας μας ενοχλούσε ΙΧ φτωχοπουτάνες φυματικά μπαρ κομψοί και χαμογελαστοί ρουφιάνοι.

Έρημες ομορφιές έρημες γυναίκες έρημες ιδεολογίες στον τόπο τους πια δεν φυτρώνει τίποτε και μόνο ταινίες αστυνομικές μας ξεκουράζουν.

Χρειάζονται πια έργα μνημειακά για το καλό του μέλλοντος για το κακό και για το τίποτε.

Σκοροφαγωμένες ιστορίες βγαίνουν απ’ τις ντουλάπες τους και δίνουν στους σύγχρονους φουκαράδες λίγη χαρά:
Το παιδάκι μου… Οι καλοί συνάδελφοι… Ο κουμπάρος… Η κουμπάρα… Το αμάξι μου… Το διαβατήριο μου…
Τα κέρατά σας τα τράγια τα κρέατα σας το σάντουίτς σας στις 11 το πρωί το σήριάλ σας στις 11 το βράδι – τα περασμένα χρόνια τι γρήγορα που περνούν… Δε νομίζω… Δε νομίζω…

Τα’ αγιόκλημα ο δυόσμος και ο βασιλικός της εποχής είναι τα σκουπίδια σας σε σακούλες νάυλον αλλά δεν τα ζωγραφίζει κανείς…

Η πολιτική είναι βρόμικη καθορίζει με αναπόληση παιδικών ιστοριών ή μελλοντικών απορρυπαντικών και μετά χέσ’ την.
Η πραιτωριανοί συλλαμβάνουν για λογαριασμό κάποιου Χ που πρόκειται να συλληφθεί τον άλλο μήνα υποψήφιους ήρωες φαρμακωμένους φοιτητές και καμουφλαρισμένους πράκτορες.
Ύστερα από λίγες μέρες οι μεν ξεχνάν τα ποιήματα και τα ουίσκια της καρδιάς υποτίθεται οι Δε μένουν με ενάμισι πόδι ή τρώγονται στο σκοτάδι και οι άλλοι παρατάν τα προσχήματα.
Κάποτε τελειώνουν τα λόγια και το ξινισμένο σεξ και τα μασκοφόρα όνειρα γατί εμφανίζονται επιτέλους οι αναμενόμενοι πιστολάδες – ούτε άργησαν ούτε μας ξέχασαν ήρθαν στην ώρα τους που αποδείχθη η ώρα μας.

Προσοχή να μη σε κάνουν γεφύρι.
Όταν χάνονται όλα τα κλειδιά ασφαλείας γεμίζουμε Ασφάλειες.

Χόρτασα λεμονιές κατσίκια τα Χριστούγεννα στα χωριά. Οι χωριάτες έχουν τηλεοράσεις μοντέλα αλλά παλιά τσαπιά. Οι παλιοί χωματένιοι δάσκαλοι χάθηκαν. Οι καινούργιοι αδυνατίζουν με τη ρόδα.

Αυτοεξόριστοι Κενυάτες υποψήφιοι Πρόεδροι Δημοκρατίας στα τζουκ μποξ της Αθήνας βάζουν «Το 13 το κελλί» του Λαύκα. Στις ταβέρνες μπεκρήδες της αναμονής οι μαιτρ της παγκόσμιας απελπισίας κλείνουν το ξενύχτι με χαλβά του μπακάλη – με κανέλα και λεμόνι.

Αράπικο φιστίκι
Αράπικο λουλούδι
Αράπικο άλογο
Αράπικο πετρέλαιο…









.

Στα 68 του έσβησε ο Θωμάς Γκόρπας


«Αμάν, λιγότερη δυστυχία»...


Του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ


Παθιασμένος, εκρηκτικός, αριστερός, καταγγελτικός, μεταϋπερρεαλιστής των λεωφόρων και των μικρών δρόμων των πόλεων. Ο Θωμάς Γκόρπας μ' ένα τσιγάρο μόνιμα στο στόμα να καπνίζει κι όλο να καπνίζει, να μιλάει κι όλο να μιλάει, να θυμάται κι όλο να θυμάται, ο ποιητής της σύγχρονης ερημιάς και του αυριανού παραδείσου της ελπίδας έσβησε χθες το απόγευμα, στο σπίτι του, χτυπημένος από την επάρατο σε ηλικία 68 ετών, μέσα στο ρεμπέτικο του τέλους, ενώ ένα μπουζούκι τον αποχαιρετούσε λυπημένο, αθεράπευτα πένθιμο.


Ο Μεσολογγίτης, ο εσωτερικός μετανάστης από το 1954 στην πόλη που ήθελε να της μοιάσει η επαρχία, στην Αθήνα, τα τελευταία δεκατρία χρόνια μόνιμος εραστής και επισκέπτης της Αίγινας των ποιητών και των ζωγράφων.

Ο Θωμάς Γκόρπας, μία από τις χαρακτηριστικότερες και ευκρινέστερες ποιητικές φωνές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, κηδεύεται αύριο στις 11 π.μ., στο Κοιμητήριο Ζωγράφου (Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης). Δεν τελείωσαν όλα με την αποδημία του, αφού το έργο του θα εξακολουθεί να αναφέρεται και τα χρόνια τα ερχόμενα, όταν η πίκρα ανεβαίνει στο στόμα και γίνεται τραγούδι, όταν το τραγούδι γίνεται χαρά και γλεντοκόπι, όταν η σκέψη επανέρχεται στις πηγές της, στον αυθορμητισμό που τη γεννάει και την τρέφει, όταν η αμφισβήτηση δεν θα είναι μια έννοια προς εξαφάνιση, αλλά η μήτρα του στοχασμού και της βύθισης στο σκεπτόμενο εαυτό.

Τελείωσε το Δημοτικό και το Γυμνάσιο στο Μεσολόγγι και πρωτόγραψε ποίηση το 1949-1950. Το 1954 μπήκε στην Πάντειο χωρίς να τη τελειώσει. Από το 1954 έως το 1961 μετήλθε διάφορα επαγγέλματα: του εργάτη, του λογιστή, του παλαιοβιβλιοπώλη και δημοσιογράφου. Υπήρξε από τους εμπνευστές της Ομοσπονδίας Κινηματογραφικών Λεσχών (1961) και την πενταετία 1965-70 δίδαξε ιστορία λογοτεχνίας και αγωγής του λόγου σε θεατρική σχολή. Το 1979 εκπροσώπησε την Ελλάδα στο πρώτο διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Μπιτ στην Οστια της Ρώμης. Από το 1975 έως το 1980 έζησε στο Παρίσι.

Εμφανίστηκε στα γράμματα στο περιοδικό «Λογοτέχνης», με το ποίημα «Αθήνα 1956, οδό Αθηνάς», τον Ιανουάριο 1957. Ακολούθησαν οι ποιητικές συλλογές «Σπασμένος καιρός» (1957), «Παλιές ειδήσεις» (1966), «Πανόραμα» (1975), «Στάσεις στο μέλλον» (1979 - πρώτη συγκεντρωτική έκδοση), «Περνάει ο στρατός...» (1980), «Τα θεάματα» (1983), «Τα ποιήματα, 1957-1983» (1995-δεύτερη συγκεντρωτική έκδοση στην οποία προστίθενται οι συλλογές «Ανεξάρτητα», «Γιουσουρούμ», «Ο μεγάλος δρόμος», «Το πατάρι»). Είχε γράψει ακόμη το χρονικό «Ισιδώρα! Ισιδώρα!» (1995) και τις μελέτες «Διάγραμμα ιστορίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας» (1966), «Το πανηγύρι τ' Αη Συμιού» (1972), «Περιπετειώδες, κοινωνικό και μαύρο νεοελληνικό αφήγημα, 1850-1950» (1981).

Ουκ ολίγα είναι τα κείμενα για ζωγράφους και ξένους συγγραφείς, ανέδειξε το λαϊκό τραγούδι και την τέχνη του Καραγκιόζη. Συμμετείχε ως σεναριογράφος στις ταινίες «Βλάχικος γάμος», «Αγάπη που δεν σβήνει ο χρόνος», «Τι κι αν γεννήθηκα φτωχός», «Ενα Σάββατο βράδυ, μια Κυριακή πρωί», «Το πατάρι του Λουμίδη».

Είχε πει σε έρευνα της «Ε» (2.1.1997):

«Μετά την κατανάλωση, μετά το θέαμα, μετά τη μοναξιά, μετά τον έρωτα, στρατιές ανυπεράσπιστων και δυστυχισμένων είναι έτοιμοι να υποδεχθούν έναν καινούργιο φασισμό. Η παγκοσμιότητα της οικονομίας, λένε. Η Ευρωπαϊκή Ενωση. Ισως, αυτοί που το λένε να υπολογίζουν χωρίς τον ξενοδόχο, μακάρι. Οι μουσουλμάνοι, οι Αφρικάνοι, οι Κινέζοι και άλλοι θα έχουν το λόγο.

»Εγώ τι να φανταστώ; Τα πρώτα χρόνια του 2000 τα ζω από τότε που με φακέλωσαν και από το 1981 και δώθε μάλιστα μέσα σε μια ασφυξία και μια βρώμα "προοδευτική", της "αλλαγής", του "εκσυγχρονισμού" πάλι.

»Η τεχνολογία έχει μηδενίσει σχεδόν την ανθρώπινη επικοινωνία. Ο αθλητισμός διακινεί τα πιο βρώμικα λεφτά, επιχορηγούμενος από το κράτος, το οποίο κράτος είναι θεατής της τραγωδίας με τα ναρκωτικά.

Οι περισσότεροι διανοούμενοι συνεργάζονται με την εξουσία, όπως τους προέτρεψε προεκλογικώς ο κύριος τάδε. Η εκπαίδευση ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο ξεχαρβαλωμένη και θλιβερή. Οι μαύρες τρύπες έναν αιώνα τώρα βουλώνουν με τις κτηνώδεις αυξήσεις των τσιγάρων, των ποτών, των ασφαλίστρων παντός τύπου, των καυσίμων, των διοδίων.

»Η δημοκρατία, η δικαιοσύνη, οι θεσμοί και τα λοιπά ηχηρά προ πολλού έχουν καταντήσει οικτρά. Εχουν χαθεί όλα; Αλλά ας κάνουν κάτι όσοι δεν είναι ρουφιάνοι, δεν είναι κομματόσκυλα, δεν είναι κλέφτες, δεν είναι τοκογλύφοι...

»Πολλή η απελπισία. Αλλά όσοι έχουμε αγωνιστεί για μια καλύτερη Ελλάδα, ελπίζουμε ακόμα. Πάντως στον 21ο αιώνα θα πάμε με τα τέσσερα. Σιγά σιγά πιθανώς να σταθούμε στα πόδια μας, όχι βέβαια με τη βοήθεια αδελφών και παπάδων.

»Πλειοψηφούν οι τραυλοί, οι κακομούτσουνοι, οι βλάκες και οι αγράμματοι στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, κρατικά και μη. Αν λιγόστευαν, θα βοηθούσε κι αυτό λιγάκι.

»Αμάν, λιγότερη δυστυχία στους Ελληνες και σε όλους. Παλιά είχα γράψει: "Ψωμί για όλους ή για κανέναν. Χασίς για όλους ή για κανέναν". Τώρα λέω: Ας ξεβρωμίσουμε τον ουρανό, τον αέρα, τη θάλασσα και τη γη μας από τις βρωμιές του πολιτισμού».




ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 02/04/2003
 








Του Πάνου Καπώνη*

de6.jpg* δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα τ. 6, Καλοκαίρι 2006.

Σχόλιο της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ για το περιοδικό (δε)κατα (Αύγουστος 2006) Στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, στο φ. 18630 της 4ης Σεπτεμβρίου 2006 δημοσιεύτηκε σχόλιο του Κώστα Ρεσβάνη για την παρουσίαση του 6ου τεύχους του λογοτεχνικού περιοδικού (δε)κατα. Αντιγράφουμε : "Θερινά αναγνώσματα" ονομάζουν τα (δε)κατα το αφιέρωμά τους με αφηγήσεις, ταξίδια στον χώρο και ταξίδια στην ψυχή. Να, λ.χ. ο Τζακ Κέρουακ να σημειώνει τον Αύγουστο του 1949 στο Ντένβερ: "Περπατώ στο σκοτάδι και κανείς δεν μπορεί να με βοηθήσει παρά μόνο ο τρελός μου εαυτός. Θέλω να επικοινωνήσω με τον Ντοστογιέφσκι στον ουρανό και να ρωτήσω τον Μέλβιλ αν είναι ακόμα αποκαρδιωμένος και τον Γουλφ γιατί άφησε τον εαυτό του να πεθάνει στα τριάντα οκτώ. Δεν θέλω να τα παρατήσω. Υπόσχομαι ότι δεν θα τα παρατήσω ποτέ, και ότι θα πεθάνω ουρλιάζοντας και γελώντας…". Και μια που αναφέραμε έναν μπιτ, διαβάστε το κείμενο του Πάνου Καπώνη για έναν "μπιτ της ποίησης" που έφυγε πριν από τρία χρόνια, τον Θωμά Γκόρπα· και τα εύστοχα σχόλια των τελευταίων σελίδων.

"Καλώς τη διάλυση λοιπόν, καλώς τον σπαραγμό των άστρων μέσα στη χτεσινή εφημερίδα, καλώς τον σπαραγμό των φίλων μέσα στη χτεσινή ταβέρνα που την πέθαναν γιατί τους πέθανε, καλώς τα καλαμποκότσανα και στην κορφή κανέλα…" (6 Σεπτεμβρίου 1980).

Αυτό το ανέκδοτο κείμενο του συμπατριώτη μου και φίλου από το 1970 Θωμά Γκόρπα, βρήκα δημοσιευμένο το 2001 στο λογοτεχνικό περιοδικό "Παρουσία" της Ένωσης Αιτωλοακαρνάνων Λογοτεχνών, στο τεύχος 18 που ήταν αφιερωμένο στον ίδιο και το έργο του. Και επειδή απουσίαζα απ΄ αυτή τη σημαντική εκδήλωση, όπως γενικά ήμουν απών από την στίλβουσα επιφάνεια των λογοτεχνικών μας δρώμενων, ένοιωσα αυτό που έγραψε κάποτε ο Θωμάς : "Αναμνήσεις…και κάποτε τις τρώμε και γίνονται αίμα".Άλλά και τύψεις για τις απουσίες μου, τώρα που η απουσία εκείνου βγάζει στο φως τις μαγικές εικόνες ενός ποιητή, που δεν δημιουργούσε μόνο ποίηση, αλλά ζούσε μέσα στην ποίηση, ενός τραγικά ευαίσθητου και παρεξηγημένου πνεύματος που ήθελε να καταργήσει τον ουρανό, να καταργήσει τη γη και ν΄ αφήσει "μόνο ένα ουζερί/ για ένα πιοτό για ένα τραγούδι για ένα χορό /και συ να περνάς απ΄ έξω".

Πιστεύω ότι μερικές φορές, κάτω από την επιφάνεια και τα φώτα, στο καταγώγιο και το σκοτάδι, ταξιδεύεις σε φωτεινά μονοπάτια. Με το ρεμπέτικο μέσα στην υγρασία των καιρών, αναδύεσαι στην έκσταση. Μεσ΄ τα υπόγεια ρεύματα αναδεικνύεις καθαγιασμένη τη ψυχή σου.

Αυτό έκανε ο Γκόρπας. Γνήσιος μποέμ, μπιτ ποιητής (όπως τον ονόμασαν) πριν απ΄ αυτούς, καλοσυνάτος φωνακλάς, ασυμβίβαστος, αγενής στην αστική ευγένεια, με πικρό στόμα απ΄ τα πολλά και βαριά τσιγάρα. "Δε μετάνιωσα για κανένα απ΄ τα χιλιάδες φαρμακωμένα τσιγάρα μέσα στα καλοκαίρια" είπε (Ιανουάριος 1978), "και μετάνιωσα για τόσα ωραία πράγματα".

Είπε όμως κι΄ έγραψε κι άλλα η ψυχή του Γκόρπα, που τα εμπιστεύτηκε μετά από χρόνια στους συμπατριώτες του, πιστός σε αυτό που είπε το 1957, όταν εκδόθηκε ο "Σπασμένος καιρός" : "Δεν μ΄ ενδιέφερε ποτέ η δημοσίευση της δουλειάς μου, μ΄ ενδιέφερε πάντα η δουλειά μου" (περ. Μανδραγόρας τ. 33, Απρίλιος 2005, Άρτεμις Θεοδωρίδου). Αυτό το έλεγε πάντα, το πίστευε και έτσι κάπως χάραζε και την εικόνα της ζωής του.

"Μακριά καλοκαίρια της Αθήνας με κοντομάνικο άσπρο πουκάμισο. Να γυρίζω με το τελευταίο λεωφορείο ή με ταξί του μερακλή που νοιώθει άνετος και πλούσιος και είναι. Και να μην με πιάνει ύπνος. Να καίγομαι να γράψω και να μην μπορώ. Να καίγομαι. Να λείπουν όλα. Αν δεν έλειπαν πως θα υπήρχα ακόμα ; Μήπως μας αγαπάνε πεθαμένους μέσα στα ποιήματα ; Πόσα χωράνε μέσα στα ποιήματα ; Πως αερίζονται, πως δροσίζονται, πως ζεσταίνονται πως κάνουν Αχχχ…. Χωράει ένα καλοκαιρινό ευκάλυπτο μέσα σ΄ ένα ποίημα ; Μέσα σε χίλια ποιήματα ;…"(περ. Παρουσία τ. 18/2001, κείμενα του Θωμά Γκόρπα).

Δεν χρειάζεται τίποτα άλλο να πω.

Όλα χωράνε μέσα στο παραπάνω κείμενο, σε αυτό και στην πλατειά του αγάπη στους ανθρώπους, τη φύση, την ομορφιά που λάμπει και φεύγει, την ποίηση.

"Η ποίηση είναι κι αυτή ένα μεροκάματο", έγραψε ο Γκόρπας τον Απρίλη του 1990 στην Αίγινα. Μ΄ αυτό το μεροκάματο έφυγε ο Θωμάς τον Απρίλη του 2003.

****

1970-71. Στο σπίτι του Δημήτρη Ιατρόπουλου για αρκετό καιρό ετοιμάζουμε την ιστορική πια "Αντι-Ανθολογία". Ο Θωμάς βασικός συντελεστής της (επίσημα σύμβουλος έκδοσης), καπνίζοντας αρειμάνια, ήταν αυστηρός στην κρίση του. Εκεί γνωριστήκαμε -φοιτητής εγώ τότε – για πρώτη φορά. Θες η κοινή καταγωγή τόπου και διαμορφούμενης για μένα στάσης ζωής ; Θες το κλίμα της εποχής εκείνης μέσα από το οποίο ξεπήδησε η γενιά των ποιητών του ΄70, μας έδεσε σε μια "υπόγεια" φιλία, που ανεξάρτητα απ΄ τις δικές μου "απουσίες", έβαινε παράλληλα στον "Μεγάλο Δρόμο". Στον δρόμο που οδηγούσε πάντα στην έμπνευση, στην πάτρια γη μας, αυτόν στο Μεσολόγγι, εμένα στο Αγρίνιο και τους δυο μας στην ποίηση. Έτσι και με τη βοήθεια του Θωμά, ενσωμάτωσε η Τζένη Μαστοράκη στην Αντι Ανθολογία την πρώτη της ποιητική συλλογή "Το συναξάρι της άγιας νιότης" κι εγώ την δική μου πρώτη "Κοκτέϊλ".

Τι βράδια και κείνα. Ατέλειωτες συζητήσεις (περί πνεύματος και πνευμάτων, περί ποιητικής και ποιητών, περί επανάστασης στο Λόγο, περί πολιτικής και δικτατορίας, περί έρωτος και λαϊκής μουσικής παράδοσης κλπ-κλπ) κι ο Γκόρπας, βέρος Μεσολογγίτης με τις ρουμελιώτικες εξάρσεις του, να ανατέμνει τη ποιητική παράδοση της γενιάς του 30, να μας διαβάζει τα κυκλοθυμικά του ποιήματα (που μετά τα συγκέντρωσε στο "Πανόραμα") και να ξεκαθαρίζει πάντα τη θέση του απέναντι στις ιδέες, την κοινωνία, τους ποιητές, την ψυχή του.

Έκτοτε, καθώς λένε και μέχρι να φύγει για το Παρίσι, κάναμε πότε-πότε παρέα ή συναντιόμαστε στον "Ηνίοχο", το βιβλιοπωλείο-εντευκτήριο-στέκι του Θανάση Νιάρχου και Γιάννη Κοντού στη Σόλωνος.

Κάπου είχα διαβάσει, νομίζω μια κριτική του αείμνηστου Βασίλη Στεριάδη, όπου έγραφε για τον Γκόρπα ότι είναι ένας ποιητής "με περίεργες επιφάνειες". Πράγματι, ο Θωμάς, διακήρυττε ότι "η επανάσταση, η αλλαγή στην τέχνη όπως και στη ζωή έρχεται από τους λοξούς". Αυτό τόπε και δημόσια στον χαιρετισμό που έκανε στην εκδήλωση προς τιμή του της Ένωσης Αιτωλοακαρνάνων Λογοτεχνών στις 3-12-2001. Αυτό ήταν και βίωμα, τόσο πραγματικό όσο και ποιητικό για έναν γνήσιο ποιητή - σύγχρονο και εις τους αιώνες των αιώνων - που προπορεύτηκε δέκα χρόνια πριν από τη δική μας γενιά του ΄70, σε ποιητικούς δρόμους δύσκολους, μεθυσμένους, τραγικούς, εσωτερικούς και μοντέρνους, αντινατουραλιστικούς και ρυθμικούς, που ξύπνησαν τη νυσταλέα ποιητική νιρβάνα.

Δεν αντέχω να μην αντιγράψω ένα δικό του πεζό κομμάτι του 1967, μετά την δικτατορία, μέσα στο οποίο φαίνεται ή πίσω πλευρά των φαινομενικά σκληρών, άγαρμπων, ωμών και πολλές φορές δήθεν χυδαίων "επιπέδων" της ποίησης του : "Αγνάντια πάνω στον ουρανό των παιδικών μου χρόνων δεν ζητάω παρά μονάχα να βρεθεί κάποιος να μου ανάβει το τσιγάρο μου. Και οι φιλοδοξίες μου αυτομάτως θα επιστρέψουν στις φυσιολογικές τους διαστάσεις. Να μπορώ κι εγώ άνετα να θυμάμαι τα ξεχασμένα αξέχαστα. Ένα πελαργό σε καμπαναριό, ένα γλάρο πάνω απ΄ τη θάλασσα, φεγγάρια ν΄ ανατέλλουν, φεγγάρια να δύουν μεσολογγίτικα, μελαγχολικές πολύ μελαγχολικές γυναίκες, ταβερνόβιους άντρες ως τα χαράματα, ένα επιτάφιο ακατανίκητης δροσιάς και γοητείας, το φίλο μου το Γιάννη το μαραγκό που τραγουδούσε στην Κατοχή, όπως τραγουδάει τώρα ο Καζαντζίδης, τα χαμομήλια τ΄ Αη Δημητρη, τις σκονισμένες αγκινάρες στα χείλη της ασφάλτου και της Κυρα Ρήνης το Κάστρο…."

(ανέκδοτο κείμενο που δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο περιοδικό "Παρουσία" τ. 18/2001).

Όποιος δεν έχει ζήσει έστω και λίγο στο Μεσολόγγι, δεν μπορεί να καταλάβει ουσιαστικά τον Θωμά Γκόρπα. Αυτό το ασήκωτο βάρος της έρημης δόξας, η ατίθαση φύση του ρουμελιώτη ευαίσθητου άντρα, το δάκρυ στην άκρη της Λιμνοθάλασσας από ερωτικό καημό, τα λαϊκά και τα ρεμπέτικα στα τζουκ μποξ των χρόνων εκείνων του 50 & 60 στα ουζερί, το μεθύσι με ούζο, το δειλινό στην Τουρλίδα, οι μοναχικοί περιπατητές που ταξιδεύουν στον ατέλειωτο δρόμο μέσα στις αλυκές που δεν οδηγεί πουθενά…

"Κι ω Ποίηση ζητιάνα των ρυθμών που δεν υπάρχουν πια

προδομένη των μαγικών λέξεων

που μαγαρίστηκαν από τους μαγαρισμένους κώλου…

Κι ω μολόχες χάραμα κρύο νερό γλυκά φιλιά

σπουργίτια ευκάλυπτα νεράντζια μούρα αγκινάρες

και κεράσια τριφύλλια και σανά χρώματα

ξεθωριασμένα ήχων πια άλλων αστέρων

τι να κάνετε πια καημένα πώς να πολεμήσετε…"

......................................................

"Λες αυτό το τσιμέντο να πεθάνει μια μέρα ; Λες κάποτε η μέρα να

ξημερώσει νύχτα και η νύχτα να πέσει μέρα :"

[απ΄ το ποίημα του "αλλά κανείς δεν φεύγει"]

Η σχέση του Θωμά με την ποίηση, ήταν σχέση λανθάνουσας πηγής ζωής που εκρήγνυται, χαϊδεύει, βρίζει, ρεμβάζει, τραγουδάει και παραπονιέται, ανατινάζει και γίνεται τρυφερή και τελικά μετουσιώνεται, σε μια ποίηση αυθεντική και τελικά στο βάθος-βάθος σε τρόπο ζωής, σε αγάπη για τη ζωή.

*******

Του Θωμά Γκόρπα του χρωστάω. Του χρωστάω ένα "μνημόσυνο" αγάπης και αιώνιας λάμψης της "υπόγειας"ποίησης του. Όπως του χρωστάνε και πολλοί από τους φίλους της δεκαετίας του ΄70.

Αισθάνομαι τυχερός που συνάντησα στη όποια ποιητική μου πορεία τον Θωμά Γκόρπα και κλείνοντας αυτό το δοκιμιακό σημείωμα, αφιερώνω στη μνήμη του, τούτα τα λόγια που έγραψε ο Λεωνίδας Χρηστάκης το 1980 : "Ότι και να γράψεις για τον ποιητή Θωμά Γκόρπα, θα είναι λίγο και ελαττωματικό, γιατί είναι πάντα ορατός-αόρατος, πραγματικός και ποιητής….σχεδόν μονομάχος της ποίησης …".









Θωμάς Γκόρπας: Αφιέρωμα

Μ. Θεοδοσοπούλου

"Μανδραγόρας"
Τεύχος 33, Απρίλιος 2005

Την 1η Απριλίου 2003 πέθανε ο Θωμάς Γκόρπας στο σπίτι του της οδού Αχαρνών. "Ήρεμα", γράφει χαρακτηριστικά η σύζυγός του, Άρτεμις Θεοδωρίδου, χωρίς να προσδιορίζει την αιτία, στο εξαίρετο "Χρονολόγιο Θωμά Γκόρπα σε τρίτο και σε πρώτο πρόσωπο", που κατήρτισε με αποσπάσματα από δικά του γραπτά και τη βοήθεια του αρχείου του, παρεμβάλλοντας περιγραφές και εκμυστηρεύσεις από τα γράμματα που κάποτε της έστελνε. Ένα χρονολόγιο, που μοιάζει με προσκλητήριο ζώντων και νεκρών, όπου απογράφονται συντροφιές και στέκια, εκδοτικοί οίκοι και έντυπα, γειτονιές της Αθήνας και τα συμβαίνοντα στην ποίηση.
Τέλος του '54, ο Γκόρπας κάνει τους τρεις πρώτους φίλους της Αθήνας: τον Φάνη Παπαδάκο, ποιητή, τον Γιάννη Μαντά, "μανιακό με την προκλασική μουσική αλλά και το ρεμπέτικο", και τον Παναγή Στούπα, ποιητή. Συχνάζει στο καφενείο "Ακρόπολις", στην πλατεία Καρύτση, όπου συναντάει τον ποιητή Καπετάν Μοντεσάντο...
Ο Τάσος Παππάς τον μπάζει στο Πρακτορείο Πνευματικής Συνεργασίας του Μάριου Βαγιάνου, τότε στην Ακομινάτου. Εκεί συναντιέται με τους Ορέστη Λάσκο, Πέτρο Κυριακό, Ζωή Καρέλλη, Βασίλη Λιάσκα, Γιωργή Κότσιρα, Ντίνο Χριστιανόπουλο, Γιώργο Ιωάννου, Μανόλη Γιαλουράκη, Λέοντα Κουκούλα, Ναπολέοντα Παπαγιωργίου, Γιώργο Γουναρόπουλο, Πάνο Παναγιωτούνη, Απόστολο Μαγγανάρη, Ζέφη Δαράκη, Νίκο Βόκοβιτς, Αθηνά Κασαβέτη, Βύρωνα Λεοντάρη, Λίλλη Μπίτα... Ο ποιητής Γιάννης Κουφός τον φέρνει σ' επαφή με τους λογοτέχνες του Πειραιά Κώστα Γαρίδη, Στέλιο Γεράνη, Γιώργο Περιστέρη, Νίκο Βελιώτη, Κώστα Θεοφάνους, Γρηγόρη Θεοχάρη, Νίκο Παΐζη, Αργύρη Κωστέα...
Το 1955, συναντιέται με τον Μίμη Λιβιεράτο "μέγα άστρο τότε της ανορθόδοξης Αριστεράς", ο οποίος τον ανεβάζει στο Πατάρι του Λουμίδη... και γνωρίζεται με τους Τέο Σαλαπασίδη, Μιχάλη Κατσαρό, Μίλτο Σαχτούρη, Δημήτρη Παπαδίτσα, Δημήτρη Χριστοδούλου, Νίκο Καρούζο, Μαρία Σερβάκη, Λεωνίδα Ζενάκο, Σπύρο Ασδραχά, Ντίνο Γεωργούδη, Στάθη Πρωταίο, Οδυσσέα Ζούλα, Σπύρο Τσακνιά, Λάμπρο Κοτσίρη, Δημήτρη Μορτόγια, Ροβήρο Μανθούλη, Σωκράτη Καψάσκη, Θέμο Μάιπα...Ο Ανδρέας Κίτσος-Μυλωνάς του γνωρίζει την παρέα του Χαλανδρίου: Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Σπύρος Βραχωρίτης, Μάριος Αφεντόπουλος, Στέφανος Ροζάνης, Μάνος Ελευθερίου...
Μέσω του Λεοντάρη, το 1956, σχετίζεται με τον κύκλο του περιοδικού "Ο Λογοτέχνης": Στέφανος και Κίμων Χατζημιχελάκης, Γιώργος Σαραντής, Κώστας Ταμβάκης, Γιώργος Σικελιώτης, Ζήσης Σκάρος, Κώστας Κοβάνης, Μανόλης Λαμπρίδης, Γιώργος Πολιτάρχης, Μέμος Γεωργίου, Μάνος Ελευθερίου, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Νίκος Παντής, Ιάσων Ιωαννίδης, Φώτης Ευαγγελάτος, Θοδωρής Στεφάνου... Στις εκδόσεις Δέλτος του Θανάση Αναγνωστόπουλου συναντά τους Ντίνο Ταξιάρχη, Τάκη Σινόπουλο, Γιώργο και Ελένη Βακαλό, Σταύρο Βαβούρη, Λένα Σαββίδη, Στέφανο Αλμαλιώτη, Γιώργο Γράββαλο...
Το 1959, συχνάζει στο παλαιοβιβλιοπωλείο, "Το Φιλικό", στο Μοναστηράκι, των Σταύρου Τορνέ, Λάζαρου Γεωργιάδη. Από κει θα περάσουν πλήθος σημαντικοί άνθρωποι της γενιάς του '50 και του '60: Ηρώ Κυριακάκη, Κώστας Σταματίου, Αιμίλιος Ζαχαρέας, Γιώργος Ζερβουλάκος, Κώστας Φέρρης, Κώστας Καζάκος, Νίκος Ξανθόπουλος, Γιώργος Κοτρώνης, Μάκης Ανδρεόπουλος, Ξένια Καλογεροπούλου, Μαρία Μουτσίου, Δημοσθένης Κοκκινίδης, Διαγόρας Χρονόπουλος, Ελένη Μαβίλη, Μάριος Ποντίκας, Δήμος Θεός, Κωστής Ζώης, Τάκης Κανελλόπουλος, Βαγγέλης Βαλαβανίδης, Δημήτρης Σταύρακας, Γιάννης Μπακογιαννόπουλος, Κώστας Βρεττάκος, Αντώνης Λεοντίδης...
Το 1960, υπεύθυνος ύλης και συντάκτης στο "Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο" (έως το 1961) -άλλοι: Δημήτρης Σταμέλος, Μάρκος Γκιόλιας, Πάνος Χατζόπουλος, Κώστας Σταθής, Πάνος Βασιλείου, Θ. Πολιτόπουλος, Γιώργος Γάτος, Θεόδωρος Θωμόπουλος, Τούλα Καρκαντζού, Γιάννης, Γαϊτάνης, Γιώργος Γοργορίνης, Νίκος Μπεργούνης, Μ. Δημητρίου, Θανάσης Παπαθανασόπουλος, Ζήσης Πρωτοπαπάς...
Το 1966, ανοίγει το "Στέκι" στην οδό Ηφαίστου, με τον αδερφό του Βησσαρίωνα... Από καιρό περνάει τις Τετάρτες από το ιατρείο-στέκι του Θανάση Κωσταβάρα... Το 1969, συναντιέται στην Πλατεία Κολωνακίου με τους Κώστα Ρεσβάνη, Μηνά Παπάζογλου, Γιάννη Πατίλη, Γιώργο Μαρκόπουλο, Γιάννη Κοντό, Θανάση Νιάρχο, Ηλέκτρα Παπακώστα, Αλέκο Φλωράκη...
Το 1980, ο Γκόρπας έγραφε στην μεσολογγίτικη εφημερίδα "Έξοδος" και το 1983, ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο Έξοδος στην οδό Μεσολογγίου και μετά, στην Καλλιδρομίου. Εκεί, έλαχε να επανεκδοθούν, ανασυρμένα από το σκότος του 19ου αιώνα, τα διηγήματα του Γεράσιμου Βώκου και η νουβέλα, "Η μάγκα του Ωρολογίου" του Νικολάου Β. Βωτυρά, πολύ πριν αρχίσουν να πολλαπλασιάζονται οι σειρές της "πεζογραφικής μας παράδοσης".Όπως γράφει ο Διαμαντής Καράβολας, στο άρθρο του, με τον χαρακτηριστικό τίτλο, "Θωμάς Γκόρπας ο πρωτοπόρος σκαπανέας της αθέατης λογοτεχνίας μας", "...Απέναντι στα καθιερωμένα θέματα, πρότασσε τα δικά του, αμφισβητώντας τις κατεστημένες αξίες, αδιαφορώντας για τα ταμπού της κριτικής. Άλλωστε, η ελληνική πραγματικότητα είχε να τον εφοδιάσει με άφθονο και ακατέργαστο υλικό... από όλους αυτούς τους τραγικούς και καταραμένους, τους μέχρι σήμερα αγνοημένους και περιφρονημένους συγγραφείς και ποιητές, όπως οι Στέφανος Ξένος, Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Ιωάννης Κονδυλάκης, Νικόλαος Βωτυράς, Μιχαήλ Μητσάκης, Γεράσιμος Βώκος, Ρώμος Φιλύρας, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Νίκος Σαράβας, Μήτσος Παπανικολάου, Μαρία Πολυδούρη, Νίκος Βέλμος, Δημοσθένης Βουτυράς, Νίκος Νικολαΐδης, Γιώργης Ζάρκος, Γαλάτεια Καζαντζάκη, Θέμος Κορνάρος, Φώτης Αγγουλές, Βασίλης Λούλης, Κώστας Χατζηαργύρης, Τζούλιο Καΐμη κ.ά., όπου ανάμεσα σε αυτούς παίρνουν τη θέση που δικαιωματικά κατέχουν οι αγιοποιημένα αποκαταστημένοι, όπως οι Ανδρέας Κάλβος, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Γεώργιος Βιζυηνός...".
Ο Γκόρπας γεννήθηκε στις 20 Οκτωβρίου 1935, στο Μεσολόγγι, και πρωτοεμφανίστηκε ως ποιητής στο έκτο τεύχος του περιοδικού "Ο Λογοτέχνης", Ιανουάριο 1957, με το ποίημα "Αθήνα 1956, οδός Αθηνάς". Πρώτη ποιητική συλλογή, η "πλακέτα" "Σπασμένος καιρός" του 1957. Συνολικά εννέα ποιητικές συλλογές και μια δεκάτη, το 1995, συγκεντρωτική, σύμφωνα και με το "σχεδίασμα εργοβιβλιογραφίας" της Θεοδωρίδου. Τελευταίο βιβλίο του, "Ισιδώρα! Ισιδώρα! Ο τραγικός έρωτας της Ντάνκαν με τον ποιητή Γεσένιν", το 1995. Στο αφιέρωμα δημοσιεύονται ανέκδοτα του Γκόρπα: ποιήματα, κείμενα, ημερολογιακές σημειώσεις, "ένα όνειρο" της 11ης Μαρτίου 1998, "ένα κείμενο για τον Καραγκιόζη" και "μια επιστολή στο φίλο του Γιώργο Χατζή".
Τον Γκόρπα, ποιητή της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, παρουσιάζουν οι Γ. Κουβαράς, Α. Μπελεζίνης και Α. Μπουφέα, ενώ τον άνθρωπο σε συνδυασμό με τον ποιητή σχολιάζουν οι Θ. Κωσταβάρας, Γ. Κοντός, Γ. Ι. Μπαμπασάκης, Γ. Βέης, Δ. Δασκαλόπουλος και Γ. Μπαλούρδος. Στον Ρουμελιώτη Γκόρπα αναφέρονται οι Χρ. Σπυρέλη και Ευ. Τζάνου. Το αφιέρωμα συμπληρώνεται με αποσπάσματα από κριτικές και νεκρολογίες.










Eνα τέταρτο του αιώνα πριν, στο Mεσολόγγι, στο πανηγύρι του Aη-Συμιού.
Δυο φίλοι, ίσκιοι αγαπημένοι τώρα: ο ποιητής Θωμάς Γκόρπας (δεξιά)
και ο Bησσαρίων Σταύρακας (φωτ.: K. Aποστόλου).



ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΘΩΜΑ ΓΚΟΡΠΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Σπασμένος καιρός, εκδ. Μινώταυρος, Αθήνα 1957.

Παλιές ειδήσεις, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 1966.

Πανόραμα, εκδ. Panderma, Αθήνα 1975.

Στάσεις στο μέλλον, εκδ. Εγνατία, Θεσσαλονίκη 11979, 21980? εκδ. Πορεία, Αθήνα 31980? εκδ. ΄Εξοδος, Αθήνα 41983.

Περνάει ο στρατός..., εκδ. Πορεία, Αθήνα 11980? εκδ. ΄Εξοδος, Αθήνα 21983.

Τα θεάματα, εκδ. ΄Εξοδος, Αθήνα 1983.

Τα ποιήματα [1957-1983]. Στάσεις στο μέλλον, Περνάει ο στρατός..., Τα θεάματα, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 11995? εκδ. Κέδρος, Αθήνα 22006.

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Ισιδώρα, Ισιδώρα! Ο τραγικός έρωτας της Ντάνκαν με τον ποιητή Γεσένιν, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 1995.

ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Το πανηγύρι τ' Άη Συμιού (μια μεσολογγίτικη λαογραφία), (με Βησσαρίωνα Γκόρπα), εκδ. Ζυγός, Αθήνα 1972.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Περιπετειώδες κοινωνικό και μαύρο νεοελληνικό αφήγημα, εισαγωγή - βιογραφικά - ανθολόγηση (1850-1950), δύο τόμοι, εκδ. Σίσυφος, Αθήνα 1981.

ΚΑΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ

Στέρης, το τραγικό παραμύθι της ζωής και του έργου ενός πρωτοπόρου, 18 κριτικά άρθρα γύρω από μια έκθεση, εκδ. Πανόραμα, Αθήνα 1982.

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ

Το βιβλίο όλων των ημερών. Η πρώτη μου ατζέντα, εκδ. Δεληθανάση, Αθήνα 1992.

ΣΤΗΡΙΞΗ ΚΛΑΣΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ (Επιμέλεια - βιογραφικά - πρόλογοι)

Γεράσιμος Βώκος, Ο εκτοπισμένος κ.ά. διηγήματα, επανέκδοση, εκδ. Έξοδος, Αθήνα 1983.

Νικόλαος Β. Βωτυράς, Ο μάγκας του ωρολογίου, επανέκδοση, εκδ.΄Εξοδος, Αθήνα 1983.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Αθηναϊκά διηγήματα, εκδ. Σπηλιώτη, Αθήνα [1990].

Ευάγγελος Λεμπέσης, Η τεράστια κοινωνική σημασία των βλακών στο σύγχρονο βίο. Μελέτη κοινωνική και ψυχολογική. Μεταγλώττιση και ένα κείμενο γραμμένο από τον Θωμά Γκόρπα, εκδ. Σπηλιώτη, Αθήνα 11990, 22003.

Για τον Θωμά Γκόρπα και για το έργο του έγραψαν οι: Νικηφόρος Βρεττάκος, Τάκης Δόξας, Σταμάτης Μαράντος, Δημ. Στουπάκης, Κ.Σταματίου, Τάσος Λειβαδίτης, Σπύρος Τσακνιάς, Σπύρος Κατσίμης, Κ.Ι.Τσαούσης, Νίκος Σπάνιας, Στέλιος Γεράνης, Τάκης Σινόπουλος, Ευγένιος Αρανίτσης, Λεωνίδας Ζενάκος, Θ.Μ.Πολίτης, Δημ. Τσάκωνας, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Γιάννης Κουβαράς, Ανδρέας Μπελεζίνης, Βαγγέλης Κάσσος, Γ.Π.Σαββίδης, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Δημήτρης Σταμέλος, Κώστας Βούλγαρης, Λεωνίδας Χρηστάκης, Παντελής Μπουκάλας, Αλέξης Ζήρας, Χρ. Γιαννακόπουλος, Γιάννης Δάλλας, Μιχ. Μερακλής, Βασίλης Καλαμαράς, Ακακία Κορδόση, Κ.Ρεσβάνης, Γιώργος Μαρκόπουλος, Αλέξ. Αργυρίου, Μάριος Χάκκας, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Γιάννης Τριάντης, Κώστας Κρεμμύδας, Αγγελική Κωσταβάρα, Γιάννης Κοντός, Θανάσης Κωσταβάρας, Μάρκος Μέσκος κ.ά.









Από την σελίδα του Χρήστου Δημάκη και το λογοτεχνικό περιοδικό "παρουσία Τριμηνιαία Έκδοση Της Ένωσης Αιτωλοακαρνάνων Λογοτεχνών.Αθήνα " Αυτοβιογραφικά στοιχεία του Θωμά Γκόρπα,
Χαιρετισμός του Θωμά Γκόρπα,
Ο Τάκης Σινόπουλος για τον Θωμά Γκόρπα


















σήμερα: