σήμερα είναι:
Since 1996
Αρκαδική και Γορτυνιακή Ανθολογία
Kostas Douridas
  1. Προλογικά..

  2. Γαϊτανάκη Ζαχαρούλα

  3. Γιαννούκου Ευαγγελία

  4. Γρίβα Ελένη

  5. Γρίβας Στάθης

  6. Δημόπουλος Γιάννης

  7. Διονυσόπουλος Κώστας

  8. Δουζένης Γιώργος

  9. Δουρίδας Κώστας

  10. E. Ηλιοπούλου - Ζαχαροπούλου

  11. Ιωαννίδης Τάκης (Παναγιώτης)

  12. Καπαρδέλη Ευτυχία

  13. Καπορδέλης Δημήτρης

  14. Καπορδέλη - Ζογκαρη Ρέα

  15. Καραμούντζος Κ. Σπύρος

  16. Κατράκης Πότης

  17. Κομίνης Θ. Αντώνης

  18. Κουφοπούλου-Ηλιοπούλου Θ.

  19. Κουσουνέλος Γιώργος

  20. Μποτής Γεώργιος

  21. Παλαμήδης Νίκος

  22. Παναγοπούλου Μαρία

  23. Παπαιωάννου Καλύβα Ζ.

  24. Πρωτοπαπάς Κάκου Γ.

  25. Ρέππας Χρίστος

  26. Σπηλιόπουλος Τάκης

  27. Στασινόπουλος Γιώργος

  28. Συμιγδαλάς Αντώνης

  29. Τριάδης Νικόλαος

  30. Τρουπής Θεόδωρος

  31. Τσίτσος Ιωάννης

  32. Βερβενιώτης Δημήτιος

  33. Χρυσοχός Ηλίας




Προηγούμενη  σελίδα Κεντρική σελ. της Ενότητας Επόμενη  σελίδα
ΠρώτηΣελίδα
«Οι δίοδοι του απανταχού Ελληνισμού έχουν σίγουρα ανοίξει και είναι απαράδεκτο αν δεν επιτύχουμε με την τεχνολογία που έχουμε». Ιάκωβος Γαριβάλδης
Αναζητήσεις
  • Nationanal Book Centre of Greece
  • Toussulis
  • Translator on Line
  • Wikipedia
  • Αναπηρία Τώρα
  • Αρχιπέλαγος
  • Ασπρη Λέξη
  • Γιάννης Κοντός
  • Δημοτική Βιβλιοθήκη Ραψάνης
  • Ειδήσεις
  • Εκδόσεις Αρμός
  • Εκδόσεις Ενδυμίων
  • Εκδόσεις Ηλέκτρα
  • Ελληνική Βιβλιογραφική Πύλη
  • Ελληνική Μπλογκόσφαιρα
  • Ηριδανός Βιβλία
  • Θανάσης Παπακωνσταντίνου
  • Καλειδοσκόπιο
  • Κωνσταντίνος Πέτρου Καβάφης
  • Μαΐστρος Εκδόσεις
  • Μαρία Βουμβάκη
  • Μετάφραση
  • Μικρός Απόπλους
  • Μουσικά προάστια
  • Μυριόβιβλος
  • Πυξίδα
  • Ραδιοφωνικοί Σταθμοί
  • Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού
  • τέχνης παίδευσις
  • ONLINE ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ

    Specials Poiein

    Ιστολόγια

    ΝΟΜΟΣ ΑΡΚΑΔΙΑΣ

    Ιστορική και γεωγραφική περιοχή της Πελοποννήσου, στο κεντρικό τμήμα της, που σήμερα αποτελεί στο σύνολό της σχεδόν τον νομό Αρκαδίας (4.419 τ. χλμ., 102.035 κάτοικοι) με πρωτεύουσα την Τρίπολη. Ο νομός συνορεύει βόρεια με τους νομούς Κορινθίας και Αχαΐας, δυτικά με τους νομούς Ηλείας και Μεσσηνίας, νότια με τους νομούς Λακωνίας και Μεσσηνίας, και ανατολικά βρέχεται από τον Αργολικό κόλπο.

    Στο κέντρο σχεδόν της Αρκαδίας απλώνεται το οροπέδιο της Τρίπολης που περιβάλλεται από τα Αργολιδοαρκαδικά όρη, Ολίγυρτο (Σκίπιζα 1.935 μ.), Τραχύ (1.808 μ.), Λύρκειο (Γούπατα, 1.755 μ.), Αρτεμίσιο (1.771 μ.), Κτενιά (1.634 μ.) και Μαίναλο (1.980 μ.), το κυρίως αρκαδικό βουνό, με πολλά δάση και άφθονα νερά, όπου κατά την αρχαιότητα λατρευόταν ο Παν και οι Δρυάδες, και από τις βόρειες προεκτάσεις του Πάρνωνα (κορυφή Κούκουρα 1.449 μ.). Το οροπέδιο της Τρίπολης χωρίζεται με χαμηλά εγκάρσια υψώματα στις μικρές λεκάνες της Τρίπολης, της Τεγέας, της Μαντινείας και του Ορχομενού. Είναι καρστικής προέλευσης και οι λεκάνες του έχουν γεμίσει με νεότερες προσχώσεις. Τα νερά των λεκανών αυτών αποχετεύονται υπογείως με καταβόθρες (τα ζέρεθρα των αρχαίων Αρκάδων) που σχηματίζουν λίμνες, έλη και κεφαλάρια, έξω από τα σύνορα του νομού, ή εκβάλλουν στον Αλφειό και τον Αργολικό κόλπο. Στα νότια του οροπεδίου της Τρίπολης σχηματίζεται το οροπέδιο της Ασέας, που κατεβαίνει προς τη λεκάνη της Μεγαλόπολης, τεκτονικό βύθισμα, λίμνη κατά το τριτογενές και τέλμα κατά το τεταρτογενές. Οι φυτικές ύλες που συγκεντρώθηκαν εκεί έχουν σχηματίσει επιφανειακά κοιτάσματα λιγνίτη πάχους 65 μ., τα μεγαλύτερα της Ελλάδας μαζί με αυτά της Πτολεμαΐδας. Τα όρη Λύκαιο (1.421 μ.) και Τετράζιο (1.389 μ.) κλείνουν τη λεκάνη της Μεγαλόπολης στα Δ και τη χωρίζουν από τη σχετικά εύφορη πεδιάδα της Μεσσηνίας.

    Το οροπέδιο της Τρίπολης και τα γύρω βουνά του αποτελούν τον κυρίως υδροκρίτη της Πελοποννήσου. Στα νότια του οροπεδίου πηγάζει ο Αλφειός. Πριν βγει από τον νομό δέχεται και τα νερά του Λάδωνα και του Ερύμανθου που και οι δύο πηγάζουν από την Αχαΐα. Στα βόρεια των Τροπαίων (Γορτυνία) έχει κατασκευαστεί φράγμα μήκους 105 μ. και ύψους 57 μ. που συγκρατεί τα νερά του Λάδωνα και σχηματίζεται έτσι τεχνητή λίμνη (έκταση 6.000 στρέμ., χωρητικότητας 50.000.000 κ. μ.). Η λίμνη αυτή τροφοδοτεί υδροηλεκτρικό εργοστάσιο με δύο ηλεκτροπαραγωγικές μονάδες εγκατεστημένης ισχύος 70.000 κιλοβάτ που παράγουν κατά μέσο όρο 300.000.000 ωριαία κιλοβάτ ηλεκτρικής ενέργειας τον χρόνο. Το κλίμα του νομού Αρκαδίας, εκτός από τις χαμηλές παραλιακές περιοχές, είναι μάλλον ψυχρό και ηπειρωτικό. Τον χειμώνα το ψύχος είναι δριμύ, ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος, λόγω του ορεινού χαρακτήρα της περιοχής. Οι βροχοπτώσεις ξεπερνούν τα 800 χιλιοστά.

    Τα γεμάτα δάση βουνά, τα άφθονα νερά, οι όμορφες τοποθεσίες, οι ηλιόλουστες κοιλάδες, όπου βόσκουν προφυλαγμένα τα κοπάδια, έκαναν από την αρχαιότητα την Αρκαδία ιδιαίτερα ειδυλλιακή χώρα. Οι ποιητές (Θεόκριτος, Βιργίλιος) έπλασαν έτσι μια φανταστική χώρα όπου οι βοσκοί διατηρούσαν τα αγνά ήθη τους και επικρατούσε η ευτυχία της ήρεμης ζωής. Με τον τίτλο Αρκαδία ο Ι. Σανατσάρο δημοσίευσε βουκολικό ποίημα, το οποίο θεωρείται ένα από τα χαρακτηριστικότερα έργα της ιταλικής λογοτεχνίας. Με τον ίδιο τίτλο ο ’γγλος ποιητής Φ. Σίντνεϊ έγραψε έργο σε πεζό λόγο όπου παρεμβάλλονται στίχοι (η τρίτη μορφή του δημοσιεύτηκε το 1593) και ο Λόπε ντε Βέγκα βουκολικό ποίημα (1598). Αλλά και ο Γάλλος ζωγράφος Πουσέν εμπνεύστηκε από την Αρκαδία τον περίφημο πίνακά του Ποιμένες της Αρκαδίας (1653) που φυλάσσεται στο Μουσείο του Λούβρου.

    Διονυσόπουλος Κώστας

    Ο Κώστας Διονυσόπουλος κατάγεται από τα Όχθια Αρκαδίας. Περάτωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, στα Λαγκάδια Γορτυνίας και σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Διετέλεσε επί σειρά ετών, Διευθυντής εκπαίδευσης προσωπικού, του Ταχ/κού Ταμιευτηρίου και εισηγητής σεμιναρίων, σε θέματα marketing και management. Έχει βραβευθεί από το Δ.Σ του ανωτέρω Ιδρύματος, για την υψηλού επιπέδου εργασία του και έχει συνταξιοδοτηθεί, με το βαθμό του Επίτιμου Διευθυντή. Ασχολείται από τα εφηβικά του χρόνια, με την πεζογραφία και τον ποιητικό λόγο. Περισσότερες από εκατό εργασίες του, έχουν δημοσιευθεί, σε εφημερίδες και περιοδικά τοπικού κυρίως ενδιαφέροντος. Χόμπι του, εκτός από την λογοτεχνία, είναι τα ταξίδια, «πάνω από είκοσι στο εξωτερικό» και οι εκδρομές. Το χρόνο του, τον μοιράζεται μεταξύ Αθήνας ?της γενέτειράς του Όχθια και των ταξιδιών. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα. «Ασίγαστα πάθη». «Το χαμόγελο της Ελπίδας» και «Το παράπονο του πατέρα». ». Επίσης «Το χωριό μου «ΤΑ ΟΧθΙΑ» «ποιητική συλλογή 100 και πλέον ποιημάτων» και τα «Τα παραμύθια του παππού»» Στο στράτευμα υπηρέτησε ως έφεδρος Ανθ/γός και σήμερα φέρει το βαθμό του έφεδρου Λοχαγού. Διετέλεσε πρόεδρος του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων του 24ου Δημοτικού Σχολείου Περιστερίου και πρόεδρος του Συλλόγου Οχθιτών Αθήνας. Η προσφορά του, τόσον στον πολιτιστικό, όσο και στον κοινωνικό τομέα της ιδιαιτέρας του πατρίδας, είναι σημαντική. Γι? αυτό, έχει βραβευθεί και από τους δύο Συλλόγους του χωριού του, «Όχθια Αρκαδίας». Πιο κάτω παρατίθενται δείγματα από τη λογοτεχνική δραστηριότητά του





    «Μυθιστόρημα»

    ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΕΝΟΣ ΠΑΤΕΡΑ

    Ήταν ένα χειμωνιάτικο βράδυ. Έξω ο βοριάς λυσσομανούσε αδιάκοπα. Στους δρόμους του μικρού χωριού, έβλεπες αραιά και που κανένα άνθρωπο, που έτρεχε βιαστικά κάτω από την ομπρέλα του, να πάει στο σπίτι του. Τα φώτα των φαναριών στα σοκάκια, τρεμόσβηναν, λες και χόρευαν λικνιστικά στους ήχους της βροχής και του αέρα, που δυνάμωναν όσο περνούσε η ώρα. Στην αδυσώπητη μάχη των στοιχείων της φύσης εκείνης της νύχτας, έπαιρνε μέρος και η γριά καρυδιά, που ήταν φυτεμένη σύρριζα στο σπίτι. Τα γυμνά κλωνάρια της, έδιναν ρυθμικές καρπαζιές στο πέτρινο σπίτι του κυρ. Λευτέρη, λες και ήθελαν να διαμαρτυρηθούν, γιατί δεν είχαν χώρο να απλωθούν κι? άλλο.

    Ο κυρ Λευτέρης, ένας μεσόκοπος άντρας, που γεννήθηκε και μεγάλωσε σε τούτο το σπίτι, τώρα ζούσε μόνιμα στην πόλη. Πολλές φορές όμως, κατέβαινε στο χωριό του, από αγάπη και νοσταλγία, για τον τόπο του. Έτσι έγινε κι? αυτή τη φορά. Στην Αθήνα πριν φύγει, ήταν χαρά θεού. Λιακάδα χωρίς κανένα σύννεφο στον Αττικό ουρανό. Ήταν άλλωστε, το δεκαήμερο των Αλκυονίδων ημερών. Όμως στα μισά του δρόμου για το χωριό του, ο ουρανός γέμισε μαύρα σύννεφα και οι κορυφές των γύρω βουνών, σκοτείνιασαν από πυκνή ομίχλη από πυκνή αντάρα. Όταν ο κυρ Λευτέρης έφθασε στο χωριό του, στο σπίτι του, είχε ήδη νυχτώσει. Αφού τακτοποίησε πρόχειρα, τις λίγες αποσκευές του, άνοιξε τα πατζούρια του σπιτιού, να μπει καθαρός αέρας. Μετά στάθηκε στη μπαλκονόπορτα της βεράντας, που βλέπει κατά το Κατάκολο.

    Μπροστά του, παντού μαυρίλα, βροχή κι? αντάρα και μόνο τα λίγα φώτα των γύρω χωριών, φάνταζαν μέσα στη νύχτα σα πυγολαμπίδες στο σκοτάδι. Αυτή η εικόνα, δεν του άρεσε καθόλου, τον γέμιζε κατάθλιψη, γι? αυτό έκλεισε την πόρτα και μπήκε πάλι μέσα στο σπίτι. Μπροστά του τώρα, είχε το τζάκι. To τζάκι σβηστό όπως ήταν, έμοιαζε άχαρο, έμοιαζε σα λείψανο. Πρέπει να φέρω ξύλα, πρέπει ν? ανάψω τη φωτιά, σκέφθηκε ο κυρ Λευτέρης και κατέβηκε από την εσωτερική σκάλα του σπιτιού που οδηγεί στο κήπο. Εκεί ήταν τα ξύλα. Τα ξύλα στεγνά όπως ήταν, κάτω από το υπόστεγο, άναψαν αμέσως. Μετά, έβαλε ένα πουρναρίσιο κούτσουρο στη φωτιά κι? έτσι δεν άργησε να γίνει μια ζεστή ατμόσφαιρα, που χάρισε θαλπωρή σε όλο το σπίτι.

    Ο κυρ Λευτέρης, νόμιζε πως αυτή η ατμόσφαιρα, ήταν ίδια με κείνη, που ζούσε εδώ, τότε στα παιδικά του χρόνια. Τότε που η γιαγιά του, oι γονείς του και οι δύο αδελφές του, ζούσαν ευτυχισμένοι σ? αυτό εδώ το σπίτι. Τότε που δεν είχαν ηλεκτρικό φως, δεν είχαν ψυγείο και τηλεόραση, όμως στο σπίτι τους κάθε βράδυ, είχαν μουσαφίρηδες, συγγενείς ή φίλους, που περνούσαν όλοι μαζί, όμορφες χειμωνιάτικες νύχτες. Τα παραμύθια και οι διάφορες ιστορίες, ήσαν στην ημερήσια διάταξη. Η γιαγιά, καθόταν πάντα στο αριστερό παραγώνι, εκεί ήταν η θέση της και κανείς δεν τολμούσε να της την πάρει. Ο πατέρας, καθόταν απέναντι στη δεξιά πρώτη θέση του τζακιού, για να ζεσταίνεται και να ξεκουράζεται όταν γύριζε από τις δουλειές στα χτήματα. Εμείς τα τρία παιδιά, καθόμαστε μπροστά στο τζάκι, για να κουβαλάμε ξύλα για τη φωτιά, όταν τέλειωναν. Αυτά σκεπτόταν ο κυρ Λευτέρης, καθισμένος μόνος κι? έρημος στο πατρικό του σπίτι, εκείνη τη χειμωνιάτικη νύχτα.

    Δίπλα του, ήταν κρεμασμένη μια βιβλιοθήκη με παλιά βιβλία. Στεκόταν κρεμασμένη γεμάτη παράπονο, γιατί ποτέ κανείς δεν την ξεσκόνισε, γιατί ποτέ κανείς δεν πήρε ένα βιβλίο της, να το διαβάσει. Στεκόταν εκεί στη θέση της, καρφωμένη σαν το Χριστό. Τα μάτια του κυρ Λευτέρη με μια αστραπιαία ματιά έκαναν ένα έλεγχο στους τίτλους των βιβλίων, πολλά από τα οποία, του θύμιζαν τα φοιτητικά του χρόνια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τα μάτια του όμως, σταμάτησαν κάποια στιγμή, επάνω στον τίτλο ενός βιβλίου, που του ράγισε την καρδιά. Το βιβλίο έγραφε απ? έξω «ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΕΝΟΣ ΠΑΤΕΡΑ Αφού το πήρε στα χέρια του, το φύσηξε για να φύγουν οι σκόνες και μετά στρογγυλοκάθισε στην αναπαυτική πολυθρόνα, που ήταν κοντά στο τζάκι.

    Ένα χρωματιστό λαμπατέρ, που ήταν δίπλα του, φώτιζε αρκετά καλά, ώστε να δημιουργήσει ιδανικές συνθήκες για διάβασμα. Ο κυρ Λευτέρης ήταν και αυτός ένας πονεμένος πατέρας και ο τίτλος του βιβλίου ήταν μια πρόκληση γι? αυτόν. Καθισμένος κοντά στη φωτιά, άνοιξε το βιβλίο και άρχισε να διαβάζει. «Μια φορά και ένα καιρό, σ? ένα μικρό χωριό, ζούσε μια χήρα μάνα, με την οικογένεια της, που την αποτελούσε, ο μοναδικός και μονάκριβος γιος της. Η χήρα μάνα από τα νεανικά της χρόνια, είχε χάσει τον άντρα της και από τότε, φτωχή και ανήμπορη όπως ήταν, φόρτωσε χωρίς να το θέλει, όλες τις δουλειές, όλες τις φροντίδες, επάνω στο νεαρό βλαστάρι της. O νεαρός γιος της χήρας, δεν βαρυγκωμούσε, που έτρεχε όλη τη μέρα για τις δουλειές, δεν βαρυγκωμούσε που έμεινε αναλφάβητος, γιατί ένοιωθε, πως έτσι έπρεπε να γίνει, αφού η μάνα του, δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα μόνη της. Κάποια στιγμή όμως, αναγκάσθηκε ν? αφήσει το σπίτι του, τη μάνα του και τις δουλειές, αφού έπρεπε να πάει στρατιώτης. Όμως, ποιος θα φρόντιζε τώρα το σπίτι τους; Ποιος θα βοηθούσε την ανήμπορη μάνα του; Σκέφθηκαν πως το καλύτερο που είχαν να κάνουν, ήταν να παντρευτεί ο γιος, πριν φύγει για στρατιώτης, για να έχει η μάνα του για βοηθό και παρέα της, τη γυναίκα του, τη νύφη της. ??. . »





    «Μυθιστόρημα»

    Μικρή περικοπή από το αισθηματικό ?κοινωνικό και περιπετειώδες μυθιστόρημα του Συγγραφέα «ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ»

    ........... Έτσι, δεν παραξενεύτηκε καθόλου, όταν στον πρώτο σταθμό, στο «καφέ Λεβέντης» της Βοιωτίας, ένας συνταξιδιώτης, περίπου κοντά στην ηλικία της, την πλησίασε και της χάρισε ένα μπουκέτο μενεξέδες, «Από τα βιβλία της αρχαίας Ελλάδας της είπε, έχω δει τη θεά Αθηνά, τη θεά, που υποπτεύομαι πως ήταν, η πιο όμορφη από όλες της Αθηναίες. Τώρα όμως που γνώρισα εσένα, πιστεύω πως, αν δεν είσαι η κόρη της Αθηνάς, ασφαλώς θα είσαι, η ίδια η Αθηνά». Η Ελπίδα χαμογέλασε με τη φιλοφρόνηση του ωραίου αυτού Αυστραλού, και την αποδέχτηκε σιωπηλά μια και γνώριζε πως, στο επάγγελμά της, συμβαίνουν αυτά και δεν πρέπει κανείς, να δίνει μεγαλύτερη σημασία από αυτή που πρέπει.

    Όμως, μέσα στην ψυχή της, τα λόγια του Αυστραλού, έμοιαζαν με βάλσαμο. Έμοιαζαν σα σπόρος, που πέφτει σε αγρό, που είναι προετοιμασμένος να τον δεχτεί, να τον μεγαλώσει και να τον γιγαντώσει. Δεν ήταν η Ελπίδα, ένας επιπόλαιος άνθρωπος, δεν ήταν μια αλαφρόμυαλη γυναίκα, όμως τα λόγια του νεαρού Αυστραλού, τα αποδέχθηκε και ένοιωθε να τον ευγνωμονεί, γιατί τα είχε ανάγκη, γιατί τα χρειαζόταν. Τα χρειαζόταν τώρα, αυτή τη στιγμή, που οι ηθικές της δυνάμεις, την είχαν εγκαταλείψει, τώρα που έβλεπε πως ο αγαπημένος της Αλή, την παραμέριζε σιγά σιγά, για κάποια άλλη. Σε μια ανάπαυλα του ταξιδιού, καθώς κοίταζε έξω από το παράθυρο, θυμήθηκε τα φοιτητικά της χρόνια. Θυμήθηκε εκείνα τα χρόνια που ο ωραίος Σύριος ο Αλή, τη διαβεβαίωνε πως, ήταν έτοιμος ακόμα και την πίστη του να αλλάξει, προκειμένου να τον παντρευτεί.

    Τώρα όμως, μια θλιμμένη όψη, περιπλανιέται στο πρόσωπό του σκεπτόταν, μια όψη γεμάτη ερωτηματικά, γεμάτη απογοήτευση. Μια θλιμμένη όψη, που ζητάει τη συμπόνια και την κατανόησή της, γι? αυτό που γίνεται στη ζωή τους. Η Ελπίδα καταλάβαινε πως, δεν μπορούσε να σκεφτεί, τι έπρεπε να κάνει και πως έπρεπε να φερθεί στον άντρα της, τώρα που ο απόηχος του χωρισμού τους, άρχισε να ακούγεται ξεκάθαρα. Ήξερε μονάχα, πως έπρεπε να τελειώσει αυτό το ταξίδι με τους Αυστραλούς και μετά με ησυχία και σύνεση, θα έπαιρνε τις τελικές της αποφάσεις. Όταν το πούλμαν έφθασε στη Θεσσαλονίκη, πήρε το ανηφορικό δρόμο για το Σέϊχ-Σου, για το βουνό που δεσπόζει της πόλης. Μέσα στο καταπράσινο δάσος, ξεπρόβαλε επιβλητικό το πολυτελές ξενοδοχείο «ΦΙΛΙΙΠΕΙΟ»,όπου η συντροφιά θα διανυκτέρευε.

    Μετά από μια πρόχειρη διαδικασία, στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου, οι τουρίστες πήραν τα κλειδιά των δωματίων τους και αποσύρθηκαν για ξεκούραση, στα δωμάτιά τους. Η Ελπίδα, είχε μείνει τελευταία στη ρεσεψιόν, όπως τελευταίος είχε μείνει και ο Αυστραλός θαυμαστής της. Με το ασανσέρ κατευθύνθηκαν στον τρίτο όροφο. Με λένε Robert της συστήθηκε μέσα στην καμπίνα του ασανσέρ και της έδωσε το χέρι. Η Ελπίδα καταλάβαινε πως, ο εντυπωσιακός αυτός Αυστραλός, που είχε αρχίσει από την αρχή του ταξιδιού τους, να της δείχνει το ενδιαφέρον του, θα συνέχιζε για πολύ ακόμα, να την φλερτάρει. Το ενδιαφέρον του Αυστραλού, αποτελούσε για την Ελπίδα εκείνη την ώρα, μια στιγμιαία όαση, μια όαση που την είχε ανάγκη όπως ο Βεδουίνος που προχωράει με τις καμήλες του, στην καυτερή άμμο της Σαχάρας.

    Μια όαση που την επιζητούσε, στην κατάσταση που βρισκόταν, μια όαση που την ήθελε όσο τίποτα άλλο, τούτη τη στιγμή. Έτσι, δεν τόλμησε να του αρνηθεί να πιουν ένα ποτό το βράδυ, στο Bar του ξενοδοχείου. Αφού του ευχήθηκε καλή ξεκούραση μπήκε πρώτη στο δωμάτιό της. Όπως διαπίστωσε στη συνέχεια, τα δωμάτια τους, ήταν συνεχόμενα και τα μπαλκόνια τους, τα χώριζε ένα χαμηλό γυάλινο χώρισμα. Η σύμπτωση αυτή, τους έκανε να γελάσουν, όταν μετά από λίγο συναντήθηκαν στις βεράντες τους, που βγήκαν να αποθαυμάσουν το Θερμαϊκό. Αργά το βράδυ, η Ελπίδα και μετά από πολύ ώρα συνεργασίας με τον καθρέφτη, αποφάσισε να κατέβει στο bar.

    Είχε ένα ανεξήγητο τρακ, λες και έβγαινε ραντεβού με κάποιο, που ήθελε να τον εντυπωσιάσει, να τον συγκινήσει, με λίγα λόγια να τον κερδίσει. Ο Robert, μπορεί να της έκανε ένα αστείο κομπλιμέντο, στη διάρκεια του ταξιδιού τους, σε καμιά όμως περίπτωση, δεν άφησε να εννοηθεί κάτι, που θα την εξέθετε ή θα εκτιθόταν και ο ίδιος. Η ελπίδα, παρότι γνώριζε καλά το γεγονός αυτό, εντούτοις μέσα της, ένοιωθε την ανάγκη, να πείσει τον Ρόμπερτ να συνεχίσει να την φλερτάρει, να συνεχίσει να την πολιορκεί και να την συμπαθήσει.

    Η ελπίδα δεν αντιλαμβανόταν ότι, έπαιζε με τη φωτιά, δεν καταλάβαινε πως, το παιγνίδι που ξεκινούσε με τον Αυστραλό, μπορεί να είχε μια ρομαντική αρχή, όμως κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει το τέλος του. Αυτή τη στιγμή ζούσε, μια παρόμοια κατάσταση, με τον κηφήνα, που τρέχει στους ουρανούς να γονιμοποιήσει τη βασίλισσα των μελισσών. Ο κηφήνας, ενώ διαισθάνεται το τέλος του, μετά τη διαδικασία αυτή, εντούτοις υπακούοντας στο γενετήσιο αίσθημα της αναπαραγωγής, πεθαίνει για πάντα, με το πέρας της αποστολής του αυτής.

    Έτσι και η Ελπίδα, ενώ γνώριζε ότι αυτό που ετοιμαζόταν να κάνει τώρα, σε άλλη στιγμή της ζωής της, δεν θα το συγχωρούσε ποτέ στον εαυτό της, εντούτοις απόψε, ήταν αποφασισμένη να υποκύψει, υπακούοντας στην ενδόμυχη φωνή της, που την εξωθούσε στη συντροφιά του Ρόμπερτ. Έτσι, αφού φόρεσε ένα σκούρο φόρεμα που ήταν σχιστό στο πλάι και άφηνε να φαίνεται διακριτικά ως ψηλά το πόδι της, έβαλε την κολόνια της κι? έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη. Αισθανόταν ικανοποιημένη από την εμφάνισή της. Αισθανόταν ακόμα πως απόψε, έπαιρνε τη ρεβάνς από τον άντρα της, για τη συμπεριφορά του τον τελευταίο καιρό, που την παραμελούσε και πολλές φορές την αγνοούσε.

    Πράγματι, ο Ρόμπερτ την περίμενε στο bar. Ήταν καθισμένος σε ένα σκαμπό και έπινε το ποτό του. Την περίμενε να πλησιάσει και σκεπτόταν να την αγκαλιάσει να τη φιλήσει τρυφερά και να της πει πόσο τυχερός ήταν, που ήρθε στην Ελλάδα. Πριν πλησιάσει, σηκώθηκε από τη θέση του και την περίμενε όρθιος. Συγνώμη που άργησα του είπε η Ελπίδα, ενώ αυτός, με τα δυο του χέρια, έπιασε τα δικά της και τα φίλησε. Εγώ σε περίμενα μια ζωή της είπε, και θα λυπόμουν για τα λίγα λεπτά που άργησες. ?λλωστε η καθυστέρηση είναι ίδιο των βασιλισσών. Αφού γέλασαν κι οι δυο τους, ο Ρόμπερτ τη ρώτησε αν θα προτιμούσε να καθίσουν κάπου πιο αναπαυτικά στο σαλόνι. Η Ελπίδα, παραδέχτηκε πως επάνω στο σκαμπό του μπαρ, δεν θα ένοιωθε και τόσο βολικά, γι? αυτό δέχτηκε την πρόταση του.

    Τότε ο Ρόμπερτ, την έπιασε από το χέρι και την οδήγησε σε μια αναπαυτική πολυθρόνα στην αίθουσα. Μετά τράβηξε και αυτός τη δικιά του κοντά της, και κάθισε δίπλα της. Η Ελπίδα τώρα, βιαζόταν να τον βάλλει στη συζήτηση, γιατί μαγευόταν όταν εκείνος της μιλούσε για την ομορφιά της, όταν της έλεγε πως την παρομοιάζει με τη θεά Αθηνά κλπ. Βιαζόταν ακόμα, γιατί ήθελε να δει την εξέλιξη αυτής της γνωριμίας, που άρχισε τόσο όμορφα, τόσο ρομαντικά.

    «΄Ρόμπερτ του είπε κάποια στιγμή, θέλω να σου πω από την αρχή, ότι εκτιμώ το ενδιαφέρον σου για μένα, εκτιμώ την άψογη συμπεριφορά σου απέναντί μου, όπως και το γεγονός ότι είσαι ένας πολύ ενδιαφέρον άνθρωπος. Όμως, παρότι φοβάμαι πως υπερβάλεις σε όλα αυτά που λες για μένα, εντούτοις, πρέπει να σου πω ότι, όλοι οι άνθρωποι, κολακεύονται όταν ακούν τους άλλους, να εκθειάζουν κάποια από τα χαρίσματά τους. Γι? αυτό λοιπόν, ανεξάρτητα αν είναι αλήθεια, ή απλές φιλοφρονήσεις τα λόγια σου, θέλω να σε ευχαριστήσω γι? αυτά.»

    Ο Ρόμπερτ, όση ώρα μιλούσε η Ελπίδα, την άκουγε με προσοχή και αγωνία, προκειμένου να δει που θα κατέληγε. Μετά κοιτάζοντας την στα μάτια, της είπε πως, μέχρι τώρα στα 33 του χρόνια, δεν είχε αρκετό καιρό να ασχοληθεί με αισθηματικές υποθέσεις, δεδομένου ότι, οι σπουδές του τόσον στην Αυστραλία, όσο και στην Αμερική, του πήραν αρκετό χρόνο. Γι? αυτό το λόγο, δεν τα καταφέρνω τόσο καλά της είπε, με το έτερο φύλλο. Ζητώ λοιπόν την κατανόηση σου, αν κάπου σε προσέβαλα, αν κάπου τα λόγια μου, δεν ήσαν αυτά που έπρεπε. Αχ! Ρόμπερτ του είπε η Ελπίδα, πιάνοντάς το χέρι του. Εσύ με προσέβαλες; Εσύ που μόνο ύμνους ξέρεις να λες.

    Ελπίδα συγχώρεσε τον αυθορμητισμό μου και επίτρεψέ μου να σου πω χωρίς περιστροφές, να σου πω ειλικρινά, τίμια και ανθρώπινα, να σου πω ότι, σε θέλω παθιασμένα, ότι σε θέλω όπως ο μελλοθάνατος τη ζωή, ότι σε θέλω σαν τη διψασμένη γη, που προσμένει τη βροχή να πρασινίσει, να βγάλει λουλούδια και καρπούς. Σε θέλω για σήμερα, για αύριο και για πάντα και σου υπόσχομαι να εξαφανιστώ από τη ζωή σου τώρα αμέσως, αν μου το ζητήσεις, αν πραγματικά αυτό το θέλεις. Λέγοντας αυτά τα λόγια ο Ρόμπερτ, της έπιασε το χέρι και το φίλησε. Μετά σηκώνοντας το κεφάλι του, φάνηκε πως ένα κρυσταλλένιο δάκρυ κυλούσε στο πρόσωπο του. Η Ελπίδα συγκλονίστηκε, γιατί στη θέση του 33χρονου Ρόμπερτ, έβλεπε τώρα πως είχε μπροστά της, ένα παιδί. Ένα δειλό παιδί, που ζητούσε απεγνωσμένα την αγάπη και την κατανόησή της. Αφού του σκούπισε το δάκρυ, τον χάιδεψε στα μαλλιά και τον άφησε αδιαμαρτύρητα, να ενώσει τα χείλη του με τα δικά της.

    Όταν συνειδητοποίησε αυτό που είχε κάνει, ένοιωσε ντροπή, ένοιωσε πως ήταν μια λανθασμένη και επιπόλαιη επιλογή. Ο Ρόμπερτ που αντελήφθη το συναίσθημά της αυτό, της είπε. Ελπίζω να μη μετάνιωσες, για ότι έκανες πριν. Να μη μετάνιωσες, γιατί λειτούργησες με φυσικότητα, γιατί λειτούργησες σαν πραγματική και φυσιολογική γυναίκα. Ρόμπερτ το λες αυτό, γιατί δεν ξέρεις. Το λες αυτό, γιατί δεν με γνωρίζεις καλά. Όμως πίστεψέ με, ήταν και για μένα μια αδύνατη στιγμή, του είπε η Ελπίδα. Ήταν μια στιγμή ανθρώπινης αδυναμίας. Αν συνεχίσεις να μιλάς ακόμα, γι? αυτό το θέμα Ελπίδα, θα πιστέψω ότι προσπαθείς να του δώσεις, περισσότερη σημασία, από αυτή που πραγματικά έχει, της είπε ο Ρόμπερτ.

    «Ρόμπερτ άκουσέ με. Έπρεπε να σου πω από την αρχή, ότι είμαι παντρεμένη, να σου πω, πως έχω και ένα παιδί και πως, νοιάζομαι γι? αυτό. Αντιλαμβάνεσαι λοιπόν, ότι η συμμετοχή μου σ? αυτό το ρομάντζο, δεν συμβιβάζεται με ό,τι χαρακτηρίζει μια καλή σύζυγο και μια καλή μητέρα. Αντιλαμβάνεσαι πιστεύω πως, όταν κάποια στιγμή, τελειώσει αυτή η ιστορία, το μόνο που θα έχει μείνει, είναι μια ανάμνηση και στους δυο μας. Μια ανάμνηση, που ο καθένας μας, θα την αναπολεί και θα την αναπλάθει, ανάλογα με τον τρόπο που την βιώνει τώρα.»

    Ο Ρόμπερτ την άκουγε χωρίς να μιλά. Ήθελε να της πει, ότι την είχε κατασκοπεύσει, ότι ήξερε πως ήταν παντρεμένη, από τότε που το πούλμαν σταμάτησε στο «ΚΑΦΈ ΛΕΒΕΝΤΗΣ» στη Βοιωτία. Τότε που ρώτησε τον Έλληνα οδηγό, αν την γνώριζε από άλλες ξεναγήσεις. Όμως δε μίλησε, δεν έβγαλε άχνα. Εκείνη την ώρα, κάποιος υπάλληλος του ξενοδοχείου ειδοποιούσε τους θαμώνες, ότι το μικρό πούλμαν του ξενοδοχείου, θα κατέβαινε στη Θεσσαλονίκη και θα επέστρεφε τα μεσάνυχτα. Ο Ρόμπερτ πρότεινε στην Ελπίδα να πάνε μια βόλτα μέχρι την πόλη, αλλά η Ελπίδα αρνήθηκε, μια και σήμερα είχαν κάνει αρκετά χιλιόμετρα.

    Μετά, συμφώνησαν να φάνε μαζί, στην ταβέρνα του ξενοδοχείου «Byzantine», που διέθετε και Ελληνική μουσική. Ο Ρόμπερτ που βιαζόταν να δοκιμάσει τον πατροπαράδοτο όπως είπε, Ελληνικό μουσακά και την γνωστή χωριάτικη σαλάτα, έδωσε αμέσως την παραγγελία στο γκαρσόνι, ενώ η Ελπίδα παρήγγειλε μπριζόλα ψαρονέφρι. Ελπίδα της είπε κάποια στιγμή ο Ρόμπερτ. Θέλω να ξέρεις ότι, δεν επιθυμώ να μπω στη ζωή σου, για να σου δημιουργήσω πρόβλημα. Δεν θέλω να μπω στη ζωή σου, να σου χαλάσω την οικογενειακή σου ευτυχία. Θέλω μόνο να ξέρεις ότι, στο πρόσωπό μου, θα βρίσκεις όποια στιγμή εσύ θέλεις, ένα καλό φίλο.

    Ένα φίλο, που θα μπορείς να του εμπιστεύεσαι με σιγουριά, το κάθε πρόβλημά σου. Θα μπορείς να του εμπιστεύεσαι το πόνο σου, η τη χαρά σου. Μα Ρόμπερτ αύριο εσύ θα φύγεις, θα πας στο άλλο άκρο της γης, πως θα μπορώ εγώ να σε βρίσκω για να ζητώ τη συμπαράσταση και τη φιλία που μου προσφέρεις; Στο αδυσώπητο αυτό ερώτημα της Ελπίδας, ο Ρόμπερτ ένοιωσε πως κακώς πρόβαλε τη φιλία του στην Ελπίδα σα μέσον επικοινωνίας τους. Κακώς την επικαλέσθηκε, αφού ήταν αλήθεια πώς, σε λίγες μέρες, θα έφευγε από την Ελλάδα. Από το αδιέξοδο που βρέθηκε τώρα ο Ρόμπερτ, τον έβγαλε το γκαρσόνι, που εκείνη την ώρα, σερβίρισε τα φαγητά, που είχαν παραγγείλει.

    Τρώγοντας, ο Ρόμπερτ έριχνε λοξές ματιές στην Ελπίδα, χωρίς να μιλά. Ήταν αλήθεια, πως την κοίταζε και τη θαύμαζε. Τη θαύμαζε, γιατί δεν ήταν μόνο όμορφη, αλλά γιατί μέσα της έκρυβε, το μεγαλείο μιας ολοκληρωμένης γυναίκας. Ο Ρόμπερτ, εκτιμούσε ιδιαίτερα την ειλικρίνεια των απόψεών της, το θάρρος της, να λέγει τα πράγματα με τ? όνομα τους, ανεξάρτητα αν αυτό καμιά φορά την επιβάρυνε. Θυμάται πως, πριν από λίγο, δεν δίστασε να του πει ότι. «Αντιλαμβάνεσαι λοιπόν ότι η συμμετοχή μου σ? αυτό το ρομάντζο, δεν συμβιβάζεται με ό,τι χαρακτηρίζει μια καλή σύζυγο και μια καλή μητέρα»

    Η Ελπίδα, που αντελήφθη κάποια στιγμή το Ρόμπερτ σκεπτικό, τον ρώτησε. Ρόμπερτ τι σκέπτεσαι; Μήπως σκέπτεσαι πως αύριο το πρόγραμμά μας απαιτεί να σηκωθούμε πρωί; Tι λες, δεν φεύγουμε; Έχεις δίκιο της είπε ο Ρόμπερτ και κάλεσε να φέρουν το λογαριασμό. Σε λίγο έπαιρναν το ασανσέρ για τα δωμάτια τους. Μπροστά από το δωμάτιο της Ελπίδας σταμάτησαν. Σταμάτησαν και κοιτάχτηκαν στα μάτια. Μετά ο Ρόμπερτ με το δεξί του χέρι της χάιδεψε τα μαλλιά και τη φίλησε στο μέτωπο λέγοντάς της, καληνύχτα μωρό μου σ? αγαπώ. Η Ελπίδα τον κοίταξε τρυφερά αλλά δεν μίλησε.

    Ήθελε να τον αγκαλιάσει να τον φιλήσει, να του πει πόσο τον θέλει, πόσο τον ποθεί, αλλά συγκρατήθηκε. Συγκρατήθηκε παρά την επιθυμία της να αφεθεί στη αγκαλιά του και να ξεχάσει ότι έχει αφήσει στην Αθήνα. Όμως ο Ρόμπερτ, που καιγόταν και κείνος από τον ίδιο πυρετό, από το ίδιο πάθος, την έκλεισε στην αγκαλιά του και άρχισε να τη φιλά στο στόμα και στο λαιμό. Η Ελπίδα αφημένη στη διάθεσή του, κάθε τόσο ψέλλιζε, μη Ρόμπερτ, θα μας δουν, ενώ η ίδια γινόταν πιο διαχυτική και έχωνε με πάθος στις σάρκες του τα νύχια της.

    Πάμε μέσα Ελπίδα της είπε κάποια στιγμή ο Ρόμπερτ. Όχι Ρόμπερτ, όχι τουλάχιστον απόψε, του είπε, ενώ άφηνε να νοηθεί ότι η γυναικεία της φύση, της στερούσε για λίγες μέρες ακόμα, τη χαρά της ηδονής. Μετά την εκτόνωση που έφεραν στις αισθήσεις τους, τα λόγια της Ελπίδας αποχωρίστηκαν για να πάνε για ύπνο. Την άλλη μέρα μετά το πρωινό, τους περίμενε μια ολοήμερη εκδρομή στη Βεργίνα. Στην ιστορική Βεργίνα, εκεί που οι ανασκαφές, έφεραν σε φως, τα ευρήματα που αποδεικνύουν την ελληνικότητα της Μακεδονίας μας.





    Δείγμα από την ποιητική δραστηριότητά του συγγραφέα

    ΣΕ ΕΙΧΑ ΓΙΑ ΘΕΟ ΜΟΥ

    Σε είχα για θεό μου, σε είχα Παναγιά
    κι? όμως, μου? πες άπονα, άντε έχε γεια.
    μάτωσες και πόνεσες, όλα μου τα μέσα μου
    και έφυγες για πάντα, αγάπη πριγκηπέσα μου

    Η σκέψη μου γυρίζει, στα χρόνια τα παλιά
    που ήσουνα παιδούλα κι? ήμουν μια σταλιά.
    Με κοίταζες στα μάτια και γέμιζες τα μέσα μου
    και έμοιαζες σαν ήλιος, αγάπη πριγκηπέσα μου

    Τις νύχτες με τ? αστέρια παρέα περπατώ,
    περπατώ και ψάχνω, θέλω να σε βρω,
    να γυρίσεις πάλι, θέλω να σου πω
    μόνος δεν αντέχω, μόνος δεν μπορώ
    Στην καρδιά μου πάλι, γύρνα πριγκηπέσα μου
    μη ματώνεις άλλο, ότι έχω μέσα μου
    Μη ματώνεις άλλο, όλα μου τα μέσα μου
    στην καρδιά μου πάλι, γύρνα πριγκηπέσα μου





    ΤΟ SOS ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ

    Γυρίζεις τις νύχτες δεν ξέρεις που πας,
    ψάχνεις για αγάπες μα δεν αγαπάς,
    η μέρα για σένα είναι βραχνάς
    τη νύχτα προσμένεις να δεις που θα πάς.
    Φιλίες χαμένες και μνήμες αδρές,
    στο νου σου γυρίζουν και ζεις με αυτές
    το μέλλον για σένα μια πόρτα κλειστή
    κι? όλα μπροστά σου εικόνα θαμπή
    Όμως, υπάρχει ακόμα το φως
    στις μάνας το νου, που σου στέλνει το SOS
    σε θέλει κοντά της, σαν να είσαι θεός
    γιατί είσαι από κείνη ο μισός εαυτός.





    ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΑΘΩ

    Θέλω να μάθω αν σκέπτεσαι
    αυτόν που αγαπούσες
    κάποτε που ήσουνα μικρή
    και στο σχολειό φοιτούσες

    Θέλω να μάθω αν αγαπάς
    αυτόν που εσύ μισούσες
    όταν με άλλη μίλαγε
    και συ μελαγχολούσες

    Θέλω να μάθω αν αγαπάς
    αυτόν που λαχταρούσες
    να δεις σε κείνο το στενό
    στο σπίτι σα γυρνούσες

    Θέλω να μάθω αν αγαπάς
    εκείνον που κοιμάσαι
    σαν κάνεις έρωτα μ? αυτόν
    άραγε με θυμάσαι;

    Θέλω να μάθεις ΣΑΓΑΠΩ
    κι? ας ζούμε τώρα χώρια
    θέλω να μάθεις ΣΑΓΑΠΩ
    και ας πέρασαν τα χρόνια .





    Τα σύννεφα

    Μάνα δεν ήτανε γραφτό
    δεν ήταν πεπρωμένο
    μαζί της να? με και να ζω
    δεν ήτανε γραμμένο

    Τα σύννεφα σαν έμαθαν
    μάνα μου, τον καημό μου
    χαμήλωσαν να μοιραστούν
    τον πόνο το δικό μου

    Μάνα μη κλαις για μένανε
    ο πόνος μου, μου φτάνει
    το ξέρω πως πικραίνεσαι
    το ξέρω μάνα, φτάνει.

    Στου πικραμένου την αυλή
    μάνα μου κάθε μέρα
    δεν ξημερώνει η βραδιά
    δεν βασιλεύει η μέρα.





    ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

    Ο Ήλιος έφυγε, έγειρε και έδυσε
    κι? ο πόνος που έχω, πάλι με μέθυσε,
    το φεγγάρι κοιτάζω που μοιάζει σαν πιάτο
    θεέ μου ας ήταν να γίνει γεμάτο,
    σαν έλθει εκείνη
    τραπέζι να βρει μαζί μου να μείνει

    Φεγγάρι δικό μου, απόψε να μείνεις
    στη θέση σου, στάσιμο,
    παρέα με μένα, που πάω απόψε και πάλι για χάσιμο
    κάνε να έλθει κοντά μου και πάλι αυτή
    να φύγουν πάθη και πόνοι καυτοί

    Μα αν θέλεις να φύγεις, να τρέχεις αργά,
    να την φωτίζεις να μ?εύρει ξανά
    στα σύννεφα παίξε κι? έρωτες πλέξε
    ψηλά το φανάρι σου κράτα και φέξε
    κι? αν δεις εκείνη να την χαιρετίσεις
    και πρώτα από μένα να την φιλήσεις





    Ένα από τα παραμύθια, που περιέχονται
    στο βιβλίο του συγγραφέα «Τα παραμύθια του Παππού» .

    Ο ΠΥΓΟΛΑΜΠΔΑΣ

    Μια φορά κι' ένα καιρό, σ' ένα μικρό χωριό, ζούσε ένα ζευγάρι γερόντων, που δεν είχε παιδιά. Τα δυο γεροντάκια, είχαν μόνο μια κατσικούλα, που την έλεγαν Μαριορή. Αυτή την κατσικούλα, την αγαπούσαν και την είχαν σαν παιδί τους. H Μαριορή, τους ανταπέδιδε την αγάπη τους, με την φρονιμάδα και την υπακοή της, αλλά και με το φρέσκο γάλα, που τους έδινε καθημερινά. Κάθε πρωί τα δυο γεροντάκια, πότε ο ένας, πότε ο άλλος, έπαιρναν την κατσικούλα και την πήγαιναν στο χωράφι να βοσκήσει. Στο γυρισμό, σταματούσαν στη μεγάλη βρύση με την καμάρα, που ήταν έξω από το χωριό και γέμιζαν το παγούρι τους με δροσερό νερό, και πότιζαν τη Μαριορή. Η Μαριορή έβαζε τη μουσούδα της μέσα στην κορύτα, που έτρεχε το γάργαρο νερό και έπινε, έπινε, μέχρι να χορτάσει. Τα δυο γεροντάκια με την κατσικούλα τους τη Μαριορή, ήσαν μια πολύ ευτυχισμένη οικογένεια. Όμως, καθώς τα χρόνια περνούσαν, τα γεροντάκια γερνούσαν όλο και περισσότερο. Έτσι κάποια μέρα, κατάλαβαν πως δεν μπορούσαν πια, να βγάλουν τη Μαριορή στα χωράφια να βοσκήσει.

    Η Μαριορή δεμένη έξω στην αυλή του σπιτιού τους, όταν πεινούσε, βέλαζε φωνάζοντας, μπεε-μπεε!! σαν να τους έλεγε πεινάω, πεινάω, δεν το ακούτε, δεν το καταλαβαίνετε. Πολλές φορές, μερικοί συγχωριανοί τους, που έβλεπαν τη Μαριορή να διαμαρτύρεται, την έπαιρναν και την πήγαιναν στο χωράφι να βοσκήσει. 'Aλλες φορές όμως, έμενε δεμένη στην αυλή, νηστική και διψασμένη. Ο γέρος με τη γερόντισσα, μη μπορώντας να κατέβουν στην αυλή να πάρουν τη Μαριορή να την πάνε για βοσκή, την κοίταζαν από το παράθυρο που βέλαζε και η καρδιά τους μάτωνε από πόνο. Ένα χειμωνιάτικο βράδυ, καθισμένοι όπως ήσαν κοντά στο τζάκι, ήρθε στο μυαλό τους μια ιδέα. Σκέφτηκαν να παρακαλέσουν το θεό να τους χαρίσει ένα παιδί. Αυτό το παιδί αν ερχόταν, θα τους βοηθούσε τώρα που έχουν την ανάγκη του, τώρα που βρίσκονται στα γηρατειά τους. Είχαν διαβάσει στην αγία γραφή, πως η Σάρα, γέννησε σε ηλικία 100 χρόνων, γιατί έτσι ήθελε ο θεός. Η γερόντισσα μάλιστα επάνω στην απογοήτευσή της, είπε. Θεέ μου χαρισέ μας ένα παιδί και άμα γίνει είκοσι χρονών, ας το φάει ο ανθρωπόλυκος. Ο θεός άκουσε την προσευχή τους και τους χάρισε πράγματι ένα παιδί. Το παιδί αυτό, δεν ήταν μόνο όμορφο, αλλά ήταν και ένα πολύ καλό και υπάκουο παιδί. Αγαπούσε και σεβόταν τους γονείς του, τους βοηθούσε όταν είχαν ανάγκη, και ήταν επί πλέον και πολύ καλός μαθητής. Ο νεαρός γιος των γερόντων, ήταν τόσο έξυπνος, τόσο δραστήριος που όλοι τον φώναζαν «Πυγολαμπίδα», δηλαδή φωτεινό και έξυπνο.

    Ο Πυγολαμπίδας, όταν μεγάλωσε, έπαιρνε τη Μαριορή και την πήγαινε να βοσκήσει στο χωράφι. Μετά, περνούσε από τη βρύση την πότιζε και γέμιζε το παγούρι με δροσερό νερό για να το φέρει στους γέροντες γονείς του. Όταν ο Πυγολαμπίδας άρχισε να βγάζει γένια και μουστάκι, η γριά μάνα του, θυμήθηκε πως τον είχε τάξει στον ανθρωπόλυκο. Τότε άρχισε να στεναχωριέται και να κλαίει νύχτα μέρα. Τι έχεις καλή μου μανούλα, τη ρωτούσε καθημερινά. Η μάνα του όμως δεν μπορούσε να του πει, να του αποκαλύψει το μεγάλο μυστικό της. Κάποια μέρα όμως, ο έξυπνος Πυγολαμπίδας, κατάφερε τη μάνα του, να μαρτυρήσει το μυστικό, που την έκανε να κλαίει. Παιδάκι μου του είπε, εγώ και ο πατέρας σου, είμαστε πολύ μεγάλοι, για να κάνουμε παιδιά, γι' αυτό παρακαλέσαμε το θεό να μας χαρίσει ένα παιδί κι' αν είναι θέλημά του, ας το φάει ο ανθρωπόλυκος άμα μεγαλώσει.

    'Aμα τάζεις κάτι στο θεό, πρέπει να το δίνεις, γιατί άμα θέλει εκείνος το παίρνει μόνος του. Επειδή πλησιάζει ο χρόνος να κλείσεις τα είκοσι, εγώ η μάνα σου, που σε γέννησα και σε μεγάλωσα με πόνους και με βάσανα, στεναχωριέμαι και δεν θέλω να σε φάει ο ανθρωπόλυκος. Γι αυτό σε συμβουλεύω, να φύγεις μακριά, εκεί που να μη μπορεί να σε βρει ο ανθρωπόλυκος. Ο Πυγολαμπίδας στεναχωρήθηκε πολύ όταν άκουσε το δυσάρεστο νέο. Στεναχωρήθηκε που θα άφηνε το σπίτι του, τους γονείς του, τους φίλους του και το χωριό του, να πάει μακριά, αλλά σκεπτόταν πως έπρεπε να υπακούσει στη μάνα του, αν ήθελε να γλιτώσει από το φοβερό ανθρωπόλυκο. Την άλλη μέρα το πρωί η μάνα του, του ετοίμασε μια τσάντα, με ψωμί - ελιές 'τυρί και ένα παγούρι με νερό και αφού τον φίλησε του ευχήθηκε καλή τύχη, στα ξένα που θα πάει. Του είπε φεύγοντας, να της γράφει συχνά γράμματα, για να μαθαίνει τα νέα του. Ο Πυγολαμπίδας, με δάκρυα στα μάτια, αποχαιρέτησε τη μάνα του και τον πατέρα του και ξεκίνησε για το μακρινό ταξίδι του.

    Όλη την ημέρα, περπατούσε ασταμάτητα, για να φύγει μακριά από την περιοχή του ανθρωπόλυκου. Αυτός ο ανθρωπόλυκος, πήρε τ' όνομά του αυτό, γιατί γεννήθηκε μισός λύκος και μισός άνθρωπος. Η μάνα που τον γέννησε, φοβήθηκε τόσο πολύ όταν τον είδε, που αποφάσισε να τον αφήσει σε μια ερημιά, μέσα σε ένα πυκνό δάσος. Εκεί, τον πήρε μια αρκούδα τον θήλασε μαζί με τα τρία της αρκουδάκια της και τον μεγάλωσε σαν παιδί της. Ο Πυγολαμπίδας όλη την ημέρα περπατούσε χωρίς να σταματήσει καθόλου. Το βραδάκι όταν ο ήλιος έγειρε να δύσει, αποφάσισε να καθίσει κάτω από μια βελανιδιά για να ξεκουραστεί και να περάσει τη νύχτα του. Εκεί, άνοιξε την τσάντα με το φαγητό του και έφαγε αυτό που του είχε ετοιμάσει η μάνα του. Όταν ξάπλωσε στη γη, έβλεπε επάνω του, τον ουρανό και τα άστρα, που τρεμόσβηναν σα το καντήλι που δεν έχει λάδι.

    Ο Πυγολαμπίδας εκεί στο ύπαιθρο, με συντροφιά τ' αστέρια του ουρανού, αποκοιμήθηκε κουρασμένος όπως ήταν, από το μεγάλο ταξίδι του. Τη νύχτα είδε στ' ονειρό του, τη Μαριορή την κατσικούλα τους. Είδε, πως βέλαζε λυπημένα, που έχασε έτσι απότομα τη συντροφιά του. Ο Πυγολαμπίδας συγκινήθηκε και ξύπνησε μένοντας ξάγρυπνος μέχρι το πρωί. Στεναχωριόταν για την κακή του τύχη, που τον έταξε η μάνα του στον ανθρωπόλυκο. Το πρωί όμως, όταν ο ήλιος έστειλε στη γη τις χρυσοπόρφυρες αχτίνες του κι' άρχισαν να κελαηδούν τα πουλιά και να ευωδιάζουν τα λουλούδια, η ζωή του φάνηκε ωραία και τον γέμισε αισιοδοξία. Κατάλαβε, πως έπρεπε ν' αγωνιστεί να παλέψει για να ζήσει. Σκεπτόταν πως τέτοιες δυσκολίες οι άνθρωποι συναντούν συχνά στη ζωή τους, αλλά δεν πρέπει να απογοητεύονται να το βάζουν κάτω. Έτσι, αφού έπλυνε τα μάτια του από το νερό που είχε στο παγούρι του, ξεκίνησε και πάλι για το μεγάλο, το μακρινό ταξίδι του. Έπρεπε να πάει πολύ μακριά, σε άλλη περιοχή, εκεί που να μην τη γνωρίζει ο ανθρωπόλυκος. Περπατώντας έφθασε σε ένα σταυροδρόμι. Εκεί ήταν μια πηγή, μια βρυσούλα. Ο Πυγολαμπίδας μια και πλησίαζε να γίνει μεσημέρι, σκέφτηκε να καθίσει, να ξαποστάσει, να ξεκουραστεί και να κολατσίσει

    Όταν έφθασε κοντά στην πηγή, διαπίστωσε πως τη φύλαγε μια γριά μάγισσα, μια μάγισσα που τα μαλλιά της καθώς ήταν ξέπλεκα, έφθαναν μέχρι τα γόνατά της. Ο Πυγολαμπίδας, έβγαλε γρήγορα το μαχαίρι του από την τσάντα που κρατούσε και με μια γρήγορη κίνηση, της έκοψε τα μαλλιά, που σκέπαζαν το πρόσωπό της. Η γριά μάγισσα, ευχαριστήθηκε για το καλό που της έκανε ο Πυγολαμπίδας και κοιτώντας διερευνητικά γύρο της, ρωτούσε ποιος καλός άνθρωπος της έκανε το καλό να κόψει τα μαλλιά της που τα είχε έτσι, εκατό χρόνια. Ο Πυγολαμπίδας από το απλανές βλέμμα της, κατάλαβε πως ήταν τυφλή, πως δεν έβλεπε. Αφού στάθηκε δίπλα της, της έπιασε το χέρι και της είπε. Καλή μου κυρά μήπως θέλεις ψωμί, μήπως θέλεις νερό. Η γριά μάγισσα ακούγοντας τη φωνή του, του είπε. Από τη φωνή σου καταλαβαίνω πως είσαι νέος, πολύ νέος. Πες μου, γιατί ήρθες μέχρι εδώ, τι ζητάς από μένα.

    Ο Πυγολαμπίδας τότε, με πολύ πόνο στην καρδιά, της εξομολογήθηκε την τραγική του ιστορία. Της είπε πως η μάνα του, τον είχε τάξει στον ανθρωπόλυκο και πως ψάχνει μέρος να κρυφτεί, να ξεφύγει από αυτόν το λυκάνθρωπο. Βοήθησέ με καλή μου κυρά να σωθώ, να ζήσω και εγώ όπως όλοι οι άνθρωποι, κοντά στους γονείς μου, κοντά στους φίλους μου και στους συμπατριώτες μου. Αγαπώ τη ζωή και θέλω να ζήσω. Η γριά μάγισσα, που συγκινήθηκε από την ιστορία του Πυγολαμπίδα, αφού τον χάιδεψε στο κεφάλι του είπε. Φαίνεσαι ευγενικός, καλόκαρδος και τίμιος, γι' αυτό θα κάνω ό,τι μπορώ για σένα. Θα σε σώσω Πυγολαμπίδα, γιατί και συ μου έδειξες καλοσύνη και ανθρωπιά, του είπε η γριά μάγισσα. Όμως πρέπει να βοηθήσεις και συ. Θα κάνω ότι μου πεις, αποκρίθηκε ο Πυγολαμπίδας κι' έξυπνος όπως ήταν τη ρώτησε. Εδώ στο σταυροδρόμι που βρισκόμαστε, δείξε μου ποιο δρόμο πρέπει να πάρω για να σωθώ από τον ανθρωπόλυκο και εγώ θα βρω τον τρόπο. Όποιο δρόμο και να πάρεις Πυγολαμπίδα, του είπε η μάγισσα, είσαι καταδικασμένος να μην ξεφύγεις από τον ανθρωπόλυκο. Εγώ όμως θα σε σώσω, του είπε η γριά μάγισσα. Πάρε αυτά τα τρία κουβάρια νήμα και να τα δέσεις στη ζώνη σου. 'μα κινδυνέψεις ποτέ στο δρόμο σου, θα πετάξεις ένα, κάτω στη γη και εγώ θα σε σώσω. Αφού την ευχαρίστησε ο Πυγολαμπίδας, γέμισε από τη πηγή το παγουράκι του με φρέσκο και δροσερό νερό και ξεκίνησε πάλι για το μακρινό ταξίδι του.

    Μετά από λίγο δρόμο, συνάντησε ένα μεγάλο ποτάμι. Το ποτάμι αυτό, δεν είχε γεφύρι να περάσει απέναντι, έτσι έπρεπε να περάσει μέσα από αυτό. Αφού σήκωσε το παντελόνι του, κι' έβγαλε τα παπούτσια του, δοκίμασε να περάσει μέσα από το ποτάμι. Όμως το νερό ήταν τόσο ορμητικό, που άρχισε να τον παρασέρνει. Μανούλα μου σώσε με, φώναξε ο Πυγολαμπίδας Αλλά ποιος να βρεθεί εκεί, μέσα στην ερημιά να τον σώσει; Σκέφτηκε αμέσως τα κουβάρια της γριάς μάγισσας και με μια κίνηση πετάει το ένα κουβάρι στο νερό του ποταμού. Την ίδια στιγμή μπροστά του άνοιξε μια γέφυρα και ένωσε τις δυο όχθες του ορμητικού ποταμού. Ο Πυγολαμπίδας γεμάτος χαρά που σώθηκε, πέρασε απέναντι κι' αμέσως από μέσα του, ευχαρίστησε τη γριά μάγισσα, που τον έσωσε από βέβαιο πνιγμό

    Μετά, άρχισε πάλι να προχωρεί σε ανηφοριές και κατηφοριές, μέχρι που έφθασε κοντά σε ένα όμορφο περιβόλι, που το στόλιζαν πολύχρωμα λουλούδια. Το περιβόλι αυτό, έμοιαζε σαν τον κήπο της Εδέμ. Εκεί μέσα, εύρισκε κανείς σύκα, αχλάδια, μήλα, κεράσια, καρπούζια, πεπόνια, πορτοκάλια, μανταρίνια, και ότι άλλο φρούτο βάζει ο νους του ανθρώπου. Γύρω γύρω από το περιβόλι, ήσαν στη σειρά, δεκάδες λεύκες. Λεύκες καταπράσινες και πανύψηλες, όπως οι κολώνες του Ο Τ Ε. Στο επάνω μέρος του περιβολιού, κοντά στο δρόμο, ήταν μια πηγή 'μια βρύση που έβγαζε γάργαρο νερό. Ο Πυγολαμπίδας πλησίασε κοντά στο περιβόλι και κοίταξε μέσα. Δεν φαινόταν ψυχή. Τότε σκέφτηκε να φωνάξει. «Είναι κανείς εδώ!!!.» Κάποια στιγμή από το μικρό σπιτάκι που ήταν στην άκρη του περιβολιού, ξεπρόβαλε ένα ανθρωπάκι τόσο δα, που έμοιαζε σα νάνος. Ποιος φωνάζει είπε με βραχνή φωνή ο νάνος. Εγώ, του αποκρίθηκε δυνατά ο Πυγολαμπίδας, που πλησίασε πιο κοντά. Γιατί φωνάζεις ανθρωπέ μου, τι θέλεις, τον ρώτησε ο νάνος. Δεν ξέρεις ότι εδώ είναι το παλάτι του ανθρωπόλυκου.

    Δεν ξέρεις ότι αν τον ξυπνήσεις μπορεί να σε φάει; Όταν ο Πυγολαμπίδας άκουσε αυτά τα λόγια πάγωσε. Δεν φανταζόταν ποτέ ότι, μετά από τόσο μεγάλο ταξίδι, θα βρισκόταν ακόμα στην περιφέρεια που εξουσίαζε ο ανθρωπόλυκος. Αυτή την ώρα ο ανθρωπόλυκος κοιμάται, του είπε ο νάνος. Σήμερα όμως, είσαι τυχερός γιατί λείπει. Λείπει, γιατί έχει πάει στο δάσος για κυνήγι, γι' αυτό το καλό που σου θέλω είναι να φύγεις όσο είναι νωρίς, πριν έλθει και σε φάει. Η καλοσύνη που του έδειχνε ο νάνος, έδωσε θάρρος στον Πυγολαμπίδα και πλησίασε πιο κοντά του. Φίλε του είπε, θέλω να με βοηθήσεις, να μην πέσω στα χέρια του ανθρωπόλυκου. Θέλω να μην με φάει ο ανθρωπόλυκος, κατάλαβες και άρχισε να του εξιστορεί τη γνωστή ιστορία που τον έταξε η μάνα του στον ανθρωπόλυκο. Μα πριν καλά καλά, τελειώσει η κουβέντα τους, τα κροταλίσματα από τα πέταλα των αλόγων του ανθρωπόλυκου που γύριζε από το κυνήγι, άρχισαν να πλησιάζουν, όλο και πιο κοντά. «Είχα έναν και έχω δυο» ακούστηκε να λέει ο ανθρωπόλυκος, μόλις οσμίστηκε την παρουσία και δεύτερου ανθρώπου στο παλάτι του. «Τον κακό σου τον καιρό του φώναξε ο Πυγολαμπίδας με όλη τη δύναμή του».

    Ο ανθρωπόλυκος, οργίστηκε μόλις άκουσε αυτά τα λόγια. Την ίδια στιγμή κατέβηκε από το αλογό του και προχώρησε προς το μέρος του Πυγολαμπίδα, να δει ποίος είναι αυτός που έχει τόσο θάρρος να του αντιμιλά. Ο καλός νάνος, βλέποντας τον κίνδυνο για τον Πυγολαμπίδα του φώναξε, ανέβα γρήγορα στη λεύκα να σωθείς. Όταν ο ανθρωπόλυκος είδε τον Πυγολαμπίδα ν' ανεβαίνει στη λεύκα, έβγαλε ένα παρατεταμένο γέλιο χα χα χα και ξαναείπε φωναχτά. «Είχα ένα και έχω δυο» Τον κακό σου τον καιρό ξαναείπε ο Πυγολαμπίδας, που είχε ανέβει ήδη επάνω στη λεύκα. Ο ανθρωπόλυκος νευριασμένος από τα ταπεινωτικά λόγια του Πυγολαμπίδα, άρχισε να κόβει με τα δόντια του, τον κορμό της λεύκας. Όταν αποτελείωσε τον κορμό της πρώτης λεύκας, ο Πυγολαμπίδας φοβισμένος πήδηξε στη διπλανή λεύκα και όταν ο ανθρωπόλυκος έκοψε και αυτή την λεύκα, πήδηξε στη παραδιπλανή. Όμως ο ανθρωπόλυκος έκοβε με μανία τις λεύκες και πλησίαζε όλο και πιο κοντά να πιάσει τον πυγολαμπίδα.

    Ο Πυγολαμπίδας, βρισκόταν τώρα στην τελευταία λεύκα και δεν υπήρχε άλλη δίπλα για να πηδήξει και να σωθεί. Σε λίγο θα έπεφτε στα δόντια του ανθρωπόλυκου. Τότε θυμήθηκε τα κουβάρια της μάγισσας, που είχε στη ζώνη του. Πετάει το ένα κουβάρι κάτω κι' αμέσως παρουσιάζονται δύο μεγαλόσωμα σκυλιά. Η ΠΟΝΗΡΉ ΚΑΙ Η ΑΚΟΗ. Από τη λεύκα που βρισκόταν ο Πυγολαμπίδας φώναξε στα σκυλιά. «Να Ακοή, κοη και πονηρό ζαγάρι!!!!». Αμέσως τα σκυλιά κούνησαν φιλικά την ουρά τους δείγμα ότι υπακούουν στις διαταγές του. Μέχρι να κατέβω από τη λεύκα τους είπε, να κατασπαράξετε τον ανθρωπόλυκο και να μου αφήσετε μόνο το ένα αυτί του. Μανιασμένα τα σκυλιά έπεσαν επάνω στον ανθρωπόλυκο και τον κατασπάραξαν και άφησαν μόνο το ένα αυτί του όπως τα είχε διατάξει ο Πυγολαμπίδας. Όταν κατέβηκε κάτω ο Πυγολαμπίδας είδε τον νάνο δακρυσμένο σε μια γωνιά να τον περιμένει με λαχτάρα. Αμέσως αγκαλιάστηκαν και έκλαψαν και οι δυο τους από χαρά. Πυγολαμπίδα του είπε ο νάνος, εγώ δεν έχω κανένα στον κόσμο. Πάρε με αν θέλεις μαζί σου, τώρα που θα φύγεις.

    Πάρε με εκεί που θα πάς στο χωριό σου, να δουλεύω μαζί σου. Ξέρω τη δουλειά του περιβολάρη πολύ καλά. Θα σε πάρω καλέ μου φίλε, του είπε ο Πυγολαμπίδας, που χάρηκε πολύ για την πρόταση που του έκανε ο νάνος. Αμέσως ο νάνος, έφερε δυο άσπρα άλογα από το λιβάδι του ανθρωπόλυκου. Αφού καβάλησαν στα άλογα, πήραν το δρόμο του γυρισμού. Πίσω από τα άλογα, ακολουθούσαν πιστά τα δυο σκυλιά η Ακοή και η Πονηρή. Όταν έφθασαν στο μεγάλο ποτάμι, ο Πυγολαμπίδας πέταξε και το τρίτο κουβάρι που είχε στη ζώνη του και έγινε πάλι μια γέφυρα με καμάρα. Οι δυο φίλοι, πέρασαν χαρούμενοι καβάλα στ' αλογά τους, την καμπυλωτή γέφυρα και βγήκαν έτσι στη άλλη όχθη. Την άλλη μέρα, πλησίαζαν στο χωριό του Πυγολαμπίδα. Ο Πυγολαμπίδας ήταν πολύ χαρούμενος που ξαναγύριζε στο χωριό του, κοντά στους γονείς του, κοντά στους συμπατριώτες του.

    Έξω από το χωριό του, τους συνάντησε ένας συγχωριανός του. Μόλις τον αναγνώρισε έτρεξε λαχανιασμένος να πάρει τα συχαρίκια από τους γονείς του. Η μάνα του Πυγολαμπίδα, του έδωσε ένα καλό δώρο και τον ευχαρίστησε θερμά. Το μεγάλο νέο της επιστροφής του Πυγολαμπίδα, το έμαθαν σχεδόν όλοι οι συμπατριώτες του αμέσως. Πολλοί μάλιστα, άφησαν τις δουλειές τους και ξεκίνησαν να έλθουν τον προϋπαντήσουν, να τον υποδεχτούν, έξω από το χωριό. Μπροστά από όλους, πήγαινε η μάνα του Πυγολαμπίδα. Ανάμεσα τους όμως, κάποιος έλλειπε. Έλλειπε ο γέρος πατέρας του, που πέθανε από τον καημό του σαν έφυγε από το χωριό, ο γιος του ο Πυγολαμπίδα Σαν έφθασαν στη μεγάλη βρύση έξω από το χωριό, εκεί που πότιζε ο Πυγολαμπίδας τη κατσικούλα του τη Μαριορή, όλοι σταμάτησαν και τον περίμεναν να φθάσει ως εκεί. Όλοι οι συμπατριώτες του, ανυπομονούσαν να καλωσορίσουν τον ήρωα που σκότωσε τον ανθρωπόλυκο, να καλωσορίσουν το καλό παιδί, τον καλό τους συμπατριώτη τον Πυγολαμπίδα. Μα πιο πολύ ανυπομονούσε η μάνα του, για να υποδεχθεί το μονάκριβο παιδί της. Σε λίγο, φάνηκαν τα δυο άσπρα άλογα που έφερναν τα δυο παιδιά. Αμέσως, όλοι έτρεξαν και αγκάλιασαν τον Πυγολαμπίδα και το φίλο του το νάνο, που τα είχε χαμένα με τέτοια υποδοχή που τους έκαναν οι συμπατριώτες του Πυγολαμπίδα. Ο νάνος, για πρώτη φορά έβλεπε τόσο κόσμο.

    Για πρώτη φορά έβλεπε μια μάνα, τη μάνα του Πυγολαμπίδα να κλαίει από χαρά και συγκίνηση για το γυρισμό του παιδιού της. Ο νάνος έβγαλε από την τσέπη το μαντήλι του και σκούπισε κι' αυτός ένα δάκρυ, που έτρεχε από τα μάτια του. Συγκινήθηκε γιατί θυμήθηκε κι' αυτός τη δικιά του μάνα, που πέθανε όταν τον γέννησε, χωρίς καν να τον πάρει στην αγκαλιά της, χωρίς καν να τον μεγαλώσει, χωρίς καν να του χαρίσει την αγάπη και τη στοργή της. Η μάνα του Πυγολαμπίδα, όταν είδε το νάνο δακρυσμένο έτρεξε κοντά του και τον πήρε στην αγκαλιά της. Τον φίλησε και του είπε τρυφερά. Από σήμερα έχω δυο παιδιά. Εσένα και τον Πυγολαμπίδα Αφού ευχαρίστησε το θεό για το γυρισμό του παιδιού της κι' ακόμα γιατί της χάρισε κι' ένα δεύτερο παιδί το νάνο, αγκάλιασε τα παιδιά της με τρυφερότητα και γύρισαν αγαπημένοι και ευτυχισμένοι και οι τρεις τους στο σπίτι. Η μικρή κατσικούλα η Μαριορή, όταν αντίκρισε τον Πυγολαμπίδα, τον χαιρέτησε με ένα παρατεταμένο βέλασμα μπέεε!!!! Ο πυγολαμπίδας, κατάλαβε το βέλασμά της. Ήταν σαν να του έλεγε. Πυγολαμπίδα καλωσόρισες, σ' αγαπώ και χαίρομαι που ξαναγύρισες.





    Επικοινωνείτε εδώ με τον λογοτέχνη
    Κώστα Διονυσόπουλο
    mailto:dion_kon@hotmail.com

    Αναζητήσεις





    Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αρκαδίας
    Επιμελητήριο Αρκαδίας
    Παναρκαδική Ομοσπονδία Αμερικής
    Δήμος Γόρτυνος
    Δάρα
    Levidi
    ΤΟ ΚΑΛΛΙΑΝΙΟΝ
    το Χωριό Σέρβου
    Θεοξένια
    Κοσμά Κυνουρίας

    Ανθολογίες

    Ελληνικά Κείμενα - Περιεχόμενα

    Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού του Κ. Θ. Δημαρά και Γ.Π. Σαββίδη

    συγχρονη ελληνικη ποιηση του Χρήστου Δημάκη

    ΤΑ ΑΠΑΝΤΑ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ ΔΕΛΤΑ

    Ανθολογία - Ποίηση - Θράκης.

    Ανθολογία Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης του Σταύρου Αμπελά

    The LAND of GODS: Ανθολογία 'Ελληνες Ποιητές στο Διαδίκτυο

    ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ : Κεντρική Σελίδα Αφιερωμάτων

    Meta-theses: An Electronic Magazine in Greek

    The LAND of GODS: Ποιητική Ανθολογία : ποιήματα: τα αγαπημένα ...

    ΠΑΙΔΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ του Αρχιμήδη Αναγνώστου

    Οι Ποιητές της Κύπρου

    Ανθολογία Η γωνιά των Ποιητών και Συγγραφέων

    Ελληνική λογοτεχνία οι Γραμμές

    Ανθολογία Φραγκφούρτης 2001 ...

    Ανθολογία από την ποίηση του Κωστή Παλαμά

    The LAND of GODS: Λογοτεχνία της ΕΕΛΣΠΗ 'Ελληνες Συγγραφείς των Πέντε Ηπείρων γράφουν και δημιουργούν

    ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ... Ανθολογία ποιημάτων. Θέλω να το διαβάσω...

    Ποίηση, διηγήματα. Ανθολογία Ρένου Αποστολίδη

    Ανθολογία τα ΚΕΙΜΕΝΑ του Νίκου Σαραντάκου

    The LAND of GODS: Σελίδες απ' την Ελληνική Λογοτεχνία στο Διαδίκτυο

    Πολιτικό καφενείο "Ο Μεγάλος Ανατολικός"

    Λέξημα.gr - Λογοτεχνικό Περιοδικό & Πύλη::

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

    'Aτυπη Λέσχη Νέων Λογοτεχνών


    Τα πρόσωπα.." της kathimerini.gr.
  • Αλ Γκορ

  • Εντιθ Πιαφ

  • Ερνέστο Τσε Γκεβάρα

  • Σίνζο 'Aμπε

  • Ρεσέπ Ταγίπ Ερντογάν

  • Τζέρι Γιάνγκ

  • Πολ Γούλφοβιτς

  • Τζέρι Φάλγουελ

  • Νικολά Σαρκοζί

  • Στίβεν Χόκινγκ

  • Ρούπερτ Μέρντοχ

  • Μπόρις Γιέλτσιν

  • Τσο Σέουνγκ-Χούι

  • Νάνσι Πελόζι

  • Νίκος Εγγονόπουλος

  • Κων/νος Καραμανλής

  • Κεμάλ Ατατούρκ

  • Ιωσήφ Στάλιν

  • Μάρτιν Σκορτσέζε

  • Χίλαρι Κλίντον

  • Ιντί Αμίν

  • Νίκος Κούρκουλος

  • Μίλτον Φρίντμαν

  • Ορχάν Παμούκ

  • Οδυσσέας Ελύτης

  • Αμεντέο Μοντιλιάνι

  • Ζινεντίν Ζιντάν

  • Ρέμπραντ

  • Βλάντιμιρ Πούτιν

  • Κιμ Γιονγκ Ιλ

  • Kαραβάτζιο

  • Νόαμ Τσόμσκι

  • Λεονάρντο Ντα Βίντσι

  • Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ

  • Αλέξης Δαμιανός

  • Σίγκμουντ Φρόιντ

  • Bernardo Provenzano

  • Σάμιουελ Μπέκετ

  • Απόστολος Βαβύλης

  • Γεωργίος I. Ράλλης

  • E. X. Γονατάς

  • Κων/να Μπουρμπούλια

  • Mehmet Ali Agca

  • 'Aλμπερτ Αϊνστάιν


  • τα Ιστορικά ανέκδοτα
    του Κολοκοτρώνη

    Ο θρυλικός «Γέρος του Μωριά» γεννήθηκε στην Παλαιά Μεσσηνία. Να πως τον περιγράφει ο Βλαχογιάννης: 'Οψη «αδύνατη και μαυρειδερή' μάτια βαθουλά, ματιά σκληρή και δυνατή' μεγάλο μουστάκι μαύρο, γερακωτή μεγάλη μύτη' μαλλιά μακρυά κυματιστά. Μικρό κόκινο φέσι στραβοφορεμένο. Τέλος, πρόσωπο που χτυπάει και ξαφνίζει, και που του κάκου θα γύρευε κανείς να βρη σ' έναν Ευρωπαίο το ταίρι του».

    Οι Αρβανίτες έτρεμαν κυριολεκτικά το Κολοκοτρωναίκο σπαθί. Γι' αυτό κι' ο φοβερώτερος όρκος τους ήταν: -Να μη γλυτώσω απ' το σπαθί του Κολοκοτρώνη!.

    -Πόσο μεγάλη είναι η χώρα που γεννήθηκες; τον ρώτησε κάποιος 'Αγγλος περιηγητής. -'Εχει διακόσιους φούρνους! είπε γελώντας ο Κολοκοτρώνης. (Κάθε σπίτι στα χωριά έχει και δικό του φούρνο).

    Μια γυναίκα του ζήτησε κάποια χάρη: -Αφέντη μου, τού'λεγε, κάνε μου αυτό το καλό, και σκλάβα σου να γένω! -Τί λες, μωρή ζουρλή; Εμείς για τη λευτεριά πολεμούμε κι' εσύ θέλεις να γίνης σκλάβα μου;

    Του είπαν κάποτε: -Κολοκοτρώνη, η πατρίδα θα σε ανταμείψη. -Το ξέρω, απάντησε' εμένα θα πρωτοεξορίση.

    Κάποτε φιλοξένησε εν γνώσει του το φωνιά του αδερφού του, ο οποίος νόμιζε ότι δεν τον ξέρει ο «Γέρος». -Παιδί μου! λέει η μάνα του, δίνεις να φάει ψωμί ο φονιάς του παιδιού μου; -Σώπα μάννα' είπε ο στρατηγός. Αυτό είναι το καλύτερο μνημόσυνο του σκοτωμένου.

    Από τη στιγμή, που ο Κολοκοτρώνης ανακατεύτηκε στην πολιτική, έχασε τα νερά του. Πολύ γρήγορα όμως κατάλαβε το σφάλμα του και ξαναγύρισε στ' άρματα.
    Διηγόταν μάλιστα και το ακόλουθο μύθο, για να δείξη πως την έπαθε, όταν πήγε να γίνη πολιτικός: 'Ενας λύκος άρπαξε ένα αρνί από το μαντρί και πήγε παραπέρα να το φάει. -Κυρ λύκο, θα με φας, το ξέρω, είπε το αρνί. Γι' αυτό όμως το καλό, κάνε μου και μένα αυτή τη χάρη: τραγούδα μου λιγάκι, γιατί έχεις πολύ γλυκιά φωνή και μένα μου αρέσουν τα τραγούδια.
    'Αφησε ο λύκος το αρνί κι άρχισε να ουρλιάζη. Τον άκουσαν τότε τα σκυλιά και τον πήραν στο κυνηγητό. Είδε κι έπαθε, ώσπου να γλυτώσει. Τότε στάθηκε ψηλά στη ράχη κι αγναντεύοντας το μαντρί είπε: -Τί ήθελα εγώ να κάμω τον τραγουδιστή; Καλά να πάθω!.
    'Ελεγε κι αυτόν το μύθο: Η κουκουβάγια είχε βρωμίσει πολύ τη φωλιά της κι αποφάσισε να κατοικήση αλλού. Της λέει τότε ο κούκος: -Του κάκου βασανίζεσαι, όσο παίρνεις μαζί σου και τον πισινό σου.

    Οι μεγάλοι καπεταναίοι της Επαναστάσεως είχαν διάφορα παρατσούκλια μεταξύ τους.
    Τον Οδυσσέα Ανδρούτσο τον έλεγαν Γερο-Χουλιάρα για τις πονηριές και τα τερτίπια του' Γέροντα έλεγαν τον Γκούρα για την φρονιμάδα του' Γύφτο έλεγαν τον Κολοκοτρώνη για το χρώμα του' Γύφτο έλεγαν και τον Καραϊσκάκη.

    Καταδιωκόμενος ο Κολοκοτρώνης από τα κυβερνιτικά στρατεύματα στον εμφύλιο πόλεμο του 1825, στάθηκε κάτω από μια καρυδιά να ξεκουραστή. Και μονολογούσε λυπημένος: -Τί έχεις, καρυδιά μου, και παραπονιέσαι; Μη σε πετροβολάνε τα παιδιά; Είναι γιατί έχεις τα καρύδια...
    * (Γνωστή και η λαϊκή παροιμία: «Το δέντρο πώχει τον καρπό όλο πετροβολιέται».

    Ο Κολοκοτρώνης σχολίασε τη δολοφωνία του Καποδίστρια με τον ακόλουθο μύθο: Κάποτε, λέει, τα γαϊδούρια πήραν την απόφαση να σκοτώσουν το σαμαρά, για ν' απαλλαγούν απ' τα σαμάρια κι απ' το φορτίο, που τους έβαζαν οι άνθρωποι. 'Ετσι κι έγινε.
    Αμέσως όμως κατόπιν πήραν την πρωτοβουλία τα καλφάδια (οι μαθητευόμενοι) του σαμαρά, μα δεν ήξεραν να κάμουν καλή τη δουλειά, γιατί έχασαν το μαστορά τους.
    'Ετσι τα κακοφτιαγμένα σαμάρια άρχισαν να χτυπάνε και να πλυγώνουν τα δυστυχισμένα γαϊδούρια, που δεν άργισαν να καταλάβουν ότι με την ανόητη πράξη τους έπεσαν από το κακό στο χειρότερο...

    Στον 'Οθωνα, ο οποίος τον ρώτησε τι γνώμη είχε για το νέο πανεπιστήμιο, που άρχισε να χτίζεται, απάντησε:
    -Να σας πω, μεγαλειότατε' μου φαίνεται ότι τούτο εδώ -κι έδειξε το Πανεπιστήμιο- δεν έπρεπε να κτισθή κοντά σε κείνο -κι έδειξε το Παλάτι' διότι φοβούμαι ότι τούτο θα φάει εκείνο..

    'Ελεγε «Οι 'Ελληνες είναι τρελλοί, αλλά έχουν θεόν φρόνιμον».

    Μετά την καταδίκη του τον πληροφόρησαν ότι ο βασιλιάς του χαρίζει τη ζωή και τον αφήνει μόνο... 20 χρόνια φυλακή. -Θα γελάσω το βασιλιά! Δεν θα ζήσω τόσους! Αποκρίθηκε.




    Κάνετε κλικ εδώ για να αρχίζει ο υπολογιστή σας
    κάθε φορά που τον ξεκινάτε από αυτήν εδώ την σελίδα.
      
    σήμερα: